Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

για τον έλεγχο της εγκληματικότητας ο ατλαντικός γίνεται λιμνούλα...

ΕΛΑΣ: Προς χαρτογράφηση της εγκληματικότητας και δημιουργία βάσης δεδομένων με 30 εκατ. φακέλους
«Γεωγραφικό σύστημα χαρτογράφησης της εγκληματικότητας» ονομάζεται το νέο λογισμικό που δημιουργεί το υπουργείο προστασίας του Πολίτη, με στόχο να «χαρτογραφήσει» την εγκληματικότητα.
Κάποια στιγμή θα χρειαστεί να μάθω επακριβώς σε τι αντιστοιχεί το εξαγγελθέν σύστημα στην ελληνική του εκδοχή. Η περιγραφή του πάντως παραπέμπει σε μοντέλα εφορμοζόμενα πέραν του Ατλαντικού, τα οποία αντιμετωπίζουν το έγκλημα σαν μια κατάσταση εξίσου φυσική με το σύννεφο που φέρνει βροχή, οπότε το σημαντικό είναι να κρατάς ομπρέλα. Το ζήτημα είναι ότι τους τελευταίους μήνες δεν προλαβαίνουμε πια τις επινοήσεις για τους "πολέμους κατά της εγκληματικότητας", ως εάν οι λύσεις να δίδονται πριν υπάρξει το πρόβλημα -ακριβώς η ταύτιση της εγκληματικότητας με φυσικό φαινόμενο, άρα οιονεί υπαρκτό υπό οιεσδήποτε συνθήκες για να χρειάζεται πια να το εκτιμήσουμε ως προς την έκταση, τη σοβαρότητά του και την αναγκαιότητα λήψης εξειδικευμένων μέτρων.
Μπορώ να υποθέσω, επίσης, ότι όπως το μοντέλο έτσι και η θεωρία που το υποστηρίζει -και που θα την ακούσουμε/διαβάσουμε προσεχώς- είναι εισαγόμενη. Κάποιος ενθουσιώδης μελετητής, υπό την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου, θα είχε φυλλομετρήσει τα σχετικά πονήματα και, πανέτοιμος, εισηγήθηκε τα νέα μέτρα. Μέσα στη φούρια όμως να εφαρμοστούν, ξεχάστηκε η -ας την πούμε- λογική φορά των πραγμάτων: πρώτα εντοπίζεις κι εκτιμάς το πρόβλημα και μετά εισηγείσαι λύσεις. Έτσι ακολουθήθηκε η "φυσική" φορά των πραγμάτων όπου είναι οι λύσεις αυτές που κατασκευάζουν το πρόβλημα! Πολλώ μάλλον όταν οι λύσεις έχουν την αίγλη του εισαγόμενου...
Αν είναι έτσι, λοιπόν, τα πράγματα, ας περιμένουμε βροχή και χαλάζι: την εφαρμογή των εισαγόμενων μέτρων και την εισαγόμενη θεωρητική τους τεκμηρίωση!
Ας αρχίσω, λοιπόν, να μαντεύω, παπαγαλίζοντας δυο-τρία πράγματα από τις σχετικές θεωρίες:
Στο βαθμό που η ύπαρξη εγκληματιών ορισθεί πλέον ως σχεδόν φυσικό φαινόμενο, αναβαθμίζεται η έννοια του θύματος: το θύμα όχι ως ατυχές άτομο, θύμα μιας συγκεκριμένης εγκληματικής ενέργειας αλλά ως συλλογική κατηγορία στην οποία εντάσσεται ο καθένας από εμάς: θυματοποίηση του πληθυσμού και συνακόλουθη ανάγκη λήψης μέτρων για την αποτελεσματική προστασία του, την μείωση των πιθανολογούμενων ποσοστών θυματοποίησης του πληθυσμού.
Ποιος είναι ο εγκληματίας:
Εντοπισμός ομάδων οποίες εμφανίζουν υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας (High Rate Offenders, HROs), προκειμένου να ληφθούν μέτρα «επιλεκτικής εξουδετέρωσης» (selective incapacitation). Στο επίπεδο της θεωρίας της ποινής: υπολογισμός κόστους / ωφέλειας της ποινικής παρέμβασης -αυτό το οποίο ονομάστηκε εκτιμητική ποινολογία (actuarial penology) -, αναβίωση των στόχων της ανταπόδοσης και της αχρήστευσης του εγκληματία Χαρτογράφηση –ή ασκήσεις επί χάρτου: διάκριση μεταξύ ατόμων υψηλής, χαμηλής και μεσαίας επικινδυνότητας στη βάση στατιστικών-αρχειακών προγνωστικών μεθόδων επικινδυνότητας. Πρόγνωση επικινδυνότητας, στη βάση αρχειακού υλικού [κοινώς, οι 30 εκατομμύρια φάκελοι] Στρατηγική: επιλεκτική αχρήστευση, ποινή κλιμακούμενη με βάση την ένταξη του δράστη σε μια κατηγορία επικινδυνότητας
Συρρίκνωση δικαιωμάτων; Προφανώς, αν αυτό υπηρετεί τον στόχο της ασφάλειας. Για το καλό μας, δηλαδή.
Γιατί ενθουσιαζόμαστε με την εφευρετικότητα των εμπνευστών αυτών των μέτρων;
Τις απαντήσεις τις δίνει η στρατηγική μετεγγραφής στο δημόσιο λόγο προβλημάτων που εντάσσονται στον χώρο της κοινωνικής πρόνοιας σε ζητήματα ασφάλειας ή/ και ατομικής ευθύνης σε κοινωνίες που ομνύουν στον αποκλεισμό και όχι στην ένταξη.
Και όπως λέει ο Melossi:*
"H εγκληματολογία της περιόδου μεταξύ των δεκαετιών του 1970 και 1990 πήρε φυσικά πολλές μορφές, διαφορετικές μεταξύ τους σε ότι αφορά τη θεωρητική έμπνευση, την πολιτική, τις προτάσεις σχετικά με την αντεγκληματική πολιτική. Παρόλα αυτά, θα υποστήριζα ότι το κοινό τους στοιχείο (και το οποίο τις διαφοροποιούσε από προγενέστερες εγκληματολογίες) ήταν μία στάση απόστασης, αντιπάθειας, ακόμη και περιφρόνησης, για το αντικείμενο της ανάλυσής τους […] Eπομένως, το στοιχείο που κατέστησε την εγκληματολογία αυτής της περιόδου αυτό που αποκαλώ μία εγκληματολογία της εκδίκησης εντοπίζεται στην ιδεολογική αποσύνδεση (Smith 1981) του ζητήματος του εγκλήματος από αυτές τις συνθήκες, στην επικέντρωση στο τελικό προϊόν του εγκλήματος και στους εγκληματίες, ανάγοντας τα σε φυσική κατάσταση [naturalizing], κατά τρόπο που δε διαφέρει πολύ από ότι είχε κάνει ο Lombroso σχεδόν ένα αιώνα νωρίτερα, δίχως να φωτίζονται οι τρόποι με τους οποίους αυτά τα τελικά προϊόντα έχουν, στην πραγματικότητα, κατασκευαστεί κοινωνικά".
Αδημονώ, λοιπόν, να διαβάσω την ελληνική εκδοχή της εγκληματολογίας της εκδίκησης, για να μην μένει θεωρητικά ακάλυπτη η βροχή των μέτρων στους πολέμους κατά τους εγκλήματος και βρίσκουν επιχειρήματα οι "συνήθεις ανήσυχοι" [όπως λέμε "συνήθεις ύποπτοι"] για το πόλεμο κατά των δικαιωμάτων που εξελίσσεται και γίνεται όλο και πιο ανηλεής
*Melossi, 1999, "Κοινωνική θεωρία και μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία", στο Κουκουτσάκη [εισαγωγή, επιμέλεια] Εικόνες εγκλήματος, Αθήνα: ΠΛΕΘΡΟΝ

3 σχόλια:

  1. Για ποιον χτυπούν τα ...καμπανάκια;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. σωστό, αν και, όπως εύστοχα παρατηρείς στο βασικό κείμενο, το μάπα-μάπινγκ των εν Ελλάδι αφελών κι επικίνδυνων θαυμαστών του αφελούς κι επικίνδυνου Κάντερ καλείται να ορθολογικοποιήσει εκ των υστέρων την επιλογή του προβλήματος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή