Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

8 του Μάρτη. Οι κρατούμενες δεν γιορτάζουν...

Η καταστροφή του σώματος, η καταστροφή του ανθρώπινου*

Μαρία-Άννα Πελέκη

Εισαγωγή

Ο Goffman ορίζει τη φυλακή σαν ένα τύπο ολοπαγούς ιδρύματος που «έχει οργανωθεί για να προστατεύσει την κοινότητα από ό,τι η ίδια θεωρεί ως κινδύνους που εκ προθέσεως στρέφονται εναντίον της, χωρίς το άμεσο ζητούμενο να είναι η ευημερία των προσώπων που απομονώνονται μ’ αυτόν τον τρόπο»[1] (1994:24). Επομένως πρόκειται για το φυσικό αποκλεισμό του νοσούντος μέρους του πληθυσμού που καταφανώς διαχωρίζεται απ’ το υγιές ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε υποψία μετάδοσης του μιάσματος. Η ριζική αλλαγή και βελτίωσή του (δηλαδή η αναμόρφωσή του) περνάει από το στάδιο της αντικειμενοποίησής του σε κάτι διαφορετικό από τον εαυτό, η συμβίωση με το οποίο καθίσταται αδύνατη (Basaglia)[2]. Επομένως πρέπει να διαβεί μια διαδικασία πειθάρχησης, όπου το σώμα αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο ως εργαλείο για «το μετασχηματισμό της ψυχής του υποκειμένου»[3]. Εφόσον η ανθρώπινη ύπαρξη σε κατάσταση εγκλεισμού συγκεντρώνεται στην υλικότητα του σώματος, η άσκηση βίας κατοχυρώνεται θεσμικά καθώς «δίκαιο είναι ένας κατάδικος να υποφέρει σωματικά περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους. Δύσκολα η ποινή διαχωρίζεται από ένα συμπλήρωμα σωματικού πόνου. Τι νόημα θα είχε μια τιμωρία έξω-σωματική;» (Μ. Φουκώ, 1989: 26). Όταν το σώμα γίνεται πεδίο χαρτογράφησης της αναμόρφωσης, τι νόημα θα είχε αν ο πόνος δεν σημάδευε την υλικότητά του ώστε ν’ αναπαραχθεί στην ολότητά της σε φανερή μνήμη βίας;

I. Η καταστροφή του σώματος διαμεσολαβημένη από τη βία του εγκλεισμού

Το γεγονός της φυλάκισης προϋποθέτει την παραβίαση των θεσπισμένων από την κοινωνία κανόνων. Πρόκειται για τη στιγμή που το άτομο «βιάζει», «ασκεί βία» στο κοινά αποδεκτό κανονιστικό πλαίσιο που θεωρείται πως εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία της και την ομαλή συμβίωση των μελών της. Η απάντηση σ’ αυτή τη «βία» γίνεται εξίσου με βία που ξεκινάει από το στόχο της αναμόρφωσης. Η φυλακή γίνεται το διυλιστήριο όπου αφαιρούνται οι «ουσίες» που κατά πάσα πιθανότητα αποτελούν ξένες προσμείξεις, και άρα βλαβερές, αποτέλεσμα λανθασμένων ατομικών επιλογών. Η κοινωνία και οι θεσμοί αποενοχοποιούνται: φταίει το άτομο (τώρα εγκληματίας) που δεν τους εσωτερίκευσε σωστά ή επαρκώς. Ήδη αρχίζει να διαφαίνεται πως η βία των θεσμών δεν παρουσιάζεται ουσιαστικά ως βία, μιας και το άτομο είναι εκείνο που αρχικά κινήθηκε βίαια ενάντια στους θεσμούς δημιουργώντας οριστική ρήξη. Η κοινωνία, παρά το γεγονός ότι έχει πέσει θύμα της αλόγιστης ελευθερίας που έχει χορηγήσει, του δίνει την ευκαιρία της ριζοσπαστικής αλλαγής της προσωπικότητάς του μέσω της αναμόρφωσης που ενίοτε τιτλοφορείται σε μέθοδο επανακοινωνικοποίησης. Δημιουργείται, όμως, μία αντίφαση στο ότι η διαδικασία για τον τελικό στόχο της ολικής επαναφοράς στην κοινωνία πραγματοποιείται εκτός αυτής.

Κι ενώ η φυλάκιση νοείται ως μια απόλυτα λογική μορφή τιμωρίας, φυσικοποιημένη στο δεδομένο τιμωρητικό σύστημα και σωματικά αβλαβής, υπάρχει μια σύμπραξη μορφών βίας εντός του θεσμού που επιτελούν το τελικό έργο. Αρχιτεκτονική, εσωτερική οργάνωση, αναμορφωτικός στόχος, αλλά και καθαρή βία, συμπλέουν ναυμαχώντας και κατατροπώνοντας το έγκλειστο σώμα.

Αρχικά, η αρχιτεκτονική των φυλακών συμβάλλει στη φυσική απομόνωση του εγκληματικού πληθυσμού, «στην αγριότητα της τιμωρίας»[4], στρεφόμενη ενάντια στο έγκλειστο σώμα. Οι χοντροί περιφρακτικοί τοίχοι δηλώνουν ένα σαφές όριο και το σαφή σκοπό της προστασίας των «εκτός» από τους «εντός». Μ’ αυτό τον τρόπο το εσωτερικό της φυλακής και το αναμορφωτικό της σχέδιο περνά στην κατηγορία της αδιαφάνειας, καθιστώντας την ίδια στιγμή τον εγκληματία διαφανή άνθρωπο. Ενώ δεν αφήνει σημάδια βίας, λειτουργεί πιο συμβολικά και προπαρασκευαστικά για την οργάνωση του χώρου της αναμορφωτικής βίας, η οποία αξιώνει πλέον τη δική της –για αποκλειστική χρήση- αρένα δράσης˙ μιας θεσμικά υπογεγραμμένης βίας.

Εντός των τειχών, στο πλαίσιο του εγκλεισμού οι καθημερινές δραστηριότητες είναι αυστηρά προγραμματισμένες και διεξάγονται στον ίδιο χώρο, καταργώντας τους φραγμούς που εκτός φυλακής διαχωρίζουν τις σφαίρες ζωής (Goffman, 1994). Η ζωή των κρατούμενων είναι αυστηρά ελεγχόμενη κάτω από τη διαχείριση και επιτήρηση του διοικητικού προσωπικού και τυποποιείται καθώς «όλοι τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης και [...] απαιτείται να κάνουν μαζί το ίδιο πράγμα» (Goffman, 1994:25). Η ιδιωτικότητά τους εξαιρείται του σεβασμού και αυτό αφορά τόσο την έρευνα των αποσκευών, τη λογοκρισία των γραμμάτων που λαμβάνουν από συγγενικά πρόσωπα, αλλά και που στέλνουν προς αυτά, και των βιβλίων που διαβάζουν[5], όσο και την εξευτελιστική σωματική έρευνα[6]. Η ομογενοποίηση, ο αυστηρός προγραμματισμός, η πειθαρχία και η κατάργηση της έννοιας της ιδιωτικής-ατομικής χρήσης της ίδιας της ενσώματης ύπαρξης ολοκληρώνεται με την είσοδο σε κελιά που «έχουν μπάρες αντί για τοίχους» (Goffman, 1994:43) , η λάμπα τους μένει πάντα αναμμένη[7] και οι αποφάσεις για έρευνα (είτε ρουτίνας, είτε κατά το ξέσπασμα ταραχών) με την απομάκρυνση των κρατούμενων από αυτά, προσυπογράφει το έργο της έκθεσης και του ελέγχου. Όπως αναφέρει και ο Goffman (1994), ακόμα και στην απομόνωση ο έγκλειστος δεν είναι ποτέ μόνος καθώς βρίσκεται πάντα στο οπτικό και ακουστικό πεδίο κάποιου.

Αυτός ο «κάποιος» δεν είναι μόνο επιτηρητής, δεν μειώνεται απλά στο πανταχού παρόν αισθητήριο όργανο εντοπισμού και φύλαξης. Γίνεται και το «περιεχόμενο αναφοράς» (Scarry, 2004: 364) του σωματικού πόνου, γίνεται το «όπλο» που τον προκαλεί. «Πώς μπορεί κάποιο άτομο να είναι παρόν όταν κάποιο άλλο πονάει και να μην το γνωρίζει – να μην το γνωρίζει σε σημείο που να προκαλεί και να συνεχίζει να προκαλεί αυτό τον ίδιο τον πόνο;» (ό.π.: 370).

II. Όταν και η ύλη ψυχορραγεί

Ήδη απ’ τη στιγμή της εισόδου «αρχίζεις να αισθάνεσαι το περιβάλλον της φυλακής»[8]. Στην αντίληψη της φυλακής ως χώρου και ως πραγματικότητας στην οποία ζει ο κρατούμενος συμμετέχουν οι αισθήσεις, επομένως είναι αδιανόητο το να μην επηρεάζονται-καταστρέφονται-αναμορφώνονται σε παράλληλη συμπόρευση με την υλικότητα στην οποία ενσωματώνονται και σωματοποιούνται. «Ποιός, άλλωστε, θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητήσει ότι ο πόνος της ψυχής για τη στέρηση της ελευθερίας είναι ριζικά διαφορετικός από το πόνο του σώματος για την εκδορά της σάρκας;»[9] Στόχος γίνεται τόσο η φυσική, όσο και η ψυχική αποσταθεροποίηση ώστε η ζωή του έγκλειστου να βγει εκτός του δικού του ελέγχου (Goffman, 1994) και να μαθαίνει γι’ αυτή εκ του αποτελέσματος, στην εφαρμογή των αποφάσεων που λαμβάνονται γι’ αυτόν ερήμην του.

Ο Pavarini στο «Ο μύθος της “σωφρονιστικής λύτρωσης”» (1999), αναφέρει πως η ποινή της στέρησης της ελευθερίας, ενώ υποτίθεται ότι προσβλέπει σε τιμωρία που οδηγεί στο να υποφέρει η ψυχή παράγοντας πόνο αντίθετο από το σωματικό, αυτό που τελικά παραμένει στην πραγμάτωση της ποινής είναι ο «σπαραγμός της σάρκας και του κορμιού του κατάδικου». Υπό αυτό το πρίσμα, ενώ η γέννηση της φυλακής είχε σαν μέλημα τον εξανθρωπισμό της ποινής και τη μετακίνηση από το μαρτύριο του σώματος στο μαρτύριο της ψυχής, αυτό που τελικά παράγεται είναι ο συνδυασμός των δύο. Επομένως η φυλάκιση παραμένει μια σωματική ποινή η οποία προκαλεί φυσικό πόνο, ασθένεια ακόμα και θάνατο, που συμπληρώνεται από το στόχο της αναμόρφωσης της ψυχής μετονομάζοντας τον εξανθρωπισμό σε «απανθρωπισμό».

Ο Pavarini αναφέρει μια σειρά από παθολογικά συμπτώματα που παρουσιάζουν οι κρατούμενοι από τις πρώτες κιόλας μέρες του εγκλεισμού τους. Πρόκειται για διαταραχές της όρασης και της ακοής, για πεπτικές, οδοντικές και δερματολογικές παθήσεις, για κινδύνους μόλυνσης από λοιμώδεις ασθένειες, αλλά και για αυτο-ακρωτηριασμούς δαχτύλων, εκούσιους βασανισμούς και αυτοκτονίες. Παρ’ όλο που μπορεί να μοιάζει ξεκάθαρη η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά που προκαλούνται στο σώμα από τη συνθήκη του εγκλεισμού και σ’ αυτά που το ίδιο το σώμα προκαλεί στην υλική του οντότητα, η διάκριση δεν μπορεί να γίνει λαμβάνοντας υπόψη διαφορετικούς παράγοντες για έκαστη κατηγορία˙ οι λόγοι για τους οποίους ο έγκλειστος καταστρέφει εαυτόν βρίσκονται σε συμμαχία (αν δεν ταυτίζονται) με τις δυνάμεις απ’ τις οποίες καταστρέφεται διαμέσου του θεσμού.

Ο Goffman αντιλαμβάνεται την είσοδο στη φυλακή ως διαβατήρια τελετή κατά την οποία το νέο status του κρατούμενου χαρακτηρίζεται από την ανάληψη υποδεέστερης θέσης, αφήνοντας κατά πολύ πίσω την υπέρβαση που υπόσχεται το μοντέλο του Turner. Η υπάρχουσα ταυτότητα κατακερματίζεται και ο εαυτός υποβάλλεται σε μια σειρά από ταπεινώσεις και προσβολές. Οι προσωπικές πληροφορίες παραβιάζονται, καθώς υποχρεώνεται να εκθέσει γεγονότα και συναισθήματα μπροστά σε ανοίκεια ακροατήρια. Η Σοφία Αργυρίου-Κυρίτση αναφέρει χαρακτηριστικά πως «τώρα δεν είσαι τίποτα, οπότε θέλουν να σ’ εξευτελίζουν» (1986:32). Το προσωπικό της φυλακής επιδιώκει να μαθαίνει τα πάντα γύρω από τη ζωή του έγκλειστου, ενώ διασκεδάζει με τις συναισθηματικές του εκδηλώσεις, όπως αντίστοιχα επιδιώκει να μαθαίνει τα πάντα για τη σωματική του υλικότητα κάνοντας ορατό ακόμα και το αόρατο εσωτερικό. Το περιβάλλον της φυλακής γίνεται το βασίλειο των ταπεινώσεων και το νέο μέλος συνεργάζεται αποδεχόμενο το ρόλο του πειθήνιου σώματος.

Αυτή η συναίνεση επιτυγχάνεται με την ένταση της καταστολής˙ καταστολής που παίρνει τη μορφή της σωματικής βίας σε περίπτωση απείθειας ή εξεγέρσεων. Επίσης το ψυχιατρείο λειτουργεί σαν τιμωρία εντός του ήδη τιμωρητικού θεσμού της φυλακής. Εύκολα μπορεί οτιδήποτε να κριθεί σαν πειθαρχικό παράπτωμα και να αποσταλεί ο κρατούμενος στο ψυχιατρείο, όπου η δικαιοδοσία πάνω στο σώμα περνά οριστικά στα χέρια «των ειδικών». Ο σύμφωνα με αόριστα κριτήρια ψυχικά πάσχων υπόκειται σε «εντατική θεραπεία»[10] όντας δεμένος για μέρες σε κρεβάτι σε συνθήκες υγρασίας και κρύου, “απολαμβάνοντας” «κοκτέιλ φαρμάκων που προκαλούν παράλυση, απώλεια μνήμης ή και θάνατο»[11].

Σ’ αυτό τον εντατικό καταστροφικό βασανισμό στον οποίο πραγματώνεται ο νόμος της φυλακής, στην ψυχολογική πίεση και τη σωματική βία, το μέσο αντίδρασης των κρατούμενων γίνεται ο επικίνδυνος αυτοτραυματισμός, η απεργία πείνας ή ακόμα και η αυτοκτονία. Το ήδη ορατό σώμα γίνεται ακόμα πιο ορατό, αλλά αποκρουστικά παρόν. Αυτό που οδηγεί τον άνθρωπο να πράξει σε βάρος του εαυτού του και που προκαλείται από άνθρωπο παραμένει ατιμώρητο. Κανένας από το προσωπικό της φυλακής δεν δικάζεται σαν ηθικός αυτουργός και είναι τραγική ειρωνεία το ότι βρίσκονται ήδη στη φυλακή αλλά με άλλο status από αυτό του τρόφιμου. Καθώς, όμως, ο ψυχολογικός πόλεμος δεν αφήνει δαχτυλικά αποτυπώματα, παρά μόνο το αποτέλεσμα της αυτοκαταστροφής και της αυτοτιμωρίας, δεν αναζητούνται οι υπεύθυνοι που προκαλούν τόσα θύματα, των οποίων η ζωή θεωρείται ως μη άξια να βιωθεί ως τέτοια και ο θάνατός τους παραμένει απένθητος και σίγουρα όχι αξιομνημόνευτος (Butler, 2009).

«Απεργία πείνας για ανθρώπινους όρους ζωής. Για ανθρώπινες συνθήκες ζωής απεργία πείνας» ήταν ένα σύνθημα στις φυλακές Κορυδαλλού όπως αναφέρει η Σοφία Αργυρίου-Κυρίτση (1986:150-151). Η απαίτηση κινείται γύρω από την έννοια του «ανθρώπινου» που αμφισβητείται ως χαρακτηριστικό στους κρατούμενους οι οποίοι αντικειμενοποιούνται. Αυτό είναι που προσπαθούν να επαναδιεκδικήσουν αναστέλλοντας την (ανθρώπινη) βιολογική ανάγκη για τροφή, κηρύσσοντας μια δική τους κατάσταση έκτακτης ανάγκης, είναι μια υποκειμενικότητα που φιλτράρεται μέσα από την έννοια του ανθρώπινου, και που με τη σειρά της επαναδιεκδικεί την οικουμενική της έννοια και την επανάκτηση της σημασιολογικής θέσης της μέσω της «ακύρωσης» της βιολογικής ανάγκης.

III. I am a mortal but am I human?

Ο Pavarini δίνει μια περιγραφή των σωματικά εγγεγραμμένων βασανισμών στα οποία υπόκειται το άτομο σε συνθήκη εγκλεισμού και παρουσιάζει το αποτέλεσμα μιας φυσικής εικόνας που αμφισβητεί την προσομοίωση σε άνθρωπο[12]. Στην ουσία της η φυλάκιση είναι μια ποινή απάνθρωπη˙ ορίζει, υπό τους δικούς της αυθαίρετους όρους, την ασυμβατότητα μεταξύ έγκλειστου και ανθρώπινης φύσης (από ηθική και συναισθηματική άποψη) και πληγώνει το σώμα.

Ενώ στο μυαλό μας συνδέουμε τη φυλακή με το νόμο, δηλαδή με τη διαδικασία της δίκης, την τιμωρία, αλλά και με κρατούμενους που συνεχίζουν να έχουν δικαιώματα παρά τη νέα τους ιδιότητα, αυτό που ενθρονίζεται στην πραγματικότητα της φυλακής είναι οι δυνάμεις της κυβερνητικότητας[13] (Butler, 2009). Στόχος είναι η διαχείριση του έγκλειστου πληθυσμού˙ διαχείριση που συμπεριλαμβάνει τη σωματική τιμωρία, η οποία νομικά δεν συμπορεύεται με την ποινή του εγκλεισμού και μ’ αυτό τον τρόπο η φυλακή παρουσιάζεται σαν «έκνομη σφαίρα»[14]. Ένας τρόπος αυτής της διαχείρισης είναι η συγκρότηση του έγκλειστου ως ύπαρξης λιγότερο ανθρώπινης, χωρίς δικαιώματα και επομένως ως μη αναγνωρίσιμης ως ανθρώπινης (Butler, 2009).

Τα υποκείμενα συγκροτούνται μέσω της εξάρτησής τους τόσο από άλλα υποκείμενα όσο και από τις σχέσεις εξουσίας. Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία ο εαυτός προσδιορίζεται και το σώμα υλοποιείται μέσα από απαρνήσεις που υπαγορεύουν τα ηγεμονικά ιδεώδη. Αυτές οι απαρνήσεις ορίζουν το ανεπιθύμητο υποκείμενο που ενσωματώνεται με ένα τρόπο που φέρνει στο προσκήνιο ένα ανεπιθύμητο είναι και την επιβεβαίωση της κανονικότητας του εαυτού.

Επομένως η κυβερνητικότητα συμβάλλει στη διαδικασία που στο έγκλειστο περιβάλλον μορφοποιείται σε απο-υποκειμενοποίηση, που όμως δεν παύει και αυτή να καταλήγει σε διαδικασία υποκειμενοποίησης. Η υποκειμενικότητα που παράγεται είναι λιγότερο ανθρώπινη, αδιανόητη και άρα επικίνδυνη. Έχει περισσότερο την έννοια της αντικειμενικότητας, καθώς αντλεί για τον προσδιορισμό της από την τρωτότητα του σώματος και επικεντρώνεται σ’ αυτή, παράγοντας μηχανοποιημένους ανθρώπους, όπως αναφέρει και η Σοφία Αργυρίου-Κυρίτση, απαλλαγμένους από συναισθήματα και τελικά απαλλαγμένους από ζωή, καθώς «υφίστανται αναστολή της οντολογικής τους υπόστασης ως υποκείμενα» (Butler 2009:127).

Η είσοδος στη σφαίρα της αναστολής προσδιορίζει ένα υποκείμενο που δεν είναι ούτε νεκρό, καθώς υπόκειται στις διαχειριστικές συνθήκες του νόμου και των θεσμών, αλλά ούτε και ζωντανό καθώς έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα (ό.π.). Ταυτίζεται με την έννοια του «πολιτικού θανάτου» την οποία χρησιμοποιεί ο Goffman (1994:34), καθώς βιώνει την απώλεια ορισμένων δικαιωμάτων ή και την οριστική τους στέρηση. Επομένως εισέρχεται στην οριακή κατηγορία του νεκρού-ζωντανού˙ μιας αδιανόητης ύπαρξης η οποία διατηρεί μια απωθητική σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αν επιστρέψουμε στο σχήμα της διαβατήριας τελετής μπορούμε να αναγνωρίσουμε πως ενώ δικάζεται διατηρώντας το οντολογικό status του «ανθρώπου», μιας και η διαδικασία της δίκης λαμβάνει χώρα στον «ελεύθερο κόσμο», και του αποδίδεται μια ποινή που προβλέπεται για «άνθρωπο», το κατώφλι της φυλακής τον χρίζει αυτόματα σε ον με ανθρώπινη μορφή, αλλά λιγότερο άνθρωπο αν όχι «μη ανθρώπινο». Προσωποποιεί μ’ αυτόν τον τρόπο «μια αμφισημία της ανθρώπινης φύσης» (Butler, 2009:135), άρα εξαιρετικά επικίνδυνης., ακριβώς διότι επιβεβαιώνει την αδυναμία επίτευξης μιας στερεής και αδιαπέραστης ταύτισης με τα κανονιστικά πρότυπα και τις δυνάμεις υποκειμενικής συγκρότησης.

Αυτή η αμφισημία εγείρει αμφιβολίες για το κατά πόσο καθίσταται δυνατό και επιτρεπτό να εφαρμοστούν στην περίπτωση μιας τέτοιας μορφής ύπαρξη δικαιώματα και εγγυήσεις που προκύπτουν από το νόμο. Εφόσον το έγκλειστο υποκείμενο γίνεται αντιληπτό πάνω σε ένα συνεχές που το απομακρύνει από το πλήρως υποκείμενο και εφάπτεται στην κατηγορία του αντικειμενοποιημένου υποκειμένου, αποστερώντας το από κάθε μορφής εμπρόθετη δράση, δεν καθίσταται δυνατό να εννοιολογηθεί εντός του πλαισίου του πολιτικού πολιτισμού στον οποίο η ανθρώπινη ζωή συμπορεύεται με τις εγγυήσεις των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το νόμο – βιώνει ένα πολιτικό θάνατο, πρόκειται για άνθρωπο που δεν είναι άνθρωπος (Butler, 2009), με μόνη απόδειξη του «ανθρώπινου» την τρωτότητα και τη θνητότητά του και μοναδικό δείγμα της αυτόνομης δράσης του την αυτοκαταστροφή του και τον προκαλούμενο από το ίδιο θάνατό του, μέσω των οποίων επιδιώκει να αποκτήσει εκ νέου την προσωπικότητά του.

Η απόδειξη της επικινδυνότητάς του είναι η δικαιολογία που νομιμοποιεί τις τακτικές διαχείρισης του έγκλειστου πληθυσμού που βγαίνουν εκτός νομικού πλαισίου την ίδια στιγμή που διαμορφώνουν το νόμο της φυλακής που καταργεί κάθε έννοια δικαιωμάτων των κρατούμενων και που ερμηνεύεται σε ένα καθεστώς βίας για την παραγωγή των πειθήνιων σωμάτων. Υπό αυτό το καθεστώς, η βία του θεσμού ενάντια στους έγκλειστους μεταφράζεται σε δραστηριότητα που «εμπίπτει στην κατηγορία του αναγνωρίσιμα ανθρώπινου» (Butler, 2009:153), είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα που έμπρακτα ακυρώνει την ανθρώπινη φύση αυτών που την υφίστανται. Βγαίνει εκτός του πεδίου της επιτρεπτής χρήσης της από το έγκλειστο άτομο, γι’ αυτό και η αυτοκαταστροφική βία γίνεται απόδειξη του λιγότερο (ή μη) ανθρώπινου όντος και επομένως η λύση για την μετωνυμία των εντός φυλακής δολοφονιών σε αυτοκτονίες, που αποενοχοποιούν τη βαρβαρότητα του θεσμού.

Η επακόλουθη ακύρωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων θέτει υπό αμφισβήτηση και την έννοια της οικουμενικότητάς τους, διότι αν θέλουμε να τα νοούμε ως τέτοια θα πρέπει να επαναδιαπραγματευθούμε τα κριτήρια υπό τα οποία θέτουμε εκτός ανθρώπινης κοινότητας ένα μέρος του πληθυσμού, ώστε να αντιλαμβανόμαστε τη δική μας ανθρωπινότητα ως αδιαπέραστη. Η Butler (2009) αναφέρει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται ακριβώς μπροστά σ’ αυτή την πρόκληση: να συλλαμβάνουν την ανθρώπινη φύση κάθε φορά που αμφισβητείται η οικουμενική τους διάσταση. Ίσως αυτός θα ήταν ένας τρόπος να γίνει ο έγκλειστος αντιληπτός ως επαρκώς άνθρωπος, ειδικά όταν το προγραμματικό σχέδιο σωφρονισμού περιλαμβάνει την επιστροφή του στην «ανθρώπινη» κοινωνία.

Επίλογος

Η χρήση βίας στη φυλακή είναι το κρυφό αναμορφωτικό πρόγραμμα του θεσμού που δε στοχεύει μόνο στην ασυνείδητη πειθαρχική υπακοή, αλλά αγγίζει και τη συνείδηση ώστε να μπορεί ν’ αναπαράγεται ως μνήμη. Υπό αυτή την έννοια, ίσως η τιμωρία του εγκλεισμού να έχει σαν στόχο την απόκτηση ενός νέου σωματοποιημένου έθους.

Η εικόνα καταστροφής που ανακαλείται κάθε φορά που το βλέμμα διατρέχει το σώμα είναι μέρος, αλλά και το αποτέλεσμα, του σωφρονισμού. Είναι το σωματικά εγγεγραμμένο ενθύμιο απ’ το ταξίδι εκτός κοινωνίας που παράγει το έγκλειστο σώμα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Βιβλικού εγκληματία Κάιν˙ ένα σώμα ανεξίτηλα σημαδεμένο με τη σφραγίδα υπενθύμισης για αποφυγή του παραβατικού ιού, μια σφραγίδα που δεν αφήνει περιθώρια για υποψίες απομιμήσεων, ένα γνήσιο σημαδεμένο σώμα, καθ’ όλα παρεκκλίνον απ’ το ιδανικό του ασημάδευτου σώματος.

Τελικά το αναμορφωτικό σχέδιο συνθλίβει την υποκειμενικότητά μας, σημαδεύει τη σωματικότητά μας και καταστρέφει το ανθρώπινο της ύπαρξής μας. Η βία γίνεται ανθρώπινο δικαίωμα που καταργεί την οικουμενικότητα των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γίνεται δικαίωμα για το μέρος του πληθυσμού που απολαμβάνει το προνόμιο επιβολής εξουσίας πάνω σ’ αυτούς που το μόνο «δικαίωμα» που τους παραχωρείται είναι το να παραδίνονται ψυχή τε και σώματι σ’ αυτή την εξουσία. Και τελικά ποιός είναι περισσότερο άνθρωπος από τον άλλο; Εκείνος που, είτε ως παραβάτης της θεϊκής εντολής είτε ως παραβάτης του κοινωνικού συμβολαίου, διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό και αντιπροσωπεύει την ατέλεια της «ανθρώπινης φύσης» την ίδια στιγμή που αυτή η ατέλεια αναγορεύεται σε ίδιον του κάθε ανθρώπου, ή ο «αλάνθαστος» τιμωρός του παραβάτη, που ως τέτοιος αντιπροσωπεύει κάτι υπερβατικό και άρα εξω-ανθρώπινο;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αργυρίου-Κυρίτση, Σ. 1986. Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, Αθήνα.

Butler, J. 2009. Ευάλωτη ζωή, Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, Αθήνα: Νήσος.

Goffman, E. [1961] 1994. Άσυλα, σσ. 19-83, Αθήνα: Ευρύαλος.

Μαρτινίδης, Π. 2006. «Φυλακές. Οι περιορισμοί μιας περιοριστικής αρχιτεκτονικής». Στο Αφροδίτη Κουκουτσάκη (επίμ.), Εικόνες Φυλακής, σσ. 92-107, Αθήνα: Πατάκη.

Pavarini, M. 1999. «Ο μύθος της “σωφρονιστικής λύτρωσης”». Στο Αφροδίτη Κουκουτσάκη (επίμ.), Εικόνες Εγκλήματος, σσ. 307-326, Αθήνα: Πλέθρον.

Scarry, E. 2004. «Το σώμα που πονά: η οικοδόμηση και διάλυση του κόσμου». Στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επίμ.), Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, σσ. 361-374, Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος.

Φουκώ, Μ. 1989. Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, σσ. 11-46, Αθήνα: Ράππα.


* Παρουσίαση στο μάθημα Κοινωνιολογικές και Πολιτισμικές Προσεγγίσεις των Τιμωρητικών Συστημάτων του ΠΜΣ του τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

[1] Η έμφαση δική μου.

[4] Πέτρος Μαρτινίδης, «Φυλακές. Οι περιορισμοί μιας περιοριστικής αρχιτεκτονικής».

[5] Σοφία Αργυρίου-Κυρίτση, «Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού», 1986.

[6] ό.π.

[7] ό.π.

[8] ό.π., η έμφαση δική μου.

[9] Massimo Pavarini, «Ο μύθος της “σωφρονιστικής λύτρωσης”».

[10] Σοφία Αργυρίου-Κυρίτση, «Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού», 1986:64

[11] ό.π.

[12] Αναφέρομαι στο έργο του «Ο μύθος της “σωφρονιστικής λύτρωσης”».

[13] Έννοια που και η Butler δανείζεται από το Foucault.

[14] Judith Butler, «Ευάλωτη ζωή, Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας», 2009:163.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου