Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της παρέκκλισης και του εγκλήματος



Κάθε συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον παράγει μία ορισμένη «γνώση» του εγκληματία, η οποία διαχέεται σε διαφορετικές μορφές του λόγου, από τον επιστημονικό λόγο ως τις εφημερίδες, από τα τηλεοπτικά μέσα ως τις μυθοπλαστικές αφηγήσεις. Oι αναπαραστάσεις αυτού του είδους διαδραματίζουν, μεταξύ άλλων, ένα ρόλο μέσα στην κοινωνία ο οποίος συνίσταται στον προσανατολισμό της δημόσιας ηθικής (Melossi, 1999: 24)



Κλασική Σχολή της Εγκληματολογίας




Η Εγκληματολογία ως αυτόνομη επιστήμη εμφανίζεται στα κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Συμβατική χρονολογία γέννησής της θεωρείται το 1876, όταν ο Ιταλός γιατρός Cesare Lombroso εξέδωσε το διάσημο σύγγραμμά του Ο εγκληματίας άνθρωπος (Luomo delinquente), στο οποίο διατύπωνε τη θεωρία του περί του εκ γενετής εγκληματία.

Πριν περάσουμε, όμως, στον Ιταλικό Θετικισμό, θα πρέπει να αναφερθούμε στην προγενέστερη Κλασική Σχολή, γέννημα των επαναστατικών αλλαγών τις οποίες επέφερε στη δομή των τιμωρητικών συστημάτων η επίδραση των Διαφωτιστών (Beccaria, 1738-1794, Bentham 1748-1832), όταν  καταγγέλλονται τα βασανιστήρια και η απάνθρωπη μεταχείριση των εγκληματιών, τόσο κατά την ανακριτική διαδικασία (βασανισμός προκειμένου να αποσπασθεί η ομολογία του κατηγορούμενου και να αποδεχθεί την κατηγορία), όσο και στο επίπεδο της εκτέλεσης της ποινής. Στο πλαίσιο αυτού του βάρβαρου και αυθαίρετου τιμωρητικού συστήματος, ο έλεγχος του σώματος (η πρόκληση σωματικού πόνου) ήταν καθοριστικής σημασίας, ενώ τόσο  η ποινική διαδικασία, όσο και η δικαστική απόφαση χαρακτηριζόταν από έναν απόλυτο βαθμό αυθαιρεσίας και αδιαφάνειας: Η γνώση ήταν αποκλειστικό δικαίωμα της δίωξης, με βάση την αρχή  ότι, σχετικά με τα ποινικά ζητήματα, η εδραίωση της αλήθειας ήταν αποκλειστικό δικαίωμα και στην απόλυτη εξουσία του βασιλιά και των δικαστών του.



Όλα θα διεξαχθούν με τον επιμελέστερο και τον μυστικότερο δυνατό τρόπο» (Από Γαλλικό διάταγμα του 1498, Φουκώ, 1976/1989: 51)



Αν όμως η διαδικασία ήταν αδιαφανής, η εκτέλεση της ποινής ήταν δημόσιο θέαμα στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι πολίτες. Η σημειολογία αυτού του τρόπου επιβολής της ποινής, στην  ανάλυση του πολύ σημαντικού έργου του Μ. Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία (1989), συναρτάται προς την αντίληψη ότι το έγκλημα δεν συμβόλιζε την προσβολή συλλογικών αγαθών, αλλά την προσβολή του απόλυτου άρχοντα. Άρα και η ποινή θα έπρεπε να είναι τέτοια, ώστε να αποκαθιστά αυτήν την τραυματισμένη εξουσία. Δηλαδή, όχι αναγκαία δίκαιη, αλλά μια υπερβολική ποινή-θέαμα, η οποία στα μάτια του κόσμου θα επιβεβαίωνε την ύπαρξη και την απόλυτη εξουσία του μονάρχη επί των υπηκόων του.

Με την επικράτηση, λοιπόν, του νομικού Διαφωτισμού, επέρχονται καθοριστικές αλλαγές, πρώτον στον τρόπο σύλληψης της αλήθειας: για τον Διαφωτισμό η αλήθεια πρέπει να είναι ορθή και αναμφίβολη και να μην συγχέεται με την υποψία ενοχής, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η αλήθεια γύρω από ένα έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί νομικά αποδεδειγμένη μόνον όταν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα. Με δεδομένη δε και την αρχή της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής, δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτά τα βασανιστήρια, τα οποία έχουν χαρακτήρα ποινής, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί νομικά η ενοχή του κατηγορούμενου (Sabatell, A.L., 1999: 53). Δεύτερον, στο είδος των επιβαλλόμενων ποινών: προϊόν των μεγάλων μεταρρυθμίσεων του 18ου αιώνα αποτελεί  το σύστημα της φυλάκισης ως αυτόνομης ποινής, το οποίο επιτρέπει τη δίκαιη τιμωρία (αναλογία βαρύτητας εγκλήματος και βαρύτητας ποινής).  

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις στη δομή του τιμωρητικού μηχανισμού, συνδέονται προφανώς και με τις αλλαγές στον τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας. Δηλαδή,  με την άνοδο  της αστικής τάξης, μεταβάλλεται η σχέση κρατικής εξουσίας και πολιτών: Ο παραβάτης του νόμου είναι ταυτόχρονα ο παραβάτης μιας σύμβασης ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες, μιας σύμβασης η οποία επιτάσσει συμμόρφωση στους κανόνες που έχουν δημιουργηθεί για το καλό του συνόλου και στη βάση της αρχής της ισότητας. Κατά συνέπεια, το έγκλημα πλήττει συλλογικά αγαθά, τα οποία αφορούν το σύνολο, όχι κάποιον απόλυτο φορέα εξουσίας. Συνάρτηση αυτού είναι και η ανάγκη να υπάρξει ένα τιμωρητικό σύστημα δίκαιο και ορθολογικό, το οποίο να επιτρέπει  το ακριβοδίκαιο υπολογισμό της ποινής και, κατά συνέπεια, να συντελεί στην αναπαράσταση μιας δίκαιης, ορθολογικής και ανθρωπιστικής εξουσίας.[1]

Στο πλαίσιο αυτών των κλασικών αντιλήψεων περί ποινής κεντρική έννοια αναδεικνύεται αυτή της ελεύθερης βούλησης, ενώ απαρχή της προβληματικής τους αποτελεί η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, η οποία, στη βάση της αρχής της ισότητας όλων έναντι του νόμου, απαιτεί τη συμμόρφωση των πολιτών στους όρους της κοινωνικής σύμβασης την οποία ελεύθερα συνάψανε με το κράτος. Από τη θεωρία αυτή, λοιπόν, εκπορεύεται τόσο το δικαίωμα του κράτους να τιμωρεί τους παραβάτες των κανόνων, όσο και η υποχρέωσή του να μην είναι αυθαίρετο, αλλά να επιβάλει τις προβλεπόμενες από τους νόμους ποινές, οι οποίες να είναι δίκαιες, ακριβείς και ανάλογες της βαρύτητας του διαπραχθέντος αδικήματος.

Συμπερασματικά, οι κλασικές θεωρίες περί ποινής του 18ου αιώνα προϋποθέτουν ένα άτομο, το οποίο είναι υποκείμενο δικαίου και ως τέτοιο φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από μια σύμβαση ανάμεσα σε άτομα ελεύθερα και το κράτος – εγγυητή αυτής της ελευθερίας και της ισότητας. Ο ορθολογισμός, λοιπόν, της Κλασικής Σχολής, προϋποθέτει,  από τη μια μεριά ένα φιλελεύθερο, νομοθετικά περιορισμένο κράτος και εξουσιοδοτημένο όχι μόνον να καθορίζει υποχρεώσεις και καθήκοντα, αλλά και να διασφαλίζει δικαιώματα κι ελευθερίες - το δίκαιο δεν είναι μόνον μορφή της εξουσίας, αλλά και όριο, έλεγχος, περιορισμός των απολυταρχικών της τάσεων – και από την άλλη μεριά, ένα ελεύθερο άτομο, το οποίο δρα σύμφωνα με αυτό που του υπαγορεύει η ελεύθερη βούλησή του  (Cohen, 1988: 3). Μ’ αυτήν έννοια, ο «εγκληματίας» ορίζεται από μια στενά νομική άποψη:  ο εγκληματίας (με εξαίρεση τους διανοητικά άρρωστους και τα παιδιά), στο βαθμό που δεν υπήρχε κάποια κατάφωρη απόδειξη για το αντίθετο, θεωρείτο ότι διέθετε τις ικανότητες της βούλησης, της ευθύνης και της λογικής, άρα ήταν ποινικά υπεύθυνος για τις πράξεις του. Στη συνέχεια και με την εμφάνιση της θετικιστικής σχολής, η έννοια της ποινικής ευθύνης αντικαθίσταται από αυτήν της επικινδυνότητας και ο εγκληματίας καθίσταται αντικείμενο όχι μόνον τιμωρίας αλλά – κυρίως -  γνώσης.

      Η Κλασική Σχολή, λοιπόν, έτεινε στον εξορθολογισμό του τιμωρητικού συστήματος,  εξ ου και η έμφαση δεν ήταν στον παραβάτη των κανόνων (τον δράστη), αλλά στην πράξη (έγκλημα) και στην ισότιμη και δίκαιη τιμωρία (ποινή).  Με άλλα λόγια,  για τους μεταρρυθμιστές, νομικούς φιλόσοφους και πολιτικούς θεωρητικούς, το ζήτημα του εγκλήματος ήταν κυρίως ζήτημα ποινής. Το πρόγραμμά τους ήταν να αποτρέψουν την ποινή από το γίνει, με τα λόγια του Μπεκκαρία, «μια πράξη βίας των πολλών απέναντι στον απλό πολίτη». Αντ’ αυτού, θα έπρεπε να είναι «κατά κύριο λόγο δημόσια, ακριβής, αναγκαία, η ελάχιστη δυνατή στις δεδομένες συνθήκες, ανάλογη του εγκλήματος, υπαγορευόμενη από τους νόμους» (Cohen, 1988: 3). Κατά συνέπεια, το τιμωρητικό σύστημα  δεν έτεινε στην «αναμόρφωση» του παραβάτη – στόχος ο ποίος εισήχθη στη δομή του έναν αιώνα αργότερα – αλλά στη μείωση του εγκλήματος μέσα από την αποτρεπτική λειτουργία της επαπειλούμενης ποινής.



Ιταλικός Θετικισμός




Όπως ήδη αναφέραμε, η Γένεση του επιστημονικού λόγου ο οποίος ονομάζεται  Εγκληματολογία, συντελείται στα κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και την ναυαρχίδα του νέου κλάδου αποτέλεσε το  σύγγραμμα του ιταλού γιατρού Cesare Lombroso, Ο εγκληματίας άνθρωπος (Luomo delinquente, 1876), στο οποίο διατύπωνε τη θεωρία του περί του εκ γενετής εγκληματία.

            Αν, όμως, όπως αναφέραμε, για την Κλασική Σχολή το ζήτημα του εγκλήματος ήταν κυρίως ζήτημα ποινής, με την εμφάνιση της Ιταλικής Θετικής Σχολής – μήτρα που γέννησε τη θετικιστική εγκληματολογία – η έμφαση μετατίθεται στον παραβάτη  των κανόνων, στον εγκληματία και στα αίτια που τον οδήγησαν στην εγκληματική δραστηριότητα: υπογραμμίζεται η καθορισμένη φύση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η οποία δεν εξαρτάται πλέον από την ελεύθερη βούληση του δρώντος υποκειμένου, αλλά από μια σειρά παράγοντες οι οποίοι (συν)λειτουργούν έξω από τον έλεγχό του.



Το νέο πρόγραμμα εστίαζε όχι στο έγκλημα (την πράξη), αλλά στον εγκληματία (το δράστη)… Στο επίκεντρο του εγκληματολογικού εγχειρήματος υπήρχε τώρα η έννοια της αιτιότητας… Είτε το επίπεδο ερμηνείας ήταν βιολογικό, ψυχολογικό, κοινωνιολογικό, ή ένας συνδυασμός αυτών, το Ιερό Δισκοπότηρο ήταν μία γενική αιτιολογική θεωρία: Γιατί οι άνθρωποι εγκληματούν; Αυτή η αναζήτηση έδωσε στο αντικείμενο το συλλογικό αυτοπροσδιορισμό του: "η επιστημονική μελέτη των αιτίων του εγκλήματος" (Cohen, 1988: 4)



Ο νέος αυτός λόγος περί εγκλήματος είχε εξαιρετική απήχηση. Σε λιγότερο από 20 χρόνια από την έκδοση του έργου του Lombroso, Ο εγκληματίας άνθρωπος, εξελίχθηκε σ’ ένα πρόγραμμα μελέτης και κοινωνικής δράσης, το οποίο γνώρισε τεράστια υποστήριξη. Όπως περιγράφει ο David Garland, αυτή η έκρηξη του ενδιαφέροντος για το εγκληματολογικό εγχείρημα, οδήγησε στην έκδοση εκατοντάδων συγγραμμάτων, την οργάνωση δεκάδων εθνικών και διεθνών συνεδρίων, συνδιασκέψεων και επιστημονικών ενώσεων και τη συγκρότηση ενός διεθνούς κινήματος το οποίο διεκδικούσε την υιοθέτηση αυτού του προγράμματος από τις νομοθεσίες και τους ποινικούς θεσμούς όλων των δυτικών εθνών (Garland, 1985: 109).

            Ένα από τα πιο σημαντικά δε χαρακτηριστικά αυτής της ευρύτατης εγκληματολογικής παραγωγής, όπως επισημαίνει και πάλι ο Garland, είναι η αξιοσημείωτη ενότητα η οποία χαρακτηρίζει τα σχετικά κείμενα σε ό, τι αφορά τις αρχές και τους στόχους τους. Αναφέρεται, λοιπόν, σε μια κοινή θεωρητική δομή, την οποία αναδεικνύουν όχι τα εγκληματολογικά κείμενα αυτά καθ’ αυτά, αλλά οι αρχές οι οποίες υπονοούνται στην επιλογή των επιχειρημάτων, των αντικειμένων μελέτης και των προτάσεων οι οποίες συνοδεύουν τα παραπάνω.



Έχω ήδη αναφερθεί στην εγκληματολογία ως ένα πεδίο μελέτης και γνώσης το οποίο προέρχεται από το ερώτημα «τι είναι στην πραγματικότητα ο εγκληματίας;». Αυτό το ερώτημα,  το οποίο διαμορφώνει τη βάση της εγκληματολογίας, προϋποθέτει ήδη μια σειρά χειρισμών οι οποίοι θα επιτρέψουν σ’ αυτό το πρόβλημα να τεθεί με ένα τρόπο που να παράγει νόημα. Ως εκ τούτου, αποδέχεται δύο θέσεις, αυτήν της εξατομίκευσης, η οποία προσδιορίζει το άτομο ως κατάλληλο αντικείμενο και μονάδα ανάλυσης, και αυτήν της διαφοροποίησης, η οποία υποστηρίζει την υπόθεση περί της ύπαρξης μιας ποιοτικής και τεκμηριωμένης διαφοράς  μεταξύ του εγκληματία και του νομοταγούς (Garland, 1985: 122).



Ακολουθώντας το σχήμα το οποίο εισηγείται ο Raymond Michalowski, μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής το σύνολο των αρχών οι οποίες διέπουν τη μελέτη του εγκλήματος στο πλαίσιο του θετικιστικού παραδείγματος:



1.      Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα νομοτελειακών σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος. Καθορίζεται από αυτές τις σχέσεις και, στο βαθμό που αυτές έχουν διερευνηθεί, είναι προβλέψιμη.

2.      Οι σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος, οι οποίες διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, μπορούν να ανακαλυφθούν με την ίδια επιστημονική μέθοδο που χρησιμοποιείται για την κατανόηση του φυσικού κόσμου. Αυτή η επιστημονική μέθοδος θεωρεί το έγκλημα ως ένα σταθερό αντικείμενο, δίνει έμφαση στα «αντικειμενικά» ποσοτικά δεδομένα και θεωρείται «αξιολογικά ουδέτερη».

3.      Οι εγκληματίες αντιπροσωπεύουν ένα ιδιαίτερο σύνολο σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος. Η συμπεριφορά τους θεωρείται αντικειμενικά διαφορετική από αυτή των μη εγκληματιών και, κατά συνέπεια, μπορεί να εντοπισθεί και να μελετηθεί.

4.      Εφόσον γίνουν γνωστές οι ιδιαίτερες σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος που χαρακτηρίζουν τους εγκληματίες, η εγκληματική συμπεριφορά είναι δυνατό να προβλεφθεί και να ελεγχθεί και οι εγκληματίες να βελτιωθούν (Michalowski, 1977: 31).[2]



Η έννοια, κατά συνέπεια, της ελεύθερης βούλησης αντικαθίσταται από την έννοια της αιτιότητας και η έννοια της ποινικής ευθύνης από αυτήν της επικινδυνότητας. Έτσι, όπως επισημαίνει ο David Garland, ο όρος ο οποίος αντιπροσωπεύει την διαφορά μεταξύ κλασικής και θετικιστικής σχολής είναι ο όρος: Γνώση του παραβάτη των κανόνων  (Garland, 1985:120 κ.ε.). Με τα λόγια του Raffaele Garofalo, εξέχοντος εκπροσώπου της ιταλικής θετικής σχολής:



Για να πολεμήσουμε τον εχθρό που αντιμετωπίζουμε και να έχουμε ελπίδες επιτυχίας, θα πρέπει να τον γνωρίζουμε […] Και η γνώση του θα προέλθει μόνον από μακροχρόνια, συνεχή παρατήρηση στις φυλακές, τα σωφρονιστήρια και τις ποινικές αποικίες (Garofalo, 1914: xxxiii, όπως αναφέρεται στο Garland, 1985:121)



Σε ό,τι αφορά την έννοια του εγκλήματος, και πάλι είναι δύσκολο για τους εγκληματολόγους να δουλέψουν με βάση τους νομικούς ορισμούς του: η έννοια του νομικού εγκλήματος είναι έννοια τυπική, με μόνο της κριτήριο την υπαγόρευση του ποινικού νόμου, άσχετα από την ουσία που κρύβεται πίσω από αυτήν (Αλεξιάδης, 1985: 53). Κατά συνέπεια,  οι νομικές κατηγορίες δεν μπορούν να υποστηρίξουν την ιδέα της αιτιότητας, καθώς σ’ αυτές – κακουργήματα, πλημμελήματα, πταίσματα - ομαδοποιούντα συμπεριφορές οι οποίες είναι ανόμοιες μεταξύ τους από την άποψη της αιτιότητας. Έτσι, οι εγκληματολόγοι αναζητούν ορισμούς του εγκλήματος οι οποίοι εστιάζουν στη φύση της συμπεριφοράς μάλλον, παρά στον νομικό της ορισμό. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε εξάλλου το γεγονός ότι εάν στο έγκλημα δεν αποδιδόταν ένα πραγματικό περιεχόμενο, μια οντολογική υπόσταση και μια εμπειρική πραγματικότητα, η νέα επιστήμη θα αναιρούσε τον εαυτό της. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το βιβλίο του, εκ των ιδρυτών της Ιταλικής Θετικής Σχολής, Raffaele Garofalo, το οποίο έδωσε το όνομά του στον νέο επιστημονικό κλάδο, αρχίζει με τη συζήτηση αυτού του θέματος (Αλεξιάδης, 1985: 55). [3]

            Κατά συνέπεια, η νέα επιστήμη προσδιορίζεται ως η μελέτη του εγκλήματος και του εγκληματία, ενώ ανάμεσα στις συνθήκες οι οποίες διευκόλυναν την εμφάνιση της είναι οι εξής:

            Η ανάπτυξη των στατιστικών, η οποία προηγήθηκε της επιστημονικής τους ερμηνείας. Η παραγωγή στατιστικών πληροφοριών και μεθόδων ήταν σημαντική προϋπόθεση για την εμφάνιση μιας επιστήμης της οποίας επιδίωξη ήταν η ταξινόμηση και η διαφοροποίηση του πληθυσμού σε μια ποσοτική και επιστημονική βάση, καθώς επέτρεπαν τις συγκρίσεις μεταξύ γενικού πληθυσμού και εγκλείστων σε φυλακές ή ιδρύματα έτσι ώστε να τεκμηριωθούν και να ισχυροποιηθούν οι αντιλήψεις περί ιδιαιτερότητας του εγκληματία.

            Η ανάπτυξη και το κύρος της ψυχιατρικής.. Καθώς, όπως αναφέραμε, στο πλαίσιο του ντετερμινιστικού μοντέλου μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, υποχωρεί η έννοια της ελεύθερης βούλησης και αποκτούν σημασία έννοιες όπως «ηθικά νοσών», «ηθικά μωρός», «εκφυλισμός» κλπ., η εγκληματολογία στηρίχθηκε στα δεδομένα και το κύρος της ψυχιατρικής προκειμένου να τεκμηριώσει επιστημονικά τις υποθέσεις της και τις προτάσεις της για τον έλεγχο του εγκλήματος, ενώ οι μεταξύ τους δεσμοί παρέμειναν στενοί μέχρι σήμερα όπως υποδεικνύει, μεταξύ άλλων, η αντοχή την οποία έχει επιδείξει στον χρόνο το ατομοκεντρικό μοντέλο της «μεταχείρισης του εγκληματία».

            Η φυλακή. Η φυλακή αποτέλεσε ένα είδος πειραματικού εργαστηρίου, έναν ελεγχόμενο περίφρακτο χώρο στον οποίο μπορούσε να αναπτυχθεί η γνώση γύρω από το αντικείμενο της νέας επιστήμης αλλά και το νέο αντικείμενο του ποινικού μηχανισμού, τον εγκληματία. Η φυλακή παρείχε την ευκαιρία για παρατήρηση και μελέτη των εγκληματιών, στατιστικά στοιχεία για τις καταδίκες, την υποτροπή, τις εγκληματικές σταδιοδρομίες κλπ., στοιχεία, δηλαδή, τα οποία δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά διαθέσιμα. Παράλληλα, παρείχε ένα περιβάλλον για πειραματισμούς και συγκρίσεις ανάμεσα σε διάφορα καθεστώτα κράτησης και μεταχείρισης, με δυο λόγια ένα περιβάλλον στο οποίο επιχειρείται η γνώση τόσο του εγκληματία, όσο και των μεθόδων εκπειθάρχησής του (Garland, 1985: 112 και επ.).

            Αναμφισβήτητα, ωστόσο, η αντικατάσταση της κλασικής έννοιας της «ελεύθερης βούλησης» και της ποινικής ευθύνης από την αντίληψη περί «ιδιαιτερότητας του εγκληματία», με δυο λόγια η γέννηση και η κυριαρχία των θετικιστικών ερμηνειών περί εγκλήματος και εγκληματία, συνδέονται όχι μόνον με τις επιστημονικές, αλλά και με τις ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις του 19ου αιώνα και, μ’ αυτήν την έννοια, επηρεάζουν και τις αστικές αντιλήψεις περί ισότητας και δημοκρατίας.

Όπως ήδη αναφέραμε, καθώς παγιώνεται η κυριαρχία της αστικής τάξης εναντίον της αριστοκρατίας και του κλήρου, η έμφαση δίνεται στη νομιμοποίηση αυτής της κυριαρχίας κυρίως μέσα από συνταγματικές και γενικότερα νομοθετικές ρυθμίσεις περί ισότητας και ελευθερίας των πολιτών, το κράτος εμφανίζεται ως ενοποιητική δύναμη, απαρτίζεται, δηλαδή, από τη θέληση των πολλών να προσαρμόζονται στους κανόνες προς το συμφέρον του συνόλου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, όμως, δεν υπήρχαν λογικά επιχειρήματα κατά της ισότητας και της δημοκρατίας, οι οποίες, αντίθετα, ήσαν καθαγιασμένες έννοιες. Παράλληλα και  η έννοια της ελεύθερης βούλησης είναι μια έννοια η οποία αγνοεί ολοσχερώς τους καταναγκασμούς που απορρέουν από τις κοινωνικές συνθήκες και διαμορφώνουν υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα και συγκρούσεις. Έτσι, ο ορθολογισμός της κλασσικής σχολής (προϊόν του Διαφωτισμού), είναι μάλλον ένα αφηρημένο σχήμα, το οποίο δεν μπορεί να αναμετρηθεί με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής,.[4]

Ήδη, λοιπόν, από τις αρχές του 19ου αιώνα, έχουμε από τη μια, καταγγελίες για την αναποτελεσματικότητα του ποινικού συστήματος και ειδικότερα του θεσμού της φυλακής και έμφαση στο πρόβλημα του τεράστιου ποσοστού υποτρόπων, και από την άλλη, την εκδήλωση κοινωνικού πανικού απέναντι στην εγκληματικότητα, η οποία συχνά αντιμετωπίζεται ως συνώνυμο της εξέγερσης των επαναστατημένων μαζών: ο φόβος της εγκληματικότητας, είναι φόβος για τις μάζες.

Διατυπώνεται, λοιπόν, το αίτημα για νέες μορφές αντιμετώπισης του εγκλήματος, οι οποίες υποστηρίζονται από την έμφαση στο θέμα της προστασίας της κοινωνίας από τη «μάστιγα» του εγκλήματος. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και πάλι τα λόγια του Raffaele Garofalo:



Δεν έχει νόημα να διαμαρτυρόμαστε για τις απαλλακτικές αποφάσεις ή την επιείκεια των δικαστών. Γιατί αυτό το οποίο βλέπουμε σε τελευταία ανάλυση είναι ο θρίαμβος της νομικής λογικής, ένας θρίαμβος ωστόσο ο οποίος είναι σε βάρος της κοινωνικής ασφάλειας και ηθικής (Garofalo, 1914: xxvi, όπως αναφέρεται στο Garland, 1985:117)



Σταδιακά, λοιπόν, και υπό την πίεση των εξελίξεων στην οικονομική διαδικασία και τις συνθήκες απόλυτης ένδειας των χαμηλότερων στρωμάτων, οι επικίνδυνες τάξεις αρχίζουν να ταυτίζονται πια με τμήματα της εργατικής τάξης (Melossi, D. 2002: 48, 49). [5]

Πως απαντάει σ’ αυτό η θετικιστική εγκληματολογία;

Οι Ian Taylor, Paul Walton και Jock Young στο βιβλίο τους The new criminology. For a social theory of deviance,[6] και κεφάλαιο με τίτλο Η γοητεία του θετικισμού, αναφέρονται ως εξής στα αποτελέσματα τα οποία παράγει σε ιδεολογικό επίπεδο η νέα επιστήμη:



Ο βιολογικός ντετερμινισμός ασκεί μεγαλύτερη γοητεία από τον κοινωνιολογικό ντετερμινισμό επειδή εξαλείφει οποιοδήποτε υπαινιγμό ότι το έγκλημα μπορεί να είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών ανισοτήτων: Το έγκλημα είναι κάτι που βρίσκεται στη φύση του εγκληματία και όχι μία δυσλειτουργία της κοινωνίας. Επιπλέον επιτυγχάνει την απόλυτη εξάλειψη της πιθανότητας κάποιας εναλλακτικής πραγματικότητας. Γιατί ο βιολογικά κατώτερος είναι συνώνυμος με τον α-κοινωνικό. Η ανάλυση εστιάζει στο άτομο που δεν μπορεί να είναι κοινωνικό. με αυτή την εξατομίκευση δεν αποτελεί απειλή για τη μονολιθική πραγματικότητα που αποτελεί το επίκεντρο του θετικισμού (Taylor, Walton και Young 1973: 40)

           

Έτσι, σ’ ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών επιτρέπει στους επιστήμονες να εγκαταλείψουν τις μεταφυσικές, θεοκρατικές ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς, παρέχεται ένα πλήθος επιχειρημάτων για να αναζητηθεί μια μετρήσιμη, αντικειμενική ερμηνεία των συμπεριφορών μη συμμόρφωσης στους κανόνες που διέπουν την κοινωνική ζωή: αν η ορθή λειτουργία της κοινωνίας στηρίζεται στην προσαρμογή των πολλών στους κανόνες, προκειμένου οι επιστήμονες να μελετήσουν τη μη προσαρμογή, τη μη-συμμόρφωση, δεν έχουν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να εφαρμόσουν στη μελέτη της κοινωνίας τις μεθόδους που εφαρμόζονται στις φυσικές επιστήμες και στη μελέτη των βιολογικών οργανισμών. Παρακολουθούν τα γεγονότα, τα μετράνε, εξάγουν συμπεράσματα στη βάση μιας σχέσης αιτίου-αποτελέσματος και σ’ αυτή τη σχέση αποδίδεται η ισχύς φυσικών νόμων. Όμως αυτοί οι φυσικοί, αντικειμενικοί νόμοι, δεν εγγυώνται ούτε την ισότητα, ούτε την ίση μεταχείριση των πολιτών, καθώς σε κάποιους αναγνωρίζεται μια «φυσική ανωτερότητα», η οποία προϋποθέτει την μειονεξία άλλων ομάδων όχι μόνον με οικονομικούς, αλλά, κυρίως, με ηθικούς όρους, με όρους ανώτερου και κατώτερου είδους. Έτσι, λοιπόν, εάν ο φιλελευθερισμός, ως πολιτική θεωρία, δεν είχε λογικά επιχειρήματα εναντίον της ισότητας και της δημοκρατίας, η επιστήμη παρέχει στην ερμηνεία και την εκλογίκευση του κοινωνικών ανισοτήτων και της κοινωνικής εκμετάλλευσης (Melossi D., 2002: 47).



Εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και ανακούφιζε τη συνείδηση αυτών που βρίσκονταν στην εξουσία το να θεωρούν τις επικίνδυνες τάξεις ως μια ανεξάρτητη κατηγορία αποκομμένη από τις κυρίαρχες κοινωνικές συνθήκες. Περιγράφονταν ως μια ιδιαίτερη φυλή, ηθικά διεφθαρμένη και ακόλαστη που ζούσε παραβιάζοντας το βασικό νόμο της πειθαρχημένης κοινωνίας, που όριζε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ζει με την τίμια και σταθερή εργασία του (Sir Leon Radzinowicz 1966: 38-39, όπως αναφέρεται στο Σεράσης, Τ., 1999: 70)



Ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα των παραπάνω συνιστά η ίδια η διατύπωση της θεωρίας του Lombroso περί του γεννημένου εγκληματία. Tο κρανίο του Villella, η μελέτη του οποίου τον οδήγησε λίγα χρόνια αργότερα στη διατύπωση της θεωρίας του, ανήκε σε ένα χωρικό από την Kαλαβρία, ο οποίος καταδικάστηκε ως ληστής και φυλακίστηκε μέχρι τον θάνατό του.



Πολλά από τα χαρακτηριστικά που έχουν βρεθεί στους άγριους, και μεταξύ των έγχρωμων φυλών, εντοπίζονται επίσης και στους γεννημένους εγκληματίες. Aυτά είναι: αδυνατισμένα μαλλιά, απώλεια δύναμης και βάρους, περιορισμένη κρανιακή χωρητικότητα, μέτωπο με οπίσθια κλίση, υψηλά ανεπτυγμένο εμπρόσθιο ιγμόρειο άντρο, υψηλή συχνότητα μεσο- εμπρόσθιων συρραφών, πρόωρη συνοστέωση, ιδιαίτερα εμπρόσθια, προεξοχή της καμπύλης γραμμής του κροταφικού, απλοϊκότητα των συρραφών… σκουρόχρωμο δέρμα, πυκνότερα, σγουρά μαλλιά, μεγάλα αυτιά ή αυτιά που έχουν το σχήμα λαβής, μία μεγαλύτερη αναλογία μεταξύ των δύο φύλων… νωθρότητα… εύκολη δεισιδαιμονία… και τελικά τη σχετική έννοια του θείου και των ηθών (Lombroso 1867: 435- 36, όπως αναφέρεται στο Melossi, 1999: 29)



Ανατρέχοντας δε στα κοινωνικά συμφραζόμενα της Ιταλίας του 19ου αιώνα και ειδικότερα στην άνιση ανάπτυξη μεταξύ εκβιομηχανιζόμενου Βορρά και προσδεδεμένου σε προκαπιταλιστικές δομές Νότου, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει κανείς ότι οι εγκληματίες, όπως περιγράφονται από τον Lombroso, διαθέτουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του ιταλικού νότου, πληθυσμών, δηλαδή, οικονομικά και κοινωνικά στιγματισμένων. [7] Όπως επισημαίνει και ο Dario Melossi



H θέση του Cesare Lombroso δε μπορεί να αποσπαστεί από το ιστορικό πλαίσιο της Iταλικής Eνοποίησης του 1861 και τη συνακόλουθη προσάρτηση, στη δεκαετία που ακολούθησε, μεγάλων επαρχιών, ειδικά Nότιων επαρχιών, όταν Πιεντμοντέζικα («Iταλικά») στρατεύματα ενεπλάκησαν σε μία αιματηρή καταστολή των ληστών χωρικών, οι οποίοι  παρουσιάζονταν ως εργαλεία του προηγούμενου καθεστώτος και της Eκκλησίας. Aυτό είναι το υπόβαθρο της ιστορίας του Lobroso, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί  καθόλου άσχετο. O ίδιος ο Lombroso υπήρξε για μία σύντομη περίοδο, το 1862, στρατιωτικός γιατρός, αξιωματικός του Πιεντομοντέζικου στρατού στη Nότια περιοχή της Kαλαβρίας. Eίχε εντυπωσιαστεί με τη διαφορετική κουλτούρα των κατοίκων της, μία διαφορετικότητα την οποία προσπάθησε να ερμηνεύσει με βάση τη «φυλή»  (Melossi, 1999: 29).

           

Στην αρχική διατύπωση, λοιπόν, της θεωρίας του ιδρυτή της Ιταλικής Θετικής Σχολής Cesare Lombroso, ο εγκληματίας είναι ένα ιδιαίτερο ανθρωπολογικό είδος («εγκληματικός τύπος»), ο οποίος δεν είχε ομαλή βιολογική εξέλιξη και έτσι διατήρησε χαρακτηριστικά κατώτερου βιολογικού είδους (αταβιστική εξήγηση της εγκληματικότητας). Στη συνέχεια και υπό την επίδραση της Γαλλικής Ψυχιατρικής Σχολής (Fere, Magnan, Laurent), στην αταβιστική εξήγηση πρόσθεσε τη θεωρία του εκφυλισμού, κατά συνέπεια στην κατηγορία των εκ γενετής εγκληματιών για αταβιστικούς λόγους προστέθηκε και αυτή των εκ γενετής εγκληματιών από εκφυλιστικούς λόγους. Τέλος, η τρίτη κατηγορία εγκληματιών στην τυπολογία του Lombroso συνδέεται με την ύπαρξη ψυχικής νόσου.[8] 

            Ένα είδος μετάθεσης της έμφασης προς μια περισσότερο κοινωνιολογική θεώρηση της «εγκληματικής ροπής», οφείλεται σ’ έναν εξέχοντα μαθητή του Lombroso, τον Enrico Ferri, καθηγητή ποινικού δικαίου και σημαντικό σοσιαλιστή πολιτικό. Ο Ferri, στο σύγγραμμά του Εγκληματολογική Κοινωνιολογία (Sociologia Criminale), υποστήριξε ότι το έγκλημα δεν είναι αποτέλεσμα ενός και μόνον αιτίου και, μ’ αυτήν την έννοια, θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις της πολυπαραγοντικής ερμηνείας του εγκλήματος, κατά συνέπεια και της διεπιστημονικής μελέτης του (Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, 1979: 41).[9] Παρόλα αυτά δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι το έργο του Ferri συνιστά ένα ρήγμα στην ντετερμινιστική – και μάλιστα ανθρωπολογικού τύπου - θεώρηση του εγκληματία, η οποία είναι χαρακτηριστική της Ιταλικής Θετικής Σχολής.[10] Με τα λόγια του Melossi:



[…] δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πραγματικά τη διαφορετική έμφαση του Lombroso και του Ferri στον «γεννημένο παρεκκλίνοντα» ή τις «κοινωνικές συνθήκες», χωρίς να λάβουμε υπόψη την ιδιαιτερότητα της ιταλικής διπολικής κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, η οποία συνεπαγόταν πολύ διαφορετικές μορφές οικονομικής ανάπτυξης, ποσοστών ανεργίας, τύπων της εργατικής τάξης στο Bορρά και το Nότο  (Melossi, 1999: 33, 34).

                

Η Ιταλική Θετική Σχολή, λοιπόν, αναδεικνύοντας τον εγκληματία ως αντικείμενο γνώσης, δρομολόγησε την παραγωγή ενός πλήθους μελετών περί των παραγόντων που ερμηνεύουν την εγκληματική συμπεριφορά. Οι μελέτες αυτές συγκροτούν την λεγόμενη Εγκληματολογία του περάσματος στην πράξη (Θετικιστική Εγκληματολογία) και κατατάσσονται στις εξής βασικές κατηγορίες: Τις οργανικές ή βιολογικές προσεγγίσεις, στο πλαίσιο των οποίων διερευνώνται παράγοντες όπως η κληρονομικότητα και οι οργανικές δυσλειτουργίες (χρωμοσωματικές, ενδοκρινικές). Τις Ψυχοπαθολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες διερευνούν τη σχέση μεταξύ ψυχικών ανωμαλιών και εγκληματικότητας. Τις Ψυχολογικές προσεγγίσεις, οι  οποίες περιλαμβάνουν ψυχαναλυτικές μελέτες και ψυχολογικές ερμηνείες για τη διαμόρφωση της αντικοινωνικής προσωπικότητας και το πέρασμα στην εγκληματική πράξη. Τις Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες μελετούν τους κοινωνικούς παράγοντες της εγκληματικότητας[11] και, τέλος, μια πέμπτη κατηγορία είναι οι λεγόμενες πολυπαραγοντικές προσεγγίσεις, οι οποίες δέχονται την πολυπλοκότητα της ερμηνείας της εγκληματικής συμπεριφοράς και επιχειρούν τη σύνθεση διαφόρων, ατομικών και κοινωνικών, παραγόντων (βιολογική, ψυχική υπόσταση, περιβάλλον, κοινωνικές επιρροές κ.ο.κ.). [12]

            Στο σημείο αυτό, ωστόσο, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε την κυριαρχία των προσεγγίσεων οι οποίες εστιάζουν στη μελέτη ατομικών παραγόντων (Κλινική Εγκληματολογία), οι οποίες, τουλάχιστον στην Ευρώπη, κυριαρχούσαν μέχρι και την δεκαετία του ’60.[13] Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την ισχύ και μακροβιότητα της έννοιας της μεταχείρισης του εγκληματία, όπως αναπαράγεται στα διάφορα νομοθετικά κείμενα που προσδιορίζουν τους στόχους και τις λειτουργίες της ποινής. Με άλλα λόγια, από την ανάπτυξη η οποία προηγήθηκε, καθίστανται προφανείς οι επιδράσεις της νέας επιστήμης στο επίπεδο της αντεγκληματικής πολιτικής. Καθώς, όπως ήδη αναφέραμε, η έννοια της ποινικής ευθύνης αντικαταστάθηκε από την έννοια της επικινδυνότητας, κύριο μέλημα αναδείχθηκε η προστασία της κοινωνίας από το επικίνδυνο εγκληματικό σύμπαν. Ο David Garland αναφέρεται σε τρία μοντέλα παρέμβασης για τον έλεγχο της εγκληματικότητας, τα οποία επαναλαμβάνονται στο μεγαλύτερο μέρος των εγκληματολογικών κειμένων: Πρώτον, το αναμορφωτικό, το οποίο βασίζεται στις αντιλήψεις περί της ύπαρξης μιας ιδιαίτερης εγκληματικής προσωπικότητας και τη δυνατότητα βελτιωτικής παρέμβασης σ’ αυτήν.[14] Δεύτερον, στην περίπτωση κατά την οποία η «αναμόρφωση» είναι αδύνατη ή ανεφάρμοστη, εφαρμόζεται το μοντέλο της εξουδετέρωσης του εγκληματία, είτε ως φυσική εξουδετέρωση (θανατική ποινή), είτε ως απομάκρυνσή του από το κοινωνικό σώμα. Τέλος, το προληπτικό, το οποίο αφορά την παρέμβαση στους εγκληματογόνους παράγοντες.

Αυτή η τριπλή στρατηγική απαιτεί όχι απλώς διαδικασίες εκτίμησης, διάγνωσης και ταξινόμησης, αλλά και την αντίστοιχη ποικιλία κυρώσεων και τεχνικών προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος. Παράγει, λοιπόν, ένα πλήθος τιμωρητικών συστημάτων και θεσμών προκειμένου να υλοποιηθεί η ιδέα της εξατομικευμένης (κατάλληλης) μεταχείρισης του εγκληματία: αναμορφωτήρια, ιδρύματα προληπτικής κράτησης, ιδρύματα για άτομα περιορισμένων πνευματικών ικανοτήτων, διαφορετικά καθεστώτα κράτησης στις φυλακές, ποινές απροσδιόριστης διάρκειας, προληπτικές παρεμβάσεις κ.ο.κ. Με δυο λόγια μια συνεχή κρατική παρέμβαση και μια άλλη αντίληψη για τη σχέση κράτους / πολίτη: η σχέση αυτή υπερβαίνει τους όρους της σύμβασης (Κλασική Σχολή), για να αποκτήσει το κράτος τον πιο ενεργητικό ρόλο της στήριξης και της θεραπευτικής αρωγής και, όταν είναι αναγκαίο, να ασκεί τον τιμωρητικό έλεγχο, αλλά στη βάση μιας ανώτερης εξειδίκευσης και ορθολογισμού που του παρέχει η επιστημονική μελέτη των θεμάτων (Garland, 1985: 127 κ.ε. και Garland, 1990: 308 κ.ε.)



Η αμερικάνικη κοινωνιολογική παράδοση




Οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της παρέκκλισης και του εγκλήματος  πρωτοεμφανίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα, κυρίως στις ΗΠΑ και με την ανάπτυξη τους «αποπαθολογικοποιείται» εν πολλοίς, η έννοια του διαφορετικού, των συμπεριφορών μη συμμόρφωσης, οι οποίες δεν προσεγγίζονται πλέον με όρους παθολογικού/φυσιολογικού.

            Πριν περάσουμε σε μια παρουσίαση των κυριότερων από τις κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της παρέκκλισης και του εγκλήματος (την οποία θα υποστηρίξουν και τα αντίστοιχα κείμενα τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο κειμένων), θα πρέπει να αναφερθούμε στους παράγοντες που συντελέσανε στη στροφή της εγκληματολογίας προς τις κοινωνιολογικές προσεγγίσεις.

Τα ειδικότερα ερωτήματα τα οποία θα θέσουμε είναι, πρώτον, πώς επηρέασε αυτήν την εξέλιξη το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις ΗΠΑ και οι γενικότερες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες οι οποίες διαμορφώνονται στις αμερικάνικες μεγαλουπόλεις και, δεύτερον, τι αποτελέσματα παρήγαγε η ανάπτυξη των κοινωνιολογικών προσεγγίσεων, τόσο  στο επίπεδο του κοινωνικού ελέγχου, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών αναπαραστάσεων της παρέκκλισης και του εγκλήματος.

Καθώς δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αυτή η στροφή συντελέστηκε στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα, είναι προφανές ότι η εμφάνιση και η εξέλιξη των αμερικάνικων κοινωνιολογικών θεωριών συναρτάται άμεσα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αμερικάνικης κοινωνίας της περιόδου. Με άλλα λόγια, αν για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με περισσότερο ομοιογενή χαρακτηριστικά, στον «πόλεμο κατά της εγκληματικότητας» μπορούσαν ακόμα να επιστρατεύονται οι θεωρίες περί ιδιαιτερότητας του εγκληματία και οι παραδοσιακές, ιδρυματικές συνήθως, μορφές καταστολής ή θεραπευτικής μεταχείρισης, για την αμερικάνικη κοινωνία το βασικό μέλημα ήταν να μελετηθούν τα προβλήματα ενσωμάτωσης που αντιμετώπιζε, ως συνέπεια της ταχείας εκβιομηχάνισής της, την οποία δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει με το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, με αποτέλεσμα να δεχτεί ένα κύμα μετανάστευσης από διάφορες χώρες. Αυτά τα γεγονότα πυροδότησαν και συνοδεύτηκαν από συγκρούσεις, οι οποίες έβαλαν σε δοκιμασία το μοντέλο κοινωνίας που είχε διαμορφωθεί από τον 18ο αιώνα, βασισμένο στην αγροτική οικονομία της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας και χωρίς σοβαρά κοινωνικά προβλήματα.

Η περίοδος, λοιπόν, από τις αρχές του αιώνα μέχρι και τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, χαρακτηρίζεται από έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, την προσπάθεια προσαρμογής της αμερικάνικης κοινωνίας και των θεσμών της σ’ αυτά τα νέα δεδομένα και στην επίτευξη της κοινωνικής ομοιογένειας με τη χρήση μέσων όχι κατασταλτικών, αλλά «ήπιων, φωτισμένων και πειστικών» που θα στόχευαν στη δημιουργία μιας κοινωνικής τάξης (social order). Μ’ αυτή την έννοια, στον αρχικό προσδιορισμό του κοινωνικού ελέγχου και των στόχων του, κυριαρχούσαν αντιλήψεις αντίστοιχες με αυτές του ιταλικού θετικισμού. Δηλαδή, προβλήματα όπως η εγκληματικότητα των μεταναστών αποδίδονταν στην ηθική και ανθρωπολογική μειονεκτικότητα αυτών των πληθυσμών. Πολύ σύντομα, όμως, και υπό την πίεση των βαθύτατων κοινωνικών αλλαγών  που συνόδευαν την οικονομική διαδικασία – πέρασμα από αγροτική σε βιομηχανική οικονομία – αναδείχτηκε η ανάγκη επεξεργασίας μορφών κοινωνικού ελέγχου, οι οποίες δεν θα βασίζονταν ούτε στην παραδοσιακή καταστολή, ούτε στην θρησκευτικής προέλευσης πειθώ. Για να βρεθούν, όμως, και να εφαρμοστούν αυτά τα μέσα, θα έπρεπε να πρώτα να μελετηθούν οι μηχανισμοί που παρήγαγαν αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα (ανάμεσα στα οποία και την εγκληματικότητα) απέναντι στα οποία θα έπρεπε να εφαρμοστούν μορφές κοινωνικού ελέγχου (Μελόσι 2002: 123 και επ.).

Εν όψει αυτού του στόχου, υπήρξε καθοριστικής σημασίας η ίδρυση της Σχολής Κοινωνιολογίας η οποία ιδρύθηκε το 1892 στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η πρώτη σχολή κοινωνιολογίας ιδρύεται στο Σικάγο, το οποίο στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν απλώς μια ήσυχη επαρχιακή πόλη που εξελίχθηκε ταχύτατα σε μητρόπολη. Όπως είναι φυσικό, λοιπόν,  σε μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πόλεις των ΗΠΑ, είχαν σωρευθεί σε εκρηκτική μεγέθυνση  οι συγκρούσεις και τα προβλήματα της αμερικάνικης κοινωνίας: Πυκνοκατοικημένες γειτονιές, αυξημένη εγκληματικότητα, συμμορίες, γενικά κοινότητες ολόκληρες εμπλεγμένες στην εγκληματικότητα είτε στο επίπεδο της εγκληματικής δραστηριότητας, είτε στο επίπεδο της θυματοποίησης.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και το κοινωνικό και πολιτισμικό background των ερευνητών του Σικάγο, το οποίο καθόρισε σε μεγάλο βαθμό ένα είδος στάσης εγγύτητας απέναντι στο αντικείμενο της μελέτης τους.[15]  Η Σχολή του Σικάγο, λοιπόν είναι αυτή η οποία:



Εντόπισε στο ζήτημα της μετανάστευσης την κεντρική μεταφορά της κοινωνικής διαδικασίας, κατά τον ίδιο τρόπο που πολλοί κάτοικοι του Σικάγο βρήκαν αιτιολόγηση για τη δική τους στράτευση και συνηγορία στους αγώνες των μεταναστών [πολλοί από τους κοινωνιολόγους ή τους εγκληματολόγους της Σχολής του Σικάγο ήσαν και οι ίδιοι, με διαφορετικούς τρόπους, περιθωριακά άτομα]» (Melossi D. 1999: 35)

Ο Dario Melossi παραπέμπει σ’ αυτό που όρισε ο David Matza ως στάση εκτίμησης (appreciation), κατανόησης, από τους εκπροσώπους της Σχολής του Σικάγο απέναντι στους παρεκκλίνοντες κόσμους που περιέγραφαν: τους μετανάστες, τους hoboes, τις taxi- dancers, τις ιερόδουλες, τους ανήλικους παραβάτες. Aυτή η κατανόηση, όπως είπαμε, είχε τις ρίζες της στην εγγύτητα του κοινωνιολόγου με το αντικείμενό μελέτης του, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, προερχόταν απλώς από ένα αίσθημα πολιτικής και ηθικής αλληλεγγύης και, σε άλλες περιπτώσεις, από το γεγονός ότι ο ερευνητής είχε ο ίδιος βιώσει, τουλάχιστον κατά ένα μέρος τους, τις εμπειρίες των ατόμων που παρατηρούσε. Είναι προφανής, λοιπόν, η σχέση η οποία υπάρχει ανάμεσα σε αυτή την στάση εγγύτητας και τη συγκεκριμένη μεθοδολογία που χρησιμοποιούσαν οι εκπρόσωποι της Σχολής του Σικάγο: Μία εθνογραφική προσέγγιση, η οποία περιλάμβανε την ανάγκη να μιλήσουν, να ζήσουν μαζί, να γνωρίσουν τους ανθρώπους για τους οποίους έγραφαν. Αναδεικνύοντας, λοιπόν, μέσα από τις μελέτες τους τη σημασία της επίδρασης του περιβάλλοντος στο φαινόμενο της εγκληματικότητας (εγκληματικές ζώνες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά), δίνουν την πιο κατηγορηματική απάντηση στο εάν η φυλή ή η εθνικότητα παίζουν ρόλο στην εκδήλωση της εγκληματικής συμπεριφοράς: το ζήτημα δεν ήταν φυλετική ή εθνική μειονεξία των εγκληματιών, αλλά της ύπαρξης ή μη εγκληματογόνων παραγόντων σε κάποιες κοινωνικές περιοχές (Melossi, 1999: 35-6).[16] 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, συνάρτηση των κοινωνιολογικών προσεγγίσεων της παρέκκλισης και του εγκλήματος είναι και η αλλαγή στον τρόπο άσκησης του κοινωνικού ελέγχου: Ο κοινωνικός έλεγχος δεν ασκείται μόνον στη φυλακή ή το κλειστό ίδρυμα, αλλά διαχέεται και ακολουθεί τα άτομα στους χώρους στους οποίους κινούνται, με τρόπους οι οποίοι  άλλοτε έχουν τη μορφή της επιτήρησης κι άλλοτε τη μορφή κοινωνικών παροχών. Παράλληλα,  κοινωνικός έλεγχος ασκείται με πιο έμμεσους τρόπους οι οποίοι επίσης υπαγορεύουν μοντέλα συμπεριφοράς και σ’ αυτόν τον τρόπο άσκησης κοινωνικού ελέγχου ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο έπαιξε η κουλτούρα του καταναλωτισμού. Για παράδειγμα, ήδη από δεκαετία ’30 υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος των ΜΜΕ και της διαφήμισης σ’ αυτό που λέμε «αμερικάνικο όνειρο» που διαχέει μια ιδεολογία ισότητας σε μια κατ’ εξοχήν άνιση κοινωνία, το κύρος, η οικονομική επιτυχία κλπ. δεν προβάλλουν σαν στόχοι περιορισμένων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά οποιουδήποτε επιδείξει την αναγκαία θέληση και εργατικότητα να τους επιτύχει (Melossi D., 2002: 146 και επ.). [17]

Οι κοινωνιολογικές θεωρίες, λοιπόν, για  τη μελέτη της παρέκκλισης και του εγκλήματος είχαν ως βάση ένα μοντέλο πλουραλιστικής κοινωνίας, αποτελούμενης από ετερογενείς ομάδες (από οικονομική, εθνική, φυλετική, θρησκευτική άποψη). Εξέταζαν, συνεπώς, την μη-συμμόρφωση στους κανόνες όχι ως αποτέλεσμα παθολογίας, αλλά ως αποτέλεσμα των προβλημάτων ένταξης στην αμερικάνικη κοινωνία ή ακόμα ως αποτέλεσμα κοινωνικοποίησης στο πλαίσιο διαφορετικών πολιτισμικών συστημάτων. Δεν αμφισβητούσαν, ωστόσο, την ουδετερότητα του κυρίαρχου συστήματος κανόνων, στο βαθμό που δέχονταν ότι, παρά την ύπαρξη αυτών των διαφορετικών και συχνά αλληλοσυγκρουόμενων συστημάτων κανόνων και αξιών, δεν παύει να υπάρχει συναίνεση γύρω από τους κανόνες που ρυθμίζουν αυτή τη σύγκρουση προς το γενικό συμφέρον της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και όχι προς όφελος ορισμένων ομάδων.

Για να επανέλθουμε στο σχήμα του Raymond Michalowski, έχουμε ένα πλουραλιστικό μοντέλο κοινωνίας, όπου υπάρχει μεν σύγκρουση γύρω από ουσιαστικά ζητήματα, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει συναίνεση γύρω από τη φύση του νόμου και της δικαιοσύνης.   Συνοψίζει, λοιπόν, ως εξής τις βασικές αρχές της πλουραλιστικής προσέγγισης σε σχέση με την κοινωνική οργάνωση:



1. Η κοινωνία συγκροτείται από διάφορες κοινωνικές ομάδες. Η διαφορετικότητά τους προκύπτει από την ύπαρξη στον πληθυσμό διαφορών γεωγραφικών, οικονομικών, θρησκευτικών, φύλου, ηλικιακών, φυλετικών,  εθνικών.

2. Ανάμεσα σ’ αυτές τις ομάδες υπάρχουν διαφορετικοί και, συχνά αλληλοσυγκρουόμενοι, ορισμοί περί του τι συνιστά ορθό και τι λάθος.

3. Υπάρχει μια συλλογική συμφωνία για τους μηχανισμούς διευθέτησης των διαφορών. Όλες οι ομάδες συμφωνούν για την καθιέρωση ενός νομικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου αυτές οι συγκρούσεις θα ρυθμίζονται ειρηνικά

4. Το ποινικό σύστημα είναι αξιολογικά ουδέτερο. Οι μηχανισμοί διευθέτησης των συγκρούσεων είναι υπεράνω των ίδιων των συγκρούσεων. Το ποινικό σύστημα υφίσταται απλώς ως ένα αξιολογικά ουδέτερο πλαίσιο ή πεδίο στο οποίο διευθετούνται με ορθό και ειρηνικό τρόπο οι διαφορές.

5. Μέριμνα του ποινικού συστήματος είναι να προστατεύσει να συμφέροντα της κοινωνίας.  Εφόσον στέκεται υπεράνω των αξιολογικά φορτισμένων διαφορών ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, η κυρίαρχη μεριμνά του είναι η ευημερία της κοινωνίας ως συνόλου και συνεισφέρει σ’ αυτήν παρέχοντας ένα ειρηνικό forum για τη διευθέτηση των διαφορών (Michalowski, 1977: 24, 25) .



Στις μεταγενέστερες θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις του εγκληματικού φαινομένου, οι οποίες διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του κυρίαρχου κοινωνιολογικού υποδείγματος, του δομολειτουργισμού (βλέπε παρακάτω θεωρία της ανομίας του Robert Merton), η κοινωνία δεν μελετάται ως μια πλουραλιστική οντότητα. Το κοινωνικό σύστημα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και αρμονία, βασισμένο στη καθολική συναίνεση γύρω από ένα κεντρικό σύστημα αξιών.  Έτσι και τα φαινόμενα παρέκκλισης δεν μελετώνται ως φαινόμενα που απορρέουν από την ίδια τη δομή του κοινωνικού συστήματος και τις συγκρούσεις που αυτή παράγει, αλλά ως φαινόμενα κοινωνικής δυπροσαρμοστικότητας, καταστάσεις μη ενσωμάτωσης: η παρέκκλιση καθίσταται λοιπόν συνώνυμο της μη ενσωμάτωσης σ’ ένα κοινωνικό σύστημα το οποίο έχει δομικά την δυνατότητα να ενσωματώνει και να προσαρμόζεται (M. Pavarini, 1980: 46 και επ.). Ούτως ή άλλως, όμως, όπως προαναφέρθηκε, αποπαθολογικοποιείται τόσο το ίδιο το φαινόμενο της παρέκκλισης, όσο και ο παρεκκλίνων. Αυτό, στο  επίπεδο των κοινωνικών αναπαραστάσεων, είχε ως αποτέλεσμα να μην «δαιμονοποιείται» ο παρεκκλίνων ως η ενσάρκωση του απόλυτου κακού ή το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των συνθηκών ζωής των κατώτερων τάξεων. Αυτή αναπαράσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση και των ίδιων των μορφών που πήρε η θεσμική διαχείριση των «καταστάσεων μη ενσωμάτωσης», όπου, όπως αναφέραμε, η ποινική απάντηση υποχωρούσε έναντι άλλων, μη τιμωρητικών, μορφών κοινωνικού ελέγχου. Η εικόνα αυτή καταγράφεται και στους δείκτες εγκλεισμού, οι οποίοι, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, κατά την περίοδο μεταξύ 1890 και 1920, παρουσίασε την πιο σαφή μείωση στην ιστορία τους. Εικόνα η οποία μεταβλήθηκε μετά το 1929, ως συνέπεια της οικονομικής ύφεσης και της κάθετης αύξησης των δεικτών ανεργίας. Όμως και πάλι η αύξηση του ποινικού πληθυσμού δεν οδήγησε σε αναπαραστάσεις εγκληματικότητας των κατώτερων τάξεων, γεγονός το οποίο ενισχύθηκε και από μέρος της επιστημονικής παραγωγής εκείνης της περιόδου.



Παρόλο που εκείνα τα χρόνια διαμορφώθηκε η ρητορική του “δημόσιου κινδύνου” , την οποία προασπίστηκε ο J. Edgar Hoover, αρχηγός του νεοϊδρυθέντος Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών (FBI), ο γενικευμένος χαρακτήρας των οικονομικών επιπτώσεων της Ύφεσης διατηρούσε το επίπεδο της σχετικής αγανάκτησης χαμηλότερα τουλάχιστον από ό,τι θα μπορούσε να είναι σε άλλη περίπτωση και ο προοδευτικός τόνος των πολιτικών λύσεων άφηνε το περιθώριο να μην επιλέγονται οι “δημόσιοι κίνδυνοι” αποκλειστικά από τις κατώτερες τάξεις. Η εγκληματολογία του Edwin Sutherland ήταν πιθανότατα το καλύτερο παράδειγμα αυτής της προοδευτικής τάσης, αποκαλύπτοντας τις λανθάνουσες εγκληματικές τάσεις που ήταν παρούσες σε μεγάλο μέρος της επίσημης κοινωνίας[18] και συνδέοντας αυτή την άποψη με την κατεξοχήν πλουραλιστική θεωρία του κοινωνικού ελέγχου και της παρέκκλισης, τη θεωρία των διαφορικών συναναστροφών (Melossi, D. 1999: 37)

 


Η Σχολή του Σικάγο




Ο ερευνητής ο οποίος θεωρείται η ψυχή της Σχολής του Σικάγο, είναι ο Robert Park, μαθητής του Georg Simmel, με τον οποίο έκανε το διδακτορικό του στο Βερολίνο. Σ’ αυτό το γεγονός οφείλονται σε μεγάλο βαθμό οι επιρροές τις οποίες δέχθηκε η Σχολή του Σικάγο από το έργο του Simmel, ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου. Σύμφωνα με τον Simmel, τα άτομα βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωπα με μια σειρά δυνητικών συγκρούσεων που προέρχονται από την ταυτόχρονη ένταξή τους σε διάφορες ομάδες, κάθε μια από τις οποίες  ασκεί κοινωνικό έλεγχο. Το γεγονός αυτό μπορεί να γεννήσει   συγκρούσεις,  δημιουργώντας, για παράδειγμα, τις συνθήκες να βρεθεί το άτομο σε ηθικό δίλημμα ή κατάσταση αντινομίας, βρισκόμενο ταυτόχρονα υπό την επήρεια ανταγωνιστικών  κανόνων

Το επιστημονικό υπόστρωμα του Park, σε συνδυασμό με το  γεγονός ότι υπήρξε δημοσιογράφος πριν αφιερωθεί στην Κοινωνιολογία, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τόσο τις θέσεις του για τις «μάζες» και τον κοινωνικό έλεγχο, όσο και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε το θέμα των μεταναστών, σε μια περίοδο κατά την οποία όχι μόνον οι μετανάστες, αλλά και πολιτικά στρατευμένες ομάδες αναπαριστάνονταν ως δημόσιος κίνδυνος, αναπαράσταση την οποία ενίσχυαν γεγονότα όπως οι κινητοποιήσεις της ριζοσπαστικής οργάνωσης IWW (International Workers of the World), με αίτημα την ελευθερία του λόγου και οι «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» κατά των μεταναστών με πολιτική δράση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι εφημερίδες των μεταναστών ήταν συχνά πολιτικοποιημένες και επηρεασμένες από τα σοσιαλιστικά και αναρχικά ρεύματα των χωρών προέλευσης και αποτελούσαν τα αγαπημένα αναγνώσματα των hoboes. Για το ζήτημα αυτό ο Park υποστήριζε ότι, προκειμένου να καταρρεύσουν οι πολιτικοί ή πολιτισμικοί φραγμοί θα πρέπει να ενισχυθεί η ανάπτυξη του λόγου των μεταναστών προς την κατεύθυνση ενός ευρύτερου και περισσότερο αποδεκτού γλωσσικού και εννοιολογικού ορίζοντα. Έτσι, όχι απλώς δεν θεωρούσε τις «μάζες» ως κίνδυνο, αλλά αντίθετα τις θεωρούσε ως μια οντότητα η οποία θα έπρεπε να «εκπαιδευθεί» ώστε να αποτελέσει συστατικό στοιχείο της αμερικάνικης κοινωνίας, στόχο στον οποίο σημαντικό ρόλο έπαιζαν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας (Melossi, 2002: 126 κ.ε.)

Στο πολύ σημαντικό έργο των Park και Burgess Εισαγωγή στην Επιστήμη της Κοινωνιολογίας (1921), αλλά και γενικότερα στην επιστημονική παραγωγή της Σχολής,[19] το θέμα του κοινωνικού ελέγχου αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα, χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με την ευρωπαϊκή παράδοση, η οποία θεωρούσε οι κύριες μορφές παρέμβασης για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, εκπορεύονται αποκλειστικά από το δίκαιο και το κράτος:



 Οι εκπρόσωποι της Σχολής του Σικάγο, αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους ως «κοινωνικούς μηχανικούς», ανακαινιστές που θέτουν την επιστήμη τους στην υπηρεσία της μεταρρύθμισης: μια επιστήμη η οποία συνίσταται κυρίως στη γνώση  της υφής των κοινωνικών σχέσεων και διαντιδράσεων που συγκροτούν την κοινωνική δομή, η οποία αποτελεί τη μοναδική αφετηρία για να παραχθούν αλλαγές. Το δίκαιο και η νομοθεσία δεν θα είναι, λοιπόν, παρά η «νομική κύρωση» μεταβολών οι οποίες ήδη λειτουργούν στην πράξη […] Το δίκαιο θα πρέπει να προσανατολίζεται και να διαφωτίζεται από τη γνώση της κοινωνίας (Melossi, 2002: 129).  



Η οικολογική θεωρία και η θεωρία της «κοινωνικής αποδιοργάνωσης»: Ο όρος οικολογική δεν χρησιμοποιείται με τη  σύγχρονη έννοια της προστασίας του περιβάλλοντος: Η οικολογική προσέγγιση της Σχολής του Σικάγο «συνομιλεί» με τον επιστημονικό κλάδο της Βιολογίας, καθώς μελετάει την προσαρμογή των ατόμων στο κοινωνικό τους περιβάλλον. Αφετηρία της οικολογικής προσέγγισης αποτέλεσαν παρατηρήσεις σχετικές με την κατανομή του εγκλήματος σε διάφορες περιοχές (ζώνες) της πόλης του Σικάγο και τη διαπίστωση ότι υπήρχαν περιοχές με ιδιαίτερα αυξημένα αυτά τα ποσοστά (delinquent areas).

Ο Robert Park ήταν αυτός ο οποίος πρότεινε τον παραλληλισμό μεταξύ του φυτικού κόσμου και της ανθρώπινης κοινότητας στο κοινωνικό της περιβάλλον. Κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας είχε διαθέσει πολύ χρόνο μελετώντας τις κοινωνικές συνθήκες της πόλης και  εξετάζοντάς την όχι μόνον από γεωγραφική άποψη, αλλά ως είδος «κοινωνικού οργανισμού»:          Κατά τρόπο ανάλογο με τις φυτικές κοινότητες και οι ανθρώπινες κοινότητες εμφανίζουν μια οργανική ενότητα, η οποία μπορεί να βασίζεται σε φυλετικά, εθνικά κλπ. χαρακτηριστικά  Παράλληλα, όπως η ισορροπία της φυτικής κοινότητας μπορεί ν’ αλλάξει με την εισβολή άλλων ειδών, αντίστοιχα το ίδιο μπορεί να συμβεί και στις ανθρώπινες κοινότητες. Αυτή η διαδικασία, η οποία στην οικολογία ονομάζεται «εισβολή, κυριαρχία και διαδοχή», παραλληλίζεται με τη διαδικασία η οποία συντελέστηκε στην Αμερική με την εισβολή των λευκών στο έδαφος των ινδιάνων. Το ίδιο συμβαίνει και στις πόλεις, όταν μια εθνική,  για  παράδειγμα, ομάδα καταλαμβάνει μια ολόκληρη γειτονιά κατοικημένη από άλλες ομάδες ή όταν μια περιοχή κατοικίας μετατρέπεται σε βιομηχανική ή εμπορική περιοχή.

            Από αυτήν τη βασική ιδέα εκπορεύεται η χαρτογράφηση της πόλης του Σικάγο σε ζώνες, οι οποίες αναπτύσσονται κυκλικά γύρω από μια πρώτη, κεντρική ζώνη, την εμπορική περιφέρεια. Η επόμενη ζώνη είναι η βιομηχανική (ο παλιός τομέας της πόλης), στην οποία υπάρχουν οι λιγότερες κατοικίες, δεν αποτελεί επιθυμητή ζώνη διαμονής, εξ ου και εμφανίζει μεγάλη κινητικότητα (μεταβατική ζώνη), καθώς σ’ αυτήν καταφεύγουν οι μετανάστες όταν πρωτοέρχονται στο Σικάγο και, γενικότερα, ομάδες χαμηλού εισοδήματος, μέχρι να αποκτήσουν τη δυνατότητα να μετακινηθούν σε καλύτερη περιοχή. Η τρίτη ζώνη είναι αυτή των εργατικών κατοικιών. Η τέταρτη είναι η ζώνη στην οποία κατοικούν τα ευπορότερα στρώματα και, τέλος, η πέμπτη είναι τα προάστια (commuterszone), στα οποία κατοικούν άτομα τα οποία μετακινούνται καθημερινά με διάφορα μέσα για να πάνε στους χώρους εργασίας τους.[20]

            Η ζώνη η οποία χαρακτηρίζεται κατά κύριο λόγο από φαινόμενα κοινωνικής αποδιοργάνωσης, είναι η δεύτερη, η μεταβατική ζώνη, η οποία, λόγω των χαρακτηριστικών της, είναι η πιο υποβαθμισμένη, παρουσιάζει σε μεγέθυνση κοινωνικά προβλήματα συμπεριλαμβανομένης και της εγκληματικότητας.



«Εγκληματικές περιοχές». Οι έρευνες των Clifford R. Shaw  και Henry D. McKay: Το κεντρικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν αυτοί οι σημαντικοί ερευνητές της Σχολής του Σικάγο, οι  Shaw  και McKay, είναι ότι τα ποσοστά εγκληματικότητας συναρτώνται με τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος και το βαθμό κοινωνικής αποδιοργάνωσης που αυτό εμφανίζει και όχι με τα χαρακτηριστικά των ατόμων ή των ομάδων που κατοικούν σ’ αυτό.        Συνοπτικά, τα χαρακτηριστικά των «εγκληματικών περιοχών» είναι: Από χωροταξική άποψη, η εγγύτητα με την πυρήνα της πόλης, τουτέστιν αυξημένα ποσοστά εμφάνιζαν οι περιοχές που βρίσκονταν κοντά στο κέντρο, ενώ τα ποσοστά μειώνονταν όσο πιο μακριά απ’ το κέντρο βρισκόταν η περιοχή. Από κοινωνική άποψη, στις εγκληματικές περιοχές κατοικούν άτομα χαμηλού οικονομικού επιπέδου, μετανάστες και έγχρωμοι. Οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονταν επίσης από μεγάλη ανομοιογένεια και κινητικότητα του πληθυσμού.

Σε σχέση με την μεταβλητή μετανάστευση, το συμπέρασμα ήταν ότι οι μετανάστες εμφάνιζαν ποσοστά εγκληματικότητας υψηλότερα από το μέσο ποσοστό των αυτοχθόνων,  αλλά όχι υψηλότερα από αυτά των αυτοχθόνων που ζούσαν στις ίδιες συνθήκες με τους μετανάστες.[21]

Το πρώτο, λοιπόν, στοιχείο που προέκυψε από τις έρευνές τους, ήταν ότι οι περιοχές με αυτά τα χαρακτηριστικά (μεταβατικές ζώνες), παρουσίαζαν μεγάλα ποσοστά εγκληματικότητας. Το δεύτερο στοιχείο ήταν μια σταδιακή τάση μείωσης των ποσοστών εγκληματικότητας όσο μεγάλωνε η απόσταση από το κέντρο προς στην περιφέρεια.[22] 

            Κεντρική έννοια για την ερμηνεία αυτών των στοιχείων υπήρξε η έννοια της κοινωνικής αποδιοργάνωσης, η οποία συνεπάγεται την συρρίκνωση έως ανυπαρξία άτυπων μορφών πρωτογενούς κοινωνικού ελέγχου. Ανάμεσα στους παράγοντες στους οποίους οι ερευνητές αποδίδουν την κοινωνική αποδιοργάνωση είναι η «βιομηχανική εισβολή» και η συνεχής εισροή και εναλλαγή ομάδων μεταναστών, με αποτέλεσμα υψηλού βαθμού κινητικότητα του πληθυσμού. Έχοντας δε ως δεδομένη την συνθήκη της κοινωνικής αποδιοργάνωσης, την χρησιμοποιούν ως έννοια κλειδί, καθώς απ’ αυτήν απορρέουν φαινόμενα πολιτισμικής και διαπροσωπικής σύγκρουσης,  παράδοση εγκληματικότητας (υπήρχαν περιοχές όπου εμφανιζόταν το ίδιο είδος εγκληματικότητας για μεγάλα χρονικά διαστήματα), ύπαρξης συμμοριών  κλπ. Κατά συνέπεια, η εγκληματικότητα ερμηνεύεται ως φαινόμενο το οποίο παράγεται από διαδικασίες οι οποίες συντελούνται στο εσωτερικό της κοινότητας σε περιοχές που παρουσιάζουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά.

Συνάρτηση μιας παρόμοιας προσέγγισης, η οποία εστιάζει στην προσαρμογή του ατόμου στο περιβάλλον, είναι και οι μορφές κοινωνικού ελέγχου τις οποίες προτείνονται. Οι μορφές αυτές, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχουν κατασταλτικό χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα παρέμβασης στην κοινότητα για την άρση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Το πιο σημαντικό παράδειγμα είναι το Πρόγραμμα των περιοχών του Σικάγο (CAP, Chicago Area Project) των Shaw και McKay, το οποίο έτεινε στην αναδιοργάνωση  της κοινότητας έτσι ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει προληπτικά απέναντι στην εγκληματικότητα. Με άλλα λόγια, είχε έναν «εκπαιδευτικό» χαρακτήρα εξοικείωσης των κατοίκων αυτών των περιοχών σε ένα συμβατικό τρόπο ζωής, τουτέστιν προσαρμογής στην αμερικάνικη κοινωνία.

            Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι η έρευνα για τις εγκληματικές περιοχές, ως ειδικότερο κεφάλαιο της οικολογικής προσέγγισης, αφήνει εντέλει στο απυρόβλητο τις οικονομικές διαδικασίες οι οποίες συντελούνται και έχουν ως αποτέλεσμα  τη δημιουργία αυτών των περιοχών:



Η ερμηνεία του γεωγραφικού υλικού από τους Shaw και McKay  πήρε μια περίεργη τροπή, εντοπίζοντας την θεμελιώδη αιτία της ύπαρξης υποβαθμισμένων περιοχών σε οικολογικούς νόμους. Με τον τρόπο αυτό, η ερμηνεία παρακάμπτει κυρίαρχους θεσμούς και επενδύει τη βιομηχανική εισβολή με μια «νατουραλιστική», φιλοσοφική νομιμοποίηση. Η διαδικασία η οποία δημιούργησε την μεταβατική ζώνη είναι εγγενής, αποτελεί τμήμα του γενικού οικολογικού μεταβολισμού και της οργανικής ανάπτυξης της πόλης  (Snodgrass, 1976: 11)



Edwin Sutherland: Η εγκληματικότητα του λευκού περιλαιμίου και η θεωρία των “διαφορικών συναναστροφών” (Differential Associations)



Ο Sutherland, είναι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της κοινωνιολογίας του εγκλήματος, καθώς το έργο του συνιστά μια κριτική μεγάλης εμβέλειας στις  μέχρι τότε παραδοσιακές εγκληματολογικές θεωρίες.[23] Πολέμιος τόσο των βιολογικών και ψυχολογικών, όσο και των πολυπαραγοντικών προσεγγίσεων, υποστηρίζει  ότι η εγκληματική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μάθησης στο πλαίσιο των συναναστροφών απολύτως φυσιολογικών ατόμων.  Mε τη θεωρία του περί διαφορικών συναναστροφών, η οποία εστιάζει στις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των ομάδων, μεταφέρει τη μελέτη της εγκληματικής συμπεριφοράς από το φυσικό (χωροταξικό), στο ανθρώπινο περιβάλλον της.[24]

            Η έρευνά του για την εγκληματικότητα του λευκού περιλαιμίου, χαρακτηριστικής, δηλαδή, εγκληματικότητας των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων η οποία δεν εμπίπτει συνήθως στις ρυθμίσεις του ποινικού νόμου, δημοσιεύτηκε το 1949 και ήταν αποτέλεσμα έρευνας 30 ετών σε 70 μεγάλες αμερικάνικες επιχειρήσεις.[25]  Η έρευνα αυτή  αποτέλεσε και το βασικό πεδίο εμπειρικής επιβεβαίωσης της θεωρίας του περί διαφορικών συναναστροφών. Στην τελική της διατύπωση, ωστόσο, προϊόν συνεργασίας με τον Donald Cressey, εμφανίστηκε ως ένα γενικό ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο μπορούσε να έχει εφαρμογή σε κάθε περίπτωση εγκληματικότητας,[26] οποιαδήποτε κι αν είναι η κοινωνική προέλευση των  δραστών εγκληματικών ενεργειών.

Με δυο λόγια, ο Sutherland προχώρησε την προβληματική της Σχολής του Σικάγο, αντικαθιστώντας την έννοια της κοινωνικής αποδιοργάνωσης με αυτή της διαφορικής κοινωνικής οργάνωσης (differential social organization). Από την έννοια της διαφορικής κοινωνικής οργάνωσης εκπορεύεται και η θέση η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα της θεωρίας: οι διάφορες κοινωνικές ομάδες  αναπτύσσουν διαφορετική σχέση με την εγκληματικότητα ή τη νομοταγή συμπεριφορά. Κατά συνέπεια, τόσο η εγκληματική, όσο και η νομοταγής συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα διαντίδρασης και μάθησης στο πλαίσιο των κυρίαρχων συναναστροφών του ατόμου.

Το πλαίσιο της θεωρίας των διαφορικών συναναστροφών είναι μια πλουραλιστική κοινωνία (όπως η αμερικάνικη κοινωνία της εποχής του), όπου το άτομο, ανήκοντας ταυτόχρονα σε διαφορετικά ή και αλληλοσυγκρουόμενα συστήματα κανόνων και αξιών, μπορεί να βρεθεί σε καταστάσεις αντινομίας, ηθικού διλήμματος. Θα οδηγηθεί, λοιπόν, στην εγκληματικότητα, όταν θεωρήσει επικρατέστερους τους ορισμούς οι οποίοι ευνοούν την εγκληματικότητα, έναντι των αρνητικών προς αυτήν ορισμών.



Παρατηρούμε  ότι η θεώρηση της έννοιας της συναναστροφής, δεν αναφέρεται τόσο σε εγκληματικές ομάδες ή άτομα τα οποία θεωρούνται εγκληματίες, όσο σε ευνοϊκούς ορισμούς της εγκληματικότητας. Αυτή η διαδικασία μάθησης είναι κοινή τόσο για τον μελλοντικό εγκληματία, όσο και για οποιοδήποτε άλλο μέλος της κοινωνίας: από την στιγμή που δεν αναφέρεται σε μια ιδιαίτερη κοινωνική διαδικασία η οποία να αφορά μόνον τους εγκληματίες, όπως συμβαίνει με προγενέστερες θεωρίες, σ’ αυτή τη σύλληψη είναι ήδη παρούσα in nuce η ιδέα η οποία θα αναδειχθεί από τις θεωρίες της ετικέτας, ότι, δηλαδή,  υπό μία έννοια η παρέκκλιση είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού ελέγχου, καθότι προϊόν μιας διαδικασίας κοινωνικοποίησης σε παρεκκλίνουσες δραστηριότητας (Melossi, 2002: 156)



Η σύνοψη της θεωρίας των διαφορικών συναναστροφών, συνίσταται στα εξής σημεία:



1.     Η εγκληματική συμπεριφορά μαθαίνεται

2.     Η εγκληματική συμπεριφορά μαθαίνεται στο πλαίσιο της διαντίδρασης με άλλα πρόσωπα.

3.      Το βασικό μέρος της μάθησης συντελείται στο πλαίσιο ομάδων στις οποίες τα άτομα συνδέονται με προσωπικούς δεσμούς.[27]

4.      Αυτό το οποίο μαθαίνει το άτομο, είναι αφ’ ενός μεν οι τεχνικές (άλλοτε σύνθετες, άλλοτε απλές) τουτέστιν η πρακτική πλευρά της εγκληματικής δραστηριότητας, αφ’ ετέρου δε οι τρόποι ουδετεροποίησης της συμβατικής ηθικής, τουτέστιν οι στάσεις απέναντι στη συμβατική ηθική, οι οποίες θα διευκολύνουν το πέρασμα στην εγκληματική δραστηριότητα.

5.      Ο συγκεκριμένος προσανατολισμός των στάσεων του ατόμου απέναντι στη συμβατική ηθική και την έννομη τάξη, μαθαίνεται μέσω του θετικού ή αρνητικού χαρακτηρισμού των κανόνων στο πλαίσιο των συναναστροφών του.

6.      Το άτομο υιοθετεί την εγκληματική συμπεριφορά, όταν υπερέχουν οι ορισμοί οι οποίοι ευνοούν την εγκληματική δραστηριότητα, έναντι των αρνητικών προς αυτήν. Αυτό αποτελεί τον πυρήνα των διαφορικών συναναστροφών, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, τα άτομα ανήκουν ταυτόχρονα σε διαφορετικές ομάδες, των οποίων οι κανόνες και οι αξίες μπορεί να βρίσκονται σε σύγκρουση. Κατά συνέπεια, όταν υπερέχουν οι συναναστροφές με άτομα τα οποία υιοθετούν θετική στάση απέναντι στην έννομη τάξη, δεν υφίσταται ο αναγκαίος όρος  για την υιοθέτηση της εγκληματικής συμπεριφοράς.

7.      Οι διαφορικές συναναστροφές  ποικίλουν ως προς τη συχνότητα, τη διάρκεια, την προτεραιότητα και την ένταση.  Αυτό αφορά τις συναναστροφές τόσο με ομάδες προσανατολισμένες στην εγκληματική δραστηριότητα, όσο και ομάδες που αναπτύσσουν αρνητική στάση απέναντι σ’ αυτήν.

8.      Η διαδικασία μάθησης της εγκληματικής συμπεριφοράς δεν αποτελεί μια ειδική διαδικασία αλλά αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία μάθησης.

9.      Τόσο η εγκληματική, όσο και η μη εγκληματική συμπεριφορά συνιστά έκφραση γενικών αναγκών και αξιών. Κατά συνέπεια, η εγκληματική συμπεριφορά δεν μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα αυτών των αξιών και αναγκών γιατί η έκφρασή τους δεν αποτελεί ειδοποιό διαφορά σε σχέση με τη νομοταγή συμπεριφορά. Για παράδειγμα, η αξία του χρήματος και η ανάγκη να αποκτηθεί μπορεί να οδηγήσει στην κλοπή, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε μια επιτυχημένη και προσοδοφόρα επαγγελματική δραστηριότητα.



Μια από τις βασικές κριτικές που ασκήθηκαν στη θεωρία των διαφορικών συναναστροφών αφορά το γεγονός ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια θεωρία της «μετάβασης στην εγκληματικότητα», η οποία δεν αναφέρεται στις γενεσιουργές αιτίες της. Μ’ αυτήν την έννοια δεν μπορεί να οδηγήσει σε προτάσεις για τον έλεγχο της εγκληματικότητας, καθώς, όπως λέει ο Melossi, πρόκειται για μια οξύμωρη «πρόβλεψη εκ των υστέρων» (Melossi, 2002: 161). Μια άλλη κατηγορία κριτικών αφορούν τον αυστηρά ντετερμινιστικό της χαρακτήρα. Αναφέρω ενδεικτικά τον σχολιασμό της θεωρίας από τον David Matza, σύμφωνα με τον οποίο η έννοια των συναναστροφών, έτσι όπως αναπτύσσεται στη θεωρία του Sutherland, δεν  ανταποκρίνεται στις ανάγκες μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, γιατί αγνοεί το στοιχείο της επιλογής, της βούλησης. Δηλαδή, η  μύηση του ατόμου στην εγκληματική συμπεριφορά στο πλαίσιο συναναστροφών όπου υπερισχύουν θετικοί ορισμοί της εγκληματικότητας,  παρουσιάζει μια αναλογία με το ιατρικό μοντέλο της επιδημίας, η λογική της επιδημίας μετεγγράφεται στην ανθρώπινη συμπεριφορά: το άτομο θα «κολλήσει» την εγκληματικότητα αν βρεθεί στο κατάλληλο περιβάλλον και εκτεθεί επαρκώς στην επιρροή του (Matza, 1969 / 1976: 161 κ.ε.).



O δομολειτουργισμός και η θεωρία της ανομίας του Robert Merton



Αν οι θεωρίες της Σχολής του Σικάγο αναφέρονταν σε μια πλουραλιστική κοινωνία, με αλληλοσυγκρουόμενα συστήματα αξιών, όπως η αμερικάνικη κοινωνία της εποχής, και έτειναν στην ενσωμάτωση των ετερογενών ομάδων σε μια ενιαία κουλτούρα – αυτή της αμερικάνικης μεσαίας τάξης -  η προοπτική στην οποία εντάσσεται η θεωρία της ανομίας παραπέμπει σ’ ένα κοινωνικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και αρμονία, βασισμένο στη καθολική συναίνεση γύρω από ένα κεντρικό σύστημα αξιών. Κατά συνέπεια, η παρέκκλιση και η εγκληματικότητα καθίστανται συνώνυμο της μη ένταξης, της μη ενσωμάτωσης σ’ ένα κοινωνικό σύστημα ικανό να ενσωματώνει και να προσαρμόζεται επιτυγχάνοντας κάθε φορά μια νέα ισορροπία. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει σύγκρουση, αλλά ελλιπής ενσωμάτωση στο κυρίαρχο σύστημα αξιών, την οποία θα  πρέπει να αντιμετωπίσουν τα συστήματα κοινωνικού ελέγχου. Σ’ αυτή τη θεωρητική βάση, οι συμπεριφορές μη συμμόρφωσης δεν θεωρούνται αποτέλεσμα κοινωνικής αποδιοργάνωσης ή διαφορικής κοινωνικής οργάνωσης, δεν μελετώνται ως συμπεριφορές συμμόρφωσης σε εναλλακτικά συστήματα αξιών. Η έννοια του κοινωνικού ελέγχου δεν αποκτά παρόμοιες εκδοχές, αλλά επανέρχεται στην πιο συμβατική μορφή της: Ο κοινωνικός έλεγχος ασκείται ως  απάντηση στις καταστάσεις «μη ενσωμάτωσης» (βλέπε παρέκκλισης).



Περνάμε, λοιπόν, σε μια αντίληψη περί κοινωνικού ελέγχου ως συστατικής διαδικασίας της ίδιας της κοινωνικής τάξης (social order), στην ιδέα σύμφωνα με την οποία συνιστά μια απάντηση της κοινωνίας σε φαινόμενα παρέκκλισης τα οποία, υπό μια έννοια, δεν είναι ερμηνεύσιμα κοινωνιολογικά. Δεν είναι τυχαίο το ότι η θεωρία της ανομίας του Robert Merton, μαθητή και συνάδελφου του  Parsons,[28] αναφέρεται στην ελλιπή εσωτερίκευση των κανόνων που αφορούν την επίτευξη των κοινωνικά προσδιορισμένων στόχων και κυρίως στα χρησιμοποιούμενα μέσα για την επίτευξή τους ως κύρια αιτία της παρέκκλισης. Για τον Merton, λοιπόν, η μοίρα των παρεκκλινόντων δεν μπορεί παρά να κυμαίνεται μεταξύ οπορτουνισμού και αποτυχίας (Melossi, 2002: 167)



Με τη θεωρία της ανομίας, λοιπόν, η κοινωνιολογική προβληματική περί παρέκκλισης και εγκλήματος απομακρύνεται από την υπόθεση της κοινωνικής παθολογίας και της κοινωνικής αποδιοργάνωσης, έννοιες με βάση τις οποίες συγκροτήθηκε το ερμηνευτικό πλαίσιο της εγκληματικότητας από τη Σχολή του Σικάγο. Ακόμα περισσότερο, εγκαταλείπεται οποιοδήποτε εκδοχή της έννοιας της παθολογίας, καθώς η εγκληματικότητα μελετάται ως ένα φυσιολογικό κοινωνικό φαινόμενο.

            Η θεωρία της ανομίας του Merton, έχει ως αφετηρία το έργο του Emile Durkheim, [29]  σύμφωνα με τον οποίο το έγκλημα, στο βαθμό που δεν υπερβαίνει ένα ορισμένο επίπεδο, συνιστά ένα φυσιολογικό φαινόμενο, παρόν σε κάθε κοινωνία, έστω κι αν μεταβάλλονται οι μορφές και τα ποσοστά του. Αντίθετα, παθολογικό φαινόμενο είναι η πλήρης καταστολή, η εξαφάνιση του εγκλήματος, γιατί αυτό μπορεί να σημαίνει μια κοινωνική αταξία, για παράδειγμα να είναι δείκτης μιας υπερελεγχόμενης κοινωνίας.

Πέραν του ότι το έγκλημα αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε υγιούς κοινωνίας, στην ανάλυση του Durkheim, του αποδίδεται κι ένας λειτουργικός χαρακτήρας:  Το έγκλημα διεγείρει και προκαλεί την κοινωνική αντίδραση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διατηρεί ζωντανό το συλλογικό συναίσθημα που υπαγορεύει την υπακοή στους κανόνες. Επιπλέον, μπορεί να συντελέσει στον μετασχηματισμό, τη μεταβολή της ηθικής της συνολικής κοινωνίας, καθώς συχνά η συμπεριφορά μη συμμόρφωσης μπορεί να έχει έναν καινοτόμο χαρακτήρα, με την έννοια ότι μπορεί να  είναι προάγγελος μιας μελλοντικής ηθικής.                                                        

            Ο Durkheim πραγματεύεται το θέμα της ανομίας στο έργο του Αυτοκτονία (1987), όπου μελετώνται οι δομικοί παράγοντες της αυτοκτονίας. Δηλαδή, συναρτά την ανομική αυτοκτονία με μεταβολές οι οποίες συντελούνται στην κοινωνικο-οικονομική δομή. Με άλλα λόγια, αύξηση των ποσοστών αυτοκτονίας δεν εμφανίζεται μόνον σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, ως αποτέλεσμα της  πίεσης που ασκεί στον πληθυσμό αυτή η οικονομική συνθήκη, αλλά και σε περιόδους αιφνίδιας οικονομικής ανόδου, γιατί η ταχύτητα με την οποία συντελείται αυτή η οικονομική διαδικασία βάζει σε κρίση την ισορροπία ανάμεσα στους στόχους και τα κοινωνικά αποδεκτά μοντέλα για την επίτευξή τους.

            Την διάσταση ανάμεσα στους στόχους και τα κοινωνικά αποδεκτά μοντέλα για την επίτευξή τους συναντάμε και στην ανάλυση του Merton, πυρήνας της θεωρίας του οποίου είναι ακριβώς η διάσταση μεταξύ πολιτισμικής και κοινωνικής δομής.

            Ειδικότερα: Η πολιτισμική δομή, σε μια δεδομένη στιγμή ανάπτυξης της κοινωνίας, περιλαμβάνει τους κοινωνικά προσδιορισμένους στόχους στην επίτευξη των οποίων τείνουν τα άτομα. Βασικός στόχος  στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της ανάλυσης του, είναι η οικονομική επιτυχία, καθώς στις ανεπτυγμένες, ανταγωνιστικές κοινωνίες ο πλούτος επενδύεται με έναν πολύ σημαντικό συμβολικό χαρακτήρα. Η πολιτισμική δομή περιλαμβάνει επίσης τα νόμιμα μέσα για την επίτευξή αυτών των στόχων. Η θεωρία του, λοιπόν, προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνικής συναίνεσης σε ό,τι αφορά τους στόχους τους οποίους περιλαμβάνει η πολιτισμική δομή. Η συναίνεση αυτή, όμως, χάνεται σε ό,τι αφορά τα μέσα για την επίτευξη των στόχων, καθώς η καθολική χρήση των νόμιμων μέσων προσκρούει στην κοινωνική δομή και την άνιση κατανομή των ευκαιριών και των δυνατοτήτων πρόσβασης στα νόμιμα μέσα για την επίτευξη των στόχων. Με άλλα λόγια, οι δυνατότητες επίτευξης των στόχων με τη χρήση νόμιμων μέσων (νομοταγής συμπεριφορά), είναι συνάρτηση της διαφορετικής τοποθέτησης του ατόμου στην κοινωνική δομή.  Έτσι, η - συναρτημένη προς την έννοια της δημοκρατίας - ιδεολογία ισότητας, η οποία υποστηρίζει την ισοκατανομή των ευκαιριών (οιαδήποτε κι αν είναι η θέση του ατόμου στην κοινωνική δομή, μπορεί να προσβλέπει στο αμερικάνικο όνειρο της επιτυχίας) προσκρούει στην πραγματικότητα της κοινωνικής ανισότητας. 

            Ωστόσο, στην ανάλυση του Merton, ούτε η διάσταση μεταξύ πολιτισμικής και κοινωνικής δομής, ούτε το γεγονός ότι άτομα προερχόμενα από κοινωνικά ανίσχυρες ή περιθωριοποιημένες ομάδες μπορεί να καταφύγουν σε παράνομα μέσα για να επιτύχουν τους στόχους, συνιστούν  παθολογικά φαινόμενα, στο βαθμό που δεν υπερβαίνουν κάποια όρια τα οποία υποδεικνύουν μια κατάσταση κρίσης της πολιτισμικής δομής. Όταν, δηλαδή, οξύνεται σε τέτοιο βαθμό η διάσταση ανάμεσα στους πολιτισμικά καθορισμένους στόχους και τη δυνατότητα επίτευξής τους με νόμιμα μέσα, ώστε ολόκληρα κοινωνικά στρώματα να καταφεύγουν σε παράνομα μέσα. [30]  

            Στο πλαίσιο αυτής ανάλυσης, η παρέκκλιση και το έγκλημα μελετώνται ως μια πιθανή απάντηση των ατόμων που επιδιώκουν την επίτευξη των στόχων με την προσφυγή σε μη νόμιμα μέσα.  Ο  Merton περιγράφει πέντε πιθανούς, εναλλακτικούς τρόπους προσαρμογής των ατόμων απέναντι στη διάσταση μεταξύ πολιτισμικής και κοινωνικής δομής: τον κονφορμισμό, την καινοτομία, την τυπολατρεία, τον αναχωρητισμό και την εξέγερση.[31] Καθένας απ’ αυτούς καθορίζεται από μια διαφορετική στάση του ατόμου (αποδοχή, απόρριψη, υποκατάσταση)  απέναντι στους στόχους και τα μέσα.[32]

            Ο πιο ενδιαφέρων, από εγκληματολογική άποψη, τύπος προσαρμογής είναι η καινοτομία, η οποία, όμως, δεν έχει σχέση με την θεώρησή της από τον  Durkheim, όπως την αναφέραμε παραπάνω. Η καινοτομία στην ανάλυση του Merton συνίσταται σε μια στάση η οποία αποδέχεται μεν τους πολιτισμικά καθορισμένους στόχους, αλλά απορρίπτει να νόμιμα μέσα. Αυτός ο τύπος προσαρμογής, λοιπόν, αναφέρεται στην επιλογή παράνομων μέσων για την επίτευξη των στόχων, κατά συνέπεια στην εγκληματική απάντηση.

            Όπως σχολιάζει ο Melossi, από τη θεωρία του Merton, θα μπορούσε να συνάγει κανείς δύο τρόπους  αντίστασης απέναντι στη χρήση παράνομων μέσων: την ηθική και το δίκαιο, τουτέστιν αυτό το οποίο συνήθως ορίζεται ως άτυπος και επίσημος κοινωνικός έλεγχος. Εάν, λοιπόν, στο πλαίσιο του άτυπου κοινωνικού ελέγχου δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην επίτευξη των στόχων, από αυτή η οποία δίδεται στη χρήση νόμιμων μέσων, απειλείται η ηθική και απαιτείται η παρέμβαση του δικαίου, τουτέστιν του επίσημου κοινωνικού ελέγχου.



Με άλλα λόγια, μια θεωρία όπως αυτή του Merton, η οποία ουσιαστικά δείχνει πώς η έμφαση στο ζήτημα των στόχων είναι πιο σημαντική από αυτή που δίδεται στη νομιμότητα των μέσων για την επίτευξη των στόχων, ανοίγει δύο δυνατότητες κοινωνικής παρέμβασης: 1) Ενίσχυση των πολιτικών ίσων ευκαιριών, η οποία είναι η δυνατότητα του Κράτους Πρόνοιας: η ιδέα ότι, βοηθώντας τους λιγότερο ευνοημένους, τοποθετείται ο καθένας στο ίδιο σημείο εκκίνησης, μειώνοντας την απογοήτευση των χαμένων. 2) Ενίσχυση των κυρώσεων, δηλαδή της χρήσης του ποινικού νόμου, έτσι ώστε αν η πρόσδεση στους κανόνες δεν απορρέει απ’ την ηθική, να απορρέει από οπορτουνισμό: όπως είχε υποστηρίξει πολλά χρόνια πριν ο Machiavelli, «είναι πολύ πιο ασφαλές να σε φοβούνται από το να σε αγαπούν, αν θα πρέπει να λείπει το ένα από τα δύο (Melossi, 2002: 171-2)



Η πολιτική των ΗΠΑ μέχρι τη δεκαετία του ’60 ήταν προσανατολισμένη προς την πρώτη μορφή παρέμβασης, κατάσταση η οποία άλλαξε στη δεκαετία του ’70 για να προσανατολισθεί σε παρεμβάσεις κατασταλτικού κυρίως τύπου οι οποίες εφαρμόζονται, ενισχυμένες μάλιστα στις τελευταίες δεκαετίας, μέχρι σήμερα.[33]



Θεωρίες για τις υποπολιτισμικές ομάδες: Albert Cohen,, Richard Cloward & Lloyd Ohlin



Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι θεωρίες αυτές σε μεγάλο βαθμό συμπληρώνουν τη θεωρία του Merton με αφετηρία κριτικές οι οποίες ασκήθηκαν τόσο στις υποθέσεις τις οποίες επέλεξε ο  Merton, όσο και τον τρόπο με τον οποίο τις διαχειρίστηκε.

            Ειδικότερα, ο Albert Cohen, συγγραφέας του έργου Delinquent Boys (1955), εστιάζει την κριτική του στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε ο Merton το θέμα της πολιτισμικής δομής. Το γεγονός, δηλαδή, ότι θεώρησε δεδομένη τη συναίνεση απέναντι στους στόχους και ασχολήθηκε με το ζήτημα των δυνατοτήτων πρόσβασης στα νόμιμα μέσα.

            Σχετική είναι και η κριτική των Cloward και Ohlin, συγγραφέων του έργου Delinquency and Opportunity (1960), σύμφωνα με τους οποίους εάν οι στόχοι στους οποίους τείνουν τα άτομα είναι μόνον ωφελιμιστικοί, δεν μπορούν να ερμηνευθούν οι μορφές εγκληματικότητας οι οποίες εκδηλώνονται στο πλαίσιο των νεολαιίστικων συμμοριών που αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης στη δεκαετία του ’50 (φαινόμενα βίας, βανδαλισμού κλπ.)

            Παράλληλα, οι παραπάνω ερευνητές, ασχολήθηκαν με συλλογικές συμπεριφορές μη συμμόρφωσης (νεολαιίστικες υποκουλτούρες), σε αντίθεση με τον Merton ο οποίος αναφέρθηκε σε ατομικές μορφές προσαρμογής στη συνθήκη διάστασης μεταξύ πολιτισμικής και κοινωνικής δομής.  

            Η συμβολή του Cohen, συνίσταται στο γεγονός ότι μελέτησε τόσο τους λόγους δημιουργίας της εγκληματικής υποκουλτούρας, όσο και το ειδικότερο περιεχόμενό της. Ειδικότερα, περιγράφει την εγκληματική υποκουλτούρα ως ένα, εναλλακτικό ως προς το κυρίαρχο, σύστημα ενσωμάτωσης, το οποίο παρέχει λύσεις σε προβλήματα προσαρμογής που αντιμετωπίζουν νεαροί της εργατικής τάξης και για τα οποία οι συμβατικές λύσεις δεν είναι ικανοποιητικές. Έτσι, οι αξίες της εγκληματικής υποκουλτούρας έχουν, υπό μια έννοια, ως σημείο αναφοράς τα standards της μεσαίας τάξης, της οποίας η ηθική εμφανίζεται ανεστραμμένη στο πλαίσιο της υποκουλτούρας: ό,τι θεωρείται σωστό στο πλαίσιο της συμβατικής ηθικής, απορρίπτεται στο πλαίσιο της εγκληματικής υποκουλτούρας, ενώ ενθαρρύνονται αξίες οι οποίες είναι καταδικαστέες στο πλαίσιο της συμβατικής ηθικής. Το αποτέλεσμα είναι μια κουλτούρα η οποία χαρακτηρίζεται από στοιχεία ανορθολογισμού (όπως στην περίπτωση φαινομένων βανδαλισμού), αρνητισμού (αποχή από συμβατικές δραστηριότητες όπως η δουλειά, οι καλές επιδόσεις στο σχολείο ή η εκπαίδευση συνολικά) κλπ., τα οποία επιτρέπουν στα μέλη της όχι απλώς να εκφράσουν, αλλά και να δικαιολογήσουν την στάση «μη αναμέτρησης» με τους συμβατικούς όρους οι οποίοι τους θέτουν εξ ορισμού σε μειονεκτική θέση. Να αιτιολογήσουν την κοινωνική τους αποστέρηση και απογοήτευση, με άλλα λόγια. Ο Cohen, ωστόσο, εισάγει και μια άλλη μεταβλητή, η οποία αφορά όχι την οικονομική κατάσταση, αλλά το κοινωνικό status της μεσαίας τάξης. Δηλαδή, τις αποστερήσεις τις οποίες βιώνουν οι νέοι των κατώτερων στρωμάτων στην διεκδίκηση βελτίωσης του κοινωνικού τους  status.          Έτσι, κατά τρόπο ανάλογο με την ανάλυση του Merton, πίσω από την επιφανειακή αυτονομία της υποπολιτισμικής ομάδας, υπονοείται σαφώς η εξάρτησή της από το κυρίαρχο σύστημα αξιών, καθώς η συγκρότησή της τείνει ακριβώς στην επίλυση προβλημάτων που θέτει η τοποθέτησή των μελών της στην κοινωνική δομή, η οποία καθορίζει και τις μειωμένες ευκαιρίες  κοινωνικής καταξίωσης και επιβεβαίωσης  με συμβατικούς τρόπους. 

            Οι Cloward και Ohlin, επιχειρούν να συνδυάσουν τη θεωρία του Merton με αυτή του Sutherland. Σε ό,τι αφορά την επίδραση από τη θεωρία του Merton, αναφέρονται και αυτοί σε  μορφές προσαρμογής στις κοινωνικές συνθήκες οι οποίες καθορίζουν την ανισοκατανομή των ευκαιριών πρόσβασης στους στόχους με νόμιμα μέσα. Όπως προαναφέρθηκε, όμως, η δική τους έρευνα αφορά συλλογικές και όχι ατομικές μορφές προσαρμογής.

Για μια ακόμα φορά, λοιπόν, προϋποτίθεται η συναίνεση ως προς τους στόχους και η απουσία εναλλακτικών, αυτόνομων αξιών από τους νεαρούς της κατώτερης τάξης. Σε σχέση δε με την μεταβλητή βελτίωσης του κοινωνικού status, την οποία εισήγαγε ο Cohen, θεωρούν ότι η βελτίωση του οικονομικού και του κοινωνικού status αποτελούν δύο ανεξάρτητες διεκδικήσεις, οι οποίες μπορεί να λειτουργήσουν αυτόνομα. Σ’ αυτή τη θέση βασίζεται την τυπολογία τους για τις κατηγορίες που προκύπτουν ανάλογα με τον προσανατολισμό των νεαρών της εργατικής τάξης. Αν, δηλαδή, ο προσανατολισμός αφορά την συμμετοχή στην μεσαία τάξη ή/και τη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης.   Η εγκληματική υποκουλτούρα είναι αυτή της οποίας οι αξίες υπαγορεύουν συμπεριφορές απόκτησης πλούτου με παράνομους τρόπους, χωρίς να υπάρχει ενδιαφέρον για την συμμετοχή στη μεσαία τάξη, το κοινωνικό status της μεσαίας τάξης. Έτσι, η σύγκρουση με τη συμβατική ηθική απορρέει τόσο από αυτό που απορρίπτουν (η ηθική της μεσαίας τάξης), όσο και από αυτό το οποίο υιοθετούν (με κάθε τρόπο απόκτηση πλούτου).

            Οι επιρροές από τη Σχολή του Σικάγο και τη θεωρία του Sutherland, αφορούν τη διαφορική κατανομή των ευκαιριών πρόσδεσης με εγκληματικά μοντέλα συμπεριφοράς: οι ευκαιρίες είναι περισσότερες για τα μέλη των χαμηλότερων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων,  τους νέους των slums και των υποβαθμισμένων  περιοχών, για τους οποίους, ούτως ή άλλως, είναι περιορισμένες οι δυνατότητες πρόσβασης στα νόμιμα μέσα. Οι Cloward και Ohlin, ανατρέχουν τέλος στον Sutherland για να ερμηνεύσουν την μεταβίβαση και την αναπαραγωγή αυτών των μοντέλων προσαρμογής.

           

Gresham Sykes και David Matza: Μια αναθεώρηση των υποπολιτισμικών θεωριών: Οι τεχνικές ουδετεροποίησης



Στο πλαίσιο των παραδοσιακών προσεγγίσεων του υποπολιτισμικού φαινομένου, στις οποίες αναφερθήκαμε, η υπόθεση είναι αυτή της ύπαρξης ενός κεντρικού συστήματος κανόνων που αποσπά μια ακέραιη και καθολική συναίνεση. Αυτό οδηγούσε στη μελέτη κάποιων εναλλακτικών κέντρων ενσωμάτωσης (τις υποκουλτούρες) ως αυστηρά οριοθετημένων ως προς το κυρίαρχο σύστημα κανόνων, άρα απόβλητων απ’ αυτό. Κατά τους Sykes και Matza, αντίθετα, οι υποπολιτισμικές ομάδες δεν αποτελούν αυστηρά οριοθετημένα συστήματα αξιών σε σχέση με το κυρίαρχο, καθώς το κυρίαρχο σύστημα ενθαρρύνει τόσο τις συμβατικές, όσο και τις παραβατικές συμπεριφορές. Με άλλα λόγια, εκτός από τις έκδηλες αξίες εμπεριέχει και αυτές τις οποίες οι συγγραφείς ορίζουν ως υπόγειες αξίες (subterranean values): κυνήγι της περιπέτειας, του κινδύνου, αποχή από την εργασία, επιθυμία επιβεβαίωσης μέσα από τη χρήση βίας κλπ.

Η έκφραση αυτών των αξιών δεν είναι καθολικά απαγορευμένη. Αντίθετα είναι ανεκτή, αλλά μόνον στο πλαίσιο κάποιων θεσμοποιημένων περιόδων που συνδέονται με τις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου. Δεν βρίσκονται, λοιπόν, εκτός του ηθικού σύμπαντος το οποίο προσδιορίζει τα όρια των συμπεριφορών συμμόρφωσης, ενώ πρόκειται για αξίες οι οποίες είναι κοινές σ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Έτσι η αποχή από την εργασία, το κυνήγι της περιπέτειας, του κινδύνου, των έντονων συγκινήσεων κλπ. είναι συμπεριφορές κοινωνικά ανεκτές στο πλαίσιο θεσμοποιημένων περιόδων, δηλαδή στο πλαίσιο του ελεύθερου χρόνου.

Αν λοιπόν, στις σύγχρονες κοινωνίες, η κοινωνικοποίηση στο πλαίσιο της συμβατικής ηθικής επιτάσσει προγραμματισμό, αυτοέλεγχο, σκληρή δουλειά και προκαλεί αναστολές ή αντιδράσεις απέναντι σε συμπεριφορές που δεν υπακούουν στους κανόνες αυτής της ηθικής, στη θεσμοποίηση περιόδων ελεύθερου χρόνου εμπεριέχονται και οι «ασφαλιστικές δικλείδες», η κοινωνική ανοχή, δηλαδή, για το παροδικό πέρασμα σε μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου αυτοί οι κανόνες ατονούν.

Από αυτήν την ανάλυση προκύπτει ότι οι υποπολιτισμικές ομάδες δεν είναι αυστηρά περιχαρακωμένα συστήματα αξιών σε σχέση με τη συμβατική ηθική, ενώ, παράλληλα, η παραβατική συμπεριφορά δεν συνεπάγεται πλήρη χειραφέτηση από τη συμβατική ηθική: 

Τη μη πλήρη χειραφέτηση του νεαρού παραβάτη από τη συμβατική ηθική υποδηλώνει η ύπαρξη των λεγόμενων τεχνικών ουδετεροποίησης (Sykes, G. & D. Matza, 1957)

Οι τεχνικές ουδετεροποίησης είναι οι εξής:

1.      Άρνηση της ευθύνης  (δεν φταίω εγώ, αλλά οι συνθήκες, το περιβάλλον, η οικογένεια)

2.      Άρνηση της βλάβης (το κλεμμένο αντικείμενο δεν θα λείψει από τον ιδιοκτήτη, μπορεί εύκολα να το αντικαταστήσει

3.      Άρνηση του θύματος (υποτίμηση του θύματος: έπαθε αυτό που του αξίζει)

4.      Καταδίκη των καταδικαζόντων (η κοινωνία είναι άδική, η δικαιοσύνη διεφθαρμένη κλπ.)

5.      Επίκληση ανώτερων ιδανικών (υπακοή σε μια ανώτερη ηθική η οποία εκφράζεται στο πλαίσιο της ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο ή στην οποία ηθική αναφέρεται)



Οι τεχνικές ουδετεροποίησης δεν αποτελούν δικαιολογίες προς τρίτους ή εκ των υστέρων εκλογικεύσεις. Η λειτουργία τους τοποθετείται σε ένα επίπεδο προγενέστερο της εκδήλωσης της παραβατικής συμπεριφοράς ακριβώς για να διευκολύνει την εκδήλωσή της και να θεωρήσει το άτομο ηθικά δικαιωμένη τη συμπεριφορά του, έστω κι αν αυτή είναι παραβατική. Ο ανήλικος παραβάτης, λοιπόν, δεν αρνείται ούτε αντιπαρατίθεται στη συμβατική ηθική. Την ουδετεροποιεί. Έτσι, παρέχεται στην παραβατική συμπεριφορά μια ερμηνεία τέτοια, ώστε ο ανήλικος παραβάτης να αισθάνεται ακόμα προσδεδεμένος στο κυρίαρχο σύστημα αξιών, του οποίου όμως τις επιταγές ερμηνεύει κατά τέτοιο τρόπο ώστε η παραβίασή τους να εμφανίζεται ηθικά δικαιωμένη.

Μέσα από αυτό το σχήμα, λοιπόν, (υπόγειες αξίες / τεχνικές ουδετεροποίησης) μελετάται η σχέση του νεαρού παραβάτη με το κυρίαρχο σύστημα αξιών: Οι υπόγειες αξίες εξηγούν την αρχική έλξη προς την παραβατική συμπεριφορά με βάση ένα πλαίσιο αξιών το οποίο δεν αποτελεί ένα κλειστό σύστημα σε σχέση με το κυρίαρχο, ενώ οι τεχνικές ουδετεροποίησης διευκολύνουν την ουδετεροποίηση της συμβατικής ηθικής προς την οποία ο ανήλικος παραβάτης αισθάνεται ακόμα προσδεδεμένος.

            Το ευρύτερο θεωρητικό σχήμα του David Matza αναφέρεται σε έναν ήπιο ντετερμινισμό. Μια συνθήκη, δηλαδή, στην οποία χωρίς να αναγνωρίζει μια απόλυτη ελευθερία της βούλησης, αναγνωρίζεται, ωστόσο, η ύπαρξη επιλογών. Υιοθετεί, δηλαδή, μια ενδιάμεση θέση μεταξύ ντετερμινισμού και ελεύθερης βούλησης, την οποία εκφράζεται η πολύ σημαντική στο έργο του έννοια του Drift [34]  (Matza, 1964)

Ο Matza περιγράφει μ’ αυτήν την έννοια μια κατάσταση η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην ελευθερία και τον έλεγχο. Η βάση της είναι ένας κοινωνικός χώρος όπου ο συμβατικός έλεγχος είναι μειωμένος - δεν λείπει απόλυτα λόγω της ιδιαίτερης κοινωνικής κατάστασης του ανηλίκου (οικογένεια, ενδεχομένως σχολείο), αλλά είναι μειωμένος. Άρα, υπάρχει κάποιος βαθμός απόσυρσης από το συμβατικό έλεγχο, αλλά όχι απόλυτη απόσυρση. Παράλληλα, δεν υπάρχει μια αυτόνομη, οργανωμένη υποκουλτούρα από τη μεριά του ανηλίκου, τέτοια που να αποτελεί ισχυρή πηγή ελέγχου και ώθησης προς την παράνομη δραστηριότητα. Αυτή η υποκουλτούρα, όπως την προσδιορίζει ο Matza., δεν είναι ένα κλειστό σύστημα σε σχέση με την συμβατική κοινωνία, καθώς την περιγράφει ως ένα λίγο πολύ ασταθές σύστημα, κατά συνέπεια πάντα ανοικτό στις επιρροές της συμβατικής ηθικής, αλλά και πάντα έτοιμο να τις απωθήσει. Ο ανήλικος, λοιπόν, βρίσκεται ανάμεσα στη συμμόρφωση και την παράνομη δραστηριότητα, ενώ η πορεία μπορεί να αντιστραφεί αν η ρουτίνα των συμβατικών δραστηριοτήτων διακοπεί. Κατά συνέπεια, περιγράφεται μια μεταβατική κατάσταση η οποία μπορεί να οδηγήσει στη συμμόρφωση ή την παραβατικότητα.



Thorsten Sellin: Η θεωρία της πολιτισμικής σύγκρουσης



Σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτισμικής σύγκρουσης, η εγκληματική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα σύγκρουσης πολιτισμικών αξιών. Με άλλα λόγια, οφείλεται στο γεγονός ότι οι διάφορες ομάδες στις οποίες ανήκει ένα άτομο ορίζουν με διαφορετικό τρόπο την προσήκουσα συμπεριφορά σε μια συγκεκριμένη περίσταση.            Κατά τον Sellin, ο επιστημονικός ορισμός του εγκλήματος δεν μπορεί να ταυτίζεται με τον νομικό διότι οι νομικοί ορισμοί δηλώνουν εξωτερικές ιδιότητες και όχι εσωτερικές ομοιότητες. Ως εκ τούτου είναι ακατάλληλοι ενόψει του βασικού επιστημονικού στόχου, ο οποίος είναι η αιτιολογική προσέγγιση. Ο όρος έγκλημα, λοιπόν, θα πρέπει να παραμείνει σε ό,τι αφορά τις ποινικά κολάσιμες πράξεις και να χρησιμοποιείται ο όρος αντικανονική διαγωγή για τις παραβάσεις των κανόνων, είτε αυτοί είναι νομικοί, είτε όχι.

Αφετηρία της θεωρίας του Sellin αποτελεί η έννοια του κανόνα διαγωγής, ο οποίος είναι δημιούργημα της κοινωνικής ζωής, δεν έχει οριοθετείται πολιτικά ή εδαφικά, ούτε εμπεριέχεται αναγκαστικά σε νόμους. Είναι η αποκρυσταλλωμένη στάση μιας ομάδας έναντι των διαφόρων τρόπων με τους οποίους ένα άτομο οφείλει να ενεργεί κάτω από δεδομένες περιστάσεις.



[…] η έρευνα των κανόνων διαγωγής, θα μπορούσε να παρέχει την καταλληλότερη βάση για την ανάπτυξη των επιστημονικών κατηγοριών σε σύγκριση με την έρευνα των εγκλημάτων όπως ορίζονται από τον ποινικό νόμο. Μια τέτοια έρευνα θα περιλάμβανε την απομόνωση και την ταξινόμηση των κανόνων σε καθολικές κατηγορίες, υπερβαίνοντας τα εδαφικά και άλλα όρια, μια αναγκαιότητα η οποία τίθεται από τη λογική της επιστήμης. Η έρευνα του τρόπου με τον οποίο οι κανόνες διαγωγής διαμορφώνονται, συσχετίζονται ο ένας με τον άλλο και με άλλα πολιτισμικά στοιχεία, καθώς και η έρευνα των αλλαγών και διαφοροποιήσεων στις παραβάσεις των κανόνων και η σχέση αυτών των παραβάσεων με άλλα πολιτισμικά φαινόμενα, αποτελούν σίγουρα ερωτήσεις τις οποίες ο κοινωνιολόγος, μέσα από την εκπαίδευση και τα ενδιαφέροντά του, πρέπει να θεωρήσει ότι εμπίπτουν στον κλάδο του (Sellin, 1938, σ. 471 του σχετικού κειμένου που περιλαμβάνεται στον φάκελο)



Λογικό επακόλουθο των παραπάνω είναι ότι ο κανόνας διαγωγής μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με τους νομικούς κανόνες, κατά συνέπεια η εγκληματική συμπεριφορά να είναι αποτέλεσμα συμμόρφωσης του ατόμου στους πολιτισμικούς κώδικες της ομάδας προέλευσης. Το πολύ γνωστό παράδειγμα το οποίο αναφέρει ο Sellin είναι η περίπτωση ενός Σικελού μετανάστη στο New Jersey, ο οποίος σκότωσε τον δεκαεξάχρονο νεαρό  που διέφθειρε την κόρη του. Μολονότι ο θάνατος του νεαρού συνιστούσε ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας υποδοχής, ο δράστης είχε ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές της ομάδας προέλευσης, οι οποίες υπαγόρευαν να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειας με αυτόν τον τρόπο. Αυτό αποτελεί κατά τον Sellin ένα παράδειγμα εξωτερικής (απρόσωπης) σύγκρουσης,  καθώς η σύγκρουση δεν είναι προσωποποιημένη αλλά αφορά διαφορετικά πολιτισμικά συστήματα και το άτομο  συμμορφώνεται με τους κανόνες της ομάδας προέλευσης.

            Στην ανάλυση του Sellin, η πολιτισμική σύγκρουση μπορεί να προκύψει: α) ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης, κατά συνέπεια της μεταφύτευση πολιτισμικών συστημάτων στο πλαίσιο μιας διαφορετικής κουλτούρας, β) με την ανάπτυξη στο πλαίσιο της ίδιας κοινωνίας πολιτισμικών υπο-ομάδων, γ) με την επέκταση των νόμων μιας πολιτισμικής ομάδας στην επικράτεια μιας άλλης. [35]

            Η θεωρία του Sellin εμπεριέχει την ιδέα πάνω στην οποία βασίστηκε, αρκετά χρόνια αργότερα, η αλλαγή παραδείγματος στην Εγκληματολογία.[36] Δηλαδή, την άποψη ότι η εγκληματική συμπεριφορά δεν καθορίζεται από κάποιες εσωτερικές ιδιότητες,  οι οποίες την καθιστούν αντικοινωνική με βάση ένα σύστημα αξιών το οποίο αποσπά καθολική συναίνεση. Η εγκληματική συμπεριφορά μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με τους νομικούς κανόνες που ισχύουν σε μια χώρα, αλλά να είναι ταυτόχρονα συμπεριφορά συμμόρφωσης με βάση ένα άλλο πολιτισμικό σύστημα το οποίο δεν είναι εξ ορισμού «αντικοινωνικό». Η πλουραλιστική αντίληψη για την κοινωνία, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να οδηγήσει τη θεωρία του Sellin στο χώρο των θεωριών της κοινωνικής σύγκρουσης.



[…] άνοιξε διάπλατα το δρόμο για να φθάσει κανείς στο συμπέρασμα ότι το έγκλημα δεν καθορίζεται από την ποιότητα της συμπεριφοράς, αλλά από τον χαρακτηρισμό που δίνουν στην συμπεριφορά αυτοί που έχουν τη σχετική εξουσία. Δεν έμενε παρά ένα βήμα για να φθάσει κανείς σ’ αυτό το συμπέρασμα. Κι αυτό το βήμα χρειάστηκε σαράντα περίπου χρόνια να γίνει (Δασκαλάκης, 1985: 40)



Ο Sellin, ωστόσο, παρά την έμφαση που έδωσε στο γεγονός της πολιτισμικής ετερογένειας  των σύγχρονων κοινωνιών, παρέμεινε στην μελέτη της πολιτισμικής σύγκρουσης και δεν προβληματοποίησε    την έννομη τάξη: ο νόμος μπορεί να μην απηχεί τις αξίες όλων των ομάδων που συγκροτούν την κοινωνία, αλλά δεν παύει να λειτουργεί προς την κατεύθυνση της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, άρα προς το συμφέρον της κοινωνίας στο σύνολό της. Εξ ου και η θεωρία του, παρότι οριακό παράδειγμα, δεν ξεφεύγει από την συναινετική αντίληψη περί της φύσης του νόμου και της δικαιοσύνης. 



Οι εγκληματολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης


                       

Οι εγκληματολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης αναφέρονται σ’ ένα   μοντέλο κοινωνίας, το οποίο παρέχουν οι κοινωνιολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης (L. Coser, R. Dahrendorf). Σύμφωνα μ’ αυτές τις θεωρίες, δεν είναι η συναίνεση αυτή η οποία εξασφαλίζει τη συνοχή της κοινωνίας, αλλά η κυριαρχία η οποία ασκείται από κάποιες ομάδες επάνω σε άλλες. Τα τρία βασικά στοιχεία του μοντέλου της κοινωνικής σύγκρουσης είναι η κοινωνική αλλαγή, η σύγκρουση και η κυριαρχία: η σχέση κυριαρχίας γεννά τη σύγκρουση κι αυτή την κοινωνική αλλαγή. Άρα στη βάση της σύγκρουσης υπάρχει πάντα η διεκδίκηση της κυριαρχίας. Ο Dahrendorf, στο πολύ σημαντικό άρθρο του, Out of Utopia: toward a reconstruction of Sociological Analysis (1958), καλεί την κοινωνιολογία να εγκαταλείψει την ουτοπία της κοινωνικής συναίνεσης. Στην ανάλυση του Dahrendorf, η σύγκρουση δεν απορρέει από τις υλικές σχέσεις . ιδιοκτησίας, αλλά από τις πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι, στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες, η βασική μορφή κοινωνικής σύγκρουσης δεν είναι ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, αλλά αφορά τις σχέσεις εξουσίας, τη συμμετοχή ή τον αποκλεισμό από την εξουσία. Δεν τοποθετείται, κατά συνέπεια, στην οικονομική, αλλά στην πολιτική σφαίρα (Dahrendorf, 1957/ 1963).

Ωστόσο, τόσο για τον Dahrendorf, όσο και για τον Coser, το μοντέλο της κοινωνικής σύγκρουσης δεν συνιστά μια γενική αρχή για την μελέτη των κοινωνικών συμβάντων, όπως συνέβαινε με το μοντέλο της ισορροπίας στο πλαίσιο του δομολειτουργισμού:



Για την ερμηνεία των κοινωνιολογικών προβλημάτων έχουμε ανάγκη και των δύο μοντέλων κοινωνίας, και αυτού της ισορροπίας και αυτού της σύγκρουσης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, από μια φιλοσοφική άποψη, η κοινωνία έχει δυο όψεις εξίσου πραγματικές: αυτή της σταθερότητας, της αρμονίας και της συναίνεσης κι αυτή της αλλαγής, της σύγκρουσης, της κυριαρχίας.  Ακριβολογώντας, δεν έχει σημασία αν θα επιλέξουμε ως αντικείμενο έρευνας προβλήματα τα οποία μπορεί να γίνουν κατανοητά  μόνον με τους όρους του μοντέλου ισορροπίας, ή προβλήματα για την ερμηνεία των οποίων απαιτείται το μοντέλο της σύγκρουσης. Δεν υπάρχει ένα πραγματικό κριτήριο για την επιλογή του ενός μοντέλου ή του άλλου (Dahrendorf, 1958: 127, όπως αναφέρεται στο Baratta, 1982: 139)



Σ' αυτό το μοντέλο κοινωνίας η σύγκρουση και η κοινωνική αλλαγή δεν αποτελούν παρεκκλίσεις οι οποίες μπορεί να εκδηλωθούν σ' ένα ομαλό και ισορροπημένο κοινωνικό σύστημα, αλλά ομαλά, φυσιολογικά χαρακτηριστικά κάθε κοινωνίας. Κατά τον Coser, μάλιστα, η κοινωνική σύγκρουση μπορεί να έχει ένα λειτουργικό χαρακτήρα συντελώντας στη διατήρηση και ισορροπία του κοινωνικού συστήματος. Η αναφορά στον θετικό χαρακτήρα της κοινωνικής σύγκρουσης αφορά ωστόσο μόνον εκείνες τις μορφές της που δεν απειλούν την κοινωνική δομή θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται η νομιμότητα του κοινωνικού συστήματος. Θετικές μορφές σύγκρουσης, κατά συνέπεια, είναι μόνον εκείνες οι οποίες "καθιστούν δυνατή την αναπροσαρμογή των κανόνων και των σχέσεων εξουσίας στα πλαίσια των ομάδων, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες που γίνονται αντιληπτές από τα μέλη τους - είτε ως άτομα, είτε ως υποομάδες" (L. Coser, 1958: 151).

            Στις εγκληματολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης, με κυριότερους εκπρόσωπους τους G. Vold και A. Turk, δεν μελετώνται οι παράγοντες εγκληματογένεσης, αλλά οι διαδικασίες εγκληματοποίησης, ως πολιτικές διαδικασίες, οι οποίες εκφράζουν το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και τείνουν στη συντήρηση και παγίωση αυτού του συσχετισμού. Έτσι και η  έννοια του εγκλήματος απορρέει απ' αυτό το οποίο αποτελεί τον σκληρό πυρήνα των σχετικών θεωριών: Η διαδικασία εγκληματοποίησης προηγείται της εγκληματικής συμπεριφοράς, ο νόμος έχει ένα δημιουργικό ρόλο, καθώς έγκλημα είναι αυτό που ορίζεται ως τέτοιο από τον ποινικό νόμο. Παράλληλα, σ' ένα κοινωνικό σύστημα το οποίο μελετάται με όρους κοινωνικής σύγκρουσης και όχι ισορροπίας και ενσωμάτωσης, ο νόμος δεν λειτουργεί προς την κατεύθυνση της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται σε σύγκρουση, αλλά εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των ομάδων εκείνων που έχουν την εξουσία να παρέμβουν στην νομοθετική διαδικασία. Συνιστά, με άλλα λόγια, την μορφή πολιτικής διευθέτησης της σύγκρουσης προς το συμφέρον των ισχυρών.

            Η πρώτη εγκληματολογική θεωρία της κοινωνικής σύγκρουσης οφείλεται στον G. Vold. Κατά τον Vold, στον χώρο της εγκληματικότητας η σύγκρουση εκδηλώνεται στο επίπεδο της δημιουργίας των κανόνων και γεννάται από τη στιγμή που υπάρχει επικάλυψη συμφερόντων ανάμεσα σε διάφορες κοινωνικές ομάδες οι οποίες, διεκδικώντας κοινούς στόχους, καθίστανται ανταγωνιστικές. Η ομάδα η οποία υπερισχύει επιβάλλει τα συμφέροντα της υπό μορφή επίσημων κανόνων.

            Στην ανάλυση του Vold κυριαρχεί μια εικόνα πλουραλιστικής κοινωνίας, στο πλαίσιο της οποίας η συνεχής εναλλαγή κοινωνικών ομάδων οφείλεται στο ότι, αφ' ενός μεν, δημιουργούνται συνεχώς νέα συμφέροντα στην ικανοποίηση των οποίων τείνει η συγκρότηση κάποιων ομάδων και, αφ' ετέρου, στην αποδυνάμωση ή εξαφάνιση κάποιων από τις ήδη υφιστάμενες όταν δεν εξυπηρετούν πλέον τον σκοπό για τον οποίο συγκροτήθηκαν. Όσον αφορά τη μελέτη του εγκληματικού φαινομένου, οι αναλύσεις του εστιάζονται στη στιγμή της δημιουργίας των κανόνων, στην πρωτογενή εγκληματοποίηση ως απόρροια της σχέσης κυριαρχίας μεταξύ χαρακτηρίζουσας ομάδας και των ομάδων από τις οποίες προβλέπεται ότι θα διαπραχθούν οι χαρακτηριζόμενες ως εγκληματικές πράξεις. Μ' αυτή την έννοια και το έγκλημα δεν μελετάται ως ατομική συμπεριφορά, αλλά ως συμπεριφορά ομάδων οι οποίες βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την χαρακτηρίζουσα.

Ο Vold εντάσσει, λοιπόν, στην εγκληματολογική προβληματική την πολύ σημαντική έννοια της εγκληματικής μειονότητας. Η εγκληματική μειονότητα δεν  δημιουργείται ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης κάποιων ομάδων με την κοινωνία, δεν είναι αποτέλεσμα διαδικασιών μη ενσωμάτωσης σ’ ένα κοινωνικό σύστημα ικανό να ενσωματώνει και να αφομοιώνει, αλλά είναι το προϊόν της ίδιας της  κοινωνικής σύγκρουσης η οποία εκδηλώνεται στην κοινωνία.  Ωστόσο, αφήνει ουσιαστικά αναξιοποίητη την έννοια της εγκληματικής μειονότητας, καθώς δεν αναφέρεται καθόλου στο επίπεδο της δευτερογενούς εγκληματοποίησης. Των διαδικασιών, δηλαδή, δημιουργίας και αναπαραγωγής της, διαμέσου της επιλεκτικής λειτουργίας των διάφορων τιμωρητικών θεσμών και ιδιαίτερα της φυλακής (A. Baratta, 1982: 126 και επ.).

Το κενό στη μελέτη των διαδικασιών δευτερογενούς εγκληματοποίησης το καλύπτει ο άλλος εκπρόσωπος της εγκληματολογίας της κοινωνικής σύγκρουσης, ο A. Turk (Turk, 1964 και 1969), ο οποίος αξιοποιεί στο έργο του τα πορίσματα των ερευνών από τα οποία προκύπτει ο επιλεκτικός χαρακτήρας του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στο επίπεδο της εφαρμογής των κανόνων, επισημαίνοντας ιδιαίτερα το ρόλο των διωκτικών αρχών.

Για τον Turk, η μελέτη της εγκληματικότητας είναι η μελέτη των σχέσεων ανάμεσα στους επίσημους φορείς της εξουσίας, οι οποίοι δημιουργούν, ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τους κανόνες, και σε αυτούς οι οποίοι αποδέχονται ή δεν αποδέχονται αυτούς τους κανόνες αλλά, οπωσδήποτε δεν συμμετέχουν σε καμία από τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες δημιουργείται, ερμηνεύεται και εφαρμόζεται το δίκαιο: οι κατέχοντες την εξουσία, διαμέσου της απονομής του εγκληματικού status, παράγουν την εγκληματικότητα και ελέγχουν την συμπεριφορά των λιγότερο ισχυρών κοινωνικών ομάδων.

Ο Turk, μολονότι αναγνωρίζει ότι οι μεταβλητές της σύγκρουσης, ανάμεσα στις οποίες εντάσσει και την ταξική σύγκρουση, είναι απεριόριστες, επιλέγει ως πιο σημαντικές το φύλο, την ηλικία και την εθνική προέλευση. Η ένταξη στις διάφορες κοινωνικές ομάδες με βάση αυτές τις μεταβλητές καθορίζει και το βαθμό αποδοχής των επίσημων κανόνων ή, αντίστροφα, τις πιθανότητες σύγκρουσης με την εξουσία. Έτσι, η επιλεκτικότητα του ποινικού μηχανισμού και η διαφορική κατανομή του εγκληματικού status ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες, ερμηνεύονται με ένα συνδυασμό μεταβλητών σύγκρουσης και εγκληματοποίησης. Ειδικότερα, κατά τον Turk οι πιθανότητες σύγκρουσης είναι συνάρτηση: α}Του βαθμού οργάνωσης της ασθενέστερης ομάδας, β} της γνώσης των μοντέλων συμπεριφοράς του «αντιπάλου», με σκοπό την χειραγώγησή τους (sofistication) και γ} τον βαθμό εσωτερίκευσης των κυρίαρχων κανόνων. Οι πιθανότητες δε εγκληματοποίησης των ασθενέστερων ομάδων καθορίζονται: α} Από τη διαφορά ισχύος ανάμεσα στα όργανα της ποινικής καταστολής και τους παραβάτες του νόμου (βαθμός οργάνωσης, εξοπλισμός κλπ) και, β) τον βαθμό ρεαλισμού των υποταγμένων ομάδων. Πόσο ικανές είναι, δηλαδή, να υπολογίσουν την ισχύ ή την αδυναμία τους στη σχέση τους με τον «αντίπαλο» και να προσαρμόσουν ανάλογα τη συμπεριφορά τους.

Ωστόσο, μέσα απ' αυτό το σχήμα, η συνολική ανάλυση του Turk συρρικνώνεται στην πραγματικότητα στην απλή περιγραφή ενός φαινομένου, το οποίο είναι ήδη γνωστό από μια σειρά ερευνών. Όπως επισημαίνει ο A. Baratta (Baratta, A., 1982: 137), στα πολύ σημαντικά ερωτήματα τα οποία αφορούν τους παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν τη διαφορική κατανομή της εξουσίας, κατά συνέπεια και τα διαφορετικά ποσοστά εγκληματοποίησης ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες, ο Turk απαντά με ένα συνδυασμό μεταβλητών. Όμως αυτός ο συνδυασμός μεταβλητών καταγράφει, δεν ερμηνεύει το φαινόμενο. Οι I. Taylor, P. Walton, J. Young επισημαίνουν επίσης τη σημασία του γεγονότος ότι στην ανάλυση του Turk αγνοείται η μεταβλητή "ταξική σύγκρουση", καθώς αυτό επηρεάζει καθοριστικά την μορφή που παίρνει το θεωρητικό σχήμα της σύγκρουσης στο οποίο εντάσσει ο Turk τη μελέτη του εγκληματικού φαινομένου (I. Taylor, P. Walton, J. Young, 1973: 244). Όπως παρατηρούν δε οι G.B. Traverso και A.Verde, ο Turk, σε αντίθεση με τον Dahrendorf, από τον οποίο είναι επηρεασμένη η θεωρία του, δεν βλέπει το ενδεχόμενο της εναλλαγής στην εξουσία. Στο σχήμα του Turk, η εξουσία παραμένει σταθερή στα χέρια αυτών που την κατέχουν και οι εναλλακτικές λύσεις για τις υποταγμένες ομάδες περιορίζονται στο να μην καταστεί η συμπεριφορά τους αντικείμενο εγκληματοποίησης. Η ένταξη της μεταβλητής ταξική σύγκρουση θα οδηγούσε την ανάλυση του σε πιο ριζοσπαστικές θέσεις, διότι για να σταθεί ως θεωρητική κατασκευή θα έπρεπε να συμπεριλάβει το ενδεχόμενο της εναλλαγής στην εξουσία. Και ο Turk, κατά τους παραπάνω συγγραφείς, δεν είναι διατεθειμένος να πάει τόσο όσο μακριά, σε μια ανατροπή της κατάστασης (G.B. Traverso, A.Verde, 1981: 134).

            Γενικότερα ο σκληρός πυρήνας των κριτικών που ασκήθηκαν στις εγκληματολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης, αφορά το γεγονός ότι η κοινωνική σύγκρουση μελετήθηκε σ' ένα αποκλειστικά πολιτικό επίπεδο. Αυτό συνεπάγεται το ότι οι κοινωνικές συγκρούσεις μπορούν να επιλυθούν μόνον διαμέσου της πολιτικής τους διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της θεσμικής σφαίρας (M. Pavarini, 1980: 119). Ή, όπως παρατηρούν οι G.B. Traverso και A. Verde:



Εάν η κοινωνική αλλαγή είναι συνέπεια της σύγκρουσης, αν αντικείμενο της σύγκρουσης είναι η κατοχή ή η διατήρηση της εξουσίας, αρκεί η εναλλαγή των ρόλων εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου για να μιλάμε για αλλαγή του κοινωνικού συστήματος [….] Μπορεί ν' αλλάξουν οι ρόλοι κυριαρχίας, αλλά δεν δημιουργείται μια νέα δομή, η δομή παραμένει αμετάβλητη" (Traverso &. Verde, 1981: 91).



Όμως η τάξη των κυριαρχούμενων δεν αγωνίζεται μόνον για να καταλάβει τη θέση της κυρίαρχης στη συγκεκριμένη δομή εξουσίας, αγωνίζεται για ν' αλλάξει την ίδια τη δομή της εξουσίας (Pizzorno, 1977: XXXV).



Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις ότι πίσω από τις έννοιες της κοινωνικής σύγκρουσης και της κοινωνικής αλλαγής, πίσω από την άποψη για τον οικουμενικό και σταθερό χαρακτήρα τους, κρύβεται μια ρεφορμιστική ιδεολογική στρατηγική, η οποία τείνει να μεταθέσει το υλικό περιεχόμενο της σύγκρουσης στις μεταβαλλόμενες μορφές πολιτικής της διαμεσολάβησης, ταυτίζοντας τις δομικές αλλαγές με τις αλλαγές της κυβέρνησης» (Baratta, 1982: 123-4).





Η αποδόμηση του θετικιστικού παραδείγματος: Από τον Howard Becker στην Κριτική Εγκληματολογία




Η σχέση μου με την εγκληματολογία είναι, υποθέτω, ένα είδος αυτού που συνηθίζεται να λέγεται “κατασταλτική ανοχή”.[37] Κάθε προσπάθεια που έκανα να απομακρυνθώ από το αντικείμενο, να του ασκήσω κριτική, να θέσω υπό αμφισβήτηση το ίδιο το δικαίωμα ύπαρξής της, με ενέπλεκε ακόμα περισσότερο στην εσωτερική του ζωή. Αυτό δεν είναι ασφαλώς μια προσωπική εμπειρία, αλλά μια μοίρα που μοιράστηκαν πριν είκοσι περίπου χρόνια πολλοί από εμάς, αποτολμώντας – ούτε λίγο, ούτε πολύ - ένα συλλογικό πρόγραμμα για να συγκροτήσουμε κάτι εναλλακτικό ως προς στην εγκληματολογία (Cohen, 1988: 8).



Οι κριτικές εγκληματολογικές θεωρίες - η ριζοσπαστική επίθεση στην ακαδημαϊκή εγκληματολογία - εμφανίζονται στην ευρύτερη δεκαετία του ’60. Μια περίοδο, δηλαδή, όπου με τα λόγια του Melossi (Melossi, 1999) αναφερόμαστε σε μια «μη ενοποιημένη και με ταχείς ρυθμούς μεταβαλλόμενη κοινωνία, η οποία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της μέσω των στοχαστών της ως μια πλουραλιστική και συγκρουσιακή οντότητα». Στο βαθμό δε που αυτός ο πλουραλισμός και η τάση προς αλλαγές δεν υπερβαίνει κάποια «ανεκτά όρια» έτσι ώστε να γίνει αντιληπτό από τις ομάδες εξουσίας ως απειλή για το κοινωνικό σύστημα και τις ίδιες τις ομάδες εξουσίας, είναι ανεκτή η κοινωνική καινοτομία, ο πειραματισμός σε διάφορους κοινωνικούς θεσμούς και οι μεταβολές στον τρόπο άσκησης κοινωνικού ελέγχου.[38]

Οι κριτικές τάσεις στην εγκληματολογία συγκροτούν μια ριζικά διάφορη κοινωνιολογική προσέγγιση της έννοιας της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς και της ιδιαίτερης μορφής της, του εγκλήματος. Όπως ήδη αναφέραμε, μιλώντας για τις εγκληματολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης, η παρέκκλιση μελετάται πλέον ως μια «κοινωνική κατασκευή», απόρροια του χαρακτηρισμού της πράξης ως παρεκκλίνουσας και του ατόμου που την εκδηλώνει ως παρεκκλίνοντος. Έτσι, η έμφαση μετατίθεται στο ζήτημα των κανόνων και αντικείμενο μελέτης καθίσταται όχι το έγκλημα ή ο εγκληματίας, αλλά οι προσδιοριστικοί παράγοντες δημιουργίας των κανόνων που ορίζουν τι είναι έγκλημα και – μέσα από την εφαρμογή τους – ποιος είναι εγκληματίας. Κατά συνέπεια, η έμφαση δίδεται στη μελέτη των διαδικασιών εγκληματοποίησης και όχι εγκληματογέννεσης: Όχι γιατί εγκληματεί το άτομο, αλλά γιατί κάποια άτομα ή κάποιες ομάδες είναι πιο ευάλωτες στον ποινικό στιγματισμό. Έτσι το κέντρο βάρους μετατίθεται από την ανάλυση των συμπεριφορών μη-συμμόρφωσης στην μελέτη των μηχανισμών του κοινωνικού ελέγχου, οι οποίοι δημιουργούν και αναπαράγουν τις κατηγορίες «παρέκκλιση» και «έγκλημα». Παράλληλα, και κυρίως στο πλαίσιο που διαμόρφωσε η μαρξιστική τάση της κριτικής εγκληματολογίας, μέσα από την ανάλυση των τιμωρητικών συστημάτων και της εξέλιξής τους, αναζητούνται οι πραγματικές, οι ιστορικά διαπιστωμένες λειτουργίες τους. Δηλαδή οι επίσημα διακηρυγμένοι στόχοι της ποινής (έλεγχος του εγκλήματος, επανακοινωνικοποίηση του εγκληματία) μελετώνται ως η νομιμοποιητική ιδεολογία της πραγματικής της λειτουργίας, η οποία είναι η διατήρηση και η αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων και διαφοροποιήσεων – δηλαδή της συνολικής κοινωνικής δομής.

Μια παρόμοια προσέγγιση θέτει ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση το ίδιο το αντικείμενο της Θετικιστικής Εγκληματολογίας, το έγκλημα, δηλαδή, ως οντολογική έννοια (το οποίο, χάνοντας την αυθυπαρξία του, δεν μπορούσε πλέον να αποτελεί αυτόνομο αντικείμενο μελέτης), ενώ, παράλληλα, υπογραμμίζεται ο προβληματικός χαρακτήρας της έννομης τάξης.



Η εγκληματολογία δεν είναι επιστήμη, ούτε καν ένα σύνολο γνώσεων που αποβλέπει να εξελιχθεί σε επιστήμη. Είναι μάλλον μια διαδικασία / τεχνική επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων που χρησιμοποιεί μερικές από τις μεθόδους και πολύ από το κύρος άλλων επιστημονικών κλάδων. Τα αντικείμενα μελέτης της - και αυτό ισχύει τόσο για τη σημερινή εγκληματολογία όσο και για εκείνη πριν ένα αιώνα - είναι ο "εγκληματίας" και οι μορφές "εγκληματικότητας". Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι ούτε πραγματικές οντότητες ούτε θεωρητικές κατασκευές αλλά κοινωνικά καθορισμένα προβλήματα που απαιτούν κάποια επιστημονική λύση. Ο "εγκληματίας" και η "εγκληματικότητά" του καθίστανται αντικείμενα μελέτης ακριβώς επειδή αποτελούν επιλεγμένους στόχους συγκεκριμένων κοινωνικών πολιτικών. Θεωρητικά, ο εγκληματίας δεν δικαιούται μιας δικής του ιδιαίτερης επιστήμης περισσότερο απ' ό,τι ο νομοταγής (Garland, 1985: 3) .



Παράλληλα ο ιδεολογικός ρόλος της Εγκληματολογίας απορρέει από την ίδια την εγγενή σχέση της με την εξουσία, σχέση η οποία είναι λόγος ύπαρξης, αλλά και επιβίωσης: η εγκληματολογία υπάρχει για να εισηγείται προτάσεις αντεγκληματικής πολιτικής. Αν παρεκκλίνει απ’ αυτόν το ρόλο, δεν θα έχει τα υλικά μέσα επιβίωσης.[39] Έτσι, μέσα από ένα συνεχές feedback, οι μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου τροφοδοτούνται με άτομα ή ομάδες που διαθέτουν συγκεκριμένα ατομικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά και τροφοδοτούν τους εγκληματολόγους με «υλικό» για τη θεωρητική και εμπειρική δουλειά τους. Οι εγκληματολόγοι παράγουν γνώση για την εγκληματικότητα αυτών των επιλεγμένων ομάδων και διατυπώνουν προτάσεις για τον έλεγχό της κ.ο.κ.

Φυσικό επακόλουθο αυτών των κριτικών ήταν, όπως αναφέραμε, η μετάθεση του ενδιαφέροντος στη μελέτη των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται και η ιδεολογική λειτουργία που επιτελεί η θεσμοποιημένη μορφή γνώσης γύρω από αυτό που ορίζεται ως έγκλημα και εγκληματίας (Εγκληματολογία), νομιμοποιώντας τις εκάστοτε κυρίαρχες επιλογές του κατασταλτικού μηχανισμού και την κοινωνική περιθωριοποίηση των ομάδων στις οποίες κατ’ εξοχήν στρέφεται η τιμωρητική βία. Με άλλα λόγια, η εγκληματολογία αποτελεί μέρος «των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους», σύμφωνα με τη γνωστή διάκριση του Αλτουσέρ μεταξύ καταπιεστικών και ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους (Αλτουσέρ, Λ. 1883: 82-87)

Τα κοινωνικά συμφραζόμενα της περιόδου κατά την οποία εμφανίζονται οι κριτικές τάσεις στην εγκληματολογία είναι σαφώς συνάρτηση των διαδικασιών οι οποίες συντελούνται σε οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό επίπεδο στην ευρύτερη δεκαετία του ’60 και ευνοούν την εμφάνιση αναθεωρητικών τάσεων που αφορούν όχι μόνον την μελέτη αυτού που ορίζεται ως εγκληματικότητα, αλλά, κυρίως, των τιμωρητικών συστημάτων και της λειτουργικής τους αποστολής. Όπως ήδη αναφέρθηκε, έργο-σταθμός εκείνη την περίοδο υπήρξε το Επιτήρηση και Τιμωρία του Μισέλ Φουκώ,[40] ενώ την ίδια περίπου περίοδο επανεκτιμάται το πολύ σημαντικό έργο των G. Rusche και O. Kirchheimer, Ποινή και Κοινωνική Δομή (1939).[41]



Eκείνη η περίοδος δεν ήταν μόνο περίοδος μίας γενικευμένης αναταραχής στη Bόρεια Aμερική και την Eυρώπη, μίας χωρίς προηγούμενο ισχύος της εργατικής τάξης, μίας νέας προοδευτικότητας και πειραματισμού σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, αλλά, επίσης, μίας γενικευμένης, συστηματικής, σκληρής κριτικής των παραδοσιακών τρόπων επιβολής ποινών και ειδικότερα της φυλακής. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή την περίοδο βρίσκουμε συγκεντρωμένα: διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις στις φυλακές σε όλες τις εκβιομηχανισμένες χώρες, συνεχείς εκκλήσεις για ποινική μεταρρύθμιση οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, προσέγγιζαν την έκκληση για την ολοκληρωτική κατάργηση της φυλακής, την εμφάνιση αναθεωρητικών τάσεων στην ιστορία και την κοινωνιολογία της τιμωρίας η οποία κορυφώθηκε με το έργο του Michel Foucault Discipline and Punish (Πειθαρχία και Tιμωρία ) το 1975 και, τελικά, την τάση μείωσης του ποσοστού του ποινικού πληθυσμού σε πολλές Δυτικές χώρες (Melossi, D. 1999: 41)



Σε ό,τι αφορά τον «εγκληματία», όπως προκύπτει από τον επιστημονικό λόγο, τα ΜΜΕ, τη μυθοπλασία και τα άλλα πολιτισμικά προϊόντα, αυτός δεν αναπαρίσταται ως ηθικά απεχθές και κοινωνικά επικίνδυνο άτομο το οποίο τροφοδοτεί αναπαραστάσεις φόβου. Επανεμφανίζεται, λοιπόν, μια στάση κατανόησης και εκτίμησης για τον παρεκκλίνοντα, ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της περιόδου είναι το Becoming Deviant του D. Matza,[42] ενώ από τα πολύ σημαντικά έργα της περιόδου ήταν η έρευνα του ο Stanley Cohen για τους «λαϊκούς σατανάδες» (folk devils) της δεκαετίας του 1960 στη Mεγάλη Βρετανία., τους Mods και Rockers.

 Την απαρχή του «αντι-εγκληματολογικού κινήματος» σηματοδοτεί η θεωρία της αλληλεπίδρασης ή προσέγγιση της ετικέτας, στο πλαίσιο της οποίας αμφισβητείται για πρώτη φορά η αντικειμενική υπόσταση της παρέκκλισης και της εγκληματικότητας και αναπτύσσεται η διαμετρικά αντίθετη προσέγγιση  επαναπροσδιορισμού της συμπεριφοράς με βάση το κοινωνικό νόημα που της αποδίδεται και τα αποτελέσματα που παράγει ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός. Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνει το άτομο και ερμηνεύει τη συμπεριφορά του είναι συνάρτηση των νοημάτων που δέχεται σε σχέση μ’ αυτή, βρισκόμενο σε μια σχέση αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον του. Τα νοήματα αυτά δεν είναι δεδομένα, αυτονόητα, άρα και ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται μια πράξη, μια κατάσταση δεν απορρέει από κάποιες εσωτερικές της ιδιότητες, αλλά είναι μια κοινωνική κατασκευή. Κατά συνέπεια, κοινωνική κατασκευή συνιστά και η διαφορά μεταξύ παρεκκλίνουσας και σύννομης συμπεριφοράς, στο βαθμό που απορρέει από τον τρόπο με τον οποίο η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά νοηματοδοτείται ως τέτοια από τις ομάδες που έχουν την εξουσία να χαρακτηρίζουν, να νοημαδοτούν με περισσότερο ισχυρό τρόπο. Δεν ενδιαφέρουν, κατά συνέπεια, οι παράγοντες εγληματογένεσης, καθώς ο παρεκκλίνων ή ο εγκληματίας δεν είναι ο παραβάτης των κανόνων αλλά αυτός στον οποίο εφαρμόστηκε επιτυχώς ο αντίστοιχος χαρακτηρισμός.

            Ειδική αναφορά απαιτεί και το πολύ σημαντικό έργο του Ervin Goffman, ο οποίος, αν και καθηγητής της Κοινωνιολογίας της παρέκκλισης στο Πανεπιστήμιο του Berkeley, αμφισβητεί την ανάγκη ύπαρξης της κοινωνιολογίας της παρέκκλισης ως ξεχωριστού επιστημονικού πεδίου:



Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτοί που ζουν στο περιβάλλον των κοινωνικών επιστημών βρέθηκαν τόσο γρήγορα να χρησιμοποιούν με άνεση τον όρο “παρεκκλίνων”, ως εάν εκείνοι στους οποίους παραπέμπει ο όρος έχουν αρκετά κοινά ώστε να μπορούν να ειπωθούν σημαντικά πράγματα γι’ αυτούς ως σύνολο. Όπως ακριβώς υπάρχουν ιατρογενείς διαταραχές, αποτέλεσμα της δουλειάς που κάνουν οι γιατροί (πράγμα που τους δίνει στη συνέχεια ακόμα περισσότερη δουλειά), έτσι υπάρχουν και κατηγορίες ανθρώπων που δημιουργούνται από τους μελετητές της κοινωνίας και έπειτα μελετώνται από αυτούς (Goffman E., 1963/ 2001: 252)



Στο έργο του,  Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση μιας φθαρμένης ταυτότητας, εστιάζει την ανάλυση όχι σ’ αυτήν καθεαυτή την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, αλλά στις επιπτώσεις που έχει για το άτομο ο στιγματισμός του ως παρεκκλίνοντα, καθώς και τα τεχνάσματα τα οποία χρησιμοποιεί για να συγκαλύψει την απόκλισή του από αυτό το οποίο ορίζεται ως κανονικότητα.[43] Στο άλλο μεγάλο έργο του, τα Άσυλα (1961/1964), μια εθνογραφική μελέτη για τα ολοπαγή ιδρύματα, δεν μελετά αυτές τις ίδιες τις κατηγορίες (τρέλα και παραβατικότητα) οι οποίες οδηγούν στον εγκλεισμό, αλλά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών της υπό μελέτη ομάδας (έγκλειστοι, προσωπικό),  μέσα από τις οποίες κατασκευάζονται τα νοήματα που προσδίδονται στη δράση των μελών τους. Στη συγκεκριμένη μελέτη εξετάζονται ειδικότερα τις διαδικασίες διαμέσου των οποίων η συνθήκη του εγκλεισμού οδηγεί σε μια περιστολή του εαυτού, στην παραβίαση των ορίων του (όταν ο εαυτός «αποσαρκώνεται ως το κόκαλο»)  και, εν συνεχεία, τα πλαίσια ανασύνταξης του εαυτού, ως αποτέλεσμα της προσαρμογής του τροφίμου σ’ αυτή τη συνθήκη του εγκλεισμού. [44] Με άλλα λόγια, οι τρόφιμοι οι οποίοι προέρχονται από έναν «οικείο κόσμο», μια «παρούσα κουλτούρα» (τρόπο ζωής, δραστηριοτήτων κλπ) την οποία θεωρούσαν δεδομένη πριν την είσοδό τους στο ίδρυμα, με την είσοδό τους σ’ αυτό απογυμνώνονται αυτόματα από μια σειρά σημαντικά στοιχεία αυτού του οικείου κόσμου, τα οποία αποτελούσαν στήριγμα και ήταν υποδηλωτικά της ταυτότητάς τους. Η είσοδος, λοιπόν, στα ολοπαγή ιδρύματα θέτει ένα φραγμό ανάμεσα στον τρόφιμο και τον έξω κόσμο και, καθώς κλονίζεται η εικόνα του ως πολίτη με μια συγκεκριμένη επικράτεια του εαυτού, αναζητάει τα πλαίσια τα οποία θα δώσουν κάποιες δυνατότητες προσωπικής αναδιοργάνωσης. Για παράδειγμα, αυτό που ορίζει ο Goffman ως δευτερογενείς εναρμονίσεις, δηλαδή  πρακτικές οι οποίες, χωρίς να προκαλούν ευθέως το προσωπικό με εκδηλώσεις απείθειας, επιτρέπουν στους τροφίμους να απολαμβάνουν απαγορευμένες ικανοποιήσεις (καβάτζα, κόλπα, μέσα, να ξέρεις τα κατατόπια). Αυτές οι δευτερογενείς εναρμονίσεις παρέχουν στον τρόφιμο σημαντικές αποδείξεις ότι δεν έχει αλλοτριωθεί από τον εαυτό του και ότι ασκεί ακόμα κάποιο έλεγχο στο περιβάλλον του.

Κριτική εγκληματολογία Από το πρώτο πλήγμα που δέχτηκε η ακαδημαϊκή εγκληματολογία με τη διατύπωση της θεωρίας του Becker,[45] ο δρόμος για το αντι-εγκληματολογικό κίνημα ήταν μακρύς και επίπονος, όπως δείχνει ειδικότερα η ιστορία της Νέας Κοινωνικής Θεωρίας για την παρέκκλιση, ριζοσπαστικής ή κριτικής εγκληματολογίας, όροι οι οποίοι παραπέμπουν σε παραλλαγές του εγχειρήματος να μελετηθεί το εγκληματικό φαινόμενο με σημείο αναφοράς τη μαρξιστική θεωρία.[46]

Η Κριτική Εγκληματολογία εμφανίζεται αρχικά στις αγγλόφωνες χώρες (Αγγλία και ΗΠΑ) και για αρκετά χρόνια αναζητά τη φυσιογνωμία της στο περιθώριο όχι μόνον της "ακαδημαϊκής" εγκληματολογίας αλλά και της επίσημης αριστεράς, ιδιαίτερα απρόθυμης να υιοθετήσει αυτό το "εγκώμιο της διαφορετικότητας" στο οποίο είχαν οδηγηθεί οι αρχικές προσπάθειες των κριτικών εγκληματολόγων να επαναπροσδιορίσουν την έννοια του εγκλήματος και τη λειτουργική αποστολή των τιμωρητικών συστημάτων, όταν, παράλληλα με την καταγγελία των θεσμών κοινωνικού ελέγχου, σε κάθε συμπεριφορά μη συμμόρφωσης αναγνώριζαν και ένα έκδηλο ή λανθάνον νόημα πολιτικής απείθειας: Οι καθαρά πολιτικές μορφές παρέκκλισης αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου, την συνειδητοποιημένη, ανοικτή έκφραση της άρνησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, η οποία, πάντως ενυπάρχει, έστω και σε λανθάνον επίπεδο, σε κάθε εκδήλωση παρεκκλίνουσας ή εγκληματικής συμπεριφοράς.

Η μελέτη, λοιπόν, της παρέκκλισης οδηγεί στην αποκάλυψη μιας πολιτικής συνείδησης του δράστη έστω κι αν αυτή δεν είναι πάντα σαφής, ξεκάθαρη. Απ' αυτή την πολιτική συνείδηση απορρέει τόσο η επιλογή της αρχικής παρέκκλισης, στην οποία αναγνωρίζεται, μ' αυτήν την έννοια, μια αντικειμενική υπόσταση, όσο και οι μορφές που θα πάρει η αντίδραση του ατόμου απέναντι στον χαρακτηρισμό του ως παρεκκλίνοντα ή εγκληματία.



Για εμάς, όπως για τον Μαρξ και για άλλους εκπρόσωπους της νέας εγκληματολογίας, η παρέκκλιση είναι φυσιολογική με την έννοια ότι τα άτομα συνειδητά προσπαθούν (στις φυλακές που είναι οι σύγχρονες κοινωνίες και στις πραγματικές φυλακές), να επιβεβαιώσουν την ανθρώπινη διαφορετικότητα τους (I.Taylor, P.Walton, J.Young, 1973: 282).



Έτσι, αφ’ ενός με ο ρόλος των δομικών συνθηκών τόσο στην εκδήλωση της αρχικής παρέκκλισης, όσο και στους τρόπους με τους οποίους βιώνει το άτομο το status του περιθωριακού (outsider), αφ’ ετέρου δε η υπεράσπιση του κοινωνικού νοήματος που έχει η παρεκκλίνουσα ή η εγκληματική δράση για τον ίδιο τον δράστη, αποτελούν τους δύο πυλώνες πάνω στους οποίους αρχίζει να δομεί το αντικείμενο της η Νέα Κοινωνική Θεωρία της Παρέκκλισης. Αναπτύσσεται, λοιπόν, μια προσέγγιση η οποία προϋποθέτει ένα βαθμό συνείδησης του ατόμου και, ως εκ τούτου, υποδηλώνει ένα επαναπροσδιορισμό των βασικών θέσεων της θεωρίας της αλληλεπίδρασης. Ξεπέρασμα, με άλλα λόγια, της Μπεκεριανής θέσης ότι η παρέκκλιση είναι αποτέλεσμα χαρακτηρισμού, στο βαθμό που στην παρεκκλίνουσα δράση αναγνωρίζεται ένα συγκεκριμένο κοινωνικό νόημα πολιτικής αντιπαράθεσης,  ως προσπάθεια επιβολής εναλλακτικών μοντέλων συμπεριφοράς ή εναλλακτικών μοντέλων ελέγχου από θέση μη-ισχύος. Με άλλα λόγια, η εξέλιξη των θέσεων των άγγλων κριτικών εγκληματολόγων σε σχέση με τη θεωρία της αλληλεπίδρασης συνίσταται κυρίως στο γεγονός ότι τα φαινόμενα παρέκκλισης δεν μελετώνται απλώς ως κοινωνική κατασκευή, στο βαθμό που στην παρεκκλίνουσα δράση αποδίδεται ένα κοινωνικό νόημα αντιπαράθεσης, το οποίο προϋπάρχει της άσκησης κοινωνικού ελέγχου. Είναι δε αυτό ακριβώς το κοινωνικό νόημα το οποίο ερμηνεύει και τη βιαιότητα με την οποία ασκείται πολλές φορές ο κοινωνικός έλεγχος. Στην ανάλυση δε των επί μέρους θεμάτων προνομιακή θέση κατέχουν οι μηχανισμοί δημιουργίας και αναπαραγωγής των στερεοτύπων και οι διαδικασίες ενίσχυσης της παρέκκλισης (amplification of deviancy) μέσα από την άσκηση κοινωνικού ελέγχου με ειδικότερη αναφορά στον ρόλο των ΜΜΕ.

Την ίδια περίοδο, το θεωρητικό ρεύμα το οποίο ονομάστηκε ριζοσπαστική εγκληματολογία και εμφανίστηκε στις ΗΠΑ, θέτει ως κεντρικό θεωρητικό ζήτημα την έννοια του εγκλήματος και ειδικότερα το πώς μπορεί να ενταχθεί η μελέτη του εγκληματικού φαινομένου σε μια προοπτική κοινωνικής αλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρήθηκε κεφαλαιώδης αντίφαση η ταύτιση της έννοιας του εγκλήματος με το νομικό ορισμό του. Ο προσδιορισμός, λοιπόν, του εγκλήματος θα πρέπει να γίνει με βάση τις μορφές παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ ο εγκληματολόγος θα πρέπει να εντοπίσει από ποιόν, εναντίον τίνος, πως και γιατί παραβιάζονται αυτά τα δικαιώματα. Με βάση αυτό τον προσδιορισμό της έννοιας του εγκλήματος, στο περιεχόμενο του εντάσσονται ο ιμπεριαλισμός, ο ρατσισμός, ο σεξισμός και άλλες μορφές εκμετάλλευσης που συνδέονται με τη συστηματική παραβίαση αυτών των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων  (Schwendinger, 1970 /1975: 136).[47]

            Προς το τέλος της δεκαετίας του ’70 αλλάζουν για μια ακόμα φορά οι οικονομικοί και πολιτικοί όροι και αυτό επηρεάζει τους προσανατολισμούς και το αντικείμενο της κριτικής εγκληματολογίας. Με άλλα λόγια, ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών παραγόντων οδήγησε σε ριζικές αλλαγές στο τρόπο με τον οποίο τέθηκε το πρόβλημα της εγκληματικότητας και του κοινωνικού ελέγχου, σε συνάρτηση και με τις αλλαγές των επίσημων αντεγκληματικών πολιτικών (ενδυνάμωση της κατασταλτικής λειτουργίας της ποινής, η φυλακή ανακτά και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο), οι οποίες εφαρμόστηκαν στις ΗΠΑ αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Οι αλλαγές συναρτώνται επίσης και με τις αλλαγές στο επίπεδο της ακαδημαϊκής εγκληματολογίας, όπου για μια ακόμα φορά αποσυνδέεται το έγκλημα από το πλέγμα των κοινωνικών συγκρούσεων και προβλημάτων που βρίσκονται στη βάση της εκδήλωσής του, καθώς υποβαθμίζονται οι διαδικασίες μέσω των οποίων αυτό το «τελικό προϊόν» κατασκευάστηκε κοινωνικά (ανεργία, ρατσισμός, καταναλωτική κουλτούρα, κοινωνικές πρακτικές που υποθάλπουν τη βία κλπ.). Οι αντιλήψεις αυτές συνεπάγονται παράλληλα τον προσδιορισμό μιας «εγκληματικής τάξης» (φτωχοί, άνεργοι, μετανάστες), καθώς η ηθική απαξίωση του εγκληματία περιλαμβάνει και τη συλλογική απαξίωση της ομάδας προέλευσης, δηλαδή κοινωνικά στρώματα τα οποία βρίσκονται εκτός ή στις παρυφές της αγοράς εργασίας και έχουν «δαιμονοποιηθεί» στο πλαίσιο του δημόσιου λόγου για το έγκλημα (Melossi, D., 1999: 41 και επ.).

Ήδη, λοιπόν, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η συζήτηση περί εγκληματικότητας άρχισε να αποτελεί ένα προνομιακό πεδίο για την εφαρμογή συντηρητικών, κατασταλτικών πολιτικών που έτειναν στον έλεγχο όλο και ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων, ενώ οι νέες μορφές αντεγκληματικής πολιτικής υποστηρίζονταν από την επιστημονική παραγωγή της περιόδου, καθώς τότε αναβιώνουν οι πιο συντηρητικές τάσεις της εγκληματολογίας. Έτσι, οι κριτικοί εγκληματολόγοι εντοπίζουν τον κίνδυνο όχι μόνον στην ενίσχυση του ποινικού μηχανισμού, αλλά και στην ευρύτατη κοινωνική συναίνεση που εξασφαλίζουν αυτές οι πολιτικές, καθώς μορφές κοινωνικού πανικού που συνδέονται με την αναπαράσταση της εγκληματικότητας ως κοινωνικού προβλήματος πρώτου μεγέθους, διαμορφώνουν τις συνθήκες νομιμοποίησης τους. Απέναντι σ' αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, αρχίζει να διαμορφώνεται ένα διαφορετικό πεδίο θεωρητικής και εμπειρικής ενασχόλησης των κριτικών εγκληματολόγων, καθώς η συζήτηση επικεντρώνεται στην αναζήτηση εναλλακτικών μοντέλων αντεγκληματικής πολιτικής μέσα από το αίτημα για μεταρρύθμιση των ποινικών θεσμών ή την αναζήτηση εξωποινικών μορφών διαχείρισης του εγκλήματος. Κοινός παρονομαστής, όμως, ανάμεσα στις διάφορες εκδοχές της κριτικής εγκληματολογίας, όπως αυτές διαμορφώνονται στη δεκαετία του '80, είναι το γεγονός ότι η θεωρητική συζήτηση μοιάζει να εξοστρακίζεται ενόψει της ανάγκης για μια άμεση, βραχυπρόθεσμη, πρακτική παρέμβαση στο χώρο της αντεγκληματικής πολιτικής και είναι εξαιρετικά σπάνιες οι προσπάθειες να ενταχθεί το εγκληματικό ζήτημα, το έγκλημα και η ποινή, σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από κοινωνικό, το οικονομικό και το πολιτικό πλαίσιο που παράγουν αυτά τα φαινόμενα.

Έτσι η ιστορία της κριτικής εγκληματολογίας, από τις αρχικές «ρομαντικές» και «ριζοσπαστικές» διατυπώσεις μέχρι τις μετέπειτα «νέο-ρεαλιστικές» προτάσεις αντεγκληματικής πολιτικής, σημαδεύεται από τη «μεγάλη διάσπαση» σε «αριστερό ρεαλισμό» και «αριστερό ιδεαλισμό» που συντελέστηκε στη δεκαετία του ‘80 (Lippens R., 1995: 33). Στο πλαίσιο αυτών των ανακατατάξεων αναδύθηκαν διάφορες εξειδικευμένες «εγκληματολογίες» με κριτικό προσανατολισμό, τις οποίες θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε στις τάσεις οι οποίες αναπτύσσονται στην συνέχεια.



Ο αριστερός νέο-ρεαλισμός



Η εμφάνιση έργων της ριζοσπαστικής ρεαλιστικής εγκληματολογίας έχει σε μεγάλο βαθμό συνδεθεί με την άνοδο του Θατσερισμού στη Βρετανία. Ο Θατσερισμός αναμφίβολα δημιούργησε μια σειρά από νέα προβλήματα και προκλήσεις, αλλά ο εγκληματολογικός ρεαλισμός δεν ήταν απλώς ένα προϊόν του κυβερνητικού συστήματος. Και τα δυο ήταν μάλλον προϊόν της αλλαγής των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών κατά διάρκεια της δεκαετίας του ’70. Στο πεδίο του «νόμου και της τάξης», το πρόβλημα του εγκλήματος και του ελέγχου του είχε ήδη αρχίσει να προσλαμβάνει νέες διαστάσεις και σημασία. Όταν η Μ. Θάτσερ ρωτήθηκε τις παραμονές των εκλογών του 1979, εάν θα καταστήσει το θέμα «του νόμου και της τάξης» κεντρικό ζήτημα, απάντησε, εν μέρει δικαιολογημένα, ότι όχι εκείνη αλλά το Βρετανικό κοινό θα διασφάλιζε το ότι θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα σ’ αυτό το ζήτημα. Πολυάριθμες δημοσκοπήσεις που έγιναν την τελευταία δεκαετία έδειχναν ότι το πρόβλημα της εγκληματικότητας αναφερόταν σταθερά ως αιτία της ανησυχίας του κοινού, όντας μόλις δεύτερο μετά το πρόβλημα της ανεργίας (Young J., R. Matthews. 1992: 1).



Η πιο ισχυρή, αλλά και αμφιλεγόμενη, από τις τάσεις οι οποίες διαμορφώθηκαν είναι ο λεγόμενος «νέο-ρεαλισμός» της αριστεράς, του οποίου οι ρίζες τοποθετούνται στην Αγγλία της δεκαετίας του ’80 και ο οποίος είχε αρχικά ευρύτατη αποδοχή, καθώς οι προτάσεις του ηχούσαν ιδιαίτερα ελκυστικές.

Ο αριστερός νέο-ρεαλισμός πρόβαλε την ανάγκη μιας ανάλυσης προσανατολισμένης στις ίδιες τις προβληματικές καταστάσεις και όχι στην ιδεολογική τους αναπαράσταση η οποία τροφοδοτεί το φόβο του εγκλήματος και δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους. Όπως προκύπτει δε ήδη από το παραπάνω παράθεμα, ανάμεσα στους στόχους των εκπροσώπων του είναι το ενδεχόμενο να εφαρμοσθούν μελλοντικά, σε κυβερνητικό επίπεδο, οι προτάσεις τους για τον κοινωνικό έλεγχο.



Θέλω να μιλήσω για τον αριστερό ρεαλισμό [….] επίσης με τους όρους της αδιάκοπης ανησυχίας να προωθήσουμε ένα σύνολο ρεαλιστικών πολιτικών κοινωνικού ελέγχου, οι οποίες όχι απλώς θα υποστηριχθούν αλλά θα μπορούσαν και να υιοθετηθούν απ’ το Εργατικό Κόμμα της αντιπολίτευσης (Ian Taylor, 1992)[48]

Κατά τον J. Young (Young, J. 1992: 25,26), τον κυριότερο ίσως εκπρόσωπο αυτής της τάσης, οι βασικές διαδικασίες οι οποίες επηρέασαν τις αλλαγές της εγκληματολογικής σκέψης είναι: Πρώτον, «η αιτιολογική κρίση», δηλαδή η αποτυχία του φιλελεύθερου κράτους πρόνοιας να μειώσει το έγκλημα με αποτέλεσμα την αύξηση των δεικτών εγκληματικότητας. Δεύτερον, η κρίση των τιμωρητικών πρακτικών με όρους αποτυχίας του θεσμού της φυλακής και επανεκτίμησης του ρόλου της αστυνομίας. Τρίτον, η αυξανόμενη αξιολόγηση της θυματοποίησης και κάποιων εγκλημάτων τα οποία μέχρι τότε είχαν παραμείνει «αθέατα». Και, τέταρτον, η ενίσχυση του λαϊκού αιτήματος για αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών.



Ο ρεαλισμός απερίφραστα προσπαθεί να καταπιαστεί με όλα αυτά τα ζητήματα και να μπει σε μια δημόσια συζήτηση με τις απαντήσεις που δίνουν η νέα δεξιά κατεστημένη εγκληματολογία και ο αριστερός ιδεαλισμός (Young, J. 1992: 26)



Έτσι, ο αριστερός ρεαλισμός συνιστά, εν πολλοίς, την «επανεπινόηση» ενός αιτιολογικού παραδείγματος, συγγενούς προς αυτό της Θετικιστικής Εγκληματολογίας.[49]

Από τα πρώτα και βασικότερα κείμενα αυτής της τάσης είναι τα έργα των I. Taylor (1981), Law and Order. Arguments for Socialism, και J. Lea, J. Young (1984) What is to Do about Law and Order?

Στο βιβλίο του ο I. Taylor υποστηρίζει ότι, ενόψει αυτών των δεδομένων, η επανάληψη των ρο­μαντικών προσεγγίσεων του παρελθόντος δεν θα αποτελούσε μία υπεύθυνη απάντηση από την μεριά της αριστεράς. Παράλληλα, ούτε η εκδοχή του ηθικού πανικού και η αναφορά στους μηχανισμούς ενίσχυσης της παρέκκλισης θα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αν αυτή η αλλαγή της αντεγκληματικής πολιτικής δεν βρίσκει ασύμφωνη την εργατική τάξη, είναι γιατί έχει μία πραγματική βάση στην πρόσφατη εμπειρία της από την έξαρση του κοινού εγκλήματος, έστω κι αν αυτή δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται το πρόβλημα. Υπάρχει, ωστόσο, κάποιος βαθμός αλήθειας, έστω και παραποιημένης, γεγονός το οποίο, συνδυαζόμενο με την έλλειψη εναλλακτικών προτάσεων από την μεριά της αριστεράς, οδηγεί στο να αποσπά η συντηρητική αντεγκληματική πολιτική τη συναίνεση της εργατικής τάξης.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει, λοιπόν, ότι θα πρέπει να διαμορφωθεί μία νέα σοσιαλιστική αντεγκληματική πολιτική, σ' ένα πρακτικό πλαίσιο, το οποίο να μην ανταποκρίνεται στον προσδιορισμό της δημόσιας τάξης από την εξουσία, αλλά στις πραγματικές ανάγκες της εργατικής τάξης και μάλιστα όπως αυτές προσδιορίζονται από τα ειδικότερα τμήματα της. Επισημαίνει, λοιπόν, ότι το πρόβλημα της εγκληματι­κότητας δεν είναι μία κοινωνική κατασκευή αλλά υπαρκτό, πλήττει την εργατική τάξη και μπορεί να ενταθεί καθώς εντείνεται η οικονομική ­κρίση. Παράλληλα, όπως είπαμε, επισημαίνει ότι ενόσω δεν υπάρχει μία εναλλακτική άποψη, βρίσκει έρεισμα στο κοινό ο τρόπος με τον οποίο προβάλλεται το πρόβλημα του νόμου και της τάξης και, κατά συνέπεια οι αλλαγές στον τρόπο άσκησης της αντεγκληματικής πολιτικής - αλλαγές οι οποίες, ωστόσο, συνδέονταν με την οικονομική κρίση και εντάσσονταν στην πολιτική περικοπής των κοινωνικών δαπανών και τη στροφή σε λιγότερο δαπανηρές μεθόδους κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος.

Μ' αυτή την έννοια, ο I. Taylor θεωρεί ότι πέρα από αναγκαία είναι και επείγουσα μία σοσιαλιστική παρέμβαση και ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις θα πρέπει να αναδύονται από την λαϊκή εμπειρία για το υπάρχον ποινικό σύστημα και τις λαϊκές ανάγκες για έλεγχο του εγκλήματος. Εντοπίζει, λοιπόν, διάφορους χώ­ρους στους οποίους επείγει η παρέμβαση. Γενικός στόχος είναι η άσκηση κοινωνικού ελέγχου στο ίδιο το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, ο περιορισμός της αυθαιρεσίας και ο εκδημοκρατι­σμός σ' όλα τα επίπεδα του. Αυτού του είδους η παρέμβαση συνδέεται και με την ανάγκη συρρίκνωσης του πεδίου εφαρμογής των στερητικών της ελευθερίας ποινών. Με άλλα λόγια, επισημαίνεται η ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων στο χώρο της αστυνόμευσης, της απονομής της δικαιοσύνης, της φυλακής, έτσι ώστε να περιορίζεται το πεδίο αυθαιρεσιών και να μπορεί η δικαιοσύνη να ανταποκρίνεται στις πρακτικές ανάγκες των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Τέλος, ο συγγραφέας αναφέρεται στην ανάγκη ευρύτερων νομοθετικών μεταρρυθμί­σεων στο χώρο του οικογενειακού δικαίου, στο θέμα της εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής για την νεολαία, στο θέμα της ισότητας των φύλων, κλπ.

Στο ίδιο γενικότερο πλαίσιο εντάσσεται και η προβληματική των J. Lea, J. Young (1984), οι οποίοι επίσης επισημαίνουν την ανάγκη για μια ρεαλιστική στρατηγική στο χώρο του ελέγχου του ελέγχου του εγκλήματος. Οι αναλύσεις τους επικεντρώνονται στην προσπάθεια προσδιορισμού των πραγματικών διαστάσεων της εγκληματικότητας και θυματοποίησης της εργατικής τάξης, ενώ οι προτάσεις δεν διαφοροποι­ούνται ουσιαστικά απ' αυτές του I. Taylor.



Ως εκ τούτου, κεντρικό ζήτημα της συζήτησης μεταξύ των κριτικών εγκληματολόγων, αναδεικνύεται η έννοια της μεταρρύθμισης και ειδικότερα η σημασία της προοδευτικής μεταρρύθμισης. Για τους ρεαλιστές η αναγνώριση ότι η εγκληματικότητα είναι σε μεγάλο βαθμό ενδοταξική μάλλον παρά διαταξική, με τον φτωχό να πληρώνει ακριβά την ελλιπή προστασία, καθιστά φανερή την ανάγκη βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης (Young, J. R. Matthews, 1992a: 8)



Με δυο λόγια, οι βασικές θέσεις των «νεο-ρεαλιστών» της αριστεράς, έτσι όπως τις περιγράφει ο S.Cohen,[50] ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς σε θέματα κοινωνικού ελέγχου, μπορούν να συνοψισθούν στα παρακάτω:



Ο όρος ρεαλιστική – που χρησιμοποιήθηκε πριν από μια δεκαετία για να καταγγείλει τις ζοφερές, χωρίς φαντασία πολιτικές των συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων – προβάλλεται τώρα υπερήφανα ως αξία. Το αριστερό ρεαλιστικό παράδειγμα επιβεβαιώνει την «πραγματικότητα» του εγκλήματος. Βασισμένο στα αποτελέσματα των μελετών θυματοποίησης και σ’ αυτό που θεωρήθηκε ως η πραγματική απειλή του εγκλήματος στους ανίσχυρους (εργατική τάξη, γυναίκες, μειονότητες), το παράδειγμα απορρίπτει τις αρχικές «ιδεαλιστικές» προσπάθειες να επαναπροσδιορισθεί η σημασία του εγκλήματος. Έτσι οι ριζοσπάστες ιδεαλιστές υποστηρίζουν ότι: το παραδοσιακό μοντέλο ποινικού δικαίου – ποινικοποίηση και τιμώρηση – πρέπει να διατηρηθεί για τα κοινά εγκλήματα και να επεκταθεί για να περιλάβει τα εγκλήματα των ισχυρών. Η αστυνομία πρέπει να εκδημοκρατισθεί και να κοινωνικοποιηθεί αντί να κατηγορείται ως καταπιεστικός μηχανισμός. Οι φυλακές πρέπει να διατηρηθούν. Στους αδύναμους πρέπει να δοθεί η πλήρης προστασία του νόμου. Τα ήπια τμήματα του συστήματος – πρόνοια, κοινωνική εργασία, θεραπεία, αποκατάσταση – αντί να γίνονται αντικείμενα επίθεσης ως προκαλυμμένες μορφές κοινωνικού ελέγχου, θα πρέπει να προστατεύονται εν όψει της σφοδρής επίθεσης κατά του κράτους πρόνοιας (Cohen S., 1990: 24)



Έτσι, ο αριστερός νεο-ρεαλισμός υποδεικνύει μια δυσκολία οριστικής αποσύνδεσης από τις παραδοσιακές εγκληματολογικές θεωρίες οι οποίες είχαν αποτελέσει το βασικό αντικείμενο των κριτικών του παρελθόντος. Αντίθετα, οι εκπρόσωποί του δεν φαίνεται να έχουν σοβαρές αντιρρήσεις για τη «επανενόηση» μιας εγκληματολογίας ικανής να προσφέρει άμεσες και πρακτικές λύσεις.[51] Θα μπορούσαμε να πούμε, λοιπόν, ότι η μεγάλη τομή σε σχέση με την προηγούμενη θεωρητική και εμπειρική ενασχόληση των κριτικών εγκληματολόγων, υπήρξε η μετάθεση του ενδιαφέροντος από τις διαδικασίες εγκληματοποίησης στις ίδιες τις «προβληματικές καταστάσεις»,[52] όπως αυτές εκδηλώνονται και γίνονται αντιληπτές στο κοινωνικό πεδίο. Αυτό ακριβώς, δηλαδή, το οποίο οδήγησε και στην υιοθέτηση θετικιστικών εννοιών οι οποίες είχαν αποτελέσει στο παρελθόν αντικείμενο αμφισβήτησης και κριτικής. Σ’ αυτό το πλαίσιο, διευρύνεται και η προβληματική γύρω από τις μορφές εγκληματικότητας οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ανάλυσης και έτσι, παράλληλα με το κοινό έγκλημα, αντικείμενο μελέτης αρχίζουν να αποτελούν το οrγανωμένο έγκλημα, η οικονομική εγκληματικότητα κ.ά. Πράγματι, πολλοί «ρεαλιστές» εγκληματολόγοι, μακράν του να επιδιώκουν πλέον μια κριτική θεώρηση του εγκληματικού φαινομένου στο σύνολό του, επιδίδονται σε ασυνεχείς ή μονοθεματικές έρευνες (κοινό έγκλημα, οργανωμένο έγκλημα, οικονομικό έγκλημα), με αποτέλεσμα τον αυξανόμενο τεμαχισμό της Εγκληματολογίας σε υποειδικότητες. [53]



Έτσι, ο ειδικός επί του «οικονομικού εγκλήματος» διαχωρίζεται, ως προς τα επιχειρήματα και τις αναλυτικές κατηγορίες, από τον ειδικό επί των «κλοπών και ληστειών» ενισχύοντας έτσι την εντύπωση ότι η μικρή εγκληματικότητα, το οργανωμένο και το οικονομικό έγκλημα είναι εξίσου διαχωρισμένες κατηγορίες, όπως είναι και οι ειδικοί που τα μελετούν (Ruggiero V., 1986: 67)



Παράλληλα, η πίεση να παραχθούν άμεσα, χειροπιαστά αποτελέσματα (ο προσανατολισμός, με άλλα λόγια, κυρίως σε θέματα αντεγκληματικής πολιτικής), είχε ως περαιτέρω αποτέλεσμα μια τάση, θα λέγαμε, «περιφρόνησης» - κατά συνέπεια, εγκατάλειψης - της θεωρητικής δουλειάς που χαρακτήριζε το έργο των κριτικών εγκληματολόγων κατά το παρελθόν, ως μη μετρήσιμης ή άμεσα εφαρμοστέας (Ruggiero V., 1992: 124). Έτσι, παράλληλα με την ποσοτική αύξηση των «επαγγελματιών», αναπόφευκτα μεταβάλλεται και η ποιότητα των προσεγγίσεών τους, ενώ συχνά δεν απέφυγαν τις συνέπειες του ανταγωνισμού με την επίσημη Εγκληματολογία, με πεδίο αναμέτρησης τις εφαρμογές της αντεγκληματικής πολιτικής.

Καταργητική τάση




Στο αντίποδά του νεορεαλισμού της αριστεράς  βρίσκεται η λεγόμενη καταργητική τάση ή τουλάχιστον εκείνη η εκδοχή της καταργητικής τάσης που εισηγείται την πλήρη κατάργηση του Ποινικού Συστήματος,[54] αλλά και της έννοιας τους εγκλήματος. Πράγματι, ο όρος καταργητισμός, χρησιμοποιούμενος υπό μια γενική έννοια, παραπέμπει σε διαφορετικές αντιλήψεις και προτάσεις σε σχέση με τις μορφές τις οποίες μπορεί να πάρει η διευθέτηση των συγκρούσεων εκτός ποινικού συστήματος. Έτσι, σ’ αυτόν τον όρο περιλαμβάνονται και ενδιάμεσες προτάσεις, όπως   τα κινήματα για την κατάργηση της φυλακής και των άλλων τιμωρητικών ιδρυμάτων που υποδέχονται συγκεκριμένες κατηγορίες εγκληματιών, όπως τα ψυχιατρικά τμήματα των φυλακών (θεσμικός καταργητισμός).

Είναι προφανές ότι οι ενδιάμεσες προτάσεις περιλαμβάνονται στην πρόταση για πλήρη κατάργηση του Ποινικού συστήματος, σε ό,τι αφορά τους επιμέρους στόχους, οι οποίοι απορροφώνται από τον τελικό. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η υιοθέτηση των ενδιάμεσων στόχων συνεπάγεται αναγκαία και την υιοθέτηση του τελικού. Με άλλα λόγια, οι υποστηρικτές της κατάργησης της φυλακής ή της συρρίκνωσης της ποινικής παρέμβασης, δεν είναι αναγκαίο να συμμερίζονται την πρόταση για πλήρη κατάργηση του ποινικού συστήματος. Μάλιστα μπορεί και να αντιτίθενται σ’ αυτήν αναγνωρίζοντας μια αναγκαιότητα στην ύπαρξη του Ποινικού συστήματος ή πιστεύοντας ότι μια παρόμοια πολιτική συρρίκνωσης της ποινικής παρέμβασης θα οδηγήσει σε μια επιστροφή στην «πρωταρχική» λειτουργία του ποινικού δικαίου ως extrema ratio (Pavarini, M. 1985: 526-527).

Συμπερασματικά, η ριζοσπαστική καταργητική τάση είναι εκείνη η οποία δεν αναγνωρίζει κανενός είδους νομιμοποίηση στο ποινικό σύστημα, καταγγέλλοντας την αυθαιρεσία, το κοινωνικό κόστος και τα δεινά που απορρέουν απ’ αυτό, ως εκ τούτου εισηγείται την πλήρη κατάργησή του.

Οι βασικές αρχές του ριζοσπαστικού καταργητισμού μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: Το ποινικό σύστημα δεν επιλύει κοινωνικά προβλήματα, αλλά συνιστά το ίδιο κοινωνικό πρόβλημα.  Με τα λόγια του Hulsman, βασικού εκπροσώπου αυτής της τάσης, το ποινικό σύστημα έχει επινοηθεί για να προξενεί κακό. Για να παράγει βία και μάλιστα μεγαλύτερη βία από αυτήν που συνάγεται αυτή καθεαυτή η βία της ποινής, διότι έχει στιγματιστικά αποτελέσματα που υπερβαίνουν τις προθέσεις και τη θέληση αυτών που το ενεργοποιούν. (Hulsman: 1997: 142). Συνάρτηση αυτού είναι και η αμφισβήτηση της έννοιας του εγκλήματος ως μιας καθαρά ιδεολογικής έννοιας και αντικατάστασής της με αυτή των προβληματικών καταστάσεων.



Ένα τεράστιο φάσμα καταστάσεων συνδέονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της έννοιας της εγκληματικότητας. Οι περισσότερες απ’ αυτές ωστόσο έχουν διαφορετικές ιδιότητες: ενδοοικογενειακή βία, κοινή βία,   εντελώς διαφορετικοί τρόποι απόκτησης αγαθών με παράνομους τρόπους, μόλυνση του περιβάλλοντος, μορφές πολιτικής δραστηριότητας. Δεν μπορεί να ανακαλυφθεί καμιά κοινή δομή [η οποία να περιλαμβάνει] ούτε τα κίνητρα αυτών οι οποίοι εμπλέκονται σε παρόμοια γεγονότα, ούτε τη φύση των συνεπειών που θα προκύψουν, ούτε τις πιθανότητες διαχείρισής τους (είτε προληπτικές είναι αυτές, είτε ελέγχου της σύγκρουσης). Το μόνο κοινό που έχουν όλα αυτά τα γεγονότα είναι η εξουσιοδότηση του ποινικού συστήματος να αναλάβει δράση εναντίον τους (Hulsman, L. 1886: 27, “Critical Criminology and the Concept of Crime” στο Contemporary Crises, 10, όπως αναφέρεται στο Karagiannidis, 2001: 44).



Στην διευθέτηση, λοιπόν, των συγκρούσεων οι οποίες παράγουν προβληματικές καταστάσεις, το κράτος θα πρέπει να έχει επικουρικό ρόλο όχι μέσα από κατασταλτικούς μηχανισμούς, αλλά μέσα από μηχανισμούς κοινωνικής πολιτικής.

 Μια τελευταία αρχή αφορά την νομιμοποίηση  του ποινικού συστήματος: Το ποινικό σύστημα δεν νομιμοποιείται να τιμωρεί τους παραβάτες των κανόνων, καθώς, η μόνη σχέση που συνδέει  αυτόν που τιμωρεί και αυτόν που τιμωρείται είναι μια σχέση εξουσία και,   στην ανάλυση του Hulsman, η ποινή είναι νόμιμη μόνον όταν υπάρχει πλήρης αποδοχή της εξουσίας του τιμωρού. Όταν, αντίθετα, αμφισβητείται η εξουσία του, τότε δεν πρόκειται για πραγματική ποινή αλλά για καθαρή βία η οποία έχει τεράστιες επιπτώσεις: Αρκεί να δει κανείς τα ποσοστά του ποινικού πληθυσμού, καθώς και τις υπερβολές στον τρόπο απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Έτσι τίθεται υπό αμφισβήτηση τόσο η ηθική θεμελίωση του δικαιώματος του τιμωρείν, όσο και τα μέσα που χρησιμοποιούνται γι’ αυτό το σκοπό. Η καταργητική τάση, λοιπόν, αρνείται κάθε νομιμοποίηση της ποινικής δικαιοσύνης. Η ποινική δικαιοσύνη δεν συνιστά μια νόμιμη απάντηση στις προβληματικές καταστάσεις, αλλά παρουσιάζει και η ίδια τα στοιχεία ενός δημόσιου προβλήματος (Hulsman & Bernat de Celis, 1997: 31).

            Το επιχείρημα ενισχύεται και από την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να υπάρχει δίκαιη ποινή (να υπακούει στην αρχή της αναλογικότητας ποινής και εγκλήματος, επικουρικότητα του ποινικού συστήματος, ακριβής πληροφόρηση γύρω από την προσωπικότητα του δράστη).[55] 



[Το κίνημα του ποινικού καταργητισμού] διατηρεί αφυπνισμένη τη γνώση ότι ο νόμος στα βιβλία είναι άλλο από τον νόμο στην πράξη. Προφυλάσσει από την τυφλή αποδοχή των τόσο εύκολων περιστασιακών συσχετισμών ανάμεσα στο έγκλημα και την ποινή και αποκαλύπτει τον πολιτικό ρόλο του ποινικού νόμου (van Swaaningen, R., 1992: 776, «Ο καταργητισμός στις Κάτω Χώρες. Ιστορίες θρησκευτικής ποικιλίας και ανθρωπιστικής ανοχής», στο Υπεράσπιση, μετ. Μ. Αρχιμανδρίτου)



Το περιεχόμενο της (ριζοσπαστικής) καταργητικής τάσης, όμως,  δεν είναι μόνον το αίτημα να καταργηθεί το ποινικό σύστημα, αλλά και ένας ολόκληρος τρόπος θεώρησης της ποινικής δικαιοσύνης, στην οποία καταλογίζεται η έλλειψη της απαραίτητης ανεξαρτησίας από τις «κυρίαρχες αναγνώσεις που υποστηρίζουν σιωπηρά την ιδέα της φυσικότητας και της αναγκαιότητας της ποινικής δικαιοσύνης» (σ. 32).  Δηλαδή, από τον κυρίαρχο λόγο για έγκλημα και κοινωνικό έλεγχο.          



Σ’ αυτήν την προοπτική, κατάργηση σημαίνει την κατάργηση της επικρατούσας γλώσσας για την ποινική δικαιοσύνη και την αντικατάστασή της από μια άλλη, που θα επιτρέπει την υποβολή της ποινικής δικαιοσύνης στην εξέταση της κριτικής υπόθεσης: με άλλα λόγια, που θα διευκολύνει τον έλεγχο της υπόθεσης ότι η ποινική δικαιοσύνη δεν είναι «φυσιολογική»και πως η «κατασκευή» της δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί. Αν επαληθευθεί αυτή η υπόθεση, τότε πρέπει να αποδομηθεί η επικρατούσα γλώσσα  για την ποινική δικαιοσύνη και, σ’ αυτή την περίπτωση, η ποινική δικαιοσύνη θα αναδειχθεί περισσότερο σαν ένα δημόσιο πρόβλημα παρά σαν κάποιος θεσμός που επιλύει δημόσια προβλήματα (Hulsman, & Bernat de Celis, 1997: 32)



Η απόρριψη του ποινικού συστήματος συνεπάγεται αναπόδραστα (σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο) και την απόρριψη της έννοιας του εγκλήματος. Τουτέστιν ανανέωση του λεξιλογίου με το οποίο αναφερόμαστε στο εγκληματικό φαινόμενο και την κοινωνική αντίδραση που προκαλεί.



Θα ήταν αδύνατο να υπερβούμε τη λογική του ποινικού συστήματος, αν δεν απορρίπταμε το λεξιλόγιο που υποστηρίζει αυτή τη λογική. Οι  λέξεις έγκλημα, εγκληματίας, εγκληματικότητα, αντεγκληματική πολιτική κλπ. ανήκουν στην ποινική διάλεκτο. Αντανακλούν τα a priori του κρατικού τιμωρητικού συστήματος. Το γεγονός που προσδιορίζεται ως «έγκλημα», αποκομμένο εξαρχής από το πλαίσιό του, αποσπασμένο από το πλέγμα των ατομικών και συλλογικών σχέσεων, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου υπαίτιου δράστη. Ο υποτιθέμενος «εγκληματίας» έχει προγραφεί εκ των προτέρων, εφόσον θεωρείται ότι ανήκει στον κόσμο των «κακών»… […] ακόμα και σ’ ένα πλαίσιο που θέλει να ονομάζεται επιστημονικό, λέξεις όπως εγκληματολογία, κοινωνιολογία του εγκλήματος, επιστήμη του εγκλήματος κλπ. συνδέονται μοιραία με τις κατηγοριοποιητικές έννοιες του ποινικού συστήματος – που έτσι γίνονται ασυνείδητα αποδεκτές […] Μια γλώσσα ανοικτή και απαλλαγμένη από τη θεσμική στεγανοποίηση επιτρέπει να αναδυθούν δυνατότητες αντιμετώπισης, που μέχρι σήμερα ήταν παραγνωρισμένες (Hulsman & Bernat de Celis, 1997: 151, 152)



Η πρόταση, κατά συνέπεια, του καταργητισμού είναι να αντικατασταθούν οι κατασταλτικοί τρόποι διευθέτησης των συγκρούσεων από αποκαταστατικούς τρόπους, γεγονός  το οποίο με τη σειρά του σημαίνει αναβάθμιση του ρόλου του θύματος. Ειδικότερα, πρώτον, σε αντίθεση με τη λογική και την οργάνωση του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη συμπεριφορά στην κατάσταση



Όπως ακριβώς ένας χάρτης δεν είναι το έδαφος, έτσι και μια προβληματική κατάσταση είναι πάντοτε κατασκευασμένη – και αναγκαστικά αποδυναμωμένη – όταν αντιμετωπίζεται από κάποιο θεσμό, ένα οργανισμό ή ένα πρόσωπο. Έπεται ότι η εγκυρότητα της εν λόγω κατασκευής μπορεί να αμφισβητηθεί κάθε στιγμή (Hulsman & Bernat de Celis, 1997: 46)



Δεύτερον, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την εγκληματική στην προβληματική φύση.  Με άλλα λόγια, στην αναβάθμιση του ρόλου του θύματος, στη μετάθεση του ενδιαφέροντος από τον δράστη στο θύμα, στο πρόσωπο του οποίου συνέβη κάτι προβληματικό. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο, διότι ο ορισμός ενός γεγονότος, ακόμα και από το ίδιο το θύμα, δεν είναι αναγκαία ίδιος με αυτός του ποινικού συστήματος. Πολλές φορές, λοιπόν, η προκληθείσα βλάβη μπορεί, με την απόλυτη συναίνεση του θύματος να ρυθμισθεί, με εξωποινικούς τρόπους (αποκαταστατικό, θεραπευτικό, συνδιαλλακτικό) που να έχουν πολύ περισσότερο επωφελή αποτελέσματα από την ποινική παρέμβαση που μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό το οποίο κλήθηκε να ρυθμίσει. Συμβαίνει δε πολύ σπανιότερα από ό,τι συνήθως πιστεύουμε το να επιθυμεί κάποιος την ποινική κύρωση ή την οιαδήποτε τιμωρία εκείνου που τον έκανε να υποφέρει.



Η αναφορά, λοιπόν, σε εναλλακτικές λύσεις, δεν σημαίνει εναλλακτικές ποινές, αλλά εναλλακτικές διαδικασίες, όπου μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει η νομική μορφή. Πράγματι, οι οπαδοί του καταργητισμού αποβλέπουν μεν μακροπρόθεσμα στην πλήρη κατάργηση του ποινικού συστήματος, αλλά για το άμεσο μέλλον υποστηρίζουν τις μεταρρυθμιστικές τάσεις που αποδυναμώνουν το ποινικό σύστημα και αναθέτουν ρυθμιστικές λειτουργίες σε άλλα συστήματα κοινωνικού ελέγχου. 

Αυτό σημαίνει  ότι η κριτική που ασκείται στο ποινικό σύστημα αποβλέπει ουσιαστικά στο να επανακτήσει η κοινότητα την εξουσία διευθέτησης των συγκρούσεων που παράγονται στο πλαίσιό της. Με άλλα λόγια, το αίτημα είναι η μεταβίβαση της εξουσίας ρύθμισης των συγκρούσεων στους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της κοινότητας:  Η κοινότητα παράγει συγκρούσεις, οι μηχανισμοί της κοινωνικού ελέγχου θα πρέπει να τις διαχειρισθούν έτσι ώστε η κοινότητα να επανιδιοποιηθεί τις συγκρούσεις της και την ευθύνη της διαχείρισής τους. Πρόκειται, λοιπόν, για μια πρόκληση στο ποινικό σύστημα να ανοιχθεί προς την κοινότητα. Η κριτική, δηλαδή, στο ποινικό σύστημα δεν εξαντλείται σε μια αρνητική στάση, αλλά επεκτείνεται και μια θετική / δημιουργική, στο πλαίσιο της οποία προκρίνονται άλλες μορφές παρέμβασης στις προβληματικές καταστάσεις με έμφαση στις κοινοτικές μορφές παρέμβασης, καθώς σύμφωνα με τους οπαδούς του καταργητισμού σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάργηση του ποινικού συστήματος θα μπορούσε να συμβάλλει στην αναζωογόνηση του κοινωνικού ιστού. Όπως λέει ο Hulsman, «όταν ο ποινικός νόμος παύει να αποτελεί σημείο αναφοράς, είναι συχνά ευκολότερο να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα» (όπως ανωτέρω, σ. 163)

Βέβαια σε παρόμοια εγχειρήματα ελλοχεύει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν καινούργιες δομές κοινωνικού ελέγχου και, εμμέσως, να προκύψουν μη θεσμοθετημένες κατασταλτικές πρακτικές ή πρακτικές κοινωνικού αποκλεισμού.  Για παράδειγμα, η έλλειψη σεβασμού στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες μειονοτικών ομάδων ή ο κοινωνικός αποκλεισμός ομάδων που δεν επιθυμούν να ενταχθούν σε θεραπευτικές ή άλλες δομές. Δηλαδή, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οποιοδήποτε σύστημα κοινωνικού ελέγχου, θεσμοθετημένο ή μη, δεν παύει να διαπερνάται από σχέσεις εξουσίας. Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση των συγκρούσεων στο πλαίσιο της κοινότητας δεν είναι εξ ορισμού λιγότερο αυθαίρετη από τη θεσμική, ούτε οι καταναγκασμοί που απορρέουν εξ ορισμού ηπιότεροι (Νικολόπουλος, Εισαγωγή, 1997: 22). Παράλληλα, στο βαθμό που καταρχήν και βραχυπρόθεσμα πρόκειται για σχέσεις συνεργασίας με το ποινικό σύστημα,[56] είναι πιθανό αντί να εκτραπεί ο έλεγχος σε εξωποινικές δομές, απλώς να διευρυνθεί για να συμπεριλάβει και αυτές.

Το γεγονός ότι οι οπαδοί της καταργητικής τάσης, με αφετηρία μια καταλυτική κριτική του ποινικού συστήματος, εισηγούνται την κατάργηση του και προκρίνουν άλλες μορφές διευθέτησης των συγκρούσεων, μην μας οδηγήσει στην εσφαλμένη εντύπωση ότι στους στόχους τους είναι να προσφέρουν οριστικές και εμπειρικά επιβεβαιωμένες «λύσεις», νέες συνταγές. Στην ουσία, λοιπόν, πρόκειται για μια επιστημονική κίνηση η οποία εισηγείται  την πρόκριση εναλλακτικών ως προς τις ποινικές μεθόδων διαχείρισης των συγκρούσεων και είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Hulsman,στο κεφάλαιο του βιβλίου Άστοχες ποινές, το οποίο τιτλοφορείται: Πώς καταργούμε την Ποινική Δικαιοσύνη:



[…] Πόσο πολύ μας επηρεάζουν και μας καταδυναστεύουν η γλώσσα και οι εικόνες που διακινεί η ποινική δικαιοσύνη. Μ’ αυτήν την έννοια, η ποινική δικαιοσύνη ακολουθεί τον καθένα μας, όπως συμβαίνει με τις προκαταλήψεις για το φύλο ή, σε μερικές περιοχές του κόσμου, για τη φυλή. Κατάργηση επομένως σημαίνει καταρχήν κατάργηση της ποινικής δικαιοσύνης μέσα μας: αλλαγή αντιλήψεων, στάσεων και συμπεριφοράς (Hulsman & Bernat de Celis, 1997: 49, 50)



Ουσιαστικά αναφέρεται λοιπόν στην κατάργηση (αλλαγή) αυτών των «σιωπηλών ιδεολογικών παραδοχών» περί εγκλήματος, εγκληματία και ποινής που ενσωματώνονται στη δομή της ποινικής δικαιοσύνης, διαβρώνουν τον καθημερινό λόγο με την ισχύ μιας αυταπόδεικτης αλήθειας κι έτσι συσκοτίζουν τον ιδεολογικό χαρακτήρα τους.

Το γεγονός, λοιπόν, της ύπαρξης αυτού του σώματος γνώσης δεν οδηγεί αυτόματα στην συγκρότηση μιας πραγματικής θεωρίας για το έγκλημα και τον κοινωνικό έλεγχο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται μάλλον για μια επιστημονική κίνηση ευαισθητοποίησης , της οποία ο στόχος και η δυνατότητες αφορούν το ξεπέρασμα των παραδοσιακών εννοιών, ταξινομήσεων και μοντέλων διαχείρισης των προβληματικών καταστάσεων. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι συγκροτείται ένα σώμα γνώσης με εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία τέτοια που να του επιτρέψουν να αποτελέσει μια νέα θεωρία. Αντίθετα, σε μια προσπάθεια έστω και θεωρητικής αξιοποίησης αυτών των αντιλήψεων, συναντάμε πολλές ελλείψεις και εννοιολογικά κενά. Για παράδειγμα, στο έργο του Hulsman στο οποίο κυρίως αναφερθήκαμε, βλέπουμε ότι με αναφορά στο πολυσύνθετο περιβάλλον των σύγχρονων κοινωνιών, όπου η κοινωνία είναι περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο μια συγκρουσιακή οντότητα, γίνεται επίκληση λύσεων οι οποίες προϋποθέτουν κοινοτικούς τρόπους κοινωνικών σχέσεων, κατά συνέπεια και κοινοτικούς τρόπους επίλυσης των συγκρούσεων. Δηλαδή, συναντάμε την αντίληψη ότι από τη στιγμή που θα  η ποινική ρύθμιση των διαφορών, η κοινωνική ζωή θα μπορεί να οργανώνεται με τρόπους που δεν θα καταστέλλουν αλλά αντίθετα θα ικανοποιούν τις ανθρώπινες ανάγκες. Δηλαδή, μια αντίληψη πολύ κοντινή στην αναρχική φιλοσοφία. Και το ερώτημα είναι, τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν κατά τόσο ευτυχή τρόπο; Είναι χαρακτηριστικό δε ότι η καταργητική τάση γεννιέται στις Σκανδιναβικές χώρες: χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας, κοινωνίες με συμπαγή κοινωνικό ιστό και χαμηλό ποσοστό συγκρούσεων κλπ.[57] 



Η αρχή της «ελάχιστης ποινικής παρέμβασης» και η εγγυητική τάση



Η τάση αυτή ονομάζεται εγγυητική (garantismo) και απορρέει από «μια κριτική των μηχανισμών που καθιστούν αυτόνομη και απόλυτη την πολιτική εξουσία» (Φεραγιόλι, Λ. 1985: 62). Η εγγυητική τάση εμφανίζεται στην Ιταλία ως απάντηση στη γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν με αφορμή την πάταξη της τρομοκρατίας, θεσπίστηκε μια έκτακτη νομοθεσία η οποία έτεινε στην υποβάθμιση της ποινικής νομιμότητας, στον περιορισμό των δικαιωμάτων των υποδίκων και αναπτύχθηκε ένα προληπτικό ποινικό δίκαιο διοικητικού τύπου βασιζόμενου στην υποψία.



Διευρύνθηκαν έτσι οι περιπτώσεις όπου μπορούσαν να εφαρμοσθούν τα προληπτικά μέτρα, διογκώθηκαν οι εξουσίες της Αστυνομίας μέχρι που να αγγίξουν το μέγεθος εκείνων της δικαστικής αρχής, αυξήθηκε η αποδεικτική αξία των υποψιών [….] εισήχθησαν στον κώδικα εγκλήματα καθαρά βασιζόμενα σε υποψίες, όπως η συνένωση ατόμων «με σκοπό» την τρομοκρατία ή την ανατρεπτική δράση [….] και σαν επακόλουθο έγινε αποδεκτό το ποινικό δίκαιο των προθέσεων ή της βούλησης (Ferrajoli &, Zolo , 1985: 58)



Έτσι, η εγγυητική τάση εμφανίστηκε στην Ιταλία ως ένας πολιτικο-θεσμικός προσανατολισμός, ο οποίος γεννήθηκε ως απάντηση στην κατάσταση που διαμόρφωσαν αυτές οι διαδικασίες (πολιτική βία, θεσμική και πολιτική απάντηση στο φαινόμενο, εμπλοκή της ιταλικής κοινωνίας και των πολιτικών φορέων της σ’ αυτές τις διαδικασίες).



[η εγγυητική τάση] ξεπέρασε την παραδοσιακή υποτίμηση (ως «αστικών») των εγγυήσεων ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ατόμου και του συνόλου. Συγχρόνως πειστήκαμε ότι οποιοδήποτε Κράτος ή πολιτικό σύστημα, ακόμα κι ένα εργατικό ή μεταβατικό, πρέπει να πειθαρχεί αυστηρά σε νομικούς κανόνες – σε ένα «Κράτος δικαίου» - έτσι ώστε να περιορισθεί στο ελάχιστο η κατασταλτική εξουσία και η έμφυτη τάση του προς τον ολοκληρωτισμό [….] Το δίκαιο δεν είναι μόνον μορφή της εξουσίας, αλλά και όριο, έλεγχος, περιορισμός των απολυταρχικών της τάσεων (Ferrajoli &, Zolo, 1985: 63).



Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την τάση, το ποινικό σύστημα περιλαμβάνει τις εγγυήσεις για τη διαφύλαξη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, έστω κι αν η ποινική καταστολή συνεπάγεται περιορισμούς της ελευθερίας. Οι περιορισμοί αυτοί, ωστόσο, είναι σαφώς μικρότεροι σε σχέση με αυτούς που συνεπάγεται, για παράδειγμα, η προληπτική λειτουργία των διωκτικών αρχών. Κι αυτό επειδή η καταστολή των παράνομων πράξεων πλήττει μόνον την ελευθερία των δραστών, ενώ η αστυνομική πρόληψη πλήττει ελευθερίες του συνόλου.[58] Επίσης, η ποινική καταστολή παρεμβαίνει ex post, μετά, δηλαδή, τη διάπραξη συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, ενώ η αστυνομική πρόληψη παρεμβαίνει ex antea, ενόψει, δηλαδή, του κινδύνου μελλοντικής διάπραξης εγκλημάτων, κινδύνου ο οποίος αξιολογείται με βάση κριτήρια αόριστα ή μη προσδιορισμένα νομοθετικά (Ferrajoli,  1985a: 515-516)

            Αν, ωστόσο, το ποινικό σύστημα νομιμοποιείται μόνον στο βαθμό που περιορίζει την αυθαίρετη βία, αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελεί το μόνο ή το σημαντικότερο μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου.



      Αντίθετα, η πρόοδος του πολιτικού συστήματος μετριέται από την ικανότητά του να ανέχεται την παρέκκλιση ως ένδειξη και προϊόν εντάσεων ή ανεπίλυτων κοινωνικών δυσλειτουργιών και να την προλαμβάνει εξαλείφοντας τα υλικά της αίτια, χωρίς να προσφεύγει σε τιμωρητικά ή ανελεύθερα μέσα (Ferrajoli, 1985a: 520).



Έτσι, η πρόταση για τη μέγιστη συρρίκνωση της ποινικής παρέμβασης συμπληρώνει την εγγυητική τάση. Όπως λέει ο A. Baratta, το αίτημα μιας εναλλακτικής αντεγκληματικής πολιτικής δεν θα πρέπει να είναι ένα καλύτερο ποινικό σύστημα, αλλά κάτι καλύτερο από το ποινικό σύστημα.



Για μια συρρίκνωση, δηλαδή, του ποινικού συστήματος και ενεργοποίηση όλων των περιορισμών οι οποίοι, σε ένα Κράτος Δικαίου, μπορούν να χαλιναγωγήσουν την τιμωρητική βία και να εγγυηθούν τις ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ταυτόχρονα, να διευρυνθεί ο χώρος στον οποίο μπορούν να λειτουργήσουν, με απόλυτο σεβασμό στη νομιμότητα, νέα και αποτελεσματικότερα μέσα ελέγχου άλλων μορφών βίας. Θεωρώ, πράγματι, ότι ο αγώνας κατά της βίας δεν μπορεί να περιορισθεί σε ένα πόλεμο ενάντια στο ποινικό σύστημα, το οποίο δεν είναι προφανώς η μόνη μορφή βίας στις κοινωνίες μας (Baratta, 1991: 76).



Ένα από τα πιο ενδεικτικά κείμενα της πρότασης για «ελάχιστη ποινική παρέμβαση», είναι το άρθρο του A. Baratta, «Αρχές της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης. Για μια θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αντικειμένου και ορίου του ποινικού νόμου», που δημοσιεύθηκε στην Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας (1989, τ. 3-4). Στο άρθρο αυτό αναλύεται η αρχή ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα θα πρέπει να καθορίζουν όχι μόνον το αντικείμενο αλλά και τα όρια του ποινικού νόμου Η αρχή αυτή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων την ανάγκη παραχώρησης ενός ευρύτατου πεδίου ελευθέρίας στο διαφορετικό, κατά τρόπο ο οποίος να συμβιβάζεται με τις ελάχιστες απαιτήσεις μίας ορθής κοινωνικής οργάνωσης. Να αναγνωρισθεί, δηλαδή, στα ανθρώπινα δικαιώματα μια διττή λειτουρ­γία: αφ' ενός μεν του προσδιορισμού του πιθανού αντικειμένου της ποινικής προστασίας, αφ' ετέρου δε της οριοθέτησης της ποινικής παρέμ­βασης. Αυτό σημαίνει ότι η ποινική καταστολή δεν θα πρέπει να αποτε­λεί τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση στη διαχείριση κοινωνικών προβλη­μάτων και συγκρούσεων, να αποτελεί, δηλαδή, απάντηση σε καταστάσεις οι οποίες συνι­στούν σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι εξωπραγματική η αντίληψη πως τα μεγάλα προβλήματα τα οποία απορρέουν από τις προβληματικές καταστάσεις και τις καταστάσεις σύγκρουσης μπορεί να επιλυθούν με όπλο τον ποινικό νόμο. Το γεγονός, αντίθετα, ότι η ποινική καταστολή στις μέρες μας αντί να συρρικνώνεται διευρύνεται, έχει επισημανθεί από πολλούς συγγραφείς.[59]



Ενώ δηλαδή η πολιτισμική και πολιτική εξέλιξη του ανθρώπου σε γενική κλίμακα συνεπάγεται περισσότερο απελευθερωμένες σε σχέση με το παρελθόν μορφές ατομικής και συλλογικής διαβίω­σης, η ποινική καταστολή ως συνολική «μάζα καταπίεσης» αυξά­νεται, αν και, επηρεασμένη ασφαλώς από τις θετικές πολιτισμι­κές και πολιτικές εξελίξεις, εμφανίζεται οπωσδήποτε πιο εξανθρω­πισμένη, δηλαδή, πιο ελεγχόμενη. Ποιοτικά λοιπόν η ποινική κα­ταστολή «εκλεπτύνεται», ενώ ποσοτικά μεγεθύνεται. Στο μέτρο όμως που η ποσότητα δημιουργεί κάποτε την δική της ποιότητα, η ανη­συχία των θεωρητικών για την διαφαινόμενη από την ποσοτική αύξηση της ποινικής καταστολής δυσμενή εξέλιξη της ποιότητας ζωής του σύγχρονου ανθρώπου είναι νομίζω δικαιολογημένη» (Ι. Μανωλεδάκης, 1989).



Από την άλλη μεριά, είναι εξίσου προβληματικό να αναζητάμε τις λύσεις απλώς στην συρρίκνωση του πεδίου της ποινικής παρέμβασης ή και στην κατάργηση του ποινικού συστήματος.



Θεωρώ ότι οι προβληματικές καταστάσεις οι οποίες ορίζονται ως εγκληματικότητα δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν, όπως θα ήθελε ο εγκληματολογικός ρεαλισμός, με όπλο την ποινική καταστολή, αλλά με τον μετασχηματισμό – πραγματικό μετασχηματισμό, όχι αυτόν ο οποίος μετατίθεται στο ποτέ της ουτοπίας – των κοινωνικών σχέσεων που είναι συμφυείς μ’ αυτές τις προβληματικές καταστάσεις, καθώς επίσης και διαμέσου ενεργητικών (και όχι απλώς αντιδραστικών) μέσων κοινωνικού ελέγχου τα οποία θα αναδυθούν καθώς θα εξελίσσονται αυτές οι διαδικασίες μετασχηματισμού. Από την άλλη μεριά, πιστεύω ότι οι ρεαλιστές έχουν κάποιο δίκιο όταν ζητούν να αναμετρηθεί η κριτική εγκληματολογία με την ανάγκη να αντιμετωπίσει τις προβληματικές καταστάσεις σύγκρουσης και δυστυχίας που μέχρι σήμερα έχουν ορισθεί ως εγκληματικότητα [….] Σε κάθε κοινωνία η εγκληματική συμπεριφορά είναι συχνά η ακραία εκδοχή - παρεκκλίνουσα ως προς τα μέσα, όχι ως προς τους στόχους – κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών που χαρακτηρίζουν αυτήν την κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις ισχύος που είναι παρούσες κοινωνικά, μάλλον εκφράζονται στην ακραία μορφή τους από τις εγκληματικές ενέργειες, παρά αντιστρέφονται. Αντίθετα, δηλαδή, από αυτό το οποίο επιθυμούσε η επαναστατική ρητορική τύπου Ρομπέν των Δασών που αναπτύχθηκε στις δεκαετίες ’60 και ’70, τα θύματα είναι συχνά οι πιο αδύναμοι (Melossi, D. , 1991: 31-2)



 


Η σύγχρονη αναβίωση του θετικιστικού παραδείγματος




Oι τιμωρητικές πολιτικές εφαρμόζονται από το Kράτος- έγραφε ο Matza- προκειμένου να επιτευχθεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά και το ιδιαίτερης σημασίας επίτευγμά «του»: η αναπαράσταση της κοινωνίας ως μίας ενοποιημένης (και ιεραρχικά καθορισμένης) δομής (Matza 1969, Melossi 1990: 155-68). Λίγα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Becoming Deviant, τουλάχιστον στις Hνωμένες Πολιτείες, το ήθος που όλο και περισσότερο κυριαρχούσε ήταν το ήθος της δυναμικής ενοποίησης της κοινωνίας ύστερα από μία μακρόχρονη περίοδο κατά την οποία τα πάντα είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση, από τη δομή της οικογένειας ως την ανωτερότητα της λευκής φυλής, από την ηθική της εργασίας και της εργατικότητας ως μία πολιτική μετριοπάθειας και εγκράτειας, από τους ρόλους των φύλων ως τους συσχετισμούς της εξουσίας σε όλους τους κοινωνικούς θεσμούς. Αυτή τη χρονική στιγμή, η συντηρητική μερίδα του κατεστημένου ξεκίνησε μία αιχμηρή, συνειδητή, σκόπιμη εκδικητική ρεβάνς, η οποία διήρκεσε τουλάχιστον από την προεδρία του Nixon ως την προεδρία του Bush και είχε διεθνή απόηχο στις πολιτικές της Margaret Thatcher στη Mεγάλη Bρετανία.[60] Θα ακολουθούσαν είκοσι και πλέον χρόνια αυξανόμενης ανεργίας, ριζικής αναδόμησης της οικονομίας και, μαζί με αυτό, έντονης εκπειθάρχησης της εργατικής τάξης. Tην ίδια στιγμή άρχισε να λαμβάνει χώρα στις Hνωμένες Πολιτείες η πιο μαζική διαδικασία εγκλεισμού που συνέβη ποτέ στη Δύση από τις μέρες του «μεγάλου εγκλεισμού» του δεκάτου- εβδόμου αιώνα [….] H νέα τάση συνοδεύτηκε από μία μεταβολή στη διάθεση των εγκληματολόγων. Mία νέα ρεαλιστική εγκληματολογία[61] (Platt και Takagi 1977) έμελλε να ανακαλύψει για άλλη μία φορά ότι το κακό που επέβαλλαν οι εγκληματίες στα άτομα και τις κοινότητες ήταν πραγματικό· ότι οι εγκληματίες ήταν συχνά κακοί και/ ή κατώτεροι τύποι ανθρώπινων όντων· ότι η ποινή όντως υπηρετούσε τη θετική λειτουργία της προστασίας της κοινωνίας από τους εισβολείς όλων των ειδών, ανθρώπων που δεν αξίζουν τη συμπόνια μας (Melossi D. 1999: 42-43)



Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα κοινωνικά- πολιτισμικά συμφραζόμενα τα οποία ευνόησαν τη γέννηση των κριτικών τάσεων στη μελέτη του εγκληματικού φαινομένου και υπονόμευσαν το θετικιστικό παράδειγμα, αντιστράφηκαν στο τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα.  Η οικονομική κρίση των μέσων της 10ετίας του ’70, προκαλεί πολλαπλές αναταράξεις και επιβάλλει την ανάγκη να επανεγκαθιδρυθεί η ισορροπία και να αποκατασταθεί η εικόνα μιας ενοποιημένης, συναινετικής κοινωνίας. Ενόψει αυτής της ανάγκης, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εγκληματικότητα τόσο σε επίπεδο αναπαραστάσεων, όσο και σε επίπεδο διαχείρισης, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Έτσι, η οικονομική κρίση και τα αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας συνδυάζονται με ανοδικούς δείκτες φυλάκισης οι οποίοι εμφανίζουν πρωτοφανή αύξηση. Από τα σημαντικότερα δε επιχειρήματα για τη νομιμοποίηση αυτής της μαζικής επιχείρησης εγκλεισμού, υπήρξε το ότι η προηγηθείσα μεταρρύθμιση, ενώ είχε τεράστιο οικονομικό κόστος, δεν κατάφερε να ελέγξει την εγκληματικότητα και την υποτροπή.

Το έργο της νομιμοποίησης αυτών των πολιτικών το αναλαμβάνει η ίδια η Εγκληματολογία με την αναβίωση των πιο συντηρητικών της τάσεων, οι οποίες βασίζονται για μια ακόμα φορά στην αντίληψη περί ιδιαιτερότητας του εγκληματία. Επανέρχονται, λοιπόν, στο προσκήνιο αντιλήψεις περί γενετικής κατωτερότητας του εγκληματία, η οποία  συχνά συνδυάζεται και με τη φυλετική του προέλευση. Ο επιστημονικός λόγος περί εγκλήματος αναφέρεται επίσης στην «αρπακτική φύση του εγκληματία», η οποία θεωρείτο κάτι τόσο δεδομένο ώστε να μην απαιτεί εξήγηση. Η εγκληματικότητα, λοιπόν, εμφανίζεται σχεδόν ως φυσική κατάσταση ενός ιδιαίτερου τύπου ανθρώπων, στους οποίους δεν λειτουργούν οι συνήθεις μηχανισμοί ελέγχου που λειτουργούν στους φυσιολογικούς ανθρώπους.

Από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα αυτών των τάσεων είναι η περίφημη διατύπωση της θεωρίας ελέγχου ή του κοινωνικού δεσμού, αρχικά από τον Travis Hirschi (1969), η οποία υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής και αποτέλεσε αντικείμενο πολλαπλών εμπειρικών ερευνών. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η εγκληματικότητα εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης ή της διάρρηξης των δεσμών που συνδέουν το άτομο με την κοινωνία. Η βασική υπόθεση είναι ότι υπάρχει ένα είδος έμφυτης (φυσικής) τάσης των ατόμων να παραβαίνουν τους νόμους και μ’ αυτήν έννοια, όλοι είναι δυνητικά εγκληματίες. Ο λόγος για τον οποίο δεν εγκληματούν είναι η επιτυχής λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου στο πλαίσιο των κοινωνικών δεσμών που αναπτύσσει το άτομο στη διαδικασία κοινωνικοποίησης. Ως τέτοιους ο Hirschi αναφέρει την προσήλωση (attachment) σε σημαντικά πρόσωπα, τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση του ατόμου (π.χ. οικογένεια), την δέσμευση (commitment) με τον τρόπο ζωής τον οποίο υπαγορεύει η συμβατική ηθική, την εμπλοκή (involvement) σε συμβατικές δραστηριότητες και, τέλος, την πεποίθηση (belief) ότι οι κανόνες συμπεριφοράς που θέτει η κοινωνία θα πρέπει να γίνονται σεβαστοί. Κατά συνέπεια, αυτό το οποίο απαιτεί μελέτη δεν είναι αυτή καθεαυτή η εγκληματικότητα, αλλά οι μηχανισμοί ελέγχου οι οποίοι μπορούν να την αποτρέψουν.

Στη συνέχεια, και με τη συνεργασία του Michael Gottfredson, η θεωρία αναθεωρήθηκε και επανεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως θεωρία αυτοελέγχου (Gottfredson & Hirschi, 1990).  Τώρα η έμφαση δίδεται περισσότερο στη διαδικασία εσωτερίκευσης των κανόνων, παρά στους τρόπους δημιουργίας του κοινωνικού δεσμού: Όποιος έχει την ικανότητα αυτοελέγχου έχει μικρότερες πιθανότητες να εγκληματήσει και το αντίστροφο. Έτσι, παρέχεται μια  σχεδόν λομπροζιανή ερμηνεία  στην εγκληματική συμπεριφορά, τουτέστιν ότι τα άτομα με χαμηλό βαθμό αυτοελέγχου θα εγκληματήσουν  αναπόφευκτα μόλις βρεθούν μπροστά στην κατάλληλη ευκαιρία. (Melossi, 2002: 220 κ.ε.)



Οι εγκληματικές ενέργειες παρέχουν άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων με χαμηλό αυτοέλεγχο είναι επομένως μια τάση να απαντούν σε απτά ερεθίσματα του άμεσου περιβάλλοντος, να έχουν ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό προς το «εδώ και τώρα» […] Συγκρατείστε ότι το έγκλημα περιλαμβάνει την επιδίωξη της άμεσης ευχαρίστησης. Συνεπάγεται ότι τα άτομα που στερούνται αυτοελέγχου θα τείνουν επίσης να επιδιώκουν τις άμεσες μορφές ικανοποίησης που δεν είναι εγκληματικές: θα τείνουν προς το κάπνισμα, το ποτό, τη χρήση ναρκωτικών, το τζόγο, την απόκτηση παιδιών έξω από τα δεσμά του γάμου και τη συμμετοχή σε παράνομο σεξ (Gottfredson &. Hirschi, 1990: 89, 90, όπως αναφέρεται στο Melossi.  1999: 44)



Ένα άλλο παράδειγμα αυτών των τάσεων, εξίσου δημοφιλές,  είναι μια δημοσίευση του Ινστιτούτου Manhattan  με τίτλο  Η καμπύλη της επιτυχίας, η οποία έγινε best seller. Συγγραφείς του έργου είναι ο Charles Murray, εμπειρογνώμονας της κυβέρνησης Reagan σε θέματα welfare στη δεκαετία του ’80 και ο ψυχολόγος του Harvard, Richard Hernnstein (Hernnstein & Murray, 1994). Σύμφωνα με τους συγγραφείς αυτούς, οι φυλετικές και ταξικές ανισότητες που υπάρχουν στην αμερικάνικη κοινωνία, αντανακλούν διαφορές «γνωστικής επάρκειας». Με άλλα λόγια:



Σύμφωνα με την Καμπύλη της Επιτυχίας, το διανοητικό πηλίκο καθορίζει όχι μόνον ποιος επιτυγχάνει και πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, αλλά επίσης και ποιος γίνεται άνεργος ή εκατομμυριούχος, ποιος ζει κάτω από τα ιερά δεσμά του γάμου ή έχει ελεύθερες σχέσεις […] Όπως θα περίμενε κανείς, ο δείκτης ευφυΐας καθορίζει επίσης την επιρρέπεια στο έγκλημα και τον εγκλεισμό: γίνεται κάποιος εγκληματίας, όχι επειδή είναι υλικά στερημένος (deprived) μέσα σε μια κοινωνία ανισοτήτων, αλλά επειδή είναι ηθικά και πνευματικά ανεπαρκής (depraved) [….] Συνεπάγεται λογικά ότι το κράτος δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει στην κοινωνική ζωή προσπαθώντας να μειώσει ανισότητες που ανάγονται ουσιαστικά στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, δεδομένου ότι υπάρχει ο κίνδυνος να επιτείνει τα δεινά που προσπαθεί να απαλύνει, διαιωνίζοντας τις διαστρεβλώσεις του ιδεώδους της ισότητας που εμφανίστηκε με τη Γαλλική Επανάσταση. Καθότι είτε είναι ιακωβίνικες, είτε είναι λενινιστικές οι τυραννίες  που στηρίζονται στη θεωρία της κοινωνικής ισότητας, είναι κάτι χειρότερο από μη ανθρωπιστικές: είναι απάνθρωπες (Hernnstein & Murray, 1994, όπως αναφέρεται στο Wacquant, 2001: 28,29)



Δύσκολα μπορεί να μην διακρίνει κανείς τις ομοιότητες αυτού του εγκληματολογικού λόγου με τον αντίστοιχο – λομπροζιανό - του 19ου αιώνα.  Η σημασία δε αυτού του γεγονότος συνίσταται στο ότι επανέρχονται στο προσκήνιο μια σειρά από ζητήματα, όπως, πρώτον, η αποσύνδεση της εγκληματικότητας  από το πλέγμα των κοινωνικών συγκρούσεων και προβλημάτων που βρίσκονται στη βάση της εκδήλωσής της και, δεύτερον ο προσδιορισμός μιας «εγκληματικής τάξης» (φτωχοί, άνεργοι, έγχρωμοι, μετανάστες), καθώς η ηθική απαξίωση του εγκληματία περιλαμβάνει και τη συλλογική απαξίωση της ομάδας προέλευσης (Melossi, 1999: 40).

Από τις δευτερογενείς δε συνέπειες αυτών των εξελίξεων είναι και η αλλαγή στους στόχους και τη δομή του τιμωρητικού μηχανισμού: αποδυναμώνεται και ο στόχος της επανακοινωνικοποίησης, ενώ ενισχύεται η κατασταλτική λειτουργία της ποινής.

            Παράλληλα, αναπτύσσεται και μια άλλη τάση, η οποία δεν εστιάζει πλέον στον ίδιο τον εγκληματία, θεωρώντας την  ύπαρξή του περίπου ως φυσικό φαινόμενο, αλλά στις διαδικασίες θυματοποίησης του πληθυσμού από την ύπαρξη του εγκλήματος: τα χαρακτηριστικά του εν δυνάμει θύματος, το κατά πόσον διαθέτει υλικά αγαθά τα οποία θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον του εγκληματία, πόσο προστατευμένο είναι  από ενδεχόμενη επίθεση κλπ. Στόχος, κατά συνέπεια,  είναι η λήψη μέτρων τα οποία να βασίζονται στην αποτροπή ή την επιλεκτική εξουδετέρωση  εν δυνάμει εγκληματικών, έτσι ώστε να μειωθούν οι πιθανότητες θυματοποίησης του πληθυσμού. Αναζητώντας, λοιπόν, κυρίως μέσα από έρευνες θυματοποίησης[62] ή αυτοεξομολόγησης[63] και όχι τόσο από τις επίσημες στατιστικές, τις πληθυσμιακές ομάδες οι οποίες εμφανίζουν υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας (High Rate Offenders, HROs), προτείνεται η λήψη μέτρων «επιλεκτικής ουδετεροποίησης» (selective incapacitation). Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτού το οποίο ονομάστηκε εκτιμητική ποινολογία (actuarial penology), επανέρχεται στο προσκήνιο η θετικιστική έννοια της επικινδυνότητας, αναδεικνύοντας για μια ακόμα φορά  την απόσταση η οποία χωρίζει τον εγκληματία από τον νομοταγή πληθυσμό και την ανάγκη να ληφθούν μέτρα εξουδετέρωσης του επικίνδυνου εγκληματικού σύμπαντος (Melossi, 2002: 227 κ.ε.).

Από τις πιο γνωστές εκδοχές αυτών των τάσεων για την πρόληψη του εγκλήματος, είναι η περίφημη θεωρία  του «σπασμένου παραθύρου» (J.Q. Wilson). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι σοβαρές μορφές εγκληματικότητας μπορεί να προληφθούν μόνον αν αντιμετωπισθούν βήμα προς βήμα οι μικρές, καθημερινές μορφές παραβατικότητας («όποιος κλέψει ένα αυγό, θα κλέψει κι ένα βόδι»). Η συγκεκριμένη θεωρία, χωρίς ποτέ να τύχει εμπειρικής επιβεβαίωσης,  αποτέλεσε βασικό θεωρητικό στήριγμα των πολιτικών μηδενικής ανοχής, τις οποίες εφάρμοσε στη δεκαετία του ’90 ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Rudolph Giuliani. (βλ. σχετικά, Vacuant, 2001: 30 κ.ε.).

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για μια διακυβέρνηση των πληθυσμών διαμέσου της εγκληματικότητας, με την έννοια της σχέσης των ποινικών πρακτικών με τη διαχείριση των κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών. Οι ποινικές πρακτικές, όμως, δεν είναι η απλή αντανάκλαση, αλλά  η διακυβέρνηση αυτών των μεταβολών, ενώ, παράλληλα,  συνιστούν όργανο κοινωνικής αναπαράστασης, που έχει σκοπό να ενισχύσει τη συνοχή, την αλληλεγγύη και την ηθική εκείνου του τμήματος της κοινωνίας το οποίο δεν αποτελεί μεν άμεσο αντικείμενο των ποινικών θεσμών, αλλά είναι μάρτυρας και θεατής του ξεδιπλώματος της εξουσίας τους (Melossi, «Ποινικές πρακτικές και «διακυβέρνηση των πληθυσμών» στους Marx και Foucault», υπό δημοσίευση στο Κοταρίδης & Κουκουτσάκη, Επιμέλεια, Εικόνες Φυλακής, υπό έκδοση). Με τα λόγια του Melossi:



Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε το στενό δεσμό που συνδέει εκείνη τη μορφή «πειθαρχίας της εργασίας» η οποία καθιστά δυνατό το κέρδος, δηλαδή τον ίδιο τον καπιταλισμό, με την πιο γενική «κοινωνική πειθαρχία», η οποία μοιάζει να συναρθρώνεται με την πρώτη κατά τρόπο ακατάλυτο. Αν λοιπόν η σφαίρα των ποινικών πρακτικών αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματική στην ανάδειξη των κανόνων κοινωνικής πειθαρχίας – αν και αυτό, ως συνήθως, στην πρόσφατη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών φάνηκε με μεγαλύτερη ισχύ σε σχέση με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή – τότε οι ποινικές πρακτικές μπορούν να ιδωθούν ως ένα όργανο που οδηγεί παρά ακολουθεί μια κάποια μορφή κοινωνικής ανάπτυξης[64] (Melossi, όπως ανωτέρω)





Βιβιλογραφία*



Baratta, A. (1982), Criminologia Critica e critica del Diritto Penale, Bologna: il Mulino

Baratta, A. (1989), «Αρχές της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης. Για μια θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αντικειμένου και ορίου του ποινικού νόμου», στo Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4)

 Baratta,  A. (1991),  “Cos’ e la criminologia critica?”, συνέντευξη στον Victor Sancha Mata, η οποία δημοσιεύθηκε στο Dei Delitti e delle Pene, 1991/1.

Becker, H. (1963/ 1973), Outsiders. Studies in the Sociology of Deviance, N. Y.: The Free Press,

Cloward, R., L. Ohlin (1960), Delinquency and Opportunity,  N.Y.: The Free Press

Cohen, A. (1955), Delinquent Boys: The Culture of Gang, N.Y.: The Free Press

Cohen, S. (1972/ 1980), Folk Devils and Moral panics. The creation of the Mods and Rockers, N. Y.: St. Martin’s Press

Cohen, S. (1985), Visions of Social Control: Crime, Punishment and Classification, Cambridge: Polity Press.

Cohen, S. (1988) Against Criminology, New Brunswick: Translation Books

Cohen S. (1990), «Κοινοτικός έλεγχος: Απομυθοποίηση ή επαναβεβαίωση;» Εισαγωγή και μετάφραση Τ. Σεράσης, στο Σύγχρονα Θέματα, τ. 41-42

Coser, L. (1956), The Functions of Social Control, Routledge and Kegan Paul

Dahrendorf, R. (1957/ 1963), Classi e conflitto di classe nella società industriale, Bari: Laterza 

Dahrendorf, R. (1958), “Out of Utopia: toward a reconstruction of Sociological Analysis”, στο The American Journal of Sociology, LXIV, σσ 115-127

Ferrajoli, L. (1985), “Τρομοκρατία και κρίση του όψιμου καπιταλισμού”, στο Φεραγιολι, Λουίτζι, Βία και Πολιτική, Αθήνα Στοχαστής

Ferrajoli, L. & D. Zolo (1985), «Ο μαρξισμός και το πρόβλημα της εγκληματικότητας», στο Φεραγιόλι Λουίτζι,  Βία και Πολιτική, Αθήνα Στοχαστής

Ferrajoli, Luigi (1985a), “Il diritto penale minimo” στο Dei delitti e delle pene, 3

Ferri, E. (1984), Sociologia Criminale, Torino: Bocca

Ferri, E. (1921), Relazione sul Progetto preliminare di Codice Penale Italiano, Milano: Villardi

Garofalo, R. (1914), Criminology, London: Heinemann

Garland, D. (1985)., “The criminal and his science. A critical account of the formation of criminology at the end of the nineteenth century”, στο The British Journal of Criminology, vol.25, 2)

Garland, D. (1990/ 1999), Pena e societa moderna. Uno studio di teoria sociale, Milano: il Saggiatore

Geis, G & Golf, C. (1994), “Edwin Sutherland’ s White-Collar Crime in America: an Essay in Historical Criminology”, στο Beirne P. (επιμ.), The origins and growth of criminology: essays on intellectual history, 1760 – 1945, Aldershot: Dartmouth, σσ 291-321

Goffman, E. (1961/1994), Άσυλα. Αθήνα: Ευρύαλος, μετ. Ξ. Κομνηνός

Goffman, E., (1963/ 2001), Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, επιμέλεια, μετάφραση, Δήμητρα Μακρυνιώτη

Gottfredson, M.P & T. Hirschi (1990), A General Theory of Crime, Stanford: Stanford University Press

Goffman E., (1963/ 2001), Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση μιας φθαρμένης ταυτότητας, Εισαγωγή, μετάφραση: Δήμητρα Μακρυνιώτη, Αθήνα: Αλεξάνδρεια)

Gramsci, A. (1995), La questione meridionale, Roma: Editori Riuniti

Hernstein R.J. & C. Murray (1994), The Bell Curve: Intelligence and Class Structure in American Life,  New York: The Free Press

Hirschi, T. (1969), Causes of Delinquency, Berkeley: University of California Press

Hulsman, L &, J.Bernat de Celis, (1982 /1997) Άστοχες ποινές. Το ποινικό σύστημα υπό αμφισβήτηση, Εισαγωγή – Μετάφραση Γ. Νικολόπουλου, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη

Hulsman, Louk (1986), “Critical criminology and the concept of crime”, στο Contemporary Crises, 10

Karagiannidis, Ch. (2001), Abolitionism: Building an Avant-Garde Criminological Antitheory, CRIMINO-LOGICALS, 16, Αθήνα: Σάκκουλας

Kuhn, T.S. (1981), Η δομή των κοινωνικών επαναστάσεων, Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα

Lea, J., J.. Young (1984) What is to Do about Law and Order? Harmondsworth: Penguin Books.

Lippens R., (1995), “Critical Criminologies and the Reconstruction of Utopia”, στο Social Justice, τ.22/1.

Lombroso (1867, 1984) L' uomo delinquente. Milano: Hoepli

Matza, D. (1964), Delinquency and Drift, Berkeley: John Wiley

Matza, D. (1969 / 1976), Come si diventa devianti, Bologna: il Mulino

Michalowski, R. (1997), “Perspective and Paradigm: Structuring Criminological Thought”, στο Meier, R. (επιμ.), Theory in Criminology: Contemporary Views, Beverly Hills: Sage, σσ 17-39

Melossi, D., (1983) “E in crisi la «criminologia critica»?” στο Dei delitti e delle pene, τ.3

Melossi, D. (1991) “Ideologia e Diritto Penale. Garantismo giuridico e criminologia critica come nuove ideologie di subalternita?” στο Dei Delitti e delle Pene, 1991/1

Melossi, D. (1999), «Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία’, στο Α..Κουκουτσάκη (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον

Melossi, D. (2002), Stato, Controllo Sociale, Devianza, Milano: Bruno Mondatori

Melossi, D. (υπό δημοσίευση) «Ποινικές πρακτικές και «διακυβέρνηση των πληθυσμών» στους Marx και Foucault», στο Κοταρίδης, N. & A. Κουκουτσάκη, Επιμέλεια, Εικόνες Φυλακής, υπό έκδοση

Melossi, D., Pavarini, M. (1977), (1977), Carcere e fabbrica, Bologna: il Mulino

Merton (1938), “Social structure and anomie”, στο American Sociological Review, τ. 3: 672-680

Park, R. E. & E. W. Burgess (1921 / 1969), Introduction to the Science of Sociology, Chicago: The University Chicago Press 

Pizzorno, A. (1963) Εισαγωγή στην ιταλική μετάφραση του Dahrendorf, R. (1957/ 1963)

Pasquino, P. (1994), «Crimimology: The birth of a special savoir», στο Beirne P. (επιμ.), The origins and growth of criminology: essays on intellectual history, 1760 – 1945, Aldershot: Dartmouth,  σσ  131-146

Pavarini, M. (1975), “La «National Deviance Conference»: da un approccio ra­dicale ad una teoria critica della devianza”, στο La Questione Criminale, 1,1

Pavarini, M. (1980), Criminologia, Firenze: Le Monnier, σειρά Introduzione a…

Pavarini, Massimo (1985) “Il sistema della giustizia penale tra riduzionismo e abolizionismo”, στο Dei delitti e delle pene,3.

Radzinowicz, L. (1966), Ideology and Crime: A Study of Crime in its Social and Historical Context, London: Heinemann

Ruggiero Vincenzo (1986) “La crimonologia critica. Un ricordo?”, στο Criminologia, τ. 7

Ruggiero, V. (1992), “Realist criminology. A critique”, στο Young J., R. Matthews (επιμ.), Rethinking Criminology: The realist Debate, London: SAGE.

Rusche G και O. Kirchheimer, (1968), Punishment and Social Structure, New York: Russell & Russell

Sabadell, A.L., (1999), «Νόμιμος βασανισμός, ποινικό σύστημα και Διαφωτισμός (σημειώσεις για μια κριτική ανάγνωση των μεταβολών του κοινωνικού ελέγχου), στο Θέσεις, τ. 69: 51-66, μετ. Δ. Δημούλης.

Scheerer, S. (1986), “Towards Abolitionism”, στο Contemporary Crises, τ. 10

Schwendinger Herman, Schwendnger Julia (1970 /1975), “Defenders of Order or Guardians of Human Rights?” στο Issues in Criminology, 1970, 5,2. Αναδημοσιεύθηκε στο Taylor Ian., Paul.Walton, Jock.Young, (1975) (επιμ.), Critical Criminology, London: Routledge and Kegan Paul

Sellin, T. (1938), Culture Conflict and Crime, New York, Social Science Research Council

Shaw, C. & H. MacKay (1942 / 1972), Juvenile Delinquency and Urban Areas, Chicago: University of Chicago Press

Snodgrass, J. (1976), «Clifford R. Shaw and Henry D. McKay: Chicago criminologists», στο The British Journal of Criminology, τ. 16[1]: 1-19

Steinert, H., (1997), “Fin de Siècle Criminology”, Theoretical Criminology, 1(1)

Sutherland, E (1924), Criminology, Philadelphia: Lippincott

Sutherland, E. (1983), White Collar Crime – The uncut Version, New Heaven, Yale University Press

Sykes, G. & D. Matza (1957), «Techniques of neutralization: a theory of delinquency», στο American Sociological Review, 22, 6

Taylor, I. (1981), Law and Order. Arguments for Socialism, London: Macmillan.

Taylor, I. (1992), 

Taylor, I. P. Walton, J. Young (1973), The new criminology. For a social theory of deviance, London: Routledge & Kegan Paul

Taylor I., P.Walton, J.Young (1975) (επιμ.), Critical Criminology, London: Routledge and Kegan Paul

Taylor Ι. P.Walton, J.Young, (1975), “Critical Criminology in Britain: Review and Prospects”, στο Taylor I., P..Walton, J..Young, (επιμ.), Critical Criminology, London: Routledge and Kegan Paul

Thomas W.I. & Znaniecki F. (1927/1958), The Polish Peasant in Europe and America, New York: Dover Press

Traverso G.B. & Verde, A. (1981), Criminologia Critica. Delinquenza e controllo sociale nel modo di produzione capitalistico, Torino: CEDAM

Turk, A. (1964), “Toward a Construction of a Theory of Delinquency”, στο Journal of Criminal Law, Criminology and Police Science, LV: 215-228

Turk, A. (1969), Criminality and the Legal Order, Rand-McNailly & Co.

van Swaaningen, R. (1992) «Ο καταργητισμός στις Κάτω Χώρες. Ιστορίες θρησκευτικής ποικιλίας και ανθρωπιστικής ανοχής», στο Υπεράσπιση, μετ. Μ. Αρχιμανδρίτου

Vold, G. (1979), Theoretical Criminology, Oxford, New York: Oxford University Press

Wacquant, L. (1999/ 2001), Οι φυλακές της μιζέριας, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗΣ, μετάφραση Κ. Διαμαντάκου

Young J & R, Matthews (1992a), (επιμ.), Rethinking Criminology: The Realist Debate, London: Sage Publications.

Young J., R. Matthews (1992), “Reflections on realism”, στο Young J., R. Matthews (επιμ.), Rethinking Criminology: The realist Debate, London: SAGE

Young, J. (1992), “Ten points of realism” στο Young, J. R. Matthews (επιμ.), Rethinking Criminology: The realist Debate, London: SAGE

Αλεξιάδης,  Σ. (1985), Εγκληματολογία, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας

Αλτουσέρ, Λ. (1983 4η έκδοση), Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο

ΓιωτοπούλουΜαραγκοπούλου, A. (1979), Παραδόσεις Εγκληματολογίας, Αθήνα: Σάκκουλας

Δασκαλάκης, Η. (1985), Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, Αθήνα: Σάκκουλας

Κουκουτσάκη Α (επιμ.) (1999), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον

Μανωλεδάκης, Ι. (1989), «Η κατάχρηση της ποινικής καταστολής», στο Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4

Νικολόπουλος,  Γ. (1997), Εισαγωγή στο Hulsman, L &, J.Bernat de Celis, (1982 /1997)

Παρασκευόπουλος, Ν. (2003), Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗΣ

Σεράσης, Τ. (1999), «Η χαμένη τιμή της Εγκληματολογίας», στο Κουκουτσάκη Α (επιμ.) (1999), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον

Φαρσεδάκης, Ι. (1990), Η εγκληματολογική σκέψη από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη

Φουκώ, Μ. (1976/ 1989), Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππας, μετάφραση Κ. Χατζηδήμου, Ι. Ράλλη

Χάιδου, Α. (1996), Θετικιστική Εγκληματολογία, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη




[1] Στην ανάλυση του Φουκώ (1976/1989), η μεταρρύθμιση, η φυλακή δεν είναι αποτέλεσμα μιας ανθρωπιστικής ευαισθησίας, αλλά της ανάγκης για ένα τιμωρητικό σύστημα το οποίο θα βοηθήσει την αστική τάξη να παγιώσει και να νομιμοποιήσει την εξουσία της. Όπως λέει χαρακτηριστικά,  «η αστική τάξη δεν μπορεί να βαρύνεται από ένα έγκλημα βαρύτερο απ’ αυτό που θέλει να τιμωρήσει». Συνδέεται δε με τη γέννηση αυτού που ορίζει ως πειθαρχική κοινωνία, της κοινωνίας, δηλαδή, της οποίας οι θεσμοί εξουσίας προετοιμάζουν άτομα (σώματα) χρήσιμα (με όρους οικονομικής χρησιμότητας) και πειθήνια, υπάκουα (με όρους πολιτικής υπακοής), καθώς η φυλακή δεν είναι μόνον τιμωρία αλλά κυρίως ένας πειθαρχικός μηχανισμός ο οποίος έχει ως αντικείμενο όχι πλέον μόνον το σώμα, αλλά κυρίως το πνεύμα του παραβάτη

[2] Στο συγκεκριμένο άρθρο, στο οποίο θα επανέλθουμε, ο Michalowski μελετά τη δομή της εγκληματολογικής σκέψης εστιάζοντας στη διάκριση και την αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνικών προοπτικών (social perspectives), οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί για να ερμηνεύσουν τη σχέση νόμου και κοινωνίας (συναινετική, πλουραλιστική και συγκρουσιακή) και επιστημονικών παραδειγμάτων (συντηρητικό, φιλελεύθερο και ριζοσπαστικό) τα οποία προκύπτουν από κάθε προοπτική (Michalowski, 1977: 18)
[3] Στον Garofalo οφείλεται και η διάκριση ανάμεσα στα φυσικά ή πραγματικά εγκλήματα, τα οποία συνίστανται στην προσβολή των στοιχειωδών ηθικών συναισθημάτων, οίκτου και εντιμότητας, τα οποία χαρακτηρίζουν μια κοινωνία και τα οποία αποτελούν αντικείμενο της Εγκληματολογίας, και στα συμβατικά (νομικά) εγκλήματα.  Στη συνέχεια των αναπτύξεων θα αναφερθούμε και σε άλλους ορισμούς του εγκλήματος, όπως, για παράδειγμα, στον ορισμό τον Sellin, ο οποίος προτείνει  την έννοια του κανόνα διαγωγής, ο οποίος είναι δημιούργημα της κοινωνικής ζωής, δεν έχει οριοθετείται πολιτικά ούτε εμπεριέχεται αναγκαστικά σε νόμους. Ο Sutherland, εξάλλου, προτείνει το ηθικό κριτήριο της κοινωνικής βλάβης, το κοινωνικό κόστος, δηλαδή, το οποίο απορρέει από κάποιες συμπεριφορές. Η υιοθέτηση του κριτηρίου αυτού συνεπάγεται τη διεύρυνση του αντικειμένου της εγκληματολογίας, έτσι ώστε να συμπεριλάβει συμπεριφορές από τις οποίες απορρέει κοινωνικό κόστος, έστω κι αν αυτές δεν τιμωρούνται από ποινικούς αλλά από αστικούς νόμους (εγκλήματα λευκού περιλαιμίου). Στο πλαίσιο δε της Ριζοσπαστικής Εγκληματολογίας, συναντάμε τον ορισμό των Herman & Julia Schwendinger,  οι οποίοι προκρίνοντας την έννοια των ηθικών κριτηρίων, ορίζουν ως έγκλημα την παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
[4] Όπως περιγράφει ο Ένγκελς (1845) στην Κατάσταση της Εργατικής τάξης στην Αγγλία , η κατάσταση των χαμηλότερων στρωμάτων της εργατικής τάξης ήταν άθλια, οι πόλεις του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα κυριολεκτικά καταβρόχθιζαν τους ανθρώπους (βλέπε σχετικά, Melossi D., 2002: 47)
[5] Αυτό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Σ’ όλες τις φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης υπήρχε η παράλληλη τάση απορρόφησης κάποιων κοινωνικών ομάδων στην οικονομική διαδικασία και απώθησης κάποιων άλλων απ’ αυτήν. Έτσι, υπήρχε πάντα ένα περιθωριοποιημένο τμήμα του προλεταριάτου, το εν δυνάμει προλεταριάτο (εν αναμονή του να γίνει προλεταριάτο), ενώ μέσα από κάθε «ανανέωση» της εργατικής τάξης διαμορφώνονται νέα περιθωριοποιημένα στρώματα, αυτά για τα οποία είναι προορισμένη η φυλακή. Στο πολύ σημαντικό έργο των Melossi, D., Pavarini, M. (1977), Φυλακή και Εργοστάσιο, μελετώνται οι κοινές καταβολές και ο ιστορικός δεσμός ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο θεσμούς. Κατά τους συγγραφείς, είναι ακριβώς οι διαδικασίες δημιουργίας και αναπαραγωγής του προλεταριάτου αυτές οι οποίες καθιστούν προφανή τη σχέση ανάμεσα στο άτομο ως εγκληματία και το άτομο ως εργάτη, η οποία διαπιστώνεται στις εκάστοτε επιταγές που κατευθύνουν την αστική αντεγκληματική πολιτική.
[6] Ιδιαίτερα σημαντικό έργο, καθώς η έκδοσή του θεωρείται η «ληξιαρχική πράξη γέννησης» της Κριτικής Εγκληματολογίας.
[7] Όπως έλεγε το 1926 ο Αντόνιο Γκράμσι, ο Nότος θεωρείται ότι είναι η σιδερένια μπάλα που εμποδίζει την ταχύτερη πρόοδο και την κοινωνική ανάπτυξη της Iταλίας. Αν, λοιπόν, οι Νότιοι θεωρούνται βιολογικά κατώτεροι, ημι-βάρβαροι ή και ολοκληρωτικά βάρβαροι, αυτό δεν αποδίδεται στο καπιταλιστικό σύστημα ή σε κάποια άλλη ιστορική αιτία, αλλά στη Φύση, η οποία τους έπλασε έτσι (Gramsci, A.,1995: 9). Αυτή την εικόνα «τεκμηρίωσε» επιστημονικά η έρευνα του Lombroso. Για το θέμα αυτό βλέπε και Melossi, D. 1999: 30)
[8] Για μια συνοπτική εξέλιξη των θέσεων του Lombroso, βλέπε Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου (1979: 34 και επ.)
[9] Ο Enrico Ferri  μετά την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία, προσχώρησε στο νέο καθεστώς και πέθανε το 1929 κατέχοντας τη θέση μέλους της Συγκλήτου. Το 1919 ορίστηκε πρόεδρος της επιτροπής αναθεώρησης του ποινικού κώδικα και το σχέδιο ποινικού κώδικα το οποίο δημοσίευσε το 1921 (Enrico Ferri, Relazione sul progetto preliminare di codice penale italiano), αποτέλεσε τη βάση όχι μόνον του φασιστικού ποινικού κώδικα Rocco, αλλά αυτού άλλων χωρών συμπεριλαμβανομένης της Κούβας και της τότε Σοβιετικής Ένωσης (Pasquino, P. 1994: 142)
[10] Αυτό, ωστόσο, το οποίο θα μπορούσε να επισημάνει κανείς, ακολουθώντας την ανάλυση του Melossi (Melossi, 1999), είναι ότι το έργο του Ferri και η ανάδειξη μιας περισσότερο κοινωνιολογικής προβληματικής, συναρτάται και με μια μεταβολή σε ό,τι αφορά τα στρώματα και τους τύπους των πληθυσμών της εργατικής τάξης τα οποία ενσαρκώνουν τις «εγκληματικές» μορφές στον επιστημονικό λόγο. Τουτέστιν, με μια μεταβολή των πρωταγωνιστών ή προσωποποιήσεων (personas) στην αναπαράσταση του εγκληματία, αλλά και την εγγύτητα του μελετητή με το αντικείμενο μελέτης του (Melossi, 1999: 31).  Στη σχετική παράγραφο του άρθρου του Melossi, υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση της στάσης του Ferri, ο οποίος υπήρξε επίσης δικηγόρος με εξαιρετική ρητορική δεινότητα, απέναντι στους εξεγερμένους χωρικούς της γενέτειρας του Mantua, μιας αγροτικής περιοχής της βόρειας Ιταλίας, τους οποίους υπερασπίστηκε ως συνήγορος στο δικαστήριο. Όπως μπορεί να επισημάνει κανείς από το σχετικό απόσπασμα, η εγγύτητα του επιστήμονα με τους κατηγορούμενους «εγκληματίες», δεν είναι μόνον γεωγραφική αλλά και πολιτισμική και πολιτική παρά την ταξική διαφοροποίηση. 
[11] Καθώς η γέννηση και η ανάπτυξη των  κοινωνιολογικών θεωριών παρουσιάζει ειδικότερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο της κεντρικής υπόθεσης την οποία εξετάζουμε και η οποία αφορά την επίδραση συγκεκριμένων ιστορικών, κοινωνικών, πολιτισμικών συνθηκών στη διαμόρφωση του εγκληματολογικού λόγου, η κοινωνιολογική προσέγγιση θα αποτελέσει εξειδικευμένο αντικείμενο ανάλυσης.
[12] Κάποια ενδεικτικά κείμενα των παραπάνω προσεγγίσεων περιλαμβάνονται στον φάκελο κειμένων. Για μια αναλυτική παρουσίασή τους (όπου και η σχετική βιβλιογραφία), από την ελληνική βιβλιογραφία βλέπε ενδεικτικά: Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου, Α. (1979), Αλεξιάδη Σ. (1985), Φαρσεδάκη Ι. (1990),  Χάιδου, Α. (1996)
[13] Είναι ενδεικτικά τα στοιχεία που αναφέρει ο M. Pavarini ( Pavarini 1975), ο oποίος μετά την αποδελτιοποίηση 800 περίπου άρθρων που δημοσιεύθηκαν κατά την περίοδο 1950-70στο επίσημο περιοδικό της αγγλικής εταιρείας εγκληματολογίας, το British Journal of Criminology, διαπιστώνει την ουσιαστική απουσία της κοινωνιολογικής προσέγγισης
[14] Αυτονόητο είναι ότι στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου, η αντιστοιχία βαρύτητας εγκλήματος και αυστηρότητας της ποινής είναι σχετική, καθώς κύριο μέλημα είναι η εφαρμογή της κατάλληλης σωφρονιστικής μεταχείρισης του εγκληματία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ποινή μπορεί να αντικατασταθεί ή να συμπληρωθεί από τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής άμυνας, τα οποία περιλαμβάνουν και την, με ιατρικούς όρους, θεραπευτική μεταχείριση του εγκληματία.
[15] Οι, εκ των σημαντικότερων ερευνητών της Σχολής, Clifford R. Shaw και Henry D. McKay προέρχονταν και οι ίδιοι από οικογένειες μεταναστών. Έτσι, σε κάποιο βαθμό, είχαν βιώσει και οι ίδιοι τις εμπειρίες των ατόμων τα οποία παρατηρούσαν, ενώ ο περισσότερο «ακτιβιστής» εκ των δύο, ο Clifford R. Shaw, είχε εμπλακεί και ο ίδιος σε παραβατικές δραστηριότητες στα παιδικά του χρόνια και η συνολική εμπειρία του επηρέασε καθοριστικά το πρόγραμμα παρέμβασης στην κοινότητα, γνωστό ως CAP (Chicago Area Project)  (Snodgrass, J. 1976 )
[16] Όπως περιγράφει ο Snodgrass, το  ερώτημα  εάν η φυλή και η εθνικότητα  επηρέαζαν την εγκληματική συμπεριφορά ταλάνιζε τον McKay και κάλυπτε για χρόνια το σύνολο σχεδόν της συγγραφικής του δραστηριότητας, η οποία όμως δεν έγινε ευνοϊκά δεκτή από τους εκδότες. (Snodgrass, J. 1976 :5). Η αρνητική απάντηση στο ερώτημα προέκυψε από τις πολύ σημαντικές έρευνες που έκανε με τον  Clifford Shaw, όπως θα δούμε στη συνέχεια. 
[17] Η υπόθεση του Μέρτον, όπως θα δούμε, περί επίτευξης των πολιτισμικά προσδιορισμένων στόχων με νόμιμα μέσα δεν θα μπορούσε να σταθεί αν δεν την υποστήριζε μια ιδεολογία ισότητας, η οποία, θεωρητικά, καθιστά εφικτό αυτό το στόχο ακόμα και για άτομα που μειονεκτούν κοινωνικά.

[18] Η αναφορά του συγγραφέα είναι στις αναλύσεις του Sutherland για τα εγκλήματα του «λευκού περιλαίμιου» (white collar crimes).
[19] Κλασικό έργο της Σχολής του Σικάγο θεωρείται το Thomas W.I. & Znaniecki F. (1927/1958), The Polish Peasant in Europe and America, New York: Dover Press
[20] Να σημειώσουμε, βέβαια, ότι κανείς από τους ερευνητές της Σχολής του Σικάγο θεώρησε αυτό το κυκλικό μοντέλο ως σταθερό και ανελαστικό, αγνοώντας την πληθώρα των παραγόντων – και των φυσικών  συμπεριλαμβανομένων -  οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξης μιας πόλης. Αυτό ισχύει και για το ίδιο το Σικάγο του οποίου την ανάπτυξη, μεταξύ όλων των άλλων παραγόντων, επηρεάζει η λίμνη Michigan, ο ποταμός Chicago, οι σιδηροδρομικές γραμμές κλπ.
[21] Εδώ, βέβαια, υπάρχει το πρόβλημα ότι οι «αυτόχθονες» (μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς) είναι μάλλον απίθανο να βρίσκονται στις ίδιες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες τις οποίες βίωναν οι εκάστοτε μετανάστες πρώτης γενιάς κατά την περίοδο της άφιξής τους στην Αμερική. Παράλληλα, όπως συμβαίνει και σήμερα, η έλλειψη επίσημων εγγράφων που νομιμοποιούν την παρουσία του μετανάστη στη χώρα υποδοχής, εξανάγκαζε πολλούς απ’ αυτούς να φυτοζωούν δουλεύοντας περιστασιακά ή να στρέφονται σε παράνομες δραστηριότητες, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο τις συνθήκες ζωής τους (Melossi, 2002: 133).
[22] Όταν αυτή η ανάλυση επεκτάθηκε και σε άλλες 20 αμερικάνικες μεγαλουπόλεις, επαληθεύτηκαν και τα δύο αυτά στοιχεία (Snodgrass, 1976: 9)
[23] Ο Donald Cressey, μαθητής και συνεργάτης του Sutherland,  χαρακτηρίζει το έργο του Η εγκληματικότητα του λευκού περιλαιμίου, ως το πιο σημαντικό έργο που εκδόθηκε ποτέ στο πλαίσιο της αμερικάνικης κοινωνιολογίας (Geis, G. & Goff, C., 1994: 291 )
[24] Κατά τον David Matza (1969/ 1976), στο πλαίσιο της θεωρίας περί εγκληματικών περιοχών και μορφών προσαρμογής του ατόμου στο περιβάλλον, κεντρική έννοια είναι αυτή της συνάφειας (affinity). Ο Sutherland, στην έννοια της συνάφειας αντιπαρέθεσε αυτήν της σύνδεσης,  της εγκαθίδρυσης μιας σχέσης ανάμεσα σε άτομα τα οποία προηγουμένως ήταν ανεξάρτητα μεταξύ τους (affiliation)
[25] Βλέπε  βασικές θέσεις στο Sutherland, Η εγκληματικότητα του λευκού περιλαιμίου, στον παρόντα φάκελο κειμένων.
[26]Η αρχική διατύπωση της θεωρίας, αφορούσε κυρίως τη «συστηματική εγκληματική συμπεριφορά», τουτέστιν την εγκληματικότητα ως τρόπο ζωής  (π. χ. επαγγελματίες κλέφτες). 

[27] Κατά τον Sutherland, οι απρόσωπες μορφές επικοινωνίας (όπως τα ΜΜΕ) παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε  σχέση με τις προσωπικές σχέσεις. Ωστόσο, και καθώς στη θεωρία σημαντικό ρόλο παίζει η συχνότητα και η διάρκεια «έκθεσης» σε ευνοϊκούς ορισμούς της εγκληματικότητας, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι την εποχή της διατύπωσής της η τηλεόραση μόλις που άρχιζε να εμφανίζεται, κατά συνέπεια δεν μπορούσε να μετρηθεί η επίδραση της (Melossi, 2002: 157)


[28] Bασικός εκπρόσωπος του δομολειτουργισμού
[29] Βλέπε ειδικότερα, Emile Durkheim, Οι κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου, στον παρόντα φάκελο κειμένων.
[30] Βλέπε ειδικότερα στο Merton (1938), “Social structure and anomie”, στο American Sociological Review, τ. 3: 672-680, στον παρόντα φάκελο κειμένων.
[31] Όπως σημειώνει ο Merton, η εξέγερση (απόρριψη και αντικατάσταση στόχων και μέσων), αναπαριστά μια μεταβατική αντίδραση, η οποία ζητά να θεσμοποιήσει νέες διαδικασίες. Έτσι περιλαμβάνει τις προσπάθειες για αλλαγή της υπάρχουσας κοινωνικής δομής μάλλον, παρά την εκτέλεση προσαρμοσμένων πράξεων μέσα στην ίδια δομή (όπως παραπάνω, σ. 459).  
[32] Όπως παραπάνω, σ. 459
[33] Για μια ανάλυση αυτών των πολιτικών, σε συνάρτηση με τα κοινωνικά συμφραζόμενα των δύο περιόδων, βλέπε Melossi, 1999 στον παρόντα φάκελο κειμένων. Επίσης, για τις πολιτικές μηδενικής ανοχής, προϊόν του Ινστιτούτου Manhattan, οι οποίες εισάγονται σταδιακά και στην Ευρώπη, βλέπε Wacquant, L. (1999/ 2001)

[34] Αφήνω αμετάφραστο τον όρο και παραπέμπω στην περιγραφή της έννοιας του drift από τον ίδιο τον Matza. Σχηματικά, ωστόσο, θα μπορούσαμε να σκεφθούμε την κίνηση του φύλλου που επιπλέει στο νερό, για να αντιληφθούμε αυτήν την κατάσταση του ανήλικου, ο οποίος κινείται μεταξύ παραβατικού και συμβατικού τρόπου ζωής, χωρίς να υπάρχει οριστική πρόσδεση στον έναν ή στον άλλο.


[35] Το κλασικό παράδειγμα είναι αυτό των συγκρούσεων που προκάλεσαν οι διαδικασίες  «εκπολιτισμού» των Ινδιάνων και την επιβολή κανόνων τους οποίους μέχρι τότε αγνοούσαν στο πλαίσιο του δικού τους πολιτισμού.
[36] Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια που δίνει στο παράδειγμα ο Thomas Khun στο πολύ σημαντικό έργο του Η δομή των κοινωνικών επαναστάσεων (1962). Σύμφωνα με τον Khun, η επιστήμη δεν είναι σωρευτική και αποτελείται από νέα παραδείγματα τα οποία δεν είναι κατ’ ανάγκη ανώτερα από τα παλιά. Είναι απλώς διαφορετικά. Την αλλαγή παραδείγματος την υποκινούν «επιστημονικές επαναστάσεις», όταν, δηλαδή, σε ορισμένη χρονική στιγμή οι επιστήμονες συμφωνούν ότι είναι σωστό να τεθούν νέα ερωτήματα, τα οποία θα αντικαταστήσουν τα παλιά, έως ότου νέες παρατηρήσεις να υποκινήσουν μια νέα επιστημονική επανάσταση, άρα και την επόμενη μεταβολή παραδείγματος.

[37] Ο όρος οφείλεται στον H. Marcuse και αναφέρεται στην ικανότητα του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους να ενσωματώνει, να απορροφά και να ουδετεροποιεί ακόμα και τις πιο ριζοσπαστικές επιθέσεις τις οποίες δέχεται.
[38]Melossi, D. (1999). Κεντρικό επιχείρημα D. Melossi στο άρθρο του αυτό, με τίτλο Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία, είναι ότι τόσο ο επιστημονικός λόγος για το έγκλημα και τις μορφές διαχείρισης του, όσο και η αναπαράσταση του εγκληματία στο μυθοπλαστικό λόγο και τις εικόνες που διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη, είναι θέματα δομικά καθορισμένα από το είδος και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας στο πλαίσιο της οποίας παράγονται και αναπαράγονται αυτές οι εικόνες.

[39] Για την προβληματική περί εγγενούς σχέσης εγκληματολογίας και εξουσίας, βλ. Σεράσης, 1999.
[40] Η σημασία αυτού του έργου για το αντι-εγκληματολογικό κίνημα, προκύπτει ανάγλυφα από τα λόγια του Stan Cohen: «Παρά τον όγκο των θεωρητικών και εμπειρικών αντιρρήσεων που ξεσήκωσε αυτή η “ιστορία του παρόντος” του Foucault, απλούστατα τώρα δεν είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε για την εγκληματολογία με τον ίδιο τρόπο» (Cohen, S., 1988: 10, 11)
[41] Αντικείμενο της μελέτης των G. Rusche και O. Kirchheimer είναι η σχέση ποινής και κοινωνικής δομής. Αυτή η σχέση αναλύεται, σε μια ιστορική και οικονομική προοπτική, με βασική αναλυτική κατηγορία την αγορά εργασίας. Δηλαδή, η εξέλιξη των τιμωρητικών συστημάτων συναρτάται με τις ειδικότερες συνθήκες που διαμορφώνονται στην αγορά εργασίας και στην ποινή αναγνωρίζεται μια λειτουργία ρυθμιστή της αγοράς εργασίας.
[42] «Αυτή η στάση [κατανόηση, εκτίμησης, συχνά ηρωοποίησης] παρουσιάζεται με τη μεγαλύτερη ένταση και σαφήνεια ειδικά στο έργο του Matza, Becoming deviant, μια στάση που είναι ταυτόχρονα ηθική, πολιτισμική και πολιτική. Σ’ αυτό το κλασικό έργο αναρχικού λόγου, παρουσιάστηκε εκ νέου ένα παλιό πολεμικό επιχείρημα που έχει τις ρίζες του βαθιά στη σκέψη του Διαφωτισμού: πώς μπορεί ο Λεβιάθαν, τα χέρια του οποίου έχουν χύσει το αίμα χιλιάδων κατά τη διάρκεια του αιώνα που πλησιάζει στο τέλος του, εκατομμυρίων, να τολμά να κρίνει ποιος είναι εγκληματίας και ποιος όχι;» (Melossi, D., 1999: 40)
[43] Για το έργο αυτό, βλέπε την εισαγωγή της Δ. Μακρυνιώτη στον παρόντα φάκελο κειμένων.
[44] Κεντρικό χαρακτηριστικό των ολοπαγών ιδρυμάτων είναι η κατάρρευση των φραγμών που χωρίζουν τις 3 σφαίρες της ζωής του ατόμου: κοιμάται, εργάζεται, διαχειρίζεται τον ελεύθερο χρόνο του στον ίδιο χώρο και με τους ίδιους συμμέτοχους, οι οποίοι έχουν την ίδια μεταχείριση και από τους οποίους απαιτείται να κάνουν τα ίδια πράγματα, στο πλαίσιο ενός αυστηρού προγραμματισμού που επιβάλλεται εκ των άνω (Goffman, 1961/1994: 25)
[45] Σ' ένα από τα πρώτα και πιο σημαντικά κείμενα που αναφέρονται το ζήτημα της κρίσης της κριτικής εγκληματολογίας, ο D.Melossi (Melossi, D., 1983:. 448), πραγματεύεται το ερώτημα: "κατάφερε η κριτική (ριζοσπαστική, μαρξιστική κλπ.) εγκληματολογία να ξεπεράσει πραγματικά την, εδώ και 20 χρόνια, διατυπωμένη θεωρία ενός H.Becker;" Κι αυτό γιατί, κατά τον συγγραφέα, απ' όλες τις θεωρίες οι οποίες αναφέρονται ως θεωρίες της ετικέτας, της κοινωνικής αντίδρασης ή κοινωνιολογικές θεωρίες της παρέκκλισης και του κοινωνικού ελέγχου, η θεωρία του Becker υπήρξε πιθανότατα η πιο σαφής και ακριβής.
[46] Η (προβληματική) σχέση μαρξισμού και εγκληματολογίας και το ιδεολογικό υπόβαθρο μιας εγκληματολογίας εμπνεόμενης από τον μαρξισμό έχει αποτελέσει ένα από τα σημαντικά αντικείμενα των πρώτων θεωρητικών αναζητήσεων των κριτικών εγκληματολόγων.
[47] Θα πρέπει, βέβαια, να σημειώσουμε ότι αυτό το ρεύμα σκέψης, συνδιαλεγόμενο με τα κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής που γεννήθηκε, δεν κατάφερε να αποφύγει τον κίνδυνο διολίσθησης σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Εγκληματολογία «καταγγελίας», «διαμαρτυρίας» (Taylor Ι. P.Walton, J.Young, 1975).
[48] Πράγματι, η συνεργασία με φορείς της πολιτικής εξουσίας των εκπροσώπων του αριστερού ρεαλισμού, οι οποίοι δεν αποποιούνται πλέον το ρόλο του «ειδικού» στη διαχείριση προβληματικών καταστάσεων και κοινωνικών κρίσεων συνεργαζόμενοι με φορείς της πολιτικής εξουσίας, έχει αποτελέσει ένα σημαντικό σημείο των κριτικών που ασκήθηκαν σ’ αυτήν την τάση. Όπως λέει ο V. Ruggiero, η έννοια του πρωτοπόρου μεταφράστηκε σε αυτή του ειδικού και. το σημείο αναφοράς μετατοπίστηκε από την κοινωνία στην πολιτική συζήτηση των κομμάτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι διανοούμενοι ασχολούνται όλο και λιγότερο με τα κοινωνικά κινήματα και όλο και περισσότερο με τους εκλογικούς στόχους των κομμάτων (V. Ruggiero 1992: 123). Βλέπε επίσης Σεράσης Τ. (1999): «Το εγκληματικό ζήτημα - όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και στη Βόρειο Αμερική - καθίσταται με όλο και μεγαλύτερη ένταση κεντρικό θέμα στα προγράμματα των κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία ή τη διεκδικούν. Προοδευτικοί εγκληματολόγοι – κυρίως εκείνοι που είναι στρατευμένοι σε ιδεολογικώς συγγενή κόμματα, όπως το Εργατικό Κόμμα – αισθάνονται την πίεση για ρεαλιστικές προτάσεις, άμεσης εφαρμογής, στο δεδομένο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο – τα οράματα και οι ουτοπίες μπορούν να περιμένουν (Σεράσης Τ., 1999: 82,83).
[49] «Ωστόσο και στο πλαίσιο των κριτικών της αριστεράς [ο συγγραφέας αναφέρεται στις κριτικές απέναντι στη θεωρία της αλληλεπίδρασης], αναπτύχθηκε ένα ρεύμα σκέψης, ο «νέο- ρεαλισμός της αριστεράς», το οποίο, παρά την πολύτιμη συμβολή του στην ανάλυση του εγκληματικού φαινομένου και του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης, δεν κατάφερε πάντα να αποφύγει τον κίνδυνο του να συντελέσει στην αποκατάσταση της παραδοσιακής εγκληματολογίας, προτείνοντας μια «νέα αιτιολογική προσέγγιση» και μια «σοβαρή» ενασχόληση με την άμυνα της δημόσιας τάξης διαμέσου του Ποινικού Δικαίου [….] Αυτές οι τάσεις εντάσσονται στο πλαίσιο αυτού που όρισε ο D. Melossi ως “κρίση της κριτικής εγκληματολογίας”» (Baratta A., 1991:57)
[50] Από τα σημαντικότερα κείμενα στη θεωρία του κοινωνικού ελέγχου αποτελεί το βιβλίο του Visions of Social Control (1985)
[51] Βλέπε σχετικά στο Taylor, 1992.
[52] Αυτές, δηλαδή, που απαιτούν και νομιμοποιούν την τη δημόσια παρέμβαση προκειμένου να προστατευθούν ατομικά και συλλογικά συμφέροντα. Πρόκειται για ένα ορισμό του οποίου τα κριτήρια βρίσκονται έξω από το ποινικό σύστημα . «Μόνον τοποθετούμενοι έξω από αυτό [το ποινικό σύστημα] είναι δυνατόν να αξιολογήσουμε την απόφαση να προστατευθούν κάποια αγαθά («έννομα αγαθά») την οποία έλαβε ο ποινικός νομοθέτης και να αξιολογήσουμε τους τρόπους αποτελεσματικής προστασίας αυτών των αγαθών από το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης» (Baratta, A. 1991: 65).
[53] Στο κλασικό έργο του Stanley Cohen, Visions of Social Control (Cohen, S., 1985), υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στους επαγγελματίες στο χώρο της Εγκληματολογίας το οποίο αναφέρεται στη συνεχή αύξηση των ερευνητικών προγραμμάτων, των ομάδων ειδικών, τον πολλαπλασιασμό των πανεπιστημιακών εδρών και των αντίστοιχων χρηματοδοτήσεων.
[54] Με κυριότερους εκπρόσωπους τους T. Mathiesen, L Hulsman και N. Cristie
[55] Βλέπε σχετικά με τη νόμιμη ποινή, Hulsman & Bernat de Celis, 1997: 140 κ.ε.
[56] Η καταργητική πρόταση, σε μια πρώτη φάση δεν συνεπάγεται την ακύρωση της λειτουργίας των επίσημων φορέων κοινωνικού ελέγχου (αστυνομία, δικαστήρια), ούτε την πλήρη εξαφάνιση κάθε μορφής εγκλεισμού.
[57] Βλέπε σχετικά, Scheerer, Sebastian  1986, “Towards Abolitionism”, στο Contemporary Crises, τ. 10)
[58] Ας σκεφτεί κανείς μόνον τα προληπτικά μέτρα που συνεπάγονται ανακριτικά καθήκοντα από τη μεριά των διωκτικών αρχών και τη συνακόλουθη δυνατότητα στέρησης της ελευθερίας του υπόπτου.
[59] Από την ελληνική βιβλιογραφία επισημαίνω το Παρασκευόπουλος, Ν. (2003)
[60] Mπορεί κανείς να εκφράσει αντιρρήσεις στο ότι δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το ρεβανσισμό οι Hνωμένες Πολιτείες του Clinton και η Mεγάλη Bρετανία του Tony Blair, αλλά θεωρώ ότι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η συντηρητική αντεπίθεση πέτυχε τόσο ώστε να συνιστά απλά τη νέα μορφή συναίνεσης, τη νέα ηγεμονική γνώμη η οποία επέτρεπε στις «Aριστερές» κυβερνήσεις να οικοδομήσουν τις δικές τους απόψεις για το έγκλημα, την τάξη και την ασφάλεια, με αφετηρία αυτή τη συναίνεση.
[61] Ο συγγραφέας αναφέρεται στον λεγόμενο «δεξιό νεο-ρεαλισμό», πυρήνας του οποίου είναι η αμφισβήτηση της έννοιας της μεταχείρισης και η επιστροφή σε τιμωρητικές αντιλήψεις περί ποινής

[62]Έρευνες οι οποίες απευθύνονται σε ομάδες του γενικού πληθυσμού  στις οποίες τίθεται το ερώτημα αν έπεσαν θύμα εγκληματικής ενέργειας.
[63] Έρευνες σε ομάδες του γενικού πληθυσμού στις οποίες τίθεται το ερώτημα αν υπήρξαν δράστες εγκληματικής ενέργειας. Και στις δύο περιπτώσεις αντικείμενο διερεύνησης είναι ο λεγόμενος σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας, δηλαδή τα εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν αλλά δεν έγιναν γνωστά, κατά συνέπεια δεν έγιναν γνωστά και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των δραστών. 
[64] Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες όψεις του έργου του David Garland, το οποίο έχει ήδη αναφερθεί, βρίσκεται εκεί ακριβώς που ο Garland προσπαθεί να αποδείξει πώς η σφαίρα των ποινικών πρακτικών συμβάλλει στο να  μορφοποιηθεί η συνολική πολιτισμική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας, πέραν του ότι, την ίδια στιγμή, επηρεάζεται από αυτή (Garland 1990:291-319).
* Όταν αναφέρονται δύο χρονολογίες έκδοσης, η πρώτη είναι η χρονολογία της αρχικής έκδοσης του έργου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου