Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Για την υπεράσπιση της Στέλλας Πρωτονοταρίου και της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης (και πάλι...)

Η Στέλλα Πρωτονοταρίου, πρώην Διευθύντρια του 132ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών, και μια από τις δασκάλες δικάζονται στις 22 Ιανουαρίου 2010. Δείτε σχετικά: Κάλεσμα Δασκάλων από το 132ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών Ψήφισμα του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 132ου Δημ. Σχολείου Αθηνών για την επικείμενη δίκη της Στέλλας Πρωτονοταρίου, πρώην Διευθύντριας του Σχολείου μας Ανακοίνωση της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, 14/1/2010 Για την Στέλλα Πρωτονοταρίου και τα προγράμματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης που εφαρμόστηκαν στο 132ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, δείτε τις λεπτομερείς αναρτήσεις: Πολυπολιτισμικότητα και ελληνικό σχολείο: Ένα παράδειγμα, 13 Ιουνίου 2009 Για την υπεράσπιση της Στέλλας Πρωτονοταρίου και της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, 14 Ιουνίου 2009 ζητείται συναίνεση..., 15 Ιουνίου 2009 η ζωή είναι γυναίκα..., 16 Ιουνίου 2009

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Διαβάζοντας τη Χάννα: Σε κατάσταση Άρνησης

Διαβάζοντας τη Χάννα: Σε κατάσταση Άρνησης Ερμηνευτική προσέγγιση του μυθιστορήματος του Bernard Schlink μέσα από το States of Denial του Stanley Cohen  
της Σταθούλας Αντωνιάδου*  
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Σύμφωνα με τον Cohen (2001) η άρνηση να δούμε τον πόνο του άλλου και τις αιτίες που προκαλούν τον πόνο αυτό έχει γίνει πλέον φυσική κατάσταση στην κοινωνία. Είναι το ‘κανονικό’. Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια για να βγούμε από την κατάσταση αυτή. Για να δούμε την αλήθεια χρειάζεται να τραβηχτούμε έξω από την ‘πραγματικότητα’ και αυτό είναι δύσκολο και συχνά μοιάζει παράλογο. Η εργασία παρουσιάζει τα βιβλία Διαβάζοντας στη Χάννα του Bernhard Schlink και States of Denial του Stanley Cohen. Το πρώτο είναι ένα μυθιστόρημα όπου κύρια θέση κατέχει (μεταξύ άλλων) η δίκη μιας γυναίκας για εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά την περίοδο του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος. Το βιβλίο του Cohen παρουσιάζει την ‘άρνηση’ το μηχανισμό εκείνο που μας προστατεύει από οποιαδήποτε γνώση που θα μας φέρει σε δύσκολη θέση ή θα μας υποχρέωνε να δράσουμε με τρόπο που πιθανώς θα προκαλέσει συγκρούσεις ή προβλήματα. 
Έτσι, ξεκινά με μια αναφορά στο συγγραφέα Bernhard Schlink και το έργο του, συνεχίζει με μια περιληπτική περιγραφή του Διαβάζοντας στη Χάννα καθώς και των κριτικών που έλαβε και αντίστοιχα, στη συνέχεια, αναφέρεται στον Stanley Cohen και το States of Denial. Η έκταση του δεύτερου βιβλίου δεν επιτρέπει την εκτενή αναφορά στο συνολικό του περιεχόμενο και έτσι επιλέχθηκε η εστίαση στα πρώτα –περισσότερο θεωρητικά για την άρνηση- κεφάλαια και η απλή αναφορά των θεμάτων του υπολοίπου. 
Η επόμενη ενότητα της εργασίας αναφέρεται στις αρνήσεις –με τον τρόπο που τις βλέπει ο Cohen- που διακρίνονται στο βιβλίο του Schlink. Αυτό είναι και το κυρίως περιεχόμενο της εργασίας, ο εντοπισμός παραδειγμάτων άρνησης μέσα στο μυθιστόρημα και ο σύντομος σχολιασμός τους. Θα πρέπει να διευκρινιστεί, τέλος, ότι η εργασία δεν έχει στόχο να ασκήσει κριτική στους συγγραφείς των βιβλίων που προσεγγίζει. Τα έργα σχολιάζονται και αναλύονται και οι ερμηνείες που δίνονται κάθε φορά είναι προσωπικές.
BERNHARD SCHLINK[1] Ο Bernhard Schlink είναι νομικός και συγγραφέας (κυρίως αστυνομικών μυθιστορημάτων). Γεννήθηκε το 1944 στη Γερμανία, μεγάλωσε στη Χαϊδελβέργη και σπούδασε νομική στο Δυτικό Βερολίνο. Οι γονείς του έκαναν θεολογικές σπουδές και ο πατέρας του αφού έχασε τη θέση του ως καθηγητής θεολογίας την περίοδο του Ναζισμού, έγινε ιερέας. Ο Schlink εργάστηκε ως δικαστής στη Γερμανία (Βεστφαλία) και από το 1992 ως το 2006 δίδασκε δημόσιο δίκαιο και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει μυθιστορήματα –κυρίως αστυνομικά, με ήρωα τον Selbst (εαυτός)- αλλά και δοκιμιακά βιβλία σχετικά με τη νομική αλλά και με τις μνήμες, τις ενοχές και το παρελθόν (αγγλική μετάφραση τελευταίου έργου του: Guilt about the Past, 2009). Έγινε γνωστός στο κοινό κυρίως από τα μυθιστορήματά του και με αποκορύφωμα το έργο που προσεγγίζεται και εδώ (Διαβάζοντας στη Χάννα). Σήμερα ο Schlink ζει μεταξύ Βερολίνου και Νέας Υόρκης. 
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΧΑΝΝΑ Το έργο εκδόθηκε το 1995 με τίτλο Der Vorleser στα γερμανικά, μεταφράστηκε στα αγγλικά και εκδόθηκε το 1997 (The Reader - ακριβής μετάφραση του γερμανικού τίτλου) ενώ η ελληνική έκδοση, τον ίδιο χρόνο, πήρε τον τίτλο Διαβάζοντας στη Χάννα. Είναι ενδιαφέρον ότι η ελληνική μετάφραση επιχορηγήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως αναφέρεται στην αρχή του βιβλίου. To εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, επίσης, μας πληροφορεί ότι το βιβλίο είναι ‘παγκόσμιο best seller’, ότι η έκδοση έφτασε την 29η χιλιάδα αλλά και πως ο μεταφραστής (Ιάκωβος Κοπερτί) έλαβε το ‘βραβείο γερμανικής μετάφρασης’. Πράγματι το βιβλίο από την έκδοσή του κέρδισε πολλά λογοτεχνικά βραβεία, μεταφράστηκε σε 39 γλώσσες και βρίσκεται για χρόνια στις λίστες των ‘ευπώλητων’ μεγάλων βιβλιοπωλείων και εφημερίδων (το πρώτο γερμανικό βιβλίο που βρέθηκε στην πρώτη θέση της λίστας best sellers των New York Times). Οι κριτικές που έλαβε ήταν κυρίως θετικές. Το έργο αγγίζει πολλά βαθιά θέματα ‘προσφέρει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης’, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης και ‘μπορούν να το απολαύσουν όλοι οι αναγνώστες, απαιτητικοί και μη’. Η ιστορία του βιβλίου μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2008[2], ενώ η ταινία στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο ‘Σφραγισμένα χείλη’ Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη που αφηγούνται και την ιστορία τριών διαφορετικών περιόδων της ζωής των ηρώων. Αφηγητής είναι ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας ο οποίος βρίσκεται στο παρόν και αφηγείται την ιστορία που σημάδεψε τη ζωή του. Στο πρώτο μέρος, αρχή της ιστορίας, μαθαίνουμε για τον Μίχαελ που στα 15 του γνωρίζει τυχαία την τριανταπεντάχρονη Χάννα, με την οποία και δημιουργεί την πρώτη του ερωτική σχέση. Χρόνος και τόπος είναι η Γερμανία αμέσως μετά τον Β’Π.Π. Η Χάννα είναι μια αυστηρή, λιγομίλητη, σκληρή και μανιώδης με την καθαριότητα γυναίκα. Ζει μόνη της σε ένα διαμέρισμα και δουλεύει ως εισπρακτόρισσα στα τραμ. Ο Μίχαελ την ερωτεύεται έντονα και την επισκέπτεται πολύ συχνά στο σπίτι της. Σταδιακά, με οδηγό τις επιθυμίες της Χάννα, δημιουργείται ένα τελετουργικό για τις συνευρέσεις τους. Η Χάννα υποχρεώνει τον Μίχαελ, πριν κάνουν μπάνιο και συνευρεθούν, να της διαβάζει λογοτεχνικά έργα. Η Χάννα δείχνει να απολαμβάνει την ανάγνωση αυτή και να τη θεωρεί πολύ σημαντική. Στο τέλος του πρώτου μέρους η Χάννα φεύγει ξαφνικά, και χωρίς να ενημερώσει τον Μίχαελ, από το σπίτι και την πόλη της. Ψάχνοντας, εκείνος, απελπισμένος για τα ίχνη της, μαθαίνει ότι μετακόμισε σε άλλη πόλη και μάλιστα αφού η εταιρία του τραμ όπου εργαζόταν της πρόσφερε μια αναβαθμισμένη θέση εργασίας. Στο δεύτερο μέρος πληροφορούμαστε για την απελπισία του Μίχαελ, τις ενοχές και τη στεναχώρια του για την απομάκρυνση της Χάννα από τη ζωή του. Παράλληλα μαθαίνουμε πως ο ίδιος συνέχισε το σχολείο και τις σπουδές του και βρέθηκε να σπουδάζει νομική. Στα πλαίσια των σπουδών του συμμετέχει σε ένα σεμινάριο που ως θέμα του είχε την παρακολούθηση μιας δίκης γυναικών που κατά τον πόλεμο εργάστηκαν για τους Ναζί ως φύλακες σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Φυσικά η δίκη είναι πολύ σημαντική και λαμβάνει δημοσιότητα. Στο χώρο, λοιπόν, του δικαστηρίου και σε μία από τις θέσεις των κατηγορούμενων γυναικών, ο Μίχαελ ξαναβλέπει, για πρώτη φορά μετά την εξαφάνισή της, την Χάννα. Από εκεί και μετά η ιστορία χάνει τον ανάλαφρο χαρακτήρα της. Περιγράφεται η διαδικασία της δίκης καθώς και όλες οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και αλλαγές στη σκέψη του ήρωα-αφηγητή. Η Χάννα κατηγορείται ότι μαζί με άλλες γυναίκες-φύλακες άφησε να καούν ζωντανές μια ομάδα κρατούμενων γυναικών όταν μετά από αεροπορική επιδρομή ακολούθησε πυρκαγιά στην εκκλησία που βρίσκονταν κλειδωμένες. Μία ακόμα κατηγορία εναντίον της Χάννα και των άλλων γυναικών είναι ότι επέλεγαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα κρατούμενες που είχαν υπό την εξουσία τους και τις έστελναν στο Άουσβιτς όπου γνώριζαν ότι θα θανατώνονταν άμεσα. Η στάση της Χάννα κατά τη διεξαγωγή της δίκης μοιάζει σκληρή και υπεροπτική. Ωστόσο, κατά την πορεία της διαδικασίας ο Μίχαελ καταλαβαίνει ότι η Χάννα κρύβει ένα μυστικό που μπορεί να γίνει οδηγός ερμηνείας της συμπεριφοράς της: είναι αναλφάβητη, δεν γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει. Η υπερηφάνεια και η ντροπή της γι’αυτό δεν της επιτρέπουν με κανένα τρόπο να το αποκαλύψει. Έτσι, προτιμώντας να προστατευθεί από μια τέτοια αποκάλυψη επιλέγει να κρατήσει μια στάση που οδηγεί το δικαστήριο να την καταδικάσει σε ισόβια φυλάκιση (σε αντίθεση με τις υπόλοιπες συγκατηγορούμενες που παίρνουν ελαφρότερες ποινές). Ο Μίχαελ βρίσκεται σε ηθικό δίλημμα σχετικά με το αν οφείλει να αποκαλύψει το μυστικό της, που πιθανότατα θα έδινε άλλη τροπή στη δίκη, ωστόσο τελικά δεν το κάνει. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η Χάννα είναι πλέον στη φυλακή. Ο Μίχαελ αφηγείται πώς συνέχισε τη ζωή του κάνοντας οικογένεια και εξελισσόμενος επαγγελματικά. Κάποτε αποφασίζει να ηχογραφήσει την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων –ξεκινώντας με την Οδύσσεια- σε κασέτες τις οποίες και στέλνει στη Χάννα στη φυλακή. Μετά από καιρό αρχίζει να λαμβάνει λιγόλογα γράμματα γραμμένα με μεγάλη προσπάθεια από τη Χάννα που φαίνεται ότι προσπαθεί και μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει. Ο Μίχαελ συνεχίζει να είναι αμφίθυμος απέναντί της, δεν της γράφει ποτέ και μόνο μετά από παρότρυνση και παράκληση της διευθύντριας της φυλακής (και αφού έχει έρθει ο καιρός που, μετά από 18 χρόνια φυλάκισης, η Χάννα παίρνει ‘χάρη’ και θα αποφυλακιστεί), κάνει κάποιες ενέργειες να της βρει σπίτι και δουλειά και δέχεται να την επισκεφτεί μία φορά. Η Χάννα είναι πλέον ‘γριά’. Την ημέρα της αποφυλάκισής της βρίσκεται κρεμασμένη στο δωμάτιό της. Στη μικρή διαθήκη της, αφήνει όλα τα χρήματα που είχε στη μία από τις δύο γυναίκες που επιβίωσαν από τις κρατούμενες τη νύχτα της πυρκαγιάς. Πράγματι, ο Μίχαελ επισκέπτεται τη γυναίκα στη Νέα Υόρκη και μετά από πρότασή της αποφασίζει να καταθέσει τα χρήματα σε μια εβραϊκή οργάνωση ενάντια στον αναλφαβητισμό. Το βιβλίο κλείνει με τον Μίχαελ να επισκέπτεται τον τάφο της Χάννα. Οι αρνητικές κριτικές[3] απέναντι στο βιβλίο αναφέρονται σε μια ερμηνεία απλούστευσης της Ιστορίας και του Ολοκαυτώματος. Κάποιοι θεωρούν ότι η ευθύνη συμμετοχής της Χάννα ‘απαλύνεται’ υπό το πρίσμα του αναλφαβητισμού της ενώ άλλοι ότι δεν πρέπει να συγχέεται η περίπτωση της ‘Χάννα’ με το σύνολο του γερμανικού λαού. Ο παραλληλισμός της με το σύνολο του λαού θα ήταν λάθος (κάτω από μια απόδοση ‘μεταφορικού’ αναλφαβητισμού) καθώς οι λόγοι του Χίτλερ προς το λαό έδειχναν τόσο ξεκάθαρα τις προθέσεις του ώστε κανείς μεταφορικός ή κυριολεκτικός αναλφαβητισμός δεν θα μπορούσε να δικαιολογεί τη στάση τους (κριτική για την ταινία από τον R.Rosenbaum πηγή: βλ.υποσημ. 3). STANLEY COHEN[4] Ο Stanley Cohen γεννήθηκε τη δεκαετία του 1940 και μεγάλωσε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο πανεπιστήμιο του Witwatersrand και πήρε το διδακτορικό του από το London School of Economics. Δίδαξε στα πανεπιστήμια του Durham, του Εssex, και στο LSE στην Αγγλία, αλλά και στο πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ (διευθυντής στο Ινστιτούτο Εγκληματολογίας), αφού ζει στο Ισραήλ από το 1980. Είναι επίτιμος διδάκτορας κοινωνιολογίας του LSE. Εργάζεται, παράλληλα, σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σχετικά με την Ισραηλινο-Παλαιστινιακή διένεξη. Ως συγγραφέας ασχολείται ιδιαίτερα με ζητήματα εγκληματολογίας. Έγινε γνωστός με το έργο του ‘Folk Devils and Moral Panics’ (1972) στο οποίο αναφέρθηκε στην έννοια του ‘ηθικού πανικού’. Το βιβλίο του θεωρείται το σημαντικότερο έργο στον τομέα της βρετανικής εγκληματολογίας τα τελευταία χρόνια. Το βιβλίο States of Denial, που εξετάζεται εδώ, είναι το πιο πρόσφατο έργο του (2001). STATES OF DENIAL: KNOWING ABOUT ATROCITIES AND SUFFERING ‘Πώς μεταχειριζόμαστε τη γνώση μας για το ότι ο άλλος-συνάνθρωπος υποφέρει; Τι κάνει αυτή η γνώση σε εμάς;’ Είναι ένα κεντρικό ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο προσεγγίζοντάς το από την πλευρά των αρνήσεων. Η ‘κατάσταση άρνησης’ στην οποία βρίσκεται κάθε άνθρωπος –αλλά και κατ’ επέκταση κάθε θεσμός, οργανισμός, ομάδα, κράτος- μπροστά στη θέαση του κακού αναλύεται διεξοδικά στο έργο αυτό του Cohen. Στα πρώτα κεφάλαια αναλύονται οι αρνήσεις σε ατομικό επίπεδο. Δίνεται ένα μεγάλο εύρος θεωριών για την άρνηση αλλά και μικρών παραδειγμάτων. Παρουσιάζονται, επίσης, οι πιθανές θέσεις του ατόμου που βρίσκεται σε άρνηση μπροστά στο ‘κακό[5]’. Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά παραθέτοντας μια σειρά από καθημερινές, κοινές εκφράσεις που φανερώνουν μια μορφή άρνησης στη ζωή μας: ‘κοιτάει αλλού’, ‘κάνει ότι δεν βλέπει’, ‘δεν βγάζει τα άπλυτα στη φόρα’, ‘έπρεπε να το είχα καταλάβει/να το ξέρω’, ‘είδε/άκουσε ό,τι ήθελε να δει/ακούσει’, ‘εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό’, ‘κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του/της’, ‘στρουθοκαμηλισμός’, ‘δεν το πιστεύω’, ‘όλη η κοινωνία βρίσκεται σε άρνηση’, ‘αυτό δεν μπορεί να συμβεί σ’ εμάς/εδώ/σ’ εμένα’, ‘δεν με αφορά’, ‘τα κρύβει κάτω απ’ το χαλί’… είναι μερικά παραδείγματα αντίστοιχων εκφράσεων στα ελληνικά. Συνεχίζοντας, ξεχωρίζει την άρνηση ως προς το επίπεδο συνειδητότητας : · άρνηση ασυνείδητη -το άτομο αρνείται να αναγνωρίσει μια πραγματικότητα που είναι επώδυνη, · άρνηση συνειδητή -ψέμα ή παραποίηση της αλήθειας και · το σημείο μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου -μια κατάσταση στην οποία υπάρχει συνείδηση μιας πραγματικότητας αλλά το άτομο επιλέγει να την αγνοεί γιατί αυτό είναι βολικότερο (Cohen, 2001:4-6). Διασαφηνίζει, ακολούθως, το πιθανό περιεχόμενο της άρνησης: · Κυριολεκτική άρνηση: με την ερμηνεία που δίνεται και σε ένα λεξικό. Το άτομο αρνείται ένα γεγονός ή τη γνώση για ένα γεγονός. · Ερμηνευτική άρνηση: εδώ το γεγονός είναι παραδεκτό αλλά η άρνηση εντοπίζεται στην ερμηνεία του – δίνονται απλουστευτικές ερμηνείες, μετονομάζονται γεγονότα και πράξεις ( ‘πίνω αλλά δεν είμαι αλκοολικός’, ‘δεν ήταν κανονικός βιασμός’, ‘μετακινήσεις πληθυσμών’ ) · Άρνηση των συνεπειών: εδώ το γεγονός και η ερμηνεία του είναι παραδεκτά ωστόσο υπάρχει άρνηση των συνεπειών που αυτά επιφέρουν. Η άρνηση αυτή εκλογικεύει και δίνει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει λόγος για δράση. Κάθε τύπος άρνησης, υποστηρίζει ο Cohen, συμπεριλαμβάνει μια γνώση, συναισθήματα, ηθική αλλά και δράση. Η δράση αυτή είναι και το ζητούμενο. Στη συνέχεια, απαντάται το ‘ποιος’ μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση άρνησης: · Ατομική άρνηση: ένα απόλυτα προσωπικό ζήτημα · Επίσημη άρνηση απ’ την πλευρά του κράτους: δημόσια, συλλογική και απόλυτα οργανωμένη άρνηση · Πολιτισμική άρνηση: μεταξύ της ατομικής και της επίσημης. Είναι η άρνηση απέναντι στην πραγματικότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας ή ομάδας, η οποία αν και δεν είναι μεθοδευμένη υπακούει σε κανόνες απόκρυψης της αλήθειας. Η συγκεκριμένη αλήθεια αποτελεί ‘ταμπού’ για την κοινωνία αυτή. Η άρνηση, ως προς το χρόνο, μπορεί να αφορά ένα ιστορικό γεγονός του παρελθόντος ή και να είναι σύγχρονη, να αφορά το παρόν και ό,τι συμβαίνει ‘τώρα’. Ως προς τη θέση στην οποία βρίσκεται αυτός-ή που αρνείται μια πραγματικότητα ο Cohen ξεχωρίζει ότι μπορεί να είναι: · Θύμα μιας κατάστασης (την οποία και αρνείται/δεν παραδέχεται) · Θύτης-Βασανιστής: όπου συνήθως αρνείται τη σημασία των πράξεων που διαπράττει ή διέπραξε · Παρατηρητής- θεατής -τυχαίος παρευρισκόμενος: εδώ ο Cohen ξεχωρίζει επίσης τους παρατηρητές σε άμεσους (κάτι συμβαίνει δίπλα τους/γύρω τους/στη χώρα τους), εξωτερικούς (κάτι συμβαίνει σε άλλη χώρα αλλά μπορούν να είναι ενήμεροι) και στα ‘παριστάμενα κράτη/ κράτη παρατηρητές[6]’(ολόκληρες κυβερνήσεις ή η ‘διεθνής κοινότητα’ που λειτουργούν ως εξωτερικοί παρατηρητές). Έχοντας ορίσει επαρκώς τις διάφορες παραμέτρους της άρνησης, ο Cohen συνεχίζει κάνοντας μια αναλυτική αναφορά σε ψυχολογικές θεωρίες και την ψυχανάλυση. Αναφέρει αναλυτικά τις μορφές που παίρνει η άρνηση αλλά και πώς εξηγήθηκε από τις θεωρίες αυτές. Εν συντομία, μιλά για την ερμηνευτική άρνηση, την έμμεση άρνηση που αφαιρεί από τη βαρύτητα ενός γεγονότος, την απώθηση αλλά και την κατάσταση ‘ψευδο-ηλιθιότητας’ (‘pseudo-stupidity’) κάποιου που ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει/βλέπει/γνωρίζει κάτι απλό και ‘πασιφανές’. H άρνηση είναι ένας μηχανισμός που προστατεύει τον εαυτό από μια ενοχλητική πραγματικότητα – η αναγνώριση της οποίας θα απαιτούσε δράση. Ωστόσο, αυτός ο ίδιος ο μηχανισμός είναι μια δράση που για να τεθεί σε λειτουργία απαιτεί την αναγνώριση μιας ‘απειλής’. Συνεπώς η ίδια η άρνηση σηματοδοτεί και τη γνώση του αντικειμένου-περιεχομένου της. Αυτή είναι και η ιδιαίτερη κατάσταση ταυτόχρονης γνώσης και άγνοιας στην οποία βρίσκεται ένα άτομο/οργανισμός/ομάδα. Ακολούθως, αναφέρεται στη δράση της άρνησης. Πώς δουλεύει, πώς γίνεται παραγωγική και αποτελεσματική. Ένας καίριος τρόπος δράσης της είναι η ‘κανονικοποίηση’ ή η ‘φυσικοποίηση’ ενός γεγονότος/πράξης/κατάστασης. Το ‘κακό’ γίνεται σταδιακά αποδεκτό ως φυσικό επακόλουθο ή ακόμα και ως ‘καλό’. Δίνονται ερμηνείες, εκλογικεύσεις, δικαιολογίες, επιχειρήματα με σκοπό την απαλλαγή από την ενοχλητική γνώση. Ο κατήγορος μετατρέπεται σε κατηγορούμενο. Όλα τα παραπάνω μπορεί να προέρχονται από την πλευρά του θύματος, του θύτη ή και του παρατηρητή. Η συνέχεια του βιβλίου αποτελείται από αναφορές σε ζητήματα και ιστορικά παραδείγματα που αφορούν την άρνηση σε επίπεδο κρατών/ομάδων/οργανισμών. Δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα (και πολλά παραδείγματα) στο ζήτημα του Ολοκαυτώματος αλλά αναφέρονται και άλλες πολλές περιπτώσεις συλλογικών αρνήσεων. Έτσι, σε αντίστοιχα κεφάλαια, ο Cohen, εστιάζει στους βασανιστές και τους κρατικούς εκπροσώπους, στην ιστορικότητα της μνήμης και την αναγνώριση του παρελθόντος (από την πλευρά των κρατών), στην θέση και ευθύνη των παρατηρητών, στη δύναμη της εικόνας και τις ερμηνείες της, στην παρακίνηση για δράση ενάντια στην άρνηση και υπέρ της αλήθειας. Η αλυσίδα ενδυνάμωσης που οδηγεί σε δράση (όπως τη χρησιμοποιεί η Διεθνής Αμνηστεία για τα επιχειρήματά της), αναφέρει ο ίδιος (ό.π.:219), αποτελείται από τρεις συνδέσεις: 1) κάτι μπορεί να γίνει, 2) μπορούμε να το κάνουμε, 3) μπορείς εσύ να κάνεις τη διαφορά: να τι μπορείς να κάνεις (και εδώ ακολουθούν συγκεκριμένες προτάσεις δράσης). Τέλος, αναφέρεται σε αυτό που θεωρεί αντίθετο της άρνησης: την ‘αναγνώριση’, τις εκφάνσεις της και τους τρόπους που μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο που αναφέρεται στις κοινωνίες του σήμερα. Θέλει να δώσει ένα αισιόδοξο μήνυμα παρά το ότι αναγνωρίζει πως η άρνηση σήμερα παίρνει όλο και πιο περίπλοκες και ‘επιστημονικές’ μορφές που την ισχυροποιούν. Η δύναμη εικόνων που λένε/δείχνουν την αλήθεια είναι μεγάλη και ο Cohen θέλει να πιστεύει πως οι άνθρωποι δεν τις κοιτούν με αδιαφορία. Ο Cohen, σύμφωνα και με τους Olick (2001) και Bickford (2001) που παρουσιάζουν το βιβλίο του, αναφέρεται σε πάρα πολλούς όρους και θέτει πολλά ζητήματα, τόσο που σε κάποια σημεία κουράζει τον-την αναγνώστη. Το βιβλίο σε κάποια σημεία μοιάζει με φοιτητικό εγχειρίδιο. Συχνά αφήνει τα θέματα που θίγει ανοιχτά, θέτει ερωτήματα που δεν απαντά ξεκάθαρα και αναφέρεται σε ζητήματα χωρίς να τα αναλύει και να τα αναπτύσσει περαιτέρω. Ωστόσο, δίνει, παράλληλα πολλές ζωντανές εικόνες για την άρνηση και μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για παραπάνω σκέψη και εμβάθυνση στο, πάντα επίκαιρο, θέμα. ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΣΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ SCHLINK Η άρνηση εμφανίζεται έντονα στην ιστορία που έγραψε ο Schlink. Διαφαίνεται στη συμπεριφορά και το λόγο της Χάννα, στον αφηγητή Μίχαελ αλλά και στο ανώνυμο πλήθος ανθρώπων που συμμετέχουν στη δίκη ως μάρτυρες, δικηγόροι, δικαστές, κατηγορούμενοι. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι κάθε ήρωας της ιστορίας του Schlink εμφανίζει ένα είδος άρνησης αποδοχής και αναγνώρισης μιας άσχημης πραγματικότητας. Θα εστιάσουμε εδώ, ωστόσο, στις αρνήσεις που μπορούν να αποδοθούν στη Χάννα, τον Μίχαελ και στους μάρτυρες του δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, η θέαση της άρνησης είναι κάτι σχετικό και οι απόψεις-ερμηνείες που παρουσιάζονται εδώ αποτέλεσμα μιας προσωπικής, πάλι, ερμηνείας. Καθώς ο Μίχαελ αφηγείται το παρελθόν της Χάννα όπως αυτό παρουσιάζεται στην αίθουσα δικαστηρίου προκύπτει το ερώτημα: πώς γίνεται ο ίδιος να μη γνώριζε το παρελθόν της; Πώς δεχόταν χωρίς αντιρρήσεις την άρνησή της να απαντά σε ερωτήσεις που αφορούσαν την ίδια, τη ζωή και το παρελθόν της κατά τη διάρκεια της σχέσης τους; Ο Μίχαελ, από φόβο μην ενοχλήσει με τις ερωτήσεις του τόσο τη Χάννα ώστε τελικά να τη χάσει, αποσυρόταν κάθε φορά που εκείνη έδειχνε να δυσανασχετεί. Ωστόσο, η ίδια του αφηγήθηκε μία φορά το παρελθόν της και η αφήγησή της περιείχε το γεγονός ότι κατά τον πόλεμο ‘είχε μπλέξει με το στρατό’. Τι σήμαινε αυτό; Τι θα μπορούσε να σημαίνει; Μπορούσε να είναι κάτι ουδέτερο και αθώο; Ο Μίχαελ δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Ούτε στον εαυτό του ούτε στη Χάννα. Η χρονική περίοδος (αμέσως μετά τον πόλεμο) ήταν τέτοια που επέτρεπε την ‘καχυποψία’ για το παρελθόν κάθε Γερμανού πολίτη. Ο Cohen (ό.π.: 124-125), παραπέμποντας σε έρευνα του Bar-On, αναφέρει, ωστόσο, πως αυτή η έρευνα για το παρελθόν ήταν κάτι το οποίο απέφευγαν όλοι οι Γερμανοί κατά τη δεκαετία του ’50. Τα παιδιά δεν ρωτούσαν τους γονείς τους, οι γονείς απέφευγαν να προσφέρουν γνώση δημιουργώντας έτσι ένα ‘διπλό τείχος’ απέναντι στην αλήθεια στο οποίο ολόκληρη η κοινωνία ερχόταν να προσθέσει ένα τρίτο καθώς ‘έχτιζε’ ως φυσιολογική αυτή τη σιωπή. Το γεγονός αυτό αποτελεί για τον Cohen παράδειγμα ατομικής άρνησης η οποία συνδέεται με δημόσιες ιστορίες. Το άτομο εδώ αποφεύγει να προσθέσει στον εαυτό του μια γνώση για τον άνθρωπο δίπλα του η οποία θα του προξενήσει πόνο και θα απαιτεί να πάρει μια θέση διαφορετική από αυτή που επιθυμεί/αισθάνεται απέναντι στον άνθρωπο αυτό. Μια ακόμη χαρακτηριστική άρνηση πραγματικότητας από την πλευρά του Μίχαελ ήταν η αδυναμία του να αναγνωρίσει τον αναλφαβητισμό της Χάννα. Σε αυτό ωστόσο μοιάζει να έχουν ‘ξεγελαστεί’ πολλοί στο μυθιστόρημα. Οι εργοδότες της Χάννα στη Ζίμενς αλλά και στη συνέχεια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και στην εταιρία των τραμ καθώς και όλο το δικαστήριο-οι δικαστές αλλά και ο συνήγορός της δεν βλέπουν κάτι που εύκολα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό. Εμπόδιο στέκεται φυσικά η πεισματική άρνηση της Χάννα να φανερώσει το μυστικό της, ωστόσο ένας καλός παρατηρητής θα μπορούσε να το δει. Μια ερμηνεία αυτής της ‘τύφλωσης’ εδώ θα μπορούσε να είναι η αδιαφορία και μια άλλη η τάση να βλέπουμε τον άλλο με τα μάτια του εαυτού μας, να τον βλέπουμε ίδιο, να μην τον βλέπουμε γι’ αυτό που τελικά είναι. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι κατά τη δίκη των γυναικών (και της Χάννα) δεν γίνεται ανάγνωση του βιβλίου της Εβραίας γυναίκας που επέζησε από τη νύχτα της φωτιάς (βιβλίο που σίγουρα επηρέασε τη διεξαγωγή και τις αποφάσεις της δίκης) καθώς θεωρείται αυτονόητο πως όλες οι ενδιαφερόμενες το έχουν διαβάσει. Έτσι, και ο Μίχαελ φαίνεται να θεωρεί τον αλφαβητισμό ως αυτονόητο αλλά τι θα σήμαινε, τελικά, το να μπορέσει να δει τη Χάννα όπως ήταν στην πραγματικότητα; Θα την υποτιμούσε; Θα την μείωνε αυτή η νέα γνώση στα μάτια του; Θα έχανε η σχέση τους απ’ τη ‘μαγεία’ της; Είναι ερωτήματα που θα μπορούσαν να απαντήσουν στην τυφλότητα της άρνησής του. Από την πλευρά της Χάννα, οι αρνήσεις που διακρίνονται είναι διαφορετικές και ίσως βαθύτερες. Κατά τη διεξαγωγή της Δίκης και απαντώντας στις ερωτήσεις δικαστών και κατήγορων η Χάννα δείχνει να μην συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα των πράξεών της. Δείχνει να τις θεωρεί αυτονόητες και δικαιολογημένες. ‘Τι θα κάνατε στη θέση μου;’ ρωτά με αφέλεια(;), ειλικρίνεια(;), ειρωνεία(;), υπεροψία(;) ή εκφράζοντας τη δική της πραγματική απορία τον δικαστή. Η εικόνα θυμίζει την ‘απόλυτη εικόνα άρνησης όλων των εποχών’ που αποδίδει ο Cohen στον ‘τραγικό’ Οιδίποδα (Cohen,ό.π.32-34). Ωστόσο, η αποκάλυψη του αναλφαβητισμού της Χάννα προκαλεί ένα συναισθηματικό μπέρδεμα στον-ην αναγνώστη. Ίσως, αντίστοιχα μπερδεμένος είναι και ο συγγραφέας ίσως, πάλι, όχι. Ίσως σκόπιμα θέλει να δώσει μια εικόνα διαφορετική για τις ευθύνες του Γερμανικού λαού και όλων όσων με κάποιο τρόπο εργάστηκαν για τους Ναζί και το στρατό τους. Η εικόνα, αν και δεν πείθει καταφέρνει πράγματι να προκαλέσει σκέψεις. Η συνέχεια της ιστορίας και το τέλος της Χάννα αποδεικνύουν, ωστόσο, πως τελικά η ίδια δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις τύψεις των ευθυνών που στο δικαστήριο με τόση αθωότητα αποποιούνταν. Ίσως, όμως πάλι, η συνείδηση αυτή να έρχεται μετά από τη διαδικασία αλφαβητισμού της θέλοντας να καταδείξει την αξία του αλλά και την σημαντικότητα της προηγούμενης έλλειψής του. Η Shethar (1993) μετά από έρευνα για τον αλφαβητισμό ατόμων έγκλειστων σε φυλακές, υποστηρίζει πως η διαδικασία βοηθά στην θετική εξέλιξη του ατόμου, συμβάλλει στην άνοδο της αυτοπεποίθησής του αλλά και στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου, του εαυτού του και των σχέσεων γύρω του -παρά το ότι δεν μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες για κοινωνική άνοδο. Μένει όμως το ερώτημα: αν γνώριζε να διαβάζει και να γράφει, αν είχε πάρει την κοινή μόρφωση (ή και μεγαλύτερη) θα είχε αποφύγει σκόπιμα να βρίσκεται στο στρατόπεδο ως δεσμοφύλακας; Πόσες Γερμανίδες με πλήρη μόρφωση δεν συνεργάζονταν με τους Ναζί; Αυτό δεν συνέβαινε, άλλωστε, και με τις άλλες συγκατηγορούμενές της; Ο Agamben (2005) αναφέρεται εύστοχα στη λογική που κυριαρχεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μια κατασκευασμένη ‘έκτακτη’ ανάγκη δημιουργεί ‘έκτακτους’ νόμους και ‘έκτακτη’ λογική, συγκεκριμένοι άνθρωποι αποκτούν ‘έκτακτα’ δικαιώματα πάνω στις ζωές των άλλων . Ύστερα υπάρχουν για τα άτομα αυτά που δρουν-έδρασαν οι ‘έκτακτες’ δικαιολογίες που αναφέρονται και αντλούν επιχειρήματα από το συγκεκριμένο πλαίσιο ‘λογικής’. Η Butler (2009) αντίστοιχα, αναφέρεται πολύ χαρακτηριστικά στην δημιουργία της κατάστασης ‘έκτακτης ανάγκης’ και πώς αυτή άρει κάθε νόμιμο δικαίωμα (για υπεράσπιση, δίκη, απελευθέρωση, έκδοσή στη χώρα τους) από τους έγκλειστους στις φυλακές του Γκουαντάναμο. Κάτω από το πρίσμα μιας αντίστοιχης ‘λογικής’ η Χάννα ρωτά: ‘εσείς τι θα κάνατε;’ σαν η πράξη και η συμπεριφορά της να βρίσκονταν μέσα στις υποχρεώσεις, μέσα στο λογικό, στο αυτονόητο. ‘Ήμασταν υπεύθυνες γι’ αυτές…αυτή ήταν η δουλειά μας, να τις φρουρούμε, για να μην το σκάσουν. Γι’ αυτό δεν ξέραμε τι να κάνουμε… ’(Schlink 1998:122) αναφέρει, θέλοντας να δείξει πόσο φυσιολογικό ήταν να μην ξεκλειδώσουν τις πόρτες στην καιόμενη εκκλησία γιατί τότε θα δημιουργούνταν ‘χάος’ και οι κρατούμενες θα χάνονταν. Αναφερόμενος στο ζήτημα της άρνησης από την πλευρά των βασανιστών ο Cohen (ό.π.:90) δίνει εικόνες της εκπαίδευσης των βασανιστών της Ελληνικής χούντας. Η εκπαίδευση αυτή φέρνει -μεταξύ άλλων- το άτομο σε μία κατάσταση εστίασης στον στόχο-αποστολή-εντολή και μόνο σε αυτό (‘task oriented state of mind’). Η περιγραφή αυτή μοιάζει ταιριαστή και για την περίπτωση της Χάννα. Η υπακοή σε εντολές, άλλωστε, είναι κατά τον Cohen και η πιο εύκολη απάντηση των ‘βασανιστών’ για τη συμπεριφορά τους. Από την πλευρά των ‘τυχαίων’ παρευρισκόμενων (σύμφωνα με τον διαχωρισμό του Cohen) ή των χωρικών που βρέθηκαν μάρτυρες των γεγονότων για τα οποία κατηγορείται στο βιβλίο η Χάννα οι αρνήσεις που εντοπίζονται είναι πολύ συγκεκριμένες και ακολουθούν πλήρως τις αναφορές και κατηγοριοποιήσεις του Cohen. Ο αφηγητής αναφέρεται άμεσα στην προσπάθεια των μαρτύρων, για να μην βρεθούν και οι ίδιοι κατηγορούμενοι, να δείξουν στο δικαστήριο ότι γνώριζαν όσο λιγότερα γίνεται αλλά και ότι φοβούνταν από την ύπαρξη στρατιωτών και φυλάκων που έδειχναν ότι υπακούν σε ανώτερες εντολές και έτσι δεν μπορούσαν να παρέμβουν και να βοηθήσουν τα θύματα. Η σύνδεση της εικόνας αυτής, του συνόλου των μαρτύρων-χωρικών, με το Γερμανικό λαό ως ‘παρατηρητή’ του Ολοκαυτώματος είναι αρκετά προφανής. Ο Cohen (ό.π.: 77-80 και 148-153) κάνει εκτενείς αναφορές στο ζήτημα αυτό και υποστηρίζει πως ο γερμανικός λαός δεν μπορούσε παρά να γνωρίζει για τη γενοκτονία η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους των ναζιστικών ηγετών, πέρα από τις φανερές εκδιώξεις των Εβραίων ήταν πάρα πολλοί οι απλοί πολίτες που εμπλέκονταν σε εργασίες οι οποίες τους έδιναν έμμεση ή άμεση γνώση για το τι συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ωστόσο, πολλοί υποστήριζαν σθεναρά την άγνοια. Άλλοι αρνούμενοι πλήρως οποιαδήποτε γνώση και άλλοι αποδεχόμενοι κάποια ερεθίσματα που τους έδιναν πληροφορίες αλλά ισχυριζόμενοι ότι νόμιζαν πως κάτι άλλο συμβαίνει (‘μύριζα το καμένο κρέας, έβλεπα τον καπνό και τη στάχτη, έβλεπα τρίχες να αιωρούνται…νόμιζα ότι απλώς καίνε όσους πεθαίνουν μέσα στο στρατόπεδο’). Έτσι, για την περίπτωση του γερμανικού λαού κατά τα γεγονότα του ναζισμού ο Cohen (ό.π.) θεωρεί πως η θέση τους βρίσκεται ενδιάμεσα στη θέση του ‘βασανιστή’ και του ‘τυχαίου θεατή-παρατηρητή’. Τέλος, και επιστρέφοντας στη Χάννα, το τέλος που επέλεξε για τη ζωή της και η κατάστασή στη οποία βρισκόταν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο Cohen (ό.π.:255-261) παρουσιάζει την ‘αναγνώριση’ ως το αντίθετο της ‘άρνησης’. Η ‘αναγνώριση’ εμπεριέχει στοιχεία που εναντιώνονται στην άρνηση παραδοχής-θέασης του ‘κακού’: την αυτογνωσία, την ηθική μαρτυρία (η γνώση και αλήθεια υπηρετούνται ως αξίες ζωής), την κοινοποίηση του ‘κακού’ (whistle-blowing είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Cohen) και τέλος τη ζωή έξω από το ψέμα- με όλες τις συνέπειες που αυτό θα φέρει. Η Χάννα αποφασίζει να δει την αλήθεια καθώς αποφασίζει να μάθει να γράφει και να διαβάζει και καθώς ζητά να διαβάσει τη βιβλιογραφία που υπήρχε για το Ολοκαύτωμα. ‘Ο αναλφαβητισμός είναι ανηλικότητα.Η Χάννα, έχοντας το θάρρος να μάθει ανάγνωση και γραφή, είχε κάνει το βήμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση, ένα βήμα διαφωτισμού’ αφηγείται ο Μίχαελ (Schlink, ό.π.:177). ’Στην μοναδική του επίσκεψη στη φυλακή, η Χάννα του λέει πως κανείς ποτέ δεν την κατάλαβε, κανείς δεν την ρώτησε και έτσι κανείς δεν μπορούσε να την κατηγορήσει παρά μόνο οι νεκροί. Αυτούς δεν μπορούσε να τους αποφύγει μετά την καταδίκη της –‘πριν από τη δίκη μπορούσα ακόμη-αν ήθελα, να τους παραμερίσω’ (Schlink, ό.π.:186) λέει, αποδεικνύοντας και πάλι την βαθύτερη πρότερη γνώση της. Η Χάννα, λοιπόν, στο τέλος της και στο βαθμό που μπορούσε, πέρασε έμπρακτα από την ‘κατάσταση άρνησης’ στην ‘αναγνώριση’. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ‘Το σύστημα λειτουργεί γιατί οι άνθρωποι είναι ικανοί και πρόθυμοι να ζουν μέσα στο ψέμα’ (Cohen, ό.π.:156).
Επιστρέφοντας στην αρχή της εισαγωγής της εργασίας και την εκεί αναφορά στην άρνηση που έχει μετατραπεί σε πραγματικότητα, σε ‘αλήθεια’, κανονικότητα, και σκεπτόμενη πόσο επίκαιρα ακούγονται όλα αυτά, θα ήθελα αντί για άλλο επίλογο να θυμίσω ένα παλιό παραμύθι. ‘Πριν από πολλά πολλά χρόνια ήταν ένας Αυτοκράτορας, που τρελαινόταν και αποτρελαινόταν για ωραία καινούρια ρούχα κι όλα τα χρήματά του τα ξόδευε για να είναι πάντα πολύ κομψά ντυμένος. (…) Η πόλη του ήταν χαρούμενη και γιορτινή. Συνέχεια έφταναν επισκέπτες από άλλα μέρη και κάποια μέρα πήγανε και δυο απατεώνες. Είχαν δηλώσει πως ήταν υφαντές κι ότι είχαν την ικανότητα να υφαίνουν το πιο λεπτό ύφασμα που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Έλεγαν ακόμα (…) ότι τα ρούχα που φτιάχνονταν από το δικό τους ύφασμα είχαν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να είναι αθέατα από εκείνον που ήταν ακατάλληλος για τη θέση που είχε ή από αυτόν που ήταν απελπιστικά ηλίθιος. ‘Ω! Πρέπει να είναι θαυμάσια ρούχα’ σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. (…) Και πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό στους απατεώνες προκαταβολικά, για ν’ αρχίσουν τη δουλειά τους το συντομότερο. Και όντως άρχισαν. Έστησαν δυο αργαλειούς κι έκαναν ότι δούλευαν, ωστόσο δεν υπήρχε τίποτα απολύτως στον αργαλειό. (…) (…) Όλοι στην πόλη είχαν ακούσει για τη μυστηριώδη δύναμη του υφάσματος και ήταν όλοι ανυπόμονοι να ανακαλύψουν πόσο ανάξιος ή πόσο ηλίθιος ήταν ο γείτονάς τους. ‘Θα στείλω τον εντιμότατο Πρωθυπουργό μου στους υφαντές’ σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. ‘Είναι ο πιο ικανός να δει με τι μοιάζει το ύφασμα, γιατί είναι μυαλωμένος και κανένας δεν ασκεί τα καθήκοντά του καλύτερα από αυτόν’. Έτσι, λοιπόν, πήγε ο εντιμότατος Πρωθυπουργός στο εργαστήρι όπου οι δυο απατεώνες ήταν πολύ απασχολημένοι στους άδειους αργαλειούς τους.(…) Οι δυο απατεώνες τον παρακάλεσαν να κοιτάξει από πιο κοντά. Μα, δεν έβρισκε τα χρώματα και τα σχέδια πιο ελκυστικά; Του έδειξαν τον άδειο αργαλειό τους, αλλά παρ΄ όλο που ο καημένος ο γέρο Πρωθυπουργός άνοιξε τα μάτια του διάπλατα, τίποτα δεν είδε, γιατί απλά δεν υπήρχε τίποτα να δει. ‘Μεγαλοδύναμε!’, σκέφτηκε, ‘είναι δυνατόν να είμαι ηλίθιος; Μα ποτέ δε μου πέρασε μια τέτοια υποψία. Μπορεί να είμαι ακατάλληλος; Όχι, δεν μπορεί να ειπωθεί για μένα ότι δεν βλέπω το ύφασμα’. ‘Λοιπόν, τι σκέφτεστε;’ Ρώτησε, κάνοντας ότι ύφαινε, ο ένας απ’ τους δυο. ‘Εξαιρετικό! Μαγευτικό!’ είπε ο γέρο Πρωθυπουργός,(…) ‘Τι σχέδιο! Τι χρώμα! Θα πω στον Αυτοκράτορα πόσο ευχαριστημένος είμαι’. (…) Οι απατεώνες τώρα ζήτησαν για το ύφασμα παραπάνω χρήματα (…) Τα τσέπωσαν όλα (…) και πήγαν δήθεν να δουλέψουν στους άδειους πάλι αργαλειούς. (….) Για το υπέροχο ύφασμα κουβέντιαζαν όλοι στην Πόλη. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας θα πήγαινε να το δει όσο βρισκόταν ακόμα στον αργαλειό. (….) ‘Τι είν΄αυτό;’ Σκέφτηκε ο Αυτοκράτορας. ‘Δεν βλέπω τίποτα! Είναι τρομαχτικό! Είμαι ηλίθιος; Δεν κάνω για Αυτοκράτορας; Δεν θα μπορούσε να μου συμβεί τίποτα πιο φοβερό!...Ω, είναι θαυμάσιο’ τους είπε. (…) Δεν ταίριαζε να πει ότι δεν έβλεπε τίποτα. Οι αυλικοί κοίταζαν (…) και επανέλαβαν ακριβώς αυτά που είπε ο Αυτοκράτορας, (…) και του υπενθύμισαν να ετοιμάσει, από το πανέμορφο εκείνο ύφασμα, ρούχα για τη μεγάλη παρέλαση που θα γινόταν σύντομα. (…) Την παραμονή της παρέλασης οι απατεώνες κάθισαν όλη νύχτα (…) και ανήγγειλαν στο τέλος: ‘Ακούσατε! Τα ενδύματα του Αυτοκράτορα είναι έτοιμα!’ (…) Ο Αυτοκράτορας έβγαλε τα παλιά του ρούχα και οι απατεώνες παρίσταναν ότι του φορούσαν ένα ένα τα εξαρτήματα της καινούριας ενδυμασίας του. (…) ο Αυτοκράτορας γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. (…) ‘Τι θαυμάσια εφαρμογή!’ όλοι αναφώνησαν. ‘Εντάξει, έτοιμος είμαι’, είπε.(…) Παρέλασε ο Αυτοκράτορας (…) και όλοι στους δρόμους και στα παράθυρα έλεγαν: ‘Θεέ μου! Τα καινούρια ρούχα του Αυτοκράτορα είναι τόσο αραχνοΰφαντα που δεν φαίνονται καν.(…) Τι τελεία εφαρμογή!’ και κανένας δεν ήθελε να σκεφτεί ότι δεν έβλεπε τίποτα (…). Ποτέ άλλα ρούχα του Αυτοκράτορα δεν είχαν τέτοια επιτυχία. ‘Μα δε φορά τίποτα!’ είπε ένα μικρό παιδί. ‘Θεέ και Κύριε, άκουσες τι είπε το αθώο μικρό παιδί;’ φώναξε ο πατέρας, και τα λόγια του παιδιού πέρασαν από το στόμα του ενός στα χείλη του άλλου ψιθυριστά.(…) ‘Ναι, δε φοράει τίποτα!’ φώναξε όλος ο κόσμος τελικά. ‘Ο Αυτοκράτορας είναι γυμνός!’ ο Αυτοκράτορας ένιωσε φοβερά δυσάρεστα μόλις κατάλαβε ότι ο κόσμος είχε δίκιο. Αλλά σκέφτηκε: ‘η παρέλαση πρέπει να φτάσει στο τέλος!’ και ορθώνοντας το ανάστημά του, προχώρησε ακόμα πιο περήφανα μπροστά και ακολουθούσαν οι θαλαμηπόλοι κρατώντας την ανύπαρκτη ουρά. (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ‘Τα καινούρια ρούχα του Αυτοκράτορα’ στο: Δώδεκα Παραμύθια, απόδοση: Α. Δημητρούκα, Αθήνα: Πατάκης)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Agamben, G. 2005. Homo Sacer Κυρίαρχη Εξουσία και Γυμνή Ζωή. Αθήνα: Scripta Bickford, L. 2002. Review (Untitled). Στο: Human Rights Quarterly. Vol.24, No.4 (Nov.2002), σσ.1054-1057 Butler, J. 2009. Ευάλωτη Ζωή: οι δυνάμεις του πένθους και της βίας. Αθήνα:Νήσος Cohen, S. 2001. States of Denial: Knowing About Atrocities and Suffering. Κέμπριτζ:Polity Press Cohen, S. 1996. Government Responses to Human Rights Reports: Claims, Denials and Counterclaims. Στο: Human Rights Quarterly. Vol.18, No.3 (Aug.1996), σσ.517-543 Olick. J. 2002. Review (Untitled). Στο: The American Journal of Sociology. Vol.107, No.4 (Jan.2002), σσ.1134-1135 Schlink, B. 1998. Διαβάζοντας στη Χάννα. (μτφρ.Κοπερτί, Ι.) Αθήνα: Κριτική Shetar, A. 1993. Literacy and ‘Empowerment’? A Case Study of Literacy Behind Bars. Στο: Anthropology of Education Quarterly. Vol.24, No.4 (Dec.1993). σσ.357-372 ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ http://en.wikipedia.org/wiki/Bernhard_Schlink http://en.wikipedia.org/wiki/Stanley_Cohen_(sociologist) http://en.wikipedia.org/wiki/The_Reader * Παρουσίαση στο μάθημα Κοινωνιολογικές και Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις του Κοινωνικού Ελέγχου του ΠΜΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ [1] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/Bernhard_Schlink [2] ‘The Reader’, 2008, σκηνοθεσία: Stephen Daldry, πρωταγωνιστές: Kate Winslet (Όσκαρ Α’ Γυναικείου ρόλου για την ταινία αυτή), Ralph Fiennes, David Kross [3] Πηγή πληροφοριών από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/The_Reader [4] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα: http://en.wikipedia.org/wiki/Stanley_Cohen_(sociologist) [5] Για να μην γίνεται κουραστικό το κείμενο με συνεχείς αναφορές χρησιμοποιώ τη λέξη-έννοια αυτή (‘κακό’) και κάτω από αυτήν εννοώ οποιαδήποτε άσκηση βίας, αδικία, ενέργεια που προσβάλει τη ζωή ενός ανθρώπου ή ενέργεια κατά της φύσης/περιβάλλοντος κτλ. [6] ‘bystander states’ (Cohen, 2001:17)

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

για το πανεπιστημιακό άσυλο...

Εκ νέου κρίση στο Πολυτεχνείο Κρήτης, με επικίνδυνους χειρισμούς της διοίκησης.
του Δημήτρη Πατέλη
Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας
Χανιά 14.1.10 Τα πρόσφατα γεγονότα, με την κατάληψη του κτιρίου της διοίκησης, έρχονται σε συνέχεια και ως αποτέλεσμα ενεργειών των τελευταίων ετών, ενεργειών, για τις οποίες, δυστυχώς, δεν είναι άμοιρη ευθυνών η διοίκηση του Ιδρύματος. Η τελευταία, ιδιαίτερα μετά το γνωστό πραξικοπηματικό τρόπο εκλογής της από 27.8.2008 (με παρουσία εξωπανεπιστημιακών τραμπούκων, κλοπή και καταστροφή των 2 εκ των 4 καλπών, αποκλεισμό 3.231 προπτυχιακών και μεταπτυχιακών εκλεκτόρων, κ.ο.κ.), δεν διαθέτει τη νομιμοποίηση εκείνη, το ηθικό και παιδαγωγικό κύρος, που θα της επέτρεπε να διασφαλίζει θεσμικά την ενότητα, την εύρυθμη λειτουργία και την προαγωγή του ερευνητικού και διδακτικού μας έργου. Έχοντας δημιουργήσει ζοφερό προηγούμενο καταστρατήγησης του Πανεπιστημιακού Ασύλου, μεσούντος του μεγαλειώδους πανεκπαιδευτικού κινήματος που οδήγησε στη ματαίωση της άρσης του άρθρου 16 του Συντάγματος (περί δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης), με την πρόσκληση δυνάμεων καταστολής (ΜΑΤ), χημικό πόλεμο και αιματοκύλισμα φοιτητών μας στο κέντρο των Χανίων (1.6.2006), οδήγησε έκτοτε, με σύσσωμη την αλληλεγγύη των συμπολιτών μας, στην κατάληψη του κτιρίου Παπαδόπετρου από τους φοιτητές. Έκτοτε, το κτίριο αυτό, παρά την εγκατάλειψη και την παλαιότητά του, με σκληρή εθελοντική εργασία των φοιτητών, μετετράπη εν πολλοίς σε πολιτιστικό, συνδικαλιστικό και κοινωνικό κέντρο, ανοικτό στην κοινωνία των Χανίων, υπό τη διαχείριση του φοιτητικού συλλόγου. Θεατρικές, μουσικές, χορευτικές, λογοτεχνικές, φωτογραφικές, κινηματογραφικές, επιστημονικές, κ.ά. δραστηριότητες, βρήκαν εδώ φιλόξενη στέγη. Εκ των πραγμάτων, ο χώρος αυτός καταξιώθηκε ως οργανικό ζωντανό κύτταρο, με τη συμμετοχή εκατοντάδων μελών της κοινότητας του Ιδρύματος και συμπολιτών μας, ένα κύτταρο που προωθούσε την ώσμωση της δημιουργικότητας και της αυτενέργειας Πολυτεχνείου-πόλης. Μεγαλειώδης εκδήλωση διεθνιστικής κοινωνικής αλληλεγγύης των φοιτητών μας, ήταν η μετατροπή του κτιρίου και σε στέγη του αγώνα των μεταναστών απεργών πείνας (2008) που συγκλόνισε την κοινωνία των Χανίων. Ο πραξικοπηματικώς ασκών τη διοίκηση του Ιδρύματος, κ. Ι.Γρυσπολάκης, συνοδευόμενος από αστυνομικές δυνάμεις, σε περίοδο διακοπών (23.12.2009) προέβη σε διάρρηξη του κτιρίου και αλλαγή κλειδαριών, ενώ την επομένη των Χριστουγένων, με συνοδεία ΜΑΤ, προέβη σε αρπαγή και μεταφορά σε άγνωστη διεύθυνση, περιουσιακών στοιχείων και εξοπλισμού του κτιρίου (ηλεκτρονικών υπολογιστών, βιβλίων της βιβλιοθήκης, προβολέων, επίπλων, κ.ο.κ.). Τα παραπάνω συνιστούν κατάφορη παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, που δημιουργεί κακό προηγούμενο και δηλητηριάζει την παιδαγωγική και επιστημονική ατμόσφαιρα. Οι ασκούντες τη διοίκηση διατείνονται ότι δεν υφίσταται θέμα ασύλου, δεδομένου ότι δεν διεξάγονται στο χώρο αυτό προγραμματισμένα μαθήματα. Προς τι αυτή η συσταλτική ερμηνεία του ασύλου; Άραγε όλες αυτές οι πολιτιστικές δραστηριότητες, οι διαλέξεις, οι συλλογικές μελέτες, τα σεμινάρια, τα μαθήματα Ελεύθερου Λογισμικού-Λογισμικού Ανοικτού Κώδικα, κ.ο.κ. δεν συνιστούν εκπειδευτικό-μορφωτικό έργο; Έτσι επιβραβεύουμε την πρωτοβουλία και τη δημιουργικότητα των νέων μας; Σπασμωδικές κινήσεις στα όρια θεσμικοτητας-εξωθεσμικότητας, επιτείνουν την κατάσταση, παγιώνοντας την εντύπωση ότι προτάσσεται και θεσμοθετείται το “δίκαιο” των εκάστοτε επιτήδειων, που αιφνιδιάζοντας και ασκώντας βία (με “γιουρούσια” και πρακτικές μπουκαδόρων) δημιουργούν τετελεσμένα, οδηγώντας το Ίδρυμα σε επικίνδυνο φαύλο κύκλο, πέρα κι έξω από κάθε ακαδημαϊκή δεοντολογία. Συνάδουν άραγε όλα αυτά με σώφρονα και συνετή στάση πανεπιστημιακών δασκάλων, με τρεις δεκαετίες εμπλοκή-σύμφυση σε διοικητικές λειτουργίες; Αυτές οι πρακτικές, αναγόμενες σε κυρίαρχο υπόδειγμα διδασκόντων, καταρρακώνουν το κύρος και την αξιοπιστία των τελευταίων, ακυρώνουν την όποια δημιουργικότητα της παιδαγωγικής αλληλεπίδρασης, φαλκιδεύοντας την με την κατίσχυση της εξουσιαστικής “τιμωρίας”,της τιθάσευσης, του πειθαναγκασμού. Δεν νοείται πανεπιστημιακή παιδεία που προτάσσει πρακτικές ρεβανσισμού έναντι των νέων, πρακτικές “μαστιγίου και καρότου”. Υπάρχει μια θεμελιώδης παιδαγωγική αρχή: το κύρος του δασκάλου και ο σεβασμός προς αυτόν δεν επιβάλλεται αυταρχικά, αλλά κατακτάται με κόπο, όχι μόνο με όσα λέει εκ καθέδρας, αλλά κυρίως με όσα δηλώνει η στάση ζωής του, με τη συνέπεια λόγων και έργων, με την όλη προσωπικότητά του. Ορισμένοι, δεν συνειδητοποιούν ότι η όποια καιροσκοπική δράση που στοχοποιεί τους νέους, γεννά αντίστοιχη αντίδραση, ότι σπέρνοντας καιροσκοπικά ανέμους, είναι δεδομένο πως θα θερίσουν απρόβλεπτες θύελλες (ο Δεκέμβρης του 2008 δεν ήταν τυχαίος). Αναμενόμενη “συγκομιδή” αυτής της “σποράς” είναι και η εν εξελίξει κατάληψη της διοίκησης. Διαφωνώ με το σκεπτικό της αυτόκλητης ανάληψης τέτοιου τύπου δράσης, ερήμην των συλλογικών οργάνων του Ιδρύματος, αλλά οφείλω να κατανοήσω την αγανάκτηση και την οργή που γεννούν παρόμοιες ενέργειες ακραίου διοικητικού αυταρχισμού. Σε πρόσφατες δηλώσεις του ο κ. Γρυσπολάκης εξέφρασε την ετοιμότητά του να ενοικιάσει κτίριο στο κέντρο της πόλης για να στεγάσει τις προαναφερθείσες δραστηριότητες που φιλοξενούσε το κτίριο Παπαδοπέτρου. Εξακολουθεί να επικαλείται ως θέσφατο κάποια απόφαση της Συγκλήτου για χρήση του ως άνω κτιρίου από εργαστήρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών. Κατ' αρχάς, οι αποφάσεις της Συγκλήτου (αυτών που αφορούν τη χρήση κτιρίων συμπεριλαμβανομένων) δεν είναι θέσφατα, αλλά αναπροσαρμόζονται σε συνάρτηση με τις εκάστοτε ερευνητικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές ανάγκες του Ιδρύματος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αυθαίρετης παραχώρησης από τους ασκούντες τη διοίκηση της μερίδας του λέοντος του κτιρίου Επιστημών (εξ' υπαρχής προοριζόμενου για το Γενικό Τμήμα) στο Τμήμα Ηλεκτρονικών Μηχανικών Η.Υ. Όσο αφορά δε το επίμαχο κτίριο Παπαδόπετρου, οι αλλεπάλληλες αλλαγές προθέσεων χρήσης και οι παλινωδίες της διοίκησης είναι εντυπωσιακές: ήταν ενοικιαζόμενο σε ιδιώτη επιχειρηματία, και στη συνέχεια προοριζόταν διαδοχικά για στέγη των Δημοσίων Σχέσεων του Ιδρύματος, έδρα Εταιρείας Διαχείρισης Υδάτινων Πόρων, έδρα του κόμβου Ευρυζωνικών Δικτύων και τελικά -έδρα εργαστηρίων του Τμήματος Αρχιτεκτόνων... Εγείρεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα: εφ' όσον θα διατεθούν ούτως ή άλλως πόροι για ενοικίαση κτιρίου, γιατί να μη διασφαλιστεί χώρος πλησίον της Αρχιτεκτονικής, ώστε να μη ταλαιπωρούνται με επιπρόσθετες μετακινήσεις (λόγω επιπλέον διασποράς δραστηριοτήτων) οι συνάδελφοι, το προσωπικό και οι φοιτητές της Αρχιτεκτονικής; Με δεδομένη την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, προς εκτόνωση της έντασης, είναι σκόπιμο η Σύγκλητος να αποφασίσει την ανακαίνιση του Μεγάρου Παπαδόπετρου, ώστε θεσμικά πλέον (και όχι τελώντας υπό κατάληψη), να μετατραπεί -υπό όρους συνδιαχείρισης όλων των συλλόγων του Πολυτεχνείου και της Συγκλήτου- σε πολιτιστικό και κοινωνικό κέντρο της κοινότητας του Ιδρύματος, ανοικτό και στην κοινωνία των Χανίων. Υπάρχει ωστόσο και ένα έκδηλο πλέον μείζον ζήτημα. Τα προβλήματα του Ιδρύματος και της Ανώτατης Παιδείας είναι πολλά και περίπλοκα. Τα τελευταία χρόνια, όπως διαπιστώνεται σε συζητήσεις εντός και εκτός του Ιδρύματος (παρά την αδυναμία έκφρασης και το διάχυτο φόβο που τείνει να επικρατεί), οι νυν ασκούντες τη διοίκηση υπό τον κ. Ι. Γρυσπολάκη, με τη σπουδή τους να είναι βασιλικότεροι του βασιλέως (της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας) στην αντιμεταρρύθμιση, αδυνατούν να λύσουν αυτά τα προβλήματα. Η αδυναμία τους δεν έγκειται στο ότι απλώς είναι μέρος των προβλημάτων, αλλά στο ότι εκ των πραγμάτων, με τις ενέργειες, τον αυταρχισμό και την αυθαιρεσία που χαρακτηρίζουν πράξεις και παραλείψεις τους, είναι οι ίδιοι πλέον βασικό αίτιο που προκαλεί και οξύνει εμπρηστικά προβλήματα. Δημιουργούν πλέον την αίσθηση μαθητευόμενων μάγων, που δεν είναι εις θέση να ελέγξουν τα στοιχειά που ενεργοποιούν. Το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι πρωτίστως θεσμικό, επιστημονικό και παιδαγωγικό. Η μόνη σοβαρή κίνηση εκ μέρους τους, εν όψει και της εκδίκασης της σχετικής προσφυγής στο Συμβούλιο Επικρατείας, θα ήταν να παραιτηθούν, ώστε να δρομολογηθεί μια διάδοχη κατάσταση, που ενδέχεται να αποκαταστήσει στοιχειώδες ακαδημαϊκό πνεύμα και κλίμα πανεπιστημιακής διαλογικότητας στο πολύπαθο Ίδρυμά μας. Όσο η κατάσταση αυτή θα χρονίζει, θα κακοφορμίζει περαιτέρω και θα καθιστά βαρύτερη την ευθύνη, όχι μόνον αυτού του τύπου της διοίκησης, αλλά και όσων εξ ημών καθίστανται συνένοχοι με την ανοχή και την αδράνειά τους. Διοικήσεις και πανεπιστημιακοί έρχονται και παρέρχονται. Εκείνο που έχει τη μείζονα σημασία είναι η διαγενεακή παρακαταθήκη παιδείας και πολιτισμού που λόγω και έργω κληροδοτούμε στις επόμενες γενεές.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

ΕΙΤΕ ΠΑΛΙΕΣ ΕΙΤΕ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ, ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΕΣ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ http://www.keli.gr/ Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010 Δελτίο Τύπου ΕΙΤΕ ΠΑΛΙΕΣ ΕΙΤΕ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ, ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΕΣ Απεργία πείνας των κρατουμένων στις Φυλακές Γρεβενών Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι φυλακές, είτε παλιές είναι είτε καινούριες, αγνοούν και παραβιάζουν τα δικαιώματα των φυλακισμένων στον ίδιο βαθμό. Οι καινούριες φυλακές των Γρεβενών (που εγκαινιάστηκαν το 2008) δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα γνωστά, διάσπαρτα σε όλη την ελληνική επικράτεια, κολαστήρια. Επιπλέον, οι φυλακές Γρεβενών είναι τόσο απομακρυσμένες, ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο έστω και στοιχειώδους κοινωνικού ελέγχου και να δυσχεραίνεται το δικαίωμα επικοινωνίας των κρατουμένων με τους οικείους, αλλά και με τους δικηγόρους τους. Παρά τις εξαγγελίες για βελτίωση των συνθηκών κράτησης, μετά το μεγαλειώδη αγώνα των κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές το Νοέμβριο του 2008 και τα αλλεπάλληλα νομοσχέδια, οι φυλακές Γρεβενών αποτελούν ένα λαμπρό παράδειγμα των κατασταλτικών προθέσεων των κυβερνήσεων και της αδιαφορίας τους για την καταπάτηση και των στοιχειωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων. Στις 11 Ιανουαρίου, οι κρατούμενοι στη φυλακή Γρεβενών ξεκίνησαν μαζική απεργία πείνας απαιτώντας τα αυτονόητα, καταγγέλλοντας το σωφρονιστικό μεσαίωνα που βιώνουν: § Η συνήθης εξευτελιστική τακτική του πρωκτικού ελέγχου ζει και δυναστεύει, ακόμα και στις συντομότατες περιπτώσεις μεταγωγών για ιατρικούς λόγους. Όσοι αρνούνται, προσπαθώντας να προστατεύσουν την αξιοπρέπειά τους, κλείνονται στην απομόνωση και αντιμετωπίζουν πειθαρχικές διώξεις. § Τα αιτήματα για άδειες αγνοούνται ή/ και η εξέτασή τους καθυστερεί απαράδεκτα. § Το πειθαρχικό καθεστώς θυμίζει χούντα, καθώς οι κρατούμενοι διώκονται για το παραμικρό. § Αγνοούνται τα αιτήματα προς ακρόαση, ακόμα και για άτομα που αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα. § Δεν υπάρχει γιατρός για 330 κρατούμενους. § Δεν υπάρχει γραμματεία που να δίνει πληροφορίες και να εξυπηρετεί ανάγκες των κρατουμένων. § Τα ωράρια των επισκεπτηρίων αλλάζουν απρογραμμάτιστα, με αποτέλεσμα οι κρατούμενοι να στερούνται την απαραίτητη επαφή με τον έξω κόσμο και οι συγγενείς που κάνουν ολόκληρο ταξίδι μέχρι τις απομονωμένες φυλακές να βρίσκονται προ απροόπτου και να μην μπορούν να δουν τους οικείους τους, που βρίσκονται έγκλειστοι. § Ο προαυλισμός λαμβάνει χώρα σε πολύ περιορισμένο χώρο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Στον προαύλιο χώρο δεν υπάρχουν όργανα γυμναστικής για τον ελεύθερο χρόνο των κρατουμένων. § Θέρμανση υπάρχει μόνο για μία ώρα το πρωί. § Οι κρατούμενοι αναγκάζονται να αγοράζουν τα πάντα, ακόμα και είδη πρώτης ανάγκης, που η φυλακή θα έπρεπε να παρέχει, όπως για παράδειγμα, το μαξιλάρι! § Στο σούπερ μάρκετ του καταστήματος δεν υπάρχει τιμοκατάλογος, με αποτέλεσμα οι κρατούμενοι να πληρώνουν αυθαίρετες και παράνομες τιμές. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι στον αγώνα των κρατουμένων Απαιτούμε την άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων τους

ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ - ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΙΟ ΔΙΚΑΙΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ
Σας καλούμε να υπογράψετε το παρακάτω κείμενο:
Το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού [www.ddp.org.gr] χαιρετίζει το νομοσχέδιο που δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα ή φοιτούν σε ελληνικό σχολείο να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Θεωρούμε ότι η νομοθετική ρύθμιση αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα προόδου. Η πολιτική λογική που ήθελε τα παιδιά των μεταναστών, όπως και τους γονείς τους, να ζουν σε ένα καθεστώς διακρίσεων και αβεβαιότητας χωρίς πολιτικά δικαιώματα στη χώρα μας, ανατρέπεται. Έστω και καθυστερημένα, έστω και με πολλούς περιορισμούς, η ελληνική Πολιτεία αντιμετωπίζει το πρόβλημα στη σωστή κατεύθυνση και ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συνέχεια, ώστε η αναγνώριση των δικαιωμάτων και η ουσιαστική φροντίδα για όλα τα παιδιά που ζουν στη χώρα μας να γίνει πραγματικότητα. Η ιθαγένεια στα παιδιά μεταναστών συνάδει με το σεβασμό των όρων της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ, την οποία η χώρα μας έχει υπογράψει από το 1992 αλλά της οποίας η εφαρμογή απέχει πολύ ακόμη από το να είναι ικανοποιητική. Ο σεβασμός στα δικαιώματα των παιδιών ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, κοινωνικής καταγωγής, γλώσσας ή θρησκείας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση δημοκρατικής λειτουργίας μιας κοινωνίας. Το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού αφιερώνει τις δυνάμεις του στην προσπάθεια να γίνει γνωστός και σεβαστός στη χώρα μας ο Χάρτης των Δικαιωμάτων. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι μόνο ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πιο ευάλωτων ομάδων παιδιών είναι η απόδειξη ότι αυτά δεν αποτελούν απλή ρητορική αλλά εφαρμόζονται ουσιαστικά και συντελούν σε μια κοινωνία πιο δίκαιη και δημιουργική. Το νομοσχέδιο προβλέπει την απόκτηση ιθαγένειας για τα παιδιά νομίμων μεταναστών που γεννιoύνται στην Ελλάδα (οι γονείς ή ένας από τους δύο πρέπει να διαμένουν στη χώρα επί πέντε έτη). Επίσης δικαίωμα έχουν και τα παιδιά αλλοδαπών που έχουν φοιτήσει στις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού ή έχουν συμπληρώσει έξι χρόνια φοίτησης σε ελληνικό σχολείο. Οι μισαλλόδοξες φωνές που σπέρνουν το φόβο και την κινδυνολογία για την αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας στηρίζονται στην παραπληροφόρηση και τον πανικό. Αυτό που αποκρύπτουν όμως είναι ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που δεν προβλέπει ειδική ρύθμιση για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς ώστε να έχουν τη δυνατότητα να γίνουν έλληνες πολίτες. Το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού προσδοκά σε ουσιαστικές βελτιώσεις του νομοσχεδίου, που θα διευκολύνουν την εφαρμογή του στην πράξη και θα τακτοποιήσουν το εύθραυστο καθεστώς χιλιάδων παιδιών που διαμένουν πολλά χρόνια στη χώρα χωρίς νομιμοποίηση ή των αιτούντων άσυλο. Καθένας μας πρέπει να στηρίξει αυτή την προσπάθεια. Ας διαβάσουμε τη νομοθετική πρωτοβουλία για την Πολιτική συμμετοχή ομογενών και αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα και μακροχρόνια στην Ελλάδα, [http://www.opengov.gr/ypes/]. Ας συζητήσουμε πειστικά με όσους καλόπιστα φοβούνται. Ας οργανώσουμε μια συζήτηση με φίλους, με συναδέλφους, στα σχολεία μας, στα στέκια που συχνάζουμε. Ας διαδώσουμε αυτό το κείμενο και ας το υπογράψουμε. Με το δικαίωμα ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών αποκτούν πιο ουσιαστικό νόημα τα πολιτικά δικαιώματα των παιδιών μας. Τα δικαιώματα οδηγούν σε ισοτιμία, διάλογο, πολιτική και κοινωνική συμμετοχή. Τα δικαιώματα οδηγούν σε μια κοινωνία πιο δίκαιη και δημιουργική.
Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Κοινή Δημόσια Δήλωση και Συλλογή Υπογραφών για τo Νομοσχέδιο περί Ιθαγένειας και Πολιτογράφησης Μεταναστών

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε από τον Μίλτο Παύλου (Διευθυντής Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας ΕΝΩΣΗ-ΚΕΜΟ/i-RED) και την Aννα Τριανταφυλλίδου (Επίκουρη Καθηγήτρια, Δημοκρίτειο Πανεπιστημίο Θράκης, Κύρια Ερευνήτρια ΕΛΙΑΜΕΠ).
Μπορείτε να το υπογράψετε αν συμφωνείτε στην εξής διεύθυνση συλλογής υπογραφών: http://www.petitiononline.com/greekcit/petition.html

Αξίζει να φανταστούμε μια νέα ελληνική κοινωνία Κοινή Δημόσια Δήλωση για τo Νομοσχέδιο περί Ιθαγένειας και Πολιτογράφησης Μεταναστών Μεγάλο μέρος των σχολίων στη διαβούλευση που έχει ανοίξει το Υπουργείο Εσωτερικών στο www.opengov.gr/ypes είναι δυστυχώς αποτέλεσμα παραπληροφόρησης. Kάποτε δε προδίδουν ότι οι γράφοντες δεν έχουν καν αναγνώσει αυτό το ίδιο το νομοσχέδιο που επικρίνουν ή λασπολογούν. Η αβάσιμη κινδυνολογία περί αλλοίωσης του έθνους και περί φυλετικής διαφοροποίησης, είναι απαράδεκτη σε μια δημοκρατία και κάποτε ποινικά κολάσιμη. Μπορεί να προκαλέσει μόνο θύματα βίας, δυσανεξίας, χειραγώγησης, απογοήτευσης και ματαίωσης από όλες τις πλευρές. Μέσα στην προσπάθεια δημιουργίας πόλωσης και όξυνσης μέσα από εμπρηστικές διαστρεβλώσεις, δαιμονοποιήσεις και ρατσιστικής έμπνευσης υστερίες, ακόμα και εκείνοι που τις εκφέρουν έχουν να χάσουν. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις βρίσκονται σαφώς στο μέσο όρο (αν όχι λίγο κάτω από αυτόν) των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών και είναι εύλογες και δικαιολογημένες, όσο και επιφυλακτικές και προσεκτικές. Aξίζει λοιπόν να σημειώσουμε κάποια σημεία που χρήζουν προσοχής από ειδικούς και μη, από τους κατέχοντες πολιτικά αξιώματα αλλά και κυρίως τους απλούς πολίτες:
1- Σήμερα υπάρχει ήδη «αλλοίωση» του 'δήμου' στο βαθμό που για πολλά έτη εργαζόμενοι και τα παιδιά τους στη χώρα δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να πουν τη γνώμη τους ακόμα και για το πού πρέπει να μπουν κάδοι καθαριότητας ή μια παιδική χαρά.
2- Αξίζει να αναλογιστούμε τι θα λέγαμε και πώς θα αντιδρούσαμε εάν έλληνες μετανάστες για δεκαετίες στην Αμερική, τη Γερμανία κλπ. είχαν δικαίωμα (υποχρέωση) μόνο να εργάζονται και όχι να λένε τη γνώμη τους, ούτε καν για ζητήματα που τους αφορούν άμεσα σε τοπικό επίπεδο. Ο κίνδυνος λοιπόν για την Ελλάδα δεν είναι εκείνος της «αλλοίωσης» της εθνική ομοιογένειας αλλά η αναβίωση ενός αποκρουστικού καθεστώτος ειλώτων και πληβείων. Στο δημοκρατικό σύστημα δεν χωρεί τέτοιος αποκλεισμός. 3- Το μεταναστευτικό και ο κώδικας ιθαγένειας έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά προβληματικά και παρωχημένα, ακριβώς επειδή καμία κυβέρνηση δεν τα άγγιξε όταν έπρεπε. Αποτέλεσμα είναι σήμερα η Ελλάδα να βρίσκεται κάτω από όλες τις χώρες της ΕΕ των 27 στις σχετικές ρυθμίσεις. Ως τέτοια σήμερα το «μεταναστευτικό» βρίσκεται ενώπιόν μας ως γόρδιος δεσμός και χρήζει ανάλογων - όσο και νηφάλιων και δημοκρατικών - λύσεων. 4- Η απόδοση ιθαγένειας στους ανθρώπους με αποδεδειγμένα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα, έχει μέγιστο όφελος πρώτα απ'όλα για το σύνολο των Ελλήνων και κατόπιν για τους πολιτογραφηθέντες. Η ισότητα δικαιωμάτων ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας που έχουν κτίσει παραγωγικά το κέντρο της ζωής τους και το μέλλον τους στην Ελλάδα, μόνο καλό μπορεί να κάνει σε όλους τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα στη νέα γενιά, απέναντι σε φαινόμενα ανασφάλιστης ή επισφαλούς απασχόλησης, εκμετάλλευσης, ολιγαρχίας και κρίσης της δημοκρατίας. Η διατήρηση μεγάλου μέρους της εργατικής δύναμης σε επισφαλή θέση έχει προφανώς αρνητική επίπτωση σε όλους τους εργαζόμενους (ασφαλιστικά-εργασιακά δικαιώματα), ενώ συντηρεί τις ολιγαρχίες και τους ισχυρότερους που εμμέσως ή άμεσα εκμεταλλεύονται αυτήν την κατάσταση. 5- Γιατί λοιπόν ακριβώς εκείνοι που θα έπρεπε να προσβλέπουν στην υπηκοότητα ή το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές για τους μετανάστες να αντιδρουν σε αυτή τη μεταρρύθμιση; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στην αρκετά παλιά (και ενίοτε δύσοσμη, βλ.«Βατοπέδιο») διαπλοκή ανάμεσα σε κομμάτι της πολιτικής τάξης και τους υπερπατριώτες και τους μονοπωλητές της εθνικής ταυτότητας με το αζημίωτο. Αυτή η πολιτική ομάδα από τα όρια του 'κέντρου' έως την ακροδεξιά είναι και εκείνη που σήμερα, επισείοντας την ανύπαρκτη απειλή σκιάχτρο της «αλλοίωσης της εθνικής ομοιογένειας», επιδιώκει να στρέψει τους λιγότερο ισχυρούς και λιγότερο ενημερωμένους - ή απλά χειραγωγημένους. Συχνά σε αντίθεση προς τα ίδια τους τα συμφέροντα για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ένα παράδειγμα: σε ποιον μπορεί να συμφέρει να μην έχουν δικαιώματα τα παιδιά μεταναστών όταν εισέρχονται στην αγορά εργασίας; η ευάλωτη θέση τους αποβαίνει σε βάρος ολόκληρης της νέας γενιάς ανεξαρτήτως ιθαγένειας που ανταγωνίζεται αυτό το χαμηλά αμειβόμενο και λιγότερο προστατευμένο από το νόμο εργατικό δυναμικό. 6- Η νηφάλια ρύθμιση (όπως εκείνη που πρότεινε η Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου http://www.hlhr.gr) που εκτιμά την πραγματική ένταξη του πολιτογραφηθέντα στην ελληνική κοινωνία καθώς και τη δυνατότητά του να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην ελληνική πολιτική κοινότητα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές οι οποίες την διέπουν, είναι επαρκής για να κατευναστούν οι, κατά τη γνώμη μας αβάσιμοι, φόβοι 'αυτόματης' απόδοσης ιθαγένειας. 7- Επιπλέον το προτεινόμενο σχέδιο νόμου επιδέχεται ουσιαστικών βελτιώσεων που θα βοηθήσουν την εφαρμογή του στην πράξη, αποφεύγοντας ασάφειες: - Δεν είναι σαφής η σκοπιμότητα της ρύθμισης για συμμετοχή στις τρεις πρώτες τάξεις υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Θα μπορούσε να είναι οποιεσδήποτε τρεις τάξεις του Δημοτικού. Εξαιρείται επίσης ένα σημαντικό κομμάτι για το οποίο έχουν επενδυθεί δημόσιοι πόροι: οι μετανάστες που έχοντας μεταναστεύσει ανήλικοι και έχοντας φοιτήσει λίγα έτη (λιγότερα των έξι) και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποφοιτούν από ελληνικά πανεπιστήμια. Θα ήταν δοκιμη μια ρύθμιση ως εξής: "...το τέκνο αλλοδαπών που έχει φοιτήσει για έξι τουλάχιστον έτη σε ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα." - χρειάζεται να καλυφθούν οι περιπτώσεις γονικής μέριμνας από τρίτους (και όχι τους γονείς). Αυτό μπορεί να καταστεί σαφές και ερμηνευτικά αλλά θα βοηθούσε η διαζευκτική αναφορά "των γονέων ή των ασκούντων τη γονική μέριμνα στην Ελλάδα". - η παρ.2 του 1Α είναι δόκιμο να δίνει τη δυνατότητα πολιτογράφησης με την πλήρωση των προϋποθέσεων που αναφέρονται και όχι μετά από το 18ο έτος της ηλικίας των παιδιών. Εϊναι προβληματικό να τα διατηρεί στην αναμονή της απονομής αυτού του δικαιώματος για δεκαετίες (για περίοδο δηλαδή μεγαλύτερη ακόμα και για τους μη γεννηθέντες ή μεταναστεύσαντες ανήλικους στη χώρα) οδηγώντας σε διακρίσεις και δυχεραίνοντας τελικά την ίδια την εφαρμογή του νέου κώδικα ιθαγένειας στην κοινωνία. - η ρύθμιση για νόμιμη διαμονή είναι εύλογη σε έναν κώδικα ιθαγένειας. Ωστόσο, ενόψει πολύχρονης προβληματικής πολιτικής αδειών διαμονής, πολλοί έχουν εκπέσει της νομιμότητας ή δεν έχουν συνεχή νόμιμη διαμονή όχι με δική τους ευθύνη. Μπορεί, διατηρώντας τη ρύθμιση εδώ για νόμιμη διαμονή, να προστεθεί μια μεταβατική διάταξη μόνο για την πρώτη εφαρμογή του νέου νόμου που να προβλέπει για ένα περιορισμένο χρόνο - κυρίως με στόχο τη λεγόμενη μιάμιση γενιά - τη δυνατότητα υποβολής αίτησης πολιτογράφησης μόνο με το στοιχείο της πραγματικής (και όχι αναγκαστικά συνεχούς και νόμιμης) διαμονής και των αποδεδειγμένων δεσμών με τη χώρα όπως και της ένταξης στην ελληνική κοινωνία. - Η προϋπόθεση της εν τοις πράγμασι πενταετούς συνεχούς διαμονής μέσα από μεταβατικές διατάξεις ειδικά για την παρούσα «μιάμιση» και «δεύτερη» γενιά μεταναστών (παιδιά που μετανάστευσαν ανήλικα ή γεννήθηκαν) που έχουν βρεθεί εκτός νομιμότητας λόγω του προβληματικού συστήματος αδειών διαμονής που ισχύει έως σήμερα, είναι απαραίτητη για την πολιτογράφηση ακριβώς του δυναμικού κομματιού της νέας γενιάς που έφερε το ζήτημα της ιθαγένειας των παιδιών των μεταναστών στη δημόσια συζήτηση και νομιμοποίησε την αναγκαιότητα και σκοπιμότητα της διεύρυνσης της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη. - ο περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, ελληνική πρωτοτυπία εάν ψηφιστεί ως έχει, μπορεί να αποβεί εξαιρετικά προβληματικός στην πρακτική εφαρμογή του. Κινδυνεύει να δημιουργήσει δημότες 2 κατηγοριών, ενώ μπορεί να οδηγήσει και σε πρακτικά προβλήματα νομιμοποίησης και διαδικασίας (πχ. δυσχέρεια στον ορισμό αντιδημάρχων αλλά και νομιμοποίηση δημάρχων) εκεί όπου οι ιδανικότεροι και πλέον ψηφισμένοι σύμβουλοι μπορεί να είναι αλλοδαποί. Αν και η Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση για τη συμμετοχή των Μεταναστών στη Δημόσια Ζωή μπορεί τουλάχιστον να μη βλάψει τη δημοκρατική της συνοχή αποδίδοντας ίσα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής στους επί μακρόν διαμένοντες (όπως άλλωστε υποδεικνύει και η σχετική οδηγία 2003/109/ΕΚ) - To ύψος του παραβόλου πρέπει να είναι αναλογικό ως προς το κόστος των ανάλογων επιτροπών και των επιπλέον διαδικασιών που απαιτούνται. Λόγω του συμβολισμού του σε πολλές χώρες δεν είναι υψηλότερο από το χαρτόσημο για την έκδοση ενός δελτίου ταυτότητας. Εάν διατηρηθεί στα 1000� € τότε είτε λειτουργεί αποτρεπτικά, είτε με εισπρακτική λογική αφαίμαξης μιας οικογένειας, κάτι που δεν αρμόζει στην οικοδόμηση σχέσης κράτους-πολίτη και μάλιστα στην πρώτη ανάλογη συναλλαγή του υπό πολιτογράφηση με τη διοίκηση. Ως εκ τούτου το παράβολο επείγει να μειωθεί με βάση την εκτίμηση της επιβάρυνσης της διοίκησης για την εξέταση των αιτήσεων πολιτογραφησης Ένα αναλογικό παράβολο ενδέχεται να κυμαίνεται ανάμεσα στα 50-200� €. 8- Αξίζει να δούμε και να διαβάσουμε προσεκτικά το νόμο. Αξίζει να φανταστούμε μια νέα ελληνική κοινωνία.
Η ιδιότητα του πολίτη στην Ελλάδα και στην Ευρώπη Το κύριο επιχείρημα όσων κινδυνολογούν επεισείοντας απειλές «αλλοίωσης» του πληθυσμού από την την ευχερέστερη απόδοση ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών και τους γονείς τους είναι ότι απειλείται η εθνική «ομοιογένεια». Αυτό το επιχείρημα αγνοεί ότι η Ελλάδα, όπως και κάθε σύγχρονο έθνος-κράτος, έχει ιδρυθεί, μετασχηματιστεί και εξελιχθεί μέσα από συγκλίσεις διαφορετικών τοπικών και περιφερειακών πολιτισμικών ταυτοτήτων και ότι ο καθένας μας κουβαλάει έναν πλούτο από εντελώς διαφορετικές εθνοτικές, συνειδησιακές και κοινωνικές ταυτότητες. Επίσης αποκρύπτει ότι η επίκληση μιας υποτιθέμενης ενιαίας και μονολιθικής «εθνοθρησκευτικής ομοιογένειας» και μάλιστα μέσα από δεσμούς αίματος που παραμένουν ευδιάκριτοι ως ευθεία γραμμή ανά τους αιώνες, δεν είναι παρά ένας μύθος που αποτέλεσε πάντα εργαλείο αποκλεισμού και διακρίσεων με δυσμενείς συνέπειες για το συλλογικό συμφέρον και όχι μόνο για τα άμεσα και ορατά του θύματα. Αν ο μύθος αυτός ευσταθούσε, τότε η μοναδικότητα αυτής της γωνιάς της υφηλίου θα συγκέντρωνε το έκπληκτο ενδιαφέρον γενετιστών και μελετητών του DNA. Αντιθέτως, σε κάθε ιστορική περίοδο οι κάτοικοι της επικράτειας αναγνώρισαν εαυτούς γύρω από ένα σύνολο κοινών πεποιθήσεων και, συχνά θρησκευτικής και πολιτιστικής, συνείδησης. Έτσι σε κάθε εποχή, το 'δίκαιο του αίματος' και η ιθαγένεια με βάση ένα κοινό 'γένος' δεν είναι παρά 'δίκαιο του εδάφους΄ (πολίτες=κάτοικοι) που στη διαδικασία αναγνώρισης και οικοδόμησης μιας κοινής εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας μετατρέπεται σε δίκαιο του αίματος (πολίτες=κάτοικοι με κοινή 'καταγωγή' και 'θρησκεία'). Συχνά αυτή η ταυτότητα καθοριζόταν σε σχέση με τους άλλους και στα πλαίσια συγκρούσεων και πολέμων. Σήμερα, όπου τουλάχιστον σε αυτήν την ήπειρο, οι θρησκευτικοί πόλεμοι είναι απίθανοι, οι κάτοικοι της χώρας που επιθυμούν να ενταχθούν παραγωγικά σε μια πολιτική ενότητα και συλλογικότητα μπορούν να αναγνωριστούν γύρω από συνταγματικές αξίες της αξιοπρέπειας, της πλήρους πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής, τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και το στόχο της κοινωνικής ισότητας, σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Αν δούμε πώς οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναπτύξει τις δικές τους πολιτικές ιθαγένειας και πολιτογράφησης θα διαπιστώσουμε ότι οι σχεδόν όλες τους έχουν προβλέψει μια λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή πρόσβαση της δεύτερης γενιάς μεταναστών στην ιθαγένεια. Η πλειοψηφία τους (2 στις 3 ευρωπαϊκές χώρες) παραχωρεί την ιθαγένεια σε όσους γεννήθηκαν στη χώρα είτε αυτόματα με τη γέννηση (25%) είτε μετά από 3 έτη (22%) ή 5 έτη (19%). Η Ελλάδα είναι πλέον η μόνη χώρα που δεν προβλέπει κάποια ειδική ρύθμιση για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς για πρόσβαση στη δυνατότητα να γίνουν έλληνες πολίτες πριν από τους γονείς τους. Ακόμα και οι υπόλοιπες χώρες με αυστηρές προϋποθέσεις (Αυστρία, Ιταλία, Κύπρος) προβλέπουν ευνοϊκότερους όρους πρόσβασης στη μακρά διαμονή και ειδικές ρυθμίσεις για τη δεύτερη γενιά). Αντίστοιχα, ένας μεγάλος αριθμός ευρωπαϊκών χωρών (11: 41%) χορηγεί στην 1η γενιά μεταναστών την ιθαγένεια σε λιγότερα από 5-6 χρόνια και 14 χώρες σε 8-10 χρόνια. Όταν εφαρμοστεί η πρόσφατη διακήρυξη του Πρωθυπουργού κ.Παπανδρέου δεν πρόκειται να συμβεί κάτι το συνταρακτικό, αλλά απλά η Ελλάδα θα εναρμονίσει τις πολιτικές της ιθαγένειας κάπου κοντά στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εποχή της νέας μετανάστευσης. Ωστόσο, ακόμα και αν παραχωρηθεί η ιθαγένεια αυτή θα παραμείνει νεκρό γράμμα εάν δεν συνοδεύεται από την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων και από συμμετοχικές δομές, αντάξιες σε μια δυναμική και αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία. Γι αυτό χρειάζεται χορήγηση του καθεστώτος μακράς διαμονής στους εκατοντάδες χιλιάδες διαμένοντες πάνω από πέντε και δέκα χρόνια στην Ελλάδα - συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης «μιάμιση» γενιάς - το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές, και η ενίσχυση και συμμετοχή των οργανώσεων μεταναστών σε έναν πραγματικά δημοκρατικό δημόσιο εθνικό διάλογο για τη μετανάστευση. Εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις τοπικές εκλογές: Μετά από χρόνια ξενοφοβικής μεταναστευτικής πολιτικής η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στη μικρή μειοψηφία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εμποδίζουν τη συμμετοχή όλων μεταναστών στη δημόσια ζωή. Στις μισές ευρωπαϊκές χώρες οι μετανάστες ψηφίζουν, ενώ στο 18% ψηφίζουν, αλλά και εκλέγονται στις τοπικές εκλογές. Η απουσία δυνατότητας συμμετοχής στις τοπικές εκλογές, αποτελεί ένα σοβαρό δημοκρατικό έλλειμμα κυρίως για τις χώρες εκείνες στις οποίες οι μετανάστες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του εργατικού δυναμικού, της χειρωνακτικής εργασίας και των υπηρεσιών. Με άλλα λόγια όταν εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια ζουν και εργάζονται σε μια χώρα αλλά δεν έχουν λόγο στη διαχείριση των κοινών και σε αποφάσεις που τους αφορούν τότε υπάρχει πρόβλημα. Η δημοκρατική συμβίωση απειλείται από την εκμετάλλευση ενός εργατικού δυναμικού χωρίς πολιτικά δικαιώματα - αλλά και υποχρεώσεις - και οι κοινωνικές εντάσεις καραδοκούν ως νομοτελειακή συνέπεια. Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο στις χώρες εκείνες όπου ούτε η ιθαγένεια χορηγείται εύκολα στους μετανάστες 1ης γενιάς. Με εξαίρεση την Τσεχία και την Πολωνία, που έχουν ανάλογα αρνητικές πολιτικές ιθαγένειας και πολιτικής συμμετοχής, αλλά δεν φιλοξενούν σημαντικούς αριθμούς μεταναστών, όλες οι υπόλοιπες χώρες σε ένα από τα δύο πεδία (ιθαγένειας ή εκλέγειν-εκλέγεσθαι σε τοπικές εκλογές) παρέχουν δικαιώματα είτε πολιτικής συμμετοχής, είτε πρόσβασης στην ιθαγένεια. Μόνον η Ελλάδα και η Κύπρος είναι απόλυτα αρνητικές, αδικαιολόγητα ως προς το βαθμό παραγωγικής συμμετοχής του μεταναστευτικού δυναμικού στην οικονομία και κοινωνία τους. Όταν παραχωρηθεί το δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες μακροχρόνιας διαμονής στην Ελλάδα η Ελλάδα απλά θα ενταχθεί στην πλειοψηφία των δημοκρατικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι μετανάστες ψηφίζουν και εκλέγονται στις δημοτικές εκλογές. Πολιτική συμμετοχή και διαβούλευση: Το πρόβλημα της Ελλάδας που ανέδειξε η έρευνα για την Ένταξη των Μεταναστών (Migration Policy Index) είναι ότι οι πολιτικές της για τη μετανάστευση δεν περιέχουν την παραμικρή διέξοδο για δημοκρατική συμμετοχή και για δικαιώματα στους μετανάστες παρά την πολυετή παραγωγική τους συμβολή στην κοινωνία και οικονομία. Χώρες με κλειστές πολιτικές ιθαγένειας για την 1η γενιά παρέχουν ευνοϊκότερους για τη 2η γενιά, ή δίνουν τη δυνατότητα ψήφου στις τοπικές εκλογές ή για συμμετοχή σε δημόσια διαβούλευση για θέματα που τους αφορούν (μεταναστευτική πολιτική). Αντίθετα ακόμη και στο τελευταίο αυτό τομέα η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στη μειοψηφία των χωρών που δεν «ακούν» θεσμικά τους μετανάστες, αλλά και δεν χρηματοδοτούν τις οργανώσεις τους. Όταν οι οργανώσεις μεταναστών και των δικαιωμάτων τους κληθούν να συμμετάσχουν στην Επιτροπή Κοινωνικής Ένταξης των Μεταναστών, από την οποία έως σήμερα αποκλείονται σκανδαλωδώς, χρηματοδοτώντας τις κυριότερες εξ αυτών, τότε η Ελλάδα απλά θα πράξει το αυτονόητο, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ στοχεύοντας στη δημόσια νομιμοποίηση των πολιτικών και στην κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη. Νέες ρεαλιστικές και γενναίες πολιτικές ιθαγένειας και πολιτικής δημοκρατικής συμμετοχής των μεταναστών, τόσο με το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, όσο και με την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και διαβούλευση για τα κοινά αγαθά και τους νόμους, δεν είναι παρά μια επιτακτικά αναγκαία ρήξη με φοβικές και ανιστόρητες μεταναστευτικές πολιτικές. Γιατί σε μια ραγδαία εξελισσόμενη και γόνιμη κοινωνία και νέα γενειά αξίζει ένα κράτος που εκτιμά και στηρίζεται στους ανθρώπινους πόρους της και δεν φοβάται να ξαναφανταστεί την πολιτική της συγκρότηση. Πηγή στατιστικών στοιχείων: Migrant Integration Policy Index, http://www.integrationindex.eu Οι παραπάνω διαπιστώσεις μας καλούν να στηρίξουμε με εποικοδομητική κριτική το νέο νομοσχέδιο και να προωθήσουμε την πληρέστερη κοινωνική και πολιτική ένταξη των αλλοδαπών συμπολιτών μας στην ελληνική κοινωνία και δημοκρατία. Μίλτος Παύλου, Διευθυντής Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας ΕΝΩΣΗ-ΚΕΜΟ/i-RED Aννα Τριανταφυλλίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια, Δημοκρίτειο Πανεπιστημίο Θράκης, Κύρια Ερευνήτρια ΕΛΙΑΜΕΠ.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

το πιο δύσκολο μάθημα...


Σ' εκείνο το δύσκολο μάθημα της εγκληματολογικής θεωρίας, όταν πρέπει να γίνει το πέρασμα από τις βεβαιότητες του θετικιστικού παραδείγματος στα ζητήματα που θέτει το κριτικό/αποδομητικό παράδειγμα, εάν δεν με προλάβει κάποια ερώτηση που να αναφέρεται σε αξίες όπως η ελευθερία ή η ανθρώπινη ζωή που τυγχάνουν καθολικής προστασίας άρα δεν μπορεί να είναι σχετικές, ανασύρω εγώ απ' το καπέλο του μάγου τα παραδείγματα! Σημειώνω ότι είναι δευτεροετείς φοιτητές, με ζέοντα ακόμα τα σημάδια που τους άφησε η κοινωνικοποίηση στον γυμνασιακό/λυκειακό τρόπο μετάδοσης της γνώσης κι έτσι το Homo sacer ή η κατάσταση εξαίρεσης ως εισαγωγικά παραδείγματα μάλλον θα αποψίλωναν το ακροατήριο... Με το μαλακό, λοιπόν, μέχρι το παράδειγμα να οδηγήσει στη θεωρία, ν' ανοίξει βεντάλια η θεωρία και να λήξει κάποτε το διδακτικό εξάμηνο με ό,τι κερδίζουμε και ό,τι χάνουμε κάθε φορά, με τον θετικό ή αρνητικό απολογισμό του.
Αυτή τη δύσκολη χρονιά που τέλειωσε ημερολογιακά, ο προσωπικός μου απολογισμός αναφέρεται μεν στα παραπάνω αλλά όπως αυτά μεταφέρονται στο βιωματικό επίπεδο: μια απόλυτη αίσθηση ματαιότητας! Σαν να πρέπει να ξανακαθίσω εγώ στα θρανία και να έχω, τρανούς δασκάλους, εκπρόσωπους των διαχειριστών της υγείας, της ζωής, της ελευθερίας· απόλυτων αξιών, δηλαδή, όπως το θέτουν οι δικοί μου φοιτητές σ' εκείνο το δύσκολο μάθημα. Να με μάθουν, λοιπόν, οι διαχειριστές πώς να γίνομαι πειστική μετατρέποντας το άτομο από απόλυτη αξία σε κλινική ή ιδιότυπη κοινωνική περίπτωση, να ψηλαφίσω πρώτα και μετά να εμπιστευθώ την πραγματική ζυγαριά στην οποία εκτιμώνται οι [λεγόμενες απόλυτες] αξίες. Κυρίως να μάθω να αποδέχομαι ψύχραιμα, χωρίς οργή τις "παράπλευρες απώλειες", γιατί έτσι λειτουργεί το σύστημα και πώς θα γίνει αν δεν μάθεις να εξηγείς εύγλωττα και τεκμηριωμένα τα πολλαπλά αποτελέσματα αποκλεισμού που παράγονται διοχετεύοντας "ζωές ανάξιες να βιωθούν" σε σκουπιδότοπους, σε φυλακές και ψυχιατρεία;
Να με μάθουν, επίσης, οι διαχειριστές πότε θα κρύβω λόγια σε σχέση με τις ευθύνες μου και πότε δεν θα με παίρνει πια και θα πρέπει να τις αποκαλύπτω· πότε θα αποδίδω σε άλλους τις δικές μου ανεπάρκειες ή πότε θα επικαλούμαι την πίεση που μου ασκείται, πώς ανοιγοκλείνουν, με δυο λόγια, χωρίς τριγμούς οι πόρτες που σε μεταφέρουν από την απουσία στην διεκπεραίωση και τούμπαλιν, πώς μπορείς λοιπόν να πετύχεις να έχεις πίτα ολάκερη και σκύλο χορτάτο την καλή σου φήμη. Αυτά είναι χρήσιμα μαθήματα, τα άλλα είναι αέρας κοπανιστός για εκείνους τους "θεωρητικούς" που δεν λερώνουν τα χέρια τους στο πεδίο ή που, όταν προσεγγίσουν το πεδίο, το κάνουν με όρους μετωπικής σύγκρουσης δυσκολεύοντας ακόμα παραπάνω τη διεκπεραίωση των περιστατικών από τους διαχειριστές...
Το πιο δύσκολο μάθημα, λοιπόν. Το πέρασμα από τις βεβαιότητες για την ανάγκη κριτικής των θεσμών στο πεδίο, εκεί όπου οι θεσμοί λειτουργούν μέσα από άτομα και όχι ως απρόσωποι μηχανισμοί. Και τι να πεις για τα άτομα/ διαχειριστές; Μονά ζυγά δικά τους, υπάρχει πάντα μια πειστική και τεκμηριωμένη αιτιολογία γι' αυτό το σκοτεινό κομμάτι της βίας που όχι απλώς δεν ορίζεται ως τέτοια αλλά ασκείται με όρους κανονικότητας των αποκλεισμών τους οποίους παράγει: πλήρως ορθολογικοποιημένους επιπλέον, εκεί ακριβώς όπου υποχωρούν τα ανθρωπιστικά πρότυπα απέναντι στην ανελαστικότητα των ελέγχων· εκεί όπου, προκειμένου να λειτουργήσει ακώλυτα το σύστημα κυρώσεων ή παροχών -δεν έχει σημασία το είδος καθώς, έτσι κι αλλιώς, συγκλίνουν στην νομιμοποίηση επιχειρημάτων αποκλεισμών-, κάποιοι καταχωρίζονται ως "εκ φύσεως" ή "εκ θέσεως" αποκλεισμένοι από τα ιδεατά πρότυπα ψυχικής υγείας ή νομοταγούς συμπεριφοράς. Πού είναι το πρόβλημα, λοιπόν, αν διεκπεραιώσεις τον αποκλεισμό; Πού χάνεται το κύρος ή η νομιμοποίηση δράσεων ή παραλείψεων των διαχειριστών, αν το παιγνίδι έχει παιχτεί τόσες φορές που ξέρουμε απέξω κι ανακατωτά το τέλος του;

 Θυμάμαι την αντίδραση μιας παλιάς μου φοιτήτριας, της Λέας Ευσταθίου, στην συζήτηση που ακολούθησε την, από μέρους της, παρουσίαση του έργου του Goffman, Άσυλα: "Ποτέ δεν θα μπορούσα να το φανταστώ! Ποτέ δεν θα μπορούσα να το ζήσω!"
Και ποιος θα μπορούσε να το ζήσει, Λέα; Και ποιος θα μπορούσε να το ζήσει ξανά και ξανά, ως εάν αυτή να είναι η μόνη του επιλογή;
Μια απόλυτη αίσθηση ματαιότητας, λοιπόν, εκεί όπου συντελείται η μετωπική σύγκρουση με το πεδίο, τα άτομα/θύματα και τα άτομα/θύτες· εκεί όπου πρέπει υποχρεωτικά να κάνεις το επόμενο βήμα, πριν αφεθείς να γίνεις -εκ φύσεως και εκ θέσεως - διαχειριστής...

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

μέσα στις φλόγες ήταν να μπει και το σκεφτόταν*


Κι έπειτα σκέφτομαι με πίκρα την συγκυρία ή, σωστότερα, την αλληλουχία των συμπτώσεων μέσα από τις οποίες μάθαμε το θάνατο του μικρού τσιγγάνου στα Νέα Λιόσια. Ο Παναγιώτης Κωνσταντίνου ανακάλυψε σε ένα blog αυτόν τον άγριο θάνατο και το tvxs τον έβαλε στις πρώτες ειδήσεις. Το tvxs έχει μεγάλη επισκεψιμότητα και το διαβάσαμε -από ό, τι είδα βέβαια τα σχόλια ήταν ελάχιστα, πάντως έλειπε το σύνηθες trolling και το ακόμα πιο σύνηθες παραλήρημα των ποικιλο-ανώνυμων επαναστατών του πληκτρολογίου. Είναι και γιορταστική περίοδος με όλα τα συμπαραδηλούμενα στον τρόπο με τον οποίο εισπράττουμε και ορίζουμε τα γεγονότα που γίνονται είδηση, όπως αυτή η είδηση που πρόβαλε -σχεδόν τυχαία!- έναν θάνατο που είχε συμβεί τέσσερις μέρες πριν και τον αφηγήθηκε.
Και κάπου εκεί, τα σκουπίδια, η μπουλντόζα, το "αναπόφευκτο" -ως μοιραία συνέπεια της ζωής των "σκουπιδάνθρωπων"-, εκτινάχτηκαν έξω από το ορισμένο τοπίο και ξανασυναρμολογήθηκαν στην βαρυσήμαντη και πολυσήμαντη συνθήκη "σκοτωμένο παιδί ανήμερα Χριστούγεννα". Κι αν, παρότι η περίοδος ειδησεογραφικά φτωχή, κανείς δεν μας πρόσφερε το θέαμα των θρήνων όταν ανακαλύφτηκε ή όταν θάφτηκε το μικρό σώμα, οφείλεται ίσως στο ότι πρόκειται για ιστορία αυτοτελή, που αρχίζει και τελειώνει στο επεισόδιο του θανάτου και στην πληροφορία για κάποιες έρευνες που θα γίνουν για τις συνθήκες του, ίσως, κάποτε και ποιος θα πιέσει εξάλλου ορίζοντας αυτό το θάνατο ως ανθρωποκτονία ή φτιάχνοντας συνθήματα που να περιέχουν την -τόσο προσφιλή μας άλλοτε!- λέξη δολοφονία· κι ας μην υπήρχε "δόλος" απ' τη μεριά του οδηγού της μπουλντόζας, φταίχτες δεν είναι πάντα τα άτομα/δράστες κι αυτό το ξέρουν καλά τα συνθήματα! Κι ακόμα, θα τολμούσα να πω ότι μέσα από τον ορισμό του "αναπόφευκτου" τέτοιων θανάτων, αυτός ο θάνατος γίνεται μέρος μιας κανονικότητας όχι φιλοσοφικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα αλλά συναρτημένης με τη ρουτίνα της αποκομιδής των σκουπιδιών: και πάλι η συγκυρία, η βαρυσήμαντη και πολυσήμαντη συνθήκη "σκοτωμένο παιδί ανήμερα Χριστούγεννα" είναι ο παράγοντας που, τούτη τη φορά, διέρρηξε εν μέρει την κανονικότητα του αναπόφευκτου και πρόσφερε στο νεκρό παιδί τα λίγα λεπτά δημοσιότητας που ούτε θα φανταζόταν ποτέ ότι θα του αναλογούσαν**
Οι στίχοι του Pasolini που δανείστηκα στην χθεσινή ανάρτηση [25 δεκέμβρη. το νεκρό παιδί], αφορούν την ίδια την αφήγηση των γεγονότων, την ερμηνεία τους με όρους τρόπου ζωής των "σκουπιδάνθρωπων": "Ο θάνατος του λιλιπούτειου «επαγγελματία» ρακοσυλλέκτη, δεν είναι το πρώτο περιστατικό", γράφει το δημοσίευμα του tvxs· όταν η αφήγηση της συνθήκης -το πλαίσιο!- καταπίνει την περίπτωση, την καθιστά ένα ακόμα περιστατικό που ορίζει το παιδί ως λιλιπούτειο «επαγγελματία» ρακοσυλλέκτη. Θυμήθηκα, λοιπόν, δυο από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία του Pasolini, Τα παιδιά της ζωής και το Βίαιη ζωή· την κουλτούρα του παιγνιδιού των πιτσιρικάδων των συνοικισμών της Ρώμης, το φλερτ με το θάνατο, τον ίδιο το θάνατο ως μέρος του παιγνιδιού. Και δανείστηκα τους στίχους γιατί η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι -όπως δεν θα μάθουμε ποτέ- ο λιλιπούτειος νεκρός έπαιζε πριν τον αρπάξει η μπουλντόζα. Στον σκουπιδότοπο, απαγορευμένο τόπο για τα δικά μας παιδιά, αλλά έπαιζε όπως παίζουν όλα τα παιδιά, δεν ασκούσε το επάγγελμα του ρακοσυλλέκτη, απλώς έπαιζε.

*Απ' το ονειρικό σύμπαν της Ζυράννας Ζατέλη δανείστηκα, λόγω αυθαίρετων συνειρμών, την τελευταία φράση απ' το πρώτο βιβλίο της τριλογίας "Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους. Ο θάνατος ήρθε τελευταίος"
** Με ρώτησε πρόσφατα η Χριστίνα Κυριμοπούλου, "εσύ, τότε, πώς έμαθες για μένα;" Και όταν, όσο πιο διακριτικά μου επέτρεπε το ξάφνιασμα μιας τέτοιας ερώτησης μετά από τόσους μήνες, της μίλησα για την δημοσιότητα που είχε πάρει η υπόθεσή της, έμεινε άναυδη στην αρχή κι έπειτα θύμωσε πάρα πολύ. Και με το δίκιο της, κρίνοντας πια και εκ του αποτελέσματος...

in memoriam

Μου το έστειλε ο φίλος μου Emanuele Balzani, με αφορμή τη χθεσινή ανάρτηση 25 δεκέμβρη 2009. το νεκρό παιδί.
Είναι το τραγούδι El pájaro negro, που άκούγεται στην τελευταία σκηνή της ταινίας Latcho Drom, του Tony Gatlif [1994). Η La Caíta τραγουδάει, κοιτάζοντας από τον λόφο απέναντι, τον καινούργιο οικισμό στον οποίο δεν χωράνε οι ρομά.
In memoriam, μου έγραφε ο Emanuele και το δημοσιεύω στον "οικισμό" γιατί δεν "χώραγε" στα σχόλια.
Οι στίχοι είναι του Tony Gatlif
Καθώς δεν επιτρεπόταν η μεταφορά του YouTube-clip στην ανάρτηση, βάζω τη δ/ση όπου μπορεί να το δει κανείς
El pájaro negro
You, you're a stork
Who has landed on Earth.
Me, I'm a black bird who has taken flight.
Why does your wicked mouth spit on me?
What harm is it to you
That my skin is dark...
And my hair gypsy black?
From Isabelle the Catholic...
From Hitler to Franco...
We have been the victims
of their wars.
Some evenings, some evenings
Like many other evenings...
Some evenings I find myself envying...
The respect that you give to your dog.
Why does your wicked mouth spit on me?
What harm is it to you
That my skin is dark...
And my hair gypsy black?
El pájaro negro
Ay, tú eres una cigüeña
que rozó la tierra.
Yo soy un pájaro negro
caido en ella.
¿Por qué me escupes en la cara
Qué más te podía hacer ser yo
que por ser morena y gitana?
Que más remedio compañera
que por ser morena y gitana?
Desde Isabela La Católica
Desde Hitler hasta Franco
fueron víctimas
de sus guerrastoitos los gitanos.
A lgunas noches
Algunas noches como otras noches
me muero de envidia
viendo como acaricias
a tu perro.