Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ



Από την
Πανελλαδική Συσπείρωση
για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση
ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ


http://www.psyspirosi.gr/index.php/2009-03-10-11-36-53/245-2010-02-01-19-29-25
Το «σημείο μηδέν» της «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης»: έτσι θα μπορούσε συνοπτικά να περιγραφεί η κατάσταση που ζούμε σήμερα στο χώρο της ψυχικής υγείας.
Έχοντας ως κύρια πηγή χρηματοδότησης των αλλαγών στο σύστημα της ψυχικής υγείας, εδώ και 25 χρόνια, τα συγχρηματοδοτούμενα, με την ΕΕ, προγράμματα, το ελληνικό κράτος (έχοντας περίπου εξισώσει την έννοια της «μεταρρύθμισης» με την «απορρόφηση των κονδυλίων») έφτασε στο σημείο ν΄ αγκομαχά, τα τελευταία τρία χρόνια, για να ολοκληρώσει την απορρόφηση του Γ΄ ΚΠΣ (που έληγε, κανονικά, το 2006), οδηγώντας, εν συνεχεία, την κατάσταση στο απόλυτο τέλμα, για να φτάσει και πάλι, για μιαν ακόμη φορά, στο μέσον των προβλεπόμενων προθεσμιών του ΕΣΠΑ (ή Δ’ ΚΠΣ, 2007-13), προκειμένου ν΄ αρχίσει να σκέπτεται πώς θα διασώσει το σύστημα της ψυχικής υγείας από την πλήρη κατάρρευση, κάνοντας και πάλι ένα «νέο ξεκίνημα», με την αξιοποίηση, αυτή τη φορά, των κονδυλίων του ΕΣΠΑ (δηλαδή, όσα, πλέον, προλάβει από αυτό το θεωρούμενο ως τελευταίο «Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης»).
Να θυμίσουμε ότι μετά την έναρξη των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων το 1984, ένα πρώτο «νέο ξεκίνημα» έγινε το 1989, όταν φτάσαμε στο σημείο να απειλεί η ΕΕ (!) ότι θα διέκοπτε την χρηματοδότηση αν δεν γινόταν κάτι για ν΄ αλλάξει η κατάσταση στη Λέρο. Μεσολάβησαν αρκετά «νέα ξεκινήματα», με κυριότερο αυτό του 1999-2000 με το «Ψυχαργώς», στη βάση του Γ’ ΚΠΣ (ύστερα από πέντε χρόνια που η κατάσταση παράπαιε μετά το τέλος του καν. 815/84). Ενα «νέο ξεκίνημα» υποτίθεται ότι θα έχουμε και τώρα. Αλλά, όπως και προηγούμενα, κάθε τέτοιο ξεκίνημα έχει μόνο να κάνει με την εξεύρεση κονδυλίων για να μην καταρρεύσει το υπάρχον και όχι με το ξεκίνημα μιας νέας, διαφορετικής και εναλλακτικής, πορείας και ανάπτυξης του συστήματος των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Αυτή η έλλειψη σχεδίου, πολιτικής και στρατηγικής στη βάση μιας εναλλακτικής, χειραφετητικής κουλτούρας, οδήγησε το εγχείρημα της “ψυχιατρικής μεταρρύθμισης”, στην κυρίαρχη εκδοχή του, όπως, δηλαδή, προγραμματίστηκε από τις διαδοχικές κυβερνήσεις όλη αυτή την περίοδο και όπως θεωρητικά συνελήφθη και πρακτικά εφαρμόστηκε από την πλειονότητα της ψυχιατρικής κοινότητας, παρά τις διακηρύξεις (ενίοτε και τις προθέσεις), να καταλήξει στην αναγωγή του σε μιαν απλή αλλαγή της «βιτρίνας», αφήνοντας το σύστημα, στις βασικές του παραμέτρους, περίπου άθικτο : ο κεντρικός άξονας της ψυχιατρικής φροντίδας εξακολουθεί να παραμένει ο εγκλεισμός, με τις ακούσιες νοσηλείες (που εκτελούνται από την αστυνομία, με χειροπέδες κλπ) να αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα των εισαγωγών στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας.
Η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας αποτελεί μια διαρκή και καθημερινή παραβίαση της νομοθεσίας (ν. 2071/92) και καταπάτηση δικαιωμάτων, με την αλληλέγγυα και σιωπηρή συνενοχή του ψυχιατρικού και του ποινικού/δικαστικού σώματος.
Μια διαρκή καταπάτηση δικαιωμάτων αποτελεί συχνά και η ψυχιατρική νοσηλεία καθεαυτή. Οι πρακτικές της ιδρυματικής βίας, μηχανικές καθηλώσεις, απομονώσεις, κλειδωμένες πόρτες (κοινά χαρακτηριστικά τόσο των τμημάτων εισαγωγών στα ψυχιατρείων, όσο και αυτών στα γενικά νοσοκομεία), οι θεραπείες με ψυχοφάρμακα ως μονόδρομος (υπό την ασφυκτική, σε πολλές περιπτώσεις, χειραγώγηση των φαρμακοβιομηχανιών), υπερκαθορίζουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, αυτό που αποκαλείται «θεραπεία».
Η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» αναπτύχθηκε μονομερώς στην κατεύθυνση της δημιουργίας εξωνοσοκομειακών στεγαστικών δομών, κυρίως, δηλαδή, ως μεταστέγαση των χρόνιων εγκλείστων των ασύλων, χωρίς το σύστημα, οι δομές του, η λειτουργία και η κουλτούρα του ν΄ αλλάζουν. Μια τέτοια κατεύθυνση δεν έθετε σε αμφισβήτηση της επικρατούσα ιδρυματική κουλτούρα της ψυχιατρικής κοινότητας, καθώς μπορούσε να διεξαχθεί στη βάση της επικρατούσας νοσοκομειοκεντρικής λογικής που διέπει το όλο σύστημα. Ως τέτοια, διευκόλυνε και την απορροφητικότητα, καθώς είναι ένα πράγμα να μεταφέρεις ασθενείς στην μια στεγαστική δομή μετά την άλλη (οι περισσότερες των οποίων διέφεραν στη λειτουργία τους από αυτή των ψυχιατρικών τμημάτων πρωτίστως λόγω του μικρότερου αριθμού των φιλοξενουμένων) και ένα άλλο πράγμα, τελείως διαφορετικό, να ιδρύεις και να θέτεις σε λειτουργία κοινοτικές υπηρεσίες (ΚΨΥ κλπ), που να δρουν τομεοποιημένα, να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα προβλήματα ψυχικής υγείας του πληθυσμού της δοσμένης περιοχής και να δρουν εναλλακτικά στον εγκλεισμό. Όπως, επίσης, είναι ένα πράγμα η διαιώνιση μιας ψυχιατρικής πρακτικής που επικεντρώνει στο αντικείμενο «νόσος» και ένα άλλο πράγμα, τελείως διαφορετικό, η προαγωγή της ανεξάρτητης παρουσίας των ίδιων των άμεσα ενδιαφερόμενων υποκειμένων με τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάδυση και την έκφραση του δικού τους λόγου απέναντι στο μονόλογο των ειδικών.
Αυτές οι κατευθύνσεις, οι λογικές και οι πρακτικές δεν έχουν να κάνουν απλώς, σε μια γραμμική σχέση, με τη διαθεσιμότητα των κονδυλίων, με τη χρηματοδότηση καθεαυτή, μολονότι η συνέχεια και η αύξηση της χρηματοδότησης είναι εκ των ουκ άνευ. Με τον ίδιο τρόπο, δεν έχουν να κάνουν, μ΄ ένα γραμμικό τρόπο, με την δραματική έλλειψη προσωπικού σε όλες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του δημοσίου, μολονότι η ποσοτική και ποιοτική επάρκεια προσωπικού όλων των κατηγοριών είναι εκ των ουκ άνευ για μια άλλη πολιτική ψυχικής υγείας.
Συνδέονται, πρωτίστως, με κυρίαρχες ψυχιατρικές πρακτικές και θεωρητικά σχήματα που λειτουργούν σε αντιστοιχία και σε συνέργια με τις ιδεολογίες του κοινωνικού αποκλεισμού, ακυρώνοντας, έμμεσα ή άμεσα, στο όνομα ψευδοεπιστημονικών κατασκευών, βασικά δικαιώματα, όπως αυτό της ελεύθερης έκφρασης, της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, στα πλήρη ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα κλπ.
Αυτές οι πρακτικές και αυτά τα θεωρητικά σχήματα προφανώς συνδέονται και αναπαράγονται μέσα από την εκπαίδευση των λειτουργών κάθε ειδικότητας (αυτή που παρέχεται από το πανεπιστήμιο, αλλά και από τους όποιους άλλους εντεταλμένους φορείς), η οποία, στο βαθμό που υπάρχει, χειραγωγείται από λογικές (και συμφέροντα) που αντιμετωπίζουν την αρρώστια ως πράγμα καθεαυτό (ανάλογα με το θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς, βιο-λογικό, ψυχο-λογικό, ή άλλο), αποχωρισμένο από το όλο της ύπαρξης και το κοινωνικό σώμα. Η κυριαρχία της βιο-ψυχιατρικής τα τελευταία 20 χρόνια έχει προσδιορίσει και χειραγωγήσει και την εκπαίδευση των λειτουργών ψυχικής υγείας, πρωτίστως των ψυχιάτρων, κατασκευάζοντας (και διαιωνίζοντας) μιαν ορισμένη οπτική, μια κουλούρα (με τις αντίστοιχες δεξιότητες και πρακτικές) που εξακολουθεί «να βλέπει την αρρώστια και να χάνει τον άρρωστο άνθρωπο πίσω απ΄ αυτήν» και, επομένως, μονομερώς προσανατολισμένη στον κεντρικό ρόλο του ψυχοφάρμακου, γύρω από το οποίο, οι όποιες άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις, στο βαθμό που τους επιτρέπεται να υπάρχουν, δεν παίζουν παρά ένα περιθωριακό ρόλο.
Ετσι, η ψυχική οδύνη «διαβάζεται» ως απλό «βιολογικό γεγονός». Η αυξανόμενη ψυχιατρικοποίηση της καθημερινής ζωής και ο πολλαπλασιασμός των διαγνώσεων των ταξινομητικών συστημάτων έχουν οδηγήσει σε μια πτώχευση του νοήματος της ψυχικής οδύνης. Η «επικινδυνότητα», αρχέγονος μύθος της ψυχιατρικής, εξακολουθεί πάντα να συνυφαίνεται με (και να τροφοδοτείται από) την έννοια και την πραγματικότητα της διαφορετικότητας, η οποία αντιμετωπίζεται, πλέον, ως απειλή και όχι, όπως πράγματι είναι, μια πρόκληση για επικοινωνία, ανταλλαγή, ένταξη και ενσωμάτωση.
Για μιαν ακόμη φορά, ο ψυχικά πάσχων αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό βάρος, για το οποίο το κράτος απεκδύεται από την όποια ευθύνη, προωθώντας, και εδώ, την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας (αυτό, εξάλλου, είναι και το νόημα της πληθώρας των ιδιωτικών «μη κερδοσκοπικών» εταιρειών που ανέλαβαν εργολαβικά την «αποασυλοποίηση» και εν συνεχεία αφέθηκαν να καταρρεύσουν).
Όσο περισσότερο η οικονομική κρίση οδηγεί σε περικοπές στην υγεία και στην ψυχική υγεία, όσο μειώνονται, μέχρις πλήρους μηδενισμού, οι ευκαιρίες κοινωνικής ένταξης, εργασίας και αξιοπρεπούς εισοδήματος για τους πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και τις οικογένειές τους, όσο, δηλαδή, τα κοινωνικά περιθώρια για απάντηση στις ανάγκες των ανθρώπων στενεύουν απελπιστικά λόγω της επιβολής των όλων και πιο ασφυκτικών κανόνων μιας Κοινωνικής Τάξης που επιβάλει τη ύπαρξή της μόνο στη βάση της καταστολής και του πνιξίματος των αναγκών των πολλών, τόσο περισσότερο το σύστημα θα καταφεύγει σε πρακτικές και δομές ιδρυματικής βίας, αποκλεισμού και εγκλεισμού ομάδων, όπως οι ψυχικά πάσχοντες, που προσδιορίζονται και πάλι ως πλεονάζοντες και περιττοί.
Η τρέλα δεν απλώς μια αρρώστια. Είναι και μια άλλη ανάγνωση ενός κόσμου άρρωστου από την πολλή «κανονικότητα». Είναι μια συνθήκη οδύνης, αλλά και ένας εναλλακτικός λόγος, του οποίου το νόημα θα πρέπει ν΄ ακουστεί και να κατανοηθεί.
Οι προϋποθέσεις της θεραπείας είναι συνυφασμένες με το άνοιγμα κοινωνικών χώρων για το «διαφορετικό», για την τρέλα. Είναι συνυφασμένες με το δικαίωμα των ανθρώπων που σκέφτονται διαφορετικά να υπάρξουν μέσα σε μια κοινωνία που τους προσφέρει τους όρους για υλική αναπαραγωγή και για ελεύθερη έκφραση.
Το «σημείο μηδέν» της «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», δεν είναι ένα απλό μηδέν. Είναι το «μηδέν της μεταρρύθμισης», αλλά ταυτόχρονα, ως τέτοιο, πηγή δυνατοτήτων για ένα κοινωνικό κίνημα για την ψυχική υγεία, ένα κίνημα των χρηστών που παλεύουν για αυτοπροσδιορισμό και δικαιώματα, των οικογενειών που μάχονται (ή κουράστηκαν πια να μάχονται) αβοήθητες, των επαγγελματιών που ασφυκτιούν μέσα σ΄ αυτή την αποπνικτική κατάσταση και δεν θέλουν, πλέον, αντί για θεραπευτές να είναι εντεταλμένοι για τον κοινωνικό έλεγχο και τη δημόσια τάξη όλων των κοινωνικών υποκειμένων που αισθάνονται ότι ο ψυχικός πόνος είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας, ένα ζήτημα στο οποίο όλοι συμμετέχουμε και που μας αφορά όλους.
Το ερώτημα το οποίο συνοψίζει όλα τα στοιχεία της βαθύτατης κρίσης στην οποία βρισκόμαστε και το οποίο πρέπει στα σοβαρά να σκεφτούμε και πρακτικά ν΄ αντιμετωπίσουμε, είναι το εξής : για πόσο καιρό η Ψυχιατρική θα συνεχίσει, ως εντολοδόχος της δοσμένης κοινωνικής οργάνωσης, να διαπράττει αυτό που ο Φράνκο Μπαζάλια, κατ΄ αναλογία των «εγκλημάτων πολέμου», είχε χαρακτηρίσει ως «εγκλήματα σε καιρό ειρήνης»;
Η Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση καλεί όλους, μέσα και έξω από τις υπηρεσίες, να ανοίξουν αυτούς τους προβληματισμούς, ν΄ αμφισβητήσουν έμπρακτα την ιδρυματική βία, να συμμετάσχουν σ΄ ένα κύκλο συζητήσεων και ενεργειών που θα διευρύνουν το φάσμα των δυνατοτήτων για ένα πλατύ κίνημα, υποκείμενο ριζικών αλλαγών στο χώρο της ψυχικής υγείας.
30/1/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου