[Το κείμενο μου από το συλλογικό έργο Εικόνες Φυλακής, Πατάκης, 2006]
Περίληψη
Αντικείμενο
της μελέτης είναι ο λόγος του κρατούμενου περί ποινικής δικαιοσύνης,
παρανομίας και κοινωνικής επανένταξης. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από κείμενα ελλήνων
κρατουμένων τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί με διάφορους τρόπους (βιβλία,
καταγγελίες, δημοσιεύματα), διερευνάται η σχέση ανάμεσα στην επίσημη ρητορική
περί «αναμόρφωσης» του εγκληματία και τους τρόπους με τους οποίους προσλαμβάνει
ο κρατούμενος αυτή τη λειτουργία της ποινής. Το ζήτημα της «σωφρονιστικής
μεταρρύθμισης» διαμορφώνει ένα πεδίο στο οποίο μοιάζει να συγκλίνουν ο επίσημος
λόγος περί φυλακής και ο λόγος του κρατούμενου καθώς εμφανίζεται ως κοινό το
αίτημα για μια «καλύτερη φυλακή». Το περιεχόμενο, ωστόσο, το οποίο αποκτά το
αίτημα αυτό στο λόγο του κρατούμενου τείνει να αφορά «λιγότερη φυλακή», ενώ τα
αναμορφωτικά μέτρα μετεγγράφονται, ως παροχές και όχι ως υποχρεώσεις, στο χώρο
των δικαιωμάτων του ανθρώπου (δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην εργασία, την
υγειονομική περίθαλψη…).
Σκοπός
της [φυλακής] είναι η βελτίωση του εγκληματία. Η κοινωνική επανένταξη, η
επακοινωνικοποίηση του εγκληματία είναι το πρακτικό αποτέλεσμα της βελτίωσης
στην οποία επικεντρώνεται η σωφρονιστική προσπάθεια [….] Ο σκοπός της βελτίωσης
τοποθετείται στο πεδίο της ηθικής αξιολόγησης, προϋποθέτει κάποιον ο οποίος
ηθικά υπολείπεται […] Η καταδίκη, λοιπόν, επάγεται ηθικό στιγματισμό που
επεκτείνεται με τον εγκλεισμό στην φυλακή, αλλοιώνει την κοινωνική ταυτότητα
και την ηθική ποιότητα του ατόμου και το ακολουθεί και μετά την έξοδό του από
τη φυλακή. Μια πρώτη, λοιπόν, λειτουργική έκφανση αυτής της ιδεολογίας είναι να
διακρίνει τα άτομα σε «καλούς» που τηρούν το νόμο και σε «κακούς» που τον
παραβιάζουν. Η βασική αυτή ιδέα διέπει απ’ άκρου σ’ άκρο τη μεταχείριση στην
οποία υποβάλλεται ο κρατούμενος στη φυλακή και χαρακτηρίζει τους επιμέρους
σωφρονιστικούς θεσμούς (Δασκαλάκης, Η. 1988: 33)
Στα
μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, έτυχε να διαβάσω μια συνέντευξη του ιταλού
σεναριογράφου και σκηνοθέτη Sergio Citti, συνεργάτη και φίλου του Pier Paolo Pasolini, με
εμπειρία εγκλεισμού σε διάφορα «σωφρονιστικά» ιδρύματα της Ιταλίας. Σ’ αυτήν
την συνέντευξή του, ο Sergio Citti δήλωνε ότι προτιμά τις παραδοσιακές φυλακές σαν
την Regina Coeli από
τις φυλακές-πρότυπα όπως η Rebibbia,
«στις οποίες φορούσαμε σορτσάκια και παίζαμε τένις στο προαύλιο».
Νεοφώτιστη αναγνώστρια του Pasolini, αλλά
και μεταπτυχιακή σπουδάστρια Εγκληματολογίας που είχε επισκεφθεί επανειλημμένα
το πρότυπο κέντρο της Rebibbia,
μελετώντας το ως υπόδειγμα εφαρμογής της έννοιας της σωφρονιστικής
μεταχείρισης, αναζήτησα τότε την απάντηση σ’ αυτήν την «παράδοξη» δήλωση στην
έννοια της οικείας κουλτούρας, έτσι όπως καταγράφεται στα βιβλία του Pasolini Τα παιδιά της ζωής και
Βίαιη ζωή και σε ταινίες του όπως ο Accatone και το Μamma Roma. Αρκετά χρόνια αργότερα
σκέφτηκα ότι ο Sergio Citti, «συνομιλούσε» μάλλον και με τον Michel Foucault:
Αλλά
υπήρξαν και εξεγέρσεις ενάντια στις πρότυπες φυλακές, στα ηρεμιστικά, στην
απομόνωση, ενάντια στα ιατρικά ή εκπαιδευτικά συστήματα […] Εξεγέρσεις
αντιφατικές ενάντια στην εξαθλίωση, αλλά και ενάντια στην άνεση, ενάντια στους
φύλακες αλλά και ενάντια στους ψυχίατρους […] Επρόκειτο, όμως, καθαρά για
εξεγέρσεις σε επίπεδο σωμάτων, ενάντια στο ίδιο το
σώμα της φυλακής. Ήταν η υλική της πραγματικότητα στο μέτρο που λειτουργεί σαν
όργανο και σαν φορέας της εξουσίας. Ήταν όλη αυτή η τεχνολογία της εξουσίας
πάνω στο σώμα, που η τεχνολογία της "ψυχής" - εκείνη των παιδαγωγών,
των ψυχολόγων και των ψυχίατρων - δεν κατορθώνει ούτε να συγκαλύψει, ούτε ν'
αντισταθμίσει, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι η ίδια ένα από τα εργαλεία της
(Φουκώ, 1976/ 1989:44)
Μηχανή
της μηχανής ή μάλλον ο αποκλεισμός του αποκλεισμού, ο αποκλεισμός σ’ ένα
δεύτερο βαθμό. Εκεί στέλνουν όποιον δεν μπορεί να ενταχθεί στη μηχανή, αυτόν
που η μηχανή δεν καταφέρνει να αφομοιώσει, αυτόν που δεν μπορεί να συντρίψει
σύμφωνα με τη μηχανική της διαδικασία. Έτσι, χρειάζονται ένα πρόσθετο μηχανισμό
(Foucault 1992: 8,9)
Απονομιμοποίηση
και ουδετεροποίηση του λόγου του κρατούμενου
Το θέμα της φυλακής και της
σωφρονιστικής μεταχείρισης αποτελεί συχνά αντικείμενο του δημόσιου λόγου, ενώ
αφθονεί το βιβλιογραφικό υλικό που αναφέρεται στην αξιολόγηση μοντέλων
κράτησης, μεθόδων μεταχείρισης και σε προτάσεις μεταρρύθμισης του θεσμού.
Αντίθετα, ο λόγος του κρατουμένου αποτελεί σπάνια αντικείμενο μελέτης
προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν οι «εικόνες φυλακής» (ή «καλύτερης φυλακής»),
τις οποίες παράγει το ίδιο το υποκείμενο που βιώνει τις συνθήκες του
εγκλεισμού. Γενικότερα δε, οι τρόποι με τους οποίους συμμετέχει ο λόγος του
κρατούμενου στον δημόσιο λόγο περί φυλακής του επιφυλάσσουν σχεδόν πάντα μια
περιθωριακή θέση.
Με τους
όρους απονομιμοποίηση και ουδετεροποίηση θέλω να αναφερθώ στη
σχέση του λόγου του κρατούμενου με την επίσημη ρητορική περί της φυλακής. Ως απονομιμοποίηση
ορίζω στο γεγονός ότι ο λόγος του κρατούμενου αντιμετωπίζεται ως
προκατειλημμένος, άρα εξ ορισμού αναξιόπιστος.
Ειδικότερα, η αποσαφήνιση (μέσω της ποινικής διαδικασίας) και η εμπέδωση (μέσω
του εγκλεισμού) της ταυτότητας του εγκληματία, περιστέλλει ή καταπιέζει άλλες
εκδοχές της ταυτότητας του κρατούμενου, οι οποίες, εντάσσοντάς τον σ’ ένα
συμβατικό ηθικό σύμπαν, θα παρείχαν εγκυρότητα και αξιοπιστία στο λόγο του.
Με τον
όρο ουδετεροποίηση αναφέρομαι στην ενσωμάτωσή του λόγου του κρατούμενου
στον επίσημο «μεταρρυθμιστικό» λόγο, όταν το κράτος εμφανίζεται να
συνδιαλέγεται με τους κρατούμενους στη βάση του κοινού στόχου για μια «καλύτερη
φυλακή», ορίζοντας - ως πιο ισχυρός φορέας λόγου - την ημερήσια διάταξη και
τους άξονες του «σωφρονιστικού προβλήματος».
Ενδεικτικά αναφέρω το ζήτημα της αποσυμφόρησης των φυλακών: Τα αιτήματα των
κρατουμένων για τη λήψη νομοθετικών μέτρων μείωσης των ποινών ή
αποποινικοποίησης αφομοιώθηκαν σε μια ρητορική, η οποία αναδεικνύει ως κεντρικό
πρόβλημα των φυλακών τον υπερπληθυσμό, συσκοτίζοντας έτσι το γενικότερο ζήτημα
μιας κατασταλτικής λογικής «πανποινικοποίησης» - η οποία αναπόδραστα γεννά και
αναπαράγει το ειδικότερο πρόβλημα του υπερπληθυσμού - και το δομικό πρόβλημα
της εγγενούς παθολογίας του θεσμού που δεν θεραπεύεται με μεταρρυθμίσεις.
Κανένα
μέτρο βελτίωσης δεν μπορεί να αποδώσει αν περιορίζεται σε μια μόνο φάση του
φαινομένου της ποινικής καταστολής και δεν συνδέεται με το σύνολό του […] Όταν
το κράτος εξακολουθεί να έχει και να καλλιεργεί κατασταλτική νοοτροπία
σε όλα τα επίπεδα, δεν μπορεί να πείσει ότι επιδιώκει ουσιαστικά τη
βελτίωση – δηλαδή την αποδυνάμωση – του ενός μόνο επιπέδου καταστολής, δηλαδή
του «σωφρονιστικού» μόνο συστήματος (Μανωλεδάκης, Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ.
τ. 19-20: 8. Βλέπε επίσης, Μανωλεδάκης, 1989).
Μέθοδος ανάλυσης και οριοθέτηση του
αντικειμένου
Η σχέση του κρατούμενου με τη
γραφή, είναι μια σχέση μοναδική, η οποία δεν έχει το αντίστοιχό της ούτε καν
στη σχέση συγγραφέων με τη συγγραφή βιβλίων για τη φυλακή. Όπως έλεγε ο Foucault, πριν σαράντα περίπου χρόνια, προλογίζοντας το αφιέρωμα
του γαλλικού περιοδικού Esprit, Ο
κόσμος των φυλακών:
Ο
φυλακισμένος δεν έχει επάγγελμα. Γι’ αυτό συχνά γράφει πολύ: στη μάνα του, στον
πρόεδρο της δημοκρατίας, στους υπουργούς, στους βουλευτές, στον ιερέα, στους
φίλους του, στον ίδιο του τον εαυτό […] Με τη γραφή προσπαθεί να ξεφορτωθεί την
αδικία και τη μοναξιά του. Σε ύφος άλλοτε πικρόχολο και σαρκαστικό, άλλοτε
απελπισμένο, πάντοτε όμως ειλικρινές ακόμα κι όταν επιχειρεί να εξωραΐσει την
αλήθεια (Ο ιός της Κυριακής, εφημερίδα Ελευθεροτυπία 22/5/1994:
46)
Δανειζόμενοι δε από τον Goffman, θα μπορούσαμε να δούμε τα «κείμενα της φυλακής» και ως
συναρτημένα με την ανάγκη να επανακτήσει το άτομο, μέσω της γραφής, κάποιο
είδος ελέγχου απέναντι σ’ ένα περιβάλλον που του καθορίζει «ποιος είναι». Της
ανάγκης του, με άλλα λόγια, να οριοθετήσει και να ανασυντάξει μια «αποσαρκωμένη
μέχρι το κόκαλο» ύπαρξη.
Το
πραγματολογικό υλικό της μελέτης αποτελείται από κείμενα ελλήνων κρατουμένων
(μαρτυρίες, αυτοβιογραφικά κείμενα, καταγγελίες κλπ), τα οποία έχουν
δημοσιοποιηθεί με διάφορους τρόπους (εκδόσεις βιβλίων, δημοσιεύματα
σε εφημερίδες και περιοδικά ή ειδικά έντυπα όπως το περιοδικό της φυλακής… κλπ.).
Το γεγονός ότι αναφέρομαι στο πραγματολογικό υλικό με όρους ο λόγος του
κρατούμενου δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση έναν ενιαίο λόγο ή κάποια
εξαρχής ταξινόμηση των κρατουμένων σε ειδικότερες κατηγορίες, οι οποίες
εκφέρουν διαφορετικό και διακριτό λόγο. Πρόθεσή μου είναι να
ανιχνεύσω τους τρόπους με τους οποίους ορίζει ο κρατούμενος την κοινωνική του
θέση και τη σχέση του με τους θεσμούς και αυτό αποτέλεσε το κριτήριο της
επιλογής του συγκεκριμένου υλικού από τα κείμενα των κρατουμένων. Κατά
συνέπεια, αυτονόητο είναι ότι ακόμα και τα παραθέματα τα οποία υποστηρίζουν τις
ενότητες που ακολουθούν (πολλώ δε μάλλον το σύνολο του υλικού), περιλαμβάνουν
πολύ περισσότερες πληροφορίες από όσες επιτρέπει η οικονομία αυτού του
κειμένου. Στην
παρατήρηση αυτή δεν εντάσσεται, ωστόσο, ο τρόπος που διαχειρίζομαι το ζήτημα
της βίας, η οποία, σε κάθε δυνατή της εκδοχή, ανήκει στον συγκείμενο που
παράγει το υπό εξέταση υλικό. Με άλλα λόγια, έχοντας πλήρη επίγνωση της
εξωθεσμικής, παράνομης βίας, η οποία πολύ συχνά ασκείται στους κρατούμενους,
επέλεξα να εστιάσω στο θέμα της θεσμικής βίας - δομικό στοιχείο της συνθήκης
του εγκλεισμού - το οποίο συσκοτίζει η επίσημη ρητορική περί της ηθικής
αποστολής της φυλακής να «παράγει ενάρετους ανθρώπους».
Ως πιο
πρόσφορη μέθοδος ανάλυσης ενός παρόμοιου υλικού κρίθηκε η ποιοτική ανάλυση
περιεχομένου. Έτσι, οι βασικές πληροφορίες αναζητήθηκαν στα λανθάνοντα νοήματα
της αφήγησης μιας οριακής εμπειρίας, όπως είναι αυτή του εγκλεισμού, η οποία
αναπόδραστα καθορίζει («εγκλωβίζει») τον λόγο του υποκειμένου που την βιώνει
και, ταυτόχρονα, την αφηγείται μέσα από αυτονόητες αποσιωπήσεις ή
παραμορφώσεις. Αν, λοιπόν, η επίσημη ρητορική περί φυλακής είναι αυτό που
αποκαλεί ο Pavarini: «η μεγάλη κοινωνική
λογοκρισία της φυλακής» (Pavarini,
1999:311), αντίστοιχα ο λόγος του κρατούμενου, ο οποίος τείνει να «αποκαλύψει
την αλήθεια της φυλακής», είναι μια άλλη αναπαράσταση του αντικειμένου στο
οποίο αναφέρεται.
Το εγχείρημα
της ανάλυσης των κειμένων της φυλακής οριοθετείται από μια σειρά παραμέτρων, οι
οποίες θα πρέπει να επισημανθούν.
Μια πρώτη παράμετρος αφορά τη δυσκολία να προσεγγίσει κανείς παρόμοια
κείμενα και να είναι σίγουρος ότι δεν παραβιάζει τις προθέσεις του υποκειμένου
το οποίο εκφέρει λόγο περί δικαιοσύνης, εγκληματικότητας, φυλακής,
σωφρονιστικής μεταχείρισης, ποινικού πληθυσμού κλπ. Με άλλα λόγια, στην ανάλυση
ενός παρόμοιου υλικού ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να αποδώσει κανείς στους
κρατούμενους / συγγραφείς μια δέσμη προθέσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα
ανήκουν στα περιβάλλοντα ή τις ομάδες εκτός φυλακής που διαχειρίζονται τη
δημοσιοποίησή του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απέφυγα να προτάξω
ταξινομήσεις έναντι του περιεχομένου, ορίζοντας εκ προοιμίου τον λόγο του
κρατούμενου ως «καταγγελτικό», «αυτοβιογραφικό» κ.ο.κ. Να υιοθετήσω, δηλαδή,
«εκ των έξωθεν» προσδιορισμούς της συνθήκης «κείμενα που γράφονται στη φυλακή»
και της ανάγκης του εγκλείστου να γράφει, όποιο κι αν είναι το περιεχόμενο και
το ύφος της γραφής του.
Κατά συνέπεια, μια δεύτερη παράμετρος αφορά τους τρόπους
δημοσιοποίησης αυτού του υλικού, τουτέστιν τις μορφές διαμεσολάβησης ανάμεσα
στο κείμενο και τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, στην περίπτωση βιβλίων γραμμένων
από κρατουμένους, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς τόσο κάποιο επίπεδο
«αυτολογοκρισίας» του συγγραφέα, ο οποίος θέλει να δει το βιβλίο του
δημοσιευμένο, όσο και τις παρεμβάσεις στο περιεχόμενο και τη μορφή του
κειμένου, τις οποίες αναπόδραστα συνεπάγεται όχι μόνον η γλωσσική επιμέλεια της
έκδοσης, αλλά, κυρίως, η αντίληψη του εκδότη περί των αναμονών του αναγνωστικού
κοινού.
Ακόμα
πιο σαφής είναι η παρέμβαση (με τη μορφή της συγκρότησης ενός πλαισίου
πρόσληψης του υλικού), στην περίπτωση κειμένων τα οποία περιλαμβάνονται σε
δημοσιεύματα εφημερίδων ή περιοδικών για τις φυλακές, είτε γενικά, είτε για
κάποιο έκτακτο – άρα δημοσιογραφικά ενδιαφέρον – γεγονός που συνδέεται με τις
φυλακές (εξεγέρσεις, απεργίες πείνας, αποδράσεις κλπ.). Οπότε, ακόμα και όταν
τα κείμενα δημοσιεύονται αυτούσια, η αφήγηση των γεγονότων, των σκέψεων, των
συναισθημάτων του κρατούμενου εντάσσεται σε μια ευρύτερη «δημοσιογραφική
αφήγηση»: Ο ιδεολογικός λόγος του δημοσιεύματος και όχι το κείμενο του
κρατούμενου «κάνει τα γεγονότα να παράγουν νόημα» (Hall, 1989:
102). Πολλώ δε μάλλον, εφόσον πρόκειται για θέματα όπως το έγκλημα και η ποινή,
τα οποία δεν είναι «ανοιχτά» σε πολλαπλούς ορισμούς, έτσι ώστε ένας
εναλλακτικός λόγος να είναι σε θέση να αμφισβητήσει την εγκυρότητα του
κυρίαρχου και να εδραιώσει τη θέση του στο δημόσιο χώρο (Hall,1988: 355).
Μια τελευταία παράμετρος αφορά τη σχέση του ερευνητή με το αντικείμενό
του, καθώς το συγκεκριμένο υλικό περιέχει μαρτυρίες που αφορούν οριακές
συνθήκες και καταστάσεις, οι οποίες ενίοτε δυσκολεύουν τη συναισθηματική
απόσταση και τη νηφάλια ματιά.
Αναπαραστάσεις περί ποινικής δικαιοσύνης
Μήπως
δεν καθορίζει η πνευματικότητα τον τρόπο της υλικής ζωής; Σίγουρα ναι. Μα ποιος
μπορεί να μου πει ποια είναι η πνευματική δύναμη ενός παιδιού 21 χρονών,
μεγαλωμένου μέσα στην αθλιότητα; […] Πώς μπορέσατε, λοιπόν, και ρίξατε μια τόσο
μεγάλη ευθύνη σ’ ένα τόσο μικρό παιδί με μικρή σκέψη και εξίσου μικρή και άδεια
ζωή. Πώς; (Από την απολογία του Γιάννη Πετρόπουλου, στη δίκη του σε δεύτερο
βαθμό το 1991)
Με βάση
αυτήν την έρευνα [σημείωση: σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (sentencing)] ανέπτυξα ένα ορθολογικό μοντέλο και επιχείρησα να
εξετάσω πώς λειτουργούν στην πράξη οι αρχές του ποινικού συστήματος – που είναι
ευρύτατα αποδεκτές από νομικούς και εγκληματολόγους – (αρχή της αναλογικότητας
της ποινής με το έγκλημα, επικουρικότητα του ποινικού συστήματος, ακριβής
πληροφόρηση γύρω από την προσωπικότητα του κατηγορουμένου κλπ.). Ένας
συνεργάτης μου έβαλε αυτό το μοντέλο στον υπολογιστή. Κάθε φορά που θέλαμε να
το εφαρμόσουμε σ’ ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, δοκιμάζαμε μια καταπληκτική
εμπειρία. Ρωτούσαμε: «σ’ αυτή την περίπτωση … και στην άλλη … ποια είναι η
αντίστοιχη ποινή;». Η μηχανή απαντούσε πάντοτε: «καμία ποινή». Ποτέ δεν
βρισκόταν συγκεντρωμένες όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται , ώστε το
δικαστήριο να μπορέσει να απαγγείλει μια ποινή που, στο πλαίσιο του συστήματος,
να θεωρείται δίκαιη! (Hulsman & Bernat de
Celis, 1997: 67)
Αν θα έπρεπε να συνοψίσω σε μια
φράση τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η ποινική δικαιοσύνη στα κείμενα των
κρατουμένων, η φράση αυτή θα ήταν: Η Δικαιοσύνη σας είναι άδικη. Η
εξουσιαστική σχέση η οποία συνιστά, ούτως ή άλλως, δομικό στοιχείο της ποινής,
εμφανίζεται εντελώς απονομιμοποιημένη, καθώς υπάρχει πλήρης αμφισβήτηση της
εξουσίας του τιμωρού: δεν πρόκειται για ποινή, αλλά για καθαρή βία και μάλιστα
ανορθολογική – οι λέξεις άδικη και εκδικητική όσον αφορά τη
δικαιοσύνη εμφανίζονται πάμπολλες φορές στα κείμενα.
Στο
πλαίσιο της γενικής αυτής παρατήρησης εντάσσονται ειδικότερα στοιχεία τα οποία
αφορούν την αυστηρότητα των ποινών, τη διαφορετική ποινική αντιμετώπιση
παρόμοιων πράξεων, την αδιαφορία για τα αιτήματα των κρατουμένων και τις
συνθήκες εκτέλεσης των ποινών. Μια
ειδικότερη δε εκδοχή της αναπαράστασης της «άδικης δικαιοσύνης», αποτελεί και
αυτό το οποίο αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στα κείμενα των κρατουμένων: η
αίσθηση ότι καταδικάστηκαν ερήμην τους, ότι ο λόγος τους ακυρώθηκε,
απορροφήθηκε σε προκατασκευασμένες εκδοχές της πραγματικότητας η οποία τους
αφορούσε.
Η
εικόνα, ωστόσο, της «απονομιμοποιημένης δικαιοσύνης», η οποία περιλαμβάνει και
συνοψίζει όλα τα επιμέρους, είναι αυτή η οποία αναφέρεται στην επιλεκτικότητα
του ποινικού μηχανισμού: ο ποινικός πληθυσμός στρατολογείται κατά κύριο λόγο
από τα ασθενέστερα στρώματα, τα οποία είναι ήδη περιθωριοποιημένα στο πλαίσιο
άλλων θεσμών, όπως η εργασία, η εκπαίδευση, ο ελεύθερος χρόνος κλπ. Ένα
στοιχείο, δηλαδή, του οποίου η σταθερή παρουσία στην ιστορία του θεσμού
αναδεικνύεται κυρίως μετά τη δεκαετία του ’60, με την εμφάνιση των «αναθεωρητικών»
τάσεων στη μελέτη των τιμωρητικών συστημάτων και της λειτουργικής τους
αποστολής και αναπαράγεται, σε διάφορες εκδοχές του, στο λόγο του κρατούμενου.
Προκειμένου,
όμως, να αναζητήσουμε τα δομικά στοιχεία τα οποία συγκροτούν την αναπαράσταση
της άδικης δικαιοσύνης, θα πρέπει να εισάγουμε στην ανάλυση το ζήτημα της
λογικής και της κοινωνικής οργάνωσης του συστήματος απονομής της ποινικής
δικαιοσύνης.
Όπως
ακριβώς ένας χάρτης δεν είναι το έδαφος, έτσι και μια προβληματική κατάσταση
είναι πάντοτε κατασκευασμένη – και αναγκαστικά αποδυναμωμένη – όταν
αντιμετωπίζεται από κάποιο θεσμό, ένα οργανισμό ή ένα πρόσωπο. Έπεται ότι η
εγκυρότητα της εν λόγω κατασκευής μπορεί να αμφισβητηθεί κάθε στιγμή (Hulsman & Bernat de Celis, 1997:
46. ).
Πράγματι, η ποινική εκκαθάριση μιας υπόθεσης
αναπόδραστα την μεταφέρει από το φυσικό (κοινωνικό) της περιβάλλον στο
«τεχνητό» περιβάλλον της ποινικής διαδικασίας, εστιάζει στην πράξη και
όχι στην κατάσταση, κατά συνέπεια δεν επιτρέπει να αναδομηθεί η
πραγματικότητα του εγκληματικού συμβάντος.
Είναι προφανές, λοιπόν, ότι πρόκειται για διαφορετικούς «ορισμούς της
κατάστασης» ανάμεσα στον κατηγορούμενο και τους δικαστές του και ότι αυτό το
οποίο δομείται στην πραγματικότητα μέσα από την ποινική διαδικασία είναι κάποια
εκδοχή της αλήθειας - με βάση το υλικό που υποβάλλεται στην κρίση των
δικαστών (Δασκαλάκης, 1985: 122, 123) - η οποία αποκτά έτσι την ισχύ μιας
θεσμικής πραγματικότητας και καθορίζει την μετέπειτα ζωή του ατόμου: η επιβολή
της ποινής το εντάσσει στην κατηγορία των εγκληματιών, επανακαθορίζοντας
παράλληλα και την προσωπικότητα του.
Δεν
ενδιαφέρει ποια είναι η πραγματική ταυτότητα του ατόμου: ο νόμος τον κατατάσσει
μ’ ένα προκαθορισμένο τρόπο και τον δικάζει ανάλογα […] Ο ποινικός μηχανισμός
καθορίζει τα υποκείμενα τα υποκείμενα με τα οποία έρχεται σε επαφή και αυτό το
κάνει με την αυθεντία που τον χαρακτηρίζει (Garland,
1990/1999: 311).
Αναπαραστάσεις παρανομίας
Οπλισμένη
μ’ ένα μαχαίρι μια μάνα ξεκινά, από κάποιο χωριό της Ελλάδας για να αναγκάσει
με την απειλή του μαχαιριού, τον αρραβωνιαστικό της κόρης να την παντρευτεί.
Δεν το κατορθώνει και τον σκοτώνει, γιατί η κόρη θεωρείται πια ατιμασμένη.
Ποιος είναι λοιπόν ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος; Το κράτος κι οι θεσμοί
ποτέ δεν δικάζονται, έτσι δικάζεται η μάνα ισόβια και ρίχνεται στη φυλακή
(Αργυρίου – Κυρίτση, 1986: 7)
Η
ποινική ιδεολογία ακόμα και σήμερα δανείζεται από τον ντυρκαϊμιανό μύθο περί
μιας κοινωνικής συνείδησης η οποία ενσωματώνει όλα τα μέλη της κοινωνίας,
ειδικότερα κατά τη στιγμή της παραβίασης των κανόνων. Δεν λαμβάνεται υπόψη το
γεγονός ότι η πρόσληψη και ο καθορισμός ορισμένων συμπεριφορών ως εγκληματικών
ή κοινωνικά αρνητικών στα πλαίσια της κυρίαρχης κουλτούρας ανταποκρίνονται
πολλές φορές σε σημαντικά διαφορετικές αναπαραστάσεις (Baratta, 1989:
20, 21)
Πολιτικός χαρακτήρας του
εγκλήματος. Στις αρχές της δεκαετίας του
’70 και στο πλαίσιο του αντι-εγκληματολογικού κινήματος,
διατυπώθηκε για πρώτη φορά στον ακαδημαϊκό χώρο, από μια ομάδα Άγγλων
ριζοσπαστών εγκληματολόγων, η άποψη ότι το έγκλημα είναι μορφή πολιτικής
απείθειας, προϊόν μιας πολιτικής συνείδησης του δράστη, έστω κι αν αυτή δεν
είναι πάντα σαφής, ξεκάθαρη (Taylor, Walton & Young,
1973). Παρόμοιοι ορισμοί του εγκλήματος αποτέλεσαν τον πυρήνα του λόγου περί
εγκλήματος ο οποίος αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των πολιτικών χώρων που
συγκροτήσανε το κίνημα της φυλακής στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αλλά και
σε μεταγενέστερες κινητοποιήσεις για την κατάσταση των σωφρονιστικών ιδρυμάτων.
Μια τόσο «καθαρή» εκδοχή του πολιτικού χαρακτήρα του εγκλήματος δεν
εμφανίζεται συχνά στα κείμενα των ίδιων των κρατουμένων. Έτσι, θα πρέπει να
διευκρινίσω πώς χρησιμοποιώ τον όρο πολιτικός χαρακτήρας του εγκλήματος στην
ανάπτυξη η οποία ακολουθεί. Με τον όρο αυτό αναφέρομαι σε αναπαραστάσεις περί
παρανομίας, οι οποίες εκπορεύονται από την προβληματοποίηση όχι του
εγκλήματος, αλλά της έννομης τάξης.
Με άλλα λόγια, οι διαδικασίες εγκληματοποίησης αναπαριστώνται ως αναγκαίες όχι
για τον έλεγχο του εγκλήματος, αλλά για τη διατήρηση και αναπαραγωγή των
κοινωνικών διαφοροποιήσεων και των κοινωνικών σχέσεων ανισότητας. Κατά
συνέπεια, αυτό το οποίο ορίζεται ως εγκληματικότητα και οι τρόποι θεσμικής διαχείρισής
της, είναι το αναπόδραστο αποτέλεσμα της ανάγκης ελέγχου των καταπιεζόμενων ή
των εν δυνάμει επικίνδυνων για την εξουσία ομάδων.
Ένα από τα πιο ενδεικτικά κείμενα αυτής της κατηγορίας, είναι το βιβλίο
της Σοφίας Αργυρίου-Κυρίτση (1986), στο οποίο οι άμεσες αναφορές στον πολιτικό
χαρακτήρα του εγκλήματος αφορούν την ποινικοποίηση του αναρχικού χώρου
και την επιλεκτικότητα του τιμωρητικού μηχανισμού, η ανάδειξη της οποίας
διατρέχει όλο το κείμενο. Αναπτύσσεται, όμως, και μια άλλη εκδοχή του θέματος, η
οποία αφορά την αναπαράσταση της γυναίκας /εγκληματία, κυρίως μέσα από τις
ιστορίες κρατουμένων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η αναπαράσταση αυτή
συναρτάται με τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας, ειδικότερα σε περιβάλλοντα που
χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ισχυρού κοινωνικού ελέγχου, όπως είναι αυτά των
κλειστών κοινωνιών. Έτσι, η γυναίκα / εγκληματίας ταυτίζεται με τη γυναίκα /
θύμα καταπιεστικών, εξουσιαστικών σχέσεων και το έγκλημα αναπαριστάται ως η
μόνη δυνατή αντίδραση σ’ αυτές.
Μια μεταφορά δε, την οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας, για να αναφερθεί στη
συμβατική ηθική και την έννομη τάξη, είναι η γυναικεία πορνεία:
Η
πορνεία είναι κάτι που αντιμετωπίζεται με αποστροφή από την υποτιθέμενη ηθική
κοινωνία. Αν κι αυτή ακόμα η ηθική της κοινωνίας εμπεριέχει την ταξινόμηση των
ανθρώπων, σύμφωνα με την οποία, είναι απόλυτα σωστό ο ένας που βρίσκεται σε
θέση ισχύος να επιβάλλεται στον άλλο […] Ο υπάλληλος, γυναίκα ή άνδρας, που
δέχεται ταπεινά τις διαταγές του προϊσταμένου του, έστω κι αν δεν τις θεωρεί σωστές,
το κάνει για να μην χάσει τη δουλειά του και τα χρήματα που κερδίζει απ’ αυτήν
[…] Αυτή η σχέση υπαλλήλου με τον προϊστάμενο, που στηρίζεται στο χρήμα, δεν
είναι εκπόρνευση; (Αργυρίου-Κυρίτση, 1986: 9, 10).
Ο συνειδητοποιημένος
παράνομος.
Δεν είναι ασύνηθες το είδος των αυτοβιογραφιών, στις οποίες δεν αναπαράγονται
τα τρέχοντα στερεότυπα περί εγκλήματος και εγκληματία, η δε παράνομη
δραστηριότητα εμφανίζεται ηθικά δικαιωμένη. Ωστόσο, από τα κείμενα ελλήνων
κρατουμένων, μόνον στο βιβλίο του Κώστα Σαμαρά, Καταζητείται (1999)
εντόπισα κάποια συγγένεια με αυτήν την τάση μυθοποίησης του παράνομου.
Ένα λόγο, δηλαδή, περί παρανομίας, σύγκρουσης με την έννομη τάξη και φυλακής,
την ιδιαιτερότητα του οποίου δεν θα μπορούσα να αγνοήσω ή να «συνοψίσω» ως
υποδιαίρεση κάποιας άλλης κατηγορίας.
Ο όρος «συνειδητοποιημένος παράνομος» δεν αναφέρεται στη συνήθη
αναπαράσταση «υιοθέτησης του ρόλου» ως αποτέλεσμα του ποινικού στιγματισμού και
της συνακόλουθης κοινωνικής απόρριψης και περιθωριοποίησης. Αντίθετα, η
παράνομη δραστηριότητα εμφανίζεται να αποτελεί συνειδητή επιλογή, όπως
οποιαδήποτε άλλη επιλογή ζωής, την οποία δεν έχουν καθορίσει παράγοντες που ο
εγκληματολογικός λόγος θα όριζε ως «εγκληματογενετικούς». Ειδικότερα, στο
συγκεκριμένο βιβλίο, ως κίνητρο της παράνομης δραστηριότητας αναφέρεται το
«κυνηγητό της αδρεναλίνης» και η παρανομία φέρεται ως μια ιδιότυπη
«επαγγελματική δραστηριότητα». Ο όρος αυτός απεκδύεται από συμβατικές ηθικές
αξιολογήσεις και, κατά συνέπεια, δεν παραπέμπει σ’ αυτό το οποίο επίσημα ορίζεται
ως «κατ’ επάγγελμα εγκληματίας». Έτσι, και η «υιοθέτηση του ρόλου» προσλαμβάνει
ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο, το οποίο είναι συνάρτηση του ορισμού του παράνομου:
Ο
συνειδητοποιημένος παράνομος οφείλει να διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ της
απόλαυσης από την πράξη του και του αρχικά επιδιωκόμενου αποτελέσματός της, αν
θέλει να μείνει ζωντανός ή να μην σαπίσει στη φυλακή. Πράγμα που σημαίνει ότι
μπορεί να είσαι συνειδητοποιημένος, αλλά να μην καταφέρνεις να κρατάς πάντα
αυτή την ισορροπία του μέτρου (Σαμαράς, 1999: 10).
Επί
τόπου όπως ήμουνα πεσμένος ανάσκελα ήρθε κι έκατσε επάνω μου ο χοντρός
υπαστυνόμος που είχε χάσει κι αυτός την ψυχραιμία του και με φιλοδώρησε με δυο
τρεις μπουνιές στο στήθος και στο πρόσωπο για το “κατόρθωμά” μου (σημείωση:
πολλοστή απόπειρα απόδρασης). “Λύσσαξες σήμερα, ρε πούστη, λύσσαξες!” “Σταμάτα
χοντρούλη, το παιγνίδι τελείωσε, κόφ’ το!” έκανα εγώ, που βέβαια δεν ήμουνα και
σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση απ’ αυτόν» (Σαμαράς, 1999: 353).
Στη συγκεκριμένη αφήγηση μιας περιπετειώδους ζωής
«στην κόψη του ξυραφιού», οι ζοφερές εικόνες του εγκλεισμού - κυρίαρχες σε άλλα
κείμενα του υλικού - υποχωρούν έναντι της αρχιτεκτονικής αναπαράστασης των
χώρων μέσα από λεπτομερείς περιγραφές. Με άλλα λόγια, κεντρικό στοιχείο της
αφήγησης δεν αποτελούν οι μορφές προσαρμογής ή διεξόδου από τα δεινά του
εγκλεισμού, αλλά η υλική (δι)έξοδος από τη φυλακή, τουτέστιν η απόδραση, η
οργάνωση της οποίας αποτελεί το πρώτο μέλημα του συγγραφέα μετά από κάθε νέα
σύλληψη ή μεταγωγή. Το στοιχείο αυτό, ως στοιχείο της εικόνας με την οποία
παρουσιάζεται ο συγγραφέας στο κοινό, «φωτίζεται» έμμεσα και από το λόγο περί
συλλογικοτήτων (πολιτική ένταξη, συλλογικές μορφές διαμαρτυρίας των
κρατουμένων). Οι σχετικές αναφορές είναι ελάχιστες, σχεδόν περιθωριακές, και η
σημασία τους αναδεικνύεται όχι τόσο από το περιεχόμενό τους, όσο από τον τρόπο
με τον οποίο εντάσσονται στο κείμενο. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν οι
αναφορές στη μεγάλη εξέγερση του ’90, οι οποίες περιορίζονται σε μερικές μόνον
παραγράφους (Σαμαράς, 1999:342-3), αναδεικνύοντας έτσι πολύ πιο εύγλωττα από τη
ρητή αμφισβήτηση της δυναμικής της, την εγκυρότητα της «ατομικής εξέγερσης»
απέναντι στη στέρηση της ελευθερίας, τουτέστιν της απόδρασης.
Συμπεράσματα: Το
αίτημα για μια καλύτερη φυλακή
Σε
τελευταία ανάλυση δεν ζητάμε δικαιοσύνη αλλά λιγότερη αδικία, δεν ζητάμε
ανθρωπιά αλλά λιγότερη απανθρωπιά, δεν ζητάμε πολιτισμό αλλά λιγότερη
βαρβαρότητα (από επιστολή κρατουμένων στις φυλακές Λάρισας, όπως αναφέρεται στο
Μελέτης, 1992: 61).
Η
κοινωνική επανένταξη είναι ένας στόχος ο οποίος θα πρέπει να επιδιώκεται όχι διαμέσου
της φυλακής, αλλά παρά την ύπαρξη της φυλακής […] Από την σκοπιά της
κοινωνικής επανένταξης του κρατούμενου, αναμφίβολα η καλύτερη φυλακή είναι η
φυλακή που δεν υπάρχει: καμιά φυλακή δεν είναι χρήσιμη ενόψει αυτού του στόχου,
αλλά υπάρχουν φυλακές χειρότερες από άλλες (Baratta, 1991:
73)
Ζητάμε να δημιουργηθούν
εργαστήρια σε όλες τις κλειστές φυλακές και ειδικά στις φυλακές Κορυδαλλού,
ώστε να αξιοποιείται δημιουργικά ο ελεύθερος χρόνος μας. Αυτό που υφιστάμεθα
σήμερα είναι να εξαναγκαζόμαστε σε απραξία, με αποτέλεσμα εμείς οι κατά κανόνα
νέοι άνθρωποι να τελούμε σε κατάσταση εκνευρισμού και να στραγγαλίζεται το
δικαίωμά μας για δημιουργία […] Ζητάμε πραγματικά εργαστήρια, στα οποία ο
καθένας να μπορεί να μάθει μια τέχνη που όταν βγει από τη φυλακή να την
εξασκήσει γινόμενος χρήσιμος στον εαυτό του και στο σύνολο.
Ζητάμε να δοθεί επιτέλους προσοχή στο δικαίωμά
μας για μάθηση και εκπαίδευση […]
Ευελπιστούμε
ότι ο πνευματικός και πολιτικός κόσμος της χώρας θα σταθεί στο πλευρό μας στην
πάλη μας για δίκαιη και ανθρώπινη μεταχείριση. Αισιοδοξούμε ότι με την ανάληψη
πρωτοβουλίας από σας θα μπουν οι βάσεις για την αναμόρφωση της σωφρονιστικής
πολιτικής και την τροποποίηση του σωφρονιστικού κώδικα για να ανατείλει μια
καινούργια εποχή για τους φυλακισμένους (Από υπόμνημα κρατουμένων στις φυλακές
Κορυδαλλού της 27.5.1981, το οποίο περιλαμβάνει 33 συνολικά αιτήματα, όπως
αναφέρονται στο περιοδικό «της φυλακής…», τ. 4: 14, 17).
Αντί επιλόγου:
Ο ποιητής (και ο) κλέφτης
Έζησα
μέχρι το ’68 όπως όλα τα παιδιά. Ώσπου μια μέρα, μαζί με άλλα παιδιά της
γειτονιάς, φίλους μου, πήραμε ένα ποδήλατο τελείως αθώα. Αυτό το ποδήλατο
στάθηκε σταθμός στη ζωή μου [….] Με οδήγησε ένας αστυνομικός και με παρέδωσε
σαν δέμα στο αναμορφωτήριο […] Δυόμισι χρόνια με κράτησαν, τόσο κράτησε η
εκπαίδευσή μου στο να πηγαίνω κόντρα σε όλα. Μου είχαν πει ότι θα γινόμουν ένας
καλός άνθρωπος. Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ, τι καλός άνθρωπος θα γινόμουν, ενώ δεν
είχα τίποτα κακό να διώξω από πάνω μου; Όλες οι μέρες ήταν το ίδιο λες και τις
είχαν βγάλει με καρμπόν. Πάντα μέσα μας ο φόβος. Για ένα χρόνο ήμουνα ήσυχος,
μόνο το παιγνίδι σκεφτόμουν. Η μητέρα μου ερχόταν και μ’ έβλεπε μέρα παρά μέρα,
ώσπου μια μέρα τη ρώτησα γιατί δεν με παίρνει στο σπίτι, πολύ καιρό είχα
καθίσει. Τότε εκείνη μου είπε: «πολύ θα το ήθελα, αλλά δεν μπορώ, δεν σ’
αφήνουν» (από μαρτυρία κρατουμένου, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό «της
φυλακής…», τ. 2: 12-14)
Ο
διευθυντής μου έδειξε την ομάδα των προσκόπων που είχε δημιουργήσει για να
επιβραβεύσει τα πιο ευάγωγα παιδιά. Είδα μια δωδεκαριά αγοράκια, μπαμπέσικα και
βρωμιάρικα, που αφέθηκαν να πέσουν στην παγίδα των καλών προθέσεων. Ανακρούανε
γελοία εμβατήρια που δεν είχαν σίγουρα τη δύναμη της έξαρσης που έχουν τα
συναισθηματικά ή πρόστυχα απλά μοτίβα που τραγουδούσαν το βράδυ στο υπνωτήριο ή
το κελί. Βλέποντας αυτούς τους δώδεκα πιτσιρικάδες, ήταν προφανές ότι κανείς
απ’ αυτούς δεν είχε επιλεγεί για να συμμετάσχει σε μια ριψοκίνδυνη αποστολή,
έστω και φανταστική: αλλά μέσα στο αναμορφωτήριο εγώ ξέρω ότι υπήρχαν, σε
πείσμα των εκπαιδευτικών, ομάδες ή, καλύτερα, συμμορίες των οποίων οι δεσμοί,
το συνεκτικό υλικό που τους κρατούσε ενωμένους, ήταν η φιλία, το θάρρος, η
κατεργαριά, η θρασύτητα, η αγάπη για την τεμπελιά, μια σκοτεινή και ταυτόχρονα
χαρούμενη έκφραση, η αγάπη για την περιπέτεια, ενάντια στους κανόνες του Καλού
(Genet, 1994: 17,18, Il giovane criminale, Viterbo: Stampa Alternativa)
Βιβλιογραφία
Baratta, A. (1991), «Che cosa è la Crminologia Critica?»,
συνέντευξη στον Victor Sancha Mata στο Dei delitti e delle pene, τ. 1,
53-81
Baratta, A. (1989), «Αρχές της
ελάχιστης ποινικής παρέμβασης: Για μια θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως
αντικειμένου και ορίου του ποινικού νόμου», στο Ελληνική Επιθεώρηση
Εγκληματολογίας, τ. 3-4, 9-38, μετάφραση: Α. Κουκουτσάκη
Baratta, A. (1982), Criminologia Critica e critica del
Diritto Penale, Bologna: il Mulino
Cohen, S. (1988), Against Criminology, New Brunswick: Translation
Books
Foucault, M. (1992), Επίσκεψη
στις φυλακές Attica, Αθήνα:
Ελευθεριακή Κουλτούρα, μετάφραση: Π. Καλαμαράς
Garland, D. (1990/1999), Pena e Società Moderna. Uno
studio di teoria sociale, Milano: il Saggiatore
Genet,
J., (1994) Il giovane criminale, Viterbo: Stampa Alternativa
Goffman, E. (1961/1994), Άσυλα, Αθήνα: Ευρύαλος, μετάφραση: Ξ. Κομνηνός
Hall, S et al. (1988), “The social production of news:
mugging in the media”, in Cohen, S, J.Young (επιμέλεια), The manufacture of news. Social problems, deviance and the mass
media, London: Constable
Hall, S. (1989), «Η
επανανακάλυψη της “ιδεολογίας”: η επάνοδος του απωθημένου στις μελέτες για τα
Μέσα», στο Κομνηνού Μ., Χ. Λυριντζής (επιμέλεια), Κοινωνία, Εξουσία και Μέσα
Μαζικής Επικοινωνίας, Αθήνα: Παπαζήσης, 89-146, μετάφραση: Α. Δέφνερ
Hulsman, L. &
Bernat de Celis, J.
(1997), Άστοχες Ποινές, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, εισαγωγή-μετάφραση: Γ.
Νικολόπουλος
Lemert, E., (1951), Social Pathology: a Systematic Approach to Theory of Sociopathic Behavior, New York: McGrow-Hill
Lemert, E. (1967/ 1972), Human Deviance, Social
Problems and Social Control, Englewood Cliffs (N.J): Prentice- Hall
Matza,
D. (1969 / 1976), Come si diventa devianti, Bologna: il Mulino
Melossi,D. (1999), «Η κοινωνική
θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία», στο Κουκουτσάκη,
Α. (εισαγωγή-επιμέλεια), Εικόνες εγκλήματος, Αθήνα: ΠΛΕΘΡΟΝ, 21-59,
μετάφραση: Ι. Χασάπη
Pavarini, Μ.
(1978),«“Concentrazione” e “Diffusione” del penitenziario. La tesi di
Rusche e Kirkheimer e la nuova strategia del controllo sociale in Italia» στο La Questione Criminale, τ. 4: 39-63
Pavarini, Μ. (1999), «Ο μύθος της “σωφρονιστικής
λύτρωσης”», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή-επιμέλεια), Εικόνες
εγκλήματος, Αθήνα: ΠΛΕΘΡΟΝ, 307-326, μετάφραση: Θ. Μπανούσης
Reebs, W. (1988) Φυλακές και
Αρχιτεκτονική. Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης, Αθήνα: Εκδόσεις
Αμηχανία
Taylor, Ι.,
P.Walton & J.Young (1973), The New Criminology. For a Social Theory of
Deviance, London: Routledge & Kegan Paul
Wacquant, L.
(1999/ 2001), Οι φυλακές της μιζέριας, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗΣ, μετάφραση: Κ.
Διαμαντάκου
Αργυρίου-Κυρίτση (1986), Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, Αθήνα:
Ιδιωτική έκδοση
Δασκαλάκης, Η. (1988), «Ο θεσμός της φυλακής», στο Επιθεώρηση Κοινωνικών
Ερευνών, Ειδικό τεύχος 68Α, Αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη, 32-37
Δασκαλάκης, Η. (1985), Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης,
Αθήνα: Σάκκουλας
Ερευνητική ομάδα εγκληματολογίας του ΕΚΚΕ (1988), «Ο θεσμός της φυλακής
στην Ελλάδα: Προκαταρκτική έκθεση της ερευνητικής ομάδας εγκληματολογίας του
ΕΚΚΕ», στο Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Ειδικό τεύχος 68Α,
Αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη, 237 -402
«Κοινές θέσεις για μια εγκληματολογική παρέμβαση στο ζήτημα της φυλακής»,
στο Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ., τ. 19 – 20: 265-270
Κουκουτσάκη, Α. (1979), «Σύγχρονες τάσεις στη σωφρονιστική μεταχείριση
νεαρών ενηλίκων εγκληματιών. Παρουσίαση των Ινστιτούτων Παρατήρησης και
Προοδευτικής Μεταχείρισης της Rebibbia, στη
Ρώμη», στο Ποινικά Χρονικά, τ. 11: 732-738
Μανωλεδάκης, Ι. «Η “σωφρονιστική” έκρηξη», στο Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ,
τ. 19-20: 5-12
Μανωλεδάκης, Ι. (1989), «Η κατάχρηση της ποινικής καταστολής», στο Ελληνική
Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, 3-4: 39-57
Μελέτης,
Δ. (1992), Ο Ακροβάτης, Αθήνα: ARCADIA
Παρασκευόπουλος, Ν. «Σκέψεις για τα αίτια και τα αιτήματα της εξέγερσης των
κρατουμένων», στο Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ., τ. 19 – 20: 33-39
Παρασκευόπουλος, Ν. (2003), Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο, Αθήνα:
ΠΑΤΑΚΗΣ
Πετρόπουλος,
Γ (1992), Γδάρτες Ονείρων, Αθήνα: Λιβάνης
Φουκώ, Μ. (1976/ 1989), Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππας,
μετάφραση: Κ. Χατζηδήμου, Ι. Ράλλη
Ελευθεροτυπία: 11/1/91, 15/7/2005
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία: 22/5/1994, Ο ιός Της
Κυριακής, «Λογοτεχνία της φυλακής. Φυλακισμένες σελίδες»
Περιοδικό,
«της φυλακής…», τεύχη 2, 4
«Κυνηγός ή κυνηγημένος,
μπάτσος ή παράνομος είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κατά την αντιπαράθεσή
τους βιώνουν τα ίδια συναισθήματα» {Σαμαράς, 1999: 9)