Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Η Χρυσή Αυγή και το «βαθύ κράτος»

 

 Η Εισαγωγή του Δημήτρη Ψαρρά στο  Εμμανουηλίδης Μάριος, Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, Futura, 2013

[λίγους μήνες πριν την δολοφονία του Παύλου Φύσσα]

https://www.avgi.gr/sites/default/files/styles/main/public/2020-10/psarras4244323.jpg?itok=jx_B1mfo

 

Πέρασε ήδη ένας χρόνος από τη μέρα που η ναζιστική Χρυσή Αυγή έκανε την αιφνίδια είσοδό της στην κεντρική πολιτική σκηνή. Μια οργάνωση που βρισκόταν επί δεκαετίες στο περιθώριο και απασχολούσε τη δημοσιότητα μόνο περιστασιακά, κάθε φορά που ανακαλύπτονταν εγκληματικές πράξεις στελεχών της, μετατράπηκε μέσα σε λίγους μήνες σε πρωταγωνιστή του κοινοβουλίου. Και το σημαντικότερο: χωρίς να κάνει ούτε βήμα πίσω από τη διακηρυγμένη της πίστη στον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, η οργάνωση αυτή εμφανίζεται να διατηρεί και να διευρύνει τη λαϊκή της απήχηση, σε βαθμό που να επηρεάζεται ο συνολικός πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων στη χώρα και να αναδιατάσσονται οι σχέσεις μεταξύ των άλλων κομμάτων.

Απέναντι σ’ αυτή την απρόσμενη για πολλούς εξέλιξη, προβάλλει διάφανη η αμηχανία των κομμάτων του λεγόμενου συνταγματικού τόξου, τα οποία αναδεικνύονται ανίκανα να διαχειριστούν το «φαινόμενο Χρυσή Αυγή» και καταφεύγουν σε αυτοσχεδιασμούς, με μοναδικό κριτήριο και κίνητρο την επιδίωξη ενός άμεσου μικροκομματικού οφέλους. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο το γεγονός ότι απ’ όλες αυτές τις σπασμωδικές αντιδράσεις η Χρυσή Αυγή βγαίνει μέχρι σήμερα αλώβητη.

Μετά το πρώτο σοκ των εκλογών του Μαΐου 2012 ήταν πολλοί εκείνοι που βιάστηκαν να παραλληλίσουν την εκλογική επιτυχία της Χρυσής Αυγής με τις όχι σπάνιες περιπτώσεις άλλων κομμάτων που αναδείχθηκαν χάρη σε μια ειδική πολιτική συγκυρία, για να εξαφανιστούν ως πομφόλυγες λίγο καιρό αργότερα. Πολλοί συμμερίστηκαν τότε την καθησυχαστική βεβαιότητα της Αλέκας Παπαρήγα, ότι μόλις μπουν οι χρυσαυγίτες στη βουλή θα φορέσουν ταγεράκια, κοστουμάκια και γραβατούλες και «θα γίνουν κοινοβουλευτικότατοι». Θεώρησαν, μάλιστα, κάποιοι ότι αρκεί να τους δει ο κόσμος, για να αποστρέψει με βδελυγμία το βλέμμα του από την αποτρόπαιη γυμνή όψη του ναζισμού.

Η αυταπάτη διατηρήθηκε μόνο για λίγες βδομάδες. Παρά την «αποκάλυψη» της ναζιστικής ιδεολογίας και της βίαιης πρακτικής της Χρυσής Αυγής, η εκλογική της επίδοση έμεινε σταθερή στις εκλογές του Ιουνίου, ενώ από εκείνη τη στιγμή τα δημοσκοπικά ευρήματα επιμένουν ότι η δημοφιλία της συνεχώς διευρύνεται. Αυτός είναι ο λόγος που καθιστά εξαιρετικά σημαντική την επιστημονική διερεύνηση του φαινομένου, από τις δύο μελέτες που περιλαμβάνονται στον τόμο αυτό. Ο Μάριος Εμμανουηλίδης αντιμετωπίζει τη Χρυσή Αυγή ως την ακραία πολιτική μορφή μιας διαδικασίας φασιστικοποίησης και ρατσιστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας και αναλύει τα χαρακτηριστικά της κρίσης που μέσω της νεοφιλελεύθερης διαχείρισής της οδήγησαν ή έστω επέτρεψαν αυτή την εξέλιξη. Η Αφροδίτη Κουκουτσάκη συνδέει το φαινόμενο Χρυσή Αυγή με τη διαδικασία κατακρήμνισης του κοινωνικού κράτους στις συνθήκες της κρίσης και ανάδυσης του λεγόμενου ποινικού κράτους. Με το δικό τους τρόπο τα δύο κείμενα απαντούν στις απλοϊκές ερμηνείες που διακινούνται στην τρέχουσα πολιτική αρθρογραφία και είτε παρουσιάζουν την οργάνωση ως κάποιο «μακρύ χέρι του συστήματος» είτε στον αντίποδα αποδίδουν απόλυτη αυτονομία στο φαινόμενο αυτό και περιμένουν την αυτόματη εξαφάνισή του μόλις ξεπεραστεί η κρίση. Αλλά η εγκατάσταση της Χρυσής Αυγής στο κέντρο της πολιτικής ζωής καθιστά ορατή την ιδιαιτερότητα αυτού του ναζιστικού πολιτικού μορφώματος. Αντίθετα από ανάλογες οργανώσεις που εμφανίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στη Δυτική Ευρώπη, η Χρυσή Αυγή δεν υπήρξε ποτέ μια οργάνωση-παρίας, ένα πολιτικό σχήμα απομονωμένο και κρυφό. Από το 1980 που πρωτοεμφανίστηκε ως ομάδα εθνικοσοσιαλιστικής αυτομόρφωσης διατηρεί μια ξεχωριστή θέση στον γαλαξία της ελληνικής Ακροδεξιάς. Ποτέ δεν ταυτίστηκε απολύτως με άλλα ακροδεξιά σχήματα, αλλά ποτέ δεν έπαψε να επικοινωνεί και να συνεργάζεται περιστασιακά μαζί τους. Και ως τμήμα αυτής της «πληθυντικής» Ακροδεξιάς δεν έπαψε ποτέ να διατηρεί δεσμούς με το ελληνικό «βαθύ κράτος», κάποιους μηχανισμούς δηλαδή που επιβίωσαν επί δεκαετίες ή αναπαράγονται στο εσωτερικό κρατικών θεσμών όπως ο στρατός, η αστυνομία, η δικαιοσύνη αλλά και η εκκλησία. Οι δεσμοί αυτοί έχουν γίνει σήμερα αρκετά φανεροί, αλλά η ιστορική τους προέλευση έχει βάθος δεκαετιών. Και αν ήθελε κανείς να ερμηνεύσει την εντυπωσιακή ανάδειξη ενός τόσο ακραίου πολιτικού μορφώματος δεν θα ‘πρεπε να ξεχνά την ανάπηρη δημοκρατία του μετεμφυλιακού κράτους, την εφτάχρονη δικτατορία και τη λειψή αποχουντοποίηση που τη διαδέχτηκε. Το κομματικό κράτος των δύο πολιτικών σχηματισμών που κυβέρνησαν εναλλάξ από τη μεταπολίτευση δεν έθιξε τον πυρήνα αυτού του βαθέος κράτους, παρά μόνο για να τον ελέγξει και να τον αξιοποιήσει. 

 - Ειδικά για την περίπτωση της αστυνομίας έχει τεκμηριωθεί ακόμα και σε επίπεδο εκλογικής επιρροής η σημαντική διείσδυση της Χρυσής Αυγής. Αλλά η στενή σχέση των ειδικών δυνάμεων της ΕΛ.ΑΣ. με την οργάνωση καταγράφεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενώ επίσημο εσωτερικό έγγραφο της υπηρεσίας αποδίδει σ’ αυτή τη διαπλοκή την αδυναμία των διωκτικών αρχών να συλλάβουν τον φυγάδα υπαρχηγό της οργάνωσης από επτά χρόνια.

 - Στον στρατό, όπου επίσης η εκλογική επιρροή της οργάνωσης είναι μεγαλύτερη από τις επιδόσεις της στον γενικό πληθυσμό, πολλαπλασιάζονται τα κρούσματα επιδεικτικής αναφοράς στη χούντα ή η δημόσια εκφώνηση ακραίων ρατσιστικών συνθημάτων από αγήματα σε παρελάσεις. Στο πλευρό των λιμενικών που φώναζαν τα γνωστά συνθήματα «τους λένε Αλβανούς, τους λένε Σκοπιανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματα απ’ αυτούς» θα σταθούν αυτόκλητοι υπερασπιστές ανώτατα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, ακόμα και ο τέως αρχηγός του ΓΕΕΘΑ.  

 - Για τη δικαιοσύνη θα αρκούσε η αναφορά στην απόλυτη αχρησία που έχει περιπέσει ο πρώτος αντιρατσιστικός νόμος (927/79) και η δικαστική αντιμετώπιση του βιβλίου του Κώστα Πλεύρη, με την απόφανση ότι δεν προτρέπουν σε ρατσιστική βία φράσεις όπως «έτσι θέλουν οι Εβραίοι, διότι μόνο έτσι καταλαβαίνουν, εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα» ή «οι επίβουλοι Εβραίοι σκάπτουν τον τάφον των εθνών, ξυπνήστε και ρίξατέ τους μέσα διότι τους αξίζει». Ακόμα κι όταν αποκαλύφθηκε ότι υψηλόβαθμη δικαστής επικοινωνεί με συναδέλφους της μέσω ιστολογίου, στο οποίο υμνεί τον Χίτλερ, δεν θεωρήθηκε η υπόθεση άξια λόγου.

 - Οσο για την εκκλησία, είναι ίσως ο μοναδικός στύλος του βαθέος κράτους που επιχειρεί κάποιου είδους αναμέτρηση με τη γοητεία που ασκεί στο εσωτερικό του η ναζιστική οργάνωση. Αλλά παρά την προσπάθεια των περισσότερων Ιεραρχών και του ίδιου του Αρχιεπισκόπου, δεν λείπουν κάποιοι Μητροπολίτες που θυμήθηκαν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και θεωρούν υποχρέωσή τους να ταυτιστούν ακόμα και με τους ναζιστές.

Δεν πρέπει δηλαδή να ξαφνιαζόμαστε τόσο πολύ με το στέριωμα της Χρυσής Αυγής στο πολιτικό προσκήνιο, ούτε να βιαζόμαστε να προδιαγράψουμε την έκλειψη του φαινομένου. Γιατί μπορεί αυτές οι σχέσεις της Χρυσής Αυγής με το βαθύ κράτος να έχουν πάρει σήμερα εκρηκτική μορφή, κάτω από τις συνθήκες κοινωνικής ασφυξίας που έχει προκαλέσει η πολιτική διαχείριση της οικονομικής κρίσης, αλλά δεν είναι πρώτη φορά που αναδεικνύονται στο προσκήνιο. Το ζήσαμε πριν από είκοσι χρόνια, όταν η Χρυσή Αυγή εμφανίστηκε να πρωτοστατεί στα πάνδημα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, επιβάλλοντας την παρουσία της μαζί με ορισμένες εξίσου κακόφημες οργανώσεις, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της «Εθνικής Σταυροφορίας», που εμπνεύστηκε ένας ιδιοκτήτης πορνομάγαζου, καταδικασμένος για μαστροπεία, ο οποίος έγινε διάσημος από ένα live-show με πλαστική κότα. Είναι η περίοδος που η δικαιοσύνη καταδίκαζε όποιον τολμούσε να μιλήσει για ειρήνη και για αναγνώριση των βόρειων γειτόνων μας, ενώ οι αιματηρές επιθέσεις της Χρυσής Αυγής συναντούσαν κατά κανόνα την αδιαφορία των αρχών.

Στις αρχές της επόμενης δεκαετίας ήταν η σειρά της εκκλησίας να ξεκινήσει τον αγώνα κατά των νέων ταυτοτήτων. Στις «λαοσυνάξεις» του 2000 θα βρεθεί και πάλι να δίνει τον τόνο η Χρυσή Αυγή, εφόσον, στο κάτω κάτω της γραφής ήταν οι «Εβραίοι» εκείνοι που κρύβονταν πίσω από την απάλειψη της αναγραφής του θρησκεύματος, όπως και πίσω από κάθε «ανθελληνική επιβουλή».

Η πιο πρόσφατη συγκυρία που επέτρεψε την τελική εκτίναξη της Χρυσής Αυγής στις σημερινές της διαστάσεις ήταν η επομένη της νεανικής εξέγερσης που ξέσπασε με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το Δεκέμβρη του 2008. Κάτω από συνθήκες που έχουν πλέον επαρκώς τεκμηριωθεί, η ναζιστική οργάνωση, με τη μορφή των ψευδώνυμων «Επιτροπών Κατοίκων» βρέθηκε σε κάποιες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας να συνεργάζεται με ορισμένα ειδικά αστυνομικά τμήματα σε μια επιχείρηση «ανακατάληψης» πλατειών, δρόμων και οικοδομικών τετραγώνων. Ο στόχος δεν ήταν μόνο ο διακηρυγμένος, δηλαδή η τρομοκράτηση του μεταναστευτικού πληθυσμού, αλλά και ο ευρύτερος έλεγχος κοινωνικών ομάδων που δεν θεωρούνται αρκετά πειθαρχημένες στις επιταγές των Μνημονίων. Η συνεργασία αυτή θα διαφημιστεί με στημένα ρεπορτάζ σε μεγάλα κανάλια και εφημερίδες, και θα αποδειχτεί πολύτιμη την περίοδο του κινήματος των πλατειών, όταν χρειάστηκε να συκοφαντηθεί και στη συνέχεια να κατασταλεί με άγριο τρόπο η μαζική ειρηνική διαμαρτυρία.

Αυτή η παλιά σχέση της Χρυσής Αυγής με το βαθύ κράτος εξηγεί και την ιδιαίτερη ευκολία της να βρίσκει πηγές χρηματοδότησης αλλά και τον θαυμασμό που τρέφει στους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου και ιδιαίτερα τους εφοπλιστές. Εκεί πρέπει να αποδοθεί και η ετοιμότητά της να εισηγείται ακόμα και «θετικές προτάσεις» διεξόδου από την κρίση, όπως συνέβη με την υπόδειξη που έκανε ο Μιχαλολιάκος και ο Κασιδιάρης, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων του 2012, να σχηματιστεί δηλαδή εξωκοινοβουλευτική κυβέρνηση «προσωπικοτήτων» με πρωθυπουργό τον «Σερ» Βασίλειο Μαρκεζίνη.

Ο αντικοινοβουλευτισμός της οργάνωσης είναι ταξικά υπερπροσδιορισμένος και διαπλέκεται με τους σχεδιασμούς αυτού του βαθέος κράτους ή κάποιων μερίδων της πολιτικής και οικονομικής ελίτ που σχετίζονται άμεσα μ’ αυτό. Απ’ αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον άρθρο πολιτικού συντάκτη του Βήματος, γραμμένο τις μέρες με τις μεγάλες διαδηλώσεις στην Αθήνα και τη βίαιη καταστολή τους τον Οκτώβριο του 2011. Ο αρθρογράφος ούτε λίγο ούτε πολύ είχε προτείνει την εφαρμογή του άρθρου 48 του Συντάγματος, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι λαϊκές αντιδράσεις στην εφαρμοζόμενη πολιτική. Το άρθρο 48 έχει ψηφιστεί –όπως λέει το Σύνταγμα- για την αντιμετώπιση «πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος» και προβλέπει τη συγκρότηση εξαιρετικών δικαστηρίων και την αναστολή μια σειράς συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν τις προσωπικές, πολιτικές, κοινωνικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες. Πρόκειται δηλαδή για το άρθρο που προβλέπει την τυπική εγκαθίδρυση του κράτους έκτακτης ανάγκης.

Κατά διαβολική σύμπτωση, τον ίδιο αριθμό (48) έφερε στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης το άρθρο το οποίο με μια παρεμφερή διατύπωση έδινε στον Πρόεδρο την εξουσία να κηρύσσει το κράτος έκτακτης ανάγκης και να αναστέλλει τις πολιτικές και προσωπικές ελευθερίες των πολιτών. Το άρθρο αυτό ήταν που εφαρμόστηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1993, την επομένη του εμπρησμού του Ράιχσταγκ και είναι η γενέθλια πράξη της ναζιστικής δικτατορίας.     

Δεν υπαινίσσομαι ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά οι αναλογίες είναι χρήσιμη τροφή για σκέψη.   

 

Δημήτρης Ψαρράς     

2 Ιουνίου 2013


 

 

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου