Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

στην ακριβή μνήμη του Ιωάννη Μανωλεδάκη

Πρόλογος Ιωάννη Μανωλεδάκη στο συλλογικό έργο Εικόνες Φυλακής [Κουκουτσάκη, Α. εισαγωγή, επιμέλεια, 2006, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗΣ]


Η ποινή είναι μια ιστορία αίματος και πόνου. Αρνητική ενέργεια, που εκλύεται στο αρνητικό πεδίο του κοινωνικού χώρου, εκεί όπου η εχθρότητα (το «νείκος»[1]) υπερνικά τη «φιλότητα» στον αέναο διαλεκτικό ανταγωνισμό τους.
            Και η φυλακή, ως η σύγχρονη κύρια έκφραση της ποινής (όπως διαμορφώθηκε ιστορικά από τον δέκατο έβδομο αιώνα) αποτελεί, κι αυτή, μια ιστορία αίματος και πόνου. Η νομική ιδεολογία προσπάθησε να την «ντύσει» με τον μανδύα της αναγκαιότητας, της ρυθμισμένης, έλλογης απάντησης της πολιτείας στο έγκλημα, του «φύλακα» της ασφάλειας των πολιτών και της νομιμότητας των ισχυρών: Όσο υπάρχουν έγκλημα και «κακοί», θα υπάρχει και η φυλακή ως το αναγκαίο κακό που θα τους αντιμετωπίζει και θα τους εξουδετερώνει. Εκεί θα ζουν αναγκαστικά, όσο χρειάζεται, οι «κακοί», οι «άλλοι», για να μπορούν να ζουν ήσυχα οι «καλοί», «εμείς». Οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι στη νομική ιδεολογία. Από κει και πέρα, ανάλογα με τη στάθμη του νομικού πολιτισμού, υπάρχει χώρος για να απαλύνουμε το κακό και να ωραιοποιήσουμε την ασχήμια της εχθρότητας.
            Οι υπουργοί δικαιοσύνης, με την ευγενική σύμπραξη κάποιων ευαίσθητων (όχι ευαισθητοποιημένων) ανθρώπων της τέχνης, θα εξαγγείλουν πολιτιστικά προγράμματα για τον εκπολιτισμό των φυλακών και την ψυχική ανάπλαση των τροφίμων τους. Η επίσημη εκκλησία θα στείλει τους μειλίχιους εκπροσώπους της να λειτουργήσουν Κυριακές και εορτές, να κηρύξουν τη μετάνοια και να υπενθυμίσουν στους «κακούς» τη σύμπραξη θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης. Εξάλλου, πριν από τον εγκλεισμό τους, οι τελευταίοι αυτοί είχαν βιώσει την κρίση και την καταδίκη τους «υπό το βλέμμα» του Χριστού στην αίθουσα του δικαστηρίου. Τι δουλειά έχει, τώρα, ο κήρυκας της Αγάπης με τις διαδικασίες του μίσους, αυτό αποτελεί μια άλλη ιστορία στο ίδιο, ωστόσο, πλαίσιο της ιδεολογίας της συγκάλυψης και της ωραιοποίησης.
            Οι καλές και φιλάνθρωπες κυρίες θα φέρουν τα δέματα με τα δώρα τους τα Χριστούγεννα, αφού προηγουμένως στηθεί καλά το σκηνικό, όπως στους θαλάμους των νεοσυλλέκτων πριν από την επιθεώρηση. Και οι πολίτες της καθημερινότητας, πιο ειλικρινείς μέσα στις αντιφάσεις τους, επιδοκιμάζουν τα μέσα ανακούφισης των δυστυχισμένων, αλλά εύλογα αντιδρούν στο κτίσιμο νέας φυλακής στη γειτονιά τους, που θα φέρει μια ρεαλιστική ανακούφιση στους στοιβαγμένους στις υπάρχουσες φυλακές.
            Όχι πως «οι μέσα» είναι καλύτεροι. Εκεί βρίσκονται, βέβαια, κάποιοι άδικα – αποτέλεσμα δικαστικής πλάνης. Οι περισσότεροι, ωστόσο, είναι εκεί κατά «δίκαιη» (σύμφωνα με την υπάρχουσα νομιμότητα) κρίση. Όμως είναι κι αυτοί εκφραστές του μίσους, όπως και οι συνάνθρωποί τους που τους έστειλαν στη φυλακή παίζοντας (ασυναίσθητα ή εξαναγκασμένα) το νόμιμο ρόλο τους.
            Όσο η εχθρότητα θα νικά τη «φιλότητα» στο αέναο διαλεκτικό παιγνίδι της Ιστορίας, η φυλακή ή τα όποια υποκατάστατά της θα είναι εδώ. Η ασχήμια και ο πόνος θα είναι κι αυτά εδώ. Όταν δεν μπορείς να τα εξαλείψεις, τουλάχιστον μπορείς να τα ιστορήσεις ελπίζοντας…
Αυτός είναι και ο ρόλος τούτου του έργου.


Ιωάννης Μανωλεδάκης


[1] Παρακαλώ να μπει περισπωμένη στη λέξη νείκος, αν υπάρχει τεχνικά η δυνατότητα

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Οι «Αγανακτισμένοι», η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος και η Αριστερά, της Στέλλας Νιώτη



Πλησιάζει μήνας από την ημέρα που οι «Αγανακτισμένοι» έκαναν την πρώτη συγκέντρωσή τους στην πλατεία Συντάγματος. Από την ημέρα εκείνη πληθαίνει διαρκώς ο αριθμός των δημοσιευμάτων και της σχετικής αρθογραφίας μαζί με τον προβληματισμό για την ταυτότητα και τις προοπτικές τους.
Τα βασικά ερωτήματα που έχουν τεθεί αφορούν ακριβώς την υπόσταση και τη σχέση του νέου κινήματος με την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Από την αρθογραφία της προηγούμενης εβδομάδας σταχυολογώ ενδεικτικά:
- «Ζούμε τη γέννηση ενός μαζικού κινήματος που θα συγκρουστεί με το υπάρχον πολιτικό σύστημα»;[1]
- «Πόσο πολιτικό είναι το κίνημα των αγανακτισμένων»;[2]  
Η ανάλυση των αιτημάτων του κινήματος και των εκφράσεων των συγκεντρωμένων μελών, μέσα από τις συζητήσεις των συνελεύσεων και τα επιχειρήματα, τα συνθήματα, τα πανό και τις χειρονομίες επικεντρώνεται σε δύο σημεία:
Το πρώτο, αφορά την άρνηση των συμμετεχόντων πολιτών να επωμιστούν την αποπληρωμή του χρέους, επειδή θεωρούν ότι αποτελεί ευθύνη του συστήματος διακυβέρνησης, το οποίο οφείλει να πληρώσει, αλλά και επειδή ήδη συνεισέφεραν χωρίς αποτέλεσμα, εφόσον το χρέος δεν μειώθηκε εξαιτίας των λανθασμένων πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης.
Το δεύτερο, αφορά την υπεράσπιση των κεκτημένων που θίγονται από τους όρους του Μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος.
Τα σημεία αυτά σηματοδοτούν ένα πολιτικό πλαίσιο η προβληματική του οποίου διευρύνεται από την συγκυρία και τα χαρακτηριστικά της: την παγκόσμια οικονομική κρίση, το στυγνό κερδοσκοπικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, που συνοδεύεται από την πολιτική διαφθορά και την ηθική κρίση, με συνέπειες την έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων και τη συστηματική απαξίωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη[3], [4].   
Με τα παραπάνω στοιχειοθετείται η επιχειρηματολογία για την ύπαρξη του συλλογικού υποκειμένου του κινήματος. Αν μη τι άλλο η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος και ειδικότερα του συστήματος διακυβέρνησης, σε συνδυασμό με την άρνηση υπακοής και συμμόρφωσης στις κατευθύνσεις του μνημονίου και τις κυβερνητικές επιλογές, αποτελούν σοβαρούς λόγους για την ανάπτυξη κοινωνικού κινήματος.
Γενικότερα, τα κοινωνικά κινήματα είναι αποτέλεσμα των συλλογικών ομαδοποιήσεων που δημιουργούνται αυθόρμητα προκειμένου να εκφράσουν την αμφισβήτησή τους, αντιδρώντας σε μορφές καταπίεσης και σε ασκούμενες πολιτικές που απειλούν τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών[5]. Αυτό σημαίνει ότι αποτελούν δημιούργημα της κοινωνίας, γιατί διαμορφώνονται από την κοινωνική πραγματικότητα και εκφράζουν, σε συλλογικό επίπεδο, τις δυσλειτουργίες της. Η έκφραση της δυσαρέσκειας και οι εκδηλώσεις αντίδρασης αποτελούν τη μια διάσταση των κοινωνικών κινημάτων. Η άλλη αφορά στους στόχους, τα αιτήματα, την οργάνωση και τα μέσα προώθησής τους.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν σημαντική παράμετρο της κοινωνικοπολιτικής δομής της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, και προκειμένου να προωθήσουν τα αιτήματά τους, αναπτύσσουν συλλογικές δράσεις, οι οποίες τοποθετούνται πέρα από τις διαφοροποιήσεις των συνθετικών μερών τους. Η ενσωμάτωση και η, παράλληλη, υπέρβαση των διαφοροποιήσεων ενισχύουν την υπόσταση, τις λειτουργίες και την εσωτερική οργάνωση του συλλογικού υποκειμένου. Το τελευταίο γίνεται εμφανές στην περίπτωση των «Αγανακτισμένων», που αθροίζουν διαφορετικούς «κόσμους», οι οποίοι συνυπάρχουν συγκεντρωμένοι σε διαφορετικά σημεία της πλατείας Συντάγματος.  
Η υπόσταση των κοινωνικών κινημάτων σχετίζεται με τις αρχές, τους στόχους και τις λειτουργίες τους:
1)  Οι βασικές αρχές αφορούν την ταυτότητα, την αντίθεση και τη συλλογικότητα:
·         Η αρχή της ταυτότητας, συνδέεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κοινωνικών κινημάτων και ειδικότερα τον κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό και τον πολιτικά αδέσμευτο χαρακτήρα τους.
·         Η αρχή της αντίθεσης, αποτελεί την εξωτερικευμένη έκφραση της κοινωνικής αμφισβήτησης, η οποία συνταυτίζεται με το λόγο ύπαρξης των κινημάτων.
·         Η αρχή της συλλογικότητας, υλοποιεί τη συμμετοχή του συλλογικού υποκειμένου του κινήματος στη διαδικασία αλλαγής της πραγματικότητας που έχει τεθεί στο επίκεντρο της αμφισβήτησης.

2)  Στόχος των κοινωνικών κινημάτων είναι η ανάπτυξη νέων συλλογικών συμπεριφορών και νέων μορφών κοινωνικής ζωής, που αποτελούν τις θεμελιώδεις διαδικασίες της κοινωνικής αλλαγής. Οι επιδιώξεις αυτές διαμορφώνουν τη συλλογική συνείδηση και βοηθούν την ανάπτυξη δεσμών ανάμεσα στα μέλη τους, γεγονός που ενισχύει την ταυτότητα και τη συλλογικότητά τους. Στην περίπτωση των «Αγανακτισμένων» η αντίθεση στην πολιτική του μνημονίου, η απόδοση ευθυνών στους υπεύθυνους για το χρέος της χώρας και η ανάγκη υπέρβασης του πολιτικού και οικονομικού αδιεξόδου επιτρέπουν την ανάπτυξη διαφορετικών μορφών οργάνωσης και εκδήλωσης, που, σε άρρητο επίπεδο, παραπέμπουν σε διαφορετικές προσεγγίσεις της κοινωνικής αλλαγής και των νέων μορφών κοινωνικής ζωής. Ωστόσο οι διαφορετικές προσεγγίσεις δεν δημιουργούν στεγανά. Έτσι, το αίτημα της «άμεσης δημοκρατίας», στην περίπτωση των συγκεντρωμένων της πλατείας, αποτελεί αντικείμενο καθημερινής συζήτησης, ενώ για όσους συγκεντρώνονται μπροστά στη Βουλή γίνεται σύνθημα που ακούγεται μετά τον εθνικό ύμνο ή το «Μακεδονία ξακουστή».
3)  Στις θεμελιώδεις λειτουργίες των κινημάτων εντάσσεται η προσπάθεια μαζικοποίησής τους. Η μαζικοποίηση σχετίζεται με την ευαισθητοποίηση των πολιτών και επιδιώκει την ενεργή συμμετοχή τους στις διαδικασίες της αμφισβήτησης της πραγματικότητας και της κοινωνικής αλλαγής[6]. Στην περίπτωση των «Αγανακτισμένων» οι διαδικασίες της μαζικοποίησης και της ευαισθητοποίησης διαφοροποιούνται εξαιτίας της διαφορετικής προσέγγισης των στόχων. Όσοι συγκεντρώνονται στην πλατεία συζητούν για τις συνέπειες της πολιτικής του μνημονίου και τις πολιτικές διεξόδου και υπέρβασης της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, τους στόχους της επόμενης ημέρας, την κινητοποίηση και τις συνελεύσεις στις γειτονιές. Στην προκειμένη περίπτωση η ένταση, όταν δημιουργείται, αφορά την αντίθεση των ιδεών και των επιχειρημάτων και επιχειρείται να επιλυθεί στο πλαίσιο της συνέλευσης. Όσοι, όμως συγκεντρώνονται μπροστά από τη Βουλή, και είναι οι περισσότεροι, προτιμούν τις εκδηλώσεις δυσαρέσκειας με συνθήματα, τραγούδια- συνήθως έχουν πατριωτικό, παραδοσιακό ή επαναστατικό περιεχόμενο- χειρονομίες και ύβρεις σε βάρος όλων των πολιτικών. Στη δεύτερη περίπτωση η ένταση αφορά το συναισθηματικό επίπεδο, είναι ένταση θυμού και οργής, που οι συγκεντρωμένοι μοιράζονται ως στοιχείο του μεταξύ τους δεσμού. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι δύο ομάδες, σε μια ρητή ή άρρητη μεταξύ τους συνεννόηση, έχουν συμφωνήσει ότι ο στόχος που τους ενώνει είναι η αντίθεσή τους στην πολιτική του μνημονίου για την οποία θεωρούν υπεύθυνη την κυβέρνηση. Το σύνθημα που κυριαρχεί είναι «οι προδότες στο Γουδή». Στο ίδιο πλαίσιο οι ομάδες των συγκεντρωμένων έχουν συμφωνήσει ότι οι υπεύθυνοι για την υπερχρέωση της χώρας είναι όλοι, ανεξαιρέτως, οι πολιτικοί. Το σύνθημα που κυριαρχεί από το πλήθος που στρέφεται προς τη Βουλή είναι «κλέφτες».      

Η ανάγκη προώθησης των στόχων και των αιτημάτων διαφοροποιεί τις μορφές αντίδρασης των κοινωνικών κινημάτων. Οι διαφοροποιήσεις μπορεί να ποικίλλουν από την επιδιωκόμενη μεταβολή των στάσεων και των συμπεριφορών έως την αναζήτηση συμμάχων στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά την αναζήτηση νομιμοποίησης, γεγονός που θα επηρέαζε τη δυναμική, με συνέπεια το μετασχηματισμό τους. Στην περίπτωση, όμως, των «Αγανακτισμένων» και δη όσων συγκεντρώνονται στο χώρο μπροστά από τη Βουλή η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος δεν επιτρέπει την αναζήτηση πολιτικών συμμάχων εντός του συστήματος.
Εν κατακλείδι, η δράση των κοινωνικών κινημάτων στρέφεται και στις δύο κατευθύνσεις, τους πολίτες και τους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς, επιδιώκοντας την παράλληλη αλλαγή των στάσεων, των συμπεριφορών και των πολιτικών αποφάσεων που απειλούν τις ελευθερίες και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Από αυτήν την άποψη η διαφοροποίηση που εμφανίζεται στο κίνημα των «Αγανακτισμένων» αναπτύσσει μια ιδιαίτερη δυναμική, δεδομένου ότι διευρύνεται η αντίδραση και εκδηλώνεται η δυσαρέσκεια απέναντι στην πολιτική του μνημονίου και την πολιτική διαφθορά που ευθύνεται για το χρέος, την ίδια στιγμή που αναζητείται στις συνελεύσεις η διεύρυνση του κινήματος στους χώρους της εργασίας και της γειτονιάς, με προοπτική την ευαισθητοποίηση των πολιτών και την κοινωνική κινητοποίηση.
Από τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους που τέθηκαν, προκειμένου για τον ορισμό του κοινωνικού κινήματος, προκύπτει ότι οι «Αγανακτισμένοι» αποτελούν κοινωνικό κίνημα, εφόσον:
·         Αμφισβητούν το πολιτικό σύστημα και το θεωρούν υπεύθυνο για την κρίση της χώρας και την έκταση της ηθικής και πολιτικής διαφθοράς. Για το λόγο αυτό επέλεξαν ως χώρο συγκέντρωσης την πλατεία Συντάγματος, ώστε να «στοχεύουν» το Κοινοβούλιο, και οι αντιδράσεις τους στρέφονται ενάντια στους υπουργούς και τους βουλευτές, με ύβρεις, αποκλεισμούς και χειρονομίες. 
·         Ευαισθητοποιούν, μέσω των συνελεύσεων και των ενημερώσεων, τους πολίτες επιδιώκοντας τη μεταβολή των στάσεων και των συμπεριφορών τους απέναντι στην κρίση και το πολιτικό σύστημα που τη δημιουργεί.
·         Μαζικοποιούνται και αποκτούν συλλογικές λειτουργίες και διαδικασίες, μέσω των οποίων ενημερώνουν και ευαισθητοποιούν τους πολίτες, με στόχο την παρακίνηση της συμμετοχής τους στις κινητοποιήσεις, αλλά και τις διαδικασίες της αλλαγής του πολιτικού συστήματος και τη μεταστροφή των πολιτικών αποφάσεων.
Από την άποψη της μορφής οι «Αγανακτισμένοι» εντάσσονται στα «νέα κοινωνικά κινήματα»[7], τα οποία έχουν στο επίκεντρό τους ζητήματα που αφορούν την ποιότητα της ζωής, δηλαδή έχουν κοινωνικό- δομικό χαρακτήρα. Οι στόχοι- κοινωνική αλλαγή, υπεράσπιση των κοινωνικών κεκτημένων, διεύρυνση της δημοκρατίας, των πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών και δικαιωμάτων- και η εσωτερική διάρθρωσή τους- αδέσμευτος χαρακτήρας, συμμετοχή, συλλογική δράση- κατευθύνουν την προσέγγιση και την ενεργοποίηση των πολιτών, ανεξάρτητα από την κοινωνική- ταξική ένταξή τους.
Ο διαταξικός προσανατολισμός επιτρέπει την ποικιλότητα των κοινωνικών κινημάτων, η οποία ενισχύεται στο πλαίσιο των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης. Όπως εξηγεί ο Ν. Δεμερτζής[8] οι συλλογικότητες της παγκοσμιοποίησης εμπεριέχουν την ομοιομορφία και την ποικιλότητα, την ομοιογένεια και την ετερογένεια, την υποκειμενικότητα και τη συλλογική δράση, μέσα από σχέσεις συμπληρωματικότητας και αποκλεισμού, οι οποίες ενισχύουν την καθολική αμφισβήτηση του συστήματος.
Οι διαστάσεις αυτές δεν γίνονται εύκολα κατανοητές από τις πολιτικές δυνάμεις του υπό αμφισβήτηση συστήματος και ιδιαίτερα από τα κόμματα της Αριστεράς, που αντιλαμβάνονται την κοινωνική αλλαγή από την ανατροπή των σχέσεων παραγωγής. Η ταξική παράδοση και κουλτούρα αυτών των κομμάτων, ακόμα κι όταν δεν γίνεται εμφανής στην καθημερινή επιχειρηματολογία και ρητορική, περιορίζει την προσέγγιση των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων στο πλαίσιο των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης. Αντίστοιχοι περιορισμοί συντηρούν το «θεωρητικό πρόβλημα» της μεσαίας τάξης στο πλαίσιο της μαρξιστικής αριστεράς, με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολα αντιληπτοί οι μετασχηματισμοί της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που επιτρέπουν τη διαφοροποίηση στο επίπεδο των φύλων, των εθνικοτήτων και των κοινωνικών καταβολών. Έτσι δεν γίνεται κατανοητό ότι η διεύρυνση του ρόλου των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων και η ενίσχυση του κοινωνικού status τους υπήρξε αποτέλεσμα των αναδιανεμητικών πολιτικών που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους. Επιπλέον, υποτιμάται το γεγονός ότι η διεύρυνση του ρόλου και της ισχύος αυτών των στρωμάτων απέτρεψε κοινωνικές συγκρούσεις, την ίδια στιγμή που τροφοδότησε κοινωνικά κινήματα για την ποιότητα της ζωής και τον πολιτισμό, την ισότιμη μεταχείριση των φύλων και των φυλών, το σεβασμό στη φύση και  το περιβάλλον, την απαγόρευση της χρήσης πυρηνικής ενέργειας κ.α. Υποτιμάται, επίσης, το γεγονός ότι η ικανοποίηση των αιτημάτων για την προστασία των δικαιωμάτων και την ισότιμη μεταχείριση των πολιτών διεύρυνε το πλαίσιο των κρατικών πολιτικών και παρεμβάσεων. Το κοινωνικό κράτος λειτούργησε ως εργοδότης και εγγυητής των σχέσεων παραγωγής και, με τον τρόπο αυτό, συνέβαλε στην ενίσχυση του κοινωνικού status των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων.
Οι στρεβλώσεις και οι ιδιοτυπίες του ελληνικού προτύπου ανάπτυξης οξύνουν τις αντιθέσεις των κοινωνικών στρωμάτων. Το γεγονός ότι η χώρα στερείται παραγωγικού μηχανισμού επέτρεψε τη διόγκωση του κράτους, το οποίο εξέθρεψε έναν κρατικά προστατευμένο ιδιωτικό τομέα και συντήρησε τις επαγγελματικές και πολιτικές συντεχνίες ως μέρος του πολιτικού συστήματος. Στην περίπτωση του ελληνικού προτύπου ανάπτυξης η πάλη των συντεχνιών και των πελατειακών αντιθέσεων υποκατέστησε την ταξική πάλη και την αντίθεση κεφαλαίου- εργασίας. Από την άποψη αυτή η ενίσχυση των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων αφορούσε, κυρίως, την εξυπηρέτηση της πολιτικής πελατείας, η οποία αποτελεί, ακόμα και σήμερα, τον κύριο όγκο του εκλογικού σώματος. Επιπλέον η ενίσχυση των στρωμάτων αυτών δεν ήταν αποτέλεσμα των πολιτικών αναδιανομής του εισοδήματος, αλλά προϊόν δανεισμού και κακοδιοίκησης, που είχαν ως αποτέλεσμα την υπερχρέωση της χώρας και την υποθήκευση των μελλοντικών γενεών.  
Ωστόσο, η άποψη ότι οι «Αγανακτισμένοι» της πλατείας είναι οι «βολεμένοι» ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δεν αντανακλά τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος. Η απονομιμοποίηση ενός πολιτικού συστήματος που προστατεύει τα συμφέροντα των λίγων δεν αφορά μόνο τους «βολεμένους» των δύο κομμάτων, αφορά περισσότερο την αντίδραση των χιλιάδων ανέργων, εργαζομένων, μικρών επαγγελματιών και συνταξιούχων που συνθλίβονται μεταξύ των συμφερόντων ενός στυγνού κερδοσκοπικού καπιταλισμού, των όρων δανεισμού και των δεσμεύσεων της χώρας, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που περιφρουρούν την κερδοσκοπία του κεφαλαίου, και ενός απαξιωμένου, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, πολιτικού συστήματος, το οποίο εξέθρεψε και συντήρησε τη διαφθορά προκειμένου να αναπαράγεται.        
Σε αυτό το επίπεδο η επιχειρηματολογία που προσπαθεί να συνδέσει τους «Αγανακτισμένους» με παραδοσιακά πολιτικά κινήματα και, μάλιστα, το φασισμό, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνεται τη δυναμική της αντίδρασης των πολιτών στα μέτρα του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, τις κυβερνητικές πολιτικές και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, αλλά μεταθέτει το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής, που είναι υπαρκτό από την πλευρά του κινήματος, έξω από τα όρια του πολιτικού συστήματος. Η υποτίμηση της κοινωνικής αντίδρασης αποτελεί ανομία του ίδιου- του απαξιωμένου- πολιτικού συστήματος και πολλαπλασιάζει τα ενδεχόμενα της κοινωνικής σύγκρουσης.
Η Αριστερά θα αποτελεί μέρος του κοινωνικοπολιτικού προβλήματος όσο θα επιμένει να «διαβάζει» τις εξελίξεις με την ταξική οπτική ή θα προσπαθεί, στις παρούσες συνθήκες, τη συμμετοχή στην εξουσία, με το επιχείρημα της μεταρρύθμισης και της εσωτερικής μεταστροφής του συστήματος προς όφελος των πολλών.
Η συνεχής μαζικοποίηση του κινήματος των «Αγανακτισμένων» και η διαρκής απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος πρέπει να βρει ευήκοα ώτα μέσα στην Αριστερά, που καλείται να προσδώσει συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο στο αίτημα της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής.    


Υ.Γ. Ευχαριστώ τον αγαπημένο φίλο και σύντροφο Νικηφόρο Σταματάκη για τις πολύτιμες συμβουλές και την πολύωρη συζήτησή μας, στη διάρκεια του περιπάτου που κάναμε στις γειτονιές των «Αγανακτισμένων» της πλατείας Συντάγματος.

 

Πειραιάς 13.6.2011

Στέλλα Νιώτη
Υπ. Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας
Μέλος της Κ.Ε. της ΔΗΜΑΡ


[1] Ν. Καράτζιου, «Ψάχνοντας το νόημα της γεμάτης πλατείας», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 5.6.2011, σελ. 16-17

[2] Κ. Δούζινας, «Το πιο πολιτικό φαινόμενο», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 5.6.2011, σελ. 46

[3] Bauman, Z. (2005) Σπαταλημένες Ζωές, Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, Μετάφραση: Μ. Καρασαρίνης, Επιστημονική Επιμέλεια: Π. Λέκκας, Κατάρτι, Αθήνα

[4] Dye, T. (1969) «Inequality and Civil Rights Policy in the States», The Journal of Polities, Vol. 31(4), σελ. 1080- 1091


[5] U. Bert, «Breakdown theories of collective action», Annual Sociological Review, 1998, 24: 215- 238











[6] T. Sidney, Power in Movement, New York, Cambridge University Press, 1994
[7] A. Tourain, The return of the actor, Minneapolis, University of Minnesota Press, 1988

[8] Ν. Δεμερτζής, Δεμερτζής, Ν. (1996) Ο λόγος του εθνικισμού, Σάκκουλας, Αθήνα


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Έγκλημα και τιμωρία στην πόλη [η συμβολή μου στο τελευταίο φύλλο της εφημερίδας της Μια Πόλη Ανάποδα]


Στη διάρκεια αλλά και μετά τον Δεκέμβρη του 2008 ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των Λόγων που αναδύθηκαν στο δημόσιο χώρο ήταν η ανασήμανση του κράτους ως κράτους  χωρο-φύλακα. Αυτονόητο είναι ότι ο άλλος πόλος αυτής της αναπαράστασης του κράτους αφορά τον ορισμό της απειλής απέναντι στην οποία το κράτος θα ενεργοποιήσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του∙ η επανερμηνεία και η αναδιατύπωση, με δυο λόγια, των γεγονότων που εκτυλίσσονται στο κοινωνικό πεδίο με όρους απειλής για την κοινωνική συνοχή, την ασφάλεια, το εθνικό συμφέρον ή ό, τι άλλο ευγενές ως όρο.
Θα έλεγα, ωστόσο, ότι η ειδοποιός διαφορά την οποία  θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς στην πρόσφατη εμπειρία –και ας μείνουμε στα καθ’ ημάς για λόγους οικονομίας-, είναι ότι δεν αποφεύγονται πλέον οι μετωπικές συγκρούσεις. Διατυπώνοντας διαφορετικά το επιχείρημα, είναι ως εάν και στο πλαίσιο αυτού που λέμε κυρίαρχος Λόγος, να μην αναγνωρίζεται πλέον η ανάγκη αναπροσαρμογής και ανασυγκρότησης έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνεται και να ενσωματώνεται –στον όποιο βαθμό- ακόμα κι ό, τι αντιτίθεται σ’ αυτόν: από τον ορισμό και τη διαχείριση της κοινωνικής απειλής επί της ουσίας δεν εξαιρείται κανένας, αντίθετα «εξαιρούνται» ρητά και απροκάλυπτα και στο όνομα της κοινωνικής ευταξίας θεμελιακές αρχές του ίδιου του νομικού διαφωτισμού με προεξάρχουσες την αρχή της αναλογικότητας και της επικουρικότητας της ποινικής απάντησης που επιτάσσει αυτή να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.[1]
Ιστορικά, βέβαια, η κατασκευή της εγκληματικότητα ως μείζονος κοινωνικής απειλής έχει διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινωνική νομιμοποίηση κατασταλτικών μορφών διαχείρισης των κοινωνικών συγκρούσεων και προβλημάτων. Το ενδιαφέρον, όμως, στοιχείο είναι ότι τώρα δεν μιλάμε πλέον για την λεγόμενη κοινή εγκληματικότητα αλλά μια διαφαινόμενη  εγκληματοποίηση της μη-συναίνεσης και μάλιστα μ’ έναν τρόπο που δεν αφήνει χώρο και χρόνο για την ανάπτυξη μηχανισμών κοινωνικής νομιμοποίησης – μέχρι και οι «συνήθεις ειδικοί» έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους εκχωρώντας το ρόλο τους στο θίασο του κεντρικού δελτίου του MEGA και των θαμώνων του!
Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τη λέξη χωρο-φύλακας καθότι ο χώρος αναδύεται ως προνομιακό πεδίο για την άσκηση της καταστολής, αποτυπώνοντας ένα άλλο μείζον χαρακτηριστικό της διαχείρισης της κρίσης στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία: η απειλή δεν ορίζεται πλέον ως παραβίαση του ιδιωτικού χώρου του πολίτη από εγκληματικές ενέργειες αλλά ως χρήση του δημόσιου χώρου για τη διάπραξη εγκληματικών ενεργειών.  Κι εδώ θα μπορούσαμε ίσως να πούμε πως εάν δεν υπήρχε ο Δεκέμβρης του 2008 θα έπρεπε να εφευρεθεί ως αφετηρία μιας ρητορικής που συναρθρώνει τον δημόσιο χώρο με την κοινωνική αταξία. Η «συνθήκη Δεκέμβρης» όμως ως κατασκευή είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: εάν οι πάσης φύσεως κινητοποιήσεις νοηματοδοτούνταν ως  συνθήκη που ευνοεί την εκδήλωση «έκνομων δραστηριοτήτων», η ταυτότητα του «υποκειμένου της απειλής»  ήταν ασταθής και ευμετάβολη, κυρίως με την έννοια ότι δύσκολα διαχωριζόταν από τη συνθήκη: μάλλον η συνθήκη ήταν αυτή που παρήγαγε τα υποκείμενα της απειλής και όχι το αντίστροφο, δηλαδή η δράση των υποκειμένων να παράγει την συνθήκη. Κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή, ως εάν να ανασύρονταν δράστες από την, νοηματοδοτούμενη ως κοινωνική αταξία, συνθήκη χωρίς να εμφανίζονται αυτοί να αποκτούν σταθερά χαρακτηριστικά «αληθινών χαρακτήρων» που συγκροτούν το υποκείμενο της απειλής –εμβληματικός ο όρος «γνωστοί άγνωστοι». Λογικό επακόλουθο ήταν να πραγματωθεί στο δημόσιο χώρο η πιο εμφανής, μέσα από τη σωματοποίησή της, υλική εκδοχή του πανοπτισμού:  οι αστυνομοκρατούμενοι χώροι, καθότι το ζητούμενο ήταν ο εντοπισμός, η σύλληψη και η απόδοση ταυτότητας στο υποκείμενο της απειλής. 
Η μετα- μνημονιακή εποχή  όμως παράγει πλέον συγκεκριμένα υποκείμενα,  τουτέστιν κινήματα με ονοματεπώνυμο και εκδηλωμένη την πρόθεση της πολιτικής απείθειας. Είναι η στιγμή, λοιπόν, να εμφανιστεί στο προσκήνιο και η άλλη ποινική φιγούρα, αυτή που εν πολλοίς έμενε στο παρασκήνιο ενόσω στο προσκήνιο κυριαρχούσε η παρουσία των δυνάμεων καταστολής: είναι η ώρα του Εισαγγελέα! Ο εισαγγελέας, αυτεπάγγελτα ή κατ’ έγκληση, θα ορίσει το κίνημα ως έκνομη δράση, θα προσδιορίσει ένοχους και θα κατανείμει  ποσοστά ενοχής, θα στριμώξει τις δράσεις που εκτυλίσσονται στο δημόσιο χώρο σε ποινικές κατηγορίες. Η υπερβολή –αν όχι η γελοιότητα!- της κατηγορίας «παράνομη διακίνηση μεταναστών», που αποδόθηκε στο κίνημα αλληλεγγύης των μεταναστών απεργών πείνας της Νομικής, μεταφέρθηκε με όλους τους τύπους στην Ευελπίδων ενώ, με την ευκαιρία –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπουν οι ευκαιρίες επινόησης απειλής του πανεπιστημίου-,  αναζωπυρώθηκε και η συζήτηση για το πανεπιστημιακό άσυλο∙ από το τοπίο δε, δεν θα μπορούσε να λείπει και ο «συνήθης ύποπτος», οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο, διαμέσου της επαπειλούμενης ποινικής δίωξης και όσων τους προσφέρουν εργασία![2] 
Και καθώς η πόλη τίθεται πλέον υπό την σκέπη και των Εισαγγελέων, παράλληλα με την ασφυκτική αστυνόμευση και την βίαιη καταστολή της απείθειας, καθώς η συνεχώς αυξανόμενη βία των οικονομικών όρων νοηματοδοτείται ως αναπόφευκτη συνθήκη, σχεδόν με όρους φυσικού φαινομένου για το οποίο δεν αναζητάς τους φυσικούς δράστες, είναι ίσως η στιγμή για να αναδυθεί και πάλι, με την ένταση που του ανήκει, το ερώτημα: ποιους αφορά τελικά το διώνυμο έγκλημα και ποινή;


 



[1] Πολλά τα παραδείγματα των αιτιολογικών που επιστρατεύονται για να δικαιολογήσουν αυτές τις εκτροπές, δεν είναι καν το πιο αντιπροσωπευτικό αυτό που αναφέρω αλλά σοκάρει το ότι ειπώθηκε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό σε ερώτηση που του έγινε στην περίφημη ομιλία του στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου: «[ Γ]ια το πρώτο σκέλος είπε ότι η χώρα έφτασε εδώ που έφτασε επειδή δεν λειτουργούσε δημοκρατικά. Επειδή οι πολίτες δεν έλεγχαν τους πολιτικούς. Και κατέληξε - ναι, δεν κάνω πλάκα - ότι στο σημείο που βρέθηκε η χώρα ήταν απαραίτητο να κάνουμε ένα βήμα πίσω στην Δημοκρατία μας, για να την διαφυλάξουμε και να μπορέσουμε στο μέλλον να την εμβαθύνουμε» [πηγή: http://tvxs.gr/news, Τετ 23/02/2011,  02.50]
[2] Και φυσικά, επιστρέφοντας στην εικόνα του κυνηγού και του θηράματος, παράλληλα εκτυλίσσεται το φαντασμαγορικό θέαμα μιας περίσσιας, απροκάλυπτης πια βίας απέναντι στους μετανάστες στις «καταραμένες» περιοχές της πόλης.

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Η εκνευριστική πρωτοτυπία μιας αυθεντικής λαϊκής εξέγερσης, του Παναγιώτη Σωτήρη


 [πηγή:Αριστερό Βήμα http://aristerovima.gr/blog.php?id=2412]

 [Η φωτογραφία έχει επιλεγεί από εμένα]

Η εκπληκτική σε μαζικότητα πανελλαδική ημέρα συγκεντρώσεων την Κυριακή 5 Ιούνη, η εντυπωσιακή διάρκεια των κινητοποιήσεων, ο πλούτος των λαϊκών συνελεύσεων αυτός ο πρωτόγνωρος λαϊκός ξεσηκωμός επιβεβαίωσε ότι έχουμε μπει σε μια κλιμάκωση της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης. Σε πείσμα της προσπάθειας της κυβέρνησης και της Τρόικας να παρουσιάσουν ότι τα πράγματα βαίνουν «ομαλά» είναι σαφές ότι η συνθήκη γίνεται όλο και πιο αποσταθεροποιητική για τη δυνατότητα εμπέδωσης του «Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος» και για την επιβίωση της κυβέρνησης.
Οι κινητοποιήσεις στις πλατείες είναι τομή ακριβώς επειδή αποτελούν τη συνάντηση ανάμεσα στον κόσμο του αγώνα και τα αναγκαστικά αντιφατικά κοινωνικά κομμάτια που κατεβαίνουν για πρώτη φορά στο δρόμο. Αυτό τις κάνει πιο απειλητικές γιατί αποτυπώνουν έμπρακτα μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης για το αστικό μπλοκ, που άλλωστε δεν κρύβει την αμηχανία του ούτε όταν προσπαθεί να τις «εγκολπωθεί» (π.χ. μέσα από τη στάση των ΜΜΕ), ούτε όταν τις αποσιωπά. Η εξέγερση και συμμετοχή στις κινητοποιήσεις κομματιών από τον πυρήνα της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ αποτελεί έκφραση ενός ρήγματος στις σχέσεις εκπροσώπησης που υπονομεύει συνολικά το πολιτικό σκηνικό και ενεργοποιεί μηχανισμούς μιας συνολικότερης πολιτικής κρίσης.
Αυτό που ζούμε σήμερα είναι μια πραγματική λαϊκή εξέγερση, είναι η μορφή που θα έπαιρνε ο ξεσηκωμός του πραγματικού λαού, της πραγματικής ελληνικής κοινωνίας, των πραγματικών λαϊκών στρωμάτων: άρα ένα αντιφατικό μείγμα οργής αγανάκτησης, «αντιπολιτικών» αντανακλαστικών, προωθημένης αγωνιστικότητας αλλά και ιδεολογικών αντιφάσεων, προχωρημένων πολιτικών συνθημάτων αλλά και γηπεδικών τόνων. Αλλά αυτός είναι ο λαός και είναι λάθος να έχουμε το αντανακλαστικό που κάποτε σατίρισε ο Μπρεχτ με το στίχο του «ας εκλέξει έναν άλλο λαό». Ούτε πρέπει να μας φοβίζουν οι ελληνικές σημαίες που υψώνονται. Όποιος σήμερα αισθάνεται ότι «εκποιείται η πατρίδα του» ή ότι «καταλύεται η εθνική κυριαρχία», όποιος διεκδικεί μια πατρίδα που να μην τον προδίδει καθημερινά, που να μην τον κάνει να αισθάνεται πρόσφυγας στον ίδιο του τον τόπο δεν είναι απαραίτητα «εθνικιστής». Μπορεί να είναι απλώς ο συνάδελφος ή ο γείτονάς μας που αναζητά μια συλλογική ταυτότητα αλληλεγγύης και εξοργίζεται με τον τρόπο που ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός βάζει ολόκληρες κοινωνίες στο στόχαστρο. Η πρόκληση είναι ακριβώς εάν η Αριστερά, που ορθά είναι δύσπιστη απέναντι στη λειτουργία φενακισμού που έχει η εθνική ιδεολογία, μπορεί να αναδείξει άλλου τύπου συλλογικές αναγνωρίσεις με ταξικό και ανατρεπτικό πρόσημο, επιμένοντας σε τελική ανάλυση ότι μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να είναι μια ανοιχτόκαρδη και φιλόξενη πατρίδα για το «έθνος των εργαζομένων».
Σήμερα οι «πλατείες της αγανάκτησης» ανάγονται σε κρίσιμο παράγοντα που επικαθορίζει τις εξελίξεις. Θα ήταν λάθος σήμερα να πούμε ότι είναι «ανταγωνιστικές προς το οργανωμένο εργατικό κίνημα». Αυτό θα υποτιμούσε τον τρόπο που οι «πλατείες» αναδιατάσσουν ουσιαστικά το συσχετισμό δύναμης και κεντρικοποιούν πολιτικά την οργή ενάντια στην κυβέρνηση και την Τρόικα και βοηθούν το πέρασμα σε μια ανώτερη φάση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Προφανώς και η ύπαρξη ενός ταξικού και ενωτικού εργατικού κινήματος είναι αναγκαίος όρος για την ανατροπή της πεποίθησης, όμως και οι «πλατείες» με το να φέρνουν για πρώτη φορά μετά από καιρό, μια αίσθηση αυτοπεποίθησης σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, την αισιοδοξία ότι οι αγώνες μπορούν να νικήσουν, διαμορφώνουν θετικό έδαφος για την  αποφασιστική κλιμάκωση των απεργιακών κινητοποιήσεων και το ζωντάνεμα των σωματείων. Με αυτό τον τρόπο ό,τι συμβαίνει στις «πλατείες» μπορεί να ενισχύσει το ξεδίπλωμα αποφασιστικών αγώνων, αλλά και οι αγώνες που ξεσπούν μπορούν να βρουν μέσα από τις «πλατείες» και ένα πεδίο συνάντηση και ένα σημείο αναφοράς.
Η Αριστερά έχει να πολλά να διδαχθεί από το κίνημα αυτό. Γι’ αυτό και πρέπει να δει προσεκτικά αυτό το πείραμα αυθεντικής λαϊκής δημοκρατίας. Οι συνελεύσεις, η δυνατότητα συμμετοχής, η αυστηρή τήρηση κανόνων ισηγορίας και αλληλοσεβασμού, η προσπάθεια για συλλογική επεξεργασία θέσεων, έστω και στοιχειωδών, δείχνουν το δρόμο για μια δημοκρατική διαδικασία που θα υπερβαίνει και τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό και την κονταρομαχία της «πλατφόρμας» που ταλανίζει το συνδικαλιστικό ή το φοιτητικό κίνημα. Εκφράζουν αυτές οι μορφές αυτοοργάνωσης την αγωνία για μια πραγματική αυτοδιάθεση του χώρου και του χρόνου. Αυτό από μόνο του είναι ένα κρίσιμο βήμα πολιτικοποίησης. Επιπλέον, το να δοκιμάζει η Αριστερά, να παρέμβει δημιουργικά σε ένα τέτοιο κίνημα, σεβόμενη αυτούς τους κανόνες, και αποφεύγοντας να λειτουργήσει ως «από μηχανής θεός» ή ως αυτόκλητος καθοδηγητής, είναι μια κρίσιμη δοκιμασία για δει εάν μπορεί πραγματικά να κερδίσει με τις απόψεις και τις ιδέες της και να διαμορφώσει πολύ πιο ουσιαστικούς δεσμούς συντροφικότητας και αλληλεγγύης.
Άλλωστε, ένα κίνημα πολιτικοποιείται ή μετασχηματίζεται από την Αριστερά, μόνο όταν αυτή είναι ενεργή μέσα σε αυτό, όταν γίνεται κομμάτι του, όταν αναλαμβάνει μερίδιο της συλλογικής ευθύνης, όταν σέβεται τη δική του δημοκρατία και τη σχετική αυτονομία του. Διαφορετικά, η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική μπορεί να συμπαρασύρει και την Αριστερά, ακόμη κι όταν έχει το όπλο της αγωνιστικότητας, της συλλογικότητας και της επεξεργασμένης γνώμης. Άρα η όποια παρέμβαση για την πολιτικοποίηση πρέπει να είναι «εμμενής» προς το κίνημα και τα χαρακτηριστικά, τα όρια και τις δυναμικές του, και όχι εξωτερική ή αντιθετική. Το κίνημα αυτό είναι και ένα τεράστιο αίτημα συλλογικότητας, η διάθεση δηλαδή «να κάνουμε πράγματα μαζί». Η απλή εξωτερική εκφορά ενός λόγου δεν αρκεί ή φαντάζει και «αλλότρια» προς τη δυναμική του κινήματος. Αντίθετα, ο σεβασμός στην έστω και επίπονη δημοκρατία και τις κοινές πρακτικές, είναι η προϋπόθεση για να ακουστεί κάποιος.
Σε κάθε περίπτωση, μπροστά μας ανοίγεται ένα ριζικά νέο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, αναδεικνύεται με τρόπο ιστορικά πρωτότυπο μια διαδικασία ανασύνθεσης ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου, όντως μιας συμμαχίας των λαϊκών τάξεων, των δυνάμεων της εργασίας.
Η δυναμική αυτού του ξεσηκωμού πρέπει με κάθε τρόπο να συνεχιστεί. Αντικειμενικά, η συνέχιση και μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων διαμορφώνει συνθήκη ασφυκτικά για την κυβέρνηση και οξύνει την πολιτική κρίση. Μια πτώση της κυβέρνησης πριν από την ψήφιση του «Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος» υπό το βάρος των λαϊκών κινητοποιήσεων θα αποτελούσε σήμερα την πιο ελπιδοφόρα εξέλιξη, θα ανέκοπτε την επέλαση των βάρβαρων μέτρων, θα άνοιγε το δρόμο για ευρύτερες ανατροπές πολιτικής. Και γι’ αυτό έχει σημασία μέσα στην ίδια τη μαζική διαδικασία να ζυμώνονται και δουλεύονται κρίσιμοι στόχοι που ορίζουν ακριβώς το αίτημα της ριζικής αλλαγής πολιτικής. Εάν το να φύγουν η κυβέρνηση και η Τρόικα και η παύση αποπληρωμής / διαγραφή του χρέους, ήδη σήμερα λειτουργούν ως λίγο πολύ συνεκτικές αναφορές του μαχόμενου κινήματος, είναι κομβικό να ζυμωθούν μαζικά και άλλοι στόχοι, όπως είναι η έξοδος από το ευρώ και η ρήξη με την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών επιχειρήσεων, ο εργατικός και κοινωνικός έλεγχος, η ριζική αναδιανομή πλούτου.
Η δεύτερη ανάγκη είναι να βαθύνει η μορφή λαϊκής αυτοοργάνωσης που σήμερα αναδύεται, ιδίως από τη στιγμή που αυτή αναδύθηκε με στοιχεία επινοητικότητας των μαζών. Άλλωστε, οι θεσμοί μιας δυνητικής «δυαδικής εξουσίας» μόνο με τέτοιους όρους πρωτοβουλίας και επινοητικότητας και διαρκούς μορφωτικής διαδικασίας μπορούν να προκύψουν. Γι’ αυτό και θα ήταν λάθος να κάνουμε τις λαϊκές συνελεύσεις ένα ακόμη φόρουμ  της Αριστεράς. Κάθε κίνημα είναι σημαντικό να γεννά θεσμούς δικούς του και μια δική του δημόσια σφαίρα. Είναι συλλογικές εμπειρίες και πρακτικές αυτές που οικοδομούνται τώρα που θα τις χρειαστούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Όμως υπάρχει και το πολιτικό επίπεδο. Εδώ όσο θα ήταν λάθος να πούμε ότι οι «πλατείες» είναι το «κόμμα μας» ή ακόμη χειρότερα να φτιάξουμε το «κόμμα των πλατειών», άλλο τόσο λάθος θα ήταν μια βίαιη αποσύνδεση της πολιτικής διαδικασίας από τις σημερινές κοινωνικές διεργασίες, που θα έλεγε ότι το τι γίνεται κεντρικά πολιτικά στην Αριστερά ορίζεται με βάση απλώς προειλημμένα σχέδια και δεν επηρεάζεται καθόλου από τη δυναμική της εξέγερσης,
Η εποχή των εξεγέρσεων ανοίγει ένα νέο ιστορικό κύκλο στον οποίο η Αριστερά δεν καλείται απλώς να τονώσει τη διαμαρτυρία ή να επιβιώσει ως ιδεολογικό χνάρι. Ανοίγει μια περίοδος όπου η Αριστερά έρχεται αντιμέτωπη με το ερώτημα της εξουσίας. Και απέναντι σε αυτό χρειάζεται μια άλλη στάση. Σήμερα ζητήματα όπως η  διαγραφή του χρέους, η ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ, η απαίτηση επανοικειοποίησης του δημόσιου πλούτου, η ριζική αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος του κεφαλαίου, η άρνηση του κοινοβουλευτικού δρόμου και η εμπέδωση μιας άλλου τύπου δημοκρατίας του αγώνα, ορίζουν όχι μόνο διαχωριστικές γραμμές μέσα στην Αριστερά, αλλά και νέες δυνατότητες ανασύνθεσης μιας Αριστεράς των νικηφόρων εξεγέρσεων και ενός νέου ριζοσπαστισμού. Εάν το πιστεύουμε αυτό, τότε ας τολμήσουμε να αναμετρηθούμε και με την πρόκληση του Αριστερού Μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση, όχι μέσα από την πεπατημένη της πολιτικής ή ακόμη χειρότερα της εκλογικής σύμπραξης και μάλιστα στη λογική του αθροίσματος ή του ελάχιστου κοινού παρονομαστή, ούτε μέσα από μια εγκεφαλική προγραμματική αποσαφήνιση, αλλά μέσα από την αναμέτρηση με όλες τις προκλήσεις για ουσιαστική πολιτικοποίηση που ο λαϊκός ξεσηκωμός αναδεικνύει. 
Σε κάθε περίπτωση έχουμε την εμπειρία μιας ιστορίας που τώρα είναι σε εξέλιξη. Αναγκαστικά πρόωρες, όπως κάθε μεγάλη ιστορική ανατροπή, οι «πλατείες» ταράζουν τις βεβαιότητές μας, μας ξεβολεύουν, μας υποχρεώνουν να κάνουμε πολιτική με τρόπους πρωτότυπους και διαφορετικούς. Όμως, τίποτε δεν θα έπρεπε να τρομάζει την Αριστερά περισσότερο από τη ρουτίνα και την επανάληψη…