Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Η πόλη τον Δεκέμβρη...

Σε ένα παλιότερο κείμενό μου,[1] είχα ασχοληθεί με το θέμα της κατασκευής της 6ης  Δεκέμβρη του 2008 ως επετειακού γεγονότος  και τους Λόγους περί επερχόμενης κοινωνικής αταξίας και μέτρων αντιμετώπισής της, οι οποίοι  συναρθρώνονται με αυτήν την κατασκευή.  Η ειδικότερη αναφορά ήταν στον Δεκέμβρη του 2009, ενώ υπενθυμίζω ότι με σημαντική χρονική εγγύτητα (αρχές Οκτώβρη) είχε προγραμματισθεί και η δίκη των ειδικών φρουρών που δολοφόνησαν τον Αλέξη Γρηγορόπουλο με τρεις ή τέσσερις πόλεις να ερίζουν για την μη διεξαγωγή της δίκης στα δικαστήριά τους λόγω του φόβου ταραχών. Υπενθυμίζω επίσης τον τίτλο «Η δίκη του Αλέξη», ο οποίος εμφανίστηκε σε πλήθος δημοσιευμάτων,  σημασιολογικά ή συνειρμικά σηματοδοτώντας μια αφήγηση στην οποία υπολανθάνει ότι  μέρος της ευθύνης για όσα συνέβησαν τον Δεκέμβρη του 2008 και όσα "φημολογείται" ότι θα συμβούν στους μελλοντικούς Δεκέμβρηδες, μέρος της ευθύνης ανήκει και στο νεαρό θύμα· μιας αφήγησης που τράφηκε απ' τις σάρκες του νεκρού παιδιού, υπερβαίνοντας ακόμα και την αναλγησία με την οποία ανασύρθηκαν φάκελοι και δυσφημιστικά στοιχεία για το θύμα πριν ακόμα γίνει η κηδεία του·  μιας αφήγησης, τέλος, η οποία ακύρωνε θεσμικά κατοχυρωμένες προϋποθέσεις μιας δίκης για ανθρωποκτονία, ανάγοντάς την σε ζήτημα δημόσιας τάξης.

Δεκέμβρης 2014

Στο άρθρο μου το οποίο προανέφερα, η έρευνά μου βασιζόταν στο κλασικό έργο του Stanley  Cohen για τους ηθικούς πανικούς και τους λαϊκούς δαίμονες της 10ετίας του ’60 στην Βρετανία, τους Mods και Rockers.[2] Και έγραφα, σε κάποιο σημείο του, κάποιες σκέψεις στις οποίες σήμερα δεν θα άλλαζα ούτε ένα κόμμα:

«Στην μελέτη του Cohen, ο υπερβάλλων ζήλος για την προστασία των υποψήφιων θυμάτων της προβαλλόμενης ως διάχυτης βίας, υλοποιείται διαμέσου της κινητοποίησης όχι μόνον της αστυνομίας αλλά και της πυροσβεστικής, μέχρι και με τη συμμετοχή της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF) στο γενικό σχεδιασμό. Παράλληλα, ο σχεδιασμός περιλάμβανε χαρτογράφηση περιοχών για τις οποίες εξαγγέλλονται /αναμένονται επεισόδια,  προληπτικές συλλήψεις ενδυματολογικά υπόπτων, εξαντλητικούς ελέγχους της αστυνομίας στα δίτροχα [τυπικό μέσο μεταφοράς των «λαϊκών δαιμόνων» της μελέτης], ελεγχόμενη πρόσβαση στις παραλίες –χώρους όπου εκδηλώθηκαν τα πρώτα επεισόδια που δρομολόγησαν τον ηθικό πανικό-, μετακίνηση παραθεριστών κατά τη διάρκεια των αργιών βάσει σχεδίου κ.ο.κ.
Την περίοδο κατά την οποία γράφεται αυτό το κείμενο,[3] τόσο η βιωμένη πραγματικότητα όσο και η δημοσιογραφική αφήγηση του θεσμικού σχεδιασμού και της εφαρμογής μέτρων αστυνόμευσης και καταστολής κατά το τριήμερο [κορύφωση της «προφητείας»] 5 έως 7 Δεκέμβρη 2009, εμφανίζει τέτοιες ομοιότητες με την περιγραφή του Cohen, ώστε θα αρκούσε  να αλλάξουν κάποια από τα πραγματολογικά στοιχεία για να μεταφερθούμε στην πρόσφατα βιωμένη εμπειρία και την παράλληλη δημοσιογραφική αφήγηση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις»

 Τον Δεκέμβρη του 2014, και στην καρδιά μιας περιόδου δραματικής οικονομικής και πολιτικής κρίσης, το επιπλέον γεγονός το οποίο «προφήτευε» φωτιές δεν ήταν «η δίκη του Αλέξη» αλλά μια σχεδόν τραγική συγκυρία: Ο έφηβος, στα χέρια του οποίου ξεψύχησε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο μετά από πολυήμερη απεργία πείνας,[4] ενώ σημαντικό ρόλο έπαιζαν και οι φοιτητικές κινητοποιήσεις.
Η επί τριήμερο πολιορκημένη πόλη, λοιπόν, της οποίας οι δρόμοι ανοιγόκλειναν απροειδοποίητα, ήταν μια εμβληματική εικόνα της συνάρθρωσης λόγων και πρακτικών, νοηματοδοτήσεων και δράσεων -και φυσικά το σταθερά πολιορκημένο τμήμα της ήταν το περίφημο [δια των πολλαπλών αφηγήσεων] «κράτος των Εξαρχείων», όπως ορίζεται χωρικά από τρία πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Αν επιχειρήσουμε, λοιπόν, να δούμε το συμβολικό περιεχόμενο της πολιορκημένης πόλης, ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία  του είναι  αυτή καθεαυτή η εικόνα της και τα μηνύματα τα οποία τείνει να κοινοποιεί. Εάν η εικόνα, λοιπόν, συνοψίζει το μήνυμα της "επιβολής της τάξης" ως κάτι το οποίο είναι και εφικτό και επιθυμητό, ποιες είναι οι ειδικότερες νοηματοδοτήσεις που θα επιτρέψουν να φτάσει το συνολικό μήνυμα στους αποδέκτες; Στην εν λόγω συνθήκη και στο βαθμό που η λήψη έκτακτων μέτρων συναρτάται με την επέτειο της 6 Δεκεμβρίου του 2008, αναπόδραστα η συνάρθρωση αποκτά πολλαπλές εκδοχές: Προφανώς [ή μάλλον αναπόφευκτα όποια κι αν είναι η πρόθεση], την "επιβολή του νόμου και της τάξης" δεν την σηματοδοτεί μόνο η φυσική παρουσία των αστυνομικών δυνάμεων-στρατιωτάκια ακούνητα κι αγέλαστα παρατεταγμένα εντός ή πέριξ της πολιορκημένης ζώνης και, κατά την 6η Δεκέμβρη ολόκληρου του κέντρου της πόλης. Τα «στρατιωτάκια» είναι πιθανότατο να δράσουν και να δράσουν κατά τρόπο που θα προκαλέσει αντι-δράσεις ή θα ανακαλέσει μνήμες από τη νύχτα της 6 Δεκέμβρη 2008.  Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, ανατρέπεται συνολικά το τοπίο της «τήρησης της τάξης», καθώς σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο συντηρείται η πρωταρχική συνθήκη, διαιωνίζεται μάλιστα ως ανοιχτό ενδεχόμενο για επανάληψη της «λάθος» κίνησης  οπόταν και η υπερ-φυλασσόμενη πόλη θα μετατραπεί και πάλι σε περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: η ανάρμοστη εικόνα.
Η εικόνα, όμως, δεν μπορεί να είναι ανάρμοστη -ακόμα και εάν εκπληρωθεί η προφητεία των «έκτροπων»-, όπως δεν μπορεί να εμφανίζεται ανορθολογικός και ο σχεδιασμός που την παράγει.
Ποιο είναι, κατά συνέπεια, το μήνυμα που εκπέμπεται; Μια πρώτη απάντηση θα μπορούσε να συναρτηθεί με τα νοήματα τα οποία ενδύεται η επιχειρούμενη αντιστροφή των ρόλων θύτη /θύματος  και την επίκληση της κατηγορίας του θυματοποιημένου φιλήσυχου πολίτη ή και της «ειρηνικής πορείας την οποία αμαύρωσαν κάποιοι με επεισόδια».[5]  Και θα τολμούσα να πω ότι το ζήτημα δεν είναι ποιοτικό αλλά ποσοτικό, η πολιορκημένη πόλη δεν είναι πρωτοφανές φαινόμενο όσο κι αν μεταβάλλεται ποσοτικά ανάλογα με τη συγκυρία (ή, πιο σωστά, την νοηματοδότηση της συγκυρίας), η εικόνα αναπαράγεται και συντηρείται ως θέαμα ή ως τελετουργική υπενθύμιση τού