Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

becoming deviant...

"Η σχέση μου με την εγκληματολογία είναι, υποθέτω, ένα είδος αυτού που συνηθίζεται να λέγεται “κατασταλτική ανοχή”. Κάθε προσπάθεια που έκανα να απομακρυνθώ από το αντικείμενο, να του ασκήσω κριτική, να θέσω υπό αμφισβήτηση το ίδιο το δικαίωμα ύπαρξής της, με ενέπλεκε ακόμα περισσότερο στην εσωτερική του ζωή. Αυτό δεν είναι ασφαλώς μια προσωπική εμπειρία, αλλά μια μοίρα που μοιράστηκαν πριν είκοσι περίπου χρόνια πολλοί από εμάς, αποτολμώντας – ούτε λίγο, ούτε πολύ - ένα συλλογικό πρόγραμμα για να συγκροτήσουμε κάτι εναλλακτικό ως προς στην εγκληματολογία" (Cohen, 1988: 8, Against Criminology, New Brunswick: Translation Books) 
Ξαναείδα προ ημερών, στην τηλεόραση αυτή τη φορά, το Punishment Park. Δεν είμαι καθόλου καλή στην κριτική ταινιών και ειδικά αυτών που μού προκαλούν κάτι σαν σεισμό, όχι μόνον στο συναισθηματικό αλλά κυρίως στο νοητικό επίπεδο κι έτσι θα το αποφύγω και θα συνθέσω απλώς κάποιες σκέψεις που αναζωπύρωσε η ταινία. Απολογούμαι που δεν είμαι πάντα σε θέση να παραθέσω τις ακριβείς βιβλιογραφικές πηγές στα σημεία τα οποία ήταν σκόρπια στο μυαλό ή στις σημειώσεις μου. Ο λόγος πάντως είναι περί του αντι-εγκληματολογικού κινήματος [όρος που οφείλεται στον Stan Cohen] και της γέννησής του στα τα πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα των αμερικάνικων πανεπιστημίων της ευρύτερης δεκαετίας του ’60 και μ’ αυτήν την έννοια, το κείμενό μου συνομιλεί σε κάποια σημεία με τα αποσπάσματα από το άρθρο του Τηλέμαχου Σεράση, που αποτελούν το περιεχόμενο της ανάρτησης Ακαδημαϊκή καταστολή της 27 Απρίλη. Ο λόγος, λοιπόν, για τα συμφραζόμενα που ευνοήσανε την ανάδειξη μιας οπτικής που προβληματοποιούσε όχι την παρέκκλιση αλλά τα συστήματα κοινωνικού ελέγχου τα οποία την όριζαν και την διαχειρίζονταν σαν τέτοια. Κυρίως, όμως, για την βιωματική εγγύτητα του μελετητή με το αντικείμενο της μελέτης του μέσα από την συμμετοχή του στα κινήματα και το γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης που σημάδεψε τότε την πανεπιστημιακή εμπειρία και δράση. Δράση/ αντίδραση, συμμετοχή στα κινήματα /καταστολή, συγκρούσεις με την αστυνομία, συλλήψεις, ποινικές καταδίκες από τις οποίες δεν εξαιρέθηκαν κι εκείνοι που μελετούσαν τους παρεκκλίνοντες κόσμους, πιθανόν ανυποψίαστοι μέχρι τότε για την εγγύτητα αυτών των κόσμων με τον δικό τους. Κι όσο μίκραινε η απόσταση, τόσο πιο εύφορο γινόταν το έδαφος για να τεθεί επιτακτικά το ερώτημα: Τι χαρακτηρίζεται ως έγκλημα; Περιλαμβάνονται στο αντικείμενο μελέτης της εγκληματολογίας τα φαινόμενα αστυνομικής βίας στους πανεπιστημιακούς χώρους, οι 100 τραυματίες στη διάλυση της κατάληψης του πανεπιστήμιου του Mπέρκλεϊ το 1968, το πυρ που άνοιξε η εθνοφυλακή, ενάντια σε άοπλους διαδηλωτές δυο χρόνια αργότερα στο Οχάιο, σκοτώνοντας 4 φοιτητές και τραυματίζοντας σοβαρά άλλους 9; Είναι δικαιολογημένη ανθρωποκτονία η έφοδος σε διαμέρισμα στο Σικάγο όπου έμεναν μέλη του κόμματος των Μαύρων Πανθήρων και η εν ψυχρώ δολοφονία ηγετικού μέλους τους;[1]
Σ’ αυτό το κλίμα της κοινωνικής εξέγερσης, στο οποίο οι μελετητές της παρέκκλισης και του εγκλήματος είχαν συμμετάσχει ως δρώντα υποκείμενα και όχι ως παρατηρητές, ήρθε αβίαστα η συνειδητοποίηση της αδυναμίας του χαρακτηριζόμενου ως παρεκκλίνοντα απέναντι σ’ έναν πανίσχυρο κρατικό μηχανισμό, της ανάγκης να μελετηθούν οι παρεκκλίνοντες κόσμοι με τους δικούς τους όρους, μέλημα που δεν αφορά μόνον τις μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας γιατί οι διαδικασίες εγκαθίδρυσης μιας παρεκκλίνουσας ταυτότητας είναι κοινές σε κάθε περίπτωση εγκληματοποίησης. Και κυρίως, η ανάγκη να μετατεθεί η εστίαση από τον στιγματισμένο στον στιγματίζοντα, από τις διαδικασίες εγκληματογένεσης στις διαδικασίες εγκληματοποίησης, με δυο λόγια στη μελέτη των ίδιων των μηχανισμών που ορίζουν και διαχειρίζονται την παρέκκλιση και την εγκληματικότητα. «Η παρέκκλιση δεν είναι, λοιπόν, ένα χαρακτηριστικό που βρίσκεται στην ίδια τη συμπεριφορά, αλλά στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στο άτομο που διαπράττει μία πράξη και εκείνους που αντιδρούν σε αυτήν», έλεγε ο Howard Becker (Becker , 1963/1973: 14, Outsiders: Studies in the Sociology of Deviance, New York: The Free Press) Και έγραφε ο David Matza το 1969, μεσούντος του πολέμου του Βιετνάμ:
«Στη διακαή ανησυχία του για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, εφαρμοσμένη διαμέσου της αστυνομικής ισχύος και της αντεγκληματικής πολιτικής, ο Λεβιάθαν βρίσκει δικαίωση. Kαταδιώκοντας το κακό και παράγοντας μία επιφανειακή όψη του καλού, το κράτος αποκαλύπτει τη μόνιμη μέθοδό του- τη διατήρηση του καλού του ονόματος παρά τις δικές του τάσεις προς τη βία, την κατάκτηση και την καταστροφή. Προστατευμένο από μία συλλογική αναπαράσταση σύμφωνα με την οποία η κλοπή και η βία εντοπίζονται σε μία επικίνδυνη τάξη, ηθικά εξυψωμένο από τον αναμορφωτικό του στόχο, το κράτος επιτυγχάνει τη νομιμοποίηση της ειρηνικής πρόθεσης και τη φαινομενική όψη της νομιμότητας- ακόμη και αν συμμετέχει σε πολέμους και διαπράττει σε μαζική κλίμακα ενέργειες που υποτίθεται ότι έχει απαγορεύσει στον κόσμο. Aλλά αυτό, ίσως ισχυριστεί ο αναγνώστης, είναι ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Aυτό ισχυρίζεται και ο Λεβιάθαν- και αυτό είναι το κορυφαίο σημείο της συλλογικής αναπαράστασης" [Matza 1969: 197, Becoming Deviant. Englewood Cliffs (NJ):Prentice-Hall] Να ζούμε να τους θυμόμαστε!
Αλλάξανε οι καιροί και έγινε επιτακτική η ανάγκη αποκατάστασης της τάξης πραγμάτων:
«Mία νέα ρεαλιστική εγκληματολογία (Platt και Takagi 1977)[2] έμελλε να ανακαλύψει για άλλη μία φορά ότι το κακό που επέβαλλαν οι εγκληματίες στα άτομα και τις κοινότητες ήταν πραγματικό· ότι οι εγκληματίες ήταν συχνά κακοί και/ ή κατώτεροι τύποι ανθρώπινων όντων· ότι η ποινή όντως υπηρετούσε τη θετική λειτουργία της προστασίας της κοινωνίας από τους εισβολείς όλων των ειδών, ανθρώπων που δεν αξίζουν τη συμπόνια μας […] Mία εγκληματολογία της «εκδίκησης», μία εγκληματολογία δηλαδή, η οποία ανέλαβε όχι τόσο το έργο της άσκησης κριτικής και της καινοτομίας, όπως είχε συμβεί στη δεκαετία του 1960, αλλά το αντίθετο έργο της αποκατάστασης και αναστύλωσης, της συμβολής στη σταθεροποίηση, τη νομιμοποίηση και την αυταρέσκεια μίας κοινότητας ανθρώπων οι οποίοι συμπεριφέρονταν με φρόνιμο τρόπο και που χρειάζονταν καθοδήγηση και προσανατολισμό ύστερα από μία περίοδο βαθιάς, ταραχώδους μεταβολής»[3] 
Αλλάξανε οι καιροί αλλά, έστω και με άλλους όρους, η εγγύτητα ανάμεσα στους "παρεκκλίνοντες κόσμους" με τον δικό μας παγιώνεται. Και όσο παγιώνεται η εγγύτητα, τόσο πιο δύσκολα εκφέρεται ένας λόγος που να υπονομεύει τις βεβαιότητες των ορισμών και την ασφάλεια των ταξινομήσεων. Με την ελπίδα ότι οι ταξινομήσεις δεν μεταβάλλονται και ότι θα παραμείνουμε στην ασφαλή πλευρά αυτής της τάξης των πραγμάτων. 

Σημειώσεις:
 [1] Εισβολή της αστυνομίας και του FBI στις 4 Δεκεμβρίου 1969 σε ένα σπίτι όπου διέμεναν Μαύροι Πάνθηρες, τους οποίους είχε νωρίτερα ναρκώσει ο πράκτορας του FBI William O’Neal, έχοντας παρεισφρήσει ως μέλος του κόμματος. Στη διάρκεια εκείνης της θεαματικής επιχείρησης, σκοτώθηκε ενώ κοιμόταν ο Fred Hampton, ένα από τα σημαντικά ηγετικά στελέχη των ΜΠ, νεκρός έπεσε επίσης ο Mark Clark ενώ οι υπόλοιποι ένοικοι σύρθηκαν στον δρόμο, δάρθηκαν άγρια και μεταφέρθηκαν στις φυλακές. 
 [2] Platt, T. & P. Takagi (1977), "Intellectuals for Law and Order: A Critique of the New 'Realists'", στο Crime and Social Justice 8:1- 16. 
[3] Melossi, D. (1999), “H Kοινωνική Θεωρία και οι Mεταβαλλόμενες Aναπαραστάσεις του Eγκληματία”, στο Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου