Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

κατασκευάζοντας το ένοχο θύμα




[εικόνα: ελεύθερος με περιοριστικούς όρους...]

 Ακόμα και εάν κάποιος, θεσμικά υπεύθυνος κατά προτίμηση, έμπαινε στον κόπο να συνδέσει το σύνολο από τις εικόνες που 
κοινοποιήθηκαν, με φωτογραφίες και βίντεο, σε μια κατά το δυνατόν συνεκτική αφήγηση του θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου, και πάλι δεν θα είχαμε τίποτα άλλο παρά μια αποσπασματική αφήγηση, γιατί η πραγματική πραγματικότητα χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα μαζί με την τελευταία του πνοή. 
Ωστόσο, με κάποιο τρόπο, θα μπορούσαν έτσι να τεθούν, απαιτώντας απάντηση, τα ερωτήματα που εκκρεμούν ενάμιση μήνα τώρα και που τα αναμασάμε μεταξύ μας στα κοινωνικά δίκτυα, δηλαδή σ’ έναν άλλο πλανήτη από αυτόν στον οποίο παράγονται οι αποφάνσεις, οι «θεσμικές αλήθειες», αυτές απ’ τις οποίες θα παραχθούν χειροπιαστά αποτελέσματα στο κοινωνικό πεδίο. Για παράδειγμα, κάποιος θα όφειλε να απαντήσει γιατί αυτός ο θάνατος δεν αντιμετωπίστηκε απ’ την αρχή ως εγκληματική ενέργεια και να ληφθούν τα συνήθη μέτρα που λαμβάνονται σε τόπους εγκλήματος. Με αποτέλεσμα, μεταξύ πολλών άλλων, την γελοιότητα με το μαχαίρι που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι ανατροφοδοτώντας την υπόθεση της ληστείας, με άλλα λόγια την υπόθεση του ένοχου θύματος, του θύματος που ήταν ένοχο για τον θάνατό του, τόσο ώστε να μην έχει σημασία εάν θα βρεθούν αυτοί που τον προκάλεσαν, οι φυσικοί αυτουργοί.
Χιλιοειπωμένα πράγματα ενόσω περιμέναμε  τί θα περιείχε ο φάκελος που θα έστελνε η αστυνομία στις δικαστικές αρχές. Ο κ. Λαμπρόπουλος, γενικώς, μεταφέρει πιστά τις πληροφορίες που θέλει να δημοσιοποιήσει η αστυνομία, ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα πιστής αναπαραγωγής των πρώτων στοιχείων του νέου σεναρίου, που θα συμπληρώσει το αρχικό, το οποίο παραμένει ο βασικός άξονας:[1] το ένοχο θύμα ήταν επιπλέον και ασθενής, «όπως κατέθεσε μια φίλη», άγνωστη η ασθένεια και ως τέτοια επίφοβη, είτε γιατί συμπληρώνει ή ενισχύει την κατάσταση του οροθετικού είτε γιατί μπορεί να αφορά και ψυχική διαταραχή. Εξάλλου, «ένας γνωστός  κατέθεσε ότι πάθαινε κρίσεις πανικού» ενώ «φέρεται να έχουν υπάρξει αναφορές για ενδεχόμενο πειραματισμού του 33χρονου με ναρκωτικές ουσίες».
Ποιος ήταν, λοιπόν, ο Ζακ Κωστόπουλος; Η κάθε πληροφορία αφαιρεί και κάτι απ’ την ταυτότητά του και συγκροτεί μια νέα ταυτότητα, μια αναδρομική αφήγηση της πραγματικότητάς του.
Ποιος ευθύνεται για τον θάνατό του "εκείνη την μοιραία ημέρα"; Μάλλον η κακιά στιγμή καθώς σπαράγματα ιατροδικαστικών εξετάσεων που δημοσιοποιούνται δεν υποδεικνύουν θανατηφόρες βλάβες από το λιντσάρισμα: Η ανθρώπινη ευθύνη, λοιπόν, είναι δευτερεύον στοιχείο εάν από μερικές κλωτσιές πέθανε ένας άρρωστος άνθρωπος, που θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς και μάλιστα με ευθύνη δική του –όπως «ο καθένας γνωρίζει» οι οροθετικοί είναι μιαροί και επικίνδυνοι ετοιμοθάνατοι!
Μετά από ενάμιση μήνα, αυτές είναι οι πληροφορίες και σε κανένα σημείο δεν εμφανίζεται δράστης, έστω και φερόμενος, αντίθετα τα στοιχεία επιστρέφουν στο θύμα, όχι για την κακιά στιγμή αλλά για να παγιώσουν την εικόνα μιας ζωής ανάξιας να βιωθεί:

Βασίλης Λμπρόπουλος
13 Νοεμβρίου 2918, 12:27

Σειρά νέων καταθέσεων που διαφωτίζουν ορισμένες πτυχές του θανάτου του 33χρονου ακτιβιστή Ζακ Κωστόπουλου στις 22 Σεπτεμβρίου 2018 σε κοσμηματοπωλείο στην οδό Γλάδστωνος, φέρεται να περιέχει ο φάκελος που απέστειλε τις τελευταίες ημέρες η ΕΛ.ΑΣ στις δικαστικές αρχές. Κι όλα αυτά εν όψει της παράδοσης τα επόμενα 24ωρα του κρισίμου πορίσματος των τοξικολογικών εξετάσεων, από εργαστήριο της Θεσσαλονίκης.  
Ο 33χρονος είχε βρει τον θάνατο στη διάρκεια επιδρομής σε κοσμηματοπωλείο και είχε ακολουθήσει ξυλοδαρμός του από τον καταστηματάρχη και έναν περίοικο. Επιπλέον υπήρξε ακινητοποίησή του από ομάδα αστυνομικών και αρπαγή του μαχαιριού που φαίνεται να κρατούσε. Από την αρχική ιατροδικαστική εξέταση δεν προέκυψε ότι ο θάνατός του οφείλεται στα κτυπήματα που δέχθηκε. Σύμφωνα με πληροφορίες στο πόρισμα της ιστολογικής εξέτασης που εκδόθηκε πρόσφατα δεν διαπιστώνεται βλάβη στη καρδιά ή άλλο ζωτικό όργανο.
Ωστόσο στον φάκελος που σχημάτισε η ΕΛ.ΑΣ φέρεται να περιέχεται η κατάθεση μιας φίλης του 33χρονου που αναφέρθηκε «σε προβλήματα υγείας που δήλωνε ότι αντιμετώπιζε ο Ζακ Κωστόπουλος ύστερα και από ιατρικές εξετάσεις που είχε πραγματοποιήσει πρόσφατα». Ακόμη υπήρξε κατάθεση γνωστού του ότι ο 33χρονος «αντιμετώπιζε έντονες κρίσεις πανικού». Τέλος φέρεται να έχουν υπάρξει αναφορές για «ενδεχόμενο πειραματισμού του 33χρονου με ναρκωτικές ουσίες». Κάτι ωστόσο που θα διευκρινισθεί από τις τοξικολογικές εξετάσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες παρά τις επισταμένες έρευνες των στελεχών της ΕΛ.ΑΣ δεν εντοπίσθηκαν τα δύο άτομα που είναι καταγεγραμμένα σε κάμερα εστιατορίου- κοντά στο κοσμηματοπωλείο της οδού Γλάδστωνος- να συνοδεύουν τον 33χρονο εκείνη την μοιραία ημέρα.
[https://www.in.gr/2018/11/13/greece/ta-nea-stoixeia-tis-el-gia-thanato-tou-zak-kostopoulou/?fbclid=IwAR00VXLODAD5D2KdvzbI4PkMYyUGDAInru2HRdPmT0Gdb5Fc8F79Vf17B3g]


[1] Ο 33χρονος είχε βρει τον θάνατο στη διάρκεια επιδρομής σε κοσμηματοπωλείο και είχε ακολουθήσει ξυλοδαρμός του από τον καταστηματάρχη και έναν περίοικο. Επιπλέον υπήρξε ακινητοποίησή του από ομάδα αστυνομικών και αρπαγή του μαχαιριού που φαίνεται να κρατούσε. 



Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Οι αυτοματισμοί των ΜΜΕ και οι κοινωνίες του φόβου



Η Αυγή της Κυριακής 30/9/2018
http://www.avgi.gr/article/10838/9207892/oi-automatismoi-ton-mme-kai-oi-koinonies-tou-phobou

Η Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Επίκουρη καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Παντείου μιλάει στην «Α»

Οι αυτοματισμοί των ΜΜΕ και οι κοινωνίες του φόβου

* Το ερμηνευτικό πλαίσιο για το έγκλημα παρέχεται όχι από τα γεγονότα αλλά από τις δεσπόζουσες ερμηνείες τους
* Ο φόβος της εγκληματικότητας ακολουθείται από τη διευρυμένη έννοια του θύματος, που δεν είναι πια μεμονωμένα άτομα, αλλά το σύνολο του πληθυσμού ως εν δυνάμει θύματα


Συνέντευξη στην Αγγέλα ΝΤΑΡΖΑΝΟΥ


* Ο τρόπος κάλυψης από τα ΜΜΕ της υπόθεσης του Ζακ Κωστόπουλου αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της δημοσιογραφικής αφήγησης. Αλλιώς ξεκίνησε την Παρασκευή το απόγευμα και εξελίχθηκε με διαφορετικό τρόπο. Μπορείτε να μας εξηγήσετε;
Ακριβώς, αποκαλύπτει, γιατί το σύνηθες είναι αυτές οι διαδικασίες δημιουργίας της είδησης να μην είναι εμφανείς, να μην είναι συνειδητές ούτε από τους ίδιους τους δημοσιογράφους που απλώς ακολουθούν μια ρουτίνα: Δελτίο Τύπου Αστυνομίας, επιλογή των υποθέσεων που θα γίνουν είδηση, αντιδράσεις του κοινού, αναλύσεις και γνώμες ειδικών κ.ο.κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν το γεγονός «θάνατος» αυτό που καθόρισε την επιλογή της είδησης και το αρχικό ερμηνευτικό πλαίσιο με βάση το δελτίο Τύπου, κάτι που συνήθως σπάνια μεταβάλλεται στην διάρκεια της δημοσιογραφικής κάλυψης. Όταν, στη συνέχεια, προέκυψαν τα βίντεο, το αρχικό ερμηνευτικό πλαίσιο τινάχτηκε στον αέρα καθώς δεν ήταν η συνήθης περίπτωση «ληστής/πρεζόνι/ νομοταγής πολίτης» που ανακαλεί παγιωμένες αντιλήψεις για το έγκλημα. Ταυτόχρονα, η Αστυνομία δεν έδρασε με τις συνήθεις διαδικασίες, προστατεύοντας τον χώρο που διαπράχτηκε θανατηφόρο έγκλημα. Το ίδιο το έγκλημα αμφισβητήθηκε και υπονομεύθηκαν οι συνήθεις ρόλοι δράστη/θύματος. Υπονομεύεται όμως και ο ίδιος ο ρόλος της Αστυνομίας, που υποθέτω για πρώτη φορά συλλαμβάνει άτομο που ψυχορραγεί, ασκώντας βία στο σώμα που αντιστέκεται για λίγα λεπτά στον επερχόμενο θάνατο μάλλον, παρά στη σύλληψη.
Με άλλα λόγια, τα ΜΜΕ δεν μπόρεσαν ν’ αγκυρωθούν από τα σταθερά τους στηρίγματα και να συγκροτήσουν μια συνεκτική ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και ηθικό δίδαγμα που ενσωματώνει τις δεσπόζουσες απόψεις περί εγκλήματος, θύματος κι εγκληματία.


* Μας λέτε δηλαδή ότι για την αρχική σύγχυση σε σχέση με το περιστατικό είχε ευθύνη κατά κύριο λόγο η αστυνομία και όχι τα ΜΜΕ.
Σε γενικές γραμμές ναι. Να σημειώσουμε ωστόσο την ιδιαιτερότητα που έχει η ειδησεογραφία για το έγκλημα, η οποία φωτίζει και τη σημασία των Πηγών. Η είδηση δεν είναι το γεγονός, αλλά η- αφήγηση- για- το- γεγονός και κυρίως, το ερμηνευτικό πλαίσιο το οποίο παρέχεται, όχι από τα γεγονότα αλλά από τις δεσπόζουσες ερμηνείες τους. Ο όρος «Αλβανός κακοποιός» για παράδειγμα εμπεριέχει την ερμηνεία της παράβασης. Αυτή την ερμηνεία την παρέχουν οι πηγές και τα ΜΜΕ την αναπαράγουν.
Παράλληλα, η ειδησεογραφία για το έγκλημα έχει δύο ιδιαιτερότητες: Πρώτον, το έγκλημα δεν εμπίπτει στην άμεση εμπειρία του κοινού όπως για παράδειγμα η οικονομία, η εργασία, η παιδεία κοκ. Συνεπώς, τα ΜΜΕ αποτελούν την πρωταρχική -αν όχι τη μοναδική- πηγή ενημέρωσης και ισχυρών ερμηνειών για τα γεγονότα. Δεύτερον, το έγκλημα, σε σχέση με άλλα θέματα της δημόσιας ζωής, είναι μάλλον «κλειστό» σε πολλαπλές ερμηνείες. Για παράδειγμα, είναι παγιωμένη η αντίληψη για την επικινδυνότητα των ψυχικά ασθενών. Έτσι, οι εναλλακτικές προς την κυρίαρχη απόψεις,  είτε απουσιάζουν εντελώς είτε περιθωριοποιούνται. Με τον τρόπο αυτό, οι κυρίαρχοι ορισμοί και ερμηνείες εμφανίζονται ως αδιαφιλονίκητες, όπως μας αναλύει ο Stuart Hall στο σημαντικό έργο του.

* Όταν ήρθαν στη δημοσιότητα τα βίντεο φάνηκε πώς άλλαξε η ατζέντα. Ο ληστής έγινε κλέφτης, ο δράστης έγινε θύμα, το κοσμηματοπωλείο έγινε ενεχυροδανειστήριο. Η μετατόπιση αυτή θίγει τον ερμηνευτικό πυρήνα των ΜΜΕ;
Προφανώς υπάρχουν διαφορές στην έμφαση. Ο ιδεολογικός πυρήνας όμως αναπαράχθηκε μέσω άλλης διαδρομής, αυτής της προσφυγής στους θεσμούς: Ο νόμος θα μας πει πως ορίζονται οι πράξεις.Τα ερωτήματα όμως έμεναν ανοικτά: Δεν είναι ασύμμετρη της όποιας επικινδυνότητας η κακοποίηση μέχρι θανάτου; Τί κάνεις όταν κάποιος εισβάλλει στον χώρο σου και δεν ξέρεις τις προθέσεις του; Από την στιγμή που τίθενται παρόμοια ερωτήματα και η απάντηση είναι η ουδετερότητα, ή το «δεν έχουμε ακόμα όλα τα στοιχεία», τότε, είναι το κοινό αυτό που θα πρέπει να δώσει τις απαντήσεις. Τότε θα λειτουργήσουν οι αυτοματισμοί, θα γίνει επίκληση του «κοινού νου», της «κοινής λογικής», τουτέστιν της κοινωνικής συναίνεσης που βασίζεται στα πολιτισμικά δίπολα, καλός/κακός, φυσιολογικός/διαφορετικός, ντόπιος/ξένος, ιδιοκτήτης/εισβολέας… Και εδώ παίζει τον ρόλο του και ο φόβος της εγκληματικότητας, καθώς και η συνακόλουθα διευρυμένη έννοια του θύματος που δεν είναι πια μεμονωμένα άτομα, αλλά το σύνολο του πληθυσμού ως εν δυνάμει θύματα.

* Μέσα από αυτή τη διαδικασία ωστόσο παράγονται αποτελέσματα. Ο φόβος που είπατε, για το έγκλημα.
Ο δημοσιογραφικός λόγος δεν δημιουργεί αλλά αναπαράγει στερεότυπα και παγιωμένες αντιλήψεις, αυτές των φορέων εξουσίας και γνώσης, που αποτελούν τις πηγές του (αστυνομία, νομικοί, ψυχολόγοι, εγκληματολόγοι, διάφοροι «ειδικοί», πολιτικοί). Σε κοινωνίες σε κρίση, το θέμα της εγκληματικότητας έχει παίξει ιστορικά σημαντικό ρόλο στην κοινωνική νομιμοποίηση πολιτικών καταστολής, που δεν εξαντλούνται στο ποινικό πεδίο αλλά περιλαμβάνουν κάθε μορφή διαμαρτυρίας ή απείθειας. Συγκροτούν, δηλαδή, έναν τρόπο διακυβέρνησης των πληθυσμών διαμέσου του φόβου, είτε του φόβου του εγκλήματος είτε των συνεπειών της απείθειας. Σ’ αυτό συμβάλουν τα ΜΜΕ.

* Νομίζω, ωστόσο, ότι τελικά σε αυτή την υπόθεση ο κόσμος είναι μάλλον διχασμένος, δεν έχει καταπιεί αμάσητο το αφήγημα και τις ερμηνείες των ΜΜΕ. Δημιουργήθηκαν αντιστάσεις.

Το ζήτημα είναι ποια είναι η δυναμική αυτών των αντιστάσεων να υπονομεύσουν τους κυρίαρχους λόγους, οι οποίοι εκ των πραγμάτων θα υιοθετήσουν μέρος των αντιστάσεων προκειμένου να αποσπάσουν ευρύτερη κοινωνική νομιμοποίηση. Φοβάμαι ότι οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες όταν η περίοδος που ζούμε οδηγεί στην αποδοχή της υποχώρησης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων εάν αυτό το απαιτεί η ασφάλεια των πολλών.

* Όπως φαίνεται, οι αφηγήσεις των ΜΜΕ έχουν σοβαρά στοιχεία ρατσισμού και μίσους. Βοηθούν τα ΜΜΕ την ακροδεξιά τελικά;
Διαπιστώνεται πλέον ένα ρατσιστικό μουρμουρητό στην ελληνική κοινωνία, έρχονται στην επιφάνεια λανθάνουσες στάσεις και εκφράσεις του κοινωνικού σώματος, ενεργές κοινωνικές υποδοχές αποκλεισμού του διαφορετικού, έτσι ώστε ένας πληθυσμός σε κατάσταση διαρκούς κρίσης να απενοχοποιηθεί. Και νομίζω ότι, ανάλογα με την πολιτική του κάθε μέσου, ενισχύονται είτε τα ακροδεξιά αντανακλαστικά απευθείας, είτε η απενοχοποίησή τους μέσα από την προβολή μιας εικόνας απαξίωσης και διάλυσης της ελληνικής κοινωνίας: η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται ως απειλητική για τον «ζωτικό χώρο» των «νομοταγών πολιτών». Και αυτή είναι η χρήση των «κοινωνιών του φόβου».



Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ζακ Κωστόπουλος: Ο νεκρός που υπονομεύει τα αυτονόητα του δημόσιου βίου

Φιλοξενήθηκε στο σημερινό Alterthess, από το οποίο δανείστηκα και την εικόνα:
http://www.alterthess.gr/content/zak-kostopoylos-o-nekros-poy-yponomeyei-ta-aytonoita-toy-dimosioy-vioy


Εάν θελήσει κανείς να μιλήσει για την κοινωνική κατασκευή της είδησης και ειδικότερα της είδησης που αναφέρεται στο έγκλημα, πιστεύω ότι η δημοσιογραφική κάλυψη της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου δεν είναι καλό παράδειγμα γιατί αποκαλύπτει αντί να κρύβει τους μηχανισμούς κατασκευής της πραγματικότητας, αυτούς που καθιστούν αξιόπιστη και, κυρίως, αποτελεσματική την δημοσιογραφική αφήγηση.
Να σημειώσω εισαγωγικά ότι δεν είναι θέμα καλής ή κακής δημοσιογραφίας η απόσταση ανάμεσα στην είδηση και στην πραγματικότητα στην οποία αναφέρεται. Είναι δομικό στοιχείο της δημοσιογραφικής αφήγησης το να αναφέρεται μεν σ’ ένα γεγονός αλλά να μην το καθρεφτίζει, να μην είναι το γεγονός αλλά η αφήγηση μιας ιστορίας γύρω από το γεγονός. Να επιλέγονται τα στοιχεία που θα αναδειχθούν,  η μορφολογία της είδησης, η δημοσιογραφική βαρύτητα, το ιδίωμα, οι εικόνες κ.ο.κ Το τελικό προϊόν, με τις επισημάνσεις ή/και τις εύγλωττες αποσιωπήσεις, κατακερματίζει το γεγονός  και το αναπλάθει σύμφωνα με την πολιτική, την γραμμή κάθε επικοινωνιακού οργανισμού.
Το σημαντικό στοιχείο, ωστόσο, είναι το υπόστρωμα των γεγονότων, το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο θα ενταχθούν προκειμένου να παραχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τουτέστιν, να μην απέχουν από την «κοινή λογική», «αυτό που ο καθένας γνωρίζει», τον, κατά τον Stuart Hall, πολιτισμικό χάρτη στον οποίο προϋποτίθεται ότι έχουμε όλοι πρόσβαση και αποδεχόμαστε. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που λέμε κοινωνική συναίνεση γύρω από ορισμούς της πραγματικότητας οι οποίοι έχουν καταστεί κυρίαρχοι διαμέσου της ισχύος των φορέων τους και της επανάληψής τους, έτσι ώστε να  διαβρώνουν την συνείδηση με όρους αυτονόητου. Τα πολιτισμικά δίπολα για παράδειγμα, καλός/κακός, ηθικό/ανήθικο, νόμιμο/παράνομο, εμείς/οι Άλλοι και τα διάφορα στερεότυπα δεν είναι δημιούργημα των ΜΜΕ αλλά τα ΜΜΕ δεν τα υπονομεύουν, αντίθετα τα ενισχύουν και τ’ αναπαράγουν.
Η ισχύς των ΜΜΕ να ορίζουν και να προσδιορίζουν την εικόνα του κόσμου είναι πολύ πιο έντονη σε ζητήματα όπως το έγκλημα, για τα οποία αποτελούν την κύρια εάν όχι και την αποκλειστική πηγή ενημέρωσης του κοινού. Το κοινό δεν έχει άμεση εμπειρία του εγκλήματος όπως έχει, για παράδειγμα, σε ζητήματα της οικονομικής πολιτικής, της εξωτερικής πολιτικής, των κοινωνικών παροχών κλπ. Αυτό που ξέρει το κοινό για κάθε συγκεκριμένο έγκλημα ή για την εγκληματικότητα γενικότερα είναι αυτό που κοινοποιούν τα ΜΜΕ και, κυρίως, το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσουν τα γεγονότα και το οποίο, συνήθως, με την συνδρομή των «ειδικών» εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητο.
Εάν, ωστόσο, για ζητήματα όπως οι απεργίες και οι εργατικές κινητοποιήσεις για παράδειγμα, αντιπαρατίθενται ισχυροί εναλλακτικοί λόγοι, τότε και οι κυρίαρχοι θα πρέπει να είναι ευέλικτοι και να συμπεριλαμβάνουν μέρος αυτού που τους αντιτίθεται προκειμένου να αποκτούν και να συντηρούν ευρύτερη νομιμοποίηση, για το έγκλημα και την ποινή οι εναλλακτικοί λόγοι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι ή αποσπασματικοί, άρα ανίσχυροι να εμπεδώσουν τη θέση τους στο κοινωνικό πεδίο.[1]
Εάν, λοιπόν, οι παραπάνω διαδικασίες είναι αδιόρατες για το κοινό γιατί, «όπως ο καθένας γνωρίζει», το έγκλημα εκφράζει την αρνητική όψη της κοινωνικής συναίνεσης και η ποινή είναι η προστατευτική δομή που κρατά τους εγκληματίες μακριά από το κοινωνικό σώμα, στην υπόθεση της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου τα ΜΜΕ έμειναν «ακυβέρνητα» γιατί έχασε τη συνοχή και την αξιοπιστία της η βασική πηγή τους, δηλαδή οι διωκτικές αρχές που βιάστηκαν να ορίσουν την κατάσταση ως συνήθη υπόθεση ανάμεσα σε πρεζόνι ληστή και ευυπόληπτο επιχειρηματία, με καθαρούς τους ρόλους θύτη/θύματος.  
Έχει ενδιαφέρον δε το γεγονός ότι την επιφανειακή ανατροπή της αφήγησης την πυροδότησε μια εφημερίδα του επιπέδου του Πρώτου Θέματος, με τα βίντεο που κοινοποίησε και όχι μόνο ανακάτεψε τα χαρτιά της τράπουλας αλλά έκρυψε και μερικά για να παρασύρει τους πάντες σ’ ένα γαϊτανάκι εναλλαγής ρόλων θύτη/θύματος –δηλαδή την πεμπτουσία των λόγων περί εγκλήματος- και να προκύψουν αντιφάσεις και βιαστικά «μαζέματα», ακρότητες και αλληλογρονθοκοπούμενες πληροφορίες, ενώ ταυτόχρονα η αποκάλυψη της ταυτότητας του νεκρού οδήγησε στην συγκρότηση ενός αντιθετικού λόγου που εισέβαλε απειλητικά στον δημόσιο χώρο.
Στο τοπίο που διαμορφώθηκε, κατά την αντίληψή μου, ο από μηχανής Θεός έγινε η προσφυγή στους θεσμούς. Αυτοδικία ή αυτοάμυνα, τί προβλέπει ο νόμος, ποια είναι τα θεσπισμένα δικαιώματα των πολιτών και πώς μπορεί να υπονομευθεί η ισχύς τους για το ένοχο/θύμα χωρίς να διαταραχθεί η κατεστημένη τάξη πραγμάτων, αμήχανες μετατοπίσεις από την αρχική αφήγηση, της οποίας ωστόσο διατηρούσαν τον πυρήνα –νόμος, τάξη, ασφάλεια-, αναφέροντας τη βία που ασκήθηκε στον Ζακ Κωστόπουλο και συνάμα αμφισβητώντας την ως αιτία του θανάτου του, υπονομεύοντας την εικόνα του με συνεχείς, «αθώες» αναφορές στη ζωή του και την συνεχή απεικόνισή του ως drag queen, εάν είναι να γίνει θύμα τουλάχιστον να εξεικονίζεται η ενοχή του που διάλεξε να είναι με τους Άλλους, επίφοβος έτσι κι αλλιώς μες στην διαφορετικότητά του.
Άτακτα, τσαπατσούλικα, βγάζοντας λαγούς απ’ το καπέλο, πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα ανασυνταχθούν «αυτά που ο καθένας γνωρίζει» γιατί, όπως ανέφερα, οι κυρίαρχοι Λόγοι, για να παραμείνουν κυρίαρχοι, θα πρέπει να έχουν την ελαστικότητα για να ενσωματώνουν  μέρος έστω αυτού που τους αντιτίθεται, ως επιπλέον  επιχείρημα της εγκυρότητάς τους. Εξ άλλου, ο επίφοβος νεκρός δεδικαίωται από της αμαρτίας ή, έστω, αργά ή γρήγορα ξεχνιέται


[1] Ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τα θέματα αυτά είναι το έργο του Stuart Hall  και ιδιαίτερα το Stuart Hall, Chas Critcher, Tony Jefferson, John Clarke and Brian Roberts (πρώτη έκδοση 1978), Policing the crisis, THE MACMILLAN PRESS LTD

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Γιαννούλα Καραχάλιου. Το ένοχο θύμα



Χρειάστηκαν τρεις μέρες για να αποκτήσει όνομα το κοριτσάκι που σκοτώθηκε την Δευτέρα «υπό αδιευκρίνιστες –ακόμα- συνθήκες»! Σε πολλά δημοσιεύματα μάλιστα αναφέρεται ως Γιαννούλα, με την οικειότητα που αντλείται από την ανάγκη προσωποποίησης της είδησης για να γίνει πιο θελκτική και την αδυναμία του νεκρού παιδιού να υπερασπιστεί ολόκληρο το όνομά του. Ο δράστης παραμένει ακόμα «φερόμενος 40χρονος επιχειρηματίας», μ’ αυτήν ιδιότητα προσφέρεται προς κατανάλωση από το κοινό, εκείνο το «13χρονη Ρομά, 40χρονος επιχειρηματίας» των πρώτων ειδήσεων, τίτλος που δεν χρειαζόταν καν το κείμενο για να υπογραμμίσει  την διάκριση και τον φόβο βεντέτας, που αποτέλεσε το πλαίσιο της είδησης τις πρώτες ημέρες –αυξημένη επικινδυνότητα των Ρομά, με άλλα λόγια. Και, από την άλλη, σαν καλοί χριστιανοί, πήραμε τα πρόσφορα του ρατσιστικού επιχειρήματος και τα μοιράζαμε κομμάτι-κομμάτι στο όνομα της πολιτικής  ορθότητας. Και το νεκρό παιδί χάθηκε, το κατάπιε το πλαίσιο, τόσο στην ανωνυμία όσο και στην εικονογράφηση του όποιου επιχειρήματος.  Και ως παιδί ή ως μέρος ενός φυλετικού συνόλου, το καταπίνει κυρίως η «κακιά στιγμή» που, ρητά ή υπόρρητα, είναι ο πυλώνας της όποιας αφήγησης του θανάτου του, καθώς δεν ήταν αυτό ο στόχος αλλά το σύνολο των ανθρώπων του καταυλισμού. «Υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες», στις οποίες όμως διευκρινίζεται ότι μπορεί να είχε προηγηθεί κάποια διάρρηξη, άρα και οι άνθρωποι του καταυλισμού δεν είναι άμοιροι ευθυνών για τον θάνατο του παιδιού, τον προετοίμαζε η –σχεδόν με όρους αυτονόητου- επικινδυνότητά τους, κάποια στιγμή θα συνέβαινε.  
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο της –κάθε- είδησης απορρέει από το υπόστρωμα, από την αφήγηση των γεγονότων, από την ρητή αναφορά γεγονότων μέχρι τις εύγλωττες αποσιωπήσεις. Η είδηση δεν είναι το γεγονός καθαυτό αλλά η αφήγησή του. Από την στιγμή που η πραγματικότητα ενός εγκλήματος κατακερματίζεται και ανακατασκευάζεται στο συμβολικό επίπεδο της είδησης, τα γεγονότα αποκτούν καινούργια νοήματα, οικεία όμως στο κοινό που θα καταναλώσει την είδηση, εγγεγραμμένα ήδη σ’ έναν πολιτισμικό χάρτη νοημάτων στον οποίο υποτίθεται ότι το κοινό έχει πρόσβαση και  συμμερίζεται, όπως μας λέει ο Stuart Hall. Ταυτόχρονα, πολύ συχνά η εγκληματικότητα γίνεται ένας τρόπος για να μιλάμε για την κοινωνία και τα δεινά της.
Αυτό που παραλείπεται, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, είναι οι λειτουργίες του συνεχώς καλλιεργούμενου και τροφοδοτούμενου  «φόβου του εγκλήματος», η εύγλωττη σιωπή για την παγίδα στο επίπεδο της κοινωνικής συνοχής, της κοινωνικής ζωής, για την άνεση με την οποία γίνονται δημόσια δηλώσεις για την ανάγκη αυτοπροστασίας του κοινού ακόμα και με ρίσκο την «κακιά στιγμή». Κατ’ επέκταση, θεωρώ ότι ο βασικός πυλώνας της αφήγησης αυτού του εγκλήματος βρίσκεται στις «αδιευκρίνιστες συνθήκες», στο ενδεχόμενο να είχε προηγηθεί διάρρηξη, σ’ αυτό που δεν θα θαμπώσει καν την υπόρρητη ισχύ του η εικόνα της μικρής νεκρής, όσο κι αν συνεχίζουμε να μιλάμε γι’ αυτήν. Και κάπως έτσι η «κακιά στιγμή» είναι το σημείο που το θύμα είναι ένοχο για τον θάνατό του.

[Πηγή εικόνας: http://jordioliverphotographer.blogspot.com/2012/06/latcho-drom-wellcome-in-tziganie-auch.html?m=1]

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Κριτική του βιβλίου Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης


Β ι β λ ι ο κ ρ ι τ ι κ ή Κοινωνίας Δρώμενα, τ. 2, 2014
Μ. Εμμανουηλίδης & Α. Κουκουτσάκη Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης Αθήνα: Futura, 2012
Κριτική από τον Παύλο Τριανταφύλλου[1]

Το ανέβασε ο Μάριος Εμμανουηλίδης στο  academia.edu από όπου και το αναδημοσιεύω

Το Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης (futura, 2012) των Μ. Εμμανουηλίδη & Αφ. Κουκουτσάκη είναι ένα έργο αποτελούμενο από δύο κείμενα γραμμένα μέσα στη και για τη συγκυρία της θεαματικής (επαν-)εμφάνισης της ΧΑ, μα που σκοπεύει ερμηνευτικά, μέσω μιας «μη συγκυριακής ανάλυσης της συγκυρίας» (σ. 13), σε κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες μέσης διάρκειας (για να θυμηθούμε τον όρο του Braudel). Φαινόμενα, δηλαδή, και διαδικασίες που ξεφεύγουν από την πιο στενή και εν πολλοίς απρόβλεπτη ροή της επικαιρότητας. Όπως είναι περίπου προφανές μια τέτοια θεωρητική απόφαση χρειάστηκε και απαίτησε την μεικτή χρήση πολλών θεωρητικών και αναλυτικών εργαλείων που συνήθως θεωρούνται ασυμβίβαστα, ασύμμετρα ή και εχθρικά μεταξύ τους. Οι διαδικασίες στις οποίες αναφέρονται οι συγγραφείς δεν ενοποιούνται σε μια κεντρική μήτρα. Αν με τυπικούς όρους η ανάλυση της συγκυρίας είναι η αναγωγή μιας σύνθετης κατάστασης σε κάποια μυστηριωδώς απλούστερα αντικείμενα και οντότητες, οι συγγραφείς, στον αντίποδα και προς τιμήν τους, καθιστούν πιο πολύπλοκη την κατάστασή μας, την επανασυνθέτουν σε μια εικόνα αντιφατική και ετερογενή. Αντί να μας μιλήσουν για το αντικείμενο ΧΑ, εστιάζουν στην ανασυγκρότηση εκείνου του πεδίου σχέσεων εξουσίας εντός του οποίου εμφανίστηκε η δυνατότητα ύπαρξης μιας τέτοιας οργάνωσης. Με μία έννοια, η μελέτη τους δεν καθοδηγείται από κάποιον εμπειρισμό, μα περισσότερο από μια μεθοδολογία ανάδειξης των συνθηκών ανάδυσης τέτοιων οργανώσεων. Συνεπώς, η σημασία αυτής της δημοσίευσης δεν έγκειται τόσο στην επιτυχή της πρόβλεψη περί της «εξάρθρωσης» της ΧΑ, αλλά στη συστηματική απόκάλυψη των μηχανισμών που επιτρέπουν την (επαν)εμφάνιση τέτοιου τύπου οργανώσεων, καθώς και του τρόπου με τον οποίο οι τελευταίες αξιολογούνται πλέον διαφορετικά, ως ορατές μορφές αυτού που συντελείται στο επίπεδο της ανακατανομής των εξουσιών του κράτους, της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, στη σημερινή τους ρατσιστική λειτουργία. Και το πρόσφατο ουκρανικό παράδειγμα στέκει εκεί ως μια κάποια επικύρωση της μεθοδολογίας τους.
Τα κείμενα βρίσκονται σε σχέση αμοιβαίας προϋπόθεσης και συνεπαγωγής. Κοινό θέμα και στα δύο είναι η παρούσα ενίσχυση της κρατικής κυριαρχικότητας, σύμφωνα με το φουκωικό σχήμα, ως τρόπου άσκησης της εξουσίας. Όχι όμως με τη μορφή μιας επιστροφής στη μοναρχική κυριαρχικότητα (αν και οι συγγραφείς φαίνεται σε κάποια σημεία να το υπονοούν), αλλά με τη μορφή του ρατσιστικού κράτους. Από τις πολύτροπες αιτίες για τις οποίες συντελείται αυτή η ανασυγκρότηση στο πλέγμα των εξουσιών και κάνουν αναγκαία την ενίσχυση αυτής της τροπικότητας της εξουσίας, ο Εμμανουηλίδης επιλέγει να σταθεί στην κρίση της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής (gouvernementalité), που δημιούργησε την ανάγκη ενός «κυριαρχικού παραπληρώματος», ενώ η Κουκουτσάκη, παρακολουθώντας τους μετασχηματισμούς που συμβαίνουν στο επίπεδο των ποινικών θεσμών, στέκεται στην κατάρρευση του κράτους πρόνοιας και δικαίου και την ανάδυση του «ποινικού κράτους», σε μια εποχή που η επίσημη αντεγκληματική πολιτική τείνει να γίνει μια από τις θεμελιώδεις λειτουργίες του.
Θα περιοριστούμε μόνο στο επίδικο ζήτημα της σχέσης που τα δύο κείμενα αποδίδουν μεταξύ ΧΑ και πολιτικού συστήματος. Το ερώτημα της σχέσης αυτής δεν αναλαμβάνεται στη πλέον διακινούμενή του μορφή: «Η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα»; Γιατί όπως μας πληροφορούν οι συγγραφείς «το τραπέζι ήταν στρωμένο», για να σερβιριστεί είτε το αυγό είτε η κότα. Πρέπει, λοιπόν, να εγκαταλείψουμε τους βεμπεριανούς ορισμούς και να στραφούμε στην ιστορία της οργάνωσης των μηχανισμών του ρατσιστικού κράτους. Πιο συγκεκριμένα, για τον Εμμανουηλίδη η ΧΑ δεν βρίσκεται ούτε εντός ούτε εκτός του κράτους, «η ΧΑ δεν είναι μια πολεμική μηχανή που τείνει να καταλάβει κράτος» (σ. 81). Δεν είναι ενσάρκωση του δημοκρατικού φόβου της συνταγματικής εκτροπής. Αντίθετα, «[…]είναι ένα πολιτικο- στρατιωτικό στοιχείο του ρατσιστικού Συστήματος (dispositif)» (σ. 79), ένα κομμάτι της πολιτικής οργάνωσης του ρατσισμού, επιφορτισμένο με τη «στρατηγική λειτουργία της παραγωγής των όρων επιτυχούς εισαγωγής των νέων κανόνων της ρύθμισης της ζωής του πληθυσμού» (σ. 79), δεδομένης της αδυναμίας του κρατικού συστήματος εξουσιών να τους επιβάλει. Και είναι μέσα από αυτή την αδυναμία, μέσα από τα ιδιαίτερα περιεχόμενα και τη μορφή αυτών των ελλείψεων, που τελικά παράγεται η παρατηρούμενη υπερθετικότητα «στις τεχνικές εφαρμογής δύναμης και παρουσίας που επιλέγει [η ΧΑ]» (σ. 81). Οι τεχνικές αυτές, για τον Εμμανουηλίδη, υπάρχουν και γίνονται επιδραστικές στο βαθμό που αποτελούν (ήδη) στοιχεία μιας κρατικής κυριαρχίας και μέριμνας σε κρίση. Σπεύδει, έπειτα, να ξεκαθαρίσει, όπως και η Κουκουτσάκη, δύο σημεία: α) ότι ο κρατικός ρατσισμός στην ελληνική του μορφή οργανώνεται τα τελευταία 25 χρόνια στην πλάτη των μεταναστών/-στριών. Επομένως, η ΧΑ δεν υποκαθιστά επιτυχώς κρατικές λειτουργίες, αλλά έπεται αυτών, εντός διαδικασιών που την ξεπερνούν ιστορικά, και β) ότι αυτό το σχήμα «συντροπικότητας» (Εμμανουηλίδης) κάθε άλλο παρά εντολοδοχικό μπορεί να θεωρηθεί, δεδομένου ότι δεν απαγορεύει στη ΧΑ, ως κρίσιμου πολιτικού παίχτη πλέον, να δρα σε σχετική αυτονομία, προκαλώντας πραγματικές μετατοπίσεις στο στρατηγικό πεδίο της πάλης και επιδρώντας βαροκεντρικά στην κυβερνητική ατζέντα με το να καθορίζει «το στρατηγικό έδαφος και τα επίδικά αντικείμενα της σύγκρουσης και της δράσης» (σ. 84).
Από την άλλη μεριά, η Κουκουτσάκη ασχολείται με τη ΧΑ ως εκείνο το φορέα άσκησης μιας «παιδαγωγικής» της βίας, η οποία συμβάλλει στην κανονικοποίηση των βίαιων πρακτικών του ποινικού κράτους, που χωρίς να είναι τυπικά νόμιμες, εντούτοις θεωρούνται νομιμοποιημένες. Το κόστος αυτής της «παιδαγωγικής», ανεκτό ή υπερβολικό, έγκειται στο βαθμό ιδιοποίησης εκ μέρους της ΧΑ κατασταλτικών και προνοιακών λειτουργιών. Εκεί που η κανονικοποίηση από τη μία και η ιδιοποίηση από την άλλη εντοπίζονται στη ζωντανή τους συνέργεια είναι η προταγματική εγγύτητα των δράσεων της ΧΑ και των ποινικών θεσμών: «[…] το ένα στάδιο, νοούμενο ως αταξία, συντελεί στη νομιμοποίηση του άλλου, νοούμενου ως αναγκαιότητα» (σ. 108). Σε αυτό το «συνεχές καταστολής» (Κουκουτσάκη), αν η ΧΑ εξυπηρετεί στην ανασήμανση της θεσμικής βίας ως κανονικότητας (σ. 104), εκείνο που δρέπει η ίδια είναι η συσπείρωση του συνταγματικού τόξου πίσω από την ασπίδα της νομιμότητας με όρους «μηδενικής ανοχής», συσπείρωση που επιτρέπει στη ΧΑ την, εντοπισμένη όσο και συνολική, απαξίωση του πολιτικού συστήματος: «[…] Παρατηρείται μια σύμπλευση κοινωνικών και πολιτικών φορέων στο επίπεδο της καταδίκης της εξωθεσμικής βίας της ΧΑ: Η δράση της ΧΑ καθιστά τον όρο «μηδενική ανοχή» κοινό τόπο, άρα απόλιτικοποιημένο όρο ή, με άλλα λόγια, η μηδενική ανοχή γίνεται ένας άλλος τρόπος να μιλάμε για τη νομιμότητα ως σημαντικό διακύβευμα της σημερινής πολιτικής» (σ. 109).
Καλωσορίζουμε, λοιπόν, τη σημαντική κυκλοφορία των εκδόσεων futura με την ελπίδα ότι οι παραπάνω επισημάνσεις θα βοηθήσουν στην ανάγνωση αυτού του γοητευτικού, «δύσβατου» και ιδιαίτερα χρήσιμου βιβλίου.



[1] 1 Υποψήφιος Διδάκτορας Ιστορίας των Επιστημών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών


Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η καινοτομία της Ατομικής Τρομοκρατίας"

[αυτά που είπα στην συνέντευξη Τύπου με θέμα "Νέες εκφάνσεις του Αντιτρομοκρατικού Νόμου - Η καινοτομία της Ατομικής Τρομοκρατίας"]
Εικόνα: Imaginary Prison Giovanni Battista Piranesi 


Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι η δίκη και η δικαστική απόφαση, όχι μόνον στην συγκεκριμένη περίπτωση αλλά σε όλες τις περιπτώσεις, είναι η κατάληξη μιας διαδικασίας που ξεκινά πριν ακόμα από τη σύλληψη των κατηγορούμενων. Ξεκινά από τον χαρακτηρισμό και τον βαθμό επικινδυνότητας που αποδίδεται στους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους προέλευσης. Αυτούς από τους οποίους αντλεί την συνήθη πελατεία του το ποινικό σύστημα.
Υπ’ αυτή την έννοια και η δικαστική απόφαση δεν παράγεται σε ένα θεσμισμένο ουδέτερο χώρο.
Παραπέμπει μεν στον νόμο αλλά ουσιαστικά συνιστά ερμηνεία του νόμου. Η δικαστική απόφαση δεν προέρχεται από ένα μηχάνημα στο οποίο ρίχνεις κέρμα και βγάζει απόφαση. Η ποινική δικαιοσύνη λειτουργεί δια των υποκειμένων της. Αλλά οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν υπερίπτανται της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας εντός της οποίας παράγουν αποφάσεις οι οποίες  έχουν την ισχύ «καθεστώτων αλήθειας». Δεν έχουν ανοσία απέναντι στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα και στα στερεότυπα, αντίθετα τα συντηρούν και τα αναπαράγουν μέσα από τη δράση τους, δρομολογώντας έτσι το σπιράλ της αυτοεκπληρούμενης προφητείας.  Δηλαδή, επηρεάζονται από τα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα και ταυτόχρονα τα επηρεάζουν δια των αποφάνσεών τους. Εάν, όπως δείχνει η σύνθεση του ποινικού πληθυσμού, οι εγκληματίες αναζητούνται στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, άρα η δεσπόζουσα εικόνα είναι ότι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα παράγουν εγκληματικότητα. Εάν οι αναρχικοί καταδικάζονται ως τρομοκράτες, η δεσπόζουσα εικόνα είναι ότι η αναρχία είναι  δεξαμενή  τρομοκρατών σχεδόν με όρους αυτονόητου.
Τα τελευταία δε χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, κατά περιόδους, ο λόγος περί τρομοκρατίας, επικαλύπτει σχεδόν τον λόγο περί τάξης και ασφάλειας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αναφορά στην τρομοκρατία, ως θεσμικός λόγος, δεν συνιστά αυταπόδεικτη αλήθεια αλλά ερμηνεία της υπό εκδίκαση υπόθεσης, τουτέστιν προβολή νοήματος μέσα από αυτήν. Με άλλα λόγια, στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως την ανάπτυξαν οι συνήγοροι, μοιάζει να μην είναι η υποπερίπτωση του αντιτρομοκρατικού αυτή που εντάσσει τους κατηγορούμενους στην κατηγορία των τρομοκρατών αλλά να ακολουθείται μια αντίστροφη διαδικασία: Δηλαδή ο ήδη θεωρούμενος τρομοκράτης στεγάζεται εκ των υστέρων στην υποπερίπτωση του νόμου.
Και φυσικά δεν μπορεί κανείς ν’ απομονώνει τους Λόγους περί τρομοκρατίας από τα συμφραζόμενα της περιόδου. Δηλαδή μιας κοινωνίας που βρίσκεται στην καρδιά μιας οικονομικής και πολιτικής κρίσης η οποία προκαλεί πολλαπλές αναταράξεις και επιβάλλει την ανάγκη να αποκατασταθεί η εικόνα μιας ενοποιημένης συναινετικής κοινωνίας. Μια συνθήκη, δηλαδή, που κυοφορεί την κατασκευή εσωτερικών εχθρών, από τους μετανάστες μέχρι τους αναρχικούς και τους πολιτικά διαφωνούντες. Μια συνθήκη όπου ο Λόγος περί εγκληματικότητας γενικά και τρομοκρατικής απειλής ειδικότερα τείνει να συνοψίζει τα αίτια της ανασφάλειας τού κόσμου και να αποσπά συναινέσεις για αυστηρότερη ποινική πολιτική απέναντι σε δράστες/σώματα. Γιατί εκεί η τιμωρία είναι χειροπιαστή. Τιμωρούνται άτομα, υλικά σώματα. Οι θεσμοί είναι απρόσωποι, δεν υπάρχουν τιμωρίες με θεατή υλικότητα και σωματικότητα.
Όλα αυτά δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε ελληνικό φαινόμενο. Οι πόλεμοι κατά της τρομοκρατίας και η ιδεολογική χρήση τους είναι παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο και, ως τέτοιο, έχει επηρεάσει βαθιά τις ποινικές πρακτικές, τόσο από την άποψη  θέσπισης νόμων [εμβληματικό παράδειγμα η Patriot Act] όσο και από την άποψη της συμβολικής μετατόπισης των λειτουργιών τους.
Και εννοώ μ’ αυτό  ότι οι υποχωρήσεις σε ζητήματα δικαιωμάτων, η εξαίρεση του νόμου κλπ να ορίζονται ως παράπλευρη απώλεια μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης διαδικασίας εν ονόματι της ασφάλειας, εξ ου και σπάνια επισύρουν κυρώσεις ή νοούνται ως «καθαρή παρανομία».
Τα περιστατικά της σύλληψης των κατηγορούμενων για τη ληστεία στο Βελβεντό, είναι ένα παράδειγμα αυτού που εννοώ μιλώντας για αλλαγές -σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο- στη λειτουργία ήδη υπαρχόντων θεσμών χωρίς να χρειάζεται η θέσπιση νέων. Οι μεταβολές, δηλαδή, στον τρόπο λειτουργίας του τιμωρητικού μηχανισμού σε ό, τι αφορά τις ερμηνείες των υπαρχουσών ρυθμίσεων και τα, δι’ αυτών, κοινοποιούμενα νοήματα.
Θα σταθώ ειδικότερα στην εικόνα της κακοποίησης των συλληφθέντων και τα παράγωγά της ή μάλλον στα ερωτήματα τα οποία αφορούν το συνολικό μήνυμα που κοινοποιεί αυτή η απροκάλυπτη προβολή μιας υπέρμετρης θεσμικής βίας.
Τί αποκρύπτει και τί αποκαλύπτει αυτή η ανάρμοστη εικόνα των κακοποιημένων κρατούμενων. Αποκαλύπτει δυσλειτουργίες, α-ταξία του τιμωρητικού μηχανισμού ή, πολύ περισσότερο, δομικά του χαρακτηριστικά;
Εξαιρετικά αποκαλυπτική η δήλωση, τότε, του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, απαντώντας στην ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ για τις επίμαχες φωτογραφίες
«Ισχυρισμοί και γενικεύσεις που υιοθετούνται την ίδια ώρα που η ελληνική κοινωνία μάχεται την τρομοκρατία και τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει για το επίπεδο ζωής όλων των Ελλήνων πολιτών, θέτοντας σε κίνδυνο την προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και την ανοδική πορεία του Τουρισμού.»
Το εθνικό συμφέρον, λοιπόν, ως κεντρικός ιδεολογικός άξονας για την επίτευξη συναίνεσης απέναντι στην αυστηροποίηση του ποινικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, στο εργαλειακό και πολιτισμικό περιεχόμενο του αντι-τρομοκρατικού Λόγου, θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς μια ιδιαίτερα ισχυρή έκφραση του προτάγματος του εθνικού συμφέροντος, ακόμα και με κόστος την υποχώρηση του κράτους δικαίου σε ό, τι αφορά την ύλη των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου ή του κρατούμενου.  Έτσι, και η αστυνομική δράση μπορεί να είναι έκνομη για την αποτελεσματικότερη διαφύλαξη του νόμου και της τάξης. Αυτή η παραδοξότητα –της υποχώρησης του νόμου προκειμένου να εφαρμοστεί ο νόμος- μετατοπίζεται και εντοπίζεται μέσα στο δίκαιο, υπό τη σκέπη του έννομου καθολικού αγαθού «δημόσια τάξη»[1]
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η «πρόχειρη επεξεργασία» των φωτογραφιών των συλληφθέντων και καθώς είναι μάλλον απίθανο να μην υπήρχε τεχνικά η δυνατότητα για καλύτερη επεξεργασία τους, θα μπορούσε να διαβαστεί ακριβώς ως πρόθεση για απόλυτη καθαρότητα της παραποιημένης εικόνας.
Μιας εικόνας η οποία αποκαλύπτει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αυτό το οποίο επιφανειακά συγκαλύπτει. Δηλαδή την υλικότητα μιας βίαιης εξουσίας που αφήνει ορατά σημάδια στο σώμα του παραβάτη, κυρίως ως υλική υπενθύμιση στους νομοταγείς σε σχέση με το κόστος που συνεπάγεται η απείθεια.
Συμπερασματικά, λοιπόν, το ζήτημα του θεσμικού χαρακτηρισμού ως τρομοκράτη δεν είναι τεχνικό, είναι βαθιά ιδεολογικό καθώς η φόρτιση το όρου τρομοκράτης γεννά συναινέσεις για την επί της ουσίας εξουδετέρωση του δράστη μέσα από εξοντωτικές ποινές. Από αυτή τη ρητορική αντλεί νομιμοποίηση και η παλινδρόμηση των ποινικών πρακτικών σε προνεωτερικές μορφές, με κορωνίδα την υποχώρηση της αρχής της αναλογικότητας. Κυρίως είναι άκρως προβληματικό, γιατί σε ένα κράτος δικαίου ο ποινικός νόμος τιμωρεί πράξεις και όχι ιδεολογίες. Δηλαδή, τον καταλογισμό, τον χαρακτηρισμό του αδικήματος και την προσμέτρηση της ποινής θα πρέπει να τα καθορίζει αυτό που κάνεις και όχι αυτό που είσαι.  Είναι συνταγματική επιταγή, εξάλλου, να αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος ως αυτοπροσδιοριζόμενο ον και όχι ως μέσο για την άσκηση μιας πολιτικής. Μόνον τότε γίνεται σεβαστή η αξία του ανθρώπου.
Και θα τελειώσω δανειζόμενη από το κείμενο του Θωμά Παπακωνσταντίνου, Η προστασία του Πολίτη υπό τη σκιά του Δεκέμβρη [http://crimevssocialcontrol.blogspot.gr/2009/12/h-1.html], το οποίο συνοψίζει όλα τα παραπάνω
  [Η] « Προστασία του Πολίτη» ως θεσμικός τίτλος που μέσα από τα ιστορικά συμφραζόμενα αποκτά ισχύ ονόματος κατάστασης, εγκαινιάζει επίσημα και παράλληλα επικυρώνει μια προϊούσα σχέση με το πολιτικό. Κάθε ερμηνεία της πολιτικής σημασίας του όρου «πολίτης» οφείλει να περιλαμβάνει το σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα. Όμως, από τη στιγμή που η εν λόγω έννοια μαγνητίζεται και ανακτά το περιεχόμενο της από τις σημασίες της ασφάλειας και της προστασίας, τότε η «Προστασία του Πολίτη» αντιπαραθέτει υπαινικτικά τον Πολίτη στον πολίτη . Δηλαδή, το συμβολικό ψηφιδωτό κατασκευάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό που αποκαλούμε «πολίτη» να μην αντιπροσωπεύει ένα ενιαίο πολιτικό υποκείμενο, αλλά να αμφιταλαντεύεται διαλεκτικά μεταξύ δύο αντιπαρατιθέμενων άκρων: από την μία πλευρά ο «Πολίτης» που αντιπροσωπεύει το «ενιαίο», «κανονικό», «υγιές» σώμα της πολιτικής κοινότητας. Από την άλλη ο «πολίτης» ως το διασκορπισμένο σύνολο στιγματισμένων ταυτοτήτων: των εξεγερμένων, των μεταναστών, των αθλίων, των φτωχών, των καταπιεσμένων, των άλλων. Από τη μία το κυρίαρχο κράτος των ενσωματωμένων Πολιτών, από την άλλη ο μιαρός τόπος των αποκλεισμένων σωμάτων. Εκεί τα δικαιώματα και το δίκαιο, εδώ η απροϋπόθετη τιμωρία.







[1] Παπακωνσταντίνου, Θ. (2008), Τι είναι η δημόσια τάξη στο ελληνικό δίκαιο, Διπλωματική εργασία στο ΜΠΣ του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου


Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Η δεοντολογία των ΜΜΕ ως παρένθεση

[η συμμετοχή μου στην παρουσίαση του τόμου, όπως φιλοξενήθηκε στην εφημερίδα Η εποχή στις 4 Φλεβάρη 2018, από όπου και ο τίτλος]

Ο συλλογικός τόμος, σε επιμέλεια Μαρίας Κομνηνού, Δημόσια σφαίρα σε κρίση. Πώς και γιατί παραβιάζεται η δεοντολογία στα ΜΜΕ (2009-2016), είναι προϊόν τριετούς έρευνα που διενεργήθηκε από το Εργαστήριο Οπτικοακουστικών Μέσων του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ  και περιλαμβάνει πολλές και σημαντικές θεωρητικές και ερευνητικές μελέτες.
Προκειμένου να μιλήσω γι’ αυτό το έργο, επέλεξα μια προσέγγιση στην οποία με οδηγεί η ίδια η δομή του και το περιεχόμενο των κειμένων που περιλαμβάνονται.  Δηλαδή να αναφερθώ στα μείζονα ερευνητικά θέματα τα οποία αποτελούν το κόκκινο νήμα που συνδέει τα επιμέρους κείμενα και θα αναπτύξω κάποιους δικούς μου προβληματισμούς, τους οποίους πυροδότησε η ανάγνωσή τους.
Ενόψει αυτής της προσέγγισης, το εισαγωγικό κείμενο της Μαρίας Κομνηνού ήταν άκρως ενδιαφέρον και βοηθητικό, καθώς καλύπτει μια μείζονα ανάγκη, δηλαδή την συνάρθρωση του αντικειμένου της θεωρητικής και εμπειρικής έρευνας με τα ευρύτερα συμφραζόμενα της περιόδου κατά την οποία διεξήχθη ενώ, ταυτόχρονα,  βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί τους λόγους επιλογής των επιμέρους κειμένων και να παρακολουθήσει την μεταξύ τους συνάφεια.
Ειδικότερα, ποια είναι η δομή της δημόσιας σφαίρας, ποιες αλλαγές συντελέστηκαν στον χρόνο και πώς αυτές αντανακλώνται στο δημόσιο λόγο. Οι αλλαγές στη δομή τού ίδιου του τοπίου των ΜΜΕ, ο ρόλος του διαδικτύου. Οι κυρίαρχοι λόγοι που αναδύθηκαν, οι εναλλαγές τους στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης και πώς όλα αυτά συναρθρώνονται με τον ιδεολογικό λόγο των ΜΜΕ.
Μια παρόμοια προσέγγιση είναι σημαντική, καθώς η δημοσιογραφική κάλυψη οποιουδήποτε γεγονότος δεν αυτονομείται από τα συμφραζόμενα αλλά, αντίθετα, αποτελεί μέρος  του δημόσιου λόγου για το γεγονός στο οποίο αναφέρεται. Επηρεάζεται απ’ αυτόν και συνάμα τον επηρεάζει.
Στα κείμενα του βιβλίου, ο ρατσισμός, ο εκφασισμός, η ξενοφοβία αναλύονται ως ζητήματα που χαρακτηρίζουν τις δυο βασικές αντιπαραθέσεις στο επίπεδο του δημόσιου λόγου: Μνημονιακός/ αντιμνημονιακός λόγος, φασιστικός-ρατσιστικός/αντιφασιστικός-αντιρατσιστικός λόγος και φυσικά η εθνικιστική εκδοχή που αποκαλύπτεται ή υπολανθάνει  σε διάφορες εκδοχές και του αντιμνημονιακού λόγου και δεν αναφέρομαι μόνον στην ΧΑ.
Κεντρική φιγούρα σ’ αυτό το περιβάλλον είναι ο οικονομικός μετανάστης, ως εν δυνάμει εγκληματίας και ο πρόσφυγας ως υγειονομική απειλή. Συχνά δε, οι δύο κατηγορίες εντάσσονται στον ενιαίο όρο «λαθρομετάστης», όρο που υποδηλώνει το ξένο, το ανοίκειο, το επίφοβο.
Ένα από τα θέματα που τίθενται σε κείμενα του τόμου αφορά την συνύπαρξη ποινικού και ιατρικού λόγου στον προσδιορισμό της απειλής την οποία προσωποποιεί ο Άλλος. Η Σοφία Καϊτατζή πραγματεύεται το θέμα του ρατσισμού μέσα από  μια ιστορική ανασκόπηση, επισημαίνοντας την αοριστία του όρου ράτσα και αναδεικνύοντας τα οικονομικά και συστημικά του αίτια, καθώς και τους διαχρονικούς καθορισμούς του.  Αναφέρεται, λοιπόν μεταξύ άλλων και στον επιστημονικό ρατσισμό του 19ου αιώνα.  Αυτό είναι αφορμή για ν’ ανοίξω μια παρένθεση που αφορά την γέννηση της Εγκληματολογίας ως αυτόνομης επιστήμης, μέσα από τη συνάντηση του ποινικού και ιατρικού λόγου που συστρατεύονται  για ν’ απαντήσουν στο ερώτημα «τί είναι ο εγκληματίας».
Ληξιαρχική πράξη γέννησης θεωρείται η έκδοση του βιβλίου του Τσέζαρε Λομπρόζο το 1876, Ο εγκληματίας άνθρωπος. Δηλαδή η διατύπωση της θεωρίας  περί του γεννημένου εγκληματία. Έναυσμα ήταν η μελέτη του κρανίου ενός χωρικού από την Καλαβρία,ο οποίος καταδικάστηκε ως ληστής και φυλακίστηκε μέχρι τον θάνατό του.
Μια φράση από τη σύνοψη της θεωρίας του:
Πολλά από τα χαρακτηριστικά που έχουν βρεθεί στους άγριους, και μεταξύ των έγχρωμων φυλών, εντοπίζονται επίσης και στους γεννημένους εγκληματίες. 
Τα χαρακτηριστικά που περιγράφει είναι κυρίως σωματικά χαρακτηριστικά αλλά περιλαμβάνει και πολιτισμικά δεδομένα όπως την νωθρότητα… εύκολη δεισιδαιμονία… και τελικά τη σχετική έννοια του θείου και των ηθών (Lombroso 1876: 435- 36, όπως αναφέρεται στο Melossi, 1999: 29)
Ανατρέχοντας δε στα κοινωνικά συμφραζόμενα της Ιταλίας του 19ου αιώνα και ειδικότερα στην άνιση ανάπτυξη μεταξύ εκβιομηχανιζόμενου Βορρά και προσδεδεμένου σε προκαπιταλιστικές δομές Νότου, παρατηρεί κανείς  ότι οι εγκληματίες, όπως περιγράφονται από τον Lombroso, διαθέτουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του ιταλικού νότου, πληθυσμών, δηλαδή, οικονομικά και κοινωνικά στιγματισμένων. Στρατιωτικός γιατρός ο Λομπρόζο, που υπηρέτησε για κάποιο διάστημα στην νότια περιοχή της Καλαβρίας, εντυπωσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό από την διαφορετική κουλτούρα των κατοίκων της, μία διαφορετικότητα την οποία προσπάθησε να ερμηνεύσει με βάση τη «φυλή».
 Έτσι γεννήθηκε η Εγκληματολογία ως αιτιολογική επιστήμη που  σε γενικές γραμμές αναπτύχθηκε με βάση το ιατρικό μοντέλο διάγνωση / θεραπεία /πρόγνωση, το οποίο έχει εξαιρετική αντοχή στον χρόνο, καθώς παραμένει η αντίληψη ότι ο εγκληματίας είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που τον διαφοροποιεί από τους νομοταγείς πολίτες
Ωστόσο, διαπιστώνεται μια μείζων διαφορά τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία μας φέρνει και στα ζητήματα του συλλογικού έργου που συζητάμε. Δηλαδή το  πέρασμα από τα ατομικά χαρακτηριστικά στα κοινωνικά, φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά χαρακτηριστικά ομάδων, το πέρασμα από το άτομο στην ομάδα προέλευσης.
Αυτή η ανασήμανση της έννοιας της επικινδυνότητας, με σαφή ρατσιστικό προσανατολισμό, μετεγγράφεται και στον λόγο περί δημόσιας τάξης και ασφάλειας, όπου υποχωρεί η έννοια της σωφρονιστικής μεταχείρισης έναντι της ασφάλειας και της ανάγκης διαχείρισης του κινδύνου που αποτελούν οι επικίνδυνες ομάδες διαμέσου της εξουδετέρωσής τους σε κλειστά ιδρύματα. Έτσι, η εγκληματικότητα καθίσταται βασικός άξονας του Λόγου περί του Άλλου, ο οποίος, στις διάφορες εκδοχές του, πρωταγωνιστεί στα κείμενα του βιβλίου, αντανακλώντας και την στροφή στον Λόγο των θεσμών και, κατ’ επέκταση, στις επιδράσεις του στην κοινωνία: Το πέρασμα, δηλαδή, από το κοινωνικό στο ποινικό κράτος όπου το πρόταγμα δεν είναι η πρόνοια αλλά η ασφάλεια. Το περίφημο μοντέλο της μηδενικής ανοχής στις διάφορες παραλλαγές του.
Παράλληλα, το θεωρητικό και εργαλειακό οικοδόμημα της μηδενικής ανοχής μετεγγράφει στον δημόσιο λόγο προβλήματα που εντάσσονται στον χώρο της κοινωνικής πρόνοιας σε ζητήματα ασφάλειας αλλά και ατομικής ευθύνης. Παράγεται έτσι  ένα πλέγμα νοημάτων, όπου συναρθρώνεται η απενοχοποίηση της κοινωνίας, η οποία δεν ευθύνεται για τα δεινά των άλλων, και η ενοχοποίηση της φτώχειας. Με δυο λόγια, το μοντέλο αυτό,  τόσο στην ποινική όσο και στην κοινωνική σφαίρα  είναι μοντέλο αποκλεισμού κι όχι ένταξης (οι φτωχοί, φτωχότεροι, οι εγκληματίες στις φυλακές).
Η περίπτωση της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών, με την οποία ασχολείται η Γιάννα Αθανασάτου, εικονογραφεί κυριολεκτικά και μεταφορικά αυτές τις τάσεις και την τύχη που επιφυλάσσεται όχι μόνον στους παραβάτες αλλά στους απόβλητους που παράγει η διαχείριση της κρίσης, τους θεωρούμενους ως κοινωνικά απορρίμματα. Παράλληλα, η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα συνάντησης ποινικού και ιατρικού λόγου,  εξεικονίζοντας την  περίπτωση της γυμνής ζωής.
Θυμάμαι κάτι από εκείνη την περίοδο, το οποίο μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Κάποιος, κατά δήλωσή του συγγραφέας, είχε χρησιμοποιήσει τις φωτογραφίες των οροθετικών γυναικών, γράφοντας μια τραγική ιστορία για κάθε μία από αυτές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι είναι η πραγματική τους ιστορία. Και ήταν εντυπωσιακή η απήχηση αυτής της κατασκευής στα σόσιαλ μίντια, με πολλές κοινοποιήσεις και σχόλια για την ανθρώπινη δυστυχία. Αυτό ως παράδειγμα από το μιντιακό διαδραστικό πεδίο τού πώς υποδέχεται η κοινωνία την παραβίαση των δικαιωμάτων, αρκεί η αφήγηση να την εμπλέκει συναισθηματικά.
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η παραβίαση κανόνων της δεοντολογίας φυσικοποιείται ως απόρροια και της θεσμικής ακύρωσης δύο αρχών: Του τεκμηρίου της αθωότητας και του ότι κανείς δεν εξαιρείται από την προστασία του δικαίου για να αναλάβει τον ρόλο του φοβοσυσωρρευτή.  Έτσι, η παραβίαση κανόνων της δεοντολογίας  λειτουργεί με όρους «κοινής λογικής», καθώς και θεσμικά σπάνια ορίζεται ως τέτοια και κυρώνεται.
Οι έρευνες που αποτελούν το αντικείμενο του βιβλίου αποκαλύπτουν κι ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο, δηλαδή το οπλοστάσιο των επικοινωνιακών οργανισμών να αναδεικνύουν το γεγονός απομειώνοντάς το  από το πολιτικό του φορτίο εάν αυτό προκαλεί εντάσεις ή επιχειρώντας συμψηφισμούς, ανασύροντας για παράδειγμα τη θεωρία των δύο άκρων. 
Παράδειγμα αυτού του τελευταίου είναι η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και δίκη της ΧΑ και εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα σχετικά άρθρα, με έμφαση στα δημοσιεύματα του Πρώτου Θέματος.
Η κάλυψη της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, όπως αναλύουν οι Μέμηγκα και Γέρου, δεν σηματοδοτεί μια αλλαγή πολιτικής απέναντι στην δράση της ΧΑ αλλά εμπλουτίζει την ευπώλητη δημοσιογραφία του αίματος και του σπέρματος, βασικό άξονα εξάλλου του δημοσιογραφικού λόγου της εφημερίδας. Έτσι, κατά τις συγγραφείς, το πρωτοσέλιδο με την φωτογραφία του Παύλου Φύσσα να ψυχορραγεί στην αγκαλιά της συντρόφου του αποτελεί μια δεύτερη δολοφονία. Ωστόσο η φωτογραφία είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου ή μάλλον ο οδοδείκτης της συνολικής κάλυψης, η οποία καλύπτει παρενθετικά τα κυρίως ειδησεογραφικά θέματα [δολοφονία, δίκη] και αναδεικνύει ό, τι συμβαίνει στο περιθώριό τους και έχει μια δυναμική δραματοποίησης που απευθύνεται αποκλειστικά στο θυμικό του αναγνώστη, υπακούοντας στην αρχή προσωποποίηση / δραματοποίηση.  Μια τεχνική την οποία επισημαίνουν οι Μέρμηγκα, Γέρου, είναι να μην διαχωρίζεται το ρεπορτάζ απ’ το σχόλιο και να παράγεται ένα προϊόν το οποίο κοινοποιεί το επιθυμητό μήνυμα συγκαλύπτοντας τα κενά που θα άλλαζαν το περιεχόμενό του. Με δυο λόγια, από-ιστορικοποιώντας και από-πολιτικοποιώντας το γεγονός.
Προφανώς, όμως, αυτός ο επιφανειακά αποστειρωμένος πολιτικά λόγος, με έμφαση στο ανθρώπινο δράμα δεν είναι α-πολιτικός, απλώς αναδεικνύει την ευελιξία του ιδεολογικού λόγου της εφημερίδας, καθώς μπαίνει στο παιγνίδι τόσο ο καθεστωτικός λόγος όσο και ο αντιμνημονιακός, ενώ παράλληλα υπάρχει πλήθος δημοσιευμάτων με καθαρά ρατσιστικό περιεχόμενο και στόχο τους μετανάστες. Δηλαδή, συνυπάρχουν αντιθετικά ζεύγη, όπου η διαχείριση του ζητήματος της εγκληματικής δράσης της ΧΑ συνυπάρχει με την τάση για ευτελισμό και μείωση των, κατά κύριο λόγο, θυμάτων της. Έτσι κι ο ιδιότυπος αντιμνημονιακός λόγος του ΠΘ,  συνομιλεί σε μεγάλο βαθμό με αυτόν της ΧΑ αλλά με όρους κανονικοποίησής τΗς.
Προσωπικά θεωρώ ότι η πολιτική γραμμή του ΠΘ εξεικονίζει την επιφανειακή αντίφαση που εμφανίζει η ελληνική κοινωνία. Δηλαδή να δικάζεται η ηγεσία ενός πολιτικού κόμματος με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, να παρακολουθεί αυτό το πήγαινε – έλα των βουλευτών απ’ τα έδρανα της βουλής στα έδρανα του δικαστηρίου και να διατηρεί η ΧΑ τα ποσοστά της, σαν να μην έχουν μεσολαβήσει τα γεγονότα που οδήγησαν στη δίκη, σαν να μην εξελίσσεται επί μήνες η δίκη.
 Και λέω επιφανειακή αντίφαση διότι είναι πεποίθησή μου είναι  προϋπήρχε αυτή η πολιτισμική ατμόσφαιρα η οποία ευνόησε την άνοδο της Χρυσής Αυγής. Με άλλα λόγια,  ότι η ΧΑ είναι η πολιτική έκφραση ενός ρατσιστικού, ξενοφοβικού μουρμουρητού που διέτρεχε την ελληνική κοινωνία και στο οποίο διοχετεύτηκε η οργή και η απογοήτευση σημαντικού μέρους του πληθυσμού, που υπερβαίνει και τα εκλογικά ποσοστά της.
Πιθανόν κάπου εκεί να βρίσκεται και η απάντηση στο γεγονός ότι ούτε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα  ούτε η δίκη υπήρξαν καταλύτης για την δυναμική της ΧΑ.  
Γενικότερα και καθώς τα κείμενα του τόμου αναφέρονται στους διάφορους ρατσισμούς και την μιντιακή τους διαχείριση, νομίζω ότι η δεοντολογία παραμένει μια παρένθεση καθώς οι διάφορες παραλλαγές του ιδεολογικού λόγου των ΜΜΕ που παρουσιάζονται, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συγκλίνουν σ’ έναν καθησυχαστικό λόγο  ο οποίος χωροθετεί τη βία και την διαφορετικότητα με όρους αυτονόητου που καταπίνουν τους κανόνες της δεοντολογίας.
Και διατυπώνω την υπόθεση ότι στους όλο και διευρυνόμενους πληθυσμούς που  βιώνουν συνθήκες απόλυτης ένδειας και κοινωνικής απαξίωσης πιθανόν να βλέπουμε το φάντασμα του δικού μας μέλλοντος.  Και εδώ τοποθετείται το συμβολικό κομμάτι της βίας των θεσμών που δεν απευθύνεται μόνον στον απείθαρχο αλλά κυρίως στον πειθαρχημένο για να του δείξει ακριβώς το κόστος της ενδεχόμενης απειθαρχίας.
Κυρίως εδώ, πιστεύω ότι εδράζονται οι εκδοχές των ρατσισμών και το εθνικιστικό ήθος, το Εμείς και οι Άλλοι στην διεκδίκηση με όρους αναφαίρετων δικαιωμάτων και με τον καλλιεργούμενο φόβο περαιτέρω συρρίκνωσης ζωτικού χώρου εδαφικού ή άλλου. Και σημειώνω το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το τελευταίο κείμενο του τόμου, Ρατσιστικός και ξενοφοβικός λόγος στα ελληνικά ΜΜΕ. Η συμφωνία ΕΕ –Τουρκίας και η προσφυγική κρίση,  που υπογράφουν η Ελένη Κυριακίδου και ο Πέτρος Γκόγκας.
Υπ’ αυτό πρίσμα μιλάω για καθησυχαστικό λόγο, καθώς ρητά, υπόρρητα  ή μέσα από εξισορροπητικούς των διαφορετικών εκδοχών λόγους, τα καθεστωτικά και όχι μόνον μίντια ακόμα κι όταν δεν αναπαράγουν κυρίαρχους λόγους περί νόμου, τάξης και ασφάλειας, δεν τους αμφισβητούν ούτε τους υπονομεύουν.