Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Ζητήματα ορισμών, ζητήματα διαχείρισης. Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα

[ας μου συγχωρεθεί η παρέμβαση στο αρχικό κείμενο, αλλά εδώ στη μακρινή πατρίδα, όπου προσπαθώ ανεπιτυχώς να συνδυάσω δουλειά και διακοπές, δεν μπορείς με κανένα τρόπο να προβλέψεις αν θα έχεις σύνδεση με το internet και στα επόμενα 5', άρα πολλές φορές τα κείμενα γράφονται βιαστικά υπό την πίεση αυτής της σχέσης μίσους μεταξύ εμού και των άγνωστων δυνάμεων που προγραμματίζουν ερήμην μου τη δουλειά μου...]

Ερέθισμα γι' αυτές τις σκέψεις αποτέλεσε προσωπική επίθεση που δέχτηκα σε δημοσίευση του tvxs για την Χριστίνα Κυριμοπούλου, από θαμώνες του ιστοχώρου με διάφορα ψευδώνυμα, οι οποίοι σε επίπεδο [ας το πούμε] επιχειρημάτων μού καταλόγισαν ότι αγνόησα συνειδητά [αν όχι βάσει ιδιοτελούς σχεδίου!] την προσφορά τους στην αποφυλάκιση της Χριστίνας, ενώ εξέλαβαν ως επιθετική και την έκκληση μου να προστατευθεί πλέον ο ιδιωτικός της χώρος από την συνεχιζόμενη δημοσιοποίηση στοιχείων που τον παραβιάζουν καταφανώς.

Κατά σύμπτωση, το ασήμαντο αυτό γεγονός συνέπεσε με σημαντικά γεγονότα, τα εξαγγελθέντα γι' αυτό το καλοκαίρι μέτρα επιτήρησης και ελέγχου του συνολικού κοινωνικού σώματος, με νομιμοποιητικό λόγο τον έλεγχο της εγκληματικότητας ή την κήρυξη πολέμων κατά της τρομοκρατίας. Στοιχείο μιας παρόμοιας πολιτικής είναι αναπόδραστα η παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων καθώς βασικός της άξονας είναι η ηλεκτρονική παρακολούθηση ή η συλλογή, από κρατικές υπηρεσίες, στοιχείων που παραβιάζουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της προστασίας του ιδιωτικού χώρου. Καλοκαιρινές και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν αυτά τα μέτρα, ενώ ο υπουργός δικαιοσύνης αξιολόγησε περίπου ως αδιάφορη την θέση της ΑΠΠΔ περί αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων για το DNA.

Κι έτσι, σ’ αυτή τη συγκυρία, το σύντομο αυτό σημείωμα αναφέρεται στο ζήτημα του ορισμού και της διαχείρισης των προσωπικών δεδομένων στον πραγματικό και τον ιντερνετικό χώρο, στην πρόσληψη και τη νοηματοδότηση της δημοσιοποίησης προσωπικών δεδομένων στις δύο περιπτώσεις και, κυρίως, όταν το στοιχείο της συναίνεσης και της ενεργού συμμετοχής του ελεγχόμενου στη διαδικασία του ελέγχου στον ιντερνετικό χώρο, μοιάζει να συσκοτίζει τον προβληματικό χαρακτήρα της συνθήκης.

Ξεκινάει ως εξής η Μαράννα Πελέκη το κείμενό της «Προσοχή! Ο χώρος επιτηρείται»

[http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/07/blog-post_4352.html]

«Στην καθιερωμένη μου επίσκεψη στο γυμναστήριο παρουσιάζω την κάρτα μέλους που μου δίνει πλήρη ελευθερία χρήσης των παροχών του χώρου. Στον πάγκο της εισόδου υπάρχει ένας μηχανισμός που διαβάζει το barcode της κάρτας και εμφανίζει τα στοιχεία του πελάτη στην οθόνη του υπολογιστή, ρουτίνα που επαναλαμβανόμενα αποφεύγω. «Γιατί δε “χτυπάς” ποτέ την κάρτα σου;», με ρώτησε πρόσφατα ένας γυμναστής. «Γιατί ακριβώς πρέπει να το κάνω;», απάντησα σε μια προσπάθεια προσποίησης άγνοιας και μίμησης της σωκρατικής διαλεκτικής. Σ’ ένα πλαίσιο αστεϊσμού και προσπάθειας άσκησης της πειθούς του μέσα από μια επιχειρηματολογία που θα έβρισκε κοινά σημεία επικοινωνίας, μου ανταπάντησε χαμογελώντας συνωμοτικά και προκαταβάλλοντας πως θα μιλήσουμε μια κοινή γλώσσα: «Μα, θέλουμε να σας ελέγχουμε! Είμαστε ο Big Brother!».
Αυτό που με εντυπωσίασε δεν ήταν η κοινοποίηση του ελέγχου, αλλά η χρήση της ευχάριστης πλευράς του, γεγονός που αποσπά εύκολα τη συναίνεση στη συμμετοχή της διαδικασίας προσφοράς των προσωπικών στοιχείων. Η επιτήρηση και ο έλεγχος έχουν γίνει δόκιμες έννοιες, ακόμα και αν η συνεπαγόμενη εξουσία των όρων υπερβαίνει τους χρήστες τους καθώς απουσιάζει η συναίσθηση του μεγέθους και του βάθους του ελέγχου που τους ασκείται, με κυρίαρχη την ψευδαίσθηση πως είναι αυτοί που τον ασκούν».

Η χρήση της "ευχάριστης πλευράς" της επιτήρησης, η ψευδαίσθηση ότι το έλεγχο τον ασκεί ο ελεγχόμενος.

Τα παραδείγματα είναι πολλά αλλά νομίζω ότι από τις πιο ενδεικτικές περιπτώσεις είναι το εγχείρημα του facebook, το οποίο βασίζεται ακριβώς στη δημοσιοποίησης προσωπικών δεδομένων, κάποια από τα οποία ζητούνται ήδη κατά τη διαδικασία της εγγραφής σου [π.χ. ημερομηνία γέννησης] και η ψευδαίσθηση έγκειται στο ότι ο συμμετέχων διατηρεί τον έλεγχο των στοιχείων που εντέλει θα δημοσιοποιηθούν. Θεωρητικά θα μπορούσε να είναι και έτσι και να κρύψεις από το δημοσιευόμενο προφίλ την ηλικία ή την φωτογραφία σου. Ωστόσο, αν συνεχίζεις να κρύβεις, το "παιγνίδι" χάνει το γούστο του γιατί παραβιάζεται ο πυρήνας του, η ιδέα πάνω στην οποία στήνεται. "Ο τάδε θέλει να γίνετε φίλοι", "Τι σκέφτεσαι", "Κοινοποίηση", "Τοίχος". Αποκαλυπτική η σημειολογία των λέξεων σε σχέση με τις προκλήσεις του παιγνιδιού οι οποίες οριοθετούν εντέλει τις επιλογές ενόσω τροφοδοτούν και την ψευδαίσθηση ότι η έκθεση αφορά μόνον τα στοιχεία που επιλέγει προς δημοσιοποίηση ο συμμετέχων για να κατασκευάσει το επιθυμητό προφίλ του. Και κάπου εκεί, στο επίπεδο της ψευδαίσθησης, χτίζονται τα διάφορα προφίλ, εμπορικό, κοινωνικό, μορφωτικό, πολιτικό... τα οποία θέτουν στη διάθεση εκατομμυρίων επισκεπτών, υπό την ψευδεπίγραφη επωνυμία «φίλοι», προτιμήσεις, επιθυμίες, σκέψεις, στυλ... Κι εκεί το παιγνίδι που καθιστά το ιδιωτικό δημόσιο, τείνει πλέον να διαμορφώνει στάσεις που ξεπερνούν τα όρια του "παιγνιδιού" και φυσιολογικοποιούν την έκθεση εαυτών και αλλήλων ως προϊόντων προς βρώσιν απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών.

Παρόλα αυτά, δεν επιθυμώ να γενικεύσω, καθώς πλάι σ’ αυτόν που θα βγει στο δρόμο να διαδηλώσει για τις κάμερες και μετά θα σταθεί ανυποψίαστος μπροστά στην κάμερα του facebook, είναι κι εκείνος που έχει πλήρη επίγνωση των ρίσκων του παιγνιδιού και ως τέτοια τα αναλαμβάνει συνειδητά. Το επιχείρημά μου, ωστόσο, συναρθρώνεται με την εμπειρία που αφηγήθηκα στην αρχή, όχι στο επίπεδο της επίθεσης που δέχτηκα εκτιθέμενη στον ιντερνετικό διάλογο με το όνομά μου απέναντι στα ψευδώνυμα [ας πρόσεχα!], αλλά σε ό, τι αφορά το επίδικο: το ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, από τη στιγμή που δεν προβληματοποιείται η δημοσιοποίηση του ιδιωτικού χώρου, φαίνεται ότι ούτε η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων του άλλου μοιάζει να προσκρούει σε κανένα, ορατό τουλάχιστον, κανόνα. Ακόμα κι όταν ο άλλος δεν είναι συμμέτοχος στο παιγνίδι, όπως στην προκείμενη περίπτωση που στερείται φωνής ως έγκλειστος, το δικαίωμα να πληροφορούνται οι χρήστες του διαδικτύου τον αριθμό των εσωρούχων του ή το ενδεχόμενο να νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο, νοηματοδοτείται ως «απλό ανθρώπινο ενδιαφέρον». Εκεί είναι το σημείο όπου ο Μεγάλος Αδελφός της αφήγησης της Μαριάννας Πελέκη, γίνεται μέρος της εξοικείωσης με μια συνθήκη όπου η παραβίαση του ιδιωτικού χώρου καθίσταταιαπλώς θέμα εικαζόμενων επιθυμιών και προσωπικών κινήτρων…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου