Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

ο κύκλος των ανήλικων κρατούμενων*

Σίγουρα οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση προβλέπει μείωση του χρόνου εγκλεισμού για τους ανήλικους ή αλλάζει τα όρια της ποινικής ανηλικότητας είναι πιθανό να μειώσει και τις «παράπλευρες απώλειες» τις οποίες αναπόδραστα κυοφορεί η ποινική τους μεταχείριση. Επί της ουσίας, όμως, και αυτό το νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει τους μείζονες άξονες του προβλήματος. Εντελώς ενδεικτικά θα αναφερθώ σε κάποιους από αυτούς: πρώτον, τις συνθήκες εγκλεισμού οι οποίες μόνον σε ελάχιστο βαθμό εξαρτώνται από το μέγεθος του ποινικού πληθυσμού∙ με δυο λόγια, τον δομικά αποκοινωνικοποιητικό χαρακτήρα του εγκλεισμού, όποιος κι αν είναι ο επιθετικός προσδιορισμός του [σωφρονιστικός, αναμορφωτικός…]. Δεύτερον, ακόμα και στο τυπικό κομμάτι της νομοθετικής ρύθμισης δεν αναγνωρίζεται η ανάγκη να υπάρχουν ειδικοί δικαστές οι οποίοι, ενδεχομένως, θα ανέπτυσσαν πιο κριτικές στάσεις απέναντι στην υπάρχουσα καθαρά τιμωρητική ποινική κουλτούρα στην οποία δεν επενεργούν αυτόματα οι νομοθετικές ρυθμίσεις. Πολλώ μάλλον που το προς ψήφιση ν/σ διατηρεί ασάφειες σε μείζονα ζητήματα όπως η αναφορά «σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων» ως λόγου για επιβολή βαρύτερης ποινής∙ το σημείο, δηλαδή, στο οποίο μια τιμωρητική κουλτούρα ή η επίδραση στερεοτυπικών αντιλήψεων περί ατομικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών που υποδηλώνουν επικινδυνότητα του ανήλικου, διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα ολισθηρό έδαφος που νομιμοποιεί και την ανακύκλωση στα ιδρύματα των προερχόμενων από τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα ανηλίκων. Τρίτον, ακόμα και σε ιδανικές συνθήκες εκπαίδευσης των δικαστών ανηλίκων, η πρόβλεψη εναλλακτικών μέτρων κοινωνικής υποστήριξης παραμένει γράμμα κενό καθώς οι ήδη υπάρχουσες δομές είναι γραφειοκρατικοποιημένες και υποστελεχωμένες ενώ σε περίοδο οικονομικής κρίσης δεν μπορεί να ελπίζει κανείς σε μια αλλαγή του τοπίου.

*Το κείμενο φιλοξενήθηκε στην Κυριακάτικη Αυγή, σε αφιέρωμα που επιμελήθηκε η Ειρήνη Λαζαρίδου και αφορά το ν/σ για την μεταχείριση των ανηλίκων παραβατών

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

οι νεκροί και τα μανουάλια


Τρίτος νεκρός στη φυλακή Γρεβενών και η τραγική ειρωνεία είναι ότι κατέρρευσε από παθολογικά αίτια περιμένοντας την ψυχοφαρμακευτική αγωγή του. Βρίθει καταγγελιών ο ιστοχώρος. Απ' τις συνήθεις, που εάν αλλάξεις την αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός, είναι ένα copy/paste της ίδιας fast food καταγγελίας παντός καιρού, τόσο που να θυμίζει το κεράκι που ανάβει το εκκλησίασμα κάθε Κυριακή στο μανουάλι, σηκώνονται και όρθιοι οι πιστοί την ώρα του Ευαγγελίου και δεν φοβούνται μην τους προσάψει κανείς έλλειψη ευλάβειας. Είναι πολλοί οι υποψήφιοι νεκροί, οι περισσότεροι με φτωχά βιογραφικά, δεν θα τους έλεγες με τίποτα "συντρόφους" ούτε και θα γινόταν σύνθημα το όνομά τους, συνήθως μάλιστα δεν το μαθαίνουμε καν. Άρρωστοι, που δεν βρέθηκε γιατρός να προλάβει τα χειρότερα, απελπισμένοι που παίζουν ρώσικη ρουλέτα καταπίνοντας αντικείμενα ή κομματιάζοντας τις σάρκες τους ή προσδοκώντας μια "ψυχοθεραπευτική αγωγή" να κατευνάσει τον πόνο μιας μίζερης ζωής, που ούτε αυτή μπορεί να τους ανήκει γιατί την ορίζουν άλλοι ή γιατί το τέλος της εξαρτάται από το εάν θα βρεθεί γιατρός την κρίσιμη ώρα και τι θα μπορεί ή τι θα ξέρει να κάνει για να τη σώσει.
Το πάσχον σώμα
Αντιγράφω για μια φορά ακόμα ένα απόσπασμα από το άρθρο του Massimo Pavarini:[1] " Ποιος, άλλωστε, θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητήσει ότι ο πόνος της ψυχής για τη στέρηση της ελευθερίας είναι ριζικά διαφορετικός από το πόνο του σώματος για την εκδορά της σάρκας; [...] Παραθέτω από μνήμης το γιατρό των φυλακών Gonin (La santώ incarcώrώe. Medicine et conditions de vie en dώtention, 1991), ο οποίος, εστιάζοντας τη προσοχή του αποκλειστικά και μόνο στο σώμα του εγκλείστου, να πώς περιγράφει τα συμπτώματα μεταμόρφωσης των αισθήσεων της “φυλακισμένης σάρκας”: το ένα τέταρτο περίπου αυτών που μπαίνουν φυλακή, από τις πρώτες κιόλας μέρες υποφέρει από ιλίγγους· η όσφρηση, αρχικά, παρουσιάζει σύγχυση και στη συνέχεια εκμηδενίζεται στο 30% των φυλακισμένων· τους τέσσερις πρώτους μήνες, το ένα τρίτο αυτών που έρχονται από τη κατάσταση ελευθερίας παρουσιάζει επιδείνωση της όρασης και, με τον καιρό, μετατρέπονται σε “μυωπικές σκιές ” διότι το βλέμμα χάνει προοδευτικά τη λειτουργία υποστήριξης του λόγου, το μάτι δεν συντονίζεται πια με το στόμα· το 60% των εγκλείστων, τους πρώτους οκτώ μήνες, πάσχει από διαταραχές της ακοής λόγω ενοχλητικής υπερευαισθησίας· το 60%, από τις πρώτες κιόλας μέρες, πάσχει από μια αίσθηση "ατονίας”· το 28% υποφέρει από αίσθηση κρύου ακόμη και τους καλοκαιρινούς μήνες. Όμως η αδυσώπητη τεκμηρίωση του μαρτυρικού κορμιού του εγκλείστου δε σταματάει μόνο σε αυτά: τρεις παθήσεις εμφανίζονται σε υψηλά ποσοστά μεταξύ ατόμων που τους έχει στερηθεί η ελευθερία σε σχέση με ένα δείγμα ελέγχου αποτελούμενο από ελεύθερους ανθρώπους: οδοντική, δερματολογική και πεπτική. Τη στιγμή της εισόδου στη φυλακή, η πεπτική πάθηση (“ο έγκλειστος είναι ένας πεπτικός σωλήνας, ή μάλλον μια τρύπα”) εμφανίζεται αμέσως μετά την οδοντική, στον ίδιο βαθμό με τις ωτορινολαρυγγολογικές και πνευμονικές παθήσεις· έξι μήνες αργότερα οι δερματοπάθειες υποχωρούν σε αριθμό και οι ενοχλήσεις του πεπτικού σωλήνα συνοδεύονται, κατά την εξέλιξή τους, από ενοχλήσεις των αναπνευστικών οδών, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά τις οδοντικές παθήσεις. Το μαρτύριο του φυλακισμένου κορμιού συνεχίζεται ακόμη. Ο Gonin μας συνοδεύει σε άλλους και βαθύτερους κύκλους της κόλασης των φυλακών: μας μιλάει για τους “καταβροχθιστές” που χρησιμοποιούν το έντερό τους σαν κρυψώνα (έχουν αφαιρεθεί χειρουργικά μέχρι και τρία κιλά διαφόρων υλικών)· για τη διαδεδομένη τάση για στόμα χωρίς δόντια, ως αποτέλεσμα, επίσης, επίμονης αίτησης των κρατουμένων για εξαγωγή των δοντιών, αντί για τη θεραπεία τους· οι άγριες προβολές στο δέρμα: ερυθήματα, εξανθήματα, εξίδρωση, αλλεργίες που συνοδεύονται από εκούσιους βασανισμούς, όπως χείλη και βλέφαρα ραμμένα με σπάγκο· βέβηλα τατουάζ· αυτο-ακρωτηριασμοί δαχτύλων και αυτιών· κίνδυνοι αυτοκτονίας και μόλυνσης από λοιμώδεις ασθένειες, όπως από το θανατηφόρο ιό του AIDS, δέκα φορές υψηλότεροι απ΄ό,τι στον ελεύθερο πληθυσμό· οπωσδήποτε δραστική μείωση της πρόγνωσης επιβίωσης για όσους βρέθηκαν πίσω από τα σίδερα για μέσο ή μεγάλο χρονικό διάστημα· τέλος, μια ισοπεδωμένη και δυσδιάγνωστη σεξουαλικότητα, μεταξύ ανικανότητας, αυνανισμού και ομοφυλοφιλίας. Στο τέλος της βασανιστικής αυτής διαδρομής μέσα και επάνω στο κορμί του έγκλειστου - για να μην μιλήσουμε για ψυχικές διαταραχές - μας έρχεται να αναφωνήσουμε “Αν αυτό είναι άνθρωπος”.
Μιας όμως και τίποτα από αυτά δεν μπορεί να περιμένει να πέσει ο καπιταλισμός, ούτε να καταργηθούν οι φυλακές με την κατάλειψη των χειμερινών ανακτόρων, ας βάλουμε λίγο νερό στο κρασί μας και τον καθρέφτη μας λίγο στην άκρη, μήπως και καταφέρουμε να δούμε την μεγάλη εικόνα, αυτήν που δεν αποτυπώνει μεμονωμένα περιστατικά αλλά συνολικά το πάσχον σώμα του εγκλεισμού. Οι κρατούμενοι δεν θέλουν να γίνουν ήρωες, κανέναν μας δεν βάλανε να σμιλέψει το προφίλ τους σύμφωνα με την ηθική και την επαναστατική αισθητική του. Μην περιγελάμε, λοιπόν, και μην απαξιώνουμε την προσφυγή στους θεσμούς, αν είναι να σωθεί έστω και μια ζωή, μας αρέσει ή δεν μας αρέσει, τη λύση θα την δώσουν κάποιοι από θέση θεσμικού ρόλου. Και για μια καλή αρχή, θα μπορούσε να μπει στη λίστα των συνθημάτων το αίτημα να μπουν γιατροί στις φυλακές, να βρεθούν κονδύλια για να προλάβουν νέους θανάτους.



[1] Μassimo Pavarini (1999), Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ “ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ”, στο Εικόνες Εγκλήματος, Πλέθρον

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

το θέµα είναι τωρα τι λες...

«Καλά φάγαµε καλά ήπιαµε

Καλά τη φέραμε τη ζωή µας ως εδώ

Μικροζηµιές και µικροκέρδη συµψηφίζοντας

Το θέµα είναι τώρα τι λες»

Πασίγνωστοι οι στίχοι του Μανόλη Αναγνωστάκη -συχνά και κακοποιημένοι ως στίχοι/πασπαρτού-, που έρχονται στο νου μου όχι ως ισολογισμός μιας μέτριας κι άφωνης ζωής αλλά ως ευτυχής παρελθούσα συνθήκη που είχαμε τι να φάμε τι να πιούμε και τι να μιλήσουμε∙ αυτό το πριν [«καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ»] που κάνει τρομακτικό το τώρα [«τώρα τι λες»], αυτό το τώρα όπου τα λόγια συνεχίζουν, από υποχρέωση, να τρέχουν ποτάμι απ’ το στόμα μας χωρίς ελπίδα να συνθέσουν απαντήσεις για την μεγάλη εικόνα, την εικόνα μιας κρίσης που φτάνει την αυλή του σπιτιού μας όχι μόνον ως κοινωνική και οικονομική κρίση αλλά , πρώτιστα, ως πολιτική και πολιτισμική: ακριβώς «Το θέµα είναι τωρα τι λες», δηλαδή.

Αυτούς τους μήνες με έπληξε αφωνία γιατί ένοιωσα ότι τα γεγονότα ξεπέρασαν την έξη μου να μιλάω πολύ, το ετοιμοπόλεμο οπλοστάσιο των ανακυκλούμενων επιχειρημάτων αποκάλυψε ότι ήταν πουκάμισο αδειανό κι έτσι αναβίωσε η έξη μου ν’ ακούω –το «τώρα τι λέμε», δηλαδή. Κι επειδή η φτώχεια θέλει καλοπέραση, δεν ήμουνα καθόλου επιλεκτική, άκουγα ό, τι λάχει κι όπως λάχει, με μόνη προϋπόθεση να προέρχεται από οικείους χώρους, από αυτούς με δυο λόγια όπου φασούλι το φασούλι, χρόνια τώρα, ξέχειλο ή μισογεμάτο, έμπαινε πάντως το τσουκάλι στη φωτιά σαν χρέος να μην μείνει άδεια η εστία. Και όμως η εστία έμεινε άδεια ακριβώς όταν πεθαίναμε από την πείνα -ο ψωνιστής κάτι λογαριασμούς είχε να τακτοποιήσει, ο μάγειρας κυνηγούσε με την κουτάλα τους παρείσακτους, άλλος κατέβαζε με πείσμα την οθόνη μην τύχει και προλάβουν να πέσουν οι τίτλοι του τέλους…

Κι έτσι, ας πούμε, ότι ενημερώθηκα από τις καταγραφές των θυμάτων ή των εν δυνάμει θυμάτων της βίας των οικονομικών μέτρων καθώς και για την πινακοθήκη χαρακτήρων που είναι υπεύθυνοι γι’ αυτήν∙ ας πούμε ακόμα ότι γνωρίζω τα τεκμήρια της ισραηλινής πειρατείας ως αδιαμφισβήτητου γεγονότος κι ότι, κάπου στη βιβλιοθήκη μου, θα βρω συνάφειες ανάμεσα στο status των αιχμαλώτων ακτιβιστών και των στιβαγμένων σε ευρωπαϊκά στρατόπεδα μεταναστών∙ ας πούμε, τέλος, ότι οι αποσπασματικές εικόνες με τη φιλοδοξία των μεγάλων ερμηνειών δεν μου έλειψαν, σαν ένα είδος puzzle που δυσκολευόμουνα να σταματήσω κι ας έβλεπα ότι αυξάνονταν τα κενά αντί να μειώνονται κι ας κατακερμάτιζαν συνεχώς το τοπίο απανωτοί σεισμοί, διαφορετικής έντασης και μεγέθους αλλά πάντως πλήγματα στη δυναμική της ολόκληρης εικόνας. που δεν εξαντλείται ούτε στην καταγραφή ούτε στην καταγγελία της διάχυτης βίας -όποιο όνομα κι αν της δώσουμε!- γιατί πάλιωσε ο οπλισμός, μόνον ατυχήματα μπορεί να προκαλέσει και άντε να ψάχνεις μετά για άλλοθι ενόσω θα μένει αναπάντητο το ερώτημα του ποιητή ενώ η βία θα παγιώνεται και θα φυσικοποιείται σαν πέτρα της αυλής μας...

Υ.Γ. Σήμερα, μετά από πάρα πολλά χρόνια, κτύπησαν το κουδούνι μου δυο κυρίες που με ρώτησαν αν θέλω να μάθω τον λόγο του θεού

η εικόνα είναι από το: http://wwwimage.cbsnews.com/images/2003/06/06/image557449x.jpg

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010