Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

όργανα και τάξη στο κράτος των Εξαρχείων. καταγγελία

Καταγγελία της φιλολόγου-σχολικού συμβούλου κ. Ζωής Μπέλλα-Αρμάου, για την οποία ενημερώθηκα από μήνυμα το οποίο έστειλε σε λίστα παραληπτών, μεταξύ των οποίων και σε εμένα, ο Δημήτρης Σουλιώτης «Ξημερώματα Παρασκευής 09/10/2009 , ώρα 12.45 π.μ., μια διμοιρία των ΜΑΤ έχει σταματήσει στη διασταύρωση Μεσολογγίου και Α. Μεταξά, στα Εξάρχεια, ακριβώς κάτω από το σπίτι μου. Ακούγονται ύβρεις και χυδαιολογίες που ανταλλάσσονται ανάμεσα σε τρεις νεαρούς που βρίσκονται στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, στην πολυκατοικία απέναντι και στους άνδρες των ΜΑΤ. Το φραστικό επεισόδιο συνεχίζεται επί ώρα. Βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω τους άνδρες των ΜΑΤ να συνοδεύουν τα λόγια τους με αντίστοιχες χειρονομίες σεξιστικού περιεχομένου (πιάνοντας με τα χέρια τους τα γεννητικά τους όργανα κ.ά.). Μιλούν δυνατά και προκλητικά, προχωρώντας κατά διαστήματα επιθετικά προς τους νεαρούς. Κόσμος βγαίνει στα παράθυρα και στα μπαλκόνια. Εμείς, οι κάτοικοι των Εξαρχείων, έχουμε ζήσει πολλές φορές παρόμοιες καταστάσεις. Αυτή τη φορά, όμως, η χυδαιότητα και η πρόκληση των ανδρών των ΜΑΤ απέναντι σε 3 μόνο νεαρούς ξεπερνούν κάθε όριο.Οργανα της τάξης Τους λέω ότι είναι "όργανα της τάξης και δεν επιτρέπεται να απαντούν με χυδαιολογίες και προκλητικό τρόπο". Τότε κάποιοι μου απαντούν: "Αντε πήγαινε μέσα να βάλεις κάνα πλυντήριο", "μπες μέσα, κυρά μου", "άι, παράτα μας" και άλλα παρόμοια, γελώντας ειρωνικά. Τους λέω ότι η συμπεριφορά τους είναι ανάρμοστη προς μια κυρία και προς την ιδιότητά τους, αυτοί συνεχίζουν τις λοιδορίες και προς εμένα και προς τους νεαρούς, κάποιος στρέφει προς το μέρος μου έναν φακό. Τους λέω ότι με προσβάλλουν ως πολίτη και τους ζητώ να μου δώσουν τον αριθμό τους. Τότε είναι που υπερβαίνουν κάθε όριο κοσμιότητας. Κάποιος μου απαντά: "Κατέβα να μου τον πάρεις", γελούν, και κάποιος άλλος συμπληρώνει "ναι, και να μου τον μετρήσεις", και κάποιος άλλος "ναι, με το στόμα", προσθέτοντας και άλλα κοροϊδευτικά σχόλια. Ως πολίτης και ως γυναίκα ένιωσα ότι είχα θιγεί αφάνταστα και ότι η συμπεριφορά τους συνιστούσε δημόσια προσβολή και υπέρβαση εξουσίας. Κατεβαίνω στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου. Η διμοιρία έχει προχωρήσει λίγο πιο πέρα από την είσοδο της πολυκατοικίας μου και στέκεται μπροστά από την πολυκατοικία στον αρ. 17, όπου μέσα έχουν κλειστεί οι 3 νεαροί (δύο αγόρια και μία κοπέλα, με τους οποίους διαπληκτίζονταν προηγουμένως). Βλέπω ότι λίγο πιο πέρα στέκονται αρκετοί ειδικοί φρουροί, οι οποίοι πλησιάζουν. Ζητώ από τους άνδρες των ΜΑΤ να μου δώσουν τους αριθμούς τους. Κανείς δεν έχει διακριτικά, ούτε μου δίνουν τα στοιχεία τους. Αντιθέτως, κάποια στιγμή, ένας απ' όλους, μετρίου αναστήματος, στρέφει το κεφάλι (οι άλλοι δεν τον βλέπουν) και μου κάνει με το στόμα έναν μορφασμό με σεξιστικό υπονοούμενο. Στο μεταξύ κατεβαίνουν από τα σπίτια τους και άλλοι κάτοικοι, μαζεύονται και περαστικοί. Επιμένω να μου δώσουν τα στοιχεία τους, δεν μου τα δίνουν· απευθύνομαι σε κάποιον που λόγω ηλικίας υποθέτω ότι είναι ο επικεφαλής τους. Μου λέει, με τρόπο απαξιωτικό, να απευθυνθώ στην αστυνομία. Πράγματι, αυτό κάνω. Η ώρα είναι 1.17 π.μ. Τηλεφωνώ από το κινητό μου. Μου απαντά μια αστυνομικός. Της λέω επώνυμα ότι έχω δεχθεί λοιδορίες και προπηλακισμούς από τη διμοιρία των ΜΑΤ που εκείνη την ώρα εκτελούσε υπηρεσία στην οδό Μεσολογγίου και Μεταξά και ζητώ την προστασία της αστυνομίας. Με αφήνει να περιμένω στο τηλέφωνο, το οποίο κάποια στιγμή κλείνει. Ξαναπαίρνω σε 3', απαντά κάποια άλλη αστυνομικός, η οποία ζητά να της διηγηθώ εκ νέου τι συμβαίνει, πράγμα το οποίο έκανα, αλλά η Αμεση Δράση δεν προσήλθε. Παράλληλα, ανοίγει η εξώπορτα της πολυκατοικίας στον αρ. 17 και βγαίνει ένας από τους κατοίκους. Εκείνη τη στιγμή βρίσκουν ευκαιρία 3-4 ειδικοί φρουροί, εισβάλλουν στην είσοδο της πολυκατοικίας και επιτίθενται σε έναν νεαρό που βρίσκεται μέσα· τον ρίχνουν κάτω, τον χτυπούν και τον τραβούν βίαια προς τα έξω. Οι κάτοικοι φωνάζουν ότι η είσοδός τους στην πολυκατοικία τους χωρίς ένταλμα είναι παράνομη και κάποιοι προσπαθούν να προστατεύσουν τον νεαρό από τα χτυπήματα. Στη συνέχεια οι ειδικοί φρουροί μετακινούνται προς τη διασταύρωση Μεσολογγίου και Τζαβέλλα, ενώ οι δυνάμεις των ΜΑΤ και πάλι προς τη διασταύρωση Μεσολογγίου και Μεταξά, δηλαδή κάτω από το σπίτι μου. Ο κόσμος διαλύεται, επιστρέφω κι εγώ στο διαμέρισμά μου. Τους ακούω και πάλι να απαντούν κοροϊδευτικά στις ύβρεις κάποιων νεαρών και να μιμούνται με ειρωνικό τρόπο τις φωνές τους. Εν κατακλείδι, 1. επειδή θεωρώ ότι οι άνδρες των ΜΑΤ, που την ανωτέρω ημερομηνία και ώρα εκτελούσαν υπηρεσία στη διασταύρωση των οδών Μεσολογγίου και Μεταξά, εντελώς απρόκλητα, προσέβαλαν δημοσίως και ενώπιον τρίτων την τιμή και την υπόληψή μου με σεξιστικές εκφράσεις και χειρονομίες, υπερβαίνοντας τα καθήκοντά τους και προσβάλλοντάς με βάναυσα ως γυναίκα και ως πολίτη, 2. επειδή θεωρώ ότι οι ειδικοί φρουροί που εκτελούσαν υπηρεσία στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου και Τζαβέλλα την ίδια ώρα υπερέβησαν τα καθήκοντά τους με την είσοδό τους χωρίς ένταλμα στην πολυκατοικία επί της οδού Μεσολογγίου 17 και επιτέθηκαν απρόκλητα και με βάναυσο τρόπο σε έναν νεαρό, 3. επειδή ως πολίτης ένιωσα απροστάτευτη (σημειώνω ότι την Παρασκευή, 9/10/2009 , το απόγευμα, τηλεφωνικά ενημέρωσα για το επεισόδιο και το προσωπικό Γραφείο του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, από το οποίο απλώς μου απάντησαν ότι θα ενημερώσουν τον υπουργό), 4. κι επειδή θεωρώ ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά των ανδρών των ΜΑΤ και των ειδικών φρουρών εκθέτει το σώμα της αστυνομίας, καταθέτω τη συγκεκριμένη καταγγελία και παρακαλώ να μεριμνήσετε για τα δέοντα. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, μπορώ να σας καταθέσω και ονόματα μαρτύρων, που ήταν παρόντες στα επεισόδια».

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

όχι στο όνομά μου...


Δεν επιθυμώ να με περιλαμβάνει εκείνη η φαντασίωση κοινωνίας που στριμώχνει τα μέτωπα της πάλης στο μέγεθος του πυροβόλου όπλου ή του εκρηκτικού μηχανισμού.
Όχι στο όνομά μου
Δεν τσιγκουνεύομαι τον χρόνο μου στις μακρινές διαδρομές μέσα από άνυδρα τοπία διεκδικήσεων, που δεν ξεμπερδεύουν τη στιγμή που πατιέται η σκανδάλη ή πυροδοτείται ο εκρηκτικός μηχανισμός. 
Και δεν αναγνωρίζω σε κανέναν το δικαίωμα να μου κλέψει αυτόν τον χρόνο, αυτό το μόχθο, να ξεστρατίσει τις διαδρομές μου, να μου διαμορφώσει τα μέτωπα της πάλης με το χέρι στη σκανδάλη
Όχι λοιπόν στο όνομά μου, εξαιρέστε με

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

τι ωραία που τα λέμε...

Έβαλα στην αναζήτηση τις λέξεις "κοινωνική επανένταξη" και μόνο στα αποτελέσματα από την Ελλάδα προέκυψαν 120.000 εγγραφές. Συνέδρια, ημερίδες, διαλέξεις, καλοί συνάδελφοι να παρουσιάζουν τα πορίσματα ερευνών τους, φορείς και οργανώσεις να παρουσιάζουν τους στόχους τους ενίοτε και την αξιολόγηση της λειτουργίας τους.
Έχοντας μια έμφυτη απέχθεια για τις ασκήσεις επί χάρτου και μια δομική δυσκολία να υπερίπταμαι της πραγματικότητας, δεν έχω συμμετάσχει σε τίποτα από τα παραπάνω αλλά μου έλαχε να ζήσω στο πετσί μου αυτήν την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα όπου οι στάσεις και η συμπεριφορά κοινωνικών συνόλων που ασκούν άτυπο και επίσημο κοινωνικό έλεγχο αποδεικνύουν την κατάρρευση του μύθου περί κοινωνικής επανένταξης των πρώην κρατουμένων. Μια πραγματικότητα σημαδεμένη από την μετεγγραφή στο δημόσιο λόγο των ζητημάτων κοινωνικής πρόνοιας σε ζητήματα ασφάλειας ή/και ατομικής ευθύνης· όπου ο λόγος περί κοινωνικά περιθωριοποιημένων ομάδων, τόσο στον χώρο των ποινικών θεσμών όσο και στο χώρο ανάπηρων θεσμών κοινωνικής πρόνοιας, καθορίζεται από πρακτικές αποκλεισμού και όχι ενσωμάτωσης. Την έζησα και τη ζω στο πετσί μου κάθε φορά που πρέπει ν' απαντήσω σε κάποιον έτοιμο να πέσει στη φωτιά απ' την οργή, όταν ρωτάει "γιατί βγήκα λοιπόν απ' τη φυλακή;" Κι ακόμα χειρότερα όταν, μεταξύ γενικοτήτων, ακροβατισμών ή επικίνδυνων ερασιτεχνισμών ψυχιατρικοποίησης κοινωνικών περιστατικών, αναπαράγεται, με όλη την εγκυρότητα της "θεσμικής αλήθειας", αυτούσιος ο ηθικός λόγος που εκφέρεται εντός της ίδιας της ποινικής ή σωφρονιστικής διαδικασίας, διαμορφώνοντας αξιωματικές κρίσεις και προγνώσεις που μεταθέτουν την υποτροπή από το κοινωνικό στο ατομικό: σημαντικό στοιχείο ως προς τη διαχείριση και την έκβαση της μεμονωμένης περίπτωσης αλλά και, μέσα από αυτήν, της νοηματοδότησης και συνακόλουθης διαχείρισης κοινωνικά περιθωριοποιημένων ή στιγματισμένων ομάδων, δομικά προορισμένων για την φυλακή· σημαντικό στοιχείο για την αποτίμηση της λειτουργίας ανάπηρων θεσμών κοινωνικής πρόνοιας, για το πλήθος των εξαιρέσων που συνιστούν το κανόνα, για την ανεπάρκεια ή την γραφειοκρατική αντίληψη εκείνων που διαχειρίζονται τα "περιστατικά" αναπαράγοντας μέσα από τη δράση τους -ως πρόσχημα ή ως άλλοθι- αυτούσιο το ατομοκεντρικό στερεότυπο της χαμένης περίπτωσης και του καμμένου χαρτιού.
Ποιους αφορά, λοιπόν, ο ευγενής όρος "κοινωνική επανένταξη"; Αυτό το πουκάμισο αδειανό που, ως τέτοιο, προσδίδει μια κυνική χροιά στην εμμονή να μην αλλάζουμε τα λεξιλόγια, σαν να μας διαφεύγει το γεγονός ότι μιλάμε για πράγματα που δεν έχουν κανένα απολύτως αντίκρυσμα τόσο στην ποινική όσο στην ευρύτερη κοινωνική σφαίρα.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

