Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

έγκλειστοι και επίφοβη κοινωνία...


Ανταγωνιστικά στερεότυπα και οι συμβολικές λειτουργίες του περίκλειστου χώρου

Διαβάζω και πάλι από τα Άσυλα του Goffman, σε σχέση με τις κοινωνικές σχέσεις στο ολοπαγές ίδρυμα: η βασική διάκριση είναι ανάμεσα στην πολυπληθή ομάδα των τροφίμων και την ολιγομελή του εποπτικού προσωπικού η οποία διαμεσολαβεί και την επικοινωνία του τρόφιμου με τα ανώτερα κλιμάκια (π.χ. γιατροί ή δ/ση φυλακής). Μολονότι υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στις δυο ομάδες, δεν υπάρχει κοινωνική κινητικότητα, αντίθετα υπάρχει μια μεγάλη κοινωνική απόσταση, η οποία είναι συχνά και θεσπισμένη τυπικά. Αυτοί οι περιορισμοί στην επαφή ενισχύουν ανταγωνιστικά στερεότυπα σε σχέση με τον τρόπο που η κάθε μια ομάδα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και την άλλη.

Ο επισκέπτης από την επίφοβη κοινωνία

Αναζητώντας μια προέκταση αυτής της συνθήκης, ειδικότερα όπως επενεργεί στην κουλτούρα του προσωπικού φύλαξης [προκειμένου να αποφύγουμε τις ευκολίες περί καλών και κακών ανθρώπων που εξατομικεύουν τα ζητήματα], θα μπορούσε να την δει κανείς να επεκτείνεται για να συμπεριλάβει και τις επαφές του τρόφιμου με τον έξω κόσμο. Θα αναφερθώ στα κανονικά επισκεπτήρια στις φυλακές και στην ρουτίνα της "υποδοχής" του επισκέπτη.  Μια ρουτίνα η οποία, σαν άθραυστο τζάμι, σε αφήνει να δεις αλλά σου απαγορεύει να αγγίξεις, πραγματικά και συμβολικά: Η είσοδος είναι από τον επίφοβο έξω κόσμο στον ελεγχόμενο, άρα προστατευμένο, του ιδρύματος και αυτό το αντιλαμβάνεται ο επισκέπτης από τη στιγμή που μπαίνει στην ουρά για περάσει από τους προβλεπόμενους ελέγχους. Σημειώνω ότι επισκέπτης δεν μπορεί να είναι ο καθένας, τις άδειες δεν τις ορίζει ο βαθμός σύνδεσης κάποιου με τον/την κρατούμενο/η αλλά η ύπαρξη και ο βαθμός συγγένειας.
Οι αναφορές μου είναι σε συγκεκριμένη φυλακή, την οποία δεν έχει νόημα να κατονομάσω γιατί δεν αποτελεί εξαίρεση από την "κανονικότητα" της φυλακής, κατά συνέπεια οι παρατηρήσεις μου δεν αναδεικνύουν κάτι ιδιαίτερο ή πρωτόγνωρο.
Μια πρόχειρη κατηγοριοποίηση των επισκεπτών θα μπορούσε να είναι στους παλιούς και τους καινούργιους. Όσο "παλιώνει" ο επισκέπτης, το προσωπικό που διαχειρίζεται την ρουτίνα της εισόδου ενίοτε μπορεί και να απευθυνθεί σ' αυτόν με το μικρό του όνομα ή και, διαρκούντος του ελέγχου, να εκτυλιχτεί μια ολιγόλεπτη συνομιλία που να αφορά προσωπικά ζητήματα. Ο έλεγχος όμως δεν χαλαρώνει ποτέ, δεν παρακάμπτεται κανένα από τα στάδιά του, αυτό που αξιώνεται ο παλιός είναι να μην σπάσει τα μούτρα του στο τζάμι μιας κι έχει ήδη εκπαιδευτεί, μέσα από πολλαπλές ασκήσεις υπακοής, να μην αγνοεί τα όρια και τους φραγμούς, να υπακούει σχεδόν μηχανικά. Κάποιες φορές μάλιστα, οι παλιοί καθοδηγούν, διευκολύνουν χαμηλόφωνα ή με νεύματα τον "καινούργιο" να περνάει από τη μια θέση τους συνεχούς της ελεγχόμενης εισόδου στην επόμενη.
Οι μισές εντολές: Ο "καινούργιος", ο νεοσύλλεκτους στις ασκήσεις υπακοής, αγνοεί την ρουτίνα, τις άτυπες ή θεσπισμένες απαγορεύσεις και οι μισές εντολές τον αφήνουν, από την πρώτη στιγμή, έκθετο στο ενδεχόμενη επίπληξης  ή και προσβλητικού σχολίου. "Κλείστε το κινητό σας". Το κλείνει και συνεχίζει να το κρατάει στα χέρια ή, ακόμα χειρότερα, το ρίχνει στην τσέπη ή την τσάντα του. "Πού πάτε; Αφήστε εδώ το κινητό σας!". "Προχωρείστε!" -πού;- "Αφήστε τα πράγματά σας στο μηχάνημα" -αφήνει τα πράγματα που κρατάει και πάει να απομακρυνθεί-, "Το πράγματά σας όλα. Και το πανωφόρι σας"-επιστρέφει κι αφήνει και το πανωφόρι ... Όταν πια τελειώσουν όλοι οι έλεγχοι, σε δύο ή και τρία στάδια, και ρωτήσει πού γίνεται το επισκεπτήριο, μισές οδηγίες τον αφήνουν πάλι έκθετο σε απαξιωτικά βλέμματα ή σχόλια μέχρι να φτάσει στο πραγματικό τζάμι που θα τον χωρίζει  από τον άνθρωπο που επισκέπτεται, για να μιλήσουν λίγα λεπτά μέσω τηλεφώνων.
Επαναλαμβάνω ότι αναφέρομαι στην ρουτίνα και όχι σε απρέπειες [προσβλητική οικειότητα, επιπλήξεις χωρίς αντικείμενο, λεκτική βία] που θα μπορούσε να αποδώσει κανείς στον "κακό χαρακτήρα" συγκεκριμένων προσώπων.
Απαγορεύσεις. Ο "καινούργιος", φεύγοντας, θα βρει και θα παραλάβει εκείνα από τα πράγματα που έφερε στον κρατούμενο, τα οποία κρίθηκαν επικίνδυνα ή εντάσσονται στην [συνήθως ασαφή και πάντως άγνωστη στον καινούργιο] κατηγορία των απαγορευμένων. Απαγορεύσεις που μοιάζουν ολότελα παράλογες στον ανεκπαίδευτο επισκέπτη και τις οποίες ο παλιός έχει ήδη φυσικοποιήσει -παπλώματα, κουβέρτες με ρέλι, φρούτα, γλυκά, καρικευμένα [δηλαδή, εύγευστα] φαγητά... Η επίσημη αιτιολογία είναι η πρόληψη μεταφοράς ναρκωτικών στη φυλακή, ακατανόητη ακόμα στον καινούργιο ο οποίος έχει ήδη περάσει, μαζί με τις σακούλες του, από μηχάνημα ανίχνευσης ναρκωτικών. Μετά θα αρχίσει κι αυτός να μην φέρνει από τα απαγορευμένα, να αποκαλεί τον ανιχνευτή "αέρα" και να δέχεται την ριπή ως μέρος της κανονικότητας του επισκετηρίου, ανεξάρτητα αιτιολογικών, πειθήνιος επισκέπτης που πέρασε επιτυχώς τις δοκιμασίες υπακοής και έχει μάθει να μετακινεί αυτόματα τον εαυτό του από την μια θέση στην άλλη του συνεχούς των ελέγχων. Για την ακρίβεια, έχει μάθει να μην βλέπει καν την πειθαρχική μηχανή, να μετράει απλώς τον χρόνο που τον χωρίζει απ' το επισκεπτήριο. 
Στον βαθμό, λοιπόν, που τα πιο "φιλελεύθερα" συστήματα κράτησης δεν θεσπίζουν την πλήρη στέρηση της ιδιοκτησίας [π.χ. με την ομοιόμορφες παροχές ρούχων ή άλλων αντικειμένων ως μοναδική εκδοχή ιδιοκτησίας], οι στερήσεις τις οποίες οφείλει να υφίσταται ο κρατούμενος ορθολογικοποιούνται με βάση άλλα αιτιολογικά τα οποία, ούτως ή άλλως, αποδιοργανώνουν τη σχέση του με τον έξω κόσμο:  Ο έξω κόσμος συνεχίζει να είναι επίφοβος για την ομαλή λειτουργία της φυλακής και ο εκπρόσωπός του μόνον ως υποτακτικός μπορεί να αξιωθεί την είσοδο στον περίκλειστο χώρο, έκθετος ανά πάσα στιγμή σε κάποια λάθος κίνηση και την επαπειλούμενη αντίδραση που θα υπογραμμίσει την υποδεέστερη θέση του και την απόσταση που πρέπει να κρατάει από τον έγκλειστο.
Η ρουτίνα των επισκεπτηρίων ως μικρό μόνο παράδειγμα του φράγματος ανάμεσα στον έγκλειστο και τον έξω κόσμο, ως ελάχιστο σχόλιο της ρητορικής περί κοινωνικής επανένταξης ως στόχου της ποινής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου