Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Μια ψυχιατρική παρέμβαση: Ένας, δύο, πολλοί Joker


 Αποτέλεσμα εικόνας για Joker

Του Στέλιου Στυλιανίδη
Αναδημοσίευση από το tvxs

Ο φαύλος κύκλος ψυχικής διαταραχής - κοινωνικού αποκλεισμού - αδιεξόδου γίνεται όλο και πιο ορατός όσο μεγαλώνει η φτώχεια και μικραίνει το κράτος πρόνοιας. Ένας ψυχικά ασθενής μπορεί να περάσει τις κόκκινες γραμμές της κοινωνικής ορθότητας αν βρεθεί αβοήθητος, απομονωμένος και αντιμέτωπος με αλλεπάλληλες ταπεινώσεις και ματαιώσεις.
Ένας από τους λόγους που η ταινία Joker προκάλεσε τέτοια ένταση είναι ότι αναδεικνύει με έναν συγκλονιστικό τρόπο τη δύναμη της συνάντησης της ψυχικής ασθένειας με την κοινωνική οδύνη και την κοινωνική αλλοτρίωση.
Ότι έφτασαν κάποιοι υπάλληλοι του ΥΠΠΟ να καλέσουν σε παρέμβαση την ΕΛΑΣ και κάποιοι παρατηρητές να χειροκροτήσουν κάνει την ταινία εμβληματική και απόλυτα συμβολική των αρχετυπικών φόβων που προκαλεί η πιθανότητα ταύτισης με τους "καταραμένους" που πολλοί θέλουν να τους αφανίσουν, νομίζοντας ότι έτσι θα αφανίσουν τον κίνδυνο να πέσουν και αυτοί στο ίδιο πηγάδι.
Η φωλιά του κούκου δεν είναι πια μόνο το ψυχιατρείο αλλά η ίδια η κοινωνία με τις ακραίες ανισότητες, με τους μηχανισμούς αποκλεισμού της διαφορετικότητας, με την περιθωριοποίηση των οικονομικά αδύναμων, με τον εξαναγκασμό των "κάτω" σε αγώνα επιβίωσης και όχι πραγματικής ζωής.
Το φιλμ μας βάζει από την αρχή σε μια θέση μεταξύ αποστροφής και σαγήνης, μπροστά στην συνταρακτική εικόνα του Χοακίν Φίνιξ στο ρόλο του Αρθουρ Φλεκ. Λέει κάπου: "Ελπίζω ο θάνατός μου να έχει μεγαλύτερο νόημα απ’ όσο η ζωή μου" και "Ελπίζω νεκρός να μαζέψω περισσότερα κέρματα απ’ όσα ζωντανός".
Υπάρχει πιο αξιόπιστη διατύπωση για την υπαρξιακή του απελπισία από αυτές τις δύο φράσεις; Η κοινωνία θέλει με κάθε τρόπο να κανονικοποιήσει τη θορυβώδη και ανοίκεια ψυχική διαταραχή. Ο Joker το βιώνει με δραματικό τρόπο λέγοντας: "Το παράξενο είναι ότι ζητούν από εμάς που έχουμε κάποια ψυχική διαταραχή να συμπεριφερόμαστε σαν να μην την έχουμε".
Το ψυχικό έργο που απαιτείται για να παραστήσει κάποιος με τόσο έντονη ψυχική οδύνη τον "κανονικό" είναι τεράστιο, εξαντλητικό, απάνθρωπο. Είναι αυτή η διαδικασία απανθρωποποίησης, συνδυασμός κοινωνικού στιγματισμού και αυτοστιγματισμού, που συναντά την ψυχική διαταραχή.
Η διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας αποσυνδετικού τύπου είναι και σπάνια και αμφιλεγόμενη. Ο Τζόκερ αναγκάζεται να επιλέξει μια προσωπικότητα που χαμογελά διαρκώς, που αρνείται να κλάψει, αρνείται να πονέσει, προσπαθώντας να κάνει, ανεπιτυχώς, τους άλλους να γελάσουν. Η άλλη προσωπικότητα, βαθιά καταθλιπιτική, αναπτύσσεται μέσα από την παθολογική εξάρτηση από μια ανήμπορη μητέρα, η οποία δίνει την εντύπωση ότι παρασύρει τον γιο της σε ένα μελαγχολικό βάραθρο. Η αγωνιώδης αναζήτηση του άγνωστου πατέρα επιδεινώνει σε ακραίο βαθμό τη ματαίωση και την απελπισία.
Ο Joker αναρωτιέται στην κοινωνική λειτουργό που συναντά για να πάρει τα φάρμακά του "αν υπήρξε ποτέ". Το υπαρξιακό αυτό κενό σχετίζεται με την μη εγγραφή του, συμβολική και πραγματική, σε έναν κοινωνικό χώρο, σε μια οικογένεια, σε ένα υποστηρικτικό δίκτυο. Όταν οι προσπάθειες επαγγελματικής επιβίωσης πέφτουν στο κενό, όταν η ταπείνωση, ο εξευτελισμός, η εξαθλίωση υπερβαίνουν κάθε όριο, όταν δεν έχει πια πρόσβαση σε φάρμακα, τότε ο Joker αποφασίζει να αντιδράσει φθάνοντας στα άκρα. Σκοτώνει για να υπάρξει ο ίδιος, για να δώσει κάποιο νόημα στη ζωή του, τιμωρώντας -παράλογα- αυτούς που τον ταπείνωσαν.
Ποια είναι η απάντηση που δίνει η κοινωνία σε μια τέτοια παρέκκλιση; Σχεδόν καμία. Η κοινωνική λειτουργός κάνει στερεότυπα και μηχανικά τη δουλειά της, αδυνατεί να ακούσει τον άνθρωπο που έχει απέναντί της και απλά μεσολαβεί, γραφειοκρατικά, για να παίρνει τα φάρμακά του. Ωστόσο, και αυτή η πενιχρή βοήθεια παύει να υπάρχει γιατί καταργείται η υπηρεσία της. Το κοινωνικό κράτος σε ένα φιλελεύθερο ανταγωνιστικό περιβάλλον είναι ένα περιττό έξοδο. Όλα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο εξορθολογισμού προς όφελος της οικονομικής «ανάπτυξης». Οι κολασμένοι είναι περιττό βάρος. Όπως και το κοινωνικό κράτος και οι υπηρεσίες υγείας και ψυχική υγείας, που θα έπρεπε να τους στηρίζουν. Who cares?
Η κοινωνική εντολή που δίνεται στην ψυχιατρική και στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας είναι αυτή του κοινωνικού ελέγχου της διαφορετικότητας μέσα από διαγνωστικές-ψυχιατρικές ταξινομήσεις. Τα ταξινομητικά συστήματα της ψυχιατρικής μοιάζουν ανεπαρκή να απαντήσουν σε μια τέτοια πολυπλοκότητα η οποία κρύβεται πίσω από τη διάγνωση.
Η συνάντηση ψυχικής διαταραχής και κοινωνικής οδύνης στην εποχή της μετανεωτερικότητας, της ρευστότητας των κοινωνικών δεσμών, θέτει μια σειρά από ερωτήματα τα οποία μια νέα κλινική και ψυχοπαθολογική προσέγγιση οφείλει να απαντήσει. Ήδη το 1961 ο Φουκώ προφητικά έγραφε: "Στην εποχή μας η τρέλα φιμώνεται μέσα στη μακαριότητα μιας επιστημονικής γνώσης η οποία την αναλύει τόσο υπερβολικά ώστε στο τέλος την ξεχνάει"
Ο τρελός είναι σίγουρα τρελός αλλά την ίδια στιγμή είναι και όμοιος. Και εφόσον είναι ένας όμοιος, η αλήθεια της τρέλας μπορεί να είναι η αλήθεια της ίδιας της υποκειμενικότητας.
Οι Joker καθρεφτίζουν την ίδια την ανεπάρκεια, τη φτώχεια και το έλλειμμα, τόσο της ψυχιατρικής φροντίδας όσο και της ίδιας της επιστημολογικής βάσης της ψυχιατρικής. Χρειάζεται επειγόντως μια νέα κλινική προσέγγιση και μια νέα ηθική στη δόμηση μιας εναλλακτικής προσέγγισης της ψυχιατρικής φροντίδας, η οποία να λαμβάνει υπόψη ότι η οδύνη δεν εκφράζεται μόνο ατομικά ούτε με όρους απλουστευτικής διάγνωσης, αλλά σε κοινωνικό δίκτυο, σε μια δεδομένη ιστορική πραγματικότητα.
Το πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει τα ίδια τα ψυχιατρικά συμπτώματα και την κοινωνική έκφρασή τους.
Ποια πρέπει να είναι τα συστατικά στοιχεία αυτής της νέας κλινικής προσέγγισης;
  • Η διαπίστωση ότι πίσω από την οποιαδήποτε θορυβώδη συμπτωματολογία υπάρχει μια αφήγηση και μια δυνατότητα κατανόησης της δυσφορίας, του αδιεξόδου που μπορεί να εκφράζει ένα άτομο μέσα από τα συμπτώματά του.
  • Η προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ διάγνωσης-προτεινόμενης θεραπείας και πραγματικού κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζει το άτομο που θέλουμε να βοηθήσουμε με το εξατομικευμένο πλάνο που του προτείνουμε.
  • Όταν οι υπηρεσίες δεν επαρκούν, όταν οι πόροι δεν είναι ποτέ αρκετοί, όταν δεν υπάρχει κάλυψη από την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, όταν οι κοινωνικοί δεσμοί είναι ρευστοί και εφήμεροι, τότε πρέπει να εφεύρουμε έξυπνες και ευέλικτες απαντήσεις σε δίκτυο οι οποίες να έχουν κάποιο νόημα για τη ζωή του ατόμου.
  • Η περιθωριοποίηση και οι κοινωνικές ανισότητες δεν μπορούν να ενταχθούν στην προκρούστεια κλίνη της ψυχιατρικής διάγνωσης. Η ψυχιατρική φροντίδα οφείλει να αλλάξει και να απαντήσει στις σύγχρονες προκλήσεις και τα νέα αιτήματα: Ναρκισσιστικές διαταραχές, παθολογία του κενού, εξάρτηση από το διαδίκτυο, συγκάλυψη της ενδοοικογενειακής βίας, συν-νοσηρότητα, ιατρικοποίηση μέσω φαρμακοβιομηχανίας κάθε ψυχικής οδύνης, παθολογίες εικόνας σώματος.
Το σώμα εκτός από αντικείμενο ερωτισμού, σεξουαλικότητας, αυτοθαυμασμού, σαγήνης πρέπει να γίνει και "δημόσιο". Πρέπει να εφεύρουμε έναν λόγο κατανοητό που να κινητοποιεί συνέργειες, δίκτυα αλληλεγγύης, να υποστηρίζει τη λογική, την ανθρωπιά, τη δημιουργία κοινωνικών δεσμών.
Πρέπει ο λόγος και το βίωμά μας να συνδέει τις απαντήσεις μας απέναντι στους κοινωνικά αποκλεισμένους σαν φορέας νοήματος αλλαγής και αφύπνισης από την παθητικότητά μας. Αν αυτό δεν γίνει με όρους διαφωτισμού και κοινωνικής αλληλεγγύης, τότε η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, ο φονταμενταλισμός, ο εκφασισμός της κοινωνίας, αλλά και η αυτοκαταστροφικότητα θα επικρατήσουν οριστικά.
Ακόμη και αν οι ανήλικοι δεν δουν τον Joker στο σινεμά, θα τον δουν στο δρόμο.

* Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών της Αθήνας. Έλαβε την ειδικότητα της Ψυχιατρικής στη Γαλλία (Paris XII). Είναι ιδρυτής και Επιστημονικός Διευθυντής (2005-2015) της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (Ε.Π.Α.Ψ.Υ.).







Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για μηχανικη καθηλωση ψυχικά ασθενώνΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΛΩΣΗ ΣΤΑ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΑ ΣΤΙΣ ΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΚΑΘΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Κείμενο φοιτητριών/φοιτητών και αποφοίτων Ψυχολογίας, μελών της Πρωτοβουλίας 'Ψ'. Αναπτύσσουν  σ' αυτό τους προβληματισμούς που έχουν για το γνωστικό τους αντικείμενο, για το ρόλο των ειδικών, για τα τεκταινόμενα στο χώρο της Ψυχικής Υγείας κ.α. 


    Είμαστε εμείς που νευριάζαμε με τους καθηγητές μας που μας δίδαξαν πώς να μετράμε το άγχος και τη θλίψη, είμαστε εμείς που περιμέναμε να μάθουμε πώς να ακούμε τον άλλον και όχι πώς να νιώθουμε ανώτεροί του, είμαστε εμείς που ψάχναμε στα εγχειρίδια πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους των δυσκολιών των ανθρώπων, είμαστε εμείς που δεν είμαστε όσο «υγιείς» μας θέλει το τμήμα μας. Τελικά καταλάβαμε πως πολύ καλά κάναμε και θυμώναμε γιατί δεν πρόκειται για κάτι αμερόληπτo αλλά για μία στρατευμένη ιδεολογία που μας διδάσκεται. Γράψαμε ένα κείμενο ενάντια στο λόγο της επιστήμης της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής που τόσο μέσα όσο και έξω από το τμήμα μας θεωρείται δεδομένος και αδιαμφισβήτητος, για να μοιραστούμε σκέψεις και γνώσεις που παραγκωνίζονται στον ακαδημαϊκό χώρο.
Παίρνοντας το από την αρχή, η εδραίωση του κάθε επιστημονικού λόγου ως δόγμα είναι από τα βασικά γνωρίσματα των επιστημών που γεννήθηκαν τον 18ο/19ο αιώνα. Η άνθηση της ψυχιατρικής προκύπτει σε ένα πλαίσιο ανάδυσης νέων επιστημονικών θεωριών που διαχωρίζουν το νου από το σώμα, εδραιώνουν τον ορθό λόγο και θεσπίζουν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ κανονικού και μη κανονικού. Σ’ αυτό το πλαίσιο θεσμοθετούνται τα άσυλα, τα ιδρύματα εγκλεισμού και απομάκρυνσης από το κοινωνικό σώμα. Πρόκειται λοιπόν για ένα είδος ασυλικών φυλακών. Η ψυχολογία, θέλοντας να εδραιώσει τον εαυτό της ως επιστήμη, μοιάζει να είναι θεμελιωμένη στην προσπάθεια καθιέρωσης της «ψυχικής υγείας» ως έννοιας αντίθετης στην «ψυχική αρρώστια», της «λογικής» αντίθετης στην «τρέλα». Αν ανατρέξουμε στους αιώνες διαμόρφωσης αυτών των δίπολων, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την άμεση σύνδεσή τους με την άνοδο του καπιταλισμού, με την ανάγκη για παραγωγικό εργατικό δυναμικό και με το σωφρονισμό ή την παραγκώνιση των μη παραγωγικών. Αυτή είναι η αφετηρία των δύο αυτών επιστημών που μέχρι και σήμερα αποσκοπούν όχι στη θεραπεία αλλά στην αποκατάσταση και τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης.
Πρακτικές που ίσως για κάποιους φαντάζουν απαρχαιωμένες και ξεπερασμένες, αποτελούν ακόμα πυλώνες των σημερινών «θεραπευτικών» πλαισίων. Συγκεκριμένα, η χημική καταστολή, μέσω τεράστιας δοσολογίας ψυχοφαρμάκων – που σε πολλές περιπτώσεις ο ίδιος ο λήπτης/η ίδια η λήπτρια καλείται να μην έχει καν γνώση αυτών, είναι μονόδρομος και έχει αναχθεί σε βασική και αναμφισβήτητη «θεραπευτική» πρακτική .Δεσίματα, υπό τον ψυχρό και αποπροσανατολιστικό όρο του «προστατευτικού κλινοστατισμού, , ηλεκτροσπασμοθεραπείες (ECT), στοιβάγματα σε διαδρόμους ή μικρά άσπρα δωμάτια, και τιμωρητικές απομονώσεις σε κλειστούς, σκοτεινούς χώρους είναι μερικά από τα βασικά γνωρίσματα της σημερινής πρακτικής. Εμείς αναρωτιόμαστε: Οι πρακτικές αυτές αποτελούν εν τέλει τρόπους θεραπείας ή μήπως αντανακλούν περισσότερο τιμωρητικούς χειρισμούς και προσπάθειες αποκλεισμού των μη λειτουργικών, των όσων «δεν χωράνε» στα καλούπια που διαπλάθει η κυρίαρχη τάξη;
Πρέπει να καταλάβουμε πως ακόμα και αν δεν βρεθούμε να εργαζόμαστε σε ένα ψυχιατρείο, οι πρακτικές αυτές που διαπνέουν όλη την κουλτούρα του συστήματος ψυχικής υγείας, εντός του οποίου και εμείς κάποτε θα κληθούμε να δουλέψουμε, μας αφορούν άμεσα. Μας αφορούν γιατί αποτελούν τραυματικά βιώματα των ατόμων που -ίσως- προσπαθήσουμε από κάποια θέση να βοηθήσουμε. Μας αφορούν γιατί είναι πάγια πρακτική του συστήματος ψυχικής υγείας, από το οποίο, όποια εργασιακή θέση και αν πάρουμε, δεν θα μπορέσουμε να λειτουργήσουμε εκτός των θεσμών του. Μας αφορούν γιατί , ό,τι θέση και αν πάρουμε, αν παραμείνουμε από την πλευρά των ανώτερων «ειδικών» που ξέρουν και υποδεικνύουν την παρέκκλιση, συναινούμε στην συντήρηση της κουλτούρας που εν τέλει ασκεί βία, τραυματίζει, περιχαρακώνει ανθρώπινα βιώματα και άτομα.
Οι πρακτικές αυτές δεν προκύπτουν εν κενώ αλλά τις στηρίζει άμεσα η ακαδημαϊκή γνώση στην οποία εκπαιδευόμαστε. Μια γνώση που δομείται στον ορισμό του άλλου ως σύνολο συμπτωμάτων, ως παράδειγμα μιας διαγνωστικής κατηγορίας, ως μη «κανονικό» , ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης, ως κάποιο του οποίου ο πόνος και η μη λειτουργικότητα πρέπει να κατασταλεί. Δεν θα μπορούσαν άλλωστε να εφαρμόζονται χωρίς την επιστημονική τεκμηρίωση τους, που ανέκαθεν προσφέρουν οι επιστήμες της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής, οι οποίες πλάι-πλάι διαγιγνώσκουν, ελέγχουν, καταστέλλουν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που στα αμφιθέατρά μας υπάρχει μια τάση να δίνεται έμφαση στις βιοχημικές διεργασίες του εγκεφάλου και στον τρόπο που επηρεάζουν και ρυθμίζουν τη συμπεριφορά, βιολογικοποιώντας έτσι τον ψυχικό πόνο και αγνοώντας τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια της ψυχικής δυσφορίας. Η έμφαση στα βιολογικά αίτια και η ταυτόχρονη συνεχής αύξηση των ταξινομημένων διαταραχών στο DSM με βάση το οποίο κάποιος/κάποια κατηγοριοποιείται ως ''ψυχικά ασθενής'', είναι η τέλεια συνθήκη για να αυξήσουν οι ψυχίατροι τη χορήγηση φαρμάκων και κατ’ επέκταση να αυξηθούν τα κέρδη των φαρμακοβιομηχανιών.
Παράλληλα, εμείς ως «μελλοντικοί ψυχολόγοι» καλούμαστε να μην προσπαθήσουμε να μειώσουμε την απόσταση με ένα άτομο που δυσφορεί, αλλά να τη μεγενθύνουμε , όντας σε μια θέση ανώτερη, αυτής του/της «γνώστηψυχολόγου» και εν τέλει εξουσιαστή στις αποφάσεις για τη ζωή του άλλου. Μαθαίνουμε να προσπαθούμε να διαβάσουμε τον άλλον με τρόπο που θα εξυπηρετήσει την απόδοση μιας διαγνωστικής ταυτότητας, καθιστώντας εμάς ως κανονικότερους, ακυρώνοντας έτσι την προσωπική την ιστορία του άλλου και κατ’ επέκταση τον ίδιο ως ανθρώπινη ολότητα. Από την αρχή των σπουδών μας εκτιθόμαστε σε μαθήματα που αναπαράγουν μια συγκεκριμένη αντιμετώπιση του ανθρώπου, μια αντιμετώπιση μονοδιάστατη ως βιολογικό ον, παραμελώντας τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες εντός των οποίων ζούμε. Παρατηρούμε πως αυτή η απόκρυψη των κοινωνικών αιτίων αμελεί τελικά σημαντικά ζητήματα όπως η ταξική ανισότητα , η ανεργία, η έλλειψη κοινωνικών δεσμών ως άμεσο απότοκο του σύγχρονου, ατομικιστικού τρόπου ζωής. Πρόκειται για μια ωμή βιολογικοποίηση του ψυχικού πόνου αποκρύπτοντας τις δυναμικές των κοινωνικών αιτίων και αποπροσανατολίζοντας μας , εν τέλει, από μια προσπάθεια κοινωνικής αλλαγής.
Κι εμείς, από την άλλη, μιας και επιλέξαμε να εισαχθούμε σε αυτή τη σχολή, πρέπει να παραμερίσουμε «άσχετα» κοινωνικά γεγονότα, θεσμικές αποφάσεις, νομοσχέδια, εργασιακές συνθήκες – ως λιγότερο συνδεδεμένα με την μελέτη της βαθύτερης αιτίας του πόνου που προσπαθούμε να εντοπίσουμε- ,και να αφοσιωθούμε στο «επιστημονικό μας έργο» και στον «ακαδημαϊκό μας ρόλο». Το πτυχίο ψυχολογίας είναι μόλις ένας μικρός σταθμός στο μακρύ μονοπάτι επίτευξης αυτής της ανώτερης θέσης κύρους και γνώσης. Πρέπει να χτίσουμε , ένα γεμάτο και ευπαρουσίαστο βιογραφικό πηγαίνοντας σε ακριβοπληρωμένα συνέδρια και να παρακολουθούμε σεμινάρια για τη «Διαχείριση εργασιακού άγχους (burnout)ή/και θυμού» , για την «φαρμακευτική αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ», για την «Κατανόηση της Προσωπικότητας του ψυχασθενή εγκληματία» και για άλλα τέτοια «ιδεολογικά αποχρωματισμένα» θέματα, να απομονωθούμε σε περιόδους εξεταστικής για να πετύχουμε βαθμούς ικανούς να μας δώσουν ένα προβάδισμα σε αυτά, και φυσικά να γεμίσουμε εμπειρίες απλήρωτων εθελοντισμών προωθώντας μια δήθεν απολιτίκ εμπορευματική αλληλεγγύη. Και όλα αυτά για να δουλέψουμε σε ένα περιβάλλον εργασιακής επισφάλειας και εκμετάλλευσης.
Δυστυχώς, συνειδητοποιούμε πως όσο εμείς απομονωνόμαστε και μαζεύουμε βεβαιώσεις εθελοντισμών και
παρακολούθησης συνεδρίων, οι ρόλοι και τα όρια της «αυριανής» μας πραγματικότητας πλάθονται. Πέρα όμως από μια από τα πάνω επιβολή ,αναγνωρίζουμε ότι είναι και δική μας επιλογή το αν θα υπηρετήσουμε αυτούς τους ρόλους, το αν θα επενδύσουμε στον ατομικό δρόμο της καριέρας ή αν θα αγωνιστούμε από κοινού για την πρακτική αμφισβήτηση των ρόλων, των βάναυσων συνθηκών, των ''πρέπει'' των ταξινομητικών κριτηρίων και των κατηγοριών. Η πραγματικότητα της ψυχιατρικής και ψυχολογικής πρακτικής μας αφορά. Οι εργασιακές διεκδικήσεις μας αφορούν. Ο υποτιθέμενος απολιτίκ χαρακτήρας της ορθολογικοποιημένης επιστημονικής γνώσης μάς αφορά. Η σύνδεση φαρμακοβιομηχανίας, επιστημονικών συνεδρίων, Συλλόγων Ψυχολογίας, Μ.Κ.Ο. , χρηματοδοτημένων πανεπιστημιακών ερευνών μας αφορούν. Τα τραυματικά βιώματα και οι εμπειρίες αποσιώπησης ανθρώπων εντός δομών ψυχικής υγείας μας αφορούν.
Υλικό που θα θέλαμε να μοιραστούμε: Βιβλία : «Ιστορία της Τρέλας», «Βιομηχανία της Τρέλας», «Άσυλα»,
«Εναλλακτική Ψυχιατρική», «Λέρος», «Ψυχική Υγεία και Κοινωνική Παρέμβαση» , “Οι θεσμοί της βίας και άλλα κείμενα », «Ζώντας με φωνές», Ντοκιμαντέρ : «Ο λόγος των τρελών», «Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν»
                                          Φοιτήτ(ρι)ες και απόφοιτοι/ες Ψυχολογίας
                         Μέλη της «Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στη Ψυχική Υγεία»



Attachments area

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Δικηγόρος του διαβόλου



Πριν ακόμα διαβάσω το σχέδιο νόμου για τον νέο ποινικό κώδικα –πιθανόν να ασχοληθώ σε επόμενη ανάρτηση με αυτό- είδα, κάτω από διάφορους τίτλους, τα σχόλια για την τροποποίηση του περίφημου άρθρου 187 σε Προφανώς, δε, το πλαίσιο είναι η συνεχιζόμενη δίκη της Χρυσής Αυγής και, αναλόγως του φορέα της κριτικής, οι υπόνοιες, η βεβαιότητα, το ενδεχόμενο κ.ά. συναλλαγής με την Χρυσή Αυγή, οι αρχηγοί της οποίας θα επωφεληθούν από την εφαρμογή της νέας ρύθμισης.
Με δυο λόγια, η συγκυρία. Νομικός δεν είμαι παρά εξ αγχιστείας, τόσο όμως ώστε να γνωρίζω ότι η συγκυρία είναι ο χειρότερος σύμβουλος για νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, de facto, είναι μακροβιότερες της συγκυρίας και παράγουν αποτελέσματα. Ας θυμηθούμε μόνον  την «τρομοκρατική απειλή» που συνόδευε ως επιχείρημα την θέσπιση αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, τα θύματα αυτής της νομοθεσίας στις εκάστοτε συγκυρίες και, κυρίως, την ένταση και την έκταση του αιτήματος για κατάργησή της.
Προφανώς δεν μειώνω την σημασία της δίκης της Χρυσής Αυγής και τον αγώνα των συντελεστών της πολιτικής αγωγής και όλων όσων προσκόμισαν στοιχεία και στάθηκαν απέναντι στο θεριό συμβάλλοντας σε μια έκβαση που θα δικαιώσει τα πάμπολλα θύματά της. Το επιχείρημά μου, όμως, αφορά τις αντιφάσεις που γεννά η συγκυρία, τα αποτελέσματα των οποίων θα τα βρούμε μπροστά μας εάν, για παράδειγμα, η επόμενη «τρομοκρατική οργάνωση» θα είναι ο Ρουβίκωνας ή διαδηλωτές θα είναι «ατομικοί τρομοκράτες». Δεν είναι αυθαίρετοι αυτοί οι συλλογισμοί, εάν λάβουμε υπόψη μας , από άλλη οπτική γωνία, την συγκυρία: Τις αλλαγές, σε θεσμικό και μη, επίπεδο που θα φέρει η διαφαινόμενη νίκη ακροδεξιών δυνάμεων στις προσεχείς εκλογές. Την αφύπνιση αντιδραστικών αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας, όπως δείχνει η δημοσκοπική σταθερότητα ή και άνοδος κατά περιόδους της Χρυσής Αυγής καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης. Η στοχοποίηση της νεολαίας ως δεξαμενής τρομοκρατών και οι ποινικές περιπτώσεις που μας κινητοποιούσαν ή μας κρατούσαν σε εγρήγορση τα μνημονιακά χρόνια, τα χρόνια της οργής, όταν η εκπειθάρχηση της οργής σημαίνει ταυτόχρονα εκπειθάρχηση του φόβου διαμέσου της διοχέτευσής του στις προσωποποιήσεις της απειλής. Στη «διακυβέρνηση διαμέσου της εγκληματικότητας», στη διακυβέρνηση με άλλα λόγια της ανθρώπινης συμπεριφοράς διαμέσου του φόβου. Όταν, όπως μοιάζει σχεδόν ενδημικό φαινόμενο, η οργή εγγράφεται στην ποινική κουλτούρα με όρους γενικευμένης ανομίας η οποία θα πρέπει να παταχθεί, να υποταχθεί, να μεταφραστεί με βάση τις έννοιες και τους κανόνες της ποινικής διαδικασίας, να περιοριστεί στους προσδιορισμούς της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος ή του βαθμού υπαιτιότητας του δράστη.

Το ευρύτερο επιχείρημα, όμως, είναι αυτό που έχω επαναλάβει πολλές φορές, ότι δηλαδή είναι άλλο ο νόμος και άλλο η εφαρμογή του. Ή, με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη λειτουργεί δια των υποκειμένων της, τα οποία ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τον νόμο. «Η δικαστική κατάσταση λειτουργεί ως ένας θεσμισμένα ουδέτερος χώρος που αποσιωπά το γεγονός ότι εκείνη η εργασία της εκλογίκευσης που επιτρέπει στη δικαστική απόφαση να προαχθεί σε απόφανση, οφείλεται πολύ περισσότερο στις ηθικές και κοινωνικές διαθέσεις των φορέων της παρά στους καθαρούς κανόνες (normes) του δικαίου […] Η ερμηνεία, συστατική διαδικασία του νομικού πεδίου-ερμηνεία τόσο των ποινικών κανόνων όσο και η δικαστική ερμηνεία του εκάστοτε περιστατικού-, δεν αποτελεί ανακάλυψη ενός νοήματος, δεν συνιστά εξεύρεση δικαίου ή αλήθειας μέσω μιας ποινικής αριθμητικής, αλλά προβολή νοήματος σε μια ποινική κουλτούρα κατά Garland» (https://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/04/blog-post_28.html).
Το βλέμμα μου, λοιπόν, στρέφεται μάλλον στον μελλοντικό «εσωτερικό εχθρό» παρά στην εγκληματική οργάνωση που δικάζεται τώρα και της οποίας η [κατα]δίκη φοβάμαι ότι δεν θ’ αναχαιτίσει την επέλαση του νεοφασισμού και την επικείμενη διεύρυνσή του  στο επίπεδο των πολιτικών φορέων. Υπ’ αυτήν την έννοια, υποστηρίζω ότι το κρίσιμο αίτημα παραμένει η κατάργηση του αντιτρομοκρατικού και όχι η συγκυρία των τροποποιήσεών του.




Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019


Dario Melossi, interviewed by Máximo Sozzo (2016)


Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

κατασκευάζοντας το ένοχο θύμα




https://www.in.gr/wp-content/uploads/2020/10/kostopoylos.jpg

 Ακόμα και εάν κάποιος, θεσμικά υπεύθυνος κατά προτίμηση, έμπαινε στον κόπο να συνδέσει το σύνολο από τις εικόνες που 
κοινοποιήθηκαν, με φωτογραφίες και βίντεο, σε μια κατά το δυνατόν συνεκτική αφήγηση του θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου, και πάλι δεν θα είχαμε τίποτα άλλο παρά μια αποσπασματική αφήγηση, γιατί η πραγματική πραγματικότητα χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα μαζί με την τελευταία του πνοή. 
Ωστόσο, με κάποιο τρόπο, θα μπορούσαν έτσι να τεθούν, απαιτώντας απάντηση, τα ερωτήματα που εκκρεμούν ενάμιση μήνα τώρα και που τα αναμασάμε μεταξύ μας στα κοινωνικά δίκτυα, δηλαδή σ’ έναν άλλο πλανήτη από αυτόν στον οποίο παράγονται οι αποφάνσεις, οι «θεσμικές αλήθειες», αυτές απ’ τις οποίες θα παραχθούν χειροπιαστά αποτελέσματα στο κοινωνικό πεδίο. Για παράδειγμα, κάποιος θα όφειλε να απαντήσει γιατί αυτός ο θάνατος δεν αντιμετωπίστηκε απ’ την αρχή ως εγκληματική ενέργεια και να ληφθούν τα συνήθη μέτρα που λαμβάνονται σε τόπους εγκλήματος. Με αποτέλεσμα, μεταξύ πολλών άλλων, την γελοιότητα με το μαχαίρι που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι ανατροφοδοτώντας την υπόθεση της ληστείας, με άλλα λόγια την υπόθεση του ένοχου θύματος, του θύματος που ήταν ένοχο για τον θάνατό του, τόσο ώστε να μην έχει σημασία εάν θα βρεθούν αυτοί που τον προκάλεσαν, οι φυσικοί αυτουργοί.
Χιλιοειπωμένα πράγματα ενόσω περιμέναμε  τί θα περιείχε ο φάκελος που θα έστελνε η αστυνομία στις δικαστικές αρχές. Ο κ. Λαμπρόπουλος, γενικώς, μεταφέρει πιστά τις πληροφορίες που θέλει να δημοσιοποιήσει η αστυνομία, ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα πιστής αναπαραγωγής των πρώτων στοιχείων του νέου σεναρίου, που θα συμπληρώσει το αρχικό, το οποίο παραμένει ο βασικός άξονας:[1] το ένοχο θύμα ήταν επιπλέον και ασθενής, «όπως κατέθεσε μια φίλη», άγνωστη η ασθένεια και ως τέτοια επίφοβη, είτε γιατί συμπληρώνει ή ενισχύει την κατάσταση του οροθετικού είτε γιατί μπορεί να αφορά και ψυχική διαταραχή. Εξάλλου, «ένας γνωστός  κατέθεσε ότι πάθαινε κρίσεις πανικού» ενώ «φέρεται να έχουν υπάρξει αναφορές για ενδεχόμενο πειραματισμού του 33χρονου με ναρκωτικές ουσίες».
Ποιος ήταν, λοιπόν, ο Ζακ Κωστόπουλος; Η κάθε πληροφορία αφαιρεί και κάτι απ’ την ταυτότητά του και συγκροτεί μια νέα ταυτότητα, μια αναδρομική αφήγηση της πραγματικότητάς του.
Ποιος ευθύνεται για τον θάνατό του "εκείνη την μοιραία ημέρα"; Μάλλον η κακιά στιγμή καθώς σπαράγματα ιατροδικαστικών εξετάσεων που δημοσιοποιούνται δεν υποδεικνύουν θανατηφόρες βλάβες από το λιντσάρισμα: Η ανθρώπινη ευθύνη, λοιπόν, είναι δευτερεύον στοιχείο εάν από μερικές κλωτσιές πέθανε ένας άρρωστος άνθρωπος, που θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς και μάλιστα με ευθύνη δική του –όπως «ο καθένας γνωρίζει» οι οροθετικοί είναι μιαροί και επικίνδυνοι ετοιμοθάνατοι!
Μετά από ενάμιση μήνα, αυτές είναι οι πληροφορίες και σε κανένα σημείο δεν εμφανίζεται δράστης, έστω και φερόμενος, αντίθετα τα στοιχεία επιστρέφουν στο θύμα, όχι για την κακιά στιγμή αλλά για να παγιώσουν την εικόνα μιας ζωής ανάξιας να βιωθεί:

Βασίλης Λμπρόπουλος
13 Νοεμβρίου 2918, 12:27

Σειρά νέων καταθέσεων που διαφωτίζουν ορισμένες πτυχές του θανάτου του 33χρονου ακτιβιστή Ζακ Κωστόπουλου στις 22 Σεπτεμβρίου 2018 σε κοσμηματοπωλείο στην οδό Γλάδστωνος, φέρεται να περιέχει ο φάκελος που απέστειλε τις τελευταίες ημέρες η ΕΛ.ΑΣ στις δικαστικές αρχές. Κι όλα αυτά εν όψει της παράδοσης τα επόμενα 24ωρα του κρισίμου πορίσματος των τοξικολογικών εξετάσεων, από εργαστήριο της Θεσσαλονίκης.  
Ο 33χρονος είχε βρει τον θάνατο στη διάρκεια επιδρομής σε κοσμηματοπωλείο και είχε ακολουθήσει ξυλοδαρμός του από τον καταστηματάρχη και έναν περίοικο. Επιπλέον υπήρξε ακινητοποίησή του από ομάδα αστυνομικών και αρπαγή του μαχαιριού που φαίνεται να κρατούσε. Από την αρχική ιατροδικαστική εξέταση δεν προέκυψε ότι ο θάνατός του οφείλεται στα κτυπήματα που δέχθηκε. Σύμφωνα με πληροφορίες στο πόρισμα της ιστολογικής εξέτασης που εκδόθηκε πρόσφατα δεν διαπιστώνεται βλάβη στη καρδιά ή άλλο ζωτικό όργανο.
Ωστόσο στον φάκελος που σχημάτισε η ΕΛ.ΑΣ φέρεται να περιέχεται η κατάθεση μιας φίλης του 33χρονου που αναφέρθηκε «σε προβλήματα υγείας που δήλωνε ότι αντιμετώπιζε ο Ζακ Κωστόπουλος ύστερα και από ιατρικές εξετάσεις που είχε πραγματοποιήσει πρόσφατα». Ακόμη υπήρξε κατάθεση γνωστού του ότι ο 33χρονος «αντιμετώπιζε έντονες κρίσεις πανικού». Τέλος φέρεται να έχουν υπάρξει αναφορές για «ενδεχόμενο πειραματισμού του 33χρονου με ναρκωτικές ουσίες». Κάτι ωστόσο που θα διευκρινισθεί από τις τοξικολογικές εξετάσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες παρά τις επισταμένες έρευνες των στελεχών της ΕΛ.ΑΣ δεν εντοπίσθηκαν τα δύο άτομα που είναι καταγεγραμμένα σε κάμερα εστιατορίου- κοντά στο κοσμηματοπωλείο της οδού Γλάδστωνος- να συνοδεύουν τον 33χρονο εκείνη την μοιραία ημέρα.
[https://www.in.gr/2018/11/13/greece/ta-nea-stoixeia-tis-el-gia-thanato-tou-zak-kostopoulou/?fbclid=IwAR00VXLODAD5D2KdvzbI4PkMYyUGDAInru2HRdPmT0Gdb5Fc8F79Vf17B3g]


[1] Ο 33χρονος είχε βρει τον θάνατο στη διάρκεια επιδρομής σε κοσμηματοπωλείο και είχε ακολουθήσει ξυλοδαρμός του από τον καταστηματάρχη και έναν περίοικο. Επιπλέον υπήρξε ακινητοποίησή του από ομάδα αστυνομικών και αρπαγή του μαχαιριού που φαίνεται να κρατούσε. 



Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Οι αυτοματισμοί των ΜΜΕ και οι κοινωνίες του φόβου



Η Αυγή της Κυριακής 30/9/2018
http://www.avgi.gr/article/10838/9207892/oi-automatismoi-ton-mme-kai-oi-koinonies-tou-phobou

Η Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Επίκουρη καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Παντείου μιλάει στην «Α»

Οι αυτοματισμοί των ΜΜΕ και οι κοινωνίες του φόβου

* Το ερμηνευτικό πλαίσιο για το έγκλημα παρέχεται όχι από τα γεγονότα αλλά από τις δεσπόζουσες ερμηνείες τους
* Ο φόβος της εγκληματικότητας ακολουθείται από τη διευρυμένη έννοια του θύματος, που δεν είναι πια μεμονωμένα άτομα, αλλά το σύνολο του πληθυσμού ως εν δυνάμει θύματα


Συνέντευξη στην Αγγέλα ΝΤΑΡΖΑΝΟΥ


* Ο τρόπος κάλυψης από τα ΜΜΕ της υπόθεσης του Ζακ Κωστόπουλου αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της δημοσιογραφικής αφήγησης. Αλλιώς ξεκίνησε την Παρασκευή το απόγευμα και εξελίχθηκε με διαφορετικό τρόπο. Μπορείτε να μας εξηγήσετε;
Ακριβώς, αποκαλύπτει, γιατί το σύνηθες είναι αυτές οι διαδικασίες δημιουργίας της είδησης να μην είναι εμφανείς, να μην είναι συνειδητές ούτε από τους ίδιους τους δημοσιογράφους που απλώς ακολουθούν μια ρουτίνα: Δελτίο Τύπου Αστυνομίας, επιλογή των υποθέσεων που θα γίνουν είδηση, αντιδράσεις του κοινού, αναλύσεις και γνώμες ειδικών κ.ο.κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν το γεγονός «θάνατος» αυτό που καθόρισε την επιλογή της είδησης και το αρχικό ερμηνευτικό πλαίσιο με βάση το δελτίο Τύπου, κάτι που συνήθως σπάνια μεταβάλλεται στην διάρκεια της δημοσιογραφικής κάλυψης. Όταν, στη συνέχεια, προέκυψαν τα βίντεο, το αρχικό ερμηνευτικό πλαίσιο τινάχτηκε στον αέρα καθώς δεν ήταν η συνήθης περίπτωση «ληστής/πρεζόνι/ νομοταγής πολίτης» που ανακαλεί παγιωμένες αντιλήψεις για το έγκλημα. Ταυτόχρονα, η Αστυνομία δεν έδρασε με τις συνήθεις διαδικασίες, προστατεύοντας τον χώρο που διαπράχτηκε θανατηφόρο έγκλημα. Το ίδιο το έγκλημα αμφισβητήθηκε και υπονομεύθηκαν οι συνήθεις ρόλοι δράστη/θύματος. Υπονομεύεται όμως και ο ίδιος ο ρόλος της Αστυνομίας, που υποθέτω για πρώτη φορά συλλαμβάνει άτομο που ψυχορραγεί, ασκώντας βία στο σώμα που αντιστέκεται για λίγα λεπτά στον επερχόμενο θάνατο μάλλον, παρά στη σύλληψη.
Με άλλα λόγια, τα ΜΜΕ δεν μπόρεσαν ν’ αγκυρωθούν από τα σταθερά τους στηρίγματα και να συγκροτήσουν μια συνεκτική ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και ηθικό δίδαγμα που ενσωματώνει τις δεσπόζουσες απόψεις περί εγκλήματος, θύματος κι εγκληματία.


* Μας λέτε δηλαδή ότι για την αρχική σύγχυση σε σχέση με το περιστατικό είχε ευθύνη κατά κύριο λόγο η αστυνομία και όχι τα ΜΜΕ.
Σε γενικές γραμμές ναι. Να σημειώσουμε ωστόσο την ιδιαιτερότητα που έχει η ειδησεογραφία για το έγκλημα, η οποία φωτίζει και τη σημασία των Πηγών. Η είδηση δεν είναι το γεγονός, αλλά η- αφήγηση- για- το- γεγονός και κυρίως, το ερμηνευτικό πλαίσιο το οποίο παρέχεται, όχι από τα γεγονότα αλλά από τις δεσπόζουσες ερμηνείες τους. Ο όρος «Αλβανός κακοποιός» για παράδειγμα εμπεριέχει την ερμηνεία της παράβασης. Αυτή την ερμηνεία την παρέχουν οι πηγές και τα ΜΜΕ την αναπαράγουν.
Παράλληλα, η ειδησεογραφία για το έγκλημα έχει δύο ιδιαιτερότητες: Πρώτον, το έγκλημα δεν εμπίπτει στην άμεση εμπειρία του κοινού όπως για παράδειγμα η οικονομία, η εργασία, η παιδεία κοκ. Συνεπώς, τα ΜΜΕ αποτελούν την πρωταρχική -αν όχι τη μοναδική- πηγή ενημέρωσης και ισχυρών ερμηνειών για τα γεγονότα. Δεύτερον, το έγκλημα, σε σχέση με άλλα θέματα της δημόσιας ζωής, είναι μάλλον «κλειστό» σε πολλαπλές ερμηνείες. Για παράδειγμα, είναι παγιωμένη η αντίληψη για την επικινδυνότητα των ψυχικά ασθενών. Έτσι, οι εναλλακτικές προς την κυρίαρχη απόψεις,  είτε απουσιάζουν εντελώς είτε περιθωριοποιούνται. Με τον τρόπο αυτό, οι κυρίαρχοι ορισμοί και ερμηνείες εμφανίζονται ως αδιαφιλονίκητες, όπως μας αναλύει ο Stuart Hall στο σημαντικό έργο του.

* Όταν ήρθαν στη δημοσιότητα τα βίντεο φάνηκε πώς άλλαξε η ατζέντα. Ο ληστής έγινε κλέφτης, ο δράστης έγινε θύμα, το κοσμηματοπωλείο έγινε ενεχυροδανειστήριο. Η μετατόπιση αυτή θίγει τον ερμηνευτικό πυρήνα των ΜΜΕ;
Προφανώς υπάρχουν διαφορές στην έμφαση. Ο ιδεολογικός πυρήνας όμως αναπαράχθηκε μέσω άλλης διαδρομής, αυτής της προσφυγής στους θεσμούς: Ο νόμος θα μας πει πως ορίζονται οι πράξεις.Τα ερωτήματα όμως έμεναν ανοικτά: Δεν είναι ασύμμετρη της όποιας επικινδυνότητας η κακοποίηση μέχρι θανάτου; Τί κάνεις όταν κάποιος εισβάλλει στον χώρο σου και δεν ξέρεις τις προθέσεις του; Από την στιγμή που τίθενται παρόμοια ερωτήματα και η απάντηση είναι η ουδετερότητα, ή το «δεν έχουμε ακόμα όλα τα στοιχεία», τότε, είναι το κοινό αυτό που θα πρέπει να δώσει τις απαντήσεις. Τότε θα λειτουργήσουν οι αυτοματισμοί, θα γίνει επίκληση του «κοινού νου», της «κοινής λογικής», τουτέστιν της κοινωνικής συναίνεσης που βασίζεται στα πολιτισμικά δίπολα, καλός/κακός, φυσιολογικός/διαφορετικός, ντόπιος/ξένος, ιδιοκτήτης/εισβολέας… Και εδώ παίζει τον ρόλο του και ο φόβος της εγκληματικότητας, καθώς και η συνακόλουθα διευρυμένη έννοια του θύματος που δεν είναι πια μεμονωμένα άτομα, αλλά το σύνολο του πληθυσμού ως εν δυνάμει θύματα.

* Μέσα από αυτή τη διαδικασία ωστόσο παράγονται αποτελέσματα. Ο φόβος που είπατε, για το έγκλημα.
Ο δημοσιογραφικός λόγος δεν δημιουργεί αλλά αναπαράγει στερεότυπα και παγιωμένες αντιλήψεις, αυτές των φορέων εξουσίας και γνώσης, που αποτελούν τις πηγές του (αστυνομία, νομικοί, ψυχολόγοι, εγκληματολόγοι, διάφοροι «ειδικοί», πολιτικοί). Σε κοινωνίες σε κρίση, το θέμα της εγκληματικότητας έχει παίξει ιστορικά σημαντικό ρόλο στην κοινωνική νομιμοποίηση πολιτικών καταστολής, που δεν εξαντλούνται στο ποινικό πεδίο αλλά περιλαμβάνουν κάθε μορφή διαμαρτυρίας ή απείθειας. Συγκροτούν, δηλαδή, έναν τρόπο διακυβέρνησης των πληθυσμών διαμέσου του φόβου, είτε του φόβου του εγκλήματος είτε των συνεπειών της απείθειας. Σ’ αυτό συμβάλουν τα ΜΜΕ.

* Νομίζω, ωστόσο, ότι τελικά σε αυτή την υπόθεση ο κόσμος είναι μάλλον διχασμένος, δεν έχει καταπιεί αμάσητο το αφήγημα και τις ερμηνείες των ΜΜΕ. Δημιουργήθηκαν αντιστάσεις.

Το ζήτημα είναι ποια είναι η δυναμική αυτών των αντιστάσεων να υπονομεύσουν τους κυρίαρχους λόγους, οι οποίοι εκ των πραγμάτων θα υιοθετήσουν μέρος των αντιστάσεων προκειμένου να αποσπάσουν ευρύτερη κοινωνική νομιμοποίηση. Φοβάμαι ότι οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες όταν η περίοδος που ζούμε οδηγεί στην αποδοχή της υποχώρησης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων εάν αυτό το απαιτεί η ασφάλεια των πολλών.

* Όπως φαίνεται, οι αφηγήσεις των ΜΜΕ έχουν σοβαρά στοιχεία ρατσισμού και μίσους. Βοηθούν τα ΜΜΕ την ακροδεξιά τελικά;
Διαπιστώνεται πλέον ένα ρατσιστικό μουρμουρητό στην ελληνική κοινωνία, έρχονται στην επιφάνεια λανθάνουσες στάσεις και εκφράσεις του κοινωνικού σώματος, ενεργές κοινωνικές υποδοχές αποκλεισμού του διαφορετικού, έτσι ώστε ένας πληθυσμός σε κατάσταση διαρκούς κρίσης να απενοχοποιηθεί. Και νομίζω ότι, ανάλογα με την πολιτική του κάθε μέσου, ενισχύονται είτε τα ακροδεξιά αντανακλαστικά απευθείας, είτε η απενοχοποίησή τους μέσα από την προβολή μιας εικόνας απαξίωσης και διάλυσης της ελληνικής κοινωνίας: η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται ως απειλητική για τον «ζωτικό χώρο» των «νομοταγών πολιτών». Και αυτή είναι η χρήση των «κοινωνιών του φόβου».



Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ζακ Κωστόπουλος: Ο νεκρός που υπονομεύει τα αυτονόητα του δημόσιου βίου

Φιλοξενήθηκε στο σημερινό Alterthess, από το οποίο δανείστηκα και την εικόνα:
http://www.alterthess.gr/content/zak-kostopoylos-o-nekros-poy-yponomeyei-ta-aytonoita-toy-dimosioy-vioy


Εάν θελήσει κανείς να μιλήσει για την κοινωνική κατασκευή της είδησης και ειδικότερα της είδησης που αναφέρεται στο έγκλημα, πιστεύω ότι η δημοσιογραφική κάλυψη της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου δεν είναι καλό παράδειγμα γιατί αποκαλύπτει αντί να κρύβει τους μηχανισμούς κατασκευής της πραγματικότητας, αυτούς που καθιστούν αξιόπιστη και, κυρίως, αποτελεσματική την δημοσιογραφική αφήγηση.
Να σημειώσω εισαγωγικά ότι δεν είναι θέμα καλής ή κακής δημοσιογραφίας η απόσταση ανάμεσα στην είδηση και στην πραγματικότητα στην οποία αναφέρεται. Είναι δομικό στοιχείο της δημοσιογραφικής αφήγησης το να αναφέρεται μεν σ’ ένα γεγονός αλλά να μην το καθρεφτίζει, να μην είναι το γεγονός αλλά η αφήγηση μιας ιστορίας γύρω από το γεγονός. Να επιλέγονται τα στοιχεία που θα αναδειχθούν,  η μορφολογία της είδησης, η δημοσιογραφική βαρύτητα, το ιδίωμα, οι εικόνες κ.ο.κ Το τελικό προϊόν, με τις επισημάνσεις ή/και τις εύγλωττες αποσιωπήσεις, κατακερματίζει το γεγονός  και το αναπλάθει σύμφωνα με την πολιτική, την γραμμή κάθε επικοινωνιακού οργανισμού.
Το σημαντικό στοιχείο, ωστόσο, είναι το υπόστρωμα των γεγονότων, το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο θα ενταχθούν προκειμένου να παραχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τουτέστιν, να μην απέχουν από την «κοινή λογική», «αυτό που ο καθένας γνωρίζει», τον, κατά τον Stuart Hall, πολιτισμικό χάρτη στον οποίο προϋποτίθεται ότι έχουμε όλοι πρόσβαση και αποδεχόμαστε. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που λέμε κοινωνική συναίνεση γύρω από ορισμούς της πραγματικότητας οι οποίοι έχουν καταστεί κυρίαρχοι διαμέσου της ισχύος των φορέων τους και της επανάληψής τους, έτσι ώστε να  διαβρώνουν την συνείδηση με όρους αυτονόητου. Τα πολιτισμικά δίπολα για παράδειγμα, καλός/κακός, ηθικό/ανήθικο, νόμιμο/παράνομο, εμείς/οι Άλλοι και τα διάφορα στερεότυπα δεν είναι δημιούργημα των ΜΜΕ αλλά τα ΜΜΕ δεν τα υπονομεύουν, αντίθετα τα ενισχύουν και τ’ αναπαράγουν.
Η ισχύς των ΜΜΕ να ορίζουν και να προσδιορίζουν την εικόνα του κόσμου είναι πολύ πιο έντονη σε ζητήματα όπως το έγκλημα, για τα οποία αποτελούν την κύρια εάν όχι και την αποκλειστική πηγή ενημέρωσης του κοινού. Το κοινό δεν έχει άμεση εμπειρία του εγκλήματος όπως έχει, για παράδειγμα, σε ζητήματα της οικονομικής πολιτικής, της εξωτερικής πολιτικής, των κοινωνικών παροχών κλπ. Αυτό που ξέρει το κοινό για κάθε συγκεκριμένο έγκλημα ή για την εγκληματικότητα γενικότερα είναι αυτό που κοινοποιούν τα ΜΜΕ και, κυρίως, το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσουν τα γεγονότα και το οποίο, συνήθως, με την συνδρομή των «ειδικών» εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητο.
Εάν, ωστόσο, για ζητήματα όπως οι απεργίες και οι εργατικές κινητοποιήσεις για παράδειγμα, αντιπαρατίθενται ισχυροί εναλλακτικοί λόγοι, τότε και οι κυρίαρχοι θα πρέπει να είναι ευέλικτοι και να συμπεριλαμβάνουν μέρος αυτού που τους αντιτίθεται προκειμένου να αποκτούν και να συντηρούν ευρύτερη νομιμοποίηση, για το έγκλημα και την ποινή οι εναλλακτικοί λόγοι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι ή αποσπασματικοί, άρα ανίσχυροι να εμπεδώσουν τη θέση τους στο κοινωνικό πεδίο.[1]
Εάν, λοιπόν, οι παραπάνω διαδικασίες είναι αδιόρατες για το κοινό γιατί, «όπως ο καθένας γνωρίζει», το έγκλημα εκφράζει την αρνητική όψη της κοινωνικής συναίνεσης και η ποινή είναι η προστατευτική δομή που κρατά τους εγκληματίες μακριά από το κοινωνικό σώμα, στην υπόθεση της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου τα ΜΜΕ έμειναν «ακυβέρνητα» γιατί έχασε τη συνοχή και την αξιοπιστία της η βασική πηγή τους, δηλαδή οι διωκτικές αρχές που βιάστηκαν να ορίσουν την κατάσταση ως συνήθη υπόθεση ανάμεσα σε πρεζόνι ληστή και ευυπόληπτο επιχειρηματία, με καθαρούς τους ρόλους θύτη/θύματος.  
Έχει ενδιαφέρον δε το γεγονός ότι την επιφανειακή ανατροπή της αφήγησης την πυροδότησε μια εφημερίδα του επιπέδου του Πρώτου Θέματος, με τα βίντεο που κοινοποίησε και όχι μόνο ανακάτεψε τα χαρτιά της τράπουλας αλλά έκρυψε και μερικά για να παρασύρει τους πάντες σ’ ένα γαϊτανάκι εναλλαγής ρόλων θύτη/θύματος –δηλαδή την πεμπτουσία των λόγων περί εγκλήματος- και να προκύψουν αντιφάσεις και βιαστικά «μαζέματα», ακρότητες και αλληλογρονθοκοπούμενες πληροφορίες, ενώ ταυτόχρονα η αποκάλυψη της ταυτότητας του νεκρού οδήγησε στην συγκρότηση ενός αντιθετικού λόγου που εισέβαλε απειλητικά στον δημόσιο χώρο και κάπως έπρεπε να ενσωματωθεί εν μέρει ή να ουδετεροποιηθεί συνολικά.
Στο τοπίο που διαμορφώθηκε, κατά την αντίληψή μου, ο από μηχανής Θεός έγινε η προσφυγή στους θεσμούς. Αυτοδικία ή αυτοάμυνα, τί προβλέπει ο νόμος, ποια είναι τα θεσπισμένα δικαιώματα των πολιτών και πώς μπορεί να υπονομευθεί η ισχύς τους για το ένοχο/θύμα χωρίς να διαταραχθεί η κατεστημένη τάξη πραγμάτων, αμήχανες μετατοπίσεις από την αρχική αφήγηση, της οποίας ωστόσο διατηρούσαν τον πυρήνα –νόμος, τάξη, ασφάλεια-, αναφέροντας τη βία που ασκήθηκε στον Ζακ Κωστόπουλο και συνάμα αμφισβητώντας την ως αιτία του θανάτου του, υπονομεύοντας την εικόνα του με συνεχείς, «αθώες» αναφορές στη ζωή του και την συνεχή απεικόνισή του ως drag queen, εάν είναι να γίνει θύμα τουλάχιστον να εξεικονίζεται η ενοχή του που διάλεξε να είναι με τους Άλλους, επίφοβος έτσι κι αλλιώς μες στην διαφορετικότητά του.
Άτακτα, τσαπατσούλικα, βγάζοντας λαγούς απ’ το καπέλο, πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα ανασυνταχθούν «αυτά που ο καθένας γνωρίζει» γιατί, όπως ανέφερα, οι κυρίαρχοι Λόγοι, για να παραμείνουν κυρίαρχοι, θα πρέπει να έχουν την ελαστικότητα για να ενσωματώνουν  μέρος έστω αυτού που τους αντιτίθεται, ως επιπλέον  επιχείρημα της εγκυρότητάς τους. Εξ άλλου, ο επίφοβος νεκρός δεδικαίωται από της αμαρτίας ή, έστω, αργά ή γρήγορα ξεχνιέται


[1] Ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τα θέματα αυτά είναι το έργο του Stuart Hall  και ιδιαίτερα το Stuart Hall, Chas Critcher, Tony Jefferson, John Clarke and Brian Roberts (πρώτη έκδοση 1978), Policing the crisis, THE MACMILLAN PRESS LTD