Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

FOLK DEVILS AND MORAL PANICS

STANLEY COHEN, FOLK DEVILS AND MORAL PANICS – THE CREATION OF THE MODS AND ROCKERS, New York: St. Martin’ s Press, 1980. Πρώτη έκδοση, 1972
(παρουσίαση)
Κυριάκος Λίγκας 

Το βιβλίο του Stanley Cohen “Folk devils and moral panics – The creation of the Mods and Rockers” (1972) αποτελεί ορόσημο για τις πολιτισμικές σπουδές, όπως αυτές αναπτύχθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του 1960, καθώς και σημείο αναφοράς στην προσέγγιση των νεανικών υποκουλτούρων και της παρέκκλισης. Ο Cohen μεγάλωσε και σπούδασε στη Νότιο Αφρική. Έρχεται στο LSE το 1963 για να εκπονήσει μέσα στην επόμενη τριετία τη διδακτορική του διατριβή, η οποία αποτελεί τη βάση του συγκεκριμένου έργου. Μεταξύ του 1969 και του 1972, ο Cohen ολοκληρώνει τη συγγραφή του “Folk devils and moral panics”. Την πρώτη ιδιαίτερα επιτυχημένη έκδοση του 1972 ακολουθούν άλλες δύο το 1980 και το 2002 αντίστοιχα. Το έργο αυτό του βρετανού κοινωνικού επιστήμονα απετέλεσε κι αποτελεί μέχρι σήμερα το κατεξοχήν παράδειγμα θεωρητικής και μεθοδολογικής προσέγγισης των υποκουλτούρων και της παρέκκλισης στο πλαίσιο της θεωρίας της αλληλεπίδρασης και της θεωρίας της ετικέτας στον ευρύτερο ακαδημαϊκό χώρο της κοινωνιολογίας της παρέκκλισης. Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση του έργου, θα σταθούμε στους θεωρητικούς και κυρίως τους μεθοδολογικούς άξονες πάνω στους οποίους ο Cohen συγκροτεί την ανάλυσή του. Από την πρώτη ήδη παράγραφο του βιβλίου ο Cohen τοποθετείται συνεκτικά και με σαφήνεια σχετικά με την οπτική γωνία της προσέγγισής του: «... Οι κοινωνίες υπόκεινται συχνά πυκνά σε περιόδους ‘ηθικού πανικού’ (πρόκειται για έναν όρο που κάνει ευρέως γνωστό ο Cohen με το έργο αυτό). Μια κατάσταση, ένα επεισόδιο, ένα άτομο ή ομάδα ατόμων προσδιορίζονται ως απειλές για το κοινωνικό αξιακό πλαίσιο. Τα ΜΜΕ προσδίδουν μια στερεοτυπική φύση στις οντότητες αυτές, ενώ στο έργο της ηθικής οχύρωσης της κοινωνίας συντελούν εκδότες, πολιτικοί, αλλά και άλλοι «ορθά» σκεπτόμενοι άνθρωποι, όπως πάσης φύσεως κοινωνικά αναγνωρισμένοι ειδικοί, προτείνοντας διάγνωση και λύση στο πρόβλημα. Κάποιες φορές το αντικείμενο του πανικού είναι νέο· κάποιες άλλες απλά προϋπάρχει κι εμφανίζεται ξαφνικά με μια συγκεκριμένη, διακριτή μορφή· κατόπιν η απειλή εξαφανίζεται, διαρκεί, μαραίνεται, επηρεάζοντας ή αφήνοντας ανέπαφο το πλαίσιο των διαδικασιών της κοινωνικής αλλαγής, καθώς και αυτό των κοινωνικών πολιτικών...». Οι νεανικές κουλτούρες της μεταπολεμικής Βρετανίας με την ‘παρεκκλίνουσα’ και ‘παραβατική’ συμπεριφορά τους αποτελούν έναν τέτοιο τύπο ηθικού πανικού και σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό έχουν συνδεθεί με τη βία· Teddy Boys, Mods, Rockers, Skinheads, Hippies. Ομάδες όπως οι Teddy Boys, οι Mods και οι Rockers έχουν αποτελέσει έτσι διακριτούς κοινωνικούς τύπους· λαϊκούς σατανάδες ως ζωντανές υπενθυμίσεις αυτού που τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας δεν πρέπει να γίνουν. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο χαρακτηρισμός ‘Modernist’ αναφερόταν απλά σε κάποιες ενδυματολογικές επιλογές μέρους της βρετανικής νεολαίας, ενώ ‘Rocker’ ήταν ένας χαρακτηρισμός, ο οποίος ήταν μάλλον άγνωστος έξω από τις μικρές ομάδες, των οποίων τα μέλη αυτοχαρακτηρίζονταν έτσι. Πέντε χρόνια αργότερα γίνεται αναφορά στο όνομά τους σε άμεση σχέση με πρωτοφανείς στα χρονικά ταραχές, ενώ στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, οι ομάδες αυτές φαίνεται να έχουν εξαφανιστεί και να διατηρούνται στη συλλογική μνήμη ως λαϊκοί σατανάδες συνδεδεμένοι με επεισόδια τρόμου και βίας. Στο “Folk devils and moral panics”, ο Cohen προσεγγίζει το φαινόμενο των Mods και των Rockers και αναλύει τα χαρακτηριστικά της εμφάνισης μορφών νεανικής παραβατικότητας και παρέκκλισης, καθώς και τη σχέση των μορφών αυτών με τον ηθικό πανικό που τις συγκροτεί, αλλά και αντίστροφα συγκροτείται από αυτές. Το σκηνικό, το οποίο τροφοδοτεί την ανάλυση του Cohen έχει περίπου ως εξής: Στο παραθαλάσσιο θέρετρο Clacton στις νότιες ακτές της Αγγλίας εκτυλίσσονται επεισόδια μεταξύ νεαρών ατόμων, κατά τη διάρκεια της πασχαλινής αργίας του 1964. Παρόμοια επεισόδια – καυγάδες, σποραδικούς βανδαλισμούς κλπ - συναντάμε αργότερα και σε άλλα θέρετρα όπως αυτά του Margate και του Brighton. Πολλοί από τους νεαρούς που εμπλέκονται φαίνεται να ανήκουν (στυλιστικά, ενδυματολογικά) σε αυτό που στη συνέχεια κατηγοριοποιήθηκε στη συλλογική συνείδηση ως ομάδες-συμμορίες Mods και Rockers. Σε μια γρήγορη ανασκόπηση της κοινωνικής θεωρίας γύρω από τα θέματα του ηθικού πανικού και των λαϊκών σατανάδων ο Cohen υποστηρίζει, ότι τη μεγαλύτερη προσφορά προς αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο χώρο της θεωρίας της αλληλεπίδρασης. Πιο συγκεκριμένα, στους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία κατηγοριοποιεί τους παραβάτες των κανόνων και τους ταξινομεί σε διακριτές ομάδες-τύπους, ερμηνεύοντας στη συνέχεια τη συμπεριφορά τους με τους όρους αυτής της ταξινόμησης που έχει όμως προηγηθεί. Ο Cohen ακολουθεί την προσπάθεια αντιστροφής της κανονιστικής προσέγγισης του εγκλήματος, της παρέκκλισης και της παραβατικότητας υιοθετώντας την σκεπτικιστική, κριτική προσέγγιση των φαινομένων αυτών. Έτσι, τα ερωτήματα που αφετηριακά τίθενται είναι για παράδειγμα: ‘Παρέκκλιση έναντι τίνος;’, ‘Παράβαση ποιου κανόνα;’, ‘Προβληματική συμπεριφορά σε σχέση με τι;’. Παραθέτοντας λοιπόν τον Becker (social reaction theory, labeling theory [1963]), ο Cohen, ακολουθεί το θεωρητικό άξονα που υποστηρίζει, ότι η παρέκκλιση συγκροτείται κοινωνικά· κοινωνικές ομάδες συγκροτούν την παρέκκλιση φτιάχνοντας κανόνες, των οποίων η παραβίαση αποτελεί παρέκκλιση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο όρος ‘παρέκκλιση’ απομακρύνεται από την εννοιολόγησή του ως εγγενούς ποιότητας του υποκειμένου-δράστη· και κατ’ επέκταση, παρεκκλίνουσα συμπεριφορά είναι αυτή που έχει κατηγοριοποιηθεί ως τέτοια. Η κριτική που ασκήθηκε σε αυτήν τη θεωρητική προσέγγιση της παρέκκλισης συνίσταται κυρίως στην επισήμανση, ότι με αυτόν τρόπο η ανάλυση απομακρύνεται από το υποκείμενα, δηλαδή το πεδίο των ατομικών ή/και συλλογικών συμπεριφορών. Από την άλλη βέβαια μεριά, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Cohen, δύσκολα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ότι η σχιζοφρένεια είναι κάτι σαν τη γρίπη. Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του μεθοδολογικού άξονα θα πρέπει να σημειωθεί, ότι o Cohen θεωρεί τα ΜΜΕ ως καθοριστικό φορέα συγκρότησης αυτού που θα ονομάζαμε κοινωνικό πρόβλημα ή κοινωνική απειλή· συνιστώσες με άλλους όρους που συγκροτούν κοινωνικό κλίμα ηθικής αγανάκτησης. Τα ΜΜΕ, σύμφωνα με τον Cohen, επιλέγουν γεγονότα που στη συνέχεια επενδύουν με την άμεση αναγκαιότητα ‘να γίνει κάτι γι αυτά’, ‘να υπάρχει αντίδραση’· εφοδιάζουν έτσι τους ‘εργολάβους της ηθικής’ (όρος που εισήγαγε στη θεωρία ο Becker) με το απαραίτητο υλικό που θα τους βοηθήσει να διεγείρουν το κοινωνικό περιβάλλον με απώτερο στόχο την όσο το δυνατόν ευρύτερη κοινωνική υποστήριξη. Μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι λοιπόν αφιερωμένο στην πρόσληψη των ΜΜΕ ως κατεξοχήν φορέων συγκρότησης ηθικών πανικών και λαϊκών σατανάδων. Στο μεθοδολογικό τώρα επίπεδο ο Cohen κινείται σχηματικά ως εξής: Οι πηγές του είναι ο Τύπος, τοπικός και εθνικός, παντός είδους σχετικά δημοσιεύματα, συνεντεύξεις με φορείς επίσημου λόγου και μη, όπως δήμαρχοι, πολιτικοί, καταστηματάρχες, διάφοροι τοπικοί παράγοντες. Επιπλέον στοιχεία για τη ανάλυση αντλούνται από προσωπική παρατήρηση, ερωτηματολόγια στην τοπική κοινωνία, αλληλογραφία μεταξύ τοπικών θεσμικών φορέων αλλά και κεντρικών. Η δυναμική/διαλεκτική σχέση μεταξύ ‘ηθικού πανικού’ και ‘λαϊκού σατανά’ εντοπίζεται στη διαδικασία αλληλοενίσχυσης των δύο αυτών κατηγοριών. Κεντρικό σημείο στην ανάλυση του Cohen είναι η έμφαση στις διαδικασίες ενίσχυσης των συνιστωσών της παρεκκλίνουσας/παραβατικής συμπεριφοράς μέσα σε αυτό το σχήμα. Έτσι, ο ηθικός πανικός κι οι λαϊκοί σατανάδες βαδίζουν παράλληλα με τους τρόπους με τους οποίους σημασιοδοτούνται τα γεγονότα κατά τη διάρκεια μετατροπής τους σε είδηση. Μέσα στο ίδιο σχήμα φαίνεται να συντίθεται κι η μορφή της κοινωνικής αντίδρασης· η τιμωρητική της δηλαδή διάσταση, τόσο όσο αφορά τη μορφή, όσο και το περιεχόμενο. Συμπερασματικά, η πρόθεση του Cohen είναι να συγκροτήσει την ανάλυσή του γύρω από την έννοια της κοινωνικής αντίδρασης και τις διαστάσεις της σχετικά με τα επεισόδια στα βρετανικά θέρετρα, παρά τη δράση των ατόμων ή των ομάδων που συμμετείχαν. Ο συγγραφέας, επιστρατεύοντας μια μεταφορά από το χώρο του θεάτρου, επισημαίνει, ότι το ενδιαφέρον του είναι εστιασμένο στο ακροατήριο, παρά τους ηθοποιούς. Οι τελευταίοι εμπλέκονται μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητος για την ανάλυση της κοινωνικής αντίδρασης και της παραγωγικής της δύναμης· στο επίπεδο δηλαδή της αλληλεπίδρασης· τον τόπο μεταξύ δράσης και αντίδρασης. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο ο Cohen επιλέγει μεθοδολογικά να αναφερθεί στα δρώντα υποκείμενα – τους ‘ηθοποιούς’ - στο τέλος του βιβλίου. Το μεθοδολογικό μοντέλο που επιλέγει να χρησιμοποιήσει ο Cohen είναι αυτό των αναλυτών φυσικών καταστροφών. Σε αυτό το μοντέλο, οι συλλογικές πρακτικές δράσης και προστασίας έναντι κινδύνων χωρίζονται στις εξής φάσεις: - Προειδοποίηση, δηλαδή ο εντοπισμός των σημείων ενός επερχόμενου κινδύνου - Απειλή, δηλαδή τα προειδοποιητικά σημάδια όπως αυτά έρχονται στην επιφάνεια στο επίπεδο της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων - Χτύπημα, δηλαδή η φάση κατά την οποία ο κίνδυνος είναι εδώ, οπότε ακολουθούν οι πρώτες αντιδράσεις στο τοπικό, μη-οργανωμένο επίπεδο - ‘Δεξαμενή εννοιολογήσεων’ (Ο Cohen χρησιμοποιεί τον όρο ‘inventory’). Πρόκειται για τη φάση των ταξινομήσεων και των νοηματοδοτήσεων. Λέξεις, έννοιες που χρησιμοποιούνται για να δώσουν μια εικόνα του ‘τι συνέβη’. - Διάσωση, η φάση δηλαδή των διαδικασιών άμεσης βοήθειας στους πληγέντες στο τοπικό επίπεδο με αρχική κινητοποίηση του κεντρικού, υπερ-συστήματος - Θεραπεία, ανάληψη δράσης στο υπερτοπικό, κεντρικό επίπεδο - Αποκατάσταση, δηλαδή επιστροφή στην αρχική κατάσταση ισορροπίας ή προσαρμογή στις αλλαγές που προκάλεσε η καταστροφή. Το μοντέλο αυτό μεταφέρεται στην ανάλυση των ‘συγκρούσεων’ μεταξύ Mods και Rockers με την εξής μορφή: Στη φάση της προειδοποίησης συμπεριλαμβάνονται οι δύο πρώτες φάσεις (προειδοποίηση και απειλή). Ακολουθεί η φάση του ‘χτυπήματος’ κι αμέσως μετά το inventory, η ‘δεξαμενή των εννοιολογήσεων’. Η τελευταία φάση είναι αυτή της αντίδρασης, όπου συμπεριλαμβάνονται οι φάσεις της διάσωσης, της θεραπείας και της αποκατάστασης. Το μοντέλο του Cohen, όπως χρησιμοποιείται στην ανάλυσή του, παρουσιάζει διαφορές με το μοντέλο αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών. Στην περίπτωση της φυσικής καταστροφής το γεγονός μένει ανεπηρέαστο από την αντίδραση. Στην περίπτωση των συμπλοκών μεταξύ Mods και Rockers όμως, η καταχώρηση των συμβάντων ως παραβατικές-εγκληματικές είναι αυτή που αποδίδει σημασία και κατά συνέπεια τροφοδοτεί συγκεκριμένους τρόπους αντίδρασης. Επιπλέον, στην περίπτωση της φυσικής καταστροφής η διαδικασία φαίνεται να είναι γραμμική, ενώ στην άλλη κυκλική και ανατροφοδοτούμενη, ενισχυόμενη. Το ‘χτύπημα’ οριζόμενο ως παρέκκλιση ακολουθείται από αντίδραση που με τη σειρά της τροφοδοτεί το στάδιο της προειδοποίησης κι επομένως συγκροτεί κλίμα αναμονής του επόμενου ‘χτυπήματος’. Με άλλους όρους, το φαινόμενο ‘Mods και Rockers’ παρουσιάζεται ως γενικευμένος τύπος παρέκκλισης μέσα από σειρά διακριτών συμβάντων (επεισόδια στο Clacton, το Brighton, το Margate κλπ), τα οποία έγιναν, γίνονται ή πρόκειται να γίνουν. Πέρα από την επιλογή αυτού του ευρηματικού μεθοδολογικού σχεδίου με στόχο να ανιχνευθεί η φύση της κοινωνικής αντίδρασης σε αυτήν τη μορφή παρέκκλισης κι οι τρόποι με τους οποίους τροφοδοτούνται οι φορείς κοινωνικού ελέγχου, η συμπεριφορική πλευρά των Mods και των Rockers (πώς εμφανίστηκαν; Γιατί κάποια μερίδα της νεολαίας ταυτίστηκε με τις δύο ομάδες;) προσεγγίζεται στο παρασκήνιο. Ο Cohen επιστρατεύει το minimum της παρέκκλισης προς όφελος της προσέγγισης της κοινωνικής αντίδρασης. Έτσι, η μελέτη χωρίζεται σε τρία μέρη: Αναδιαρθρώνοντας κατά κάποιο τρόπο το μοντέλο, ο Cohen παρακολουθεί πρώτα τους τρόπους συγκρότησης της κοινωνικής αντίδρασης μέσα από τον Τύπο και το σύστημα κοινωνικού ελέγχου (‘Δεξαμενή εννοιολογήσεων’, συγκρότηση σχημάτων στάσεων και απόψεων). Στη συνέχεια παρακολουθεί τις πρακτικές συνέπειες της διαμορφωμένης κοινωνικής αντίδρασης στο επίπεδο των φάσεων της διάσωσης και της θεραπείας. Τέλος, φέρνει στο προσκήνιο τους λαϊκούς σατανάδες (folk devils) και τον ηθικό πανικό (moral panic), τη φάση δηλαδή της ‘προειδοποίησης’ και του ‘χτυπήματος’, εντάσσοντάς τα σε ιστορικά και δομικά συμφραζόμενα. Αυτό σημαίνει, ότι στο μεγαλύτερο μέρος της μελέτης οι Mods κι οι Rockers δεν εμφανίζονται ως «αληθινοί» χαρακτήρες. Αυτό δεν γίνεται για να παρουσιαστούν ως χειραγωγούμενα υποκείμενα. Απλά τους επιτρέπεται να έρθουν στο προσκήνιο, όταν η υποτιθέμενη, ομοιογενής, στερεοτυπική ταυτότητά τους έχει ήδη προσφερθεί για δημόσια κατανάλωση. Μετά τη σχηματική παρουσίαση των θεωρητικών και μεθοδολογικών επιλογών του συγγραφέα, παρακολουθώντας την αφηγηματική ροή, συναντάμε το αρχικό γεγονός που είναι τα επεισόδια στο Clacton, το Μάϊο του 1964. Ο Cohen προσεγγίζει στο στάδιο της ‘δεξαμενής εννοιολογήσεων’ τον τρόπο με τον οποίο ο τύπος, τοπικός κι εθνικός, καλύπτει το συμβάν. Οι έννοιες κλειδιά που χρησιμοποιεί είναι ‘υπερβολή’, ’παραχάραξη’, ‘πρόβλεψη’, ‘συμβολοποίηση’. Έτσι, στο λόγο του Τύπου εντοπίζονται συναισθηματικά φορτισμένη γλώσσα, παραπλανητικοί τίτλοι, υπερβολές στον αριθμό των ταραξιών και τις εκτιμήσεις ζημιών και καταστροφών. Στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται από τον Τύπο κυριαρχούν λέξεις κι εκφράσεις όπως ‘εξέγερση’, ‘καταστροφικό όργιο’, ‘μάχη’, ‘επίθεση’, ‘άλωση’, ‘αλλάζων όχλος’, ‘ημέρα τρόμου’, ‘97 συλλήψεις’, ‘αποφασισμένοι να καταστρέψουν’. Αναλύοντας το λόγο του Τύπου, ο Cohen, κάνει αρκετές σημαντικές επισημάνσεις: Στην περίπτωση του Brighton, που έπεται των επεισοδίων του Clacton, ο Cohen μας υπενθυμίζει, ότι οι καιρικές συνθήκες ήταν αρκετά κακές με αποτέλεσμα η προσέλευση του κόσμου στην αργία να είναι αρκετά χαμηλή. Υποστηρίζει επιπλέον, ότι σύμφωνα με τις πηγές του οι περισσότεροι είχαν κατέβει στην παραλία ‘για να δουν τους Mods και τους Rockers’. Στην περίπτωση των γεγονότων του Margate η Daily Express γράφει χαρακτηριστικά : «Ο μπαμπάς κοιμόταν στην ξαπλώστρα κι η μαμά έφτιαχνε πύργους στην άμμο με τα παιδιά όταν ‘τα παιδιά του 1964’ κατέλαβαν τις παραλίες του Brighton και του Margate και γέμισαν την παραδοσιακή σκηνή της καρτ-ποστάλ με αίμα και βία». Σε άλλες περιπτώσεις, τίτλοι εφημερίδων που περιέχουν τη λέξη ‘βία’ ακολουθούνται από άρθρα όπου δε γίνεται καμία αναφορά σε σκηνικά βίας. Παρουσιάζοντας ένα τυπικό σχήμα παρουσίασης των γεγονότων από τον Τύπο, ο Cohen, συνοψίζει την κριτική του θέση δίνοντας έμφαση στη διαδικασία συγκρότησης της κοινωνικής αντίδρασης: ‘....Συμμορίες (χωρίς καμία ένδειξη παρόμοιας δομής), Mods και Rockers (μη σαφές δίπολο, στο Clacton για παράδειγμα το πιθανό δίπολο θα μπορούσε να εντοπιστεί μεταξύ ντόπιων και μη) εισβάλλουν από το Λονδίνο (ο πιο πολύς κόσμος προέρχεται ούτως ή άλλως από το Λονδίνο κατά τη διάρκεια της αργίας) με μοτοσικλέτες και σκούτερ (η πλειοψηφία χρησιμοποιούσε το τρένο). ....Ευκατάστατες οικονομικά (η συντριπτική πλειοψηφία των συλληφθέντων κουβαλούσε για το διήμερο μόνο 15 πέννες), αταξικές ομάδες (στην ουσία επρόκειτο κυρίως για μέλη της εργατικής τάξης) με προθέσεις για καταστροφή και ταραχή ( οι πιο πολλοί είχαν έρθει για να δουν πιθανολογούμενες φασαρίες), βία και βανδαλισμούς ( μόλις το 10% των συλληφθέντων στο Clacton κατηγορήθηκε για κάτι τέτοιο. Ο ‘στόχος’ ως επί το πλείστον ήταν η αστυνομία παρά οι παραθεριστές). ....Υψηλό το κόστος των καταστροφών (η καταστροφή 50 ξαπλωστρών για παράδειγμα συναντάται και στις παλαιότερες αργίες), μεγάλη η απώλεια κερδών (οφειλόταν κυρίως σε ένα κρύο και βροχερό τριήμερο. Στο Hastings για παράδειγμα, ένα άλλο θέρετρο, σημειώθηκε τον Αύγουστο του 1964 άυξηση της προσέλευσης κατά 6000 άτομα από την αντίστοιχη περσινή αργία. Ένα ταξιδιωτικό γραφείο στην Ιρλανδία αλληλογραφώντας με τοπικό οργανισμό του Margate αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι όλη αυτή η ιστορία με τους Mods και τους Rockers ‘έβαλε’ το Margate στο χάρτη). Σε μια προσωπική συνέντευξη, ένας άντρας λέει στον Cohen: ‘Ήρθαμε το τριήμερο στην παραλία με την οικογένεια μου να δούμε όλη αυτήν την πλάκα με τους Mods και τους Rockers’. Γύρω από την έννοια της ‘πρόβλεψης’, ο Cohen, παρατηρεί, ότι το κυρίαρχο ερώτημα που κάθε φορά απασχολεί στο τοπικό επίπεδο την αστυνομία, τους επιχειρηματίες, τους εμπόρους είναι ‘τι να κάνουμε την ερχόμενη φορά?’. Στον Τύπο και την τηλεόραση παρουσιάζονται συνεντεύξεις με νεαρούς, στις οποίες γίνονται ερωτήσεις όπως ‘Πού σκοπεύετε να πάτε για χαβαλέ το επόμενο σαββατοκύριακο?’ Εάν τέλος οι προβλέψεις δεν επιβεβαιώνονταν τότε είχαμε το φαινόμενο του ‘no event’. Στον Τύπο εμφανίζονταν τίτλοι όπως ‘Δέν είχαμε επεισόδια φέτος’. Το 1965 κάποια εφημερίδα γράφει ‘Hastings without them’ (‘Το Hastings χωρίς αυτούς’, εννοώντας τις ομάδες των Mods και των Rockers.) Στο επίπεδο της συμβολοποίησης, της διαδικασίας επένδυσης δηλαδή των λέξεων με συγκεκριμένες σημασίες ο Cohen εξηγεί: Η λέξη Mod συμβολίζει στο πλαίσιο στο οποίο έχει ενταχθεί μια κατάσταση παρεκκλίνουσα ή παραβατική. Αντικείμενα όπως τα ρούχα ή τα σκούτερ των Mods, αλλά ακόμη κι η κόμμωση ή οι στυλιστικές επιλογές συμβολίζουν στη συνέχεια τη λέξη Mod. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντικείμενα και αισθητικές επιλογές, τρόποι ζωής γίνονται σύμβολα παραβατικής κατάστασης. Οι όροι Mods και Rockers αποκόπτονται από προηγούμενα σημασιολογικά συμφραζόμενα (πχ ως μορφές νεανικής κατανάλωσης ή ως στυλ γενικότερα) και επενδύονται με αρνητικές σημασίες. Εδώ, οι προηγούμενες πρακτικές της υπερβολής και της παραχάραξης ετικεττοποιούν, συμβολοποιώντας και ομογενοποιώντας: Όσοι ντύνονται με αυτόν τρόπο, όσοι χρησιμοποιούν σκούτερ για τις μετακινήσεις τους, όσοι ακολουθούν αυτόν τον τρόπο ζωής είναι Mods ή αντίστοιχα Rockers, οπότε και παραβατικοί. Η διαδικασία συμβολοποίησης ενισχύεται από συνεντεύξεις ‘αντιπροσωπευτικών τύπων’ των ομάδων. Η Daily Mirror για παράδειγμα μίλησε με τον ‘Mick, the wild one’. Σε κάποιο άλλο άρθρο στον Τύπο παρουσιάζεται ο φόνος ενός νεαρού άνδρα μια μέρα πριν από τα συμβάντα στην παραλία, ο οποίος φορούσε ένα μπουφάν Μod και βρέθηκε μαχαιρωμένος. Ο νεαρός άνδρας παρουσιάζεται ως “o σακατεμένος, κατακρεουργημένος Μod”. Αντλώντας από προσωπικές συνεντεύξεις με ανθρώπους που παρευρίσκονταν στις φασαρίες ο Cohen αναφέρει, ότι πολλοί δήλωναν απογοητευμένοι από τη χλιαρή δράση σε σχέση με την εικόνα που είχαν αποκομίσει από την κάλυψη του Τύπου σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν. Συνοψίζοντας, τα κεντρικά σημεία στη διαδικασία συγκρότησης της ‘δεξαμενής εννοιολογήσεων’ είναι τα εξής: Συγκεκριμένες συμπεριφορές, τρόποι ζωής έχουν καθοριστεί ως παρεκκλίνοντες με τη βοήθεια της υπερβολής και της παραχάραξης που χαρακτηρίζουν το λόγο του Τύπου. Μέσα από τις διαδικασίες της εττικετοποίησης και της συμβολοποίησης έχουν αποδοθεί συγκεκριμένες αρνητικές σημασίες στα υποκείμενα της απειλής. Επιπλέον, η διαμόρφωση κλίματος αναμονής για την επόμενη ‘συμφορά’ έχει συντελεστεί. Έννοιες και σημασίες βρίσκονται έτοιμες προς άντληση σε ένα καλά οργανωμένο ιδεολογικό οπλοστάσιο. Όλα είναι έτοιμα και προσφέρονται για αγιοποίηση ή δαιμονοποίηση. Οι σύγχρονοι λαϊκοί σατανάδες είναι εδώ και απειλούν την κοινωνία. Έχοντας ολοκληρώσει την ανάλυση αυτού του σταδίου, ο Cohen, περνά στη φάση της κοινωνικής αντίδρασης. Εδώ εστιάζει στις θεματικές κατηγορίες του ‘προσανατολισμού’, της ‘κατεύθυνσης, των ‘προδιαθέσεων’ και των αποφαντικών σχημάτων που συναντάμε στον επίσημο δημόσιο λόγο αμέσως μετά τα γεγονότα. Η καταλληλότητα του μεθοδολογικού πλάνου, αυτού των φυσικών καταστροφών, που έχει επιλέξει ο συγγραφέας επιβεβαιώνεται. Τόσο στον Τύπο, όσο και σε επίσημες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών ή φορέων της πολιτείας συναντάμε εκφράσεις όπως ‘σεισμός’, ‘πυρκαγια’, ‘επιδρομή ακρίδας’ που ‘καταστρέφουν την περιοχή’. Άλλες αναφορές επιβεβαιώνουν την έννοια της ‘αυτοεκπληρούμενης προφητείας’, όταν τα προληπτικά μέτρα προστασίας προδικάζουν την ‘επόμενη φορά’ ως ακόμη χειρότερη. Η χαρακτηριστική έκφραση πολιτικού προσώπου ότι ‘δεν πρόκειται τόσο πολύ γι αυτό που έγινε’ μειώνει τις προφανείς συνέπειες του επόμενου χτυπήματος και παραπέμπει σε κάτι μεγαλύτερο: συνολική αταξία, ανομία, αποσταθεροποίηση με τους Mods και τους Rockers ως μέρος ενός μεγαλύτερου κοινωνικού προβλήματος που έχει σχέση με τη νεολαία. Ως άμεσο αποτέλεσμα αυτού του λόγου έρχεται η ενίσχυση της παρέκκλισης μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κοινωνικού ελέγχου. Συγκροτείται η πεποίθηση ότι αυτή η νέα, πρωτοφανής μορφή παραβατικότητας πρέπει να αντιμετωπιστεί και με νέα, πρωτοφανή μέτρα και πρακτικές από τους μηχανισμούς καταστολής και ελέγχου. Ο Cohen επισημαίνει σε αυτό το σημείο, ότι στο πλαίσιο ενίσχυσης των μέτρων προστασίας παρακολουθούμε τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό κινητοποίησης της αστυνομίας και της πυροσβεστικής, τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού των μονάδων καταστολής, την υιοθέτηση τακτικής σκληρών ποινών στο νομικό επίπεδο, μέχρι και τη συμμετοχή της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF) στο γενικό σχεδιασμό. Οι πρακτικές αυτές παρακολουθούνται με διαφορετικούς βαθμούς συναίνεσης από το κοινωνικό σώμα, αλλά σε γενικές γραμμές φαίνονται να είναι νομιμοποιημένες. Στο σημείο αυτό συνοψίζεται πολύ καλά η κεντρική θέση του Cohen. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ο συστηματικός χαρακτήρας του ηθικού πανικού, όπου κάθε στάδιο του πλάνου προσέγγισης του φαινομένου δεν οδηγεί απλά στο επόμενο, αλλά τα στάδια αλλητροφοδοτούνται. Ο υπερβάλλων ζήλος στην αστυνόμευση και την ποινική διαχείριση του φαινομένου ενισχύουν τους τρόπους που τα ΜΜΕ, ο επίσημος λόγος , η ‘δεξαμενή εννοιολογήσεων’, οι φορείς κοινωνικού ελέγχου συγκροτούν σε χειροπιαστή, διακριτή, απειλητική ομάδα μη διαμορφωμένες νεολαιίκες ομαδοποιήσεις. Ενισχύεται με άλλους όρους η κουλτούρα του κοινωνικού ελέγχου στο θεσμικό κι εξωθεσμικό επίπεδο (αστυνομία, ποινική διαχείριση, συγκρότηση τοπικών ομάδων δράσης και προστασίας) μέσα από τη διαδικασία κάθετης διάχυσης του προβλήματος και της αντιμετώπισής του (από την τοπική αστυνομία στις γειτονικές αρχές και από εκεί στην κεντρική εποπτεία, τη Scotland Yard και τη Βρετανική Πολεμική Αεροπορία). Η διαδικασία της κλιμάκωσης όπως περιγράφηκε επιτυγχάνεται μέσω της εγκατάστασης ενός συστήματος σταθερών πεποιθήσεων για την αντιμετώπιση του φαινομένου, όπου διευρύνεται η συμμετοχή σχημάτων προστασίας. Ο στόχος της απειλής εμφανίζεται ευρύτατος: Aπειλoύνται οι αθώοι παραθεριστές, οι ηλικιωμένοι, οι μανάδες, οι πατεράδες, τα μικρά παιδιά, οι επιχειρηματίες. Νεωτερικές μορφές πρόληψης και καταστολής θεωρούνται πλέον απαραίτητες: χαρτογράφηση ύποπτων σημείων και περιοχών, αποτροπή συγκέντρωσης νέων στα σημεία αυτά, προληπτικές συλλήψεις ‘ενδυματολογικά υπόπτων’, αυθαίρετος διαχωρισμός υποτιθέμενων νεολαιίστικων ομάδων, εξαντλητικοί έλεγχοι της αστυνομίας στα δίτροχα, ελεγχόμενη πρόσβαση στις παραλίες, μετακίνηση παραθεριστών κατά τη διάρκεια των αργιών βάσει σχεδίου. Εδώ εντοπίζεται πλέον το σημείο όπου μέσα από την επιχειρηματολογία του Cohen διαπιστώνουμε τη συγκρότηση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνικού ελέγχου και νοηματοδοτήσεων. Η κοινωνική αντίδραση, οι προδιαθέσεις, η συγκρότηση συγκεκριμένου πλαισίου πεποιθήσεων είναι αυτά που ορίζουν το φαινόμενο των Mods και των Rockers ως μορφή παρέκκλισης κι όχι τα συμβάντα. Στη φάση της προειδοποίησης και του χτυπήματος ή των χτυπημάτων δε φαίνεται να υπάρχει κάτι στο χαρακτήρα των συμβάντων του Clacton που να συνηγορεί στην άποψη περί επανάληψης του φαινομένου. Η απειλή παρόλα αυτά πήρε σάρκα και οστά μόνο και μόνο από μια δήλωση ή υποτιθέμενη δήλωση ενός Rocker σύμφωνα με την οποία ‘...την επόμενη φορά είναι η σειρά του Brighton’. Ο τοπικός τύπος παρέλαβε αυτό το κλίμα και πέντε μέρες πριν τα επεισόδια αναφέρει, ότι επίκειται επιδρομή στο Brighton. Οι κάτοικοι του Brighton παραινούνταν να αναφέρουν στην αστυνομία οτιδήποτε θα παρέπεμπε έστω και σε ένα ‘μικρό Clacton’. Η συνεχής φόρτιση του κλίματος αναμονής μετέτρεπε την πιθανότητα σε βεβαιότητα. Εάν λοιπόν σημειώνονταν επεισόδια, όπως κι έγινε πολλές φορές, οι προειδοποιήσεις επιβεβαιώνονταν· εάν όχι, αυτό καταλογιζόταν απλά στην αποτελεσματικότητα και αποτρεπτικότητα των προληπτικών μέτρων! Αντλώντας στοιχεία από την προσωπική του παρατήρηση, αλλά και συνεντεύξεις στο πεδίο των επεισοδίων, ο Cohen, περιγράφει στη συνέχεια την ατμόσφαιρα στις παραλίες. Επισημαίνει αρχικά την απουσία οργανωμένων ομάδων στο πλήθος, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συμμορίες. Η εμφάνιση ‘αρχηγών’ ήταν μάλλον ad hoc· δεν παρατηρούνταν προσχεδιασμένα μοντέλα δράσης, ενώ απουσίαζε η νοοτροπία ‘ανήσυχου όχλου’. Tο διήμερο είχε τον αέρα του happening με τη μορφή του ‘..να βρίσκεσαι με το πλήθος’ σύμφωνα με τα λεγόμενα μιας νεαρής κοπέλλας. Η κυρίαρχη διάθεση ήταν η διάθεση του ‘..απλά να μην κάνεις τίποτα’ (to do nothing). Επρόκειτο περισσότερο για μια οργανωμένη βαρεμάρα. Ένας νεαρός λέει χαρακτηριστικά: ‘....βαριόμαστε σπίτι, [γιατί λοιπόν να μη] βαριόμαστε όλοι μαζί στο Brighton’. Η αναμονή όμως ταραχών, η οποία έχει ενισχυθεί από τη φάση της προειδοποίησης και της κοινωνικής αντίδρασης συγκροτούσε ένα πλήθος που ‘περιμένει να γίνει κάτι’. Όταν όντως γινόταν ‘κάτι’ - μια κοπέλα έπεφτε στη θάλασσα, δύο αγόρια κυνηγιόνταν- συγροτούνταν μια ατμόσφαιρα αντίστοιχη με αυτήν του τροχαίου ατυχήματος, όπου όλοι συρρέουν να παρακολουθήσουν. Εντός αυτού του πλαισίου, η απόσταση μεταξύ προφητείας και πραγματικότητας μικραίνει ιδιαιτέρως εύκολα.. Ο συλλογικός ενθουσιασμός μετατρέπεται εύκολα σε ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Οι φήμες που κυκλοφορούν – όπως για παράδειγμα ‘...ένας Rocker διαπληκτίστηκε με ένα Mod’, ‘...κάτι άκουσα πως έγινε εκεί’, «...κάτι θα γίνει σήμερα στην παραλία’ - στο πλαίσιο της προενισχυμένης έντασης συγκροτούν την ένταση. Οι ίδιες φήμες είναι αυτές που συντελούν στην ‘συμμοριοποίηση’ του πλήθους. Τα αποτελέσματα της συμβολοποίησης παίρνουν σάρκα και οστά με τη μορφή τόπων (μια αίθουσα χορού), αντικειμένων (ενδυμασία, δίτροχα), τρόπων έκφρασης. Όλα τα στοιχεία της ‘δεξαμενής εννοιολογήσεων’ παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το ίδιο ‘οπλοστάσιο’ προετοιμάζει και το ακροατήριο, το οποίο μεταφράζει κάθε εικόνα, δραστηριότητα, ματιά, κίνηση σε συστατικό στοιχείο μιας επικείμενης σύγκρουσης. Ολόκληρο το σκηνικό παίρνει τη μορφή μιας τελετουργίας που δεν μπορεί παρά να εκτελεσθεί πιστά ‘βάσει σχεδίου’. Ο ρόλος της παρουσίας των MME ενίσχυε την τάση υπερβολής ‘μπροστά στην κάμερα’. Υπάρχουν οι περιπτώσεις όπου στήνονταν από τα τηλεοπτικά συνεργεία πλάνα με νεαρούς να κλωτσούν έναν τηλεφωνικό θάλαμο ή να σπάνε μια τζαμαρία. Ο ρόλος των φορέων ελέγχου, της αστυνομίας κατά πρώτο λόγο, ήταν παρόμοιος. Συγκροτούσε παραβατικότητα μέσα από τις νέες μορφές απαγόρευσης: ‘...απαγορεύεται να στέκεστε εκεί’, ‘...μην πάτε προς τα εκεί...’· πρόκειται για ένα κλίμα απαίτησης άμεσης συμμόρφωσης σε πρωτόγνωρες συστάσεις. Ο ποινικός μηχανισμός παρακολουθεί στενά αυτές τις νέες μορφές παραβατικότητας και τις τιμωρεί αυστηρά. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις νεαρών που καταδικάστηκαν επειδή δε συμμορφώθηκαν στις υποδείξεις των οργάνων της τάξης ‘..να αλλάξουν πεζοδρόμιο’· πρόκειται για ένα παράδειγμα ‘εξαιρετικής’ τιμωρίας που αρμόζει σε μια ‘εξαιρετικά απειλητική κατάσταση’. Ακολουθώντας το νήμα της ανάλυσης του συγγραφέα μπορούμε συνοψίζοντας να καταλήξουμε στις εξής διαπιστώσεις: H κοινωνική αντίδραση μέσα από τους μηχανισμούς συγκρότησης πεποιθήσεων, προδιαθέσεων και κλίματος αναμονής ταραχών συγκροτεί το αόριστο ‘κάτι’ σε δυνάμει και στη συνέχεια πραγματική μορφή παραβατικότητας και απειλής. Ένα καλά οργανωμένο συμβολικό και σημασιολογικό απόθεμα νομιμοποιεί συγκεκριμένες μορφές επέμβασης, ελέγχου και καταστολής. Η παρουσία του κόσμου, του ακροατηρίου, στους τόπους των συμβάντων συμβάλλει εντός αυτού του πλαισίου στη δημιουργία ενός σκηνικού επικείμενων ταραχών. Ο Τύπος αναζητά την ταραχή φιλοτεχνώντας ρόλους υποτιθέμενων δραστών και βοηθά στη συγκρότηση διακριτών, φαντασιακών νεολαιίστικων ομάδων. Οι φορείς ελέγχου λαμβάνουν εξαιρετικά μέτρα πρόληψης και καταστολής επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο, επιβάλλοντας υπερβολικές ποινές. Φαίνεται σαν όλοι να ήθελαν φασαρία! Πιστός στις μεθοδολογικές του επιλογές, ο συγγραφέας, δε φέρνει στην επιφάνεια της ανάλυσής του τα υποκείμενα, τους ‘δράστες’, παρά μόνο στο τέλος του βιβλίου του. Τότε εμφανίζονται οι ‘ηθοποιοί’ και την ίδια στιγμή αποσύρεται από την αφήγηση η μεταφορά του θεατρικού σκηνικού· οι Mods και οι Rockers εντάσσονται στο ιστορικό και δομικό πλαίσιο της μεταπολεμικής Μ. Βρετανίας. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και πιο συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του 1950 κάνει την εμφάνισή της μια νέα γενιά εφήβων και νέων που είναι οικονομικά απελευθερωμένη και σχετίζεται άμεσα με ένα νέο, μεταπολεμικό κόσμο της αφθονίας και της πολυπόθητης ευδαιμονίας. Η απουσία ενός παραδοσιακού περάσματος στο στάδιο του ενήλικα θεωρείται αρχικά υπεύθυνο για τη σύνδεση των νέων με την αλαζονεία, την απληστία και κατά συνέπεια την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά που απειλεί τις παραδοσιακές κοινωνικές αξίες· η αφθονία συνδέεται με τη βαρεμάρα και φαίνεται να αποτελούν το νέο αξιακό πλαίσιο της βρετανικής νεολαίας. Αξίζει να θυμηθούμε εδώ τη δήλωση πολιτικού προσώπου, η οποία αναφερόμενη στις ταραχές επισημαίνει, ότι ‘..δεν είναι μόνο αυτό...’). Το σχήμα αυτό είναι σύμφωνα με τον Cohen παραπλανητικό. Η νέα μεταπολεμική γενιά αντιμετωπίζεται εγκλωβισμένη σε έναν ξεχωριστό κόσμο, ένα διακριτό πολιτισμικό πλαίσιο κατασκευασμένο από τον κόσμο των ενηλίκων και συντηρητικό στη φύση. Αυτός ο κόσμος δεν έχει ομοιογενή χαρακτήρα και προπαντός δεν είναι καθόλου αταξικός ή άσχετος με τις κοινωνικές δομές της Μ. Βρετανίας, όπως για παράδειγμα τις ταξικές συνιστώσες των ευκαιριών πρόσβασης στη μόρφωση και την εργασία. Για τους νέους της εργατικής τάξης οι δυνατότητες εισόδου στον κόσμο της αφθονίας και της ευδαιμονίας συνοψίζονται και εξανλούνται σε μια ματαιόπονη διαδικασία εναλλαγής βαρετών δουλειών. Το παράλογο αυτού του σχήματος προβλήματος και λύσεων ήταν πλήρως συνειδητοποιημένο από τους νέους της παραλίας. Το ίδιο σχήμα είναι αυτό που σύμφωνα με τον Cohen συγκροτεί το πλαίσιο της ‘βαρεμάρας’, το οποίο συνάντησε ο συγγραφέας στα λόγια των νεαρών με τους οποίους συνομίλησε· αυτό αποτελεί το αφετηριακό σημείο της απελπιστικής αναζήτησης αυτού του ‘κάτι’ μέσα στο πλήθος μακριά από το μονότονο, βαρετό, άκαμπτο περιβάλλον του σπιτιού. Τα πρώτα σημάδια των νέων κοινωνικών διαστάσεων εμφανίζονται στο πρόσωπο των Teddy Boys της δεκαετίας του 1950. Το 1965 ένας δικαστικός λέει στον Cohen: ‘Η παραβατικότητα προσπαθεί να φτάσει σε πολλά πράγματα, πολύ γρήγορα. Έτσι και οι νέοι. Τους δίνουμε πολλά, πολύ γρήγορα’. Οι γοργοί ρυθμοί αναζήτησης και διεκδίκησης μεριδίου στο μεταπολεμικό κόσμο της αφθονίας και της ευδαιμονίας από τη νεολαία, καθώς κι οι προσπάθειές της να αποτελέσει ένα νέο, δρων κοινωνικό υποκείμενο συναντούν τη σθεναρή αντίσταση του κυρίαρχου κοινωνικού και πολιτισμικού πλαισίου. Πρόκειται για σημάδια που προϋπήρχαν των Mods και των Rockers κι έρχονταν τώρα στην επιφάνεια ως διακριτές κοινωνικές απειλές και κατ’επέκταση, ηθικοί πανικοί· ο Σατανάς των παλιών πουριτανών μεταμορφώνεται σε Mod ή Rocker. Κλείνοντας το βιβλίο του, ο Stanley Cohen, καταθέτει τη βάσιμη ανησυχία του, ότι όσο οι κοινωνίες μας εγκλωβίζουν τμήματα του κοινωνικού σώματος - τους νέους σε αυτήν την περίπτωση – σε μονοδιάστατα ή και αδιέξοδα μονοπάτια ανέλιξης και πρόσβασης στα αγαθά που η ίδια υπόσχεται καταδικάζοντας εκ των υστερών τις προτεινόμενες λύσεις και πρακτικές που αυτά τα κοινωνικά τμήματα επιλέγουν, τότε το μέλλον μάς επιφυλάσσει νέους ηθικούς πανικούς. [η φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου είναι από τη δ/ση: https:/.../9780415267120]

1 σχόλιο:

  1. Και ένα preview clip της παρουσίασης της έρευνας από τον Stan Cohen
    http://www.onlineclassroom.tv/sociology/catalogue/classic_collection/stan_cohen_-_folk_devils_and_moral_panics

    ΑπάντησηΔιαγραφή