δίκη Δημήτρη Παρσάνογλου

Η δίκη του Δημήτρη Παρσάνογλου θα γίνει θα γίνει την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου. Μαζί του δικάζεται και ο "ανώνυμος" Αφρικανός μετανάστης, η κακοποίηση του οποίου από αστυνομικούς το Σάββατο το βράδυ στην Ομόνοια προκάλεσε την παρέμβαση του Δημήτρη Παρσάλογλου και οδήγησε και στη δική του σύλληψη.
Από όσο γνωρίζω, κείμενα διαμαρτυρίας και συμπαράστασης εκδόθηκαν από το τμήμα δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, το Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα καθώς και το ψήφισμα της ΓΣ του προσωπικού του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, το οποίο και παραθέτω Ψήφισμα συμπαράστασης του Συλλόγου Προσωπικού ΕΚΚΕ στον Δ. Παρσάνογλου 22/10/2009 Η Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Προσωπικού του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών εκφράζει ομόφωνα τη συμπαράστασή της στον κοινωνιολόγο Δημήτρη Παρσάνογλου που δικάζεται στις 29 Οκτωβρίου με την κατηγορία της εξύβρισης. Το βράδυ του Σαββάτου 17/10 ο Δημήτρης Παρσάνογλου διαμαρτυρήθηκε σε αστυνομικούς οι οποίοι, ενώ είχαν ήδη συλλάβει αλλοδαπό μετανάστη στην περιοχή της Ομόνοιας, βιαιοπραγούσαν αναίτια εναντίον του. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί και ο ίδιος, να παραμείνει κρατούμενος για δύο ημέρες και να παραπεμφθεί σε δίκη με αυτόφωρη διαδικασία. Θεωρούμε ότι στο πρόσωπο του συναδέλφου διώκεται η ευρύτερη κοινωνική οπτική και το αίσθημα δικαίου των κοινωνικών επιστημόνων, αλλά και το δικαίωμα και η υποχρέωση του επιστημονικού λόγου να επισημαίνει και να παρεμβαίνει ενεργά σε φαινόμενα και ζητήματα που απασχολούν το κοινωνικό σύνολο. Σε έμπρακτη εφαρμογή της πρόσφατα δηλωθείσας πρόθεσης του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη να μην ανέχεται στο εξής περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, ζητούμε την άμεση παύση της δίωξης του συναδέλφου.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

πολιορκία


Η παρουσία αστυνομικών δυνάμεων στα Εξάρχεια δεν είναι ένα μονοσήμαντο γεγονός ούτε έχει ένα δικό της αυτονόητο ή αυταπόδεικτο νόημα το οποίο αντιστοιχεί στις δηλώσεις του θεσμικά υπεύθυνου Υπουργού. Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι ούτε δεδομένο ούτε αυτονόητο ότι η πλατεία Εξαρχείων είναι άβατο είναι το οποίο "πατήθηκε" από τις δυνάμεις του νόμου και της τάξης, ούτε ότι στεγάζει τέτοια ποσοστά εγκληματικότητας που να δικαιολογούν την πολιορκία της. Αν επιχειρήσουμε, λοιπόν, να δούμε το συμβολικό περιεχόμενο της κατασκευής "κράτος των Εξαρχείων που δεν θα αποτελεί πλέον άβατο", σ' ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία αναδεικνύεται η εικόνα της πολιορκούμενης ζώνης και τα μηνύματα τα οποία τείνει να κοινοποιεί. Όμως το μήνυμα της "επιβολής της τάξης" τι ακριβώς προϋποθέτει προκειμένου να φτάσει στο ακροατήριό του; Ένα ακροτήριο το οποίο προφανώς είναι πολύ ευρύτερο από τους θεωρούμενους "παράνομους" ή, κυρίως, επίδοξους παράνομους που έχουν την πλατεία ως ορμητήριο ή καταφύγιο -για την ακρίβεια η ίδια η οροθέτηση της παρανομίας εντάσσει στις παραπάνω κατηγορίες οποιονδήποτε περιφέρεται στην πλατεία χωρίς "προφανή σκοπό". Προφανώς [ή μάλλον αναπόφευκτα όποια κι αν είναι η πρόθεση], την "επιβολή του νόμου και της τάξης" δεν την σηματοδοτεί μόνο η φυσική παρουσία των "φυλάκων" -στρατιωτάκια ακούνητα κι αγέλαστα παρατεταγμένα εντός ή πέριξ της πλατείας. Τα στρατιωτάκια εκ των πραγμάτων θα δράσουν, όταν δεν είναι η ίδια η τόσο εμφανής παρουσία τους το γεγονός που πυροδοτεί δράσεις -αναμενόμενο και σχεδόν αναπόφευκτο κι αυτό. Κι έτσι μοιάζει να ανατρέπεται συνολικά το τοπίο καθώς είναι πλέον γνωστό και με τραγικά αποτελέσματα αποδεδειγμένο ότι αρκεί μια "λάθος" κίνηση για να πυροδοτήσει την συνθήκη της αταξίας και μάλιστα με μια δυναμική να υπερβεί τα χωρικά πλαίσια της πλατείας -με δυο λόγια, η αλλαγή της εικόνας ή, σωστότερα, η στιγμή που η εικόνα γίνεται ανάρμοστη.
Ο ένας από τους προσαχθέντες της περασμένης Τετάρτης επιχείρησε να καταγράψει τη στιγμή των συλλήψεων. Αυτό τον κατέστησε αυτόματα "επικίνδυνο" και οδήγησε και στη δική του σύλληψη. Επειδή επιχείρησε να καταγράψει τη στιγμή που τα όργανα της τάξης δρούσαν. Στο πλαίσιο της αποστολής και των καθηκόντων τους; Τότε τι ήταν αυτό που καθιστούσε την εικόνα ανάρμοστη, ποια συνθήκη επικινδυνότητας πυροδοτούσε η απεικόνιση της δράσης των αστυνομικών, ποιος κινδύνευε από αυτή την εικόνα, από τη δημοσιοποίηση της εικόνας της σύλληψης; Οι δρώντες αστυνομικοί είχαν επίγνωση υπέρβασης καθηκόντων και παρενέβησαν κατασταλτικά για να μην δοθεί στη δημόσια θέα η δράση τους; Και τι ακριβώς διαχωρίζει την μια στιγμή [νόμιμη δράση] από την άλλη [υπέρβαση καθηκόντων]; Αν τα πράγματα είναι τόσο ρευστά ώστε να ορίζονται ad hoc, όχι μόνον από τα ακροατήρια αλλά από τον ίδιο τον φορέα της βίας, τότε μάλλον θα πρέπει να μιλάμε για φυσικοποίηση της ανεξέλεγκτης βίας από την μεριά των θεωρούμενων δυνάμεων του νόμου και της τάξης. Με δυο λόγια, για την πολιορκία ως οιονεί συνθήκη επικινδυνότητας και, αναπόφευκτα επίσης, ως συνθήκη εκτός νομιμότητας και εκτός ελέγχου. Τόσο ευμετάβολη επίσης, ώστε ανά πάσα στιγμή να διαρρηγνύεται η εικόνα της "διαφύλαξης της τάξης", "κλέφτες κι αστυνόμοι" να γίνονται ένα κουβάρι και η υπερ-φυλασσόμενη περιοχή να μεταρέπεται σε περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ως εάν αυτός να είναι ο στόχος, μια διαρκής υπενθύμιση μέχρι σημείου πλύσης εγκεφάλου ότι οι δυνάμεις είναι διατεταγμένες έτσι κι ότι σε συμφέρει να είσαι από τη σωστή πλευρά. Ένα έργο που παίζεται στη σκηνή των Εξαρχείων, με την προοπτική να παιχτεί και σε πολλές άλλες σκηνές και στο οποίο, στην καλύτερη περίπτωση, σε συμφέρει να είσαι θεατής. Μια επιτηρούμενη περιοχή που κάθε τόσο αναπαριστά το κόστος της "μη-συμμόρφωσης" σε μια τόσο ασαφή πλέον κανονικότητα ώστε να τείνει να αποκλείσει από το περιεχόμενό της αυτονόητες καθημερινές συνήθειες και δραστηριότητες.
Μα είναι τόσο τρωτό στην ακρότητά του αυτό το μοντέλο καταστολής, είναι τόσο προφανής η αναντιστοιχία της θεσμικής βίας με την συνθήκη η οποία την πυροδοτεί, ώστε να αναρωτιέται κανείς γιατί είναι τόσο δύσκολο πια να το καταλάβουν οι εμπνευστές του. Πόση βία, πόσες αυθαιρετες ή, ακόμα χειρότερα, πόσες "ατυχείς" συλλήψεις και πόσες συγνώμες θα χρειαστούν ακόμα μέχρι να παραδεχτούν την καθολική αποτυχία του και την αδυναμία κοινωνικής νομιμοποίησής του;
Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να εικάσουμε ότι δεν πρόκειται για αυτό καθεαυτό το μοντέλο αλλά για το πρώτο, το πιλοτικό ας το πούμε, στάδιο του και ότι, εντός μια συνολικής πλέον κατάστασης πολιορκίας, θα θυμόμαστε με νοσταλγία την περίοδο της πολιορκίας της περιοχής των Εξαρχείων. Παραμένει, ωστόσο, ακλόνητη η εμπιστοσύνη μου στην τσαπατσουλιά του ελληνικού κράτους και στον χρόνο που κερδίζουμε ενόσω η καταστολή δεν φαίνεται να διεκδικεί τίποτα παραπάνω από τον εαυτό της: γυμνή, χωρίς το κύρος που θα της έδινε η κοινωνική νομιμοποίηση και, ως εκ τούτου, τρωτή.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Ο θάνατός σου, η ζωή μου

Ποινική προκαταρκτική εξέταση διενεργείται σε βάρος του διευθυντή των φυλακών Πάτρας, Λ. Γιοχαλή, ο οποίος αρνήθηκε να συνεργαστεί με τις αστυνομικές αρχές προκειμένου να εξιχνιαστεί υπόθεση μεταφοράς μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Σύμφωνα με το tvxs κάποιος κρατούμενος από την φυλακή της Πάτρας επρόκειτο να «παράσχει» πληροφορίες για διακίνηση 30 κιλών ηρωίνης που θα έφτανε στην Πάτρα. Μία τέτοια κίνηση, σύμφωνα με τον νόμο, αποτελεί ελαφρυντικό για τον κρατούμενο και συνιστά αιτία απόλυσης από το σωφρονιστικό κατάστημα. Ωστόσο, ο διευθυντής, αρνήθηκε να επιτρέψει την επικοινωνία του κρατούμενου με τις αστυνομικές αρχές και έτσι «χάθηκε η δυνατότητα να συλληφθούν οι διακινητές των ναρκωτικών». Έπειτα από σχετική ενημέρωση του αντιεισαγγελέα ΑΠ Αν. Κανελλόπουλου δόθηκε παραγγελία ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος του διευθυντή ενώ ζητήθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνηθεί πειθαρχικά η υπόθεση επειδή υπήρξε αδικαιολόγητη άρνηση συνεργασίας και περιφρόνηση και των εισαγγελικών αρχών. Τα αίτια της άρνησης του διευθυντή είναι σαφώς άγνωστα. Οι αναγνώστες του tvxs και σε άλλα site αναφέρονται σε εμπλοκή του διευθυντή στην συγκεκριμένη υπόθεση. Σίγουρα και αυτή η πτυχή αποτελεί μια πιθανότητα. Μία άλλη είναι η άρνηση του διευθυντή για την «εύρυθμη λειτουργία του σωφρονιστικού καταστήματος», αφού η κατάδοση αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με ένα άτυπο «ποινικό κώδικα» των κρατουμένων» που καθορίζει συμπεριφορές που δεν είναι ανεκτές από την κοινότητα των εγκλείστων και αφήνουν τον δράστη έκθετο σε «κυρώσεις»(1). Μία ακόμα εκδοχή είναι γιατί η ηθική υπερβαίνει το νόμο, και στην προκειμένη περίπτωση, ίσως, ο διευθυντής υπερέβη των καθηκόντων του –της τήρησης του γράμματος του νόμου- θεωρώντας ανήθικο να συμμετέχει σε όποια διαδικασία κατάδοσης. Τα αίτια μπορεί να είναι πολλά. Ο κατάλογος των εικασιών, μπορεί να είναι μακρύς -προστασία των εμπόρων, των κρατουμένων, των κανόνων ηθικής… - Αλλά δεν αφορούν την ουσία του θέματος, η οποία είναι η ίδια η πρόβλεψη της «μεταμέλειας» των δραστών στην ποινική νομοθεσία. Νόμος περί «επιείκειας» Νόμος 2161 Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών μπορεί με βούλευμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, να διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαίτιου κάποιας από τις πράξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου εφόσον: α) ο υπαίτιος πιθανολογείται ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλεμπόρου ναρκωτικών β) δεν συντρέχει στο πρόσωπο του υπαίτιου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 5 και 8 του παρόντος νόμου και γ) η επικινδυνότητα του υπαιτίου και η βαρύτητα της πράξης του είναι καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων που αυτά τέλεσαν. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο 4. Οι όροι της παρ. 1, αν επιβεβαιωθούν, συνιστούν ελαφρυντική περίσταση, ενώ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα 2-20 ετών, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 του Π.Κ. Αν οι παραπάνω όροι της παραγράφου 1 συντρέξουν μετά την αμετάκλητη καταδίκη του υπαίτιου, το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απόλυσή του από τις φυλακές υπό όρους και χωρίς συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 105 του Π.Κ. εφόσον κρίνει ότι η τυχόν βραδύτητα του υπαίτιου να αποκαλύψει στις αρμόδιες αρχές τα στοιχεία που γνώριζε, ήταν δικαιολογημένη. Ν. 2928/2001 "Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων" Άρθρο 187Α Μέτρα επιείκειας 1. Αν κάποιος από τους υπαίτιους των πράξεων της συγκρότησης ή συμμετοχής σε οργάνωση ή της συμμορίας κατά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 187 καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή συμμορίας, απαλλάσσεται από την ποινή για τις πράξεις αυτές. Η έννοια της «επιείκειας» Τα παραπάνω άρθρα δεν έχουν μόνο γλωσσολογικά λάθη, αλλά και εννοιολογικά σχετικά με το περιεχόμενο της έννοιας της «μεταμέλειας» (Ν. Παρασκευόπουλος, Η καταστολή της διάδοσης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, Σάκκουλας 2004, σελ 222). “Η έννοια της επιείκειας είναι ένα από τα αριστουργήματα που διαφοροποιούσαν την ελληνική μέθοδο αναζήτησης της δικαιοσύνης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ήταν ανέκαθεν ένα κύριο ορόσημο από τη ρωμαϊκή προσήλωση στην dura lex («σκληρός νόμος»). Η επιείκεια είναι ένα επανόρθωμα της γενίκευσης του νομοθέτη, το οποίο επιτρέπει τη δίκαιη και ανθρώπινη κρίση, σε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν συνιστά κάμψη αλλά απόδοση δικαιοσύνης στην κρινόμενη υπόθεση. Τα «μέτρα επιείκειας» κάμπτουν την απόδοση της δικαιοσύνης, αποβλέποντας στη σκοπιμότητα, και οδηγούν σε χαριστική μεταχείριση, για να εξασφαλιστεί ένα άλλο, σημαντικό αλλά άσχετο με τον δικανικό συλλογισμό για την πράξη του δράστη, όφελος”. Επιδράσεις συμφερόντων στη δημιουργία ποινικών νόμων Από άποψη περιεχομένου τα συμφέροντα διακρίνονται σε ιδεολογικά, οικονομικά και σε συμφέροντα διατήρησης της πολιτικής ισχύος και των δομών εξουσίας. (Ε. Λαμπροπούλου, Κοινωνιολογία του Ποινικού Δικαίου και των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης, Ελληνικά Γράμματα, 1999, σελ. 52) “Τα ιδεολογικής φύσεως συμφέροντα ποικίλλουν ανάλογα με τις απόψεις και πεποιθήσεις των ομάδων που επηρεάζουν την ποινική νομοθέτηση. Οι νόμοι περί ναρκωτικών, αλλά και ολόκληρο το ποινικό οπλοστάσιο, είναι δημιουργήματα νεοφιλελεύθερων διακυβερνήσεων και σκέψεων”. Η αντεγκληματική πολιτική περιορίζεται στην καταστολή και στην άμεση ένδειξη αποτελεσμάτων (σε εύρος 4 χρόνων –όσο διαρκεί μία κυβερνητική θητεία). Η φιλοσοφία των νόμων κινείται στο πλαίσιο των πολιτικών πεποιθήσεων και τη γενικότερη στάση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα, δηλαδή στη μηδενική ανοχή και στην «πάταξη» του εγκλήματος –με όποιο μέσο- για τη διασφάλιση του αισθήματος «ασφάλειας» (2). Το πρόβλημα του καθορισμού ορίων χρήστη-εμπόρου Η λογική της κατάδοσης του «μεγάλου ψαριού» από το «μικρό ψάρι», μοιάζει επωφελής και αποτελεσματική στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης λογικής. Ωστόσο, το ζήτημα της αντιμετώπισης των ναρκωτικών δεν μπορεί να λυθεί με όρους «ρουφιανιάς», όταν η ποινικοποίησή τους εξακολουθεί να υφίσταται δημιουργώντας και αναπαράγοντας προβλήματα, ενώ σε καμία περίπτωση η κατάδοση ενός «εμπόρου» από ένα «βαποράκι» δεν μπορεί να αποτελεί αντεγκληματική πολιτική. Η φράση «η επικινδυνότητα του υπαιτίου και η βαρύτητα της πράξης του είναι καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων που αυτά τέλεσαν» (Ν. 2161 παρ. 1 εδ. γ) σκιαγραφεί ακριβώς αυτή τη λογική. Ο καθορισμός των ορίων βλάβης και επικινδυνότητας μόνο προβλήματα μπορεί να φέρει στην επίλυση του ζητήματος. Σύμφωνα με την τελευταία τροπολογία (6/2009 νόμος Δένδια) «Ειδικά για τις ναρκωτικές ουσίες της ηρωϊνης, κοκαϊνης και κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, θεωρείται, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει άλλως, ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, όταν το όριο της κατασχεθείσης ποσότητας κάθε επιμέρους ναρκωτικής ουσίας, ανεξαρτήτως καθαρότητας, δεν υπερβαίνει το μικτό με την άμεση συσκευασία βάρος του ενός και ημίσεος (1 ½) γραμμαρίου ηρωϊνης ή κοκαϊνης, των πενήντα (50) γραμμαρίων ακατέργαστης κάνναβης και των πέντε (5) γραμμαρίων κατεργασμένης κάνναβης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης μπορεί να καθορίζονται και για τις υπόλοιπες ναρκωτικές ουσίες, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος Κώδικα, το όριο της ως άνω ελάχιστης ποσότητας που καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, για ορισμένο χρόνο». Η πλειοψηφία των κρατουμένων, σύμφωνα με τον νόμο περί ναρκωτικών βρίσκεται κοντά στα όρια του 1 ½ γραμμαρίου ηρωϊνης. Το ερώτημα είναι, όποιος συλλαμβάνεται για δέκα γραμμάρια είναι πιο επικίνδυνος από αυτόν που συλλαμβάνεται για δυο; Είναι ζήτημα γραμμαρίων-κιλών; Η πολιτική για τα ναρκωτικά; Και για ποιο λόγο αυτός που συλλαμβάνεται για 20 κιλά να δικαιούται να «αποφυλακιστεί» επειδή υπέδειξε στις αστυνομικές αρχές έναν πιο μεγάλο έμπορο; Με αυτόν τον νόμο, η αντικειμενική βαρύτητα, το μέγεθος δηλαδή του άδικου χαρακτήρα μίας πράξης διακίνησης ναρκωτικών, προκύπτει κατεξοχήν από το είδος, τη σκληρότητα και την ποσότητα του ναρκωτικού… Ο θάνατός σου, η ζωή μου Η ενθάρρυνση κατάδοσης κάποιου παραβάτη, ενός άλλου παραβάτη εμπίπτει σε ένα πρόβλημα διαμόρφωσης κοινωνικής ηθικής και ουσιαστικά ενθαρρύνει την «παρακολούθηση» των συμπολιτών για την αθώωσή του από τα δικά του αδικήματα. Ο χαρακτηρισμός μίας συμπεριφοράς εγκληματικής υπό όρους, αφήνει περιθώρια χειρισμού του δικαίου κατά το συμφέρον. Δημιουργείται έτσι μία συγκρουόμενη κατάσταση για το κατά πόσο μία συμπεριφορά είναι εγκληματική ή όχι, στο όνομα της «αποτελεσματικότητας της καταστολής». Μέσω αυτού του νόμου (η φιλοσοφία του οποίου υπάρχει και στον τρομονόμο), ταυτίζεται η έννοια της κατάδοσης με την αθωότητα. Στην ποινική αντιμετώπιση, ο καταδότης «αθωώνεται» εις βάρος ενός άλλου «ενόχου» Πέραν του ότι οποιοσδήποτε νόμος κατάδοσης είναι ανήθικος αφού πρόσκειται στη λογική «ο θάνατός σου, η ζωή μου» και μπορεί να προκαλέσει και μία σειρά άλλων παρενεργειών: *Πρόκληση αναξιόπιστων μαρτύρων ικανών χάριν του ανταλλάγματος να παραπλανήσουν τις αρχές και να σύρουν αθώα πρόσωπα σε περιπέτειες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων *Κάμψη της δίκαιης καταστολής, αφού έτσι μένουν ατιμώρητα άτομα με σημαντικές ποινικές ευθύνες –σύμφωνα με την καταδίκη τους, πριν την κατάδοση *Κάμψη της γενικής πρόληψης, αφού η πιθανότητα (της εκ των υστέρων) προσφυγής στη συγκεκριμένη οδό συναλλαγής μπορεί να διευκολύνει έναν δράστη να διακινδυνεύσει την ποινική εμπλοκή *Κάμψη της ειδικής πρόληψης, αφού ο πληροφοριοδότης δεν εμβαπτίζεται στη νομιμοφροσύνη με τη συναλλαγή αυτή (1)Οι βασικές αρχές του κώδικα των κρατουμένων είναι οι εξής: (i) απαγορεύεται η κατάδοση συγκρατούμενου (ii) απαγορεύεται η παροχή βοήθειας στο προσωπικό και τη διεύθυνση της φυλακής, σχετικά με την τήρηση της πειθαρχίας (iii) οφείλεις να είσαι αλληλέγγυος με τους συγκρατούμενους (2)Έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί με βάση τη θεωρία της αλληλεπίδρασης ή προσέγγιση της ετικέτας [labeling approach] έδειξαν ότι τα ιδεολογικά συμφέροντα αντεγκληματικής πολιτικής λειτουργούσαν συχνά ως κάλυμμα για την εξυπηρέτηση άλλων εργαλειακών συμφερόντων που αφορούσαν τη διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής ισχύος συγκεκριμένων ομάδων

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ρεμπέτικο τραγούδι

ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΩΣ ΑΠΟΤΟΚΟΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ: Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ
της Άννας Κασάπογλου ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα μελέτη έχει ως στόχο να δείξει με ποιο τρόπο έκανε την εμφάνισή του το λαϊκό τραγούδι και ποια η σχέση του με το ρεμπέτικο, σε συνδυασμό με τη συνεισφορά της ηττημένης Αριστεράς του Εμφυλίου. Παρόλο που η γενεαλογία του ρεμπέτικου τραγουδιού δεν συμπεριλαμβάνεται στο πεδίο της έρευνας, δεν θα μπορούσε να παραλειφθεί η αναφορά σε κάποια βασικά στοιχεία έτσι ώστε να επιτευχθεί μια ιστορική και κοινωνιολογική σύνδεση με όσα θα ακολουθήσουν. Έτσι, γίνεται αναφορά στη γέννηση του ρεμπέτικου τραγουδιού, ενώ στη συνέχεια στον κομμουνιστικό και το ρεμπέτικο λόγοŸ τί πρέσβευε ο καθένας και η επιμονή του πρώτου για σαφή διάκριση μεταξύ των. Σημαντικό μέρος του ζητήματος αυτού αποτελούν και οι τόποι εγκλεισμού τόσο των κομμουνιστών όσο και των ρεμπετών. Από μια τέτοια αναφορά σε τόπους εγκλεισμού δεν θα μπορούσε να λείπει η Μακρόνησος, τόπος για τον οποίο έχει γίνει περισσότερος λόγος και όλοι τον αναφέρουν ακόμη και σήμερα. Έπειτα, η προσοχή στρέφεται στο υπόδειγμα Τσιτσάνη και τις αλλαγές που αυτό επέφερε, ενώ κατόπιν, και αφού έχουμε πλέον περάσει στο λαϊκό τραγούδι, αποπειράται μια σχηματοποίηση έτσι ώστε το λαϊκό τραγούδι να γίνει ορατό μέσα από την κάθε εποχή. Πριν ολοκληρωθεί η εργασία, ασχολείται με την αναβίωση του ρεμπέτικου και όλη τη φιλολογία που δημιουργήθηκε γύρω απ` αυτό, για να καταλήξει στο φαινόμενο του Βασίλη Τσιτσάνη. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ Έχοντας ως ορμητήριο τη φράση του Ηλία Πετρόπουλου: «Δεν υπάρχει ρεμπέτικος τρόπος σκέψης, υπάρχει ρεμπέτικος τρόπος ζωής»[1], θα επιχειρηθεί η σκιαγράφηση του περιβάλλοντος γέννησης του ρεμπέτικου τραγουδιού, έτσι ώστε να κατανοηθεί στη συνέχεια η μετεξέλιξή του σε λαϊκό. Ξεκινώντας από τη διάκριση που πραγματοποίησε ο Στάθης Δαμιανάκος και χώρισε το ρεμπέτικο (όπου αναφορά ρεμπέτικο, θα εννοείται ρεμπέτικο τραγούδι) σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ονομάζεται πρωτογενής φάση και χρονολογείται πριν από το 1922. Η δεύτερη, η κλασσική φάση, μεταξύ 1922 και 1940, και η τρίτη και τελευταία, η εργατική, από το 1940 έως το 1953. Η παρούσα εργασία θα ασχοληθεί κατά κύριο λόγο με την εργατική φάση, καθώς είναι εκείνη που αφορά άμεσα το πέρασμα στο λαϊκό τραγούδι. Τα ρεμπέτικα τραγούδια «προέρχονται από μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, το υποπρολεταριάτο των πόλεων, και συγκροτούν μια ιδιάζουσα έκφραση της λαϊκής παράδοσης του αστικού κέντρου»[2]. Με λίγα λόγια η ανάδυση του ρεμπέτικου συμπίπτει με τα πρώτα χρόνια αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας. Μεγάλος πληθυσμός συγκεντρώθηκε γύρω από τα αστικά κέντρα, ο οποίος δημιούργησε διάφορες ομάδες οι οποίες ζούσαν στο περιθώριο αυτού του άστεως. Το εν λόγω περιθώριο, γενικευμένα μιλώντας, συνέβαλε στη δημιουργία και την ανάπτυξη του συγκεκριμένου είδους. Με τον τρόπο αυτό το ρεμπέτικο έγινε το όχημα έκφρασης της άμυνας των στρωμάτων αυτών απέναντι στους μηχανισμούς αποκλεισμού τους από τη μεριά των κυρίαρχων στρωμάτων ή ομάδων της εποχής. Είναι η έκφραση μιας προσπάθειας για κοινωνική ταυτότητα. Μια έκφραση ζωής σαν μια ατέλειωτη προσπάθεια για επιβίωση, για μια συνέχεια της ύπαρξής τους[3]. Οι ομάδες του περιθωρίου που προαναφέρθηκαν αποτελούνται κυρίως από άτομα που ζουν σε μια διαρκή κατάσταση παρανομίας. Από άνεργους και εξαθλιωμένους εργάτες, από παλιούς αγρότες και από χειρώνακτες. Εδώ εντοπίζεται αυτό που ονομάζεται λούμπεν προλεταριάτο. Τα χαρακτηριστικό της ζωής αυτών των στρωμάτων είναι η ανασφάλεια και η απόρριψη. Έτσι γεννιέται το αίσθημα της κατωτερότητας και η ανάγκη για αντίδραση και επιβίωση. Προς ενίσχυση των προαναφερθέντων αξίζει να σημειωθεί η παρατήρηση του Δαμιανάκου πως «η ιστορία των ρεμπέτικων είναι η ιστορία των υποπρολεταριακών στρωμάτων στην υπό εκβιομηχάνιση ελληνική κοινωνία»[4]. Επρόκειτο για τη διάλυση της παραδοσιακής κοινωνίας και την παρακμή του αγροτικού πολιτισμού. Την εμφάνισή του κάνει πλέον ο μαζικός βιομηχανοποιημένος πολιτισμός. Οι περιθωριοποιημένες ομάδες από τον νεοεμφανισθέντα πολιτισμό αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν δικά τους ήθη, έθιμα και κανόνες. Εξοβελισμένες, ανέπτυξαν δεσμούς και μια ιδιαίτερη φιλοσοφία ζωής την οποία απέδωσαν στα τραγούδια τους. Στο φαντασιακό των ανθρώπων αυτών η πόλη καταλάμβανε τη θέση της αταξίας, ενώ η τάξη ανάγεται σε καταγωγικούς χώρους ή μύθους που συστήνουν τον «χαμένο παράδεισο»[5]. Η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού, ως είδος πλέον, μαρτυρά πως χώρος της αρχικής διαμόρφωσής του υπήρξε η φυλακή και ο τεκές*. Παρόλα αυτά κατεξοχήν χώρος εμφάνισής τους ήταν τα μεγάλα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, η Ερμούπολη, ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη. Αρχικά η δημιουργία τους συντελούνταν σε στιγμές επικοινωνίας μεταξύ της ομάδας και δεν υπήρχε ένας και μοναδικός δημιουργός. Επίσης η μετάδοσή του ήταν καθαρά προφορική καθώς δεν υπήρχε η εγγραφή σε δίσκο. Κύρια θέση στη θεματολογία κατείχαν τα βάσανα, η φτώχεια, η μοναξιά , ο πόνος, ο έρωτας για τις γυναίκες, η απελπισία, η διαμαρτυρία, ο χωρισμός, τα ναρκωτικά, η φυλακή, η βία, οι χαρές της ζωής κ.ο.κ. Βασική ήταν η μορφή του μάγκα (θα γίνει εκτενέστερη αναφορά παρακάτω). Ο τελευταίος εξέφραζε έναν κόσμο αυτόνομο και συνεκτικό που αρνείται συνειδητά να ενταχθεί στις κυρίαρχες αξίες και αντιπαραθέτει σ` αυτές τον δικό του ηθικό κώδικα[6]. Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί το γεγονός πως η καινοτομία του φωνογράφου ήταν εκείνη που καθιέρωσε το δημιουργό και έπαψε η ανωνυμία προέλευσης του τραγουδιού. *Τούρκικη λέξη που σημαίνει ιερά μονή και χρησιμοποιούνταν για να δειχτεί ο χώρος όπου κάπνιζαν χασίσι. Η ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΕΜΠΕΤΕΣ: ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΛΟΓΟ Επικρατεί μιαν αντίληψη η οποία υποστηρίζει πως το ρεμπέτικο τραγούδι είναι δημιούργημα των κομμουνιστών και σ` αυτούς οφείλεται η μεγάλη του απήχηση. Ήδη από όσα αναφέρθηκαν πρωτύτερα αποδεικνύεται πως μια τέτοια άποψη δεν έχει πραγματική υπόσταση. Σε όσα ακολουθούν θα γίνει μια προσπάθεια διερεύνησης και ενίσχυσης της άποψης αυτής προς αποφυγήν λανθασμένων συμπερασμάτων. Τη δεκαετία του `30 παρατηρείται στην Ευρώπη η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού. Στην Ελλάδα το γεγονός αυτό συναντά μεγάλη απήχηση (σαφώς από την πλευρά κάποιων πολιτικών δρώντων και κυβερνώντων και όχι από την πλευρά του κόσμου στο σύνολό του) και ως αποτέλεσμα έχουμε τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, γνωστή ως δικτατορία της 4ης Αυγούστου(1936). Παρόλο που οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, η εξορία και τα βασανιστήρια κατά των κομμουνιστών είχαν αρχίσει πριν επιβληθεί η δικτατορία, με την άνοδό της εντάθηκαν περισσότερο. Με τον τρόπο αυτό βρέθηκαν έγκλειστοι στις φυλακές οι κομμουνιστές μαζί με τις άλλες κατηγορίες κρατουμένων. Απ` αυτές τις κατηγορίες εκείνοι που ανήκαν στους ποινικούς εγκληματίες συνδέθηκαν, και κάποιες φορές όχι άδικα, με τη ρεμπέτικη κουλτούρα. Το γεγονός αυτό παρήγαγε μια «ενιαία ταυτότητα για όλους τους εγκλείστους, αφού το ηθικό καθεστώς που περιβάλλει το θεσμό του εγκλεισμού, και δη της φυλακής, αποσκοπεί στην περιστολή και την οργάνωση της παρεκβατικότητας και, πιο συγκεκριμένα, αυτού που ο Φουκώ αποκάλεσε λαϊκή παρεκβατικότητα»[7]. Την τακτική-πολιτική αυτή ακολούθησαν τόσο οι διοικητικοί μηχανισμοί του κράτους όσο και οι υπηρεσίες της τάξης. Έτσι εξομοίωναν τους κομμουνιστές με τους εγκληματίες, τοποθετώντας τους στο περιθώριο, καλλιεργώντας και ενισχύοντας τον φόβο του κομμουνιστικού κινδύνου. Από την άλλη, μιλώντας για τους ίδιους τους κομμουνιστές παρατηρείται μιαν άρνηση οποιασδήποτε ενασχόλησης με το ρεμπέτικο, μή θεωρώντας το ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας. «Αρνούνται να το κρίνουν-καθώς αυτό θα ισοδυναμούσε με ένα είδος αντιπαράθεσης και άρα αναγνώρισης-και υιοθετούν μια εξωτερική κρίση για το είδος. Αδιαφορούν γι` αυτό, ξορκίζοντας έτσι το φόβο μήπως η ίδια η κρίση τους […] θεωρηθεί ως μια ένδειξη συμμετοχής στον κόσμο της λαϊκής παρεκβατικότητας»[8]. Μείζον αίτημά τους συνιστά ο διαχωρισμός τους από τις υπόλοιπες κατηγορίες κρατουμένων και ειδικότερα των ποινικών εγκληματιών. Με τον τρόπο αυτό θα ήταν σε θέση να καταδείξουν ότι ο κομμουνισμός εν γένει δεν ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας. Στο σημείο αυτό, προβαίνοντας σε αναφορές του ίδιου του κομμουνιστικού λόγου, είναι χρήσιμο να προστεθεί πως ο τελευταίος αντλεί αναφορές από το μαρξιστικο-λενινιστικό οπλοστάσιο. Ορίζει ως αντίπαλο-εχθρό την αστική ιδεολογία και καταφέρεται εναντίον της. Όσον αφορά στο ρεμπέτικο, θεωρεί ότι αυτό αντιπροσωπεύει το λούμπεν προλεταριάτο, ένα χώρο που αδυνατεί να ενταχθεί στον ορίζοντα της ταξικής συνειδητότητας έτσι όπως την περιγράφει ο λενινιστικός κώδικας[9]. Δηλαδή επρόκειτο για μια αντεπαναστατική μερίδα του προλεταριάτου. Επιχείρημα για όλα αυτά αποτελεί η απαισιοδοξία, η μοιρολατρία και η έλλειψη οργάνωσης στα ρεμπέτικα τραγούδια. Χαρακτηριστικά που είναι ασύμβατα με την κομμουνιστική ιδεολογία και τα προτάγματά της. Επίσης, διαφωνεί με την ατομικότητα, τη βία, τη συνάφεια με τα ναρκωτικά κ.ο.κ. Επιπρόσθετο αποτρεπτικό στοιχείο για τους κομμουνιστές αποτελεί ο πόνος. Στο ρεμπέτικο τραγούδι συναντάται η βιωματική-προσωπική αφήγηση, δηλαδή η απόλυτη υποκειμενικότητα. Από την πλευρά του ο ρεμπέτικος λόγος αρνείται πεισματικά οποιαδήποτε αναπαράσταση του πόνου που να δομείται και να καταλήγει σε δικαιωτικά ή καταγγελτικά πολιτικά σχήματα[10]. Το γεγονός αυτό ήταν μέγα ηθικό παράπτωμα για την κομμουνιστική ιδεολογία αφού η ίδια κατανοεί έναν πολιτικοποιημένο και κοινωνικοποιημένο πόνο. Έναν πόνο που αποτελεί για τις τεράστιες λαϊκές μάζες, νόμιμο συλλογικό βίωμα. Ολοκληρώνοντας, επιβάλλεται να προστεθεί πως οι κομμουνιστές δεν αντιτάσσονται στο ρεμπέτικο ως είδος, αλλά επιθυμούν την διάκρισή του. Δεν το θεωρούν αντίπαλο, αλλά απειλή. Η ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ Το στρατόπεδο της Μακρονήσου συγκροτήθηκε στα μέσα του 1947, με τα κονδύλια του Δόγματος Τρούμαν, ως κέντρο εθνικής ανάνηψης. Αυτό συνέβη διότι δεν ήταν θεμιτό να διακηρύξει κανείς την ίδρυση στρατοπέδου εκτόπισης πολιτικών αντιπάλων σε μια χώρα που παρουσιαζόταν ως προπύργιο των «ελεύθερων λαών» απέναντι στον-όπως το έλεγαν- ερυθρό ολοκληρωτισμό[11]. Στο εν λόγω στρατόπεδο ανάνηψης έστελναν αρχικά τους νεοσύλλεκτους και τους εξανάγκαζαν σε κάθε είδους προσβλητική εκδήλωση κατά των «εχθρών του έθνους», με σκοπό να αποκαλυφθούν τα πραγματικά τους φρονήματα. Παρόλα αυτά, μετά τη δεκαετία του `50, η Μακρόνησος αποτελούσε την προσωπική ιστορία κάθε αριστερού. Αποτέλεσε επίσης μια μοναδική εμπειρία ακραίου μαζικού εγκλεισμού που υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα[12]. Χαρακτηριστικά είναι τα στιγμιότυπα που ακολουθούν από τον τόπο αυτό. «…Όλοι αυτοί οι παλληκαράδες οπλισμένοι ως τα δόντια, ρίχνουν με αυτόματα και με τα ατομικά όπλα στο σωρό των αόπλων, σχεδόν εξ` επαφής! Από παντού ακούγονται ριπές, από παντού έρχονται σφαίρες. Οι Σκαπανείς απαντούσαν με το μόνο όπλο που είχαν, με φωνές και διαμαρτυρίες…»[13]. «…Απερίγραπτη κι η λύσσα των επιτιθεμένων και η τραγικότητα της θέσεως των Σκαπανέων…»[14]. «…Μετά τη νίκη καιρός ήταν οι ΑΜ να πάρουν τα λάφυρα. Ρολόγια, πορτοφόλια, δαχτυλίδια ήσαν πράγματα επικίνδυνα στα χέρια των στασιαστών. Προληπτικά λοιπόν τους τα πήραν…»[15]. « --Όποιος κάνει δήλωση να πάει από `κει. --Όποιος δε θέλει θα πεθάνει.»[16] …ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΝΗΣΙΟΤΕΡΟ ΜΑΚΡΟΝΗΣΙΩΤΙΚΟ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ… ΤΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΤΣΙΤΣΑΝΗ Στην αρχή είχε γίνει λόγος για τις τρεις φάσεις του ρεμπέτικου (σύμφωνα με το Δαμιανάκο). Στο σημείο αυτό θα η εργασία θα περάσει στην ανάλυση της τρίτης φάσης, η οποία χρονολογείται από το 1940 έως το 1953 και αποκαλείται εργατική φάση. Στην περίοδο αυτή επιβεβαιώνεται και συγκεκριμενοποιείται μια τυπική προλεταριακή επιρροή[17]. Για να συνδεθούν τα γεγονότα είναι ανάγκη να γίνει για ακόμη μία φορά αναφορά στο ζήτημα των εγκλείστων, και κυρίως των εγκλείστων της Μακρονήσου. Έχει επισημανθεί η εμπειρία ακραίου μαζικού εγκλεισμού και εδώ είναι χρήσιμο και αναγκαίο να συμπληρωθεί πως στο υπό εξέταση στρατόπεδο συγκεντρώνονται όλες οι προϋποθέσεις μιας τεράστιας πολιτισμικής αλλαγής στο χώρο της Αριστεράς. Σημαντικό ρόλο στο γεγονός διαδραματίζει το περιβάλλον της ήττας που επιβάλλει μια συνολική ανασυγκρότηση της Αριστερής ταυτότητας[18]. Πιο αναλυτικά, την περίοδο αυτή κάνει την εμφάνισή του και ευδοκιμεί το υπόδειγμα Τσιτσάνη. Βρισκόμαστε στα όρια ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. Κοινωνικοποιείται και εξαπλώνεται ο πόνος στα μεγάλα λαϊκά στρώματα, καθώς επέρχεται μαζικοποίηση του αριστερού κινήματος. Στους χώρους του εγκλεισμού εισέρχεται ο αγροτικός και προλεταριακός πληθυσμός. Παρόλα αυτά στο τσιτσανικό υπόδειγμα υπάρχει η καρτερία μιας καλύτερης μέρας, η οποία επιτρέπει μια ελπιδοφόρα σύνδεση με την οργανωμένη επαύριο των κοινωνικών αγώνων που επαγγέλλεται το ΚΚΕ μέσα στις συνθήκες της ήττας της Αριστεράς[19]. Η προαναφερθείσα κοινωνικοποίηση και μαζικοποίηση του πόνου, προσδίδει μια πολιτική δύναμη που κάνει επιτρεπτή τη χρήση του ρεμπέτικου τραγουδιού στους κόλπους της κομμουνιστικής δράσης. Σίγουρα δεν πρόκειται για θέση η οποία υποστηρίζει πως το υπόδειγμα Τσιτσάνη μπόρεσε να γίνει αποδεκτός κοινός τόπος για τους κομμουνιστές. Όμως η αποδοχή του από ένα μεγάλο λαϊκό πληθυσμό που πλαισιωνόταν από το ΚΚΕ, ισοδυναμεί με την κατάρρευση της επίσημης γραμμής του κόμματος για το ρεμπέτικο. Καθώς προαναφέρθηκε, οι συνθήκες της Μακρονήσου ήταν εκείνες που επέτρεψαν τη μαζική αποδοχή του λαϊκού τραγουδιού και επικύρωσαν με την αριστερή ταυτότητα τα τραγούδια του Τσιτσάνη. Αυτή η κατάσταση παγίωσε το νέο μουσικό είδος που από ρεμπέτικο έγινε λαϊκό τραγούδι. Προτού γίνει μεγαλύτερη αναφορά στις εν λόγω συνθήκες θα αποδειχθεί χρήσιμη η αναφορά σε έναν άλλο τόπο εξορίαςŸ εκείνον της Ανάφης. Στο συγκεκριμένο νησί οι εξόριστοι ήταν οργανωμένοι σε κολεκτίβες. Η οργάνωσή τους ήταν σημαντική και έλεγαν χαρακτηριστικά: «Ενωμένοι αντέχουμε, διχασμένοι καταρρέουμε»[20]. Υπήρχε επιμερισμός των εργασιών και δίκαιη κατανομή των υλικών αγαθών σύμφωνα με τις ανάγκες και την ιδιαίτερη κατάσταση του καθενός. Η οργάνωση ήταν εντονότατη τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην ψυχαγωγία. Μοναδική τιμωρία ήταν η αποδοκιμασία της κολεκτίβας. Στις δεδομένες συνθήκες όπου η οργάνωση ήταν ασφυκτική δεν υπήρχε η δυνατότητα παρέκκλισης κάποιου εξόριστου, όσον αφορά πάντα στην προσωπική επιλογή ενασχόλησης με το ρεμπέτικο. Επανερχόμενοι όμως στις ακραίες στιγμές του εγκλεισμού κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου στο στρατόπεδο της Μακρονήσου, τα δεδομένα αλλάζουν εντελώς. Η οργάνωση είναι από ισχνή έως απούσα εξαιτίας της παράλογης βίας και των απάνθρωπων βασανιστηρίων. Επίσης μέσα σ` αυτές τις συνθήκες δεν είναι εφικτή μια καθοδηγούμενη και πειθαρχημένη διασκέδαση με τραγούδια τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κομμουνιστικά, ενώ χρειάζεται να προστεθεί πως κάθε κρατούμενος είναι δυνάμει μελλοθάνατος και έχει ανάγκη από την έκφραση του προσωπικού του καημού, όπως επίσης δεν έχει τη δυνατότητα επικοινωνίας με άλλους κρατούμενους λόγω των σκληρών βασανιστηρίων. Συνεπώς, αυτή η οργανωτική αδυναμία αναδεικνύει τα τραγούδια του Τσιτσάνη σε εκφραστικά μέσα της Εαμογενούς πολιτικο-ιδεολογικής βίωσης των εμπειριών της Κατοχής , του Εμφυλίου και της ήττας[21]. Το τσιτσανικό υπόδειγμα αποτελεί πολιτική λύση ανάγκης στη Μακρόνησο. Με τον τρόπο αυτό επέρχεται μια κάθαρση του ρεμπέτικου τραγουδιού από στοιχεία περιθωριακά που παραπέμπουν στη βία, τα ναρκωτικά, την απαισιοδοξία κ.ο.κ. και τη μετεξέλιξη του που οφείλεται στη μαζικοποίηση της Αριστεράς έπειτα από το εαμικό κίνημα και την ήττα του Εμφυλίου. Τέλος, το λαϊκό τραγούδι έγινε συνοδός πολιτικής κινητικότητας των λαϊκών στρωμάτωνŸ ανυψώθηκε σε μείζονα πολιτική αξία. Έγινε όχημα για μια μαζική συσπείρωση με στόχο τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου. Με άλλα λόγια, έγινε κάτι παραπάνω από μια ψυχαγωγική δραστηριότητα. ΠΕΡΙΟΔΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ 1940 Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος το 1940, όσον αφορά στο τραγούδι, σήμανε το τέλος των ερωτικών τραγουδιών. Το Ό,τι κι αν πω δε σε ξεχνώ ήταν το τελευταίο τραγούδι του Τσιτσάνη πριν τον πόλεμο. Έπειτα άλλαξε η θεματολογία καθώς αυτό επέβαλαν οι ιστορικές συνθήκες και τα κοινωνικά δεδομένα. Έντονη ήταν η ηρωική διάθεση της περιόδου. Παρόλα αυτά δεν την αντιμετώπισαν όλοι οι συνθέτες και δημιουργοί με τον ίδιο τρόπο. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, για παράδειγμα, κράτησε μια αντιηρωική στάση. Με τον τρόπο αυτό αντιδρούσε και δεν προσαρμοζόταν στις καταστάσεις που του επέβαλλε η εξουσία, όποιες κι αν ήταν αυτές[22]. Με την έλευση των Γερμανών και την Κατοχή η πείνα και η ένδεια ευδοκιμούν για τα καλά. Ο χειμώνας του 1941-1942 ήταν τραγικός. Ο μαυραγοριτισμός βρισκόταν στο απόγειο του. Τα τραγούδια δεν μπορούσαν παρά να εκφράζουν αυτή τη σκληρή πραγματικότητα. Σημαντικό σταθμό αποτελεί η Αντίσταση. Οι λέξεις ΕΑΜ, ΕΛΑΣ και Άρης κοσμούν ανελλιπώς τα τραγούδια και ιδιαίτερα εκείνα του Μπαγιαντέρας. Πάραυτα, το λαϊκό τραγούδι δεν ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για την εμψύχωση των ανταρτών. Έτσι προκύπτουν περισσότερο βροντεροί ρυθμοί που γίνονται αυτό που αποκαλείται αντάρτικο τραγούδι. Το τελευταίο επηρέασε αρκετά το λαϊκό. Σύμφωνα με μαρτυρία του Βίρβου, ο Τσιτσάνης είχε γράψει τουλάχιστον δύο τραγούδια με θέμα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, σε ρυθμό, εμβατηρίου, με μελωδία και στίχους που δημιουργούν ψυχική ανάταση[23]. Σ` αυτή τη φάση του το λαϊκό τραγούδι παραμέρισε το υποκειμενικό στοιχείο και απέκτησε ομαδική διάθεση. Φτάνοντας στον Εμφύλιο, εντοπίζεται στα λαϊκά τραγούδια ένας κώδικας, μιαν αντίθεση φωτός-σκοταδιού. Συγκεκριμένα στα τραγούδια του Τσιτσάνη το σκοτάδι συμβολίζει τη σκλαβιά, ενώ το φως την ελευθερία[24]. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια του Εμφυλίου, το οποίο χρησιμοποιεί και αυτό τον κώδικα σκοταδιού-φωτός, είναι το Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι του Απόστολου Καλδάρα. Οπαδός και τροφοδότης του ΕΛΑΣ, στα Τρίκαλα, ο Καλδάρας ανήκε στον αριστερό ιδεολογικο-πολιτικό χώρο, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας[25]. Ο ίδιος έχει αφηγηθεί για το συγκεκριμένο τραγούδι: «…Ήταν λίγο μετά τη Γερμανική Κατοχή. Τότε που οι διώξεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπίσεις των αριστερών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήμουν τότε στη Θεσσαλονίκη. Κι ένα σούρουπο βλέπω στα κάστρα του Γεντί Κουλέ μερικές σιλουέτες κρατουμένων…Αυτό ήταν! Έτσι γράφτηκε το ‘’Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι’’»[26]. Το τραγούδι τη μετεμφυλιακή περίοδο χαρακτηρίζεται από προλεταριακή διάθεση. Εξυμνεί τους εργάτες, τις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης και διαβίωσης, τη φτώχεια και την ανεργία. Με άλλα λόγια, το λαϊκό τραγούδι ανέλαβε να στηρίξει και να παρηγορήσει τους εργάτες, να τους δώσει αξιοπρέπεια και τελικά να τους κάνει περήφανους για την ταξική τους ένταξη[27]. Ολοκληρώνοντας με την επταετή δικτατορία, η βία και οι απαγορεύσεις ήταν διάχυτα. Οι απόπειρες για την αποτύπωσή τους σε τραγούδια δεν ήταν εύκολη, καθώς η λογοκρισία δεν το επέτρεπε. Στο σημείο αυτό θα γίνει αναφορά στο καταπληκτικό τραγούδι του Τσιτσάνη-Βίρβου, «Της γερακίνας γιος», το οποίο σαφώς κυκλοφόρησε λίγο μετά τη δικτατορία, αφού είναι εμπνευσμένο από τα βασανιστήρια που γίνονταν στην ΕΣΑ. Η ΡΕΜΠΕΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΡΕΜΠΕΤΟΛΑΓΝΕΙΑΣ! «Το μεγάλο μας σόι το ρεμπέτικο […] είναι η μόνη απόδειξη πως έχουμε πολιτισμό» Γιάννης Τσαρούχης Το ρεμπέτικο τραγούδι δεν «ξεσήκωσε» αποκλειστικά και μόνον τον κόσμο της μουσικής, αλλά η ένταση πέρασε, με λίγη καθυστέρηση βέβαια λόγω των συνθηκών, τόσο στον Τύπο, όσο και στη βιβλιογραφία. Η βάση και το περιεχόμενο της διαμάχης συνοψίζεται γύρω από την ερώτηση εάν αποτελεί το ρεμπέτικο έκφραση του ελληνικού λαού[28]. Υπάρχει μια μερίδα που υποστηρίζει πως όντως αποτελεί την έκφραση του ελληνικού λαού και με τον τρόπο αυτό προσπαθεί να ξορκίσει τις απόψεις περί ανατολίτικης καταγωγής του. Αυτό συμβαίνει γιατί το ανατολίτικο σημαίνει ταυτόχρονα τουρκικό, γεγονός που δημιουργεί αίσθημα μειονεξίας απέναντι στην προηγμένη Δύση. Ο αντίλογος έρχεται από μιαν άλλη μερίδα που το ταυτίζει με το χασικλίδικο τραγούδι, τον υπόκοσμο και τα λούμπεν στρώματα, στοιχεία που δεν σχετίζονται με τα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής του ελληνικού λαού. Τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά τα αναγνωρίζουν ακόμη κι εκείνοι που υποστηρίζουν το είδος, με τη διαφορά όμως πως μπαίνουν σε μια διαδικασία εκπολιτισμού του. Προσπαθούν να επιφέρουν μια κάθαρση από οτιδήποτε το στιγματίζει ως τουρκικό, καθώς και από το ανήθικο περιεχόμενο των στίχων. Η πρώτη προσπάθεια συναντάται τη δεκαετία του `60 από το Μίκη Θεοδωράκη με τη μελοποίηση του ποιητικού έργου του Γιάννη Ρίτσου, Επιτάφιος, τραγουδισμένο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Την προσπάθεια του συνθέτη ακολούθησε ένας «μικρός εμφύλιος». Ο ίδιος ο Ρίτσος χαρακτήρισε το έργο «φτηνά λαϊκό» (εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/10/1978)[29], και εξέφρασε την άποψή του για μια μελοποίηση σύμφωνα με το δημοτικό τρόπο[30]. Στην απέναντι, από το Θεοδωράκη, όχθη βρίσκεται ο Μάνος Χατζιδάκις ο οποίος θεωρούσε πως πίσω από τους στίχους και τη μουσική του ρεμπέτικου εκτεινόταν η παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και της βυζαντινής μουσικής[31]. Για το λόγο αυτό προτιμούσε για τον Επιτάφιο τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη, παρά εκείνη του Μπιθικώτση. Τελικά όμως επικράτησε η εκτέλεση του Θεοδωράκη. Οι υποστηρικτές του ρεμπέτικου τραγουδιού εμμένουν ιδιαιτέρως στα στοιχεία του πάθους, της λαχτάρα για ζωή και της αμεσότητας, που θεωρούνται συλλήβδην, στοιχεία λαϊκότητας. Οι επικριτές του αντίθετα, καθώς το αποσυνδέουν από το λαό, το κατηγορούν ως «πρόστυχο» και «διεγερτικό των ενστίκτων», υπερτονίζουν την απουσία έκφρασης του «ηρωισμού», των «υψηλών» αξιών και ιδανικών, του «ηθικού βάρους» που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λαό[32]. Βρισκόμαστε, με λίγα λόγια, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης. Η τελευταία συμβολίζει την πρόοδο, τον ορθό λόγο και τον πολιτισμό. Από την άλλη η Ανατολή είναι κατεξοχήν η έκφραση του πάθους. Έτσι το ρεμπέτικο τραγούδι γίνεται από τη μια πλευρά υποκείμενο λόγου και από την άλλη υποκείμενο πάθους. Πάνω σ` αυτό το ζήτημα ο Μίκης Θεοδωράκης έχει αναφέρει χαρακτηριστικά πως: «Αν στην παλιά τέχνη ο νους έπρεπε να ισορροπεί με το συναίσθημα, στην καινούργια ο νους απλώνεται κυρίαρχος, τρυπώνει παντού»[33]. Στο σημείο αυτό η Ελλάδα διεκδικεί την πολιτισμική διαφορά ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από τη δεύτερη, χωρίς όμως συνολική αμφισβήτηση των προσανατολισμών της διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος ταύτισης με την πρώτη. Φτάνοντας στα τέλη της δεκαετίας του `70 και σε όλη τη δεκαετία του `80, συναντάται μια επικερδής αναβίωση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Η Αθηναϊκή, η Ρεμπέτικη και άλλες κομπανίες θα προσφέρουν εκ νέου τα μοτίβα μιας εξιδανικευμένης αυθεντικότητας μέσα απ` αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει και νέα ρεμπετολογία […], αναπτύσσοντας επιταγές αυθεντικότητας και τον κοινωνικο-πολιτικό χώρο μιας γνησιότητας, που έρχεται σε αντίθεση με το μαζικό εκδημοκρατισμό των υπόλοιπων μορφών τέχνης […][34]. Ολοκληρώνοντας, θα γίνει επίκληση σε έναν όρο που χρησιμοποιεί ο Νικόλας Σεβαστάκης στο βιβλίο του Κοινότοπη Χώρα (ΣΑΒΒΑΛΑΣ). Πρόκειται για τον Εθνορομαντισμό. Συγκεκριμένα, για τον κοσμοπολιτισμό των στυλ, με καθαρά εμπορικές αντιλήψεις. Είναι η εμφάνιση μιας νεοφολκλόρ τάσης, μιας στροφής στις ρίζες. Στον εθνορομαντισμό κέντρο είναι η Ελλάδα, η ελληνική διαφορά. Βασιζόμενοι στο ρεύμα αυτό και αντιπαρατιθέμενο σε ένα άλλο, τον εκσυγχρονισμό, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η εν λόγω αναβίωση του ρεμπέτικου τραγουδιού, πέρα πλέον από τη δεκαετία του `80, οφείλεται και στην τάση αυτή (όχι όμως αποκλειστικά). ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ Η απόπειρα να μιλήσει κανείς για το μεγάλο κεφάλαιο, τόσο του ρεμπέτικου όσο και του λαϊκού τραγουδιού, που ακούει στο όνομα Βασίλης Τσιτσάνης, απαιτεί οπωσδήποτε τεράστιο αριθμό σελίδων. Για το λόγο αυτό η εργασία θα περιοριστεί στη μικρή αναφορά κάποιων βιογραφικών στοιχείων και στη συνέχεια στην παράθεση δύο αντιπροσωπευτικών τραγουδιών του συνθέτη. Ο Τσιτσάνης κυριάρχησε ως πρωταγωνιστής του λαϊκού τραγουδιού των πόλεων από το 1936, που πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του `50[35]. Έχει καταγωγή από την Ήπειρο, από όπου προέρχονται οι γονείς του πριν εγκατασταθούν στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Η ιδιαίτερη πατρίδα του ήταν εκείνη που επηρέασε το έργο του. Ήταν ένας άνθρωπος μειλίχιος, φιλειρηνικός, διπλωματικός. Απέφευγε τους καβγάδες. Όταν έβλεπε φασαρία, μάζευε τα μπουζούκια του κι έφευγε[36]. Αυτά τα «μπουζούκια» που μόλις προαναφέρθηκαν τα πήρε ο ίδιος αγνοώντας την περιφρόνηση που κυριαρχούσε και τους προσέδωσε αναγνώριση και ταυτότητα (Υπόδειγμα Τσιτσάνη). Ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του συνθέτη είναι η Συννεφιασμένη Κυριακή. Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου, που έχει πάντα συννεφιά, συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου. Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή πού` χασα τη χαρά μου συννεφιασμένη Κυριακή, Κυριακή, ματώνεις την καρδιά μου. Όταν σε βλέπω βροχερή, στιγμή δεν ησυχάζω μαύρη μου κάνεις τη ζωή, τη ζωή, και βαριαναστενάζω. Είναι ένα ζεϊμπέκικο γραμμένο και συνθεμένο στη Θεσσαλονίκη, στην Κατοχή. Φωνογραφήθηκε στα 1948, τραγουδισμένο από τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τη Σωτηρία Μπέλλου[37]. Ο ίδιος ο συνθέτης αφηγείται: «…Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη ‘’Συννεφιά’’ της Κατοχής από την απελπισία που μας έδερνε όλους μας-τότε που όλα τά` σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία, αλλά συγχρόνως και για την υπερηφάνεια του λαού μας που δε σηκώνει χαλινάρι και σκλαβιά…» «…Το είχα έτοιμο από τότε με αρχικό τίτλο ‘’Ματωμένη Κυριακή’’, διότι εκείνη τη βαριά χειμωνιάτικη νύχτα Κυριακή είδα με τα μάτια μου το θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου κι εγώ με τη σειρά μου μάτωσα το τραγούδι…»[38] Ένα επίσης γνωστό τραγούδι του Τσιτσάνη το οποίο ακολουθεί είναι το Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ. Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ και μπρος στην σου περνώ και λέω λόγια μαγικά με το μπουζούκι μου γλυκά. Λέω με δάκρυα και καημό κι ένα πικρό αναστεναγμό πως πάντα λιώνω και πονώ για σε, μικρό μελαχρινό. Έχουν σωπάσει τα πουλιά και στης νυχτιάς τη σιγαλιά σου φέρνει ο άνεμος γλυκά τα λόγια μου τα μαγικά. Πρόκειται για ένα αργό χασάπικο. Είναι δίσκος του 1940 τραγουδισμένος από το Στελλάκη Περπινιάδη και τον Τσιτσάνη. Ο Περπινιάδης αναφέρει στην αυτοβιογραφία του για το τραγούδι: «…Ήταν το τελευταίο από τα προπολεμικά τραγούδια που τραγούδησα εγώ και το τελευταίο από όσα έγραψε προπολεμικά ο Τσιτσάνης. Μετά λίγες μέρες άρχισε ο πόλεμος του `40. Και μάλιστα επειδή στο πίσω μέρος του δίσκου τραγουδάει ο Κερομύτης του `λέγα ότι τραγουδήσαμε και φέραμε τους Γερμανούς…Το ίδιο τραγούδι, λίγο μετά την απελευθέρωση, πληρώθηκε πολλές χρυσές λίρες από τον Μποδοσάκη που με φώναξε να τραγουδήσω σε μια Πρεσβεία Αραβική στην Αθήνα…»[39] ΜΑΓΚΑΣ ΘΑ ΠΕΙ… Ο Τάκης Μπίνης είχε αναφέρει σε μια τηλεοπτική εκπομπή πως τα τρία «Σ» του μάγκα είναι: Σύνεση- Σοβαρότητα- Συνέπεια. Πηγαίνοντας στις αρχές του αιώνα θα γίνει κατανοητό τί ήταν οι μάγκες και ποιος ο λόγος που έχουν γραφτεί τόσα τραγούδια γι` αυτούς. Στην Ελλάδα στο τέλος του 19ου αιώνα, οι περιθωριακές ομάδες άρνησης της νέας κατάστασης ήταν οι κουτσαβάκηδες. Το 1897, όμως, διαλύθηκαν από το σκληρό αρχηγό της αστυνομίας Μπαϊρακτάρη, το όνομα του οποίου έμεινε στην ιστορία του άστεως. Λίγο αργότερα δημιουργήθηκαν άλλες ανάλογες περιφερειακές- περιθωριακές ομάδες , οι μάγκες, στην αρχή του 20ου αιώνα[40]. Το κύκλωμά τους ήταν κλειστό και απροσπέλαστο. Είχαν τους δικούς τους άγραφους νόμους και τα έβαζαν με το κατεστημένο. Αγαπούσαν τις χάρες της ζωής όπως το τραγούδι, τη μουσική, τις γυναίκες και φυσικά το χασίσι. Η δουλειά δεν περιλαμβανόταν στις χαρές και μισούσαν ιδιαίτερα το χρήμα. Το θεωρούσαν πηγή δυστυχίας. Ήταν έτοιμοι να πιάσουν τα μαχαίρια και να βάλουν με οποιονδήποτε. Αυτός ήταν και ένας τρόπος απόδειξης του θάρρους και της ανδρείας τους. Η μαγκιά αντανακλά την κατοχύρωση της κυριαρχικής ικανότητας που συνδέεται κυρίως με την ικανότητα διαχείρισης των εντάσεων και των ανταγωνισμών με όρους βίας[41]. Σύχναζαν στους τεκέδες όπου μαζεύονταν για να καπνίσουνε χασίσι. Έφτιαχναν αυτοσχέδιους ναργιλέδες οι οποίοι ονομάζονται λουλάδες. Τέλος, πρέπει να προστεθεί το γεγονός πως η λέξη μάγκας υποδείκνυε τον κόσμο της μαγκιάς, τον κοινωνικό χώρο όπου όσοι μετέχουν δε δηλώνουν «είμαι μάγκας», αλλά «εμείς οι μάγκες», δηλαδή πάνω απ` όλα αλληλο-αναγνωρίζονται ως τέτοιοι[42]. ΠΗΓΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: · Βακαλόπουλος Χ., Η ονειρική υφή της πραγματικότητας, Αθήνα, ΕΣΤΙΑ, 2005. · Γελαδόπουλος Φ., Μακρονήσι, Αθήνα, , 1965. · Γεωργιάδης Ν., Ρεμπέτικο και πολιτική, Αθήνα, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1993. · Γεωργιάδης Ν., Το φαινόμενο Τσιτσάνης, Αθήνα, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 2005. · Δαμιανάκος Σ., Κοινωνιολογία του ρεμπέτικου, Αθήνα, ΕΡΜΕΙΑΣ, 1976. · Δαμιανάκος Σ., Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 2003. · Κοταρίδης Ν. (επιμέλεια), Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996. · Κωνσταντινίδου Μ., Κοινωνιολογική ιστορία του ρεμπέτικου, Αθήνα, ΣΕΛΑΣ, 1987. · Μάργαρης Ν., Ιστορία της Μακρονήσου, τόμος Β’, Αθήνα, ΔΩΡΙΚΟΣ, 1980. · Μαργαρίτης Γ., Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, τόμος 2, Αθήνα, ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ, 2002. · Μπερτλς Μ., Εξόριστοι στο Αιγαίο, Αθήνα, ΦΙΛΙΣΤΩΡ, 2002. · Παναγιωτόπουλος Π., Τραγούδι και πολιτική, στο Ιστορία του νέου ελληνισμού 1770-2000, τόμος 10ος, Αθήνα, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2004. · Παπαϊωάννου, Γ. Ντόμπρα και σταράτα, Αθήνα, ΚΑΚΤΟΣ, 1982. · Πετρόπουλος Η., Ρεμπετολογία, Αθήνα, ΚΕΔΡΟΣ, 1990. · Πετρόπουλος Η., Το άγιο χασισάκι, Αθήνα, ΝΕΦΕΛΗ, 1991. · Συλλογικό, Το χρονικό του 20ου αιώνα, , ΔΟΜΙΚΗ, . · Χατζηδουλής Κ., Βασίλης Τσιτσάνης: η ζωή μου, το έργο μου, Αθήνα, ΝΕΦΕΛΗ, 1980. · Bourdieu Ρ., Η διάκριση, Αθήνα, ΠΑΤΑΚΗ, 2006. · Gauntlett Σ., Ρεμπέτικο τραγούδι-συμβολή στην επιστημονική του προσέγγιση, Αθήνα, του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, 2001. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ: www.rebetiko.gr ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ: Ρεμπέτικο, 1983, (35mm, 120’) σκηνοθεσία Κώστας Φέρρης, Παραγωγή: Ρεμπέτικο ΕΠΕ / Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου [1] Βλ. Στάθης Δαμιανάκος, Κοινωνιολογία του ρεμπέτικου, Αθήνα, ΕΡΜΕΙΑΣ, 1976, σελ. 81 [2] Βλ. Στάθης Δαμιανάκος, Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 2003, σελ. 99 [3] Βλ. Μαρία Κωνσταντινίδου, Κοινωνιολογική ιστορία του ρεμπέτικου, Αθήνα, ΣΕΛΑΣ, 1987, σελ. 20 [4] Βλ. Στάθης Δαμιανάκος, Παράδοση…, ό.π. σελ. 109 [5] Βλ. Νίκος Κοταρίδης (επιμέλεια), Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996, σελ. 27 [6] Βλ. Στάθης Δαμιανάκος, Παράδοση…, ό.π. σελ. 143 [7] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, Οι έγκλειστοι κομμουνιστές και το ρεμπέτικο τραγούδι: μια άσκηση ελευθερίας, στο Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996, σελ. 266 [8] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, ό.π. σελ. 271 [9] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, ό.π. σελ. 273 [10] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, ό.π. σελ. 275 [11] Βλ. Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου 1946-1949, τόμος 2, Αθήνα, ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ, 2002, σελ. 576 [12] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, Οι έγκλειστοι κομμουνιστές και το ρεμπέτικο τραγούδι: μια άσκηση ελευθερίας, στο Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996, σελ. 294 [13] Βλ. Νίκος Μάργαρης, Ιστορία της Μακρονήσου, τόμος Β’, Αθήνα, ΔΩΡΙΚΟΣ, 1980, σελ. 28 [14] Βλ. Νίκος Μάργαρης, ό.π. σελ. 30 [15] Βλ. Νίκος Μάργαρης, ό.π. σελ. 30 [16] Βλ. Νίκος Μάργαρης, ό.π. σελ. 30 [17] Βλ. Στάθης Δαμιανάκος, Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 2003, σελ. 147 [18] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, Οι έγκλειστοι κομμουνιστές και το ρεμπέτικο τραγούδι: μια άσκηση ελευθερίας, στο Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996, σελ. 295 [19] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, ό.π. σελ. 277 [20] Βλ. Μπερτ Μπερτλς, Εξόριστοι στο Αιγαίο, Αθήνα, ΦΙΛΙΣΤΩΡ, 2002, σελ. 160 [21] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, ό.π. σελ. 295 [22]Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, Ρεμπέτικο και πολιτική, Αθήνα, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1993, σελ. 108 [23] Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, ό.π. σελ. 138 [24] Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, ό.π. σελ. 164 [25] Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, ό.π. σελ. 168 [26] Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, ό.π. σελ. 168 [27] Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, ό.π. σελ. 234 [28] Βλ. Ελένη Ανδριάκαινα, Η διαμάχη για το ρεμπέτικο: η ελληνικότητα ως ισορροπία Λόγου-Πάθους, στο Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996, σελ. 229 [29] Βλ. Στάθης Gauntlett, Ρεμπέτικο τραγούδι-συμβολή στην επιστημονική του προσέγγιση, Αθήνα, του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, 2001, σελ. 87 [30] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, Οι έγκλειστοι κομμουνιστές και το ρεμπέτικο τραγούδι: μια άσκηση ελευθερίας, στο Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996, σελ. 300 [31] Βλ. Στάθης Gauntlett, ό.π. σελ. 79 [32] Βλ. Ελένη Ανδριάκαινα, ό.π. σελ. 237 [33] Βλ. Ελένη Ανδριάκαινα, ό.π. σελ. 251 [34] Βλ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, Τραγούδι και πολιτική, στο Ιστορία του νέου ελληνισμού 1770-2000, ΤΟΜΟΣ 10, Αθήνα, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2004, σελ. 270 [35] Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, Το φαινόμενο Τσιτσάνης, Αθήνα, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 2005, σελ. 7 [36] Βλ. Νέαρχος Γεωργιάδης, ό.π. σελ. 113 [37] Βλ. Κώστας Χατζηδουλής, Βασίλης Τσιτσάνης: Η ζωή μου, το έργο μου, Αθήνα, ΝΕΦΕΛΗ, 1980, σελ. 66 [38] Βλ. Κώστας Χατζηδουλής, ό.π. σελ. 68 [39] Βλ. Κώστας Χατζηδουλής, ό.π. σελ. 118-119 [40] Βλ. Μαρία Κωνσταντινίδου, Κοινωνιολογική ιστορία του ρεμπέτικου, Αθήνα, ΣΕΛΑΣ, 1987, σελ. 52 [41] Βλ. Διονύσης Τζάκης, Ο κόσμος της μαγκιάς: παραστάσεις του καλού άντρα στο χώρο των ρεμπετών, στο Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Αθήνα, ΠΛΕΘΡΟΝ, 1996, σελ. 35-36 [42] Βλ. Διονύσης Τζάκης, ό.π. σελ. 37

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Νεολαία και «Ηθικοί Πανικοί»

[Η εισήγηση μου στο συνέδριο «Ο δρόμος προς τη δικαιοσύνη», που διοργάνωσε ο Τομέας Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών του Τμήματος Νομικής του ΑΠΘ, προς τιμήν του Καθηγητή Στέργιου Αλεξιάδη [15, 16 Οκτωβρίου 2009) ]
Στην εισήγηση μου θα αναφερθώ σε κάποια από τα ερωτήματα μιας έρευνας ανάλυσης περιεχομένου του λόγου των ΜΜΕ, η οποία είναι εν εξελίξει και αναφέρεται την επαναφορά του Δεκέμβρη του 2008 στο δημόσιο λόγο κατά τους τελευταίους μήνες με όρους επικείμενης κοινωνικής απειλής Από τα βασικά στοιχεία αυτού του λόγου είναι συνεχείς αναφορές στον προγραμματισμό και τον εξοπλισμό της ΕΛ.ΑΣ ενόψει της αναμονής βίαιων επεισοδίων, όπου στη δημοσιογραφική αφήγηση ενίοτε παρουσιάζονται με όρους προετοιμασίας πολεμικής μηχανής ενόψει σύρραξης. Ενδεικτικά: Σε προετοιμασία για την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερα θερμού φθινοπώρου έχει αποδυθεί η Ελληνική Αστυνομία. Η δίκη των ειδικών φρουρών που κατηγορούνται για τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, η οποία έχει προγραμματιστεί για τα μέσα Οκτωβρίου, αλλά και η συμπλήρωση ενός χρόνου από τη δολοφονία έχει σημάνει από τώρα συναγερμό στην ΕΛ.ΑΣ. που προσπαθεί να μην πιαστεί απροετοίμαστη […]Στο πλαίσιο πάντως αυτό έχει ήδη αποφασιστεί η αγορά νέων όπλων στην ΕΛ.ΑΣ., στα οποία περιλαμβάνονται χειροβομβίδες, καουτσούκ, taser - όπλα ηλεκτρικής εκκένωσης και αύρες με κανονάκια νερού [ΤΑ ΝΕΑ 29/8/2009] [αναφορά σε μια νέου τύπου αύρα που προμηθεύτηκε η ΕΛ.ΑΣ] Η αγορά αυτού του οχήματος θεωρήθηκε αναγκαία από τους επιτελείς της ΕΛ.ΑΣ. μετά τα αλλεπάλληλα επεισόδια του προηγούμενου Δεκεμβρίου και των εκτεταμένων καταστροφών στο κέντρο της Αθήνας […]Η νέου τύπου αύρα της ΕΛ.ΑΣ. θα είναι κάτι μεταξύ πυροσβεστικού οχήματος και... τανκ. Θα κινείται πάντα με τη συνοδεία διμοιριών και θα αποτελεί- όπως αναφέρουν οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ.- τον νέο μηχανισμό καταστολής των επεισοδίων αλλά και περιορισμού των καταστροφών που μπορεί να προξενούνται στο κέντρο της Αθήνας. ΤΟ ΒΗΜΑ 19/9/2009 Υπό αυτό το πρίσμα, η έρευνα μου αφορά την κατασκευή του Δεκέμβρη ως επετειακού γεγονότος και τους Λόγους περί επερχόμενης κοινωνικής αταξίας και μέτρων αντιμετώπισής της οι οποίοι συναρθρώνονται με αυτήν την κατασκευή. Η έρευνα βασίζεται στην ανάλυση του λόγου των ΜΜΕ, τα οποία θεωρούνται ούτως ή άλλως καθοριστικός φορέας συγκρότησης αυτού που ορίζεται ως κοινωνική απειλή και της κατασκευής της συναίνεσης ως προς τους τρόπους αντιμετώπισής της. Ως μείζονος σημασίας δε στοιχείο για τη διαμόρφωση του ερμηνευτικού πλαισίου των γεγονότων το οποίο παρέχει η δημοσιογραφική αφήγηση, θεωρώ τον λόγο των πηγών.[1] Κυρίως το λόγο των φορέων θεσμικής ισχύος [υπουργείο, αστυνομικές αρχές, κυβερνητικοί παράγοντες…] ο οποίος πολύ συχνά καλύπτει αν όχι το σύνολο το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιεύματος, προσδίδοντας εγκυρότητα στην πληροφορία αλλά και συντελώντας -ελλείψει σχολιασμού- στο να προσδοθεί στα προβαλλόμενα επιχειρήματα η ισχύς του αυτονόητου με όρους κοινής λογικής.
Θα ξεκινήσω με μια πολύ σύντομη αναφορά στις βασικές έννοιες που συναρτώνται με τα ερευνητικά ερωτήματα. Προκειμένου να προσδιορίσω αλλά και να οριοθετήσω τα ερωτήματα της έρευνάς μου, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω τον τρόπο με τον οποίο ορίζει ο Stanley Cohen τον ηθικό πανικό στο κλασικό έργο του για τους ηθικούς πανικούς και τους λαϊκούς δαίμονες της 10ετίας του ’60 στην Βρετανία, τους Mods και Rockers,[2] όπου ο όρος εμφανίζεται για πρώτη φορά ως μια επεξεργασμένη κοινωνιολογική έννοια: «...Μια κατάσταση, ένα επεισόδιο, ένα άτομο ή ομάδα ατόμων προσδιορίζονται ως απειλές για το κοινωνικό αξιακό πλαίσιο. Κάποιες φορές το αντικείμενο του πανικού είναι νέο· κάποιες άλλες απλά προϋπάρχει κι εμφανίζεται ξαφνικά με μια συγκεκριμένη, διακριτή μορφή· Τα ΜΜΕ προσδίδουν μια στερεοτυπική φύση στις οντότητες αυτές, ενώ στο έργο της ηθικής οχύρωσης της κοινωνίας συντελούν εκδότες, πολιτικοί, αλλά και άλλοι «ορθά» σκεπτόμενοι άνθρωποι, όπως πάσης φύσεως κοινωνικά αναγνωρισμένοι ειδικοί, προτείνοντας διάγνωση και λύση στο πρόβλημα. (η εμφάνιση του πανικού) Μερικές φορές έχει πιο σοβαρές και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στο νομικό σύστημα και την κοινωνική πολιτική, ή ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται μια κοινωνία τον εαυτό της» Με βάση, ωστόσο, όσα ανέφερα παραπάνω και προκειμένου να ελέγξω την υπόθεση ότι η συχνότητα και το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων έχουν τα χαρακτηριστικά και τη δυναμική να πυροδοτήσουν τη δημιουργία ενός ηθικού πανικού, στον ορισμό του Cohen θεωρώ αναγκαίο να συμπεριληφθεί και μέρος της προβληματικής η οποία αναπτύσσεται στο επίσης κλασικό έργο των Hall et al., 1978: 16, Policing the crisis. Ειδικότερα και ως προσδιοριστικό στοιχείο του ηθικού πανικού, το στοιχείο της υπερβολής και της αναντιστοιχίας ανάμεσα σ’ αυτό που ορίζεται ως κοινωνική απειλή και τις προκαλούμενες αντιδράσεις, κυρίως μέσα από το λόγο θεσμικών φορέων. Ο χρόνος δεν επιτρέπει να επεκταθώ στο θέμα της κατασκευής της κατηγορίας «παραστρατημένη νεολαία», όπως αναδύθηκε κυρίως στις μεταπολεμικές κοινωνίες και προφανώς δεν εξαντλήθηκε σ’ αυτές. Να σημειώσω απλώς ότι το πλήθος μελετών και προγραμμάτων για την νεολαία το οποίο δρομολογήθηκε εκείνη την περίοδο, παρείχε το υλικό για την συγκρότηση ενός άλλου corpus μελετών οι οποίες αφορούν τους ίδιους του Λόγους περί «παραστρατημένης νεολαίας». Πώς, δηλαδή, μέσα από αυτούς τους Λόγους νοηματοδοτούνται τα φαινόμενα, συμβολοποιούνται οι πρωταγωνιστές τους ως προσωποποιήσεις μιας κοινωνικής απειλής και δρομολογούνται ηθικοί πανικοί. Λέει επ’ αυτού η Έφη Αβδελά στην εισαγωγή του άρθρου της «Φθοροποιοί και ανεξέλεγκτοι απασχολήσεις. Ο ηθικός πανικός για τη νεολαία στη μεταπολεμική Ελλάδα»[3] […] το ζήτηµα της "νεανικής εγκληµατικότητας» της δεκαετίας του '50 συνιστά ένα πολύ καλό ιστορικό παράδειγµα για να παρακολουθήσει κανείς πώς η µατιά παράγει το φαινόµενο - για να µελετήσει δηλαδή τη διαµορφωτική δύναµη του λόγου. Μας επιτρέπει, µε άλλα λόγια, να δούµε πώς ένα σύνολο διατυ­πώσεων, παρεµβάσεων και θεσµών διαµορφώνουν ένα "καθε­στώς αλήθειας», δηλαδή ένα κανονιστικό πλαίσιο εξουσίας-γνώσης που ταξινοµεί αντιδράσεις και συµπεριφορές, διαχωρίζοντάς τες σε "φυσιολογικές» και "µη φυσιολογικές», αλλά Συγχρόνως πώς το πλαίσιο αυτό παράγει ακριβώς το ίδιο το φαινόµενο που επιδιώκει να χειραγωγήσει, καθώς η συγκεκριµένη οµαδοποίηση και ταξινόµηση δίνουν νέα υπόσταση στα υποκείµενα στα οποία απευθύνονται, ωθώντας τα σε αντιδράσεις που τα ταυτίζουν µε τις αναµενόµενες από αυτά συµπεριφορές (Αβδελά, 2005: 31) Το άρθρο αυτό της Αβδελά αναφέρεται στην πρώτη ιστορικά εμφάνιση ηθικού πανικού για την νεολαία στην μεταπολεμική Ελλάδα, όπου οι λαϊκοί σατανάδες της περιόδου ήταν οι teddy boys και παρουσιάζει ακριβώς ένα κλίμα ηθικού πανικού στην ελληνική κοινωνία, τέλη 10ετίας ‘50, αρχές 10ετίας ’60, ένα κύκλο ανησυχίας, πρόληψης και εν τέλει καταστολής με την ψήφιση του Ν 4000/1959. Επιστρέφοντας στην έρευνά μου, η επαφή μου με τα πρώτα δημοσιεύματα με προκάλεσε να ελέγξω τη δυνατότητα εφαρμογής του μοντέλου των φυσικών καταστροφών που χρησιμοποίησε στην έρευνά του ο Cohen, προσαρμοσμένου προφανώς στην ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης έρευνας, η οποία περιορίζεται στον λόγο των ΜΜΕ και, διαμέσου της δημοσιογραφικής αφήγησης, παρακολουθεί τόσο τους χρόνους των γεγονότων όσο και τους Λόγους περί των γεγονότων στον χρόνο κατά τον οποίο παράγονται. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η εστίαση είναι στα παρακάτω στάδια: - Προειδοποίηση, ο εντοπισμός των σημείων ενός επερχόμενου κινδύνου και Απειλή, τα προειδοποιητικά σημάδια που ανασύρονται στην επιφάνεια - Χτύπημα, η φάση κατά την οποία ο κίνδυνος είναι εδώ, οπότε ακολουθούν οι πρώτες αντιδράσεις στο τοπικό, μη-οργανωμένο επίπεδο - Δεξαμενή εννοιολογήσεων[4] Λέξεις, έννοιες που χρησιμοποιούνται για να δώσουν μια εικόνα του ‘τι συνέβη’. Στην περίπτωσή μας, του τι πρόκειται να συμβεί ως επανάληψη παρελθόντων γεγονότων Προφανώς η δυναμική του σχήματος δεν αποκλείει και τα επόμενα στάδια [Διάσωση, Θεραπεία, Αποκατάσταση], γιατί τα διάφορα στάδια δεν αυτονομούνται ούτε το καθένα οδηγεί απλώς στο επόμενο. Τα στάδια αλληλοτροφοδοτούνται και η διάχυση του προβλήματος και της αντιμετώπισής του συντελείται ακριβώς μέσα από αυτή την κυκλική και ανατροφοδοτούμενη διαδικασία. Αυτό είναι που δίνει και νόημα στο μοντέλο όταν μετεγγράφεται στο πεδίο των κοινωνικών και όχι πλέον των φυσικών φαινομένων, τα οποία ούτως ή άλλως παραμένουν ανεπηρέαστα από τις μορφές αντίδραση σ’ αυτά. Έτσι, για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια δεν θα συνιστούσαν απειλή επερχόμενου κινδύνου εάν δεν είχαν νοηματοδοτηθεί ως συνθήκη που ευνοεί την εκδήλωση έκνομων δραστηριοτήτων. Ανασύρονται κατά συνέπεια από την δεξαμενή εννοιολογήσεων λέξεις που επαναφέρουν στη δημόσια αρένα αυτά τα νοήματα, προσδιορίζοντας μεμονωμένα και διακριτά συμβάντα ως μέρος μιας γενικευμένης απειλής ή ως προειδοποιητικά αυτού που πρόκειται να συμβεί. Και έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς συγκροτείται ο λόγος του «δεν συνέβη τίποτα» όταν η προειδοποίηση δεν ακολουθηθεί από κτύπημα, όπου ως κανονικότητα ορίζεται το κτύπημα και όχι η απουσία του [χωρίς επεισόδια έληξε η πορεία…] Έτσι, μέσα από μια συνεχή φόρτιση του κλίματος η πιθανότητα τείνει να μετατραπεί σε βεβαιότητα και στο βαθμό που σημειώνονται και επεισόδια οι προειδοποιήσεις επιβεβαιώνονται. Αυτή είναι η δυναμική του σχήματος και η αντιστοιχία με το μοντέλο των φυσικών καταστροφών –κάτι σαν: τον Δεκέμβρη θα χιονίσει και θα κλείσουν οι δρόμοι άρα πρέπει να είναι έτοιμος ο κρατικός μηχανισμός. Η δε υπερβολή της αντίδρασης, όπως προκύπτει από τη συγκρότηση της σχέσης μεταξύ σχεδιασμού μέτρων και νοηματοδοτήσεων της συνθήκης, καταγράφεται σε αφηγήσεις όπου οι «αναμενόμενες ανεξέλεγκτες καταστάσεις» του προσεχούς Δεκέμβρη συγχέονται με λόγους περί αύξησης της κοινής εγκληματικότητας. Ως τέτοιες, εμφανίζονται να αποτελούν μέρος ενός συνεχούς, όπου άλλοτε η κοινωνία προειδοποιείται για επικείμενη απειλή και άλλοτε ενημερώνεται για τα μέτρα αντιμετώπισης της. Σ’ αυτό το μάλλον ασαφές, επί του παρόντος, τοπίο, προκύπτουν ωστόσο δύο ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες. Η πρώτη αφορά την ταυτότητα των υποκειμένων της απειλής. Σε αντίθεση και με τους Mods και Rockers, τους Teddy Boys αλλά και πολλές άλλες αντίστοιχες και πολύ πιο σύγχρονες περιπτώσεις, στην προκείμενη περίπτωση η ταυτότητα των λαϊκών δαιμόνων η οποία προσφέρεται προς κατανάλωση είναι ασταθής και ευμετάβολη. Με άλλα λόγια, φαίνεται να είναι μάλλον η συνθήκη αυτή που παρήγαγε μέχρι τώρα και συνεχίζει να παράγει τα υποκείμενα της απειλής και όχι το αντίστροφο, δηλαδή η δράση των υποκειμένων παράγει την συνθήκη. Είναι, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, ως εάν τα υποκείμενα να ανασύρονται μέσα από τη συνθήκη που νοηματοδοτείται ως κοινωνική αταξία και να προσωποποιούν την απειλή χωρίς να εμφανίζονται ως αληθινοί χαρακτήρες που συγκροτούν το υποκείμενο της απειλής. Από τους πιο ενδιαφέροντες σημειολογικά όρους είναι ο όρος «γνωστοί-άγνωστοι» ο οποίος περιφέρει την ασάφειά του στον χρόνο νοηματοδοτώντας τόσο το ποσοτικό ή ποιοτικό περιεχόμενο της απειλής όσο και την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού για την αντιμετώπισή της. Εξίσου ενδιαφέρουσα υπήρξε και η συζήτηση για τις κουκούλες –το κρυμμένο πρόσωπο του φορέα της απειλής όπου ως τέτοιο προσφέρεται σε δημόσια κατανάλωση. Αυτή η ασάφεια, από τη μια μεριά αφήνει την ταυτότητα του φορέα της απειλής ανοικτή στο ενδεχόμενο να αποσαφηνιστεί μέσα από την εκάστοτε συγκεκριμένη συνθήκη [για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο επανέρχεται συνεχώς στη συζήτηση το πανεπιστημιακό άσυλο και οι λόγοι περί ανοχής –συνενοχής;- της πανεπιστημιακής κοινότητας]. Από την άλλη, όμως, επιτρέπει εξίσου και την οριοθέτηση της κοινωνικής απειλής προσδιορίζοντας τον φορέα της ως Άλλο, είτε γνωστό [ως αντιεξουσιαστή, αναρχικό…] είτε άγνωστο [άγνωστης προέλευσης και κινήτρων] αλλά πάντως όχι την κανονική νεολαία που διαδηλώνει ειρηνικά και με κοινωνικά κατανοητά αιτήματα. Έτσι, αυτό το οποίο αναπαράγεται είναι είτε μια κατηγορία επικίνδυνης νεολαίας, αυξομειούμενη ως προς το μέγεθος και τα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, είτε η δαιμονοποίηση κοινωνικών και πολιτικών χώρων που ορίζονται ως δεξαμενές βίας. Ούτως ή άλλως, όμως, η ταυτότητα των «λαϊκών δαιμόνων» των κινητοποιήσεων του Δεκέμβρη, παραμένει ακόμα ασαφής, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις προσωποποιήσεων της βίας, όπως για παράδειγμα οι hooligans. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα αφορά τον ίδιο τον ορισμό της κοινωνικής απειλής. Από την μέχρι τώρα επαφή μου με τα δημοσιεύματα του υλικού που συγκεντρώνω, διαφαίνεται η διαμόρφωση ενός ιδιότυπου ορισμού της κοινωνικής απειλής. Αναφέρομαι στο λόγο περί τρομοκρατικής απειλής, ο οποία φαίνεται να διαμορφώνει και ένα βασικό άξονα της κατασκευής του Δεκέμβρη ως επετειακού γεγονότος, τουλάχιστον στη φάση της προειδοποίησης και της απειλής, όπου παράλληλα με τη συνθήκη κοινωνικής αταξίας εντάσσεται και η τρομοκρατική απειλή, η οποία συναρθρώνεται με ποικίλους τρόπους με την συνθήκη επικινδυνότητας: Για παράδειγμα, η συνθήκη ως δεξαμενή στρατολόγησης τρομοκρατών, όπου οι σύγχρονοι «λαϊκοί δαίμονες» θα αποκτήσουν ταυτότητα. Ένα ενδεχόμενο, δηλαδή, το οποίο εν δυνάμει περιλαμβάνει την αντιστροφή τού μέχρι τώρα σχήματος όπου η συνθήκη παράγει τα υποκείμενα της απειλής και όχι το αντίστροφο Ενδεικτικά: ΤΟ ΒΗΜΑ, 27 Σεπτεμβρίου Τίτλος: Ο πυρήνας των 20χρονων της φωτιάς. Υπέρτιτλος: Από τις συγκρούσεις με τα ΜΑΤ στα Εξάρχεια στα εκρηκτικά μέσα στις χύτρες «Ήταν μια παρέα 20χρονων παιδιών από διάφορα σημεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης που οι περισσότεροι γνωρίστηκαν στα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια το 2007. Δημιούργησαν “πυρήνες”, όπως τους έλεγαν, στα Εξάρχεια, στο Παλαιό Φάληρο, στο Ψυχικό αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Απέκτησαν επαφές και διασυνδέσεις με “παλιούς” του αντιεξουσιαστικού χώρου και αποφάσισαν να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα: στη δράση κατά της Αστυνομίας και του καθεστώτος. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να συμμετείχαν σε συγκρούσεις με διμοιρίες των ΜΑΤ στα Εξάρχεια ή στην Καισαριανή και λίγη ώρα αργότερα να μαζεύονταν στο σπίτι της οδού 25ης Μαρτίου 8 στο Χαλάνδρι για να γεμίσουν μια χύτρα με εκρηκτικά και να ετοιμάσουν το επόμενο χτύπημά τους». Η δήλωση αυτή αποδίδεται σε ανώτατο αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ Στη δημοσιογραφική αφήγηση, λοιπόν, περιγράφεται μια πορεία από.. στο… και μετά… κατασκευάζοντας το υποκείμενο πριν την συνθήκη. Παράλληλα, διαφαίνεται και ένας επαναπροσδιορισμός του περιεχομένου του όρου τρομοκρατίας, ο οποίος μέχρι πρότινος αναφερόταν σε κλειστές, μυστικές ομάδες και στην ένοπλη δράση τους. Τώρα ο όρος ανοιγοκλείνει καθώς αρχίζει να παραπέμπει πια και σε μαζικούς χώρους όσο μαζική είναι και η συνθήκη /δεξαμενή επικινδυνότητας. Ταυτόχρονα, η συνθήκη επικινδυνότητας αποκτά και οιονεί χωροταξική διάσταση ως πεδίο δράσης, ως ορμητήριο, στρατηγείο, καταφύγιο… Αυτή την περίοδο παρακολουθούμε τα, βασισμένα σχεδόν αποκλειστικά σε δηλώσεις του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και άλλων θεσμικών φορέων, δημοσιεύματα για το λεγόμενο «άβατο των Εξαρχείων» και τις διαμορφούμενες πολιτικές αστυνόμευσης της περιοχής. Υπενθυμίζω ότι οι πρώτες δηλώσεις και η έναρξη της εφαρμογής των μέτρων συναρτήθηκε, ως άμεση απάντηση, με επιθέσεις που έγιναν σε άλλα σημεία της Αθήνας. Ένα σύντομο παράδειγμα της "συνομιλίας" Υπουργού και αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ από ΤΑ ΝΕΑ της 12/10/2009 «Καμία περιοχή δεν είναι άβατο» ήταν μία από τις χαρακτηριστικές φράσεις του νέου υπουργού στη συνάντησή του με ανώτερους αξιωματικούς του αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι στρατηγοί της ΕΛ.ΑΣ. «κάρφωσαν» την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου, λέγοντας χαρακτηριστικά πως η εντολή που είχαν ήταν «μην κάνετε τίποτα στα Εξάρχεια, διότι θα καεί η Αθήνα». Ο κ. Μιχ. Χρυσοχοΐδης τούς διαβεβαίωσε πως θα έχουν τη στήριξή του και αμέσως τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο με τις πεζές περιπολίες, αλλά και την παρουσία διμοιριών των ΜΑΤ στην ευρύτερη περιοχή» http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4540611
Ολοκληρώνοντας την εισήγησή μου και καθώς στη φάση που βρίσκεται η έρευνα δεν μπορώ να μιλήσω για συμπεράσματα, θα κλείσω συνοψίζοντας το πλέγμα των υποθέσεών μου: Πρώτον, μέσα από ένα κλίμα αναμονής ταραχών και τις έννοιες που επενδύονται τα μέτρα πρόληψης ή καταστολής, η αόριστη απειλή σταδιακά υποστασιοποιείται σε συγκεκριμένες δράσεις για τις οποίες παίρνονται και συγκεκριμένα μέτρα. Δεύτερον, η πραγματική συνθήκη [συλλαλητήρια, συνήθεις κινηματικές διαδικασίες κ.ο.κ.] αποσπάται από τα συνήθη σημασιολογικά πλαίσια [μορφές διεκδίκησης] και επενδύεται με αρνητικές σημασίες ως εν δυνάμει συνθήκη κοινωνικής αταξίας Τρίτον, σε σχέση με τους λαϊκούς δαίμονες, όσο ασταθής και ευμετάβολη κι αν είναι ακόμα η ταυτότητά τους, η ηλικιακή κατηγορία / δεξαμενή ως πεδίο αναφοράς τους επαναπροσδιορίζει ένα ιδεολογικό οπλοστάσιο που συγκροτήθηκε αρκετές δεκαετίες πριν με άξονα την ανάδυση της κατηγορίας Νεολαία νοηματοδοτούμενης ως πρόβλημα που απαιτεί ειδική ενασχόληση. Τέλος και με βάση την υπόθεση ότι ΜΜΕ, ως φορείς άτυπης κοινωνικής αντίδρασης τείνουν, ωστόσο, να διαμορφώνουν την κοινωνική αντίδραση διαμέσου της αναπαράστασής της, θα ελεγχθεί και το θέμα το συναίνεσης τόσο σε ό, τι αφορά την νοηματοδότηση των γεγονότων όσο και σε ό, τι αφορά τα μέτρα για την αποκατάσταση της επαπειλούμενης τάξης. Προς το παρόν το υλικό μου περιέχει κατά βάση και με λίγες εξαιρέσεις τον λόγο των θεσμικών φορέων κατά συνέπεια και το ερμηνευτικό πλαίσιο που εκπορεύεται από αυτόν. Όσο θα περνάμε όμως από τη φάση της προειδοποίησης σ’ αυτήν της απειλής και του κτυπήματος, θα τεθεί αναμφίβολα και το θέμα της συναίνεσης μέσα από τη διεύρυνση των υποκειμένων που καλούνται να εκφέρουν λόγο για τα γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση, απεύχομαι την επιβεβαίωση των υποθέσεών μου με τους πολύ πιθανούς όμως όρους της αυτοεκπληρούμενης προφητείας

[1] Αναφέρομαι στην κατηγορία των φορέων πρωταρχικού προσδιορισμού (primary definers) όπως την επεξεργάζονται οι Hall, S., C., Critcher, T., Jefferson, J., Clarke & Roberts, B. Στο κλασικό έργο Policing the crisis: Mugging, the state and law and order, London: Macmillan, (1978: 58): Κατά τους Hall et al., φορείς πρωταρχικού προσδιορισμού (primary definers), όπως οι κάτοχοι θεσμικής ή αντιπροσωπευτικής ισχύος και ειδικής γνώσης, έχουν «μια συστηματικά δομημένη μεγαλύτερη πρόσβαση στα μέσα» και οι οπτικές τους θέτουν τα όρια του ερμηνευτικού πλαισίου της κοινωνικής πραγματικότητας [2] Cohen, S. (1980), Folk devils and moral panics: the creation of the mods and rockers, Oxford: Martin Robertson. Για μια παρουσίαση αυτού του έργου βλέπε το άρθρο του Κυριάκου Λίγκα http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/02/folk-devils-and-moral-panics.html [3] Σύγχρονα Θέματα, 2005: 31, τ. 90 [4] Ιδιαίτερα επιτυχής απόδοση από τον Κυριάκο Λίγκα του όρου inventory που χρησιμοποιεί ο Cohen για το στάδιο αυτό