Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, του Θεόδωρου Μεγαλοοικονόμου


(ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΕΙ Η ΑΜΥΓΔΑΛΕΖΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΛΕΡΟΥ)

Οι πρώτες φωτογραφίες από την Αμυγδαλέζα, με τους έγκλειστους μετανάστες πίσω από τα συρματοπλέγματα, αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη νέα πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί. Τηρουμένων των αναλογιών και αν αφαιρέσει κανείς τις πορτοκαλιές στολές, οι φωτογραφίες αυτές δεν απέχουν πολύ, ως εικόνα, από τις αντίστοιχες από ‘μακρινό’ Γκουαντάναμο και από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης παντού σ΄ όλο τον κόσμο, που μέχρι τώρα, τις τελευταίες δεκαετίες, ήταν γνωστά σ΄ αυτή τη χώρα απλώς ως ‘ειδήσεις’ και φωτογραφίες από ‘κάπου αλλού’. Αυτό το ‘αλλού’ τώρα είναι ‘εδώ’.
Η Αμυγδαλέζα, το πρώτο από τα δεκάδες στρατόπεδα που ετοιμάζονται για τους μετανάστες και τους διαφόρων ειδών ανεπιθύμητους αυτού του κοινωνικού συστήματος, δείχνει ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είναι κάτι που ανήκει στην ιστορία, μια ανωμαλία ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά, όπως λέει ο  Giorgio Agamben, «η κρυφή μήτρα και νόμος του πολιτικού χώρου εντός του οποίου εξακολουθούμε να ζούμε… την οποία πρέπει να μάθουμε ν΄ αναγνωρίζουμε διαμέσου όλων των μεταμορφώσεών της, στις ‘zones dattente’ των αεροδρομίων  μας, όπως και σε ορισμένες περιφέρεις των πόλεών μας»(1).
Εχουμε να κάνουμε μ΄ ένα συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού, ήδη από τον 19ου αιώνα, που πήρε εκρηκτικές διαστάσεις στη χιτλερική Γερμανία στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως εργαλείο μιας πρωτοφανούς στην ιστορία συστηματικής γενοκτονίας και που, πλέον, αποτελεί κυρίαρχη μορφή της ύπαρξής του. Με την επέκταση, δηλαδή, παγκοσμίως, σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού μιας ‘κατάστασης εξαίρεσης’, αναστολής, δηλαδή, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του όποιου Δικαίου, έτσι ώστε να τίθενται ‘υπό φύλαξη’ άτομα ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ‘επιλήψιμης διαγωγής’, αποκλειστικά και μόνο για ν΄ αποτραπεί ένας ‘κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους’-ένας κίνδυνος που τον προσδιορίζει ως τέτοιο ο εκάστοτε κυρίαρχος (2).
Μέσα σ΄ αυτή την εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αυτής που περιγράφεται ως η κατ΄ εξοχήν ιστορική περίοδος της ‘ελεύθερης, διαμέσου των όποιων συνόρων, κίνησης και κυκλοφορίας κεφαλαίων, αγαθών, πληροφοριών και ανθρώπων’, κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι, τα εκατομμύρια των ‘απόκληρων της παγκοσμιοποίησης’, οφείλουν (ως αποτέλεσμα ακριβώς της λειτουργίας αυτής της ‘ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου’) να ‘παραμένουν στη θέση τους’, ή, η όποια μετακίνησή τους, να γίνεται υπό όρους. Είναι η κίνηση, αυτό το εγγενές γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης, και όχι η ακινησία, που κατασκευάζεται ως κίνδυνος και αντιμετωπίζεται ως απειλή για την κανονικότητα της κατεστημένης Κοινωνικής Τάξης, καθώς «αποσταθεροποιεί την όποια προβλέψιμη σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα, στην κοινότητα και στον τόπο»(3). Είναι ο πρόσφυγας και ο μετανάστης που ενσαρκώνουν αυτή την διάρρηξη και αποδόμηση της σχέσης μεταξύ τους, των θεμελιωδών κατηγοριών του έθνους- κράτους (έδαφος, τάξη και γέννηση, σύμφωνα με τον Agamben), θέτοντας  στην ημερήσια διάταξη τις νέες μορφές της βιοπολιτικής της εξουσίας, που ως κύρια αποστολή έχουν, μεταξύ άλλων, την ρύθμιση και τον έλεγχο της μετακίνησης διαμέσου των συνόρων και, εν γένει, της όποιας κίνησης εκτός ‘ασφαλούς’ πρόβλεψης και προδιαγραφών, αλλά, επίσης, και όλων των ‘ενδιάμεσων τόπων’ και ταυτοτήτων που αυτή προκαλεί. Συστατικό στοιχείο αυτής της νέας βιοπολιτικής είναι η αντιμετώπιση όλων αυτών των ‘εκτός τόπου’, μέσα σε ‘ενδιάμεσους τόπους’ (οι προαναφερθείσες ζώνες αναμονής στα αεροδρόμια, γήπεδα, διαφόρων ειδών ‘κέντρα κράτησης’ ή ‘υποδοχής’ κοκ) διαμέσου της κυριαρχίας του Νόμου, που συνίσταται ακριβώς στην άρση της όποιας εφαρμογής των προβλέψεων του Νόμου για θεμελιώδη δικαιώματα και τα ονομαζόμενα ‘δικαιώματα του πολίτη’ – μέσα, δηλαδή, από μια ‘κατάσταση εξαίρεσης’.
Όπως στο παρελθόν, έτσι και σήμερα (πολύ περισσότερο σήμερα, σ΄ αυτή την χωρίς προηγούμενο κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού), η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ παύει σύντομα να έχει ένα προσωρινό χαρακτήρα, ν΄ αναφέρεται, δηλαδή, σ΄ αυτή ή την άλλη προσωρινή και εξωτερική κατάσταση και γίνεται τρόπος ύπαρξης του συστήματος, ταυτίζεται με τον κανόναTο στρατόπεδο, όπως λέει ο Agamben, είναι ο χώρος που ανοίγεται όταν η κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας»(4). Η πρόσκαιρη αναστολή του Δικαίου, με την επίκληση ενός εξωτερικού κινδύνου, «αποκτά τώρα μια μόνιμη χωρική δομή, η οποία, όμως, ως τέτοια παραμένει σταθερά εκτός κανονικής τάξης»(5). Κοινωνική Τάξη γίνεται, πλέον, η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης.
Το στρατόπεδο είναι, λοιπόν, η χωρική δομή όπου η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ ενσαρκώνεται ως κανονικότητα. Στρατόπεδο έχουμε μπροστά μας είτε πρόκειται για την Αμυγδαλέζα, είτε για τους χώρους περιορισμού και διαχείρισης των τοξικομανών, είτε για την πέραν των όποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων διαχείριση οποιασδήποτε ομάδας του πληθυσμού και ανεξαρτήτως του πόσο σοβαρά είναι, ανάλογα με τη συγκυρία και τους συσχετισμούς, τα εγκλήματα που διαπράττονται (ενάντια σ΄ αυτές που έχουν προσδιοριστεί από την κυρίαρχη εξουσία ως ‘ζωές ανάξιες να ζουν’) από τον, υπό την όποια μετεκλογική σύνθεση, εντεταλμένο πολιτικό σχηματισμό της εξουσίας για την εφαρμογή του μνημονίου. Για στρατόπεδο πρόκειται όποια και αν είναι η ονομασία (‘κέντρα κράτησης’, ή ‘υποδοχής’ κοκ) και όποια κι΄ αν είναι η ιδιαιτερότητα μιας τέτοιας χωρικής δομής, εντός της οποίας ‘όλα είναι δυνατά’ να γίνουν πάνω στη ‘γυμνή ζωή’, στον στερημένο από κάθε δικαίωμα άνθρωπο.
Είναι χαρακτηριστικά για την ιστορική συνέχεια της στρατοπεδικής αντιμετώπισης των κοινωνικών αντιφάσεων και της ταξικής πάλης σ΄ αυτή τη χώρα, τα επιχειρήματα που κινητοποίησε ο Χρυσοχοϊδης και όλο το μνημονιακό σύμπλεγμα της εξουσίας (ΝΔ κλπ) για να πείσουν τις τοπικές κοινωνίες σε διάφορες περιοχές προκειμένου ν΄ αποδεχτούν την δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών στους κόλπους τους. «Στόχος είναι η ενδυνάμωση της τοπικής κοινωνίας, με την δημιουργία θέσεων εργασίας…. σε λίγο καιρό οι δήμαρχοι που τώρα είναι αρνητικοί στα κέντρα κράτησης θα μας παρακαλούν να τα φτιάξουμε στην περιοχή τους» (εφημ ΤΑ ΝΕΑ, 21/3/2012) . «Πρέπει να εξουδετερώσουμε την βόμβα, η οποία βρίσκεται στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, τη βόμβα του μεταναστευτικού, αντιμετωπίζοντας άμεσα το πρόβλημα», δήλωνε ο Χρυσοχοϊδης λίγο πριν δώσει την εντολή για ν΄ αρχίσει η μαζική (προεκλογική, μεν, αλλά θα έχει και συνέχεια) σκούπα και μεταφερθούν ο πρώτοι μετανάστες στην Αμυγδαλέζα. Λίγες μέρες αργότερα ο ομογάλακτος του Χρυσοχοίδη τροϊκανός υπουργός υγείας Λοβέρδος ανακάλυπτε την ‘υγειονομική βόμβα’ στα θύματα του trafficking και της τοξικοεξάρτησης που είναι φορείς του AIDS, ηγούμενος σε μια πρωτοφανή εκστρατεία διαπόμπευσης του θύματος για να συγκαλύψει τον θύτη που είναι αυτός ο ίδιος και το σύστημα που εκπροσωπεί - αλλά και επιβεβαιώνοντας την ανάλυση του Michel Foucault για τον υγειονομικό θεσμό,  βασισμένο πάνω στο δίπολο ‘υγεία - αρρώστια’ ως αλληλοαποκλειόμενων αντιθέτων, ως μια από τις κυρίες μορφές κοινωνικού ελέγχου της σύγχρονης βιοεξουσίας.
Για όλες αυτές τις ‘βόμβες’ το σύστημα δεν έχει άλλη απάντηση από την αντιμετώπισή τους μέσω μιας κατάστασης εξαίρεσης και το στρατόπεδο.
Το πρώτο που θα είχε να υπενθυμίσει κανείς εν προκειμένω  είναι ότι, πριν τον Χίτλερ, τα πρώτα στρατόπεδα στη Γερμανία είχαν δημιουργηθεί από τους Σοσιαλδημοκράτες. Αρχικά το 1923, όταν έκλεισαν σ΄ ένα στρατόπεδο χιλιάδες μέλη του τότε γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος και, εν συνεχεία, ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης για ‘αλλοδαπούς’, που φιλοξενούσε ως επί το πλείστον εβραίους (το πρώτο στρατόπεδο εγκλεισμού για εβραίους στον 20ο αιώνα, πριν την εγκαθίδρυση των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία). Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, είναι οι κρατούσες δυνάμεις της πάλαι ποτέ ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ που ανοίγουν στον δρόμο σε ναζιστικά μορφώματα, όπως η ‘Χρυσή Αυγή’, λειτουργώντας σε μια κατεύθυνση της οποίας οι ναζί είναι απλώς οι αυθεντικοί εκφραστές.
Το δεύτερο στοιχείο, που αναφέρεται σε μιαν από τις προηγούμενες ελληνικές εμπειρίες, έχει να κάνει με το πώς, οι δηλώσεις αυτές του Χρυσοχοϊδη για τον ‘αναπτυξιακό’ χαρακτήρα των στρατοπέδων συγκέντρωσης ανακαλούν αντίστοιχες δηλώσεις προ 65 χρόνων των τότε κρατούντων, όταν οι τοπικοί Δωδεκανήσιοι πολιτικοί παράγοντες  προσπαθούσαν να πείσουν  (πράγμα που τελικά το κατάφεραν) την κεντρική εξουσία (κυβέρνηση ήταν η γνωστή ΕΡΕ) ότι οι  εγκαταλειμμένοι ιταλικοί στρατώνες στη Λέρο ήταν ο καταλληλότερος τόπος για την μεταφορά/εξορία των συνωστισμένων στα υπόλοιπα ψυχιατρεία της χώρας ψυχικά ασθενών.
Μια ‘ψυχιατρική βόμβα’ είχε δημιουργηθεί στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 50, με χιλιάδες ψυχικά ασθενείς στοιβαγμένους στα ψυχιατρεία (Δαφνί, Δρομοκαίτειο, ΨΝ Θεσσαλονίκης) και οι ιθύνοντες που την δημιούργησαν (πολιτική και ψυχιατρική εξουσία) έψαχναν απεγνωσμένα να βρουν τρόπους (εννοώντας, τόπους) αποσυμφόρησης αυτών των στοιβαγμένων στους  τεράστιους θαλάμους των ασύλων.
Πολιτικοί που συνδέονταν με την περιοχή επιχειρηματολογούσαν υπέρ της δημιουργίας (μέσω του Δημοσίου) θέσεων εργασίας στα οικονομικά καθημαγμένα μετά την ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα και η δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου ιδρύματος  σ΄ ένα μικρό νησί φάνταζε ως μια ευκαιρία. Τίποτα πιο θελκτικό για την κεντρική εξουσία από μια τέτοια ‘φτηνή’ λύση  προκειμένου έτσι να υλοποιήσει την απόφασή της να εξορίσει τους ‘αζήτητους’ κάπου, όπου ήδη υπήρχαν εγκαταστάσεις (όσο κι΄ αν αυτές ήταν άκρως ανεπαρκείς και ακατάλληλες) και, ταυτόχρονα, καμιά διαμαρτυρία (αντίθετα, ανακούφιση) από τους ψυχιάτρους που συνεργάστηκαν πλήρως για την αποπομπή αυτών που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει ως ‘ανίατους’.
Το ιδεολόγημα που προβλήθηκε ως άλλοθι και ως περιτύλιγμα του εξοστρακισμού ήταν ότι ‘λύνουμε ένα πρόβλημα’ (την ‘βόμβα’ του υπερσυνωστισμού) πηγαίνοντάς τους εκεί για ‘καλλίτερα’.  Όχι σε ένα ψυχιατρείο, αλλά σε μια ‘αγροτική αποικία’, όπως την ονόμασαν, για την επανένταξη των ασθενών. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Από 650 που ήταν ο  αρχικός αριθμός κλινών, βάσει του οργανισμού του νέου ιδρύματος, που άνοιξε τις πύλες του το 1958, έφτασε σύντομα τους 2750, με τους εγκλείστους  να στοιβάζονται ακόμα χειρότερα απ΄ ό, τι εκεί απ΄ όπου τους μετέφεραν και συχνά να κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, στο  ίδιο μέρος που έπρεπε να υπάρξει χώρος για να φάνε (και όχι μόνο). Μ΄ ένα ποσοστό θανάτων από τα πιο υψηλά διεθνώς (σε σχέση με τα αντίστοιχα στα άλλα ψυχιατρεία), από τους 4000 που συνολικά μεταφέρθηκαν στη Λέρο από τα άλλα ψυχιατρεία μέχρι το 1982 (όταν μπήκε φρένο στις περαιτέρω μεταφορές), το 1990 είχαν μείνει 1100.
Η τοπική οικονομία πράγματι άνθησε ως ιδρυματική οικονομία, ως θέσεις εργασίας για την πλειονότητα του πληθυσμού και ως προμήθειες για το ψυχιατρείο. Κράτος και κατεστημένη  ψυχιατρική κατάφεραν να δέσουν (να παραμορφώσουν οικονομικά και ν΄ αλλοτριώσουν) μιαν ολόκληρη τοπική κοινωνία γύρω από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ειδικού τύπου, που κατέληξε να εκφράσει και να συμβολίσει σε ευρωπαϊκή κλίμακα, στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σ΄ όλη την δεκαετία του 80, την πεμπτουσία του ιδρυματικού εξανδραποδισμού και εξόντωσης.
Το σύστημα αυτό δημιούργησε θέσεις εργασίας στο ίδρυμα, που ρόλος τους ήταν η επιτήρηση και η φύλαξη της ομάδας των εγκλείστων, ενώ ταυτόχρονα καλλιέργησε την ιδεολογική και συναισθηματική αποδοχή του ρόλου αφού, μέσω αυτού, κέρδιζε κανείς το ψωμί του. Ενός ρόλου που ανατέθηκε από την ψυχιατρική και το κράτος για μια διαχείριση των ασθενών ως αντικειμένων, που πρέπει να φυλαχτούν για να μη δραπετεύσουν, να συντηρηθούν βιολογικά και να πειθαρχήσουν.
Και αυτή ήταν μια επιπλέον ‘παρενέργεια’ της εξορίας των ψυχικά ασθενών στη Λέρο : ο εξαναγκασμός, δηλαδή, μιας μικρής αλλά ζωντανής κοινωνίας, στο δρόμο μιας δύσμορφης ‘ανάπτυξης’, σ΄ ένα δρόμο όπου, από γενιά σε γενιά, όλο το ζωντανό αίμα αυτής της κοινωνίας, νέοι που γίνονταν μεσήλικες, έφταναν να συνταξιοδοτούνται έχοντας περάσει μια ζωή στην υπηρεσία του ιδρύματος, φύλακες των «νεκρών ψυχών» (6).
Το τέλος μιας τοπικής ‘ανάπτυξης’ βασισμένης πάνω σ’ ένα ολοπαγές ίδρυμα (σ΄ ένα, εν τη ουσία, στρατόπεδο συγκέντρωσης ψυχικά ασθενών, τουλάχιστον μέχρι να ξεκινήσουν οι προσπάθειες της μεταρρύθμισης στην δεκαετία του 90) έχει φτάσει εδώ και καιρό, όταν το ίδρυμα, από ένα σημείο και πέρα, έγινε εμπόδιο (αντί διέξοδος) για το σύστημα. Η τοπική ‘ιδρυματική οικονομία’ πνέει τα λοίσθια καθώς μειώνεται με όλο και πιο ταχείς ρυθμούς ο αριθμός των εναπομεινάντων, υπέργηρων πλέον, ασθενών.
Η περίπτωση της Αμυγδαλέζας και των άλλων στρατοπέδων μεταναστών που ετοιμάζονται σε όλη τη χώρα μπορεί, φυσικά, μόνο κατ’ αναλογίαν να συγκριθεί με την εμπειρία της Λέρου. Τηρουμένων, ωστόσο, των αναλογιών, δεν θα έπρεπε να διαφύγει της προσοχής ο διαχρονικός χαρακτήρας της επιχειρηματολογίας της εξουσίας, επωφελούμενης και από την μαζική ανεργία και την οικονομική κατάρρευση των τοπικών κοινωνιών, για το πλασάρισμα εντός αυτών των διαφόρου μορφής στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και τώρα, όπως και τότε: τρέξτε να επωφεληθείτε από τις θέσεις εργασίας φυλάκων (ιδιωτικών αστυνομικών κλπ) και προμηθευτών (catering, κλπ) για την συντήρηση των εγκλείστων. Βέβαια, το αντίτιμο τώρα δεν είναι «μια θέση στο δημόσιο», αλλά μια επισφαλής θέση εργασίας για μια μικρή κοινωνική ομάδα που θα αμείβεται με μισθούς επιβίωσης για την φύλαξη μια άλλης ομάδας με τα ίδια μ΄ αυτήν κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά - μέχρι που πιθανόν, ανάλογα με τις διαδρομές της συγκυρίας και τους συσχετισμούς και τις επιλογές της εξουσίας, να φτάσει και η σειρά αυτών που, ενώ ξεκίνησαν ως φύλακες και προμηθευτές, κατέληξαν ως κρατούμενοι σε κατάσταση εξαίρεσης, φυλασσόμενοι από κάποιους άλλους.
Ακόμα και η εικόνα από το εσωτερικό του άδειου στρατοπέδου, πριν την μεταφορά των πρώτων μεταναστών, που προβλήθηκε κατά κόρον από τα ΜΜΕ, τα κοντέινερ, δηλαδή, με τα τετράκλινα δωμάτια, με τα κλασσικά στρατοπεδικά διώροφα κρεβάτια, με το μικρό λουτρό παραδίπλα κλπ, σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι όλα είναι ‘καθαρά’ (ωσάν για μια ‘υγειονομική ταφή της βόμβας’), δεν μπορεί να κρύψει αυτό που επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον, που είναι ήδη παρόν στη λογική της εν λόγω χωρικής δομής και το οποίο, ούτως ή άλλως, σηματοδοτείται από τα συρματοπλέγματα : ένας καταυλισμός, όπως τόσοι άλλοι στο Μενίδι, με τα σπιτάκια από λαμαρίνα, όπου έμεναν για χρόνια σεισμοπαθείς, συχνά συνωστισμένοι (σε ορισμένες περιοχές, εκεί κοντά, τις οποίες ανέκαθεν οι κάτοικοι ονόμαζαν καταυλισμούς ή στρατόπεδα, μένουν ακόμα μερικές χιλιάδες), μετατρέπεται σε κανονικό στρατόπεδο με συρματοπλέγματα, με αναπόφευκτο το συνωστισμό σ΄ αυτά τα ήδη στενόχωρα τετράκλινα, καθώς το κράτος, με τις γνωστές από το παρελθόν (και το παρόν) πρακτικές του σε όλους τους χώρους εγκλεισμού, θα στοιβάζει όλο και περισσότερους, με την ανεξέλεγκτη βία και την αυθαιρεσία στην εσωτερική διαχείριση του στρατοπέδου. Αλλά τότε τα ΜΜΕ δεν θα επιτρέπεται να δείξουν εικόνες…
Εχει, επομένως, μεγάλη σημασία να γίνει αντιληπτό το γεγονός ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι, αφενός, προϊόν μιας κοινωνικής οργάνωσης που τείνει όλο και περισσότερο να λειτουργεί σ΄ αυτή τη λογική και αφετέρου, μια δομή όπου η κατάσταση εξαίρεσης (που πάνω στην ανεξέλεγκτη δικαιοδοσία της ν΄ αποφασίζει επ΄ αυτής θεμελιώνεται η κυρίαρχη εξουσία) υλοποιείται ως κανόνας. Μόνο σ΄ αυτή τη βάση μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί συνέβησαν όσα συνέβησαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και όσα σήμερα προωθούν διάφορα αντίγραφα του Αϊχμαν, όπως οι Λοβέρδος, Χρυσοχοίδης, ή όποιοι τους διαδεχτούν μετεκλογικά.
Το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είναι μια κοινωνική ‘ανωμαλία’, όπου απλά η ζωή των υπόλοιπων συνεχίζεται παραδίπλα, με μερικούς, μάλιστα, να επωφελούνται  από την ύπαρξή του… και μετά ν΄ αναρωτιέται κανείς, ακόμα και σήμερα, πώς έγινε δυνατό να διαπραχτεί όλη αυτή η συστηματική εξόντωση και γενοκτονία κατά των εβραίων, των τσιγγάνων, των ψυχικά ασθενών, των κομμουνιστών κοκ.
Όταν, μάλιστα, βλέπει κανείς τον μετανάστη πίσω από τα συρματοπλέγματα στην Αμυγδαλέζα ως κάτι που, στην καλλίτερη περίπτωση, αισθάνεται ότι δεν τον αφορά (στις περιπτώσεις που δεν το επικροτεί ανοιχτά, τουλάχιστον σαν ‘αναγκαίο κακό’).
Χωρίς, κατά συνέπεια, να συνειδητοποιεί ότι το συρματόπλεγμα, η χωρική δομή εντός της οποίας η κατάσταση εξαίρεσης είναι κανόνας, είναι προϊόν λειτουργίας της βιοπολιτικής μιας εξουσίας εντός συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων και συσχετισμών, σχέσεων των οποίων αποτελούμε όλοι μέρος - και τις αποδεχόμαστε, προσαρμοζόμενοι σ΄ αυτές,  ή παλεύουμε για την ανατροπή τους.
Όπως λέει ο G. Agamben, αντί υποκριτικά ν΄ αναρωτιόμαστε πώς έγινε δυνατό να γίνουν οι φρικαλεότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, «πιο έντιμο και κυρίως περισσότερο επωφελές θα ήταν να ερευνήσουμε με προσοχή διαμέσου ποιών δικαιϊκών διαδικασιών και ποιων πολιτικών μηχανισμών στάθηκε εφικτό ανθρώπινες υπάρξεις να στερηθούν τελείως τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να διαπράττεται εις βάρος τους οτιδήποτε χωρίς να προβάλλει πλέον ως έγκλημα (πράγματι στο σημείο αυτό τα πάντα είχαν καταστεί δυνατά)»(7).
Η σημερινή κατάσταση, στο βαθμό που το καπιταλιστικό σύστημα που την  παράγει δεν ανατραπεί με το μόνο τρόπο που είναι δυνατόν, μέσα, δηλαδή, από την επαναστατική δράση της εργατικής τάξης και όλων των  καταπιεσμένων στρωμάτων, των μεταναστών συμπεριλαμβανομένων, οδεύει με ταχείς ρυθμούς στο σημείο όπου και πάλι «τα πάντα θα έχουν καταστεί δυνατά»…

Αναφορές

1.     Giorgio Agamben : «Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή» (1995). Ελληνική έκδοση Scripta, 2005.
2.     οππ.
3.     Δήμητρα Μακρυνιώτη : Εισαγωγή στο Erving GoffmanH παραφροσύνη κατ΄ οίκον» 1969, ελληνική έκδοση, Αλεξάνδρεια, 2012 (μετάφραση της ιδίας).
4.     Giorgio Agamben, οππ.
5.     Οππ.
6.     Θ. Μεγαλοοικονόμου : «Ιστορία των παρεμβάσεων στο ΚΘ Λέρου». Εισαγωγικό κείμενο στο: Μαρία Μητροσύλλη κ.α «Μελέτη της Νομικής και Κοινωνικής Θέσης των ασθενών στο Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου», 1995.
7.     Giorgio Agamben, οππ.  



5/5/2012


Θ. Μεγαλοοικονόμου

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

και πάλι στο στόχαστρο των δικαστικών αρχών ο πανεπιστημιακός συνδικαλισμός

Έλαβα και κοινοποιώ:
Ο σύντροφος Τάκης Πολίτης, από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, σήμερα ενημερώθηκε ότι ο εισαγγελέας αυτεπάγγελτα έχει διατάξει προκαταρκτική εξέταση και καλείται σε κατάθεση ως εν δυνάμει κατηγορούμενος για παράβαση του άρθρου 183 του ΠΚ (Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί ή διεγείρει δημόσια σε απείθεια κατά των νόμων ή των διαταγμάτων ή εναντίον άλλων νόμιμων διαταγών της αρχής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.) Η υπόθεση αφορά την διαρροή/υποκλοπή του γνωστού mail του, που ενημέρωνε για τη δράση του δικτύου συλλόγων διδασκόντων ΑΕΙ εναντίον του νέου νόμου. Πήρε προθεσμία 48 ωρών για να καταθέσει.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τάκης Πολίτης βρίσκεται στο στόχαστρο των δικαστικών αρχών για τη συνδικαλιστική του δράση  [βλ. σχετικά: http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/search/label/%CE%A4%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82%20%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82]
Ελπίζω να μην εξαφανιστεί αυτή η επίθεση  στα δευτερεύοντα της προεκλογικής περιόδου μιας και οι πολυάσχολοι εισαγγελείς έκριναν τόσο επικίνδυνη τη δράση του συναδέλφου ώστε να  κινήσουν τώρα την προκαταρκτική εξέταση.
Καλή δύναμη Τάκη!

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Το τελευταίο μάθημα (απόσπασμα κυοφορούμενου πονήματος με τίτλο ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΗΣΥΧΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ)

[απόσπασμα κυοφορούμενου πονήματος με τίτλο ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΗΣΥΧΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ]


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΘΗΜΑ

Παρασκευή απόγευμα. Προς βράδυ. Παγωνιά. Άδειο σχεδόν το πανεπιστήμιο. Όταν εμφανίστηκε, είχε αρχίσει να αδειάζει κι η αίθουσα, δεν τον περιμέναμε πια, άλλωστε ήταν καιρός που δεν ερχόταν στα μαθήματα και παίζανε όλες οι εκδοχές για την απουσία του. Όσοι είχαν μείνει μέσα, βιαστήκανε να καθίσουν στις θέσεις τους και, για κάμποση ώρα, συνέχισαν να μπαίνουν στην αίθουσα κι εκείνοι που βρισκόταν στο διάδρομο και τον είδαν να έρχεται. 
Μπήκε και, όπως έκανε πάντα, δεν πλησίασε καν την έδρα, διέσχισε την αίθουσα χωρίς να μας κοιτάξει κι έφτασε στο παράθυρο. Ακούμπησε στο περβάζι την τσάντα του και το ποτήρι που κρατούσε στο χέρι και, βάζοντας το τσιγάρο στο στόμα του για να ελευθερώσει και το άλλο χέρι, έβγαλε το πανωφόρι του, το δίπλωσε προσεκτικά και το ακούμπησε πάνω από την τσάντα του. Μάζεψε μετά σε ντάνες ό, τι χαρτιά υπήρχαν ξεχασμένα πάνω στο περβάζι, τα έριξε πάνω στον προτζέκτορα, που ισορροπούσε με δυσκολία βαλμένος ανάποδα στο στενό περβάζι και κάθισε στο χώρο που είχε αδειάσει. Κόπηκαν μαχαίρι τα γελάκια και οι ψίθυροι όταν βολεύτηκε κι έστρεψε το βλέμμα στην τάξη.
«Καλή αρχή», είπε -κάπου στη μέση του εξαμήνου είμαστε πια.
Έγειρα πίσω το κεφάλι χωρίς να φροντίσω να κρύψω ένα χαμόγελο που θα ήθελα να είναι ειρωνικό, περιμένοντας ν’ αρχίσει τη συνηθισμένη του πρόζα, κοιτώντας μας έναν έναν, μία μία, πριν περάσει στην επόμενη, τη μεγάλη κίνηση διαλέγοντας παρτενέρ.
«Παρακαλώ δεσποινίς, ερχόσαστε κοντά μου; Εδώ στο παράθυρο εννοώ, όχι πιο κοντά μου. Φέρτε και το μπουκάλι με το νερό που έχετε μπροστά σας. Μην σας νοιάζει, δεν σιχαίνομαι».
Και διάλεξε σωστά, όπως πάντα. Ξανθούλα, στρουμπουλή, ξεχείλιζε από σεβασμό, ιδανική παρτενέρ για τη συγκεκριμένη σκηνή.
«Να πάρω και τις σημειώσεις μου Κύριε;».
Ε, ναι, το περίμενα κι αυτό, την ίδια αντίδραση με μικρές παραλλαγές ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Κοίταξε γύρω του λοιπόν, «Σε ποιον μιλάτε;», τη ρώτησε και της χαμογέλασε μ’ εκείνο το στραβό χαμόγελο που άφηνε το μισό του πρόσωπο ανέκφραστο. «Σ’ εμένα μάλλον… Όχι, μόνο το μπουκάλι σας να πάρετε μαζί σας, το νερό σας», κατέληξε κοιτώντας την τώρα επίμονα, το κοκκίνισμα, την αμηχανία της, έπαιζε ωμά πια το ρόλο του, τον χαιρόταν για να χάνει χρόνο κρατώντας τα προσχήματα.
Δεν πέσανε τσάντες, ούτε βιβλία, ευτυχώς η κοπελιά καθόταν σε ακριανή καρέκλα και τον πλησίασε χωρίς άλλα απρόοπτα –εκτός εάν θεωρήσουμε απρόοπτο το ότι της ζήτησε να ρίξει λίγο νερό στο ποτήρι με το ουίσκι που κρατούσε στα χέρια του, «ελάτε, μην διστάζετε, δεν σιχαίνομαι σας είπα» και πήρε το μπουκάλι απ’ τα χέρια της γιατί έμοιαζε ικανή να το αδειάσει όλο στο ποτήρι του. «Κοιτάξτε τώρα από το παράθυρο και, παρακαλώ σας, πέστε μου τί βλέπετε».
Όσα χρόνια είμαι εδώ, αυτό το παράθυρο το θυμάμαι ανοιχτό, χειμώνα καλοκαίρι, κάπου είχε μαγκώσει ο μηχανισμός και δεν έκλεινε εντελώς, άφηνε μια παλάμη τουλάχιστον κενή. Αυτό που δεν περίμενα όμως ήταν ότι η κοπελιά θα πήγαινε να σφηνώσει το κεφάλι στο άνοιγμα, δεν θυμόμουν να το έχει κάνει άλλος μέχρι τώρα.
«Από πού να κοιτάξω Κύριε;»
Εκείνος έκανε πάλι την πρόζα του παριστάνοντας ότι ψάχνει να βρει σε ποιον απευθύνεται το Κύριε αλλά μετά της απάντησε χωρίς να το σχολιάσει: «Από όπου θέλετε, απλώς κοιτάξτε το δρόμο και πείτε μου τι βλέπετε».
«Τίποτα…»
«Πώς τίποτα; Δεν γίνεται να μην βλέπετε τίποτα!»
«Περνάει ένα αυτοκίνητο…»
«Πολύ ωραία, περνάει ένα αυτοκίνητο. Άλλο;»
«Την καφετέρια… Απέναντι» και είχε έναν ερωτηματικό τόνο η φωνή της, σαν να ήταν σίγουρη ότι τα έλεγε λάθος. Εκείνος έκανε μια μεγάλη κίνηση με το χέρι του για να της δείξει ότι έπρεπε να συνεχίσει. «Έχει πολύ κόσμο… Όσο μπορώ να δω…»
«Όσο μπορείτε να δείτε! Πολύ σωστά! Πάρα πολύ σωστά!» και πάλι η κίνηση του χεριού. «Συνεχίστε, τι άλλο βλέπετε».
«Μα… Τα συνηθισμένα… Παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μηχανές… Να, δεν έχει κίνηση τέτοια ώρα αυτός ο δρόμος…»
«Είναι ένας ήσυχος δρόμος; Απόψε είναι ήσυχος αυτός ο δρόμος;»
«Ναι… Δηλαδή έτσι νομίζω…»
«Έτσι νομίζετε ή θα λέγατε ότι είναι ένα ήσυχο απόγευμα στο δρόμο έξω από το πανεπιστήμιο;»
Σχεδόν την έβλεπες με τρόπο υλικό την ανακούφιση που εκβλήθηκε μαζί με την ανάσα της.
«Ω ναι, ένα ήσυχο απόγευμα… Ακριβώς αυτό θα έλεγα…».
«Πολύ ωραία! Ευχαριστώ! Καθίστε τώρα στη θέση σας»
Άναψε τσιγάρο, ήπιε λίγο από το περιεχόμενο του ποτηριού του και περίμενε να καταλαγιάσει η αναστάτωση που προκάλεσε η επιστροφή της κοπελιάς στη θέση της.
«Λοιπόν», είπε κάνοντας εκείνη την κίνηση, σαν να ήθελε να σκουπίσει κάτι από τη μύτη του με τον αντίχειρα και που κατέληγε να σπρώχνει νευρικά την άκρη της μύτης του προς τα επάνω.  «Λοιπόν», επανέλαβε, «η συνάδελφός σας είδε ένα ήσυχο απόγευμα στο δρόμο έξω από το πανεπιστήμιο, σύμφωνοι;». Δεν περίμενε απάντηση, κατέβηκε απ’ το περβάζι κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματα που είχε στοιβάξει πλάι του.
«Σήμερα είναι 3 Δεκέμβρη, σωστά;» Συνέχισε, χωρίς να σταματήσει να μαζεύει τα πράγματα. «Σωστά;», Ξαναρώτησε, κοιτάζοντάς μας τώρα, νομίζω μας κοίταξε όλους, τουλάχιστον αυτή την αίσθηση είχα. Κανείς δεν κινήθηκε για να επιβεβαιώσει, κοιτάζοντας το κινητό ή το ρολόι του, ότι ήταν όντως η 3 Δεκέμβρη. 
«Σωστά λοιπόν εφόσον δεν το αμφισβητεί κανείς. Όμως δεν είναι ένα ήσυχο απόγευμα. Στον μπροστινό δρόμο του πανεπιστημίου έχει συγκεντρωθεί αστυνομία και ζητάει να εκκενωθεί το κτίριο και να παραμείνει κλειστό μέχρι να ελέγξουν εάν όντως τοποθετήθηκε βόμβα, όπως τους τηλεφώνησαν. Για την ακρίβεια, μου είπαν να σας ενημερώσω».
Και πάλι κανείς δεν κινήθηκε, σαν να μας είχε παραλύσει η πληροφορία ή ο τόνος της φωνής του, δεν ξέρω. Άδειασε με μια γουλιά το ποτήρι του, έκανε μια απροσδιόριστη χειρονομία προς το μέρος μας, σαν να μας καλούσε ή να μας απόδιωχνε, μεγάλη χειρονομία, με σταθμούς στην τροχιά της που την έκαναν ασαφή.
«Αυτό που λέω λοιπόν είναι ότι η θέα από το παράθυρο δεν είναι η κατάσταση για την οποία συζητάμε, είναι μόνο ένα μέρος της κατάστασης. Κι εμείς θα πρέπει να μιλήσουμε για αυτά που ορίζουν και περιορίζουν την εικόνα της κατάστασης, να αναζητάμε τη συνολική, τη μεγάλη αν θέλετε εικόνα. Αυτό θα κάνουμε. Στις επόμενες συναντήσεις μας. Τη μεγάλη εικόνα. Και τώρα σηκωθείτε, φεύγουμε, είναι έξω η αστυνομία. 3 Δεκέμβρη όπως σας είπα και το πανεπιστήμιο θα μείνει κλειστό γιατί φοβούνται επεισόδια. Ο Δεκέμβρης… Πάντως τώρα ήταν τηλεφώνημα. Για βόμβα».
Μετά, θυμάμαι, είχε αδειάσει η αίθουσα κι αυτός καθόταν μπροστά στο παράθυρο και κάπνιζε. Θέλησα να τον πλησιάσω αλλά δίστασα. Όπως έφευγα τον άκουσα να λέει, «τα μαθήματα θα τα συνεχίσουμε μαζί, είμαι πάλι εδώ και μάλλον δεν θα φύγω πλέον».
«Εγώ είμαι, δεν υπάρχει κανείς, φύγανε, σ’ εμένα το λες; Το ξέρω…»
Δεν απάντησε. Περίμενα λίγο κι έπειτα βγήκα απ’ την αίθουσα. Τον είδα μετά από αρκετή ώρα να βγαίνει κι αυτός και ν’ ανεβαίνει τις σκάλες, δεν ήταν από εκεί η έξοδος, στο γραφείο του πήγαινε. Κι έτσι το ήξερα πια, κανείς δεν θα υπήρχε στον μπροστινό δρόμο και πάντως όχι η αστυνομία.
Κατέβηκα κι εγώ απ’ τη σκάλα και βγήκα απ’ τη μικρή πλαϊνή πόρτα, η είσοδος του κεντρικού κτιρίου ήταν κλειστή, είχαν βάλει και τις αλυσίδες. Έκανα ένα γύρο για να σιγουρευτώ ότι δεν ήταν κανείς στο πανεπιστήμιο. Κανείς, μόνο οι φύλακες στο κουβούκλιο του κεντρικού κτιρίου με ανοιχτή την τηλεόραση, δεν με είδαν νομίζω, άκουγαν ειδήσεις.
Προχώρησα μέχρι το κάτω στενό, εκεί που είχα αφήσει τη μηχανή μου, έβλεπα πια το πίσω μέρος του κτιρίου. Κοίταξα ψηλά, στον πέμπτο όροφο. Είχε φως στο γραφείο του, το μόνο φωτισμένο γραφείο. Ήξερε λοιπόν. Έστριψα ένα τσιγάρο και το κάπνισα ολόκληρο κι αμέσως μετά έστριψα κι άλλο. Αυτό δεν πρόλαβα να το καπνίσω, είχα παγώσει, δεν ένοιωθα τα χέρια μου, το πέταξα σχεδόν ολόκληρο κι έφυγα μαρσάροντας. 
Δυο τρία τετράγωνα πιο κάτω άκουσα την έκρηξη.




Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Νόθο παιδί του γάμου μεταξύ υπουργείων υγείας και δικαιοσύνης [ή όπως τα λένε, τέλος πάντων]. Η επίθεση στο 18ΑΝΩ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Η θεραπευτική ομάδα της Μονάδας Απεξάρτησης του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής που αποτελείται από τους εργαζόμενους και τη Διευθύντρια του 18 Άνω Κατερίνα Μάτσα γνωρίζουμε πολύ καλά τη θέση και το ρόλο που μας αναλογεί στην παρούσα ιστορική συγκυρία.
Ξέρουμε ότι κρατάμε ζωντανή τη δημόσια, δωρεάν απεξάρτηση προσβάσιμη και αποτελεσματική για κάθε εξαρτημένο από ουσίες πολίτη αυτής της χώρας, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη και την οικονομική του κατάσταση.
Ξέρουμε ότι δίνουμε ζωή σε κάθε εξαρτημένο που θέλει να απελευθερωθεί από τον καταναγκασμό ΚΑΘΕ εξάρτησης από ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ουσία κατακτώντας έτσι με πολύ κόπο τη θέση του ανάμεσα στους ενεργούς πολίτες που μάχονται, αντιστέκονται και διεκδικούν.
Έχουμε καταλάβει επίσης ότι αυτό είναι κάτι που απεχθάνονται οι κρατούντες. Κάνουν ό,τι μπορούν για να το καταστείλουν. Πρόσφατο παράδειγμα η κατάφορη παραβίαση του θεραπευτικού πλαισίου από την εισαγγελική παραγγελία για ΕΔΕ στη Μονάδα Απεξάρτησης.
Δίνουμε καθημερινά μάχη ενάντια στο θάνατο. Λέτε να τρομάζουμε τόσο εύκολα κ. Λοβέρδο;
Αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα ήμασταν σε αυτό τον εργασιακό χώρο με δράση και συνέπεια 23 περίπου χρόνων. Σε αυτό το χώρο του κατασυκοφαντημένου δημόσιου τομέα εργαζόμαστε νιώθοντας στο πετσί μας τη δυστυχία αυτών που καταβεβλημένοι αναζητούν την προοπτική σε ένα κόσμο που εσείς και οι συνεργάτες σας φροντίζετε να κάνετε όλο και πιο ζοφερό, βυθισμένο στη φτώχια, την ανεργία, την αρρώστια και την αμορφωσιά.
Δουλεύουμε φορώντας μπουφάν σε κρύα γραφεία χωρίς είδη πρώτης ανάγκης για την εργασία μας και τους θεραπευόμενους.
Δουλεύουμε με μισθούς πείνας υπό την ανασφάλεια χιλιάδων απολύσεων.
Δουλεύουμε υπό το καθεστώς τρομοκρατίας σε μια πόλη που οι ατομικές ελευθερίες καταργήθηκαν και ο φασιστικός λόγος κατά των ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού έχει γίνει επίσημος λόγος του κράτους.
Δουλεύουμε μέσα στο σύστημα της μέχρι πρότινος δημόσιας υγείας. Εμείς μπορούμε να βεβαιώσουμε γραπτώς, ενόρκως ή όπως αλλιώς επιθυμείτε ότι οι βαριοπούλες των οικονομικών μέτρων της κυβέρνησής σας γκρεμίζουν τα νοσοκομεία, βανδαλίζουν τα νοσοκομειακά εργαστήρια και φαρμακεία, πυρπολούν τις δομές πρόνοιας και πλιατσικολογούν τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ξέρουμε να παλεύουμε με το θάνατο, για τη ζωή και την ελευθερία.
Ξέρουμε να βγαίνουμε νικητές
Εργαζόμενοι της Μονάδας Απεξάρτησης 18 Άνω

Υστερόγραφο για τους ανήσυχους κι επιμελείς εισαγγελείς αυτής της χώρας: Όταν κανείς έχει πολύ δουλειά πρέπει να βάζει προτεραιότητες για να μην οδηγηθεί σε υπερκόπωση (burn-out). Πριν την έρευνα στο 18 ΑΝΩ καλό θα ήταν λοιπόν να ολοκληρώστε πρώτα το έργο σας σχετικά με το σκάνδαλο της Siemens, την προμήθεια οπλικών συστημάτων,την υπερκοστολόγηση των δημοσίων έργων, το Βατοπέδι, το ξεπούλημα δημοσίων φορέων, κλπ, κλπ.
 
Ανακοίνωση των επιστημονικά υπεύθυνων του 18 Ανω Κ. Μάτσα και Α. Κυρούση
Αθήνα 09/04/2012

Κάτω τα χέρια από το 18άνω

Το 18άνω γίνεται για άλλη μία φορά στόχος επίθεσης που σκοπό έχει να δυσφημίσει και να σπιλώσει το έργο του, τα «στεγνά» προγράμματα, τους θεραπευτές του , τους θεραπευόμενους, τους απεξαρτημένους και την επιστημονικά υπεύθυνη Κατερίνα Μάτσα.
Είναι φανερό ότι  η σημερινή επίθεση στη μεγαλύτερη δημόσια μονάδα απεξάρτησης που το επιστημονικό κύρος και η αναγνώριση του έργου της ξεπερνούν τα όρια της χώρας, πλήττει όχι μόνο το 18άνω, αλλά όλα τα «στεγνά» προγράμματα απεξάρτησης, όλους όσους «υπερασπίζονται τη δημόσια και δωρεάν απεξάρτηση και αγωνίζονται ενάντια στους κερδοσκόπους των κάθε τύπου ιδιωτικών προγραμμάτων που φυτρώνουν σαν μανιτάρια, συντηρώντας και αναπαραγοντας το κοινωνικό αυτό πρόβλημα που αποκτά τραγικές διαστάσεις μέσα στην κρίση.
Το 18άνω δαιμονοποιείται και εμφανίζεται ως κέντρο παρανομίας, όπου θεραπευόμενοι τοξικομανείς κατά τη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης της 12 Φλεβάρη  ενάντια στο δεύτερο μνημόνιο μετέφεραν «κλοπιμαία» σε ξενώνα της κοινωνικής επανένταξης του 18άνω!
Δύο μήνες μετά από αυτή τη διαδήλωση εμφανίστηκε κάποια αναφορά νοσηλεύτριας προς τη Νοσηλευτική Υπηρεσία του Ψ.Ν.Α. που κοινοποιήθηκε από τη Νοσηλευτική Υπηρεσία και μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου Εργαζομένων προς τη Διοίκηση του Ψ.Ν.Α., για να ακολουθήσει κατ’ εντολή του Υπουργού η Εισαγγελική έρευνα και η ΕΔΕ με το ερώτημα της «παύσης» κάθε υπευθύνου!
Μ’ αυτό τον τρόπο επιχειρείται να συνδεθεί το έργο της απεξάρτησης με την «υπόθαλψη» από τους θεραπευτές της παραβατικότητας των θεραπευομένων και με την απαξίωση όλων των θεραπευομένων του 18άνω ως «πλιατσικολόγων».
Επιχειρείται  να αναχθεί ο σεβασμός στο θεραπευτικό απόρρητο, βασική αρχή της ιατρικής και θεραπευτικής δεοντολογίας σε «όρκο τιμής» που απαιτήθηκε από την επιστημονικά υπεύθυνη (ηλεκτρονική έκδοση εφημ. Βήμα 7/4/2012) για την συγκάλυψη «εγκληματιών». Απαξιώνεται η ίδια η απεξάρτηση και η κοινωνική επανένταξη των απεξαρτημένων μέσα από ένα «στεγνό» πρόγραμμα και καλλιεργείται στη συνείδηση του κόσμου ότι ο τοξικομανής δεν γίνεται ποτέ καλά και ακόμα και αν ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης παραμένει «επικίνδυνο» άτομο. Καλλιεργούνται σκόπιμα εντυπώσεις ότι το 18άνω, η μεγαλύτερη δημόσια μονάδα απεξάρτησης, δεν επιτελεί θεραπευτικό  έργο αλλά «υποθάλπει εγκληματίες»!
Έτσι, αναβιώνουν όλα τα κοινωνικά στερεότυπα, που συντηρούν τον κοινωνικό ρατσισμό σε βάρος των τοξικομανών και στρώνουν το δρόμο σε «επιχειρήσεις- σκούπα».
Ως θεραπευτική ομάδα του 18άνω  δηλώνουμε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι καμία επίθεση, απ’ όπου και αν προέρχεται, δεν πρόκειται να μας λυγίσει.
Οι χιλιάδες των τοξικομανών που έχουν απεξαρτηθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια με την βοήθεια του 18άνω και αποτελούν πλέον ενεργά μέλη της κοινωνίας, θεμελιώνοντας την καινούργια, χωρίς ουσίες ζωής τους σε αξίες και αρχές, μας δίνουν το κουράγιο να συνεχίσουμε να δουλεύουμε με αυταπάρνηση στην απεξάρτηση και στο 18άνω, παρά τους μισθούς πείνας, την διαρκή απειλή της απόλυσης μας από το Δημόσιο, την αναγκαστική συρρίκνωση των δράσεων της Μονάδας λόγω των μνημονιακών περικοπών που επιβάλλονται.
Θα έπρεπε να γνωρίζουν όλοι όσοι συκοφαντούν τη Μονάδα ότι η τοξικομανία ως τρόπος ζωής είναι στενά συνδεδεμένη με την παραβατικότητα, ενώ η θεραπεία απεξάρτησης κάνει τους  απεξαρτημένους ικανούς να βρίσκονται σε ρήξη με αυτήν, διεκδικώντας με ψηλά το κεφάλι , με αρχές και αξιοπρέπεια, τη θέση και το ρόλο τους μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η απεξάρτηση είναι μια δύσκολη διαδικασία αλλαγών σε όλα τα επίπεδα, όχι ευθύγραμμη, με άλματα προς τα εμπρός αλλά και πισωγυρίσματα στον παλιό τρόπο ζωής , που αντιμετωπίζονται από την θεραπευτική ομάδα, πάντα με επιστημονικά και θεραπευτικά κριτήρια για να ξεπεραστούν.
Ως 18 άνω , μαζί με τους απεξαρτημένους, τις οικογένειες, τους φορείς της απεξάρτησης, τον κόσμο της Επιστήμης της Τέχνης, του Πολιτισμού, το νομικό κόσμο, όλη την κοινωνία που αγωνίζεται να βγει από τις συμπληγάδες της κρίσης, θα δώσουμε τη μάχη για να υπερασπισθούμε  όχι μόνο το 18άνω αλλά ό,τι αυτό  αντιπροσωπεύει μέσα στην κοινωνία, την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

Για την θεραπευτική ομάδα
Οι επιστημονικά υπεύθυνοι
                                                                            Κατερίνα Μάτσα
                                                                            Αλέκος Κυρούσης

 [Όλα τα κείμενα στη σελίδα: http://www.psyspirosi.gr/]

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

νάρκες και στρατόπεδα συγκέντρωσης

Καμιά πρωτοτυπία στο γεγονός ότι, εδώ και δεκαετίες και σε διεθνές επίπεδο, σε προεκλογικές περιόδους κυριαρχεί το ζήτημα του «νόμου και της τάξης» ως μείζον κοινωνικό πρόβλημα το οποίο τα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία υπόσχονται να αντιμετωπίσουν δραστικά. Καμιά πρωτοτυπία, επίσης, και στον ρόλο τον οποίο έχει διαδραματίσει το μεταναστευτικό ζήτημα σε περιόδους κρίσης, με τους μετανάστες να λειτουργούν ως «φοβο-συσσωρευτής». Δεν είναι για να πέφτουμε, λοιπόν, από τα σύννεφα  όταν διαπιστώνουμε ότι και στην Ελλάδα το μεταναστευτικό ζήτημα έχει αναχθεί σε κυρίαρχο θέμα του δημόσιου λόγου περί βίας, διότι είναι κάτι που συμβαίνει εδώ και χρόνια, με περιοδικές εξάρσεις της ρητορικής περί αύξησης της εγκληματικότητας ως αποτέλεσμα της εισροής μεταναστευτικών πληθυσμών. Κι ας μην κάνουμε τις κοκκινοσκουφίτσες που έμαθαν αίφνης ότι στο δάσος κυκλοφορούν και λύκοι μαθαίνοντας ότι στήνονται στρατόπεδα για μετανάστες σ’ όλη την επικράτεια, ήταν θέμα χρόνου να γίνει κι αυτό, το προετοίμαζε η βία, σε θεσμικό και άτυπο επίπεδο, που μετέτρεπε τον μετανάστη από πολίτη, με όλο το φορτίο των δικαιωμάτων που τού αντιστοιχεί, σε μέσο για την άσκηση πολιτικών.
Έτσι σημείο των καιρών θα όριζα τις ναζιστικές δηλώσεις της ΧΑ να ναρκοθετηθεί ο Έβρος, δηλαδή την διατύπωση της πρότασης για μαζικές δολοφονίες, πρόταση η οποία δεν κινητοποίησε κανένα εισαγγελέα! Σημείο των καιρών, λοιπόν, θα όριζα την σιωπηρή μεν αλλά σαφέστατη μετατροπή του μετανάστη σε homo sacer  και λίγη σημασία έχει πια εάν θα υιοθετηθεί η πρόταση της ΧΑ, θα έλεγα ότι είναι θέμα χρόνου και πάλι στο βαθμό που παρόμοιες προτάσεις δεν διεγείρουν θεσμικές αντιδράσεις.
Σημείο των καιρών θα όριζα επίσης την καταγραφή στις δημοσκοπήσεις της ανόδου των ακροδεξιών κομματικών σχηματισμών και λίγο με παρηγορεί η επισφάλεια των δεδομένων αυτών των δημοσκοπήσεων, καθώς δεν παύουν να καταγράφουν τάσεις που εκδηλώνονται στην ελληνική κοινωνία.
Να τσακωθούμε με την ελληνική κοινωνία; Να την καταχωρήσουμε συλλήβδην ως ρατσιστική; Εύκολο είναι, το ίδιο παιγνίδι παίζουμε έτσι κι αλλιώς, θα αλλάξουμε λοιπόν απλώς το περιεχόμενο του Εμείς και ο Άλλος, μεγαλύνοντας το Εμείς και αφήνοντας τον Άλλο, τον "ανθρωπάκο", το "ρατσιστή" να μας παρέχει άλλοθι που θα είμαστε για μια φορά ακόμα στο ίδιο έργο θεατές, μονότονα σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της μάχης, όταν η μάχη θα έχει πια κριθεί.  
Τι κάνουμε, λοιπόν, όταν ήδη την ώρα αυτή οι αποφάσεις έχουν παρθεί και οι εργολάβοι ετοιμάζουν τις προτάσεις τους για τα περίφημα "κέντρα υποδοχής",   τους περίφρακτους αποθηκευτικούς χώρους όπου η χωροθεσία και η δομή τους θα συγκροτεί και την υλική εκδοχή της κοινωνικής καραντίνας και θα παγιώνει την αντίληψη ότι η μετανάστευση δεν αφορά πρόσωπα, πολύ λιγότερο δεν αφορά πολίτες, αλλά μια επιδημία που εξαπλώνεται απ' την μια χώρα στην άλλη; 
Δεν έχω απαντήσεις, ζοφερές σκέψεις μόνο που συναρθρώνουν αυτές τις εξελίξεις με τα συγκεκριμένα συμφραζόμενα εντός των οποίων υλοποιούνται. Για παράδειγμα, η βία των οικονομικών όρων η οποία παίρνει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις και επηρεάζει ποικιλοτρόπως τον δημόσιο βία -κυρίως γιατί τούτη η κρίση μοιάζει να μην έχει τέλος-, διαμορφώνει ένα σημείο συνάντησης ανάμεσα στους μετανάστες και τους πληθυσμούς των χωρών υποδοχής: ασφυκτική συρρίκνωση του ζωτικού χώρου, για τους μεν ως βίωμα για τους δε ως προοπτική.  Έτσι από τη μια μεριά έχουμε τους μετανάστες, σε μεγάλα ποσοστά  απογυμνωμένους από την ίδια την ιδιότητα του πολίτη να βιώνουν συνθήκες απόλυτης ένδειας και κοινωνικής απαξίωσης και από την άλλη τους ντόπιους οι οποίοι βλέπουν στους εξαθλιωμένους μετανάστες το φάντασμα του δικού τους μέλλοντος. Από τη στιγμή δε που οι συνεχείς εισροές και μετακινήσεις πληθυσμών, σε αντίθεση με προγενέστερες και σχεδιασμένες μορφές μετανάστευσης, δεν απαντάνε σε κάποιο υποτυπώδη έστω οικονομικό ή κοινωνικό σχεδιασμό, οι μετανάστες πολύ εύκολα ορίζονται και αντιμετωπίζονται ως απόβλητα που κάποιοι αδειάσανε στην ήδη υποβαθμισμένη αυλή μας. 
Ενόσω, λοιπόν,  διακυβεύεται αυτό που εμείς κατέχουμε [προς το παρόν, έστω] και που εκείνοι διεκδικούν, ο φόβος είναι μοιρασμένος και αφορά, όσο κι αν θέλουμε να το αμφισβητούμε, ακριβώς εκείνους των οποίων οι υλικές βάσεις καταρρέουν ή έχουν ήδη καταρρεύσει, αυτούς απ’ τους οποίους θα περίμενε κανείς να δραστηριοποιηθούν απέναντι στον αφανισμό του Άλλου. Και πώς ν’ αλλάξεις τα λεξιλόγια και να βρεις κοινή γλώσσα μ’ αυτούς που τους καταχωρίζεις ως ανθρωπάκους και ως ρατσιστές;  Τι πολιτική να παραχθεί μετά από τόση εξάσκηση στη χάραξη διαχωριστικών γραμμών;




Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

περί της απόφασης για την κατακράτηση των συντάξεων των ασθενών στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα


ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΑΣΕΙ
Η ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

Ο πόλεμος που έχει ξεκινήσει η κυβέρνηση του μνημονίου για τον σφετερισμό των συντάξεων των ασθενών που φιλοξενούνται στις στεγαστικές δομές του δημόσιου και  του ιδιωτικού τομέα όχι μόνο δεν παρουσιάζει σημάδια ύφεσης μπροστά στις τεκμηριωμένες κριτικές του μέτρου και τις ποικίλες αντιδράσεις ενάντιά του, αλλά φαίνεται ότι, αντίθετα, προχωράει στη φάση της άμεσης εφαρμογής. 
Την ίδια στιγμή που ο ΓΓ Πρόνοιας Γ. Κατριβάνος απαντούσε με τα γνωστά και άκρως έωλα, παλαιολιθικού χαρακτήρα επιχειρήματα (με τα οποία τον προμηθεύει ο εσμός των οικονομολόγων της υγείας που περιστοιχίζουν την ηγεσία του Υπουργείου) στο τεκμηριωμένο κείμενο των εργαζομένων στη Δ/νση Ψυχικής Υγείας, που, εκ των έσω, κατεδάφιζε την όποια επιχειρηματολογία υπέρ της κατακράτησης των συντάξεων, ο υφυπουργός Μ. Μπόλαρης εξέδιδε νέα Υπουργική απόφαση (14/3/2012), διορθωτική της περσινής του Λοβέρδου, για την κατακράτηση των συντάξεων στα ΝΠΔΔ.
Δεν είναι τυχαίο ότι η διορθωμένη αυτή απόφαση για τις στεγαστικές δομές των ΝΠΔΔ έρχεται μόλις λίγες μέρες μετά την ψήφιση του νόμου για την αντίστοιχη παρακράτηση στις στεγαστικές δομές των ΝΠΙΔ. Για να προχωρήσουν, προφανώς, στην καθολική εφαρμογή με βήμα ταχύ και συγχρονισμένο…
Δεν πρόκειται ν΄ αναφερθούμε εδώ εν εκτάσει (το έχουμε κάνει αλλού)στην κουλτούρα που διέπει την προσέγγιση του Κατριβάνου, η οποία διατρέχεται από λογικές που έχουν την καταγωγή τους στο 19ο αιώνα και επιβιώνουν με κυριαρχικό τρόπο μέχρι σήμερα, θεωρώντας τον ψυχικά πάσχοντα ως ‘πράγμα’, εξ αντικειμένου και εκ προοιμίου ανίκανο ν΄ αυτοδιαχειριστεί τα του εαυτού του, τις σχέσεις του και την όποια περιουσία του. Ως ‘αντικείμενο’ , θα πρέπει ν΄ ακολουθεί πάντα κάποιον (την οικογένεια, το θεσμό, το κράτος) από πίσω, με το λουρί στο λαιμό. Εν προκειμένω, αυτή η κουλτούρα ταιριάζει γάντι στη λογική του μνημονίου και, άλλωστε, βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της (από την δεκαετία του 30, με αποκορύφωμα  τα έργα και ημέρες των ναζί) σε εποχές σαν αυτή.
Θα επισημάνουμε απλώς το πώς αντιφάσκει η προαναφερθείσα δήλωσή του με τη  νέα, διορθωμένη υπουργική απόφαση του Μ. Μπόλαρη, αυτού του απηνούς διώκτη των «επιδοματούχων μαϊμού».
Λέει ο Κατριβάνος : «η συγκεκριμένη διάταξη δεν αποβλέπει στην ενίσχυση της χρηματοδότησης των δομών ούτε στην υποκατάσταση των υποχρεώσεων του κράτους, αλλά στη στοιχειώδη εξασφάλιση ότι τα οικονομικά των ασθενών θα χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των δικών τους αναγκών και όχι προς όφελος τρίτων».
Σπεύδει, όμως, ο Μπόλαρης να τον διαψεύσει, επαναλαμβάνοντας στη νέα υπουργική απόφαση αυτό που υπήρχε και στην αρχική του Λοβέρδου :
 «Εχοντας υπόψη…2. Την ανάγκη κάλυψης λειτουργικών και λοιπών αναγκών, την  εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της λειτουργίας των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης των δημόσιων φορέων, την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και φροντίδας στα άτομα αυτά, με ταυτόχρονη μείωση της κρατικής επιχορήγησης (υπογρ. δική μας) και την ανάπτυξη περαιτέρω κλινών για την εξυπηρέτηση περισσότερων ατόμων που χρήζουν φιλοξενίας.»…
Είναι προφανές, με τα ίδια τα λεγόμενα τους, ότι η κατακράτηση των συντάξεων δεν γίνεται
για την χρησιμοποίηση των χρημάτων των ασθενών προς όφελός τους, αλλά προς όφελος
των δραστικά περικομμένων προϋπολογισμών, τόσο στο δημόσιο, όσο και στα ΝΠΙΔ (εδώ κατά 55%). Οι γλίσχρες συντάξεις των ψυχικά ασθενών και των αναπήρων όλης της χώρας θα χρηματοδοτήσουν, και αυτές,  τις περικοπές των δημόσιων των δαπανών.
«5. Τα παρακρατηθέντα ποσά εγγράφονται στα έσοδα του προϋπολογισμού του νομικού
προσώπου δημοσίου δικαίου και διατίθενται για τις ανάγκες των φιλοξενουμένων των Μονάδων Ψυχικής Αποκατάστασης» (η ορολογία είναι του Μπόλαρη και την παραθέτουμε ως έχει).
Εγγραφόμενα στα έσοδα του προϋπολογισμού, τα παρακρατηθέντα ποσά μπορεί, φυσικά, να πάνε για το ενοίκιο της δομής (που συχνά, στο δημόσιο, καθυστερεί για μήνες, με αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης να την αφήνει συχνά  χωρίς ασανσέρ, θέρμανση,  επισκευές στην αποχέτευση κλπ), για τη ΔΕΗ, το τηλέφωνο κοκ. Είναι σαφές ότι κάθε έννοια προνοιακής παροχής καταργείται. Ο χρήστης τα πληρώνει από την τσέπη του…όλα. Στον ιδιωτικό τομέα θα μπορούν να πάνε και στους μισθούς, αλλά, όπως πάνε τα πράγματα, γιατί όχι και στον δημόσιο; Η δημόσια υπηρεσία, έτσι, χωρίς καμιά νομοθετική αλλαγή, με τον αυταρχισμό της εξουσίας, γίνεται ιδιωτική, με έναν εκβιασμό μαφιόζικου τύπου : «ή τα δίνεις ή φεύγεις».
Αυτό φαίνεται και στην παρακάτω διατύπωση της απόφασης του Μπόλαρη, που περιγράφει, χωρίς τις αμφισημίες της προηγούμενης, τον τρόπο παρακράτησης:
«4. Η διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υποχρεούται με εξουσιοδοτημένο της όργανο να ενημερώνει τον φιλοξενούμενο για την παρακράτηση του αναφερόμενου ποσού και να ζητά από τον περιθαλπόμενο την υποβολή κάθε εγγράφου απαραίτητου για την εφαρμογή της παρούσας».
Αυτό που συνεπάγεται η ως άνω διάταξη είναι ότι οι λειτουργοί και γενικά οι υπάλληλοι του ΝΠΔΔ, πιθανόν ο επιστημονικά υπεύθυνος, ο νοσηλευτής, ή, ποιός ξέρει, μια εξωτερική επιτροπή διοικητικών υπαλλήλων (αλλά αυτή πώς θα πλησιάσει και πώς θα μιλήσει με τον ένοικο χωρίς της μεσολάβηση της θεραπευτικής ομάδας της δομής;) θα πιεστούν με τους γνωστούς εκβιασμούς (αν δεν το θεωρήσουν ήδη από μόνοι τους ως καθήκον τους) για την εφαρμογή του νόμου (με την απειλή πειθαρχικών διαδικασιών, με την επικρεμάμενη αξιολόγηση, την αγωνία της εφεδρείας και της απόλυσης κλπ). Αλλιώς, χωρίς την διαμεσολάβηση των λειτουργών της δομής, ή υπαλλήλων του ευρύτερου φορέα, πώς θα καταφέρουν να έχουν τα αναγκαία έγγραφα - της «αποδοχής», δηλαδή, από τον χρήστη της κατακράτησης της σύνταξής του;
Καταλαβαίνει κανείς ότι, αυτό που θα δημιουργηθεί μέσα στη δομή, και που έρχεται να προστεθεί στην ήδη επιβαρυμένη υπάρχουσα κατάσταση, θα σημάνει την αρχή του τέλους της δομής, τουλάχιστον ως προς τις θεραπευτικές της παραμέτρους, αλλά, συχνά, και της πλήρους εξαφάνισής της από το χάρτη…
Η απόφαση του Μπόλαρη ορίζει τελικά τρεις κατηγορίες στη βάση των οποίων σχετίζεται το ύψος της σύνταξης με το ποσοστό κατακράτησης. Μέχρι 500 ευρώ, το 50%, από 500-700, το 70% και πάνω από 700, το 80%. Πιο σκληρή από τη προηγούμενη απόφαση, τα ποσά που κατακρατούνται αυξάνονται ιλιγγιωδώς. Καθαρή ληστεία.
Οπότε,  σε σχέση με την επιχειρηματολογία του Κατριβάνου προκύπτει τα εξής ερώτημα: Αν είναι για το φαγητό και τα ρούχα τους, πώς δικαιολογείται αυτή η διαφορά στην κατακράτηση για τις ίδιες παροχές. ’Η μήπως αυτός με τα 700 ευρώ θα τρώει καλλίτερο φαγητό και θα του αγοράζουν πιο καλά ρούχα;
Οτι με ένα κατάλληλο θεραπευτικό πλάνο, που θα βασίζεται στην καλλιέργεια του αυτεξούσιου και της αυτονομίας του χρήστη, θα μπορούσε (όπως πολύ συχνά ήδη συμβαίνει) να διαχειριστεί τελείως μόνος, ή με υποστήριξη, τα εισοδήματά του, ακόμα και να κατοικήσει σε δικό του σπίτι, ή να συγκατοικήσει, στο βαθμό που έχει μεγαλύτερο εισόδημα (και με την εκάστοτε αναγκαία  κατάλληλη υλική και ψυχοκοινωνική στήριξη από μια κοινοτική υπηρεσία που θα έπρεπε να υπάρχει κοντά στο τόπο κατοικίας), δεν περνάει καθόλου από το μυαλό του όποιου Κατριβάνου και του όποιου Μπόλαρη, που για το μόνο που είναι ικανοί να σκεφτούν είναι το πώς θα εφαρμόσουν τις εντολές της τρόικας.
 Είναι σαφές ότι βρίσκεται εν εξελίξει ένα αδιαπραγμάτευτο πλάνο που βασίζεται σε μια θεώρηση των ψυχικά πασχόντων και όλων των ατόμων με ποικίλων ειδών σωματικές δυσκολίες, ως «ζωών ανάξιων να ζουν», ως τον πιο εύκολο για εξόντωση στόχο. Και δεν
χρειάζεται να δει κανείς ‘θαλάμους αερίων’ για να πειστεί γι΄ αυτό. Οι θάνατοι των πιο αδύναμων και όλο και πιο αβοήθητων, από όλες τις πλευρές, ατόμων,  είναι καθημερινοί
και όλο και πιο συχνοί.
Η κατακράτηση των συντάξεων των ενοίκων των στεγαστικών δομών είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Η τεράστια εκστρατεία λαϊκίστικης δημαγωγίας, στην οποία πρωταγωνίστησε ο Μπόλαρης, από κοινού με τον Λοβέρδο, με την αγαστή συνεργασία ποικίλων καλοθελητών και πρωτίστως των ΜΜΕ, προκειμένου να κατασυκοφαντήσουν τα πιο απαξιωμένα, στιγματισμένα και περιθωριοποιημένα στρώματα της κοινωνίας, τα άτομα με σύνταξη αναπηρίας, εκμεταλλευόμενοι τα εδώ και εκεί μελανά σημεία (που οι δικοί τους άνθρωποι ευόδωναν και οργάνωναν ως την εύκολη λύση, αντί να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να παράσχουν και αξιοπρεπές εισόδημα,  χρησιμοποιώντας τα για την εκλογική τους πελατεία), αυτή η εκστρατεία (που η άλλη της πλευρά είναι η στρατοπεδοποίηση της χώρας, με την ίδρυση δεκάδων στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μετανάστες) δείχνει το πραγματικό, απάνθρωπο, δολοφονικό πρόσωπο αυτής της κυβέρνησης-και αυτής που θα την διαδεχτεί, μετά τις όποιες εκλογές.
Η υπόθεση είναι στα χέρια όλων μας, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, χρηστών των υπηρεσιών, λειτουργών, οικογενειών, κοινωνικών κινημάτων.
Με πρώτο βήμα την εναντίωση και ακύρωση στην πράξη της όποιας απόπειρας να εφαρμοστεί η κατακράτηση των συντάξεων σε όλες τις δομές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Είναι εδώ που το σύνθημα «ή εμείς, ή αυτοί» αποχτά την πιο κυριολεκτική του σημασία….

27/3/2012

psyspirosi.gr