Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Διαβάζοντας τη Χάννα: Σε κατάσταση Άρνησης

Διαβάζοντας τη Χάννα: Σε κατάσταση Άρνησης Ερμηνευτική προσέγγιση του μυθιστορήματος του Bernard Schlink μέσα από το States of Denial του Stanley Cohen της Σταθούλας Αντωνιάδου* ΕΙΣΑΓΩΓΗ Σύμφωνα με τον Cohen (2001) η άρνηση να δούμε τον πόνο του άλλου και τις αιτίες που προκαλούν τον πόνο αυτό έχει γίνει πλέον φυσική κατάσταση στην κοινωνία. Είναι το ‘κανονικό’. Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια για να βγούμε από την κατάσταση αυτή. Για να δούμε την αλήθεια χρειάζεται να τραβηχτούμε έξω από την ‘πραγματικότητα’ και αυτό είναι δύσκολο και συχνά μοιάζει παράλογο. Η εργασία παρουσιάζει τα βιβλία Διαβάζοντας στη Χάννα του Bernhard Schlink και States of Denial του Stanley Cohen. Το πρώτο είναι ένα μυθιστόρημα όπου κύρια θέση κατέχει (μεταξύ άλλων) η δίκη μιας γυναίκας για εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά την περίοδο του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος. Το βιβλίο του Cohen παρουσιάζει την ‘άρνηση’ το μηχανισμό εκείνο που μας προστατεύει από οποιαδήποτε γνώση που θα μας φέρει σε δύσκολη θέση ή θα μας υποχρέωνε να δράσουμε με τρόπο που πιθανώς θα προκαλέσει συγκρούσεις ή προβλήματα. Έτσι, ξεκινά με μια αναφορά στο συγγραφέα Bernhard Schlink και το έργο του, συνεχίζει με μια περιληπτική περιγραφή του Διαβάζοντας στη Χάννα καθώς και των κριτικών που έλαβε και αντίστοιχα, στη συνέχεια, αναφέρεται στον Stanley Cohen και το States of Denial. Η έκταση του δεύτερου βιβλίου δεν επιτρέπει την εκτενή αναφορά στο συνολικό του περιεχόμενο και έτσι επιλέχθηκε η εστίαση στα πρώτα –περισσότερο θεωρητικά για την άρνηση- κεφάλαια και η απλή αναφορά των θεμάτων του υπολοίπου. Η επόμενη ενότητα της εργασίας αναφέρεται στις αρνήσεις –με τον τρόπο που τις βλέπει ο Cohen- που διακρίνονται στο βιβλίο του Schlink. Αυτό είναι και το κυρίως περιεχόμενο της εργασίας, ο εντοπισμός παραδειγμάτων άρνησης μέσα στο μυθιστόρημα και ο σύντομος σχολιασμός τους. Θα πρέπει να διευκρινιστεί, τέλος, ότι η εργασία δεν έχει στόχο να ασκήσει κριτική στους συγγραφείς των βιβλίων που προσεγγίζει. Τα έργα σχολιάζονται και αναλύονται και οι ερμηνείες που δίνονται κάθε φορά είναι προσωπικές.
BERNHARD SCHLINK[1] Ο Bernhard Schlink είναι νομικός και συγγραφέας (κυρίως αστυνομικών μυθιστορημάτων). Γεννήθηκε το 1944 στη Γερμανία, μεγάλωσε στη Χαϊδελβέργη και σπούδασε νομική στο Δυτικό Βερολίνο. Οι γονείς του έκαναν θεολογικές σπουδές και ο πατέρας του αφού έχασε τη θέση του ως καθηγητής θεολογίας την περίοδο του Ναζισμού, έγινε ιερέας. Ο Schlink εργάστηκε ως δικαστής στη Γερμανία (Βεστφαλία) και από το 1992 ως το 2006 δίδασκε δημόσιο δίκαιο και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει μυθιστορήματα –κυρίως αστυνομικά, με ήρωα τον Selbst (εαυτός)- αλλά και δοκιμιακά βιβλία σχετικά με τη νομική αλλά και με τις μνήμες, τις ενοχές και το παρελθόν (αγγλική μετάφραση τελευταίου έργου του: Guilt about the Past, 2009). Έγινε γνωστός στο κοινό κυρίως από τα μυθιστορήματά του και με αποκορύφωμα το έργο που προσεγγίζεται και εδώ (Διαβάζοντας στη Χάννα). Σήμερα ο Schlink ζει μεταξύ Βερολίνου και Νέας Υόρκης. ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΧΑΝΝΑ Το έργο εκδόθηκε το 1995 με τίτλο Der Vorleser στα γερμανικά, μεταφράστηκε στα αγγλικά και εκδόθηκε το 1997 (The Reader - ακριβής μετάφραση του γερμανικού τίτλου) ενώ η ελληνική έκδοση, τον ίδιο χρόνο, πήρε τον τίτλο Διαβάζοντας στη Χάννα. Είναι ενδιαφέρον ότι η ελληνική μετάφραση επιχορηγήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως αναφέρεται στην αρχή του βιβλίου. To εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, επίσης, μας πληροφορεί ότι το βιβλίο είναι ‘παγκόσμιο best seller’, ότι η έκδοση έφτασε την 29η χιλιάδα αλλά και πως ο μεταφραστής (Ιάκωβος Κοπερτί) έλαβε το ‘βραβείο γερμανικής μετάφρασης’. Πράγματι το βιβλίο από την έκδοσή του κέρδισε πολλά λογοτεχνικά βραβεία, μεταφράστηκε σε 39 γλώσσες και βρίσκεται για χρόνια στις λίστες των ‘ευπώλητων’ μεγάλων βιβλιοπωλείων και εφημερίδων (το πρώτο γερμανικό βιβλίο που βρέθηκε στην πρώτη θέση της λίστας best sellers των New York Times). Οι κριτικές που έλαβε ήταν κυρίως θετικές. Το έργο αγγίζει πολλά βαθιά θέματα ‘προσφέρει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης’, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης και ‘μπορούν να το απολαύσουν όλοι οι αναγνώστες, απαιτητικοί και μη’. Η ιστορία του βιβλίου μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2008[2], ενώ η ταινία στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο ‘Σφραγισμένα χείλη’ Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη που αφηγούνται και την ιστορία τριών διαφορετικών περιόδων της ζωής των ηρώων. Αφηγητής είναι ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας ο οποίος βρίσκεται στο παρόν και αφηγείται την ιστορία που σημάδεψε τη ζωή του. Στο πρώτο μέρος, αρχή της ιστορίας, μαθαίνουμε για τον Μίχαελ που στα 15 του γνωρίζει τυχαία την τριανταπεντάχρονη Χάννα, με την οποία και δημιουργεί την πρώτη του ερωτική σχέση. Χρόνος και τόπος είναι η Γερμανία αμέσως μετά τον Β’Π.Π. Η Χάννα είναι μια αυστηρή, λιγομίλητη, σκληρή και μανιώδης με την καθαριότητα γυναίκα. Ζει μόνη της σε ένα διαμέρισμα και δουλεύει ως εισπρακτόρισσα στα τραμ. Ο Μίχαελ την ερωτεύεται έντονα και την επισκέπτεται πολύ συχνά στο σπίτι της. Σταδιακά, με οδηγό τις επιθυμίες της Χάννα, δημιουργείται ένα τελετουργικό για τις συνευρέσεις τους. Η Χάννα υποχρεώνει τον Μίχαελ, πριν κάνουν μπάνιο και συνευρεθούν, να της διαβάζει λογοτεχνικά έργα. Η Χάννα δείχνει να απολαμβάνει την ανάγνωση αυτή και να τη θεωρεί πολύ σημαντική. Στο τέλος του πρώτου μέρους η Χάννα φεύγει ξαφνικά, και χωρίς να ενημερώσει τον Μίχαελ, από το σπίτι και την πόλη της. Ψάχνοντας, εκείνος, απελπισμένος για τα ίχνη της, μαθαίνει ότι μετακόμισε σε άλλη πόλη και μάλιστα αφού η εταιρία του τραμ όπου εργαζόταν της πρόσφερε μια αναβαθμισμένη θέση εργασίας. Στο δεύτερο μέρος πληροφορούμαστε για την απελπισία του Μίχαελ, τις ενοχές και τη στεναχώρια του για την απομάκρυνση της Χάννα από τη ζωή του. Παράλληλα μαθαίνουμε πως ο ίδιος συνέχισε το σχολείο και τις σπουδές του και βρέθηκε να σπουδάζει νομική. Στα πλαίσια των σπουδών του συμμετέχει σε ένα σεμινάριο που ως θέμα του είχε την παρακολούθηση μιας δίκης γυναικών που κατά τον πόλεμο εργάστηκαν για τους Ναζί ως φύλακες σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Φυσικά η δίκη είναι πολύ σημαντική και λαμβάνει δημοσιότητα. Στο χώρο, λοιπόν, του δικαστηρίου και σε μία από τις θέσεις των κατηγορούμενων γυναικών, ο Μίχαελ ξαναβλέπει, για πρώτη φορά μετά την εξαφάνισή της, την Χάννα. Από εκεί και μετά η ιστορία χάνει τον ανάλαφρο χαρακτήρα της. Περιγράφεται η διαδικασία της δίκης καθώς και όλες οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και αλλαγές στη σκέψη του ήρωα-αφηγητή. Η Χάννα κατηγορείται ότι μαζί με άλλες γυναίκες-φύλακες άφησε να καούν ζωντανές μια ομάδα κρατούμενων γυναικών όταν μετά από αεροπορική επιδρομή ακολούθησε πυρκαγιά στην εκκλησία που βρίσκονταν κλειδωμένες. Μία ακόμα κατηγορία εναντίον της Χάννα και των άλλων γυναικών είναι ότι επέλεγαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα κρατούμενες που είχαν υπό την εξουσία τους και τις έστελναν στο Άουσβιτς όπου γνώριζαν ότι θα θανατώνονταν άμεσα. Η στάση της Χάννα κατά τη διεξαγωγή της δίκης μοιάζει σκληρή και υπεροπτική. Ωστόσο, κατά την πορεία της διαδικασίας ο Μίχαελ καταλαβαίνει ότι η Χάννα κρύβει ένα μυστικό που μπορεί να γίνει οδηγός ερμηνείας της συμπεριφοράς της: είναι αναλφάβητη, δεν γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει. Η υπερηφάνεια και η ντροπή της γι’αυτό δεν της επιτρέπουν με κανένα τρόπο να το αποκαλύψει. Έτσι, προτιμώντας να προστατευθεί από μια τέτοια αποκάλυψη επιλέγει να κρατήσει μια στάση που οδηγεί το δικαστήριο να την καταδικάσει σε ισόβια φυλάκιση (σε αντίθεση με τις υπόλοιπες συγκατηγορούμενες που παίρνουν ελαφρότερες ποινές). Ο Μίχαελ βρίσκεται σε ηθικό δίλημμα σχετικά με το αν οφείλει να αποκαλύψει το μυστικό της, που πιθανότατα θα έδινε άλλη τροπή στη δίκη, ωστόσο τελικά δεν το κάνει. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η Χάννα είναι πλέον στη φυλακή. Ο Μίχαελ αφηγείται πώς συνέχισε τη ζωή του κάνοντας οικογένεια και εξελισσόμενος επαγγελματικά. Κάποτε αποφασίζει να ηχογραφήσει την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων –ξεκινώντας με την Οδύσσεια- σε κασέτες τις οποίες και στέλνει στη Χάννα στη φυλακή. Μετά από καιρό αρχίζει να λαμβάνει λιγόλογα γράμματα γραμμένα με μεγάλη προσπάθεια από τη Χάννα που φαίνεται ότι προσπαθεί και μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει. Ο Μίχαελ συνεχίζει να είναι αμφίθυμος απέναντί της, δεν της γράφει ποτέ και μόνο μετά από παρότρυνση και παράκληση της διευθύντριας της φυλακής (και αφού έχει έρθει ο καιρός που, μετά από 18 χρόνια φυλάκισης, η Χάννα παίρνει ‘χάρη’ και θα αποφυλακιστεί), κάνει κάποιες ενέργειες να της βρει σπίτι και δουλειά και δέχεται να την επισκεφτεί μία φορά. Η Χάννα είναι πλέον ‘γριά’. Την ημέρα της αποφυλάκισής της βρίσκεται κρεμασμένη στο δωμάτιό της. Στη μικρή διαθήκη της, αφήνει όλα τα χρήματα που είχε στη μία από τις δύο γυναίκες που επιβίωσαν από τις κρατούμενες τη νύχτα της πυρκαγιάς. Πράγματι, ο Μίχαελ επισκέπτεται τη γυναίκα στη Νέα Υόρκη και μετά από πρότασή της αποφασίζει να καταθέσει τα χρήματα σε μια εβραϊκή οργάνωση ενάντια στον αναλφαβητισμό. Το βιβλίο κλείνει με τον Μίχαελ να επισκέπτεται τον τάφο της Χάννα. Οι αρνητικές κριτικές[3] απέναντι στο βιβλίο αναφέρονται σε μια ερμηνεία απλούστευσης της Ιστορίας και του Ολοκαυτώματος. Κάποιοι θεωρούν ότι η ευθύνη συμμετοχής της Χάννα ‘απαλύνεται’ υπό το πρίσμα του αναλφαβητισμού της ενώ άλλοι ότι δεν πρέπει να συγχέεται η περίπτωση της ‘Χάννα’ με το σύνολο του γερμανικού λαού. Ο παραλληλισμός της με το σύνολο του λαού θα ήταν λάθος (κάτω από μια απόδοση ‘μεταφορικού’ αναλφαβητισμού) καθώς οι λόγοι του Χίτλερ προς το λαό έδειχναν τόσο ξεκάθαρα τις προθέσεις του ώστε κανείς μεταφορικός ή κυριολεκτικός αναλφαβητισμός δεν θα μπορούσε να δικαιολογεί τη στάση τους (κριτική για την ταινία από τον R.Rosenbaum πηγή: βλ.υποσημ. 3). STANLEY COHEN[4] Ο Stanley Cohen γεννήθηκε τη δεκαετία του 1940 και μεγάλωσε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο πανεπιστήμιο του Witwatersrand και πήρε το διδακτορικό του από το London School of Economics. Δίδαξε στα πανεπιστήμια του Durham, του Εssex, και στο LSE στην Αγγλία, αλλά και στο πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ (διευθυντής στο Ινστιτούτο Εγκληματολογίας), αφού ζει στο Ισραήλ από το 1980. Είναι επίτιμος διδάκτορας κοινωνιολογίας του LSE. Εργάζεται, παράλληλα, σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σχετικά με την Ισραηλινο-Παλαιστινιακή διένεξη. Ως συγγραφέας ασχολείται ιδιαίτερα με ζητήματα εγκληματολογίας. Έγινε γνωστός με το έργο του ‘Folk Devils and Moral Panics’ (1972) στο οποίο αναφέρθηκε στην έννοια του ‘ηθικού πανικού’. Το βιβλίο του θεωρείται το σημαντικότερο έργο στον τομέα της βρετανικής εγκληματολογίας τα τελευταία χρόνια. Το βιβλίο States of Denial, που εξετάζεται εδώ, είναι το πιο πρόσφατο έργο του (2001). STATES OF DENIAL: KNOWING ABOUT ATROCITIES AND SUFFERING ‘Πώς μεταχειριζόμαστε τη γνώση μας για το ότι ο άλλος-συνάνθρωπος υποφέρει; Τι κάνει αυτή η γνώση σε εμάς;’ Είναι ένα κεντρικό ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο προσεγγίζοντάς το από την πλευρά των αρνήσεων. Η ‘κατάσταση άρνησης’ στην οποία βρίσκεται κάθε άνθρωπος –αλλά και κατ’ επέκταση κάθε θεσμός, οργανισμός, ομάδα, κράτος- μπροστά στη θέαση του κακού αναλύεται διεξοδικά στο έργο αυτό του Cohen. Στα πρώτα κεφάλαια αναλύονται οι αρνήσεις σε ατομικό επίπεδο. Δίνεται ένα μεγάλο εύρος θεωριών για την άρνηση αλλά και μικρών παραδειγμάτων. Παρουσιάζονται, επίσης, οι πιθανές θέσεις του ατόμου που βρίσκεται σε άρνηση μπροστά στο ‘κακό[5]’. Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά παραθέτοντας μια σειρά από καθημερινές, κοινές εκφράσεις που φανερώνουν μια μορφή άρνησης στη ζωή μας: ‘κοιτάει αλλού’, ‘κάνει ότι δεν βλέπει’, ‘δεν βγάζει τα άπλυτα στη φόρα’, ‘έπρεπε να το είχα καταλάβει/να το ξέρω’, ‘είδε/άκουσε ό,τι ήθελε να δει/ακούσει’, ‘εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό’, ‘κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του/της’, ‘στρουθοκαμηλισμός’, ‘δεν το πιστεύω’, ‘όλη η κοινωνία βρίσκεται σε άρνηση’, ‘αυτό δεν μπορεί να συμβεί σ’ εμάς/εδώ/σ’ εμένα’, ‘δεν με αφορά’, ‘τα κρύβει κάτω απ’ το χαλί’… είναι μερικά παραδείγματα αντίστοιχων εκφράσεων στα ελληνικά. Συνεχίζοντας, ξεχωρίζει την άρνηση ως προς το επίπεδο συνειδητότητας : · άρνηση ασυνείδητη -το άτομο αρνείται να αναγνωρίσει μια πραγματικότητα που είναι επώδυνη, · άρνηση συνειδητή -ψέμα ή παραποίηση της αλήθειας και · το σημείο μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου -μια κατάσταση στην οποία υπάρχει συνείδηση μιας πραγματικότητας αλλά το άτομο επιλέγει να την αγνοεί γιατί αυτό είναι βολικότερο (Cohen, 2001:4-6). Διασαφηνίζει, ακολούθως, το πιθανό περιεχόμενο της άρνησης: · Κυριολεκτική άρνηση: με την ερμηνεία που δίνεται και σε ένα λεξικό. Το άτομο αρνείται ένα γεγονός ή τη γνώση για ένα γεγονός. · Ερμηνευτική άρνηση: εδώ το γεγονός είναι παραδεκτό αλλά η άρνηση εντοπίζεται στην ερμηνεία του – δίνονται απλουστευτικές ερμηνείες, μετονομάζονται γεγονότα και πράξεις ( ‘πίνω αλλά δεν είμαι αλκοολικός’, ‘δεν ήταν κανονικός βιασμός’, ‘μετακινήσεις πληθυσμών’ ) · Άρνηση των συνεπειών: εδώ το γεγονός και η ερμηνεία του είναι παραδεκτά ωστόσο υπάρχει άρνηση των συνεπειών που αυτά επιφέρουν. Η άρνηση αυτή εκλογικεύει και δίνει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει λόγος για δράση. Κάθε τύπος άρνησης, υποστηρίζει ο Cohen, συμπεριλαμβάνει μια γνώση, συναισθήματα, ηθική αλλά και δράση. Η δράση αυτή είναι και το ζητούμενο. Στη συνέχεια, απαντάται το ‘ποιος’ μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση άρνησης: · Ατομική άρνηση: ένα απόλυτα προσωπικό ζήτημα · Επίσημη άρνηση απ’ την πλευρά του κράτους: δημόσια, συλλογική και απόλυτα οργανωμένη άρνηση · Πολιτισμική άρνηση: μεταξύ της ατομικής και της επίσημης. Είναι η άρνηση απέναντι στην πραγματικότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας ή ομάδας, η οποία αν και δεν είναι μεθοδευμένη υπακούει σε κανόνες απόκρυψης της αλήθειας. Η συγκεκριμένη αλήθεια αποτελεί ‘ταμπού’ για την κοινωνία αυτή. Η άρνηση, ως προς το χρόνο, μπορεί να αφορά ένα ιστορικό γεγονός του παρελθόντος ή και να είναι σύγχρονη, να αφορά το παρόν και ό,τι συμβαίνει ‘τώρα’. Ως προς τη θέση στην οποία βρίσκεται αυτός-ή που αρνείται μια πραγματικότητα ο Cohen ξεχωρίζει ότι μπορεί να είναι: · Θύμα μιας κατάστασης (την οποία και αρνείται/δεν παραδέχεται) · Θύτης-Βασανιστής: όπου συνήθως αρνείται τη σημασία των πράξεων που διαπράττει ή διέπραξε · Παρατηρητής- θεατής -τυχαίος παρευρισκόμενος: εδώ ο Cohen ξεχωρίζει επίσης τους παρατηρητές σε άμεσους (κάτι συμβαίνει δίπλα τους/γύρω τους/στη χώρα τους), εξωτερικούς (κάτι συμβαίνει σε άλλη χώρα αλλά μπορούν να είναι ενήμεροι) και στα ‘παριστάμενα κράτη/ κράτη παρατηρητές[6]’(ολόκληρες κυβερνήσεις ή η ‘διεθνής κοινότητα’ που λειτουργούν ως εξωτερικοί παρατηρητές). Έχοντας ορίσει επαρκώς τις διάφορες παραμέτρους της άρνησης, ο Cohen συνεχίζει κάνοντας μια αναλυτική αναφορά σε ψυχολογικές θεωρίες και την ψυχανάλυση. Αναφέρει αναλυτικά τις μορφές που παίρνει η άρνηση αλλά και πώς εξηγήθηκε από τις θεωρίες αυτές. Εν συντομία, μιλά για την ερμηνευτική άρνηση, την έμμεση άρνηση που αφαιρεί από τη βαρύτητα ενός γεγονότος, την απώθηση αλλά και την κατάσταση ‘ψευδο-ηλιθιότητας’ (‘pseudo-stupidity’) κάποιου που ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει/βλέπει/γνωρίζει κάτι απλό και ‘πασιφανές’. H άρνηση είναι ένας μηχανισμός που προστατεύει τον εαυτό από μια ενοχλητική πραγματικότητα – η αναγνώριση της οποίας θα απαιτούσε δράση. Ωστόσο, αυτός ο ίδιος ο μηχανισμός είναι μια δράση που για να τεθεί σε λειτουργία απαιτεί την αναγνώριση μιας ‘απειλής’. Συνεπώς η ίδια η άρνηση σηματοδοτεί και τη γνώση του αντικειμένου-περιεχομένου της. Αυτή είναι και η ιδιαίτερη κατάσταση ταυτόχρονης γνώσης και άγνοιας στην οποία βρίσκεται ένα άτομο/οργανισμός/ομάδα. Ακολούθως, αναφέρεται στη δράση της άρνησης. Πώς δουλεύει, πώς γίνεται παραγωγική και αποτελεσματική. Ένας καίριος τρόπος δράσης της είναι η ‘κανονικοποίηση’ ή η ‘φυσικοποίηση’ ενός γεγονότος/πράξης/κατάστασης. Το ‘κακό’ γίνεται σταδιακά αποδεκτό ως φυσικό επακόλουθο ή ακόμα και ως ‘καλό’. Δίνονται ερμηνείες, εκλογικεύσεις, δικαιολογίες, επιχειρήματα με σκοπό την απαλλαγή από την ενοχλητική γνώση. Ο κατήγορος μετατρέπεται σε κατηγορούμενο. Όλα τα παραπάνω μπορεί να προέρχονται από την πλευρά του θύματος, του θύτη ή και του παρατηρητή. Η συνέχεια του βιβλίου αποτελείται από αναφορές σε ζητήματα και ιστορικά παραδείγματα που αφορούν την άρνηση σε επίπεδο κρατών/ομάδων/οργανισμών. Δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα (και πολλά παραδείγματα) στο ζήτημα του Ολοκαυτώματος αλλά αναφέρονται και άλλες πολλές περιπτώσεις συλλογικών αρνήσεων. Έτσι, σε αντίστοιχα κεφάλαια, ο Cohen, εστιάζει στους βασανιστές και τους κρατικούς εκπροσώπους, στην ιστορικότητα της μνήμης και την αναγνώριση του παρελθόντος (από την πλευρά των κρατών), στην θέση και ευθύνη των παρατηρητών, στη δύναμη της εικόνας και τις ερμηνείες της, στην παρακίνηση για δράση ενάντια στην άρνηση και υπέρ της αλήθειας. Η αλυσίδα ενδυνάμωσης που οδηγεί σε δράση (όπως τη χρησιμοποιεί η Διεθνής Αμνηστεία για τα επιχειρήματά της), αναφέρει ο ίδιος (ό.π.:219), αποτελείται από τρεις συνδέσεις: 1) κάτι μπορεί να γίνει, 2) μπορούμε να το κάνουμε, 3) μπορείς εσύ να κάνεις τη διαφορά: να τι μπορείς να κάνεις (και εδώ ακολουθούν συγκεκριμένες προτάσεις δράσης). Τέλος, αναφέρεται σε αυτό που θεωρεί αντίθετο της άρνησης: την ‘αναγνώριση’, τις εκφάνσεις της και τους τρόπους που μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο που αναφέρεται στις κοινωνίες του σήμερα. Θέλει να δώσει ένα αισιόδοξο μήνυμα παρά το ότι αναγνωρίζει πως η άρνηση σήμερα παίρνει όλο και πιο περίπλοκες και ‘επιστημονικές’ μορφές που την ισχυροποιούν. Η δύναμη εικόνων που λένε/δείχνουν την αλήθεια είναι μεγάλη και ο Cohen θέλει να πιστεύει πως οι άνθρωποι δεν τις κοιτούν με αδιαφορία. Ο Cohen, σύμφωνα και με τους Olick (2001) και Bickford (2001) που παρουσιάζουν το βιβλίο του, αναφέρεται σε πάρα πολλούς όρους και θέτει πολλά ζητήματα, τόσο που σε κάποια σημεία κουράζει τον-την αναγνώστη. Το βιβλίο σε κάποια σημεία μοιάζει με φοιτητικό εγχειρίδιο. Συχνά αφήνει τα θέματα που θίγει ανοιχτά, θέτει ερωτήματα που δεν απαντά ξεκάθαρα και αναφέρεται σε ζητήματα χωρίς να τα αναλύει και να τα αναπτύσσει περαιτέρω. Ωστόσο, δίνει, παράλληλα πολλές ζωντανές εικόνες για την άρνηση και μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για παραπάνω σκέψη και εμβάθυνση στο, πάντα επίκαιρο, θέμα. ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΣΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ SCHLINK Η άρνηση εμφανίζεται έντονα στην ιστορία που έγραψε ο Schlink. Διαφαίνεται στη συμπεριφορά και το λόγο της Χάννα, στον αφηγητή Μίχαελ αλλά και στο ανώνυμο πλήθος ανθρώπων που συμμετέχουν στη δίκη ως μάρτυρες, δικηγόροι, δικαστές, κατηγορούμενοι. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι κάθε ήρωας της ιστορίας του Schlink εμφανίζει ένα είδος άρνησης αποδοχής και αναγνώρισης μιας άσχημης πραγματικότητας. Θα εστιάσουμε εδώ, ωστόσο, στις αρνήσεις που μπορούν να αποδοθούν στη Χάννα, τον Μίχαελ και στους μάρτυρες του δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, η θέαση της άρνησης είναι κάτι σχετικό και οι απόψεις-ερμηνείες που παρουσιάζονται εδώ αποτέλεσμα μιας προσωπικής, πάλι, ερμηνείας. Καθώς ο Μίχαελ αφηγείται το παρελθόν της Χάννα όπως αυτό παρουσιάζεται στην αίθουσα δικαστηρίου προκύπτει το ερώτημα: πώς γίνεται ο ίδιος να μη γνώριζε το παρελθόν της; Πώς δεχόταν χωρίς αντιρρήσεις την άρνησή της να απαντά σε ερωτήσεις που αφορούσαν την ίδια, τη ζωή και το παρελθόν της κατά τη διάρκεια της σχέσης τους; Ο Μίχαελ, από φόβο μην ενοχλήσει με τις ερωτήσεις του τόσο τη Χάννα ώστε τελικά να τη χάσει, αποσυρόταν κάθε φορά που εκείνη έδειχνε να δυσανασχετεί. Ωστόσο, η ίδια του αφηγήθηκε μία φορά το παρελθόν της και η αφήγησή της περιείχε το γεγονός ότι κατά τον πόλεμο ‘είχε μπλέξει με το στρατό’. Τι σήμαινε αυτό; Τι θα μπορούσε να σημαίνει; Μπορούσε να είναι κάτι ουδέτερο και αθώο; Ο Μίχαελ δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Ούτε στον εαυτό του ούτε στη Χάννα. Η χρονική περίοδος (αμέσως μετά τον πόλεμο) ήταν τέτοια που επέτρεπε την ‘καχυποψία’ για το παρελθόν κάθε Γερμανού πολίτη. Ο Cohen (ό.π.: 124-125), παραπέμποντας σε έρευνα του Bar-On, αναφέρει, ωστόσο, πως αυτή η έρευνα για το παρελθόν ήταν κάτι το οποίο απέφευγαν όλοι οι Γερμανοί κατά τη δεκαετία του ’50. Τα παιδιά δεν ρωτούσαν τους γονείς τους, οι γονείς απέφευγαν να προσφέρουν γνώση δημιουργώντας έτσι ένα ‘διπλό τείχος’ απέναντι στην αλήθεια στο οποίο ολόκληρη η κοινωνία ερχόταν να προσθέσει ένα τρίτο καθώς ‘έχτιζε’ ως φυσιολογική αυτή τη σιωπή. Το γεγονός αυτό αποτελεί για τον Cohen παράδειγμα ατομικής άρνησης η οποία συνδέεται με δημόσιες ιστορίες. Το άτομο εδώ αποφεύγει να προσθέσει στον εαυτό του μια γνώση για τον άνθρωπο δίπλα του η οποία θα του προξενήσει πόνο και θα απαιτεί να πάρει μια θέση διαφορετική από αυτή που επιθυμεί/αισθάνεται απέναντι στον άνθρωπο αυτό. Μια ακόμη χαρακτηριστική άρνηση πραγματικότητας από την πλευρά του Μίχαελ ήταν η αδυναμία του να αναγνωρίσει τον αναλφαβητισμό της Χάννα. Σε αυτό ωστόσο μοιάζει να έχουν ‘ξεγελαστεί’ πολλοί στο μυθιστόρημα. Οι εργοδότες της Χάννα στη Ζίμενς αλλά και στη συνέχεια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και στην εταιρία των τραμ καθώς και όλο το δικαστήριο-οι δικαστές αλλά και ο συνήγορός της δεν βλέπουν κάτι που εύκολα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό. Εμπόδιο στέκεται φυσικά η πεισματική άρνηση της Χάννα να φανερώσει το μυστικό της, ωστόσο ένας καλός παρατηρητής θα μπορούσε να το δει. Μια ερμηνεία αυτής της ‘τύφλωσης’ εδώ θα μπορούσε να είναι η αδιαφορία και μια άλλη η τάση να βλέπουμε τον άλλο με τα μάτια του εαυτού μας, να τον βλέπουμε ίδιο, να μην τον βλέπουμε γι’ αυτό που τελικά είναι. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι κατά τη δίκη των γυναικών (και της Χάννα) δεν γίνεται ανάγνωση του βιβλίου της Εβραίας γυναίκας που επέζησε από τη νύχτα της φωτιάς (βιβλίο που σίγουρα επηρέασε τη διεξαγωγή και τις αποφάσεις της δίκης) καθώς θεωρείται αυτονόητο πως όλες οι ενδιαφερόμενες το έχουν διαβάσει. Έτσι, και ο Μίχαελ φαίνεται να θεωρεί τον αλφαβητισμό ως αυτονόητο αλλά τι θα σήμαινε, τελικά, το να μπορέσει να δει τη Χάννα όπως ήταν στην πραγματικότητα; Θα την υποτιμούσε; Θα την μείωνε αυτή η νέα γνώση στα μάτια του; Θα έχανε η σχέση τους απ’ τη ‘μαγεία’ της; Είναι ερωτήματα που θα μπορούσαν να απαντήσουν στην τυφλότητα της άρνησής του. Από την πλευρά της Χάννα, οι αρνήσεις που διακρίνονται είναι διαφορετικές και ίσως βαθύτερες. Κατά τη διεξαγωγή της Δίκης και απαντώντας στις ερωτήσεις δικαστών και κατήγορων η Χάννα δείχνει να μην συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα των πράξεών της. Δείχνει να τις θεωρεί αυτονόητες και δικαιολογημένες. ‘Τι θα κάνατε στη θέση μου;’ ρωτά με αφέλεια(;), ειλικρίνεια(;), ειρωνεία(;), υπεροψία(;) ή εκφράζοντας τη δική της πραγματική απορία τον δικαστή. Η εικόνα θυμίζει την ‘απόλυτη εικόνα άρνησης όλων των εποχών’ που αποδίδει ο Cohen στον ‘τραγικό’ Οιδίποδα (Cohen,ό.π.32-34). Ωστόσο, η αποκάλυψη του αναλφαβητισμού της Χάννα προκαλεί ένα συναισθηματικό μπέρδεμα στον-ην αναγνώστη. Ίσως, αντίστοιχα μπερδεμένος είναι και ο συγγραφέας ίσως, πάλι, όχι. Ίσως σκόπιμα θέλει να δώσει μια εικόνα διαφορετική για τις ευθύνες του Γερμανικού λαού και όλων όσων με κάποιο τρόπο εργάστηκαν για τους Ναζί και το στρατό τους. Η εικόνα, αν και δεν πείθει καταφέρνει πράγματι να προκαλέσει σκέψεις. Η συνέχεια της ιστορίας και το τέλος της Χάννα αποδεικνύουν, ωστόσο, πως τελικά η ίδια δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις τύψεις των ευθυνών που στο δικαστήριο με τόση αθωότητα αποποιούνταν. Ίσως, όμως πάλι, η συνείδηση αυτή να έρχεται μετά από τη διαδικασία αλφαβητισμού της θέλοντας να καταδείξει την αξία του αλλά και την σημαντικότητα της προηγούμενης έλλειψής του. Η Shethar (1993) μετά από έρευνα για τον αλφαβητισμό ατόμων έγκλειστων σε φυλακές, υποστηρίζει πως η διαδικασία βοηθά στην θετική εξέλιξη του ατόμου, συμβάλλει στην άνοδο της αυτοπεποίθησής του αλλά και στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου, του εαυτού του και των σχέσεων γύρω του -παρά το ότι δεν μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες για κοινωνική άνοδο. Μένει όμως το ερώτημα: αν γνώριζε να διαβάζει και να γράφει, αν είχε πάρει την κοινή μόρφωση (ή και μεγαλύτερη) θα είχε αποφύγει σκόπιμα να βρίσκεται στο στρατόπεδο ως δεσμοφύλακας; Πόσες Γερμανίδες με πλήρη μόρφωση δεν συνεργάζονταν με τους Ναζί; Αυτό δεν συνέβαινε, άλλωστε, και με τις άλλες συγκατηγορούμενές της; Ο Agamben (2005) αναφέρεται εύστοχα στη λογική που κυριαρχεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μια κατασκευασμένη ‘έκτακτη’ ανάγκη δημιουργεί ‘έκτακτους’ νόμους και ‘έκτακτη’ λογική, συγκεκριμένοι άνθρωποι αποκτούν ‘έκτακτα’ δικαιώματα πάνω στις ζωές των άλλων . Ύστερα υπάρχουν για τα άτομα αυτά που δρουν-έδρασαν οι ‘έκτακτες’ δικαιολογίες που αναφέρονται και αντλούν επιχειρήματα από το συγκεκριμένο πλαίσιο ‘λογικής’. Η Butler (2009) αντίστοιχα, αναφέρεται πολύ χαρακτηριστικά στην δημιουργία της κατάστασης ‘έκτακτης ανάγκης’ και πώς αυτή άρει κάθε νόμιμο δικαίωμα (για υπεράσπιση, δίκη, απελευθέρωση, έκδοσή στη χώρα τους) από τους έγκλειστους στις φυλακές του Γκουαντάναμο. Κάτω από το πρίσμα μιας αντίστοιχης ‘λογικής’ η Χάννα ρωτά: ‘εσείς τι θα κάνατε;’ σαν η πράξη και η συμπεριφορά της να βρίσκονταν μέσα στις υποχρεώσεις, μέσα στο λογικό, στο αυτονόητο. ‘Ήμασταν υπεύθυνες γι’ αυτές…αυτή ήταν η δουλειά μας, να τις φρουρούμε, για να μην το σκάσουν. Γι’ αυτό δεν ξέραμε τι να κάνουμε… ’(Schlink 1998:122) αναφέρει, θέλοντας να δείξει πόσο φυσιολογικό ήταν να μην ξεκλειδώσουν τις πόρτες στην καιόμενη εκκλησία γιατί τότε θα δημιουργούνταν ‘χάος’ και οι κρατούμενες θα χάνονταν. Αναφερόμενος στο ζήτημα της άρνησης από την πλευρά των βασανιστών ο Cohen (ό.π.:90) δίνει εικόνες της εκπαίδευσης των βασανιστών της Ελληνικής χούντας. Η εκπαίδευση αυτή φέρνει -μεταξύ άλλων- το άτομο σε μία κατάσταση εστίασης στον στόχο-αποστολή-εντολή και μόνο σε αυτό (‘task oriented state of mind’). Η περιγραφή αυτή μοιάζει ταιριαστή και για την περίπτωση της Χάννα. Η υπακοή σε εντολές, άλλωστε, είναι κατά τον Cohen και η πιο εύκολη απάντηση των ‘βασανιστών’ για τη συμπεριφορά τους. Από την πλευρά των ‘τυχαίων’ παρευρισκόμενων (σύμφωνα με τον διαχωρισμό του Cohen) ή των χωρικών που βρέθηκαν μάρτυρες των γεγονότων για τα οποία κατηγορείται στο βιβλίο η Χάννα οι αρνήσεις που εντοπίζονται είναι πολύ συγκεκριμένες και ακολουθούν πλήρως τις αναφορές και κατηγοριοποιήσεις του Cohen. Ο αφηγητής αναφέρεται άμεσα στην προσπάθεια των μαρτύρων, για να μην βρεθούν και οι ίδιοι κατηγορούμενοι, να δείξουν στο δικαστήριο ότι γνώριζαν όσο λιγότερα γίνεται αλλά και ότι φοβούνταν από την ύπαρξη στρατιωτών και φυλάκων που έδειχναν ότι υπακούν σε ανώτερες εντολές και έτσι δεν μπορούσαν να παρέμβουν και να βοηθήσουν τα θύματα. Η σύνδεση της εικόνας αυτής, του συνόλου των μαρτύρων-χωρικών, με το Γερμανικό λαό ως ‘παρατηρητή’ του Ολοκαυτώματος είναι αρκετά προφανής. Ο Cohen (ό.π.: 77-80 και 148-153) κάνει εκτενείς αναφορές στο ζήτημα αυτό και υποστηρίζει πως ο γερμανικός λαός δεν μπορούσε παρά να γνωρίζει για τη γενοκτονία η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους των ναζιστικών ηγετών, πέρα από τις φανερές εκδιώξεις των Εβραίων ήταν πάρα πολλοί οι απλοί πολίτες που εμπλέκονταν σε εργασίες οι οποίες τους έδιναν έμμεση ή άμεση γνώση για το τι συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ωστόσο, πολλοί υποστήριζαν σθεναρά την άγνοια. Άλλοι αρνούμενοι πλήρως οποιαδήποτε γνώση και άλλοι αποδεχόμενοι κάποια ερεθίσματα που τους έδιναν πληροφορίες αλλά ισχυριζόμενοι ότι νόμιζαν πως κάτι άλλο συμβαίνει (‘μύριζα το καμένο κρέας, έβλεπα τον καπνό και τη στάχτη, έβλεπα τρίχες να αιωρούνται…νόμιζα ότι απλώς καίνε όσους πεθαίνουν μέσα στο στρατόπεδο’). Έτσι, για την περίπτωση του γερμανικού λαού κατά τα γεγονότα του ναζισμού ο Cohen (ό.π.) θεωρεί πως η θέση τους βρίσκεται ενδιάμεσα στη θέση του ‘βασανιστή’ και του ‘τυχαίου θεατή-παρατηρητή’. Τέλος, και επιστρέφοντας στη Χάννα, το τέλος που επέλεξε για τη ζωή της και η κατάστασή στη οποία βρισκόταν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο Cohen (ό.π.:255-261) παρουσιάζει την ‘αναγνώριση’ ως το αντίθετο της ‘άρνησης’. Η ‘αναγνώριση’ εμπεριέχει στοιχεία που εναντιώνονται στην άρνηση παραδοχής-θέασης του ‘κακού’: την αυτογνωσία, την ηθική μαρτυρία (η γνώση και αλήθεια υπηρετούνται ως αξίες ζωής), την κοινοποίηση του ‘κακού’ (whistle-blowing είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Cohen) και τέλος τη ζωή έξω από το ψέμα- με όλες τις συνέπειες που αυτό θα φέρει. Η Χάννα αποφασίζει να δει την αλήθεια καθώς αποφασίζει να μάθει να γράφει και να διαβάζει και καθώς ζητά να διαβάσει τη βιβλιογραφία που υπήρχε για το Ολοκαύτωμα. ‘Ο αναλφαβητισμός είναι ανηλικότητα.Η Χάννα, έχοντας το θάρρος να μάθει ανάγνωση και γραφή, είχε κάνει το βήμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση, ένα βήμα διαφωτισμού’ αφηγείται ο Μίχαελ (Schlink, ό.π.:177). ’Στην μοναδική του επίσκεψη στη φυλακή, η Χάννα του λέει πως κανείς ποτέ δεν την κατάλαβε, κανείς δεν την ρώτησε και έτσι κανείς δεν μπορούσε να την κατηγορήσει παρά μόνο οι νεκροί. Αυτούς δεν μπορούσε να τους αποφύγει μετά την καταδίκη της –‘πριν από τη δίκη μπορούσα ακόμη-αν ήθελα, να τους παραμερίσω’ (Schlink, ό.π.:186) λέει, αποδεικνύοντας και πάλι την βαθύτερη πρότερη γνώση της. Η Χάννα, λοιπόν, στο τέλος της και στο βαθμό που μπορούσε, πέρασε έμπρακτα από την ‘κατάσταση άρνησης’ στην ‘αναγνώριση’. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ‘Το σύστημα λειτουργεί γιατί οι άνθρωποι είναι ικανοί και πρόθυμοι να ζουν μέσα στο ψέμα’ (Cohen, ό.π.:156).
Επιστρέφοντας στην αρχή της εισαγωγής της εργασίας και την εκεί αναφορά στην άρνηση που έχει μετατραπεί σε πραγματικότητα, σε ‘αλήθεια’, κανονικότητα, και σκεπτόμενη πόσο επίκαιρα ακούγονται όλα αυτά, θα ήθελα αντί για άλλο επίλογο να θυμίσω ένα παλιό παραμύθι. ‘Πριν από πολλά πολλά χρόνια ήταν ένας Αυτοκράτορας, που τρελαινόταν και αποτρελαινόταν για ωραία καινούρια ρούχα κι όλα τα χρήματά του τα ξόδευε για να είναι πάντα πολύ κομψά ντυμένος. (…) Η πόλη του ήταν χαρούμενη και γιορτινή. Συνέχεια έφταναν επισκέπτες από άλλα μέρη και κάποια μέρα πήγανε και δυο απατεώνες. Είχαν δηλώσει πως ήταν υφαντές κι ότι είχαν την ικανότητα να υφαίνουν το πιο λεπτό ύφασμα που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Έλεγαν ακόμα (…) ότι τα ρούχα που φτιάχνονταν από το δικό τους ύφασμα είχαν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να είναι αθέατα από εκείνον που ήταν ακατάλληλος για τη θέση που είχε ή από αυτόν που ήταν απελπιστικά ηλίθιος. ‘Ω! Πρέπει να είναι θαυμάσια ρούχα’ σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. (…) Και πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό στους απατεώνες προκαταβολικά, για ν’ αρχίσουν τη δουλειά τους το συντομότερο. Και όντως άρχισαν. Έστησαν δυο αργαλειούς κι έκαναν ότι δούλευαν, ωστόσο δεν υπήρχε τίποτα απολύτως στον αργαλειό. (…) (…) Όλοι στην πόλη είχαν ακούσει για τη μυστηριώδη δύναμη του υφάσματος και ήταν όλοι ανυπόμονοι να ανακαλύψουν πόσο ανάξιος ή πόσο ηλίθιος ήταν ο γείτονάς τους. ‘Θα στείλω τον εντιμότατο Πρωθυπουργό μου στους υφαντές’ σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. ‘Είναι ο πιο ικανός να δει με τι μοιάζει το ύφασμα, γιατί είναι μυαλωμένος και κανένας δεν ασκεί τα καθήκοντά του καλύτερα από αυτόν’. Έτσι, λοιπόν, πήγε ο εντιμότατος Πρωθυπουργός στο εργαστήρι όπου οι δυο απατεώνες ήταν πολύ απασχολημένοι στους άδειους αργαλειούς τους.(…) Οι δυο απατεώνες τον παρακάλεσαν να κοιτάξει από πιο κοντά. Μα, δεν έβρισκε τα χρώματα και τα σχέδια πιο ελκυστικά; Του έδειξαν τον άδειο αργαλειό τους, αλλά παρ΄ όλο που ο καημένος ο γέρο Πρωθυπουργός άνοιξε τα μάτια του διάπλατα, τίποτα δεν είδε, γιατί απλά δεν υπήρχε τίποτα να δει. ‘Μεγαλοδύναμε!’, σκέφτηκε, ‘είναι δυνατόν να είμαι ηλίθιος; Μα ποτέ δε μου πέρασε μια τέτοια υποψία. Μπορεί να είμαι ακατάλληλος; Όχι, δεν μπορεί να ειπωθεί για μένα ότι δεν βλέπω το ύφασμα’. ‘Λοιπόν, τι σκέφτεστε;’ Ρώτησε, κάνοντας ότι ύφαινε, ο ένας απ’ τους δυο. ‘Εξαιρετικό! Μαγευτικό!’ είπε ο γέρο Πρωθυπουργός,(…) ‘Τι σχέδιο! Τι χρώμα! Θα πω στον Αυτοκράτορα πόσο ευχαριστημένος είμαι’. (…) Οι απατεώνες τώρα ζήτησαν για το ύφασμα παραπάνω χρήματα (…) Τα τσέπωσαν όλα (…) και πήγαν δήθεν να δουλέψουν στους άδειους πάλι αργαλειούς. (….) Για το υπέροχο ύφασμα κουβέντιαζαν όλοι στην Πόλη. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας θα πήγαινε να το δει όσο βρισκόταν ακόμα στον αργαλειό. (….) ‘Τι είν΄αυτό;’ Σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. ‘Δεν βλέπω τίποτα! Είναι τρομαχτικό! Είμαι ηλίθιος; Δεν κάνω για Αυτοκράτορας; Δεν θα μπορούσε να μου συμβεί τίποτα πιο φοβερό!...Ω, είναι θαυμάσιο’ τους είπε. (…) Δεν ταίριαζε να πει ότι δεν έβλεπε τίποτα. Οι αυλικοί κοίταζαν (…) και επανέλαβαν ακριβώς αυτά που είπε ο Αυτοκράτορας, (…) και του υπενθύμισαν να ετοιμάσει, από το πανέμορφο εκείνο ύφασμα, ρούχα για τη μεγάλη παρέλαση που θα γινόταν σύντομα. (…) Την παραμονή της παρέλασης οι απατεώνες κάθισαν όλη νύχτα (…) και ανήγγειλαν στο τέλος: ‘Ακούσατε! Τα ενδύματα του Αυτοκράτορα είναι έτοιμα!’ (…) Ο Αυτοκράτορας έβγαλε τα παλιά του ρούχα και οι απατεώνες παρίσταναν ότι του φορούσαν ένα ένα τα εξαρτήματα της καινούριας ενδυμασίας του. (…) ο Αυτοκράτορας γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. (…) ‘Τι θαυμάσια εφαρμογή!’ όλοι αναφώνησαν. ‘Εντάξει, έτοιμος είμαι’, είπε.(…) Παρέλασε ο Αυτοκράτορας (…) και όλοι στους δρόμους και στα παράθυρα έλεγαν: ‘Θεέ μου! Τα καινούρια ρούχα του Αυτοκράτορα είναι τόσο αραχνοΰφαντα που δεν φαίνονται καν.(…) Τι τελεία εφαρμογή!’ και κανένας δεν ήθελε να σκεφτεί ότι δεν έβλεπε τίποτα (…). Ποτέ άλλα ρούχα του Αυτοκράτορα δεν είχαν τέτοια επιτυχία. ‘Μα δε φορά τίποτα!’ είπε ένα μικρό παιδί. ‘Θεέ και Κύριε, άκουσες τι είπε το αθώο μικρό παιδί;’ φώναξε ο πατέρας, και τα λόγια του παιδιού πέρασαν από το στόμα του ενός στα χείλη του άλλου ψιθυριστά.(…) ‘Ναι, δε φοράει τίποτα!’ φώναξε όλος ο κόσμος τελικά. ‘Ο Αυτοκράτορας είναι γυμνός!’ ο Αυτοκράτορας ένιωσε φοβερά δυσάρεστα μόλις κατάλαβε ότι ο κόσμος είχε δίκιο. Αλλά σκέφτηκε: ‘η παρέλαση πρέπει να φτάσει στο τέλος!’ και ορθώνοντας το ανάστημά του, προχώρησε ακόμα πιο περήφανα μπροστά και ακολουθούσαν οι θαλαμηπόλοι κρατώντας την ανύπαρκτη ουρά. (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ‘Τα καινούρια ρούχα του Αυτοκράτορα’ στο: Δώδεκα Παραμύθια, απόδοση: Α. Δημητρούκα, Αθήνα: Πατάκης)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Agamben, G. 2005. Homo Sacer Κυρίαρχη Εξουσία και Γυμνή Ζωή. Αθήνα: Scripta Bickford, L. 2002. Review (Untitled). Στο: Human Rights Quarterly. Vol.24, No.4 (Nov.2002), σσ.1054-1057 Butler, J. 2009. Ευάλωτη Ζωή: οι δυνάμεις του πένθους και της βίας. Αθήνα:Νήσος Cohen, S. 2001. States of Denial: Knowing About Atrocities and Suffering. Κέμπριτζ:Polity Press Cohen, S. 1996. Government Responses to Human Rights Reports: Claims, Denials and Counterclaims. Στο: Human Rights Quarterly. Vol.18, No.3 (Aug.1996), σσ.517-543 Olick. J. 2002. Review (Untitled). Στο: The American Journal of Sociology. Vol.107, No.4 (Jan.2002), σσ.1134-1135 Schlink, B. 1998. Διαβάζοντας στη Χάννα. (μτφρ.Κοπερτί, Ι.) Αθήνα: Κριτική Shetar, A. 1993. Literacy and ‘Empowerment’? A Case Study of Literacy Behind Bars. Στο: Anthropology of Education Quarterly. Vol.24, No.4 (Dec.1993). σσ.357-372 ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ http://en.wikipedia.org/wiki/Bernhard_Schlink http://en.wikipedia.org/wiki/Stanley_Cohen_(sociologist) http://en.wikipedia.org/wiki/The_Reader * Παρουσίαση στο μάθημα Κοινωνιολογικές και Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις του Κοινωνικού Ελέγχου του ΠΜΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ [1] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/Bernhard_Schlink [2] ‘The Reader’, 2008, σκηνοθεσία: Stephen Daldry, πρωταγωνιστές: Kate Winslet (Όσκαρ Α’ Γυναικείου ρόλου για την ταινία αυτή), Ralph Fiennes, David Kross [3] Πηγή πληροφοριών από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/The_Reader [4] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/Stanley_Cohen_(sociologist) [5] Για να μην γίνεται κουραστικό το κείμενο με συνεχείς αναφορές χρησιμοποιώ τη λέξη-έννοια αυτή (‘κακό’) και κάτω από αυτήν εννοώ οποιαδήποτε άσκηση βίας, αδικία, ενέργεια που προσβάλει τη ζωή ενός ανθρώπου ή ενέργεια κατά της φύσης/περιβάλλοντος κτλ. [6] ‘bystander states’ (Cohen, 2001:17)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου