Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Συζήτηση για τη Χρυσή Αυγή στα ΑΣΚΙ




"Το φαινόμενο Χρυσή Αυγή: τέσσερις συγγραφείς συνομιλούν με αφορμή τα βιβλία τους", οι Στ. Ζουμπουλάκης, Αφ. Κουκουτσάκη, Ά. Φραγκουδάκη και Δ. Ψαρράς. Θα ακολουθήσει το The Cleaners (2012) του Κ. Γεωργούση για την προεκλογική εκστρατεία της Χρυσής Αυγής, παρουσία του.
[το πρόγραμμα του 3ημέρου]

Η παρέμβασή μου

Κατά τη γνώμη μου το φαινόμενο ΧΑ παραμένει ανοιχτό κεφάλαιο καθώς τίθενται συνεχώς νέα ζητήματα απέναντι στα οποία καλούμαστε να τοποθετηθούμε. Θα καταθέσω, λοιπόν, κάποιες σκέψεις αλλά η πρόθεσή μου είναι μάλλον να ενεργοποιήσω ερωτήματα παρά να διακινδυνεύσω απαντήσεις τις οποίες ομολογώ ότι δεν έχω.
Και θα ξεκινήσω λέγοντας λίγα πράγματα για το βιβλίο μας, τα οποία αφορούν κυρίως την μεθοδολογική μας πρόταση για την προσέγγιση του φαινομένου της ΧΑ. Μια προσέγγιση η οποία πιθανόν βοηθά να συνεχίσουμε μια συζήτηση η οποία έχει μείνει σε εκκρεμότητα, θέτοντας νέα ζητήματα υπό το φως και των πρόσφατων εξελίξεων.

Ενόψει, λοιπόν, της συγγραφής αυτού του βιβλίου, συμφωνήσαμε καταρχήν ότι θα ήταν επισφαλής μια ανάλυση η οποία θα επιχειρούσε να απαντήσει στο ερώτημα «Τι είναι η ΧΑ;», ενόσω το υπό εξέταση αντικείμενο ήταν ακόμα εν εξελίξει και δεν είχε  παγιώσει τα χαρακτηριστικά του. Όπως, εξάλλου, εν εξελίξει ήταν και τα ευρύτερα συμφραζόμενα κομίζοντας συνεχώς νέα στοιχεία.
Πρόθεσή μας ήταν να μην εγκλωβιστούμε, σε μια συγκυρία που έβαζε τη ΧΑ πρωταγωνιστή του πολιτικού σκηνικού ή και σ’ έναν προστακτικό λόγο περί αυτής της συγκυρίας ως απάντηση στο ερώτημα «τι κάνουμε τώρα;» σε σχέση με τη ΧΑ.  Όπως γράφει ο Μάριος Εμμανουηλίδης: «Η ΧΑ μπορεί να είναι η αφετηρία των αναλύσεων, δεν είναι όμως το τέρμα, δεν είναι ο σκοπός τους».
Κατ’ επέκταση, θεωρήσαμε ότι θα ήταν επίσης επισφαλές να επιχειρήσουμε να   αναδείξουμε τις όποιες πλευρές της μορφώματος ΧΑ εντός ενός, περισσότερο ή λιγότερο κλειστού, ερμηνευτικού σχήματος αφ’ ενός και, αφ’ ετέρου, να προβούμε σε οριστικές απαντήσεις για τη σχέση με την κύρια πολιτική απορία, δηλαδή τη σχέση της ΧΑ με το πολιτικό σύστημα.
Νομίζω ότι αυτούς τους προβληματισμούς τους περιγράφει πολύ ωραία και πάλι ο Μάριος Εμμανουηλίδης, στο πρώτο κεφάλαιο του κειμένου του: «ας σημειώσουμε τη μερικότητα του εγχειρήματος, όχι γιατί, όπως κάθε εγχείρημα είναι μερικό και, ως εκ τούτου σφάλλει, αλλά γιατί, αν η πιο σοβαρή απαίτηση από τον εαυτό μας είναι να εντοπίζουμε «όλες τις παραλλαγές του φασισμού, από τους πιο τεράστιους που μας περιστοιχίζουν και μας συνθλίβουν μέχρι τους μικρούς φασισμούς που συνιστούν την τυραννική πικράδα της καθημερινής μας ζωής, […] τα πιο αδιόρατα σημάδια του φασισμού στο σώμα».[1]
Έτσι, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Θωμάς Παπακωνσταντίνου στην παρουσίαση του βιβλίου, η ΧΑ αποκαθηλώνεται από το βάθρο του κεντρικού πρωταγωνιστή και εμφιλοχωρεί στα κείμενα ως σκιά που αναζητά τo σώμα της σε ένα πλήθος διαδικασιών και στρατηγικών της εξουσίας.
Με δυο λόγια, αυτό που επιχειρήσαμε, ήταν να σταθούμε κατά κύριο λόγο στις πρακτικές, στους Λόγους, στις μετατοπίσεις και αναδιατάξεις των μορφών εξουσίας οι οποίες κατέστησαν δυνατή την παρουσία του ναζιστικού μορφώματος και την εκλογική και όχι μόνον επιρροή του στο κοινωνικό σώμα. Κοινή υπόθεση και στα δύο κείμενα είναι ότι θα μπορούσαμε να δούμε τη ΧΑ ως μέρος ενός συστήματος ενίσχυσης της κυριαρχικότητας του κράτους και παραγωγής νομιμότητας.
 Πέραν τούτου όμως, και τα δύο κείμενα αναφέρονται και σε μία κίνηση που ξεκινάει και από κάτω, από την κοινωνία, και καταλήγει στη ΧΑ.
Με τα λόγια του Μάριου Εμμανουηλίδη και πάλι, «σ’ αυτό το αυθόρμητο ρατσιστικό και φασιστικό μουρμουρητό, σ’ αυτή τη διαφορετικής έντασης και πυκνότητας διάχυση των φασιστικών και ρατσιστικών λόγων και πρακτικών στο κοινωνικό σώμα, των οποίων η ΧΑ είναι η ακραία πολιτική μορφή». Ο Μάριος Εμμανουηλίδης αναλύει εκείνα τα χαρακτηριστικά της μετάλλαξης του καπιταλισμού που συνδέονται με την κρίση της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής τα οποία οδήγησαν ή έστω επέτρεψαν αυτή τη διαδικασία.
Η δική μου υπόθεση είναι ότι η ΧΑ πάτησε σε ήδη υφιστάμενες κοινωνικές στάσεις οι οποίες εμπεδώνουν αποκλεισμούς και πρακτικές με αυταρχικά και κατασταλτικά χαρακτηριστικά, σ’ ένα αξιακό περιβάλλον το οποίο λειτούργησε και λειτουργεί ως μηχανισμός θεμιτής παραγωγής βίας απέναντι στον πολιτισμικά κατασκευασμένο Άλλο.
Την υπόθεση αυτή, ως έναν πιθανό δρόμο κατανόησης του φαινομένου, την συνδέω με τις συμβολικές μετατοπίσεις των ποινικών θεσμών και πρακτικών σε περιόδους οικονομικής και πολιτικής κρίσης και το πολιτισμικό περιεχόμενο που κοινοποιούν. Μ’ ένα περιβάλλον δηλαδή όπου ο νόμος μπορεί και να λειτουργεί ενάντια στον νόμο όχι ως παρέκκλιση ή ως παραδοξότητα αλλά ως κανονικότητα.  Ή, με άλλα λόγια, καθώς η ανάδειξη  και η παγίωση της κουλτούρας του φόβου και του ελέγχου εκπορεύεται από μια καθολική στροφή στις πολιτικές διαχείρισης των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων, ο Άλλος γίνεται αντιληπτός ως σώμα του οποίου θα πρέπει να κατασταλεί όχι απλώς η δράση αλλά η ίδια η ύπαρξη. Καθώς όμως αναφέρομαι σε μακροχρόνιες και αργόσυρτες διαδικασίες,  εξετάζω την οικονομική κρίση όχι ως αιτία αλλά ως καταλύτη για την εμφάνιση και την επιρροή της Χ.Α. στο κοινωνικό σώμα, ένα κοινωνικό σώμα ως έτοιμο από καιρό και εξοικειωμένο με κατασταλτικές πρακτικές και το ταξινομητικό ήθος του Εμείς και ο Άλλος. 
Και αυτό είναι το σημείο, το οποίο προκρίνω ως αφετηρία των ερωτημάτων τα οποία θέλω να θέσω προς συζήτηση. Ειδικότερα, το ζήτημα των κοινωνικών υποδοχών  τις οποίες δεν δημιούργησε αλλά βρήκε έτοιμες η ΧΑ, θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το ερώτημα τού πώς θα συμπεριφερθεί αυτό το μεγάλο κομμάτι του κόσμου, το οποίο αναφέρεται στη ΧΑ και το οποίο, με όλες τις επιφυλάξεις που θα μπορούσε να έχει κανείς για τις δημοσκοπήσεις, μοιάζει να μην επηρεάζεται αισθητά ούτε από το «καθαρό ελληνικό αίμα» που χύθηκε με την δολοφονία του Παύλου Φύσσα ούτε με την ποινική διαδικασία που κινήθηκε κατά της ΧΑ, μια διαδικασία η οποία δυνητικά μπορεί να δρομολογήσει και εξελίξεις που να φτάνουν μέχρι την ακύρωση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της ΧΑ.
Δεν το θεωρώ πιθανό αλλά οι εξελίξεις δεν το αποκλείουν.
Στο κείμενό μου, όμως, στέκομαι αρκετά στο ζήτημα της στρατηγικής της ΧΑ και η υπόθεσή μου, την εποχή που γραφόταν το βιβλίο, ήταν ότι ενόσω το ζήτημα της στρατηγικής της Χρυσής Αυγής παραμένει σκοτεινό, οι απαντήσεις σε σχέση με το πώς διαχειρίζεται το πολιτικό σύστημα τη Χρυσή Αυγή, συνιστούν κατ’ επέκταση ένα ιδιαίτερα δύσβατο πεδίο.
Και εξηγούμαι: μέχρι πρόσφατα, στην αντι-συστημική ρητορική της ΧΑ δεν ανιχνευόταν κάποια  εναλλακτική στρατηγική πρόταση διακυβέρνησης, δεν ήταν η «βελτίωση» ή η αναζήτηση μιας άλλης «ισορροπίας» μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, αλλά η καθολική απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Άρα ποιος θα μπορούσε να είναι ο τελικός στόχος;
Με την κινητοποίηση του ποινικού μηχανισμού, το ερώτημα το οποίο θέτουν οι δικαστικές αρχές είναι όντως η απάντηση στο ζητούμενο; Ο τελικός στόχος της Χρυσής Αυγής είναι η κατάλυση του πολιτεύματος;
Και τώρα δεν μιλάω για τη δυναμική του κόμματος της ΧΑ, δεν μιλάω καν για την επιβεβαίωση ενός οργανωμένου σχεδίου κατάλυσης του πολιτεύματος, αυτό μένει να φανεί. Μιλάω για ένα κομμάτι του παζλ σε σχέση με το πρόσωπο του κόμματος της ΧΑ, όπως προσφέρεται για κατανάλωση το τελευταίο διάστημα, μέσα από το υλικό που διοχετεύεται στο κοινό. Για το άγνωστο κομμάτι του παζλ, αν θέλουμε.
Και γιατί είναι σημαντικό αυτό το κομμάτι; Γιατί η «κρυφή» στρατηγική της ΧΑ είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο είχαν εγγραφεί οι προσδοκίες του κοινού το οποίο επηρεαζόταν θετικά από την παρουσία της στην πολιτική ζωή, είτε δήλωναν ψηφοφόροι της είτε όχι.
Και νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ότι το 10% του ελληνικού εκλογικού σώματος στο σύνολο ή έστω στο μεγάλο ποσοστό του δεν έκανε τέτοιες εγγραφές που να αφορούν την κατάλυση του πολιτεύματος. Η Χρυσή Αυγή απορροφά ενδεχομένως ένα γενικευμένο κλίμα οργής ή δυσθυμίας που απαιτεί την τιμωρία των υπεύθυνων για τα προβλήματά μας, που απαξιώνει το πολιτικό σύστημα, αλλά δεν πιστεύω ότι πάει τόσο μακριά όσο στη βίαιη επιβολή ενός ναζιστικού καθεστώτος.
Δεν θα επιχειρήσω κάποια ανάλυση της υποκειμενικής διαδικασίας αποδοχής του λόγου και των πρακτικών της ΧΑ, ακόμα κι αν μπορούσα να το κάνω δεν το επιτρέπει ο χρόνος.
Θα σταθώ κυρίως στο περιεχόμενο του καταγγελτικού λόγου –και δεν μιλάω μόνο για τον εκπορευόμενο από οπαδούς ή συμπαθούντες τη ΧΑ, αλλά πολύ ευρύτερα-, για να παρατηρήσω την ύπαρξη ενός στοιχείου επαναλαμβανόμενου, παγιωμένου θα μπορούσα να πω σε μεγάλα ακροατήρια: ότι δηλαδή ο λόγος της οργής στοχεύει κυρίως σε σώματα, σε δράστες/φταίχτες, όχι σε θεσμούς.
Και, υπ’ αυτήν την έννοια, ο καταγγελτικός λόγος αναπαράγει τα πολιτισμικά δίπολα του κυρίαρχου λόγου, καλός/κακός, εμείς/αυτοί, εμείς οι καλοί, οι άλλοι οι κακοί αλλά κυρίως, επαναλαμβάνω, με όρους σωμάτων τα οποία θα πρέπει να κρεμαστούν στο Σύνταγμα, να ριχθούν στην πυρά, να εξαφανιστούν.
Αυτό έκανε και η ΧΑ. Όχι απλώς  αναπαρήγαγε την ίδια τη δομή του κυρίαρχου λόγου, αλλά υλοποίησε σωματικά το αίτημα του ευτελισμού, της εξύβρισης, του προπηλακισμού ή και καταστροφής του ένοχου σώματος, είτε πολιτικός ήταν αυτό είτε μετανάστες ως συλλογικό απεχθές υποκείμενο.
Αυτόν τον φονικό, υλικό τσαμπουκά που ο οργισμένος πολίτης περιορίζει στο λεκτικό επίπεδο ή, όταν τον σωματοποιεί, παίρνει μέτρα για να μην αποκαλυφθεί η πράξη του. Αυτήν την απενοχοποίηση της επιθυμίας να έχει ο «εχθρός» πρόσωπο και σώμα για να μπορέσει να τιμωρηθεί σωματικά.
Και οι θεσμοί; Καλά κρατούν!
Τόσο το στοιχείο του φόβου και της διαχείρισής του όσο και το στοιχείο της οργής που πρέπει να κατασταλεί ή να ουδετεροποιηθεί πολιτικά, διοχετεύεται σε υποκείμενα/σώματα και όχι σε θεσμούς, από τους παραβάτες ή τους μετανάστες/εισβολείς μέχρι τους ανίκανους και επίορκους πολιτικούς ή, με άλλα λόγια, από τους θεσμούς στους διαχειριστές τους, από την ανατροπή στη μεταρρύθμιση εντός της ίδιας δομής εξουσίας.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, μια υπόθεση την οποία επεξεργάζομαι στο κείμενο είναι ότι η βία της Χρυσής Αυγής, νοούμενη ως α-ταξία, συντελεί στην κανονικοποίηση της θεσμικής βίας, καθώς πραγματώνει το ωμό πρόσωπο της άμεσης, φυσικής εξόντωσης, συντελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ανασήμανση ως κανονικότητας της βίας την οποία ασκούν οι θεσμοί.
Τι άλλαξε, όμως, τους τελευταίους μήνες και ποια είναι η σημασία της κινητοποίησης του ποινικού μηχανισμού;
Έχουμε όντως μία μείζονα εξέλιξη ή μια τεχνικού χαρακτήρα διαχείριση του θέματος της ΧΑ;
Να σημειώσω ότι στο βιβλίο, το κοινό ερώτημα των προϋποθέσεων που κατέστησαν δυνατή την παρούσα μορφή της ΧΑ   οδήγησε την ανάλυση και των δυο μας το ενδεχόμενο αυτής της εξέλιξης, δηλαδή την ποινική διαδικασία που κινήθηκε σε βάρος της ΧΑ. Μια υπόθεση την οποία συναρθρώσαμε με τη στρατηγική σημασία της ΧΑ στο πλαίσιο του συστήματος εξουσιών.
Λέει ο Μάριος Εμμανουηλίδης: «Κι όταν αχνοφανεί ότι εγκαθίσταται επιτυχώς η νέα κοινωνική ρύθμιση ή μάλλον όταν φανεί η δυνατότητα να επιβληθούν οι κανόνες που θα προσφέρουν τη νέα ύλη σχέσεων υποταγής και τις νέες δυνατότητες, ίσως η πολυέξοδη για το σύστημα εξουσιών Χ.Α. παύσει να είναι χρήσιμη»
Και εγώ: «Με δυο λόγια, πόσο ανθεκτικό είναι το μόρφωμα Χ.Α. ως μέρος ενός σχήματος άσκησης εξουσίας και παραγωγής νομιμότητας, όταν οι εξελίξεις είναι απρόβλεπτες; Συνεπώς, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε ότι εξίσου απρόβλεπτο είναι και το οπλοστάσιο του κράτους, εάν οι συνθήκες καταστήσουν περιττό ή και επίφοβο αυτό το μάλλον ‘‘απείθαρχο’’ τμήμα του συνεχούς μεταξύ παράνομων, νόμιμων και νομιμοποιημένων πρακτικών ενίσχυσης και επέκτασης της κυριαρχικότητας του κράτους με άξονα τη βία».
Οι θεσμοί κινήθηκαν, λοιπόν
Από την άλλη μεριά, όμως, νομίζω ότι τείνει πια να αποσαφηνιστεί η εικόνα δύο κύκλων, για τους οποίους, προσωπικά, δεν μπορώ ακόμα να πω εάν τέμνονται:  Ο ένας κύκλος αφορά τον στενό πυρήνα των οργανωμένων μελών της ΧΑ, που συμμετέχει στις δράσεις, που παρίσταται στις εκδηλώσεις. Αυτού του πότε μαύρου, πότε γκρίζου και πότε κραυγαλέα φανερού κομματιού αυτού που λέμε ΧΑ.   
Ο άλλος κύκλος αφορά το εκλογικό σώμα που ψηφίζει ή δηλώνει ότι θα ψηφίσει τη ΧΑ, ο μεγάλος κύκλος δηλαδή, του οποίου τα όρια  ξεπερνάνε κατά πολύ το κόμμα της ΧΑ.
Δεν ξέρω τι θα γίνει με τον στενό κύκλο και εάν ή σε ποιο βαθμό θα τον αποδυναμώσει η ποινική διαδικασία, δηλαδή μια τεχνητή διαδικασία η οποία μεταφέρει το πρόβλημα από το φυσικό -κοινωνικό και πολιτικό- περιβάλλον του στο συμβολικό περιβάλλον των ποινικών θεσμών. Φοβάμαι όμως ότι ο μεγάλος κύκλος δεν θα επηρεαστεί ιδιαίτερα.  Ακόμα κι εάν συμπιεστεί σε κάποιο βαθμό, θα συνεχίσει να υπάρχει, ενδεχομένως διοχετευόμενος σε άλλους πολιτικούς και κοινωνικούς σχηματισμούς, μέσα από μια αδιάλειπτη κίνηση από κάτω προς τα πάνω.
Και ίσως αυτό να είναι πλέον το κρίσιμο ερώτημα καθώς, με μια αδιάλειπτη επίσης κίνηση, αγριεύουν οι καιροί και μαζί τους πληθαίνουν και οι μικροί και μεγάλοι φασισμοί της καθημερινής ζωής.

  






[1] M. Foucault, «Αντι-οιδίποδας. Εισαγωγή στη μη-φασιστική ζωή» (1977), μτφρ. Μ. Εμμανουηλίδης, επιμ. Λ. Μάνο, 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου