Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

άι γιώργης, παιδάκι μου...


Με θλίβουν συνήθως οι αγιογραφίες ανθρώπων που έφυγαν από κοντά μας, μοιάζει σαν να πρέπει να ψάξουμε πέρα από το ανθρώπινο τα χαρίσματά τους και να τ' αφηγηθούμε, είναι και κάτι φράσεις κλισέ  που επαναλαμβάνονται, ναι, πολλές φορές σκέφτηκα ότι δεν τους αξίζουν τέτοια ετοιμοπαράδοτα μνημόσυνα.
Αυτό όμως το "Άι Γιώργης, παιδάκι μου", το άκουσα στο παλιό νοσοκομείο των Χανίων και, στο δικό μου μυαλό τότε, φάνηκε ο πιο δυνατός τρόπος να πεις για κάποιον ότι αποτελούσε υπόδειγμα καθημερινής επαναστατικής στάσης. Δεν είχα την τύχη να τον γνωρίζω προσωπικά, δεν είμαι κατατρεγμένη, ούτε ο πατέρας μου που έφυγε το καλοκαίρι του '98 σ' ένα θάλαμο του παλιού νοσοκομείου Χανίων ανήκε στην κατηγορία των κατατρεγμένων, κανείς μας δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη φροντίδα σ' αυτό το λίγο που παρείχε το νοσοκομειακό σύστημα, έτσι κι αλλιώς το τέλος ήταν αναπόφευκτα προδιαγραμμένο.
Θυμάμαι, όμως, πόσο με ανακούφιζε όταν τον ξεχώριζα ανάμεσα στην κουστωδία των γιατρών που έκαναν την καθημερινή επίσκεψη στους θαλάμους. Δεν περίμενα να κάνει κάτι ιδιαίτερο στον [για τον] πατέρα μου, μόνο που μαλάκωνε η ψυχή μου γιατί φαίνεται πως δεν του χρειαζόταν να  ψηλώνει σαν γιατρός -εκείνο το απόμακρο ύψος και ύφος των γιατρών της κουστωδίας, που σε κάνει να σκύψεις ασυναίσθητα το κεφάλι μπροστά σε κάτι τόσο μεγάλο, που θα κρίνει τη ζωή του ανθρώπου σου και ίσως σε αξιώσει με μια απάντηση·εκείνη η ψηλή φιγούρα ξεχώριζε έτσι κι αλλιώς.
"Άι Γιώργης, άγιος άνθρωπος, τον πονάει τον άρρωστο",  μου τον είπε ένας  χωριανός μου, “ανάστησε παιδάκι μου την κυρά μου που ήτονε ποθαμένη, ξύλο” -την θυμόμουνα εκείνη την ιστορία, ποιος γιατρός ήταν δεν ήξερα.
Είδα πρόσφατα, σ' ένα αθηναϊκό νοσοκομείο, ένα βασανισμένο κορίτσι να αντιδρά στο άγγιγμα μιας νοσηλεύτριας. "Με πόνεσε", μου είπε αλλά δεν ήταν αυτό, ήταν το ίδιο το άγγιγμα, με τη σωστή δόση απόστασης από τον πόνο που μαθαίνουν να κρατάνε οι νοσηλευτές·   δεν το θυμήθηκα εκείνη τη στιγμή, τώρα το σκέφτηκα, τώρα ανακάλεσα την εικόνα του να τρέχει κρατώντας στην αγκαλιά σαν μωρό μια γριούλα, γιατί αργούσαν να βρουν φορείο κι εκείνη είχε ανάγκη -δεν έμαθα τι απόγινε, ήταν όμως η σκηνή που με έκανε να αντιγράψω ό, τι ήξερα για εκείνον για να κτίσω τον ήρωα κάποιου από τα μυθιστορήματά μου. 
Μόλις που γνωριζόμαστε, είκοσι ημέρες εζησε ο πατέρας μου στο νοσοκομείο. Την τελευταία από αυτές και λίγες ώρες πριν πεθάνει, ο γιατρός Νικηφοράκης αποσπάστηκε από την κουστωδία και ήρθε προς το μέρος μου. Δεν ξέρω πώς θα μου το έλεγε, γιατί τον πρόλαβα, τον παρακάλεσα όταν βγεί ο πατέρας μου από το νοσοκομείο, να πηγαίνει όσο συχνά κρίνει εκείνος στο χωριό μας για να παρακολουθεί την πορεία του. Με αγκάλιασε από τους ώμους και μου είπε, "όλα θα τα σιάξουμε, όλα θα τα σιάξουμε, πήγαινε κάτσε κοντά του τώρα". Έτσι μου το είπε και  του χρωστάω ευγνωμοσύνη γιατί με σεβάστηκε, γιατί σεβάστηκε τον ανθρώπινο πόνο και δεν τον ξόδεψε σε τυπικές και ετοιμοπαράδοτες εκφράσεις, όπως αυτές με τις οποίες ενημερώνονται οι συγγενείς ότι το τέλος είναι κοντά -εάν και όταν ενημερώνονται, φυσικά.
Ο Κωστής Νικηφοράκης έφυγε πριν τρία χρόνια ακριβώς. Όταν έμαθα για τον θάνατό του ένοιωσα ότι έχανα ένα δικό μου άνθρωπο κι ας γνωριζόμαστε μόλις είκοσι ημέρες. Κι ακόμα, στις καλοκαιρινές διακοπές, όταν γυρνάω αργά το βράδυ από τον θερινό κινηματογράφο Αττικόν και περνάω πάντα έξω από το παλιό νοσοκομείο, θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν τον σκέφτομαι, φευγαλέα έστω.    
Τον Κωστή Νικηφοράκη, τον Άι Γιώργη του συγχωριανού μου που τού ανάστησε τη γυναίκα του · που μαλάκωνε η ψυχή μου όταν τον έβλεπα να αποσπάται από την κουστωδία των γιατρών  για να πει δυο λέξεις σε κάποιους, ίσως στους πιο αναγκεμένους, απ' τους συγγενείς που στέκονταν έξω από τους θαλάμους και σκύβαν ασυναίσθητα το κεφάλι μπροστά στην πομπή των γιατρών.

Ανακοίνωση/κάλεσμα
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ Κ. ΝΙΚΗΦΟΡΑΚΗ ΚΑΙ Γ. ΓΚΟΥΝΤΟΥΝΑ

Σύντροφοι και συντρόφισσές τους θυμόμαστε και συζητάμε για τον Κωστή Νικηφοράκη, που έφυγε από κοντά μας στις 2 Φεβρουαρίου του 2007, και για τον Γιώργο Γκουντούνα, που μας άφησε στις 26 Ιανουαρίου του 2009. Γιατρός ο πρώτος, δικηγόρος ο δεύτερος, χωρίς οικονομία δυνάμεων και συναισθημάτων, αφιέρωσαν τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στο σύστημα και την αλληλεγγύη στους κατατρεγμένους, αποτελώντας υπόδειγμα καθημερινής επαναστατικής στάσης.
Σάββατο 6 Φεβρουαρίου, 8 μ.μ., Στέκι Μεταναστών – Κοινωνικό Κέντρο Τσαμαδού 15, Εξάρχεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου