Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

Η κατασκευή του δικαστικού Λόγου στις περιπτώσεις Πιέρ Ριβιέρ και 17Ν

Η κατασκευή του δικαστικού Λόγου στις περιπτώσεις Πιέρ Ριβιέρ και 17Ν*
του Κωνσταντίνου Κολοβού

Εισαγωγή

Η ιδέα να παρουσιαστούν μαζί σε μια εργασία μια υπόθεση μητροκτονίας του 1835 (Ριβιέρ) και η υπόθεση της Ε.Ο. 17 Νοέμβρη (στο εξής 17Ν), μιας οργάνωσης ένοπλης βίας, προήλθε από την ανάγνωση του άρθρου του Βασίλη Καρύδη: Από τον Πιερ Ριβιέρ στον Σάββα Ξηρό, όπου διερευνάται το ερώτημα αν «σε ταραχώδεις εποχές, οι δικαστικοί λειτουργοί προκατασκευάζουν την ταυτότητα του δράστη με βάση μια εξήγηση του εγκλήματος που έχουν εκ των προτέρων υιοθετήσει και που υπαγορεύει την κατ' αυτούς πρέπουσα τιμωρία», αλλά και συνάντησε το μεγάλο ενδιαφέρον του γράφοντα για τις δυο υποθέσεις.

Το έγκλημα στις πολιτικά οργανωμένες κοινωνίες θεωρείται προσβολή της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας και επισύρει τιμωρία από τα αρμόδια όργανα. Το έγκλημα του Ριβιέρ «προσβάλει» το βασιλιά, αφού η μητροκτονία του, έβρισκε αναλογίες με τις απόπειρες δολοφονίας έναντι μελών της βασιλικής οικογένειας, ενώ οι πράξεις των μελών της 17Ν «προσέβαλαν» τη δημοκρατία του τόπου μας και οι ένοχοι έπρεπε να τύχουν παραδειγματικής τιμωρίας. Το έγκλημα έχει λοιπόν άμεση σχέση με την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας.

Οι δυο υποθέσεις που θα αναλύσουμε για τους κυρίαρχους Λόγους φλερτάρουν με το στοιχείο της οριακότητας. Ο Ριβιέρ τοποθετείται μεταξύ τρέλας και «κακής φύσης», ενώ οι κατηγορούμενοι ως μέλη της 17Ν, τροφοδοτούν τη συζήτηση περί πολιτικού και ποινικού εγκληματία. Στην ανθρωπολογική θεωρία, έχει υποστηριχτεί ότι «κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να τοποθετηθούν εύκολα σε μια συγκεκριμένη κατηγορία ή πέφτουν ενδιάμεσα στις κατηγορίες» (Turner, 1969:95). Αυτό συμβαίνει σύμφωνα με την Mary Douglas γιατί τα οριακά υποκείμενα είναι μιαρά και επικίνδυνα.

Οι απόψεις του Ντυρκάιμ, ότι ο κοινωνικός έλεγχος επιδιώκει να εξασφαλίσει και να σταθεροποιήσει την κοινωνική αλληλεγγύη, βοηθώντας με τη δημιουργία συλλογικής συνείδησης στη συνοχή της κοινωνίας, βρίσκουν εφαρμογή και στις δυο περιπτώσεις που θα παρουσιάσουμε.

Στην αγροτική επαρχία του Πιέρ Ριβιέρ και στην ελληνική κοινωνία του 2002, διαφορετικοί μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου ενεργοποιούνται για την εξάλειψη, τον περιορισμό και την πρόληψη επέκτασης, παρρεκλίνουσων συμπεριφορών, δρουν όμως όλοι με σκοπό να καθορίσουν ποια συμπεριφορά είναι σωστή και ποια όχι.

Περνώντας στη δομή που θα ακολουθήσει αυτή η εργασία, θα λέγαμε ότι στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσουμε την αινιγματική περίπτωση του Πιέρ Ριβιέρ, τοποθετώντας την αρχικά στα πολιτικά της συμφραζόμενα, για να αναλύσουμε τη διαμάχη ιατρικού και δικαστικού Λόγου που είχε διακύβευμα τον ίδιο τον Ριβιέρ. Στο δεύτερο μέρος, αφού εισάγουμε τον αναγνώστη στο πλαίσιο της εποχής, θα μας απασχολήσουν οι συνθήκες σύλληψης και προδικασίας των κατηγορούμενων για την υπόθεση της 17Ν, για να δείξουμε τη συνακόλουθη θυματοποίησή τους, αφού η πορεία τους είχε προδιαγραφεί και θα κλείσουμε με το συσχετισμό των δυο περιπτώσεων, τηρουμένων πάντα των αναλογιών.

Α’ μέρος: Πιέρ Ριβιέρ

Σύντομο ιστορικό

Ο εικοσάχρονος αγρότης Πιέρ Ριβιέρ, το 1835, δολοφονεί τη μητέρα του, που ήταν έγκυος στον έκτο μήνα, την αδελφή του Βικτορία, δεκαοκτώ ετών, και τον μικρό αδελφό του Ζυλ, ηλικίας οκτώ ετών. Μέσα από το έγκλημα του Ριβιέρ, παρακολουθούμε την κατασκευή και τη διαμάχη του δικαστικού με το νεοσύστατο τότε ψυχιατρικό Λόγο που διεκδικούσε τη θέση του στην εξουσιαστική μηχανή, ανάμεσα στην προληπτική και την κατασταλτική πολιτική. Μέσα από το αποδεικτικό υλικό και το υπόμνημα του Ριβιέρ θα κληθούν να απαντήσουν στο ερώτημα αν ήταν τρελός ή στυγνός εγκληματίας.

Τόσο ο ιατρικός, όσο και ο δικαστικός Λόγος, δεν είχαν μια ενιαία γραμμή, αλλά παρουσίαζαν μια μεγάλη ετερογένεια στο εσωτερικό τους. Για παράδειγμα οι ιατρικές αναφορές (των Μπουσάρ, Βαστέλ και των επιφανών γιατρών του Παρισιού), παρουσιάζουν διαφορετικές αναλύσεις και διαφορετικά συμπεράσματα και οι συντάκτες τους κατέχουν διαφορετικές θέσεις μέσα στην ιεραρχία του ιατρικού θεσμού. Και τα δικαστικά όμως έγγραφα παρουσιάζουν ανομοιογένεια. Στις καταθέσεις των μαρτύρων, δε μιλούν όλοι για αγριότητα ή για ηλιθιότητα, τρέλα του Ριβιέρ.

Μας δίνεται λοιπόν η δυνατότητα μέσα από την περίπτωση του Ριβιέρ, να εντοπίσουμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τις σχέσεις εξουσίας, κυριαρχίας και αντιπαράθεσης μέσα από τις οποίες παράγονται και λειτουργούν οι διάφοροι Λόγοι (Φουκώ, 2002[1973]:22).

Aν ήμουν άνεμος

ποτέ δε θα ξαναφυσούσα

στο σάπιο κόσμο σας”

(Melville, Moby Dick)

Πολιτικό πλαίσιο

«Η Γαλλική ύπαιθρος υπόκειται σε τριπλή οικονομική αφαίμαξη από τη φορολογία του φεουδάρχη, της εκκλησίας και του βασιλιά» (Πέτερ και Φαβρέ, 2002[1973]:241). Οι χωρικοί είναι πολύ ευάλωτοι, οι επιδημίες θερίζουν και για να αντιμετωπιστεί η εξαθλίωση κάνουν την εμφάνιση τους στην ύπαιθρο «οι γιατροί, άνθρωποι της εποχής του Διαφωτισμού, που επισκέπτονται τις αγροικίες. Για να μη χάνονται εργατικά χέρια πρέπει οι αγρότες να θεραπεύονται» (ο.π.:242). Οι όποιες βίαιες αντιδράσεις των χωρικών, πνίγονται στο αίμα και τα δέντρα γεμίζουν με κρεμασμένους ανθρώπους.

Εκτός από αυτά, η εξουσία έχει και άλλους τρόπους πίεσης και εκμετάλλευσης: τα συμβόλαια, που επιβάλλονται από φεουδάρχες και εκκλησία αποσπώντας μεγάλο μέρος από το βιος των ανθρώπων.

Μετά τα γεγονότα του 1789 (που μια από τις αιτίες ήταν και η εξαθλίωση της υπαίθρου), έχουμε πολλές αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς στη γαλλική ύπαιθρο. Οι χωρικοί που παλιά ήταν ένα τίποτα («ζώα» και «κτήνη» τους αποκαλούσαν οι ευγενείς), θεωρούνται τώρα ελεύθεροι, με ίσα δικαιώματα και το κυριότερο έχουν ελπίδες. Μπορούν πλέον να συνάψουν συμβόλαια. Ο Πιέρ Ριβιέρ γεννιέται μέσα σε μια σύγκρουση, ο πατέρας του θέλει να αβγατίσει τη γη του, ενώ η μητέρα του φέρεται σαν να θεωρεί (ασυνείδητα ίσως) τα συμβόλαια μια απάτη. Ο Ριβιέρ θα γοητευθεί από τα συμβόλαια (ο.π.:245), κάτι που βλέπουμε και στο υπόμνημα του, στο οποίο με αξιοπρόσεκτη μνήμη θυμάται και την παραμικρή λεπτομέρεια από τις οικογενειακές συναλλαγές.

Πάρα όμως τις παραχωρήσεις προς τους αγρότες, ο κυρίαρχος λόγος παραμένει ίδιος, ο αγρότης θεωρείται ζώο. Για να πάρει το λόγο ο άφωνος λαός της γαλλικής αγροτιάς και να ακουστεί πρέπει να θυσιάσει τη ζωή του, να σκοτώσει και να πεθάνει. Η πράξη συνιστά λόγο (ο.π.:247).

Πολλές είναι οι περιπτώσεις τέτοιων αγροτικών εγκλημάτων. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι αγρότες δεν σκοτώνουν τους κυρίαρχους, τους φορείς της εξουσίας, αλλά αυτούς που αγαπούν, αυτούς που είναι κοντά τους. Σκοτώνουν με αυτόν τον τρόπο και κάτι από μέσα τους. Συγκεκριμένα, ο Πιέρ Ριβιέρ θέλει να σκοτώσει πολλές φορές, πολλούς ανθρώπους. Γράφει στο υπόμνημά του ότι έκανε το φοβερό έγκλημα και μετά δευτέρωσε τα χτυπήματά του (Φουκώ, 2002[1973]:143).

Οι κυρίαρχοι λόγοι προσπαθούν «να περιορίσουν την εμβέλεια της πράξης του. Αφού αμφισβητεί την κοινωνική τάξη, την τάξη των συμβολαίων δε μπορεί παρά να είναι κτήνος ή τρελός, το αντίθετο δηλαδή του ανθρώπου» (Πέτερ και Φαβρέ, 2002[1973]:258).[1]

Το υπόμνημα

Το υπόμνημα του Ριβιέρ, ενώ αρχικά προκάλεσε έκπληξη, αφού ο ηλίθιος του χωριού, ο μανιασμένος και παράφρονας, ήταν τελικά ικανός να καθίσει και να εξηγήσει γραπτώς τις πράξεις του σε πενήντα σελίδες, στη συνέχεια θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της εγκληματικής του ενέργειας και όχι κάτι που την εξηγεί και την αποσαφηνίζει (Φουκώ, 2002[1973]:266). Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι μπαίνει ως στοιχείο στη δικογραφία.

Ο Ριβιέρ γίνεται λοιπόν σύμφωνα με τον Φουκώ, αυτουργός με ένα διπλό τρόπο, αφού στα Γαλλικά auteur σημαίνει και ο δράστης ενός εγκλήματος αλλά και ο δημιουργός γραπτού λόγου, ο συγγραφέας (ο.π.:273). Αρχικά ο Ριβιέρ είχε σχεδιάσει, το υπόμνημα να προηγείται και να περιλαμβάνει το φόνο. Μετά αφού κάτι τέτοιο ήταν δύσκολο γιατί μπορούσε κάποιος να το διαβάσει και να αποκαλυφθεί το σχέδιο του, αποφασίζει ο φόνος να είναι εκτός του κειμένου και να γράψει απλά για την καθημερινή ζωή και τα προβλήματα των γονιών του. Ούτε κι αυτό θα το καταφέρει λόγω της νύστας που τον πιάνει τα βράδια και δεν μπορεί να γράψει. Έτσι τελικά θα σκοτώσει, θα συλληφθεί, θα κάνει ψευδείς δηλώσεις και μετά θα γράψει το υπόμνημα κατόπιν παροτρύνσεως του ανακριτή, άλλωστε, το είχε ήδη έτοιμο όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «είχα σκεφτεί όλα τα λόγια που θα έβαζα μέσα».

Πολύ συνοπτικά το υπόμνημα αποτελείται από δυο μέρη. Στο πρώτο ο Ριβιέρ περιγράφει αναλυτικά την ζωή της οικογένειας του, την καθημερινότητα του, τα «παράξενα» παιχνίδια του και τα συναισθήματά του, τα προβλήματα των γονιών του εστιάζοντας στην κακή συμπεριφορά της μάνας του και στο δεύτερο μέρος μιλάει για τη σύλληψη και πραγματοποίηση του φόνου και την περιπλάνηση του για ένα μήνα μέχρι να τον συλλάβουν.

Στη μορφή του το υπόμνημα μοιάζει με μια σειρά αφηγήσεων για τα εγκλήματα που κυκλοφορούσαν σε φυλλάδια ηθικολογικού χαρακτήρα ή σε εφημερίδες της εποχής για να διαφυλαχτούν στη λαϊκή μνήμη. Στον τίτλο του: Λεπτομερειακή αφήγηση και εξήγηση του εγκλήματος που έγινε στις 3 του Ιούνη στο Ονε, στο χωριό Φοκτερί, γραμμένη από αυτόν που το έκανε, συναντάμε κάποιες λέξεις (όπως αφήγηση, εξήγηση) που χρησιμοποιούνταν συχνά την εποχή εκείνη, ώστε να δηλώσουν τη σπουδαιότητα των γεγονότων, να τα μεγεθύνουν, μεγαλώνοντας την κλίμακα, προβάλλοντας μικρά καθημερινά κομμάτια ιστορίας στην αφήγηση (ο.π.:270). Ο Ριβιέρ συνδέει στο υπόμνημα και στην ανάκριση του το φόνο του με ενδόξους φόνους, αυτοθυσίες και άλλα γεγονότα από την γαλλική ιστορία και τη Βίβλο.[2] Έτσι κάνει το φόνο του ιστορικό. Το έγκλημα του Πιέρ Ριβιέρ όπως και πολλά άλλα της εποχής εκείνης, έγινε τραγούδι στα φτηνά φυλλάδια της εποχής, μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι πήρε τη δόξα που τόσο αποζητούσε.

Συγκυρία - Απόφαση δικαστηρίου – Πολιτικά κίνητρα

Στην εκδίκαση της υπόθεσης Ριβιέρ παρατηρούμε ότι οι μάρτυρες - που ίσως αντανακλούν το λαϊκό αίσθημα - είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, δεν συμφωνούν στο αν είναι τρελός ή όχι, το ακροατήριο «φάνηκε διχασμένο», οι γιατροί που θεωρούνται όλοι το ίδιο αξιόπιστοι διαφωνούν, οι ένορκοι, «άνθρωποι που διακρίνονται για τη μόρφωση και την ευθυκρισία τους»[3] (Μουλέν, 2002[1973]:283) βλέπουμε ότι δεν σχηματίζουν ομόφωνη γνώμη (έξι υπέρ και επτά κατά) και είναι αμήχανοι στο να αναγνωρίσουν ελαφρυντικά στις πράξεις του και τέλος οι δικαστές είναι επίσης διχασμένοι.

Αρχικά ίσως φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι οι ένορκοι δεν αποδίδουν ελαφρυντικά, δεδομένου ότι πριν τρία χρόνια είχε ψηφιστεί σχετικός νόμος. Λόγω τις αυθαιρεσίας στην επιβολή ποινών (που είχε αναδειχτεί σαν θέμα μετά τη γαλλική επανάσταση) είχε γίνει νομοθετική ρύθμιση, για να περιοριστούν οι αντιθέσεις ανάμεσα στο λαϊκό αίσθημα και στο νόμο. Όμως η απόφαση του δικαστηρίου της Καέν έχει πολιτικά κίνητρα.

Τη στιγμή που κρίνεται το έγκλημα του Πιέρ Ριβιέρ από το κακουργιοδικείο του Καλβαντός, στο Παρίσι εκδικάζεται η απόπειρα του Φιεσκί και των συντρόφων του κατά του βασιλιά και της οικογένειάς του. Καθώς ο ποινικός κώδικας εξισώνει τα εγκλήματα κατά της οικογένειας με την απόπειρα κατά του βασιλιά παρουσιάζεται εκ των πραγμάτων μια αναλογία ανάμεσα στις δυο περιπτώσεις και η παραδοχή ελαφρυντικών μέσα σε αυτή τη συγκυρία θα ήταν ύβρις προς το βασιλιά. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι την περίοδο που ψηφιζόταν ο νόμος για τα ελαφρυντικά στη βουλή οι συντηρητικοί βουλευτές προσπαθούσαν να μπλοκάρουν τη διαδικασία θεωρώντας απαράδεκτο ο μητροκτόνος και άρα ο βασιλοκτόνος να έχουν ελαφρυντικά.

Στις 12 Νοέμβρη 1835 ο Ριβιέρ καταδικάζεται στην ποινή των μητροκτόνων και στις 15 Γενάρη η αίτηση έφεσης που κατέθεσε μετά από την παρότρυνση του δικηγόρου του (ο ίδιος ήταν αντίθετος) απορρίπτεται. Στις 15 Φεβρουαρίου 1836, δυο μέρες μετά την εκτέλεση του Φιεσκί θα γίνει μετατροπή της ποινής και του απονεμηθεί χάρη από το βασιλιά (Μπαρέτ-Κριγκέλ, 2002[1973]:295).

“Κι αν όλα τούτα είναι τρέλα

έχουν ωστόσο μια λογική”

(Άμλετ, Σαίξπηρ)

Ιατρικός και δικαστικός Λόγος

Σύμφωνα με τον Φιλίπ Ριό, ανάμεσα στις διαφορετικές σειρές λόγων (υπόμνημα-ανάκριση Ριβιέρ, καταθέσεις μαρτύρων, ιατρικές αναφορές και δικόγραφα) «υπάρχουν στο εσωτερικό τους, μετατοπίσεις σημασιών και αντιφάσεις. Κάθε τύπος λόγου επιλέγει στοιχεία από τους υπόλοιπους και τα ερμηνεύει (…) Έτσι και οι δύο αντίθετες θέσεις δικαστικών και γιατρών στηρίζονται σε δυο διαφορετικές εκδοχές της ζωής του Πιέρ Ριβιέρ, μολονότι βασίζονται και οι δύο στις ίδιες πηγές» (Ριό, 2002[1973]:297).

Για τους γιατρούς ο Ριβιέρ από την παιδική του ηλικία πάσχει από παραφροσύνη (Βαστέλ), ενώ οι δικαστικοί επικαλούνται την αναφορά του Μπουσάρ υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει διανοητική διαταραχή αφού «πεπειραμένος γιατρός επισκέφτηκε και εξέτασε τον Ριβιέρ στη φυλακή» και το διαπίστωσε, και το υπόμνημα του Ριβιέρ, στο οποίο διαγράφεται η πολύ καλή του μνήμη.

Για τους δικαστικούς όμως δε φτάνει να αποδειχτεί ότι ο Ριβιέρ δεν είναι τρελός, πρέπει να αποδειχτεί επίσης ότι δεν υπήρξε ποτέ τρελός (ο.π.:298). Πάνω σε αυτό αντιμετωπίζουν δυσκολία, λόγω της αλλόκοτης συμπεριφοράς του από παιδί, συμπεριφορά που θα χρησιμοποιήσουν οι γιατροί για να δυναμώσουν τα δικά τους επιχειρήματα (κληρονομικότητα, υπερβολές, πολλαπλά σημεία παραφροσύνης, με το έγκλημα να είναι ένα αποτέλεσμα της παραφροσύνης αυτής).

Η αφήγηση της ζωής του Ριβιέρ για τους μεν γιατρούς συνιστά απόδειξη ότι το έγκλημα είναι αποτέλεσμα φρενοβλάβειας, ενώ για τους δικαστές εξηγεί την κακή φύση του εγκληματία και ότι δεν υπήρξε ποτέ τρελός αλλά σκληρός και βίαιος.

Στο υπόμνημα του, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε μια τομή στη ζωή του, και ακολούθως να τη χωρίσουμε σε δυο περιόδους.[4] Τόσο ο ιατρικός όσο και ο δικαστικός λόγος δε λαμβάνουν υπόψη τους αυτή την τομή, την αλλαγή στη συμπεριφορά του Ριβιέρ, γιατί δεν τους βολεύει στη συλλογιστική τους.

Το πορτρέτο του Ριβιέρ είναι για τους δικαστές: ο εγκληματίας που αφέθηκε στα ένστικτα της κακής του φύσης και για τους γιατρούς: ο τρελός που παραληρεί. Τα δυο αυτά πορτρέτα δεν γίνονται την ίδια στιγμή. Οι δικαστικοί κατασκευάζουν την προσωπογραφία τους σε σχέση με το έγκλημα και στη συνέχεια επιχειρούν να προβάλουν αυτή την εικόνα στην πρώτη και τη δεύτερη περίοδο της ζωής του Ριβιέρ, ενώ το πορτρέτο των γιατρών αφορά όλη του τη ζωή από την παιδική ηλικία μέχρι το έγκλημα (ο.π.:301). Βέβαια το κατασκευάζουν με στοιχεία από μαρτυρίες για τη δεύτερη περίοδο της ζωής του Ριβιέρ και προβάλουν την εικόνα τους στην παιδική ηλικία και στις περιστάσεις του εγκλήματος. Φαίνεται λοιπόν ότι αν η ζωή του δεν ήταν χωρισμένη σε δυο περιόδους, δεν θα ήταν δυνατό να κατασκευαστούν δυο τόσο διαφορετικές εκδοχές για το πρόσωπό του.

Περνάμε τώρα στην «παράξενη» συμπεριφορά του Ριβιέρ. Πολλά περιστατικά αναφέρονται και στο υπόμνημα αλλά και στις μαρτυρίες. Οι γιατροί της αποδίδουν μεγάλη σημασία, βλέπουν έκδηλα τα σημεία της τρέλας και σε αυτά βασίζουν το πορτρέτο του τρελού, ενώ οι δικαστικοί προσπερνούν τα στοιχεία, αφού δε συνάδουν με την ερμηνεία τους ή τα παραθέτουν επιλεκτικά θέλοντας να μειώσουν τη σημασία τους (χρησιμοποιούν τον εφημέριο Σιρερέ: «αν δε συνέβαιναν τα εγκλήματα, κανένας δε θα θυμόταν πια αυτό το επεισόδιο»).

Έχουμε αναφέρει ότι ο δικαστικός λόγος επιμένει στην πνευματική διαύγεια του Ριβιέρ για να του αποδώσει πλήρη καταλογισμό. Υπάρχει όμως και μια ακόμα πλευρά στη δικαστική περιγραφή του, που αποσκοπεί στο να εξηγήσει το έγκλημα.[5] Η πλευρά αυτή σκιαγραφείται με βάση την εξήγηση του εγκλήματος που έχουν εκ των προτέρων υιοθετήσει (ο.π.:304). Τα στοιχεία που συγκρατούν οι δικαστικοί είναι: πείσμα, μοναχικότητα, σκληρότητα, ιδιότητες που συνδέονται με την προετοιμασία του εγκλήματος. Άλλα στοιχεία που καταθέτουν οι μάρτυρες, τα αποσιωπούν (ενώ οι γιατροί τα εκμεταλλεύονται) και μετέπειτα εγκαταλείπονται εντελώς από τα δικαστικά έγγραφα γιατί είναι αμφίσημα.[6] Οι δικαστικοί είναι πολύ προσεκτικοί. Για το γεγονός ότι βασανίζει ζώα, υποστηρίζουν ότι είναι αιμοβόρος, αλλά όχι τρελός, ενώ η σκληρότητα που έδειχνε προς τα άλλα παιδιά, που αναφέρεται κατά την παραπομπή του στη δική, δεν αναφέρεται μετά στην απαγγελία της κατηγορίας, πιθανώς γιατί δεν μπορούσαν να στηρίξουν πλήρως το χαρακτηρισμό τους.

Για τους γιατρούς ο Ριβιέρ, είναι τρελός, δεν έχει τον έλεγχο του εαυτού του. Το πορτρέτο του συμπίπτει με την περιγραφή του παραληρήματος. Μόνο μετά το έγκλημα, όταν ο δράστης υποτίθεται ότι ανέκτησε τα λογικά του, οι γιατροί μιλούν για μνήμη, φαντασία κλπ. Παρότι θέλουν το παραλήρημα να είναι πανταχού και πάντα παρών, κάτι τέτοιο δε φαίνεται, κι έτσι απομονώνουν κομμάτια και τα ερμηνεύουν. Κάθε παραξενιά γίνεται σημείο παραφροσύνης και ότι δε μπορεί να αναχθεί στο παραλήρημα αποκλείεται από τα στοιχεία αναφοράς τους.[7]

Στο ερώτημα αν ένας τρελός, ο Ριβιέρ, μπορεί να προσποιηθεί ενώπιον «λογικών ανθρώπων» ότι είναι τρελός και να τον πιστέψουν, τόσο οι δικαστικοί όσο και οι γιατροί απαντούν ότι δεν μπορεί. Όμως μετά τη σύλληψή του ήθελε να προσποιηθεί τον τρελό (θρησκευτική μονομανία) και οι μεν δικαστικοί πρέπει να υποστηρίξουν ότι δεν είναι, οι δε γιατροί ότι μετά το έγκλημα δεν είναι πια.

Οι μάρτυρες αναφέρουν ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Ριβιέρ το πείσμα και την μοναχικότητα του. Οι γιατροί δε διστάζουν να τα χαρακτηριστούν σημεία παραφροσύνης. Παραμερίζεται έτσι από τον ιατρικό λόγο το γεγονός ότι στη μοναξιά του ο Ριβιέρ καλλιεργεί ιδέες δημιουργίας εφευρέσεων. Ακόμα στη μαρτυρία ότι «μιλούσε μόνος με σηκωμένο το κεφάλι, με τα δέντρα, με νεράιδες και το διάβολο» που αποτελεί μέρος του παραληρήματός τους κατά τους γιατρούς, απαντά ο ίδιος ο Ριβιέρ, στο υπόμνημά του: «φανταζόμουν ιστορίες όπου πάντοτε έπαιζα ένα ρόλο, όπου πάντα ήμουν ανώτερος από τα άλλα φανταστικά πρόσωπα» (Φουκώ, 2002[1973]:133). Όσον αφορά τις πράξεις σκληρότητας οι γιατροί δυσκολεύονται να τις ανάγουν στην παραφροσύνη. Όλοι οι μάρτυρες και οι δικαστικοί τις αποδίδουν στα άγρια ένστικτα του Ριβιέρ. Τελικά όμως ο γιατρός Βαστέλ, στην αναφορά του θα εντάξει την πράξη στο θρησκευτικό παραλήρημα που τη σημασιοδοτεί, υποστηρίζοντας ότι «θρησκοληπτικές εμμονές τον οδηγούσαν να βασανίζει και να θανατώνει μικρά ζώα για να αναπαραστήσει σκηνές από τα πάθη του Χριστού».

Ο Ριβιέρ στο υπόμνημά του αναφέρει ότι τον βασάνιζε πάντα η επιθυμία της σάρκας και φοβάται πολύ την αιμομιξία.[8] Οι μάρτυρες δεν είχαν καταλάβει τίποτα σχετικό, το μόνο που αναφέρουν είναι μια γενική αποστροφή προς τις γυναίκες. Δεν υποψιάζονταν ούτε αυτοί, ούτε και οι γιατροί μια σύνδεση με τις ιστορίες με το διάβολο και τη νεράιδα, για αυτό και τις εκθέτουν ξεχωριστά από το ζήτημα της αιμομιξίας. Διαπιστώνουμε λοιπόν στον ιατρικό λόγο, ότι διαχωρίζονται λόγοι που εντούτοις αναφέρονται στο ίδιο θέμα και αντιστρέφεται έτσι, η αλληλουχία που έχουν οι παράξενες συμπεριφορές.

Μέσα από τα παραδείγματα που αντιπαραβάλαμε διαφαίνεται και η σχέση ανάμεσα στην δικαστική και την ιατρική ερμηνεία. Εκεί που οι δικαστές επιμένουν με έμφαση, οι γιατροί σιωπούν (Ριό, 2002[1973]:315). Το ίδιο γεγονός παραπέμπει στην αιτιολογία σκληρότητας ή φρενοβλάβειας, αντίστοιχα. Με τις επιλεκτικές αυτές ερμηνείες έχουμε την αντιπαράθεση δυο τύπων λόγου και δυο εξουσιών, με διακύβευμα τον ίδιο τον Πιέρ Ριβιέρ. Όσον αφορά τη σχέση του υπομνήματος του με τους δυο Λόγους, βλέπουμε ότι τόσο οι δικαστικοί όσο και οι γιατροί, για να ανακατασκευάσουν τη ζωή του παραμερίζουν το υπόμνημα, το οποίο δε μπορεί να τοποθετηθεί στις ταξινομήσεις τους. Το επιστημολογικό και το πολιτικό του ενδιαφέρον είναι ακριβώς αυτό, ότι δε δίνει μονομερείς απαντήσεις. Η δικαστική και ιατρική εξουσία στήνουν παγίδα, ζητούν από το Ριβιέρ να γράψει και αναζητούν στο υπόμνημα αποδείξεις, «αλλά το Υποκείμενο που έχει παγιδευτεί, στήνει κι αυτό με τη σειρά του μια παγίδα και τους οδηγεί στην αβεβαιότητα» (Φοντάνα 2002[1973]:345-346). Γιατροί και δικαστές δεν μπορούν να αποφανθούν. Οι ένορκοι είναι διχασμένοι, οι γιατροί το ίδιο, οι μάρτυρες αναρωτιούνται τον περνούσαμε για τρελό αλλά ήταν πράγματι;

Συμπεράσματα

Κλείνοντας το πρώτο μέρος, της εργασίας μας, να δούμε τα εξής: Είπαμε στην αρχή ότι στον ανταγωνισμό γιατρών και δικαστικών το διακύβευμα είναι η μερική αντικατάσταση ενός τύπου κοινωνικού ελέγχου με έναν άλλο. Η ψυχιατρική με τη στρατηγική της θα «διεισδύσει σταδιακά στο δικαστικό μηχανισμό από τη ρωγμή που αφήνουν οι “δύσκολες περιπτώσεις”» (Καστέλ, 2002[1973]:332). Κοιτώντας την περίπτωση Ριβιέρ, αξίζει να αναφερθεί ότι μπορεί η ψυχιατρική να πέτυχε το σκοπό της και με αίτημα την απονομή χάριτος να τον έσωσε από τη γκιλοτίνα, αλλά δεν είναι μια ολοκληρωμένη νίκη αφού δεν τον σώζει από τη φυλακή. [9]

Το κενό αυτό θα καλυφθεί από το νόμο του 1838. Με τη βοήθεια των μεγάλων ονομάτων της ψυχιατρικής, ανάμεσα στους οποίους είναι και αυτοί που κινητοποιήθηκαν για το Ριβιέρ έχουμε τον αναδιπλασιασμό της τιμωρίας, απέναντι στη σκιά της γκιλοτίνας, μπαίνει το άσυλο, η ιατρική απομόνωση, χωρίς σαφείς διατάξεις για τη διάρκεια του εγκλεισμού.

Η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά του Ριβιέρ αντιμετωπίστηκε τόσο από τον ποινικό όσο και από τον ιατρικό έλεγχο της εποχής, λαμβάνοντας και διπλό στίγμα, αφού για και τον Γαλλικό λαό και για τους διώκτες του παρέμειναν ασαφή τα όρια τρελού ή εγκληματία.

Ο Ριβιέρ άνοιξε με ένα τρόπο το δρόμο στην ιταλική σχολή του θετικισμού, η οποία μετέθεσε το ενδιαφέρον από την πράξη στο ίδιο το δράστη (Κουκουτσάκη, 2002:40) παραβλέποντας την ευθύνη της κοινωνίας. Βασικός θεμελιωτής του θετικισμού υπήρξε ο Cesare Lombroso, ο οποίος υποστήριξε ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα νομοτελειακών σχέσεων αιτίου - αποτελέσματος. Ο εγκληματίας είναι ένας άνθρωπος που δεν είχε ομαλή βιολογική εξέλιξη.

Στην εποχή του θετικισμού ο ρόλος της ψυχιατρικής[10] στον έλεγχο της παρέκκλισης αναβαθμίζεται, αφού δε δικάζει μόνο ο δικαστής, αλλά και οι πραγματογνώμονες, οι οποίοι ως ειδικοί εισηγούνται προκειμένου να καταλογιστούν οι ποινές (ο.π.:40-41).

Θα ακολουθήσουν πάρα πολλές αλλαγές[11] και η επίδραση του θετικισμού (1876-1945) θα δώσει τη θέση της σε νεότερες τάσεις (από το 1945 και μετά) για την παρέκκλιση και τον εγκληματία, που σταδιακά θα θέσουν το θέμα της επανένταξης του και του σεβασμού των συνταγματικών του δικαιωμάτων.

Ο Φουκώ έχει υποστηρίξει ότι η αντίδραση κατά του εγκληματία και η αντεγκληματική πολιτική σε κάθε ιστορική περίοδο είναι συνυφασμένη με την δομή της πολιτικής εξουσίας. Πριν τις μεταρρυθμίσεις του 19ου αιώνα επικρατούσε η εξουδετερωτική αντίδραση κατά του εγκληματία, με κυρώσεις τον περιορισμό του, τον ακρωτηριασμό ή το θάνατο του. Από την τιμωριτική αντίδραση, περάσαμε λοιπόν στην βιο-ψυχολογική και έπειτα στις φιλελεύθερες θεωρίες για να φτάσουμε στις σημερινές ποινικές πρακτικές που εκτός από κατασταλτική δράση χρησιμοποιούνται και ως εργαλείο διακυβέρνησης της κοινωνίας (Mellosi, στο Κουκουτσάκη, 2006:3).

Από τον Πιέρ Ριβιέρ, θα περάσουμε λοιπόν στο δεύτερο μέρος της εργασίας μας, που εξετάζει την υπόθεση 17Ν. Ενώ αρχικά οι δυο υποθέσεις φαίνονται ασύνδετες και τις χωρίζουν αλλαγές σχεδόν σε όλους τους τομείς, ανάμεσά τους και στις ποινικές πρακτικές, εμείς θα τις συνδέσουμε παρουσιάζοντας με συντομία το υλικό της προδικασίας, αναδεικνύοντας τον τρόπο που ο δικαστικός Λόγος -όπως και στην περίπτωση Ριβιέρ- είχε προκατασκευάσει το προφίλ των δραστών, υιοθετώντας εκ των προτέρων εκδοχές για τα εγκλήματά τους, για τα οποία έπρεπε να τιμωρηθούν παραδειγματικά.

Β’ μέρος: Υπόθεση 17Ν

Εισαγωγικό σημείωμα

Μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, δια στόματος Τζορτζ Μπους (τζούνιορ), μπήκε στην παγκόσμια ατζέντα. Ακολούθησαν οι επιθέσεις σε Μαδρίτη και Λονδίνο, που ανέβασαν ψηλά τα θέματα της ασφάλειας και στην ατζέντα της Ε.Ε.

Καλλιεργώντας διεθνώς ένα κλίμα τρομοϋστερίας και ανασφάλειας, οι υπερασπιστές της παγκόσμιας αντιτρομοκρατίας, είχαν στόχο να συγκαλύψουν τον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και τη δημιουργία του Γκουαντάναμο και του Αμπου Γκράιμπ.

Έτσι στο στόχαστρο της επιτήρησης και της καταστολής εισέρχονται οι πλειοψηφίες, ο μέσος πολίτης, οι πολλοί φτωχοί που αναμένεται να αντιδράσουν, αλλά αντί για πράξη, αναζητείται το φρόνημα και αναβιώνει η αξία χρήσης της κατασκευής της επικινδυνότητας (Παρασκευόπουλος, 2003: 18-19).

Η εξάρθρωση της 17Ν, το καλοκαίρι του 2002, διαδραματίζεται ακριβώς στο κλίμα που προαναφέρθηκε. Η τηλεόραση και οι εφημερίδες θεαματοποιούν τις συλλήψεις. Καθημερινά οι κατηγορούμενοι παρουσιάζονται σαν στυγνοί εγκληματίες που αιματοκύλησαν τη χώρα, με την ενοχή τους να μοιάζει σίγουρη, με σκοπό τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης,

Όποιοι δημοσιογράφοι, δικηγόροι, απλοί πολίτες διαμαρτύρονται για την καταπάτηση μιας σειράς δικαιωμάτων, ανησυχώντας για τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου, είτε θεωρούνται και αυτοί ύποπτοι, είτε μπαίνουν στο στόχαστρο ως συμπαθούντες των τρομοκρατών.

Στο πλαίσιο αυτό επιχειρείται και ο διασυρμός της αντιδικτατορικής δράσης με τον καθημερινό στιγματισμό αγωνιστών της αριστεράς, οι οποίοι φωτογραφίζονταν από τα ΜΜΕ ως μέλη της 17Ν (Μπελαντής, 2004:322).

Ο Μπέης σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία (1.10.2003) υποστηρίζει ότι «βιώνουμε μια ραγδαία κατρακύλα και ακόμη είμαστε στην αρχή. Μας περιμένουν ακόμη χειρότεροι περιορισμοί και ανασφάλειες, αναφορικά με τις ατομικές ελευθερίες και τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης. Το αστυνομικό κράτος επανέρχεται με βήμα ταχύ. Δεν είναι υπερβολική η μελαγχολική παραδοχή ότι η Ευρώπη γυρίζει πίσω στον Μεσαίωνα της ποινικής πρόληψης και καταστολής».

Εάν διαχωρίζαμε τα δικονομικά συστήματα σε “Αγγλοσαξονικό” και “Ευρωπαϊκό”, θα λέγαμε ότι ενώ το “Αγγλοσαξονικό” δικονομικό σύστημα στηρίζεται σε ακλόνητες αποδείξεις και σε αυστηρούς δικονομικούς κανόνες, το “Ευρωπαϊκό“, στο οποίο εντάσσεται και το ελληνικό, βασίζεται στην ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων. Κάτι τέτοιο εμπεριέχει εξ ορισμού τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας.

Θα πρέπει λοιπόν να αναζητηθούν εγγυήσεις για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο Παρασκευόπουλος αναφέρει συγκεκριμένα για τη δίκη της 17Ν ότι ο «λαϊκός έλεγχος» είναι αναγκαίος, όχι μόνο για να δράσει κατασταλτικά (ευαισθητοποίηση – κινητοποίηση θεσμικών μέτρων), αλλά και προληπτικά, αφού αν οι παράγοντες της δίκης γνωρίζουν ότι όλη η χώρα παρακολουθεί τη διαδικασία μέσω της τηλεόρασης, η προσοχή τους θα ενταθεί (Παρασκευόπουλος, 2003:95). Παρόλα αυτά, όπως αναφέρουμε και αναλυτικότερα παρακάτω, στο δικαστήριο που έκρινε την υπόθεση της 17Ν δεν συμμετείχαν πολίτες, αφού αντί του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου προτιμήθηκε με βάση της διατάξεις ενός νέου «τρομονόμου», που κατασκευάστηκε και ψηφίστηκε ad hoc, στο διάστημα που μεσολάβησε από τις συλλήψεις (Ιούλιος-Αύγουστος 2002) μέχρι την έναρξη της δίκης (Δεκέμβριος 2002), τα αδικήματα που σχετίζονται με υποθέσεις «τρομοκρατίας» αφαιρέθηκαν από την αρμοδιότητα των ΜΟΔ και πέρασαν στην αρμοδιότητα των Εφετείων Κακουργημάτων. Και μάλιστα, με σύνθεση που δεν προκύπτει διά κληρώσεως από το σύνολο των δικαστών του οικείου Εφετείου, αλλά από ένα μικρότερο σώμα, ένα σώμα οιονεί αρίστων δικαστών! Με τον ίδιο νόμο δόθηκε και η δυνατότητα απαγόρευσης κάθε ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης, αρκεί να το ζητήσει ένας από τους παράγοντές της. Έτσι παρά την ανάγκη για ευρεία δημοσιότητα της δίκης, δεδομένης της εξαφάνισης της δικαιοδοσίας των ενόρκων, αφαιρέθηκε από τον ελληνικό λαό η δυνατότητα ενημέρωσης για την υπόθεση. Μόνη επιλογή αποτέλεσαν κάποια περιορισμένης έκτασης δημοσιεύματα στο τύπο.

Θα ξεκινήσουμε λοιπόν παρουσιάζοντας τη διαμάχη για τον αν τα εγκλήματα της 17Ν ήταν πολιτικά ή του «κοινού ποινικού δικαίου», για να καταλήξουμε μέσα από την παρουσίαση της προδικασίας, στο συμπέρασμα ότι η τύχη των ανθρώπων αυτών ήταν προδιαγεγραμμένη.

Ειδικό δικαστήριο και πολιτικό έγκλημα

Η κατασταλτική ποινική νομοθεσία, στην οποία εντάσσεται και ο τρομονόμος του 2001, ενέχει τον κίνδυνο να εφαρμοστεί καταχρηστικά, προσβάλλοντας τις ελευθερίες των πολιτών.

Αναδύεται λοιπόν πάλι το δίλημμα «ασφάλεια ή ελευθερία», το οποίο στην εποχή της διεθνούς αντιτρομοκρατίας μετασχηματίζεται στο αντίστοιχο «πόση ελευθερία χωράει η ασφάλεια»; Η μετάβαση αυτή παρασύρει στο διάβα της μεγάλο μέρος από τις παραδοσιακές έννοιες και τις ως πρόσφατα αυτονόητες λειτουργίες του καλούμενου Κράτους Δικαίου.

Ο ίδιος ο «μετανεωτερικός» χαρακτήρας της «κοινωνίας της διακινδύνευσης» είναι σύμφωνα με τον Μανωλεδάκη μια σχιζοφρενική διαπλοκή ελευθερίας, δημοκρατίας και ασφάλειας. Όσο η «διακινδύνευση» σχετίζεται με την ελευθερία, η κοινωνία συνειδητοποιεί ότι αυτή η ελευθερία έχει τίμημα, και η ασφάλεια χρησιμεύει ως κυματοθραύστης της (Μανωλεδάκης, 2002).

Η διαρκής αναζήτηση της ασφάλειας με όρους τιμωρίας και δίωξης ενισχύει την ανασφάλεια και η ασφάλεια εννοιολογείται σχεδόν αποκλειστικά κατ' αντιπαράθεση με την ελευθερία, σαν πλέον οι δυο έννοιες να συνδέονται στη βάση του «ο θάνατός σου η ζωή μου». Επομένως ο άνθρωπος - υποκείμενο των δικαιωμάτων τείνει να μεταπέσει σε επιτηρούμενο αντικείμενο και ο αποκλίνων «άλλος», αναγορεύεται αιτία της διάχυτης ανασφάλειας και κύριος στόχος επιτήρησης.

Το δίλλημα ασφάλεια ή ελευθερία, θα αποτελέσει και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα ενταχθεί η υπόθεση της 17Ν, από την προδικασία μέχρι και την απόφαση του δικαστηρίου, όπως θα δούμε αναλυτικά παρακάτω.

Ο τρόπος επιλογής των μελών του δικαστηρίου που θα εκδίκαζε την υπόθεση της 17Ν, προκάλεσε πολλά ερωτηματικά. Ο καθορισμός τους δεν έγινε με την συνηθισμένη κλήρωση ανάμεσα σε όλα τα μέλη της ολομέλειας των εφετών, αλλά σύμφωνα με τον καινούριο τότε τρομονόμο, στην κλήρωση περιλαμβάνονταν μόνο κάποιοι που πληρούσαν προϋποθέσεις οι οποίες ήταν ασαφείς και απροσδιόριστες.

Μια τέτοια λοιπόν «κλήρωση», που ισοδυναμεί με ορισμό, σύμφωνα με τον Μπελαντή παραβίασε την αρχή του φυσικού δικαστή (άρθρο 8Σ.) η οποία επιτάσσει τον καθορισμό της σύνθεσης των δικαστηρίων «εκ των προτέρων και για κατηγορίες υποθέσεων, σαφώς καθορισμένες, περιλαμβάνουσες απροσδιόριστο αριθμό υποθέσεων και όχι μία ή συγκεκριμένες υποθέσεις» (Μπελαντής, 2004: 326).

Οι κατηγορούμενοι πάλι σύμφωνα με τις διατάξεις του τρομονόμου, δε δικάστηκαν από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, αλλά σε εφετείο κακουργημάτων και συγκεκριμένα στην ειδική αίθουσα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού, για ποινικά και όχι για πολιτικά εγκλήματα. Το δικαστήριο απέρριψε αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης ότι είναι αναρμόδιο να κρίνει την υπόθεση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι πράξεις και η συγκρότηση της 17Ν, δεν συνιστούν πολιτικά εγκλήματα.

Ο ίδιος νόμος προέβλεπε και τη δυνατότητα απαγόρευσης της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης της δίκης, παρά το ευρύ κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον του ελληνικού λαού για την υπόθεση.

Ο Μανωλεδάκης, με άρθρο του στο περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη, προειδοποιούσε ότι στη δίκη των μελών της Οργάνωσης 17Ν θα δοκιμαστεί η αντοχή του κράτους δικαίου στον τόπο μας (Μανωλεδάκης, 2003: 66). Για το θέμα του πολιτικού εγκλήματος αναφέρει ότι «ο ίδιος ο ορισμός της τρομοκρατίας αναφέρεται σε στοιχεία που χαρακτηρίζουν κατ’ εξοχήν το πολιτικό έγκλημα, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική του θεώρηση (…) Στο μέτρο όμως που το «πολιτικό έγκλημα» ως νομική έννοια για την ειδική μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας κατηγορουμένων προβλέπεται από το Σύνταγμα, δε μπορεί ο κοινός νομοθέτης με τους ορισμούς που θα δώσει να εξουδετερώσει ουσιαστικά την έννοια αυτή. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η ανατροπή μιας πολιτικής εξουσίας και μάλιστα σήμερα που το κράτος διαθέτει τελειοποιημένο τεράστιο μηχανισμό εξουδετέρωσης των αντιπάλων του, «δε γίνεται στα χαρτιά ούτε με ευχολόγια. Για να φτάσει ο «πολιτικός εγκληματίας» το στόχο του πρέπει να προσβάλει θέλοντας και μη ένα πλήθος από έννομα αγαθά έτσι ώστε πάντοτε το έγκλημά του να εμφανίζεται σύνθετο. Το κράτος είναι ένα έννομο αγαθό περιχαρακωμένο με άλλα έννομα αγαθά (ανθρώπινες ζωές, προσωπικές ελευθερίες, εγκαταστάσεις υπηρεσίες). Για να φτάσεις σε αυτό πρέπει να περάσεις από τα αγαθά εκείνα» (Μανωλεδάκης, 1978: 59).

Ο Μπέης σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία (“Δίκαιη δίκη με ή δίχως εισαγωγικά”) υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι τελικός στόχος δεν ήταν το θεσμικό κατεστημένο του τόπου.

Η θεώρηση των ενεργειών της 17 Ν, ως πράξεων του κοινού ποινικού δικαίου και όχι πολιτικά εγκλήματα, εντάσσεται στην προσπάθεια αποπολιτικοποίησης της πολιτικής βίας και ποινικοποίησης της αντίστασης, που είχε ξεκινήσει μετά την 11η Σεπτέμβρη με το δόγμα Μπους (όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας).

Ακόμα και ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός της χώρας (Κ. Σημίτης) στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης προσπάθησε να αποσυνδέσει τις πράξεις της 17Ν από τον πολιτικό τους χαρακτήρα και να τις ταυτίσει τελικά με το κοινό "οργανωμένο έγκλημα", αναφέροντας ότι τα μέλη της ζούσαν πλουσιοπάροχα από τις ληστείες και εκτελούσαν συμβόλαια θανάτου, παρουσιάζοντας τα σαν μαφία (Μπελαντής, 2002 και 2004:322). Η ομιλία του πρωθυπουργού θα μπορούσε να θεωρηθεί και προτροπή προς τη Δικαιοσύνη, για συγκεκριμένες αποφάσεις.

Ο καθηγητής Ποινικής Δικονομίας του ΑΠΘ Λάμπρος Μαργαρίτης, τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη της δίκης επισημαίνει στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη (7.4.2003) ότι υποβαθμίστηκε το επίπεδο του νομικού μας πολιτισμού. Αναφέρει ότι πρέπει να μας προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι η διαδικασία συγκρότησης της σύνθεσης του δικαστηρίου, άλλαξε τρεις φορές, καθώς και το ότι οι πρώτες κρίσεις που πάρθηκαν σε χρόνο ρεκόρ, «επιβεβαιώνουν το χρονικό μιας προδιαγεγραμμένης πορείας». Για την επιλογή της εκδίκασης της υπόθεσης από το τριμελές εφετείο κακουργημάτων και όχι από Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο (ΜΟΔ), τονίζει ότι «προδίδει απέχθεια προς το ΜΟΔ, αφού ανοίγει το δρόμο κατά παράβαση του συντάγματος να επιτραπεί η εξαίρεση σε κανόνα και ο κανόνας σε εξαίρεση»[12].

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από τον Μαργαρίτη είναι ότι από το Μάρτη του 2003, προειδοποιεί ότι «σε ένα δύσκολα κατανοήσιμο εναρμονισμό νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας, η τύχη των κατηγορούμενων φαίνεται να έχει προδιαγραφεί (…) Η θέση τους, τους επιτρέπει να διεκδικήσουν βάσιμα τη μοίρα του θύματος».

Διαπιστώνουμε επίσης, ότι παρότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η δράση της 17Ν είχε κοινωνικό χαρακτήρα και σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά (ανεξάρτητα από το πώς τα ερμηνεύει κανείς), παραβιάζεται το σύνταγμα που προβλέπει ότι τα πολιτικά αδικήματα πρέπει να δικάζονται από Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, όπως επίσης κι ότι οι ανθρωποκτονίες δικάζονται από ΜΟΔ. «Αν και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι σε εξατομικευμένη περίπτωση οι ένορκοι θα έκριναν σοφότερα από τους τακτικούς δικαστές, είναι βέβαιο όμως ότι η εκπήγαση της κρίσης από μικτό σώμα ενόρκων και δικαστών θα διευκόλυνε την κοινωνική διείσδυση του λόγου της ποινικής Δικαιοσύνης» (Παρασκευόπουλος, 2003β).

Συνθήκες σύλληψης των κατηγορουμένων, προανάκριση και ανάκριση

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή ξεκινώντας από τη φάση των συλλήψεων, το καλοκαίρι του 2002. Το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε, είναι ότι δεν τηρήθηκαν οι δικονομικές εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, αφού ούτε γνώριζαν τις κατηγορίες που τους αποδίδονται, ούτε και ενημερώθηκαν ότι θα ακολουθηθεί αυτόφωρη διαδικασία. Οι περισσότεροι εξαπατηθήκαν από τους αστυνομικούς, οι οποίοι τους είπαν ότι θα επισκεφτούν το τμήμα για μια απλή κατάθεση. Σε κάποιες περιπτώσεις αστυνομικοί προέτασαν τα όπλα τους μπροστά στις γυναίκες και τα παιδιά των κατηγορούμενων, ενώ δεν έδειχναν κάποιο ένταλμα σύλληψης. Δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις όπου εκτός από τον κατηγορούμενο, προσήχθη στην ασφάλεια και η σύζυγος και τα παιδιά του! Επιπλέον έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή εξωθήθηκαν σε «παραίτηση» από δικηγόρο.[13]

Ο Μυλωνάς παρουσιάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνελλήφθησαν οι κατηγορούμενοι στο δικαστήριο, ανέφερε ότι η τελευταία περίπτωση μας θυμίζει την εποχή των ναζί, όπου εφαρμοζόταν η αρχή της συλλογικής ευθύνης και εκτός από τους αγωνιστές συλλαμβάνονταν και όλη η οικογένεια τους (Μυλωνάς, 2004:63).

Φτάνοντας στη ΓΑΔΑ, η μεταχείριση δεν ήταν, όπως αναμενόταν καθόλου ευνοϊκή. Ακολούθησαν ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, ψυχολογική βία και απειλές για παρόμοια μεταχείριση σε συγγενικά πρόσωπα των κατηγορούμενων.

Είχε προηγηθεί η κράτηση του Σάββα Ξηρού στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου έλαβαν χώρα μια σειρά παραβιάσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του διεθνούς συμφώνου του ΟΗΕ για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Ο Σάββας κρατούνταν σαράντα ημέρες στο νοσοκομείο, χωρίς να του διευκρινιστεί αν ήταν νοσηλευόμενος ή κρατούμενος και η έντονη παρουσία αστυνομικών καθιστούσε αδύνατη την επικοινωνία του με τους γονείς και το δικηγόρο του.

Η ανάκριση του πολυτραυματία Σάββα Ξηρού ισοδυναμούσε με βασανισμό, αφού εξαντλούσε την υγειά του, που ήταν σε κίνδυνο. Η Ιωάννα Μάνδρου στο ΒΗΜΑgazino (2.3.03) αποκαλύπτει (άθελά της) ότι όχι μόνο πραγματοποιούνται συζητήσεις του Ξηρού με τον εισαγγελέα Διώτη (σε περίοδο που η επίσημη πολιτεία μας διαβεβαίωνε ότι δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα οι ανακρίσεις), αλλά και γίνονται μόνο νύχτα, περιλαμβάνουν πολλές θεματικές ενότητες και βιντεοσκοπούνται. Περιγράφοντας την κατάσταση του Σάββα αναφέρει ότι είναι «μπανταρισμένος, δεν βλέπει, το χέρι του είναι ακρωτηριασμένο, ένας βαρύτατα τραυματισμένος άνθρωπος (…) Δεν του λένε τις ιδιότητές τους, ποιοι ακριβώς είναι. Εκείνος δεν έχει ιδέα τι γίνεται έξω».

Αναρωτιόμαστε λοιπόν αν ο Σάββας «ομολόγησε» έχοντας πλήρη συνείδηση ή η ομολογία του ήταν αποτέλεσμα χρήσης βασανιστηρίων και χορήγησης ειδικών ψυχοφαρμάκων, όπως έχει καταγγείλει ο ίδιος (μαζί με αισθητηριακή απομόνωση και εικονικές εκτελέσεις), αλλά και γιατροί που ενεπλάκησαν στην υπόθεση. Η Διονυσία Βαλλιανάτου, λέκτορας κλινικής νευροψυχολογίας του πανεπιστημίου Κρήτης με αναφορά της προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών καταγγέλλει ότι στο Σάββα χορηγήθηκαν τα ψυχοφάρμακα Fentanyl, Dormicum και Pentothal που χρησιμοποιούνται για ναρκοανάλυση (ή φαρμακευτικό "ορό της αλήθειας"), καθώς και ότι ο πρώτος που ανέκρινε τον Ξηρό ήταν ένας ψυχίατρος, που έμοιαζε με Παπά και τον προέτρεψε να μιλήσει λέγοντας του «πες τα όλα παιδί μου για να αισθανθείς καλύτερα, ο Θεός όλα τα ακούει και τα συγχωρεί».

Ενώ έχει υποστηριχτεί ότι η απόφαση να ανακριθεί ο Ξηρός τη στιγμή που η υγεία του ήταν σε άσχημη κατάσταση, ελήφθη για να μη χαθούν πολύτιμες πληροφορίες[14], θα πρέπει να εξετάσουμε γιατί μια απολογία για κακούργημα την πήραν παράνομα οι Διώτης και Σύρος, εισαγγελέας και αξιωματικός αστυνομίας αντίστοιχα και όχι ο τακτικός ανακριτής.[15]

Ο Μανωλεδάκης αναφέρει σε σχετικό άρθρο, ότι η «λήψη απολογίας από συγκεκριμένο κατηγορούμενο σε καθεστώς παρατεταμένης νοσηλείας αλλά και οι αλλεπάλληλες συμπληρωματικές καταθέσεις με αντιφατικό όπως φάνηκε στα δημοσιεύματα του τύπου περιεχόμενο, προκαλούν εύλογο προβληματισμό» (Μανωλεδάκης, 2003: 66), ενώ ο Μπέης θεωρεί ότι «παρόλο που δε μπορούμε να γνωρίζουμε αν είναι αλήθεια ή ψέματα οι καταγγελίες για εφαρμογή ιατροφαρμακευτικών μεθόδων για την απόσπαση ομολογιών, είναι κοινή παραδοχή ότι υπήρξε εκμετάλλευση της έλλειψης δυνάμεων αντίστασης του ανακρινομένου πολυτραυματία και έτσι εκείνος (άβουλος κι ανίκανος γι' αντίσταση, καθώς και στερούμενος δικηγορικής στήριξης) εξωθήθηκε σε ομολογίες» (Μπέης, 1.10.2003).

Ο Κωστάρης, κατηγορούμενος τότε για την υπόθεση, σε συνέντευξη του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (24.11.2002) αναφέρει ότι δεν απολογήθηκε στην αστυνομία: «γιατί ήθελα συνήγορο, κάτι που ήταν αδιαμφισβήτητο και κατοχυρωμένο δικαίωμά μου. (…) Μου ζητήθηκε να καταθέσω ενοχοποιητικά στοιχεία σε βάρος άλλων κατηγορούμενων και ιδίως σε βάρος του Παύλου και του Γιάννη Σερίφη, με αντάλλαγμα, όπως μου έλεγαν, την «επιεική μεταχείριση μου από το δικαστήριο».

Ας περάσουμε όμως να δούμε και τις συνθήκες απολογίας των κατηγορουμένων στην ανακρίτρια. Οι κατηγορούμενοι μετά τη φάση των απολογιών στη ΓΑΔΑ οδηγήθηκαν κατευθείαν στην ανακρίτρια για να απολογηθούν, παρουσία ένστολων αστυνομικών κουκουλοφόρων οι οποίοι τους σημάδευαν με αυτόματα. Ο πρόεδρος Μαργαρίτης κατά τη διαδικασία του δικαστηρίου ανέφερε χαρακτηριστικά: αν ήμουν εγώ στη θέση της θα γκρέμιζα το κράτος! Η ανακρίτρια στις διαμαρτυρίες των δικηγόρων απαντά ότι δε μπορεί να κάνει τίποτα, αφού έχει εντολές από τα πάνω και δε μπορεί να τους διώξει (Μυλωνάς, 2004: 86 και Τα Νέα, 9.8.2003).

Περνώντας στην εξέταση των μαρτύρων θα διαπιστώσουμε ότι η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από α) βιασύνη και β) έντονη επιθυμία μόνο για ονόματα, προς ταυτοποίηση κατηγορουμένων, από την πλευρά του εισαγγελέα.[16]

Διαβλέπουμε λοιπόν ότι οι εφέτες ανακριτές δε θέλουν λεπτομέρειες και διασταύρωση στοιχείων, αντίθετα βιάζονται να τελειώνουν κι όταν οι μάρτυρες αναφέρουν λεπτομέρειες τους κόβουν ζητώντας ονόματα.[17]

Κλείνοντας πρέπει να τονίσουμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να απαντήσουμε στο ερώτημα αν ο δικαστής, που πιστεύει ότι ορισμένος κατηγορούμενος είναι ένοχος, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του άλλα αποδεικτικά στοιχεία «που να στηρίζουν τη λεγόμενη πλήρη δικανική πεποίθηση, πέραν από καταθέσεις και ομολογίες, οι οποίες αποσπάστηκαν με αθέμιτες μεθόδους, δικαιούται να στηριχθεί σ' αυτές, προκειμένου να στηρίξει τη διαγνωστική του κρίση ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος» (Μπέης, 1.10.2003). Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Μιχάλης Μαργαρίτης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απαντούσε όχι.[18]

Μάρτυρες κατηγορίας

Για τους μάρτυρες κατηγορίας, διαπιστώνουμε ότι επιλέχθηκαν να καταθέσουν μόνο οι συγγενείς των θυμάτων και όποιοι αυτόπτες μάρτυρες σε ενέργειες της 17Ν είχαν "αναγνώρισει" κάποιους από τους κατηγορούμενους, ενώ όποιοι μάρτυρες, με τις καταθέσεις τους διέψευδαν τους άλλους αυτόπτες, δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στο δικαστήριο και μόνο κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων υπεράσπισης κλήθηκαν ορισμένοι από αυτούς (Μυλωνάς, 2004).

Οι πολυάριθμοι μάρτυρες που εξεταστήκαν στη δίκη (πάνω από 250), δεν συνέβαλαν στην τεκμηρίωση των κατηγοριών, αφού από πλευράς αποδείξεων δεν προσέφεραν σχεδόν τίποτα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το δικαστήριο να επικαλεστεί το προανακριτικό υλικό για να θεμελιωθούν οι κατηγορίες και να οριστούν οι εξοντωτικές ποινές. Κατά αυτόν τον τρόπο παραβιάστηκε η αρχή της αμεσότητας της δίκης, που υπαγορεύει να παίρνονται υπόψη αυτά που εκτίθενται στο ακροατήριο και όχι αυτά που έχουν διαδραματιστεί σε άλλες φάσεις (όπως η προδικασία).

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το κράτος όταν πρόκειται να αντιμετωπίσει πολιτικούς του αντιπάλους, παραβιάζει ατομικά δικαιώματα, αυθαιρετεί, και καλλιεργεί το φόβο του εγκλήματος και το αίσθημα ασφάλειας επιδιώκοντας τη συνοχή της κοινωνίας (Παρασκευόπουλος, 2003:17,29). Άλλωστε όπως υποστηρίζει και ο Γερμανός νομικός Χάινριχ Χανόφερ: στις πολιτικές ποινικές δίκες στόχος δεν είναι η διερεύνηση της αλήθειας, αλλά η εξόντωση των αντιπάλων και η ενσωμάτωση των φίλων (Μυλωνάς, 2004:35).

Συνοψίζοντας, πρέπει αρχικά να αναφέρουμε ότι ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, συνήγορος πολιτικής αγωγής, είχε δηλώσει από την αρχή της διαδικασίας ότι η δική της 17Ν θα είναι δίκη ομολογιών και όχι μαρτύρων. Αυτή η δήλωση τελικά επιβεβαιώθηκε αφού το υλικό αυτό χρησιμοποιήθηκε ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για την τεκμηρίωση των κατηγοριών. Το δικαστήριο απέρριψε από τις πρώτες μέρες τις ενστάσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, που αφορούσαν τη νομιμότητα της προδικασίας, νομιμοποιώντας την ανάκριση του πολυτραυματία Σάββα Ξηρού στην εντατική του Ευαγγελισμού και τις απολογίες των υπολοίπων κατηγορούμενων παρότι πάρθηκαν από την Αντιτρομοκρατική υπηρεσία και στη συνέχεια αναιρέθηκαν και καταγγέλθηκαν ως προϊόν σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων.

«Όσοι συντέλεσαν στην αδιαφάνεια των δομικών στοιχείων της συγκεκριμένης δίκης προσέφεραν αρνητικές υπηρεσίες στη Δικαιοσύνη» (Παρασκευόπουλος, 2003β).

Τελικά Συμπεράσματα

Κλείνοντας αυτή την εργασία, αφού αναλύσαμε τις δυο υποθέσεις, αξίζει να τονίσουμε ορισμένα πράγματα.

1. Καταρχάς βλέπουμε ότι ενώ ο ιατρικός έλεγχος, επί Πιέρ Ριβιέρ έκανε τα πρώτα του βήματα στο δικαστικό μηχανισμό, 167 χρόνια μετά, στην υπόθεση της 17Ν (και συγκεκριμένα στον Σάββα Ξηρό), ο εκπρόσωπος του ιατρικού Λόγου διδάσκει τον εισαγγελέα πως πρέπει να γίνεται η ανάκριση σε τέτοιες περιπτώσεις!

2. Ο Φουκώ στο έργο του Επιτήρηση και Τιμωρία: η γέννηση της φυλακής, αναφέρει ότι γαλλικό διάταγμα του 1498 για την ανάκριση προέτρεπε «να διεξαχθούν όλα με τον επιμελέστερο και μυστικότερο τρόπο» (Φουκώ, 1989[1976]:51). Τόσα χρόνια μετά, στη δίκη της 17 Νοέμβρη, η παλιά αυτή δοκιμασμένη συνταγή ξαναχρησιμοποιείται. Οι αποδείξεις, τα πειστήρια δεν προσκομίζονται στο δικαστήριο, ούτε και βρίσκονται στη διάθεση των συνηγόρων, οι οποίοι δίνουν σκληρό αγώνα για να προσκομιστούν κάποια από αυτά.

3. Ο ηθικός στιγματισμός των κατηγορουμένων, συναντάται και στις δυο περιπτώσεις[19]. Ο μεν Ριβιέρ στις εφημερίδες, στα φυλλάδια, στις εκθέσεις, τις αναφορές και στη συνείδηση του γαλλικού λαού διασύρεται διπλά ως τρελός, παράφρων, αλλά και ως αδίστακτος, στυγνός εγκληματίας, οι δε εικόνες των φερόμενων ως μελών της 17Ν παρελαύνουν στα τηλεοπτικά παράθυρα και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, συνοδευόμενες από «κοσμητικά» επίθετα που καλλιεργούν το φόβο. Ανάμεσα τους θα «χαρακτηριστούν» και άτομα που δεν αποδείχτηκε η συμμετοχή τους και καταδικάστηκαν, αλλά και περιπτώσεις δικαστικής πλάνης, άνθρωποι που συρθήκαν άδικα στα δικαστήρια και στο τέλος αθωώθηκαν (βλ.Σερίφης, Σωτηροπούλου, Ψαραδέλλης). Ο στιγματισμός τους όμως δεν αίρεται μέχρι και σήμερα, αφού «έχει εγκαθιδρυθεί μια αρνητική κοινωνική ταυτότητα» για αυτά (Κουκουτσάκη, 2006:10), η ταυτότητα του εγκληματία. Και στις δυο περιπτώσεις, όπως είναι αναμενόμενο, απουσιάζει οποιαδήποτε κοινωνική προσέγγιση των εγκλημάτων.

4. Για τις περιπτώσεις Ριβιέρ και 17Ν, κάνοντας χρήση της άποψης του Jacques Verges ότι η Δικαιοσύνη «στολισμένη σαν είδωλο ή ζητιάνα με κουρελιασμένα ρούχα, δεν αλλάζει ωστόσο το λειτούργημά της στην υπηρεσία των επικυρίαρχων τάξεων: να επιλύει τις κοινωνικές αντιφάσεις προς όφελός τους, με τις παραβιάσεις του Νόμου» (Verges, 2003[1981]:21), θα λέγαμε ότι ο Ριβιέρ αντιπροσωπεύει το φτωχό Γάλλο αγρότη και το έγκλημά του «προσβάλει» το βασιλιά, ενώ τα μέλη της 17Ν δρουν για λογαριασμό της εργατικής τάξης και οι Έλληνες καπιταλιστές και η «διεθνής αντιτρομοκρατία» προσβάλλονται από τις πράξεις τους.

5. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη μας την πολιτική οικονομία του εγκλήματος όπως μας την έχει παρουσιάσει ο Μάρξ[20], θα λέγαμε ότι ο Ριβιέρ «συνέβαλλε» στην παραγωγή του νόμου του 1838 για την απομόνωση στα άσυλα, ενώ οι υποτιθέμενες επικείμενες συλλήψεις των μελών της 17Ν, λόγω διαρροών των εγγράφων της Στάζι (μαζί με το διεθνές κλίμα τρομοϋστερίας που ακολούθησε την επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου), οδήγησαν στη σύνταξη και ψήφιση του τρομονόμου (2928/2001) στη χώρα μας.

Βιβλιογραφία

& Βαλλιανάτου, Διονυσία, Αναφορά προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών, 15.09.2003

& Γκίνζμπουργκ, Κάρλο, 2003, Ο δικαστής και ο Ιστορικός, Αθήνα: Νεφέλη

& Γκόφμαν, Έρβινγκ, 2001[1963], Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια

& Ζέρβας Χρήστος, «Μου ζήτησαν τον Σερίφη», συνέντευξη Ηρακλή Κωστάρη, Κυριακάτικη ελευθεροτυπία, 24.11.2002

& Foucault, Michel, 1976, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, Αθήνα: Ράππας.

& Foucault, Michel, 1988, Confinement, Psychiatry, Prison, στο Politics, philosophy culture, interviews and other writings 1977-1984, Νέα Υόρκη: Routledge.

& Καρύδης, Βασίλης, «Από τον Πιερ Ριβιέρ στον Σάββα Ξηρό», Τα Νέα, 22.02.2003

& Καστέλ, Ρομπέρ, 2002[1973], «Οι δικαστικοί και οι γιατροί», στο Φουκώ, Μισέλ, Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου, Αθήνα: Κέδρος

& Κουκουτσάκη, Αφροδίτη, 2002, Χρήση ναρκωτικών, ομοφυλοφιλία. Συμπεριφορές μη συμμόρφωσης μεταξύ ποινικού και ιατρικού ελέγχου, Αθήνα: Κριτική

& Κουκουτσάκη, Αφροδίτη 2006, «Εισαγωγή στο μάθημα: Κοινωνικός έλεγχος. Κοινωνιολογικές και Πολιτισμικές Προσεγγίσεις των τιμωρητικών συστημάτων», Φάκελος σημειώσεων, Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.

& Κουράκης, Νέστορας, «Η ανάθεση σε εφετείο κακουργημάτων δημιουργεί προβληματισμούς αντισυνταγματικότητας», συνέντευξη στην Ιωάννα Σωτήρχου, Ελευθεροτυπία, 03.03.2003

& Marx, Karl, 1982, Εγκώμιο του εγκλήματος, Αθήνα: Άγρα

& Μανωλεδάκης, Ιωάννη, 1978, Γενική Θεωρία Ποινικού Δικαίου, Αθήνα

& Μανωλεδάκης, Ιωάννης, 2002, Ασφάλεια και ελευθερία. Ερμηνεία του ν. 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα και σχετικά κείμενα, Αθήνα: Σάκκουλας

& Μανωλεδάκης, Ιωάννης, 2003, Τρομοκρατία και νομοκρατία (η τήρηση της νομιμότητας ως απάντηση στην τρομοκρατία), Ποινική Δικαιοσύνη 2003, (65)

& Μαργαρίτης, Λάμπρος, «Υποβαθμίστηκε το επίπεδο του νομικού μας πολιτισμού», Θεσσαλονίκη, 07.04.2003

& Μουλέν, Πατρισιά, 2002[1973], «Οι ελαφρυντικές περιστάσεις», στο Φουκώ, Μισέλ, Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου, Αθήνα: Κέδρος

& Μπαρέτ-Κριγκέλ, Μπλαντίν, 2002[1973], «Βασιλοκτόνος-μητροκτόνος», στο Φουκώ, Μισέλ, Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου, Αθήνα: Κέδρος

& Μπέης, Κώστας, «Ο δικαιικός πολιτισμός μας στο στόχαστρο», Ελευθεροτυπία, 1.10.2003

& Μπέης, Κώστας, «Δίκαιη δίκη με ή δίχως εισαγωγικά», Ελευθεροτυπία

& Μπελαντής, Δημήτρης, «Είναι η 17 Νοέμβρη Μαφία;», Εποχή, 15.09.2002

& Μπελαντής, Δημήτρης, 2004, Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό. Διαστάσεις της αντιτρομοκρατικής πολιτικής, Αθήνα: Προσκήνιο

& Μυλωνάς, Ιπποκράτης, 2004, Υπόθεση 17Ν, Αθήνα: Προσκήνιο

& Πανούσης, Γιάννης, «Όλα στον ήλιο, στο φως», Τα Νέα, 04.03.2003

& Παρασκευόπουλος, Νίκος, 2003, Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο. Τρομοκρατία και κράτος δικαίου, Αθήνα: Πατάκης

& Παρασκευόπουλου, Νίκος, «Η ανεπιθύμητη κριτική για την ποινική Δικαιοσύνη. Μετά την απόφαση για τη 17Ν», Ελευθεροτυπία, 17.12.2003(β)

& Πετέρ, Ζαν Πιερ και Φαβρέ, Ζαν, 2002[1973], «Το ζώο, ο τρελός, ο θάνατος», στο Φουκώ, Μισέλ, Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου, Αθήνα: Κέδρος

& Ριό, Φιλίπ, 2002[1973], «Οι παράλληλες ζωές του Πιέρ Ριβιέρ», στο Φουκώ, Μισέλ, Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου, Αθήνα: Κέδρος

& Φοντάνα, Αλεξάντρ, 2002[1973], «Η συγκατοίκηση λόγου και τρέλας και τα διαστήματα διαύγειας», στο Φουκώ, Μισέλ, Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου, Αθήνα: Κέδρος

& Φουκώ, Μ., 2002[1973], «Αφηγήσεις των φόνων», στο Φουκώ, Μισέλ, Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου, Αθήνα: Κέδρος

& Turner, Victor, 1969, The ritual process: structure and anti-structure, Νέα Υόρκη: Aldine de Gruyter

& Verges, Jacques, 2003, Η στρατηγική της δίκης, Αθήνα: Πλέθρον


[1] Ο εισαγγελέας για παράδειγμα, αναφέρει αρχικά για αυτόν ότι είναι «μοναχικός, σκληρός και ωμός…ένας άγριος εκτός των νόμων της συμπάθειας και της κοινωνικότητας» και στη συνέχεια εξομοιάζοντας τη φυσιογνωμία του με ένα πίθηκο ή με πρωτόγονο άνθρωπο: «είναι μικρόσωμος, το μέτωπο του είναι στενό και κατεβασμένο, τα μαύρα του φρύδια ενώνονται σε μια καμάρα, έχει το κεφάλι διαρκώς σκυμμένο κάτω, αποφεύγει το βλέμμα του άλλου, σαν να φοβάται μήπως προδώσει τις μυστικές του σκέψεις. Η περπατησιά του είναι απότομη, σαν να πηδά αντί να περπατά».

[2] Αναφέρει σχετικά ότι αφού ο Ναπολέοντας, με μάταια καπρίτσια οδήγησε χιλιάδες ψυχές στο χαμό, η τυραννική μητέρα του δεν πρέπει να γλυτώσει, συγκρίνει την περίπτωσή του με το Μωυσή που τον πρόσταξε ο θεός να θανατώσει αυτούς που λάτρεψαν το χρυσό μόσχο και τονίζει τέλος την αυτοθυσία του Χριστού.

[3] Από την Επιστολή του προέδρου του δικαστηρίου προς τη διεύθυνση εγκλημάτων κατά της ζωής

[4] Πρώτη περίοδος: από τη γέννηση του μέχρι 11 ετών. Χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου: είναι η ευσέβεια του, τα σχολικά του χρόνια και η επιθυμία του να γίνει παπάς. Δεύτερη περίοδος από 12 ετών και πέρα. Από όταν εγκαταλείπει την ιδέα να γίνει παπάς ξεκινούν οι ιδέες μεγαλείου, δόξας, η μοναξιά, η ειρωνεία από τους συμμαθητές του στο σχολείο και η αποφυγή κοινωνικών σχέσεων με γυναίκες.

[5] «Αυτός είναι ο κατηγορούμενος: σκοτεινός βίαιος, ονειροπαρμένος, με μια αχαλίνωτη φαντασία, ωμός και βίαιος» κατά τον εισαγγελέα της Καέν, ενώ για τον εισαγγελέα του Βίρ είναι: «Μοναχικός, άγριος και σκληρός».

[6] «Όταν επέστρεφε από τις νυχτερινές του φυγές έλεγε ότι είχε συναντήσει το διάβολο και ότι είχε κάνει συμβόλαιο μαζί του» (δηλώσεις οικογένειας Ριβιέρ).

[7] Όπως η ιστορία με τα λάχανα, για την οποία δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν νόμιζε ότι μαχόταν πραγματικά με ανθρώπους. Ήταν τότε σε ηλικία 10 ετών, θα μπορούσε να ήταν ένα απλό παιχνίδι.

[8] Έκανε λόγο για ένα υγρό που αναβλύζει, τοποθετούσε τα χέρια του για προστασία και απομακρυνόταν από όλες τις γυναίκες.

[9] Επιπλέον ο Ριβιέρ, αυτοκτονεί στο σωφρονιστικό κατάστημα του Μπολιέ (θα κρεμαστεί στο κελί του).

[10] Ο Φουκώ την αναφέρει ως Ιατρική Αστυνομία (Foucault, 1988:178)

[11] Στις οποίες δε θα εστιάσει η παρούσα εργασία.

[12] Και ο Νέστορας Κουράκης σε συνέντευξη του στην Ελευθεροτυπία (03.03.2003) υποστηρίζει ότι η ανάθεση της εκδίκασης της υπόθεσης σε Εφετείο Κακουργημάτων δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς αντισυνταγματικότητας, λόγω της βαθμιαίας μετατροπής του συνταγματικού κανόνα σε εξαίρεση. «Άλλωστε, στο Σύνταγμα γίνεται σε δυο τουλάχιστον περιπτώσεις σαφής διάκριση κακουργημάτων και πολιτικών εγκλημάτων, η δε δυνατότητα που παρέχει να υπαχθούν με νόμο "στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων" και άλλα αδικήματα αναφέρεται μόνο στα κακουργήματα ("και άλλα κακουργήματα") και όχι στα πολιτικά εγκλήματα. Αυτό σημαίνει ότι ο ν. 2928/2001 δεν καλύπτεται από κάποια συνταγματική εξουσιοδότηση για την υπαγωγή στα τριμελή εφετεία των τρομοκρατικών πράξεων που προβλέπονται στο νόμο αυτό και που κατά ορισμένες αποφάσεις δικαστηρίων μας, όπως το βούλευμα που σας επισήμανα, εμπίπτουν κατ' ουσίαν στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος».

[13] Οι αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής στο αίτημα για δικηγόρο απαντούσαν ότι δεν δικαιούνται δικηγόρο “υπάρχει νέος νόμος που έχουμε δικαίωμα να μη δώσουμε δικηγόρο για μία - δυο μέρες (Μυλωνάς, 2004).

[14] «Καμία παραβίαση όμως των κανόνων δικαίου ή ηθικής δε δικαιολογείται με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας» (Μανωλεδάκης, 2003).

[15] «Είναι ορατός ο κίνδυνος σύγχυσης αστυνομικών και δικαστικών ανακριτικών καθηκόντων σε μία υπόθεση όπως της 17Ν», υποστηρίζει ο Μανωλεδάκης (ο.π. : 65).

[16] Η μάρτυρας κα Στράτου, φέρεται να έχει δηλώσει στον ανακριτή: «Έχω να καταθέσω ότι ένα από τα δυο άτομα στη μοτοσικλέτα ομοιάζει πάρα πολύ με τον Τζωρτζάτο όπως τον έχω δει στην τηλεόραση, στις εφημερίδες και στις φωτογραφίες που μου δείχνετε». Στο δικαστήριο θα καταθέσει: «Εγώ δεν είπα όνομα στον κύριο ανακριτή, εγώ είπα αυτός ο κύριος που μου δείχνετε, μου μοιάζει με τον επιβάτη της μηχανής». Ο πρόεδρος την ρωτάει: Είπατε όνομα; Στράτου: όχι δεν είπα όνομα. Πρόεδρος: Και έγραψε ο ανακριτής όνομα χωρίς να το πείτε; Στράτου: Μου έδειξε τη φωτογραφία, μετά του λέω ότι μοιάζει εδώ στους κροτάφους. Πρόεδρος: Το όνομα με ενδιαφέρει, το όνομα Τζωρτζάτος πως προέκυψε; Στράτου: Όχι δεν το είπα εγώ (Μυλωνάς, 2004:89).

[17] Κυρία Πόλκα: εγώ όταν είπα στον κ. Ανακριτή ότι δεν γνωρίζω κανέναν, μου λέει: Δε σου θυμίζει; Μου έδειξε μια φωτογραφία και μου έλεγε: Δε σου θυμίζει αυτός τίποτα; Έχουν ομολογήσει ότι είναι αυτοί. Λέω δεν ξέρω, γνωστοί μου φαίνονται στην τηλεόραση όπως τους βλέπω (Μυλωνάς, 2004:91).

Κύριος Σωτηριάδης: ο ανακριτής μου είπε θέλω ονόματα, όχι αξιολογικές κρίσεις. Σε παρακαλώ, ονόματα ξέρεις; Η διαδικασία ήταν βιαστική, μισή ώρα κράτησε (Μυλωνάς, 2004:92).

[18] Χαρακτηριστικά το άρθρο 211α του ΚΠΔ αναφέρει, ότι μόνη η ομολογία κατηγορουμένου δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη άλλου κατηγορούμενου. Πρέπει να υπάρχουν και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αδιάσειστες αποδείξεις, για να παρθούν υπόψη και τα λεγόμενα ενός ή περισσότερων κατηγορούμενων σε βάρος συγκατηγορούμενών τους.

[19] Ο Έρβινγκ Γκόφμαν, στο έργο του «Στίγμα», αναλύει την «φθαρμένη ταυτότητα» και την απώλεια της κοινωνικής υπόστασης ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να συμμορφωθούν με τα πρότυπα που η κοινωνία ονομάζει φυσιολογικά. Η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, έρχεται καθημερινά αντιμέτωπη με την αντανάκλαση που τους επιστρέφουν οι άλλοι, κάτι που τους οδηγεί στο να χάνουν σχεδόν την ανθρώπινή τους οντότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις να ταυτίζονται με την «ανεπιθύμητη, δυσφημιστική ιδιότητα που τους έχει αποδοθεί.

[20] Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα (…) αλλά και το ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που το διδάσκει (…) ο καθηγητής παράγει ολόκληρη την αστυνομία, την ποινική δικονομία και κλητήρες, δικαστές ενόρκους (Μάρξ, 1982[1860-62]:5-6)

* Παρουσίαση στο μάθημα Κοινωνιολογικές και Πολιτισμικές Προσεγγίσεις του Κοινωνικού Ελέγχου του ΠΜΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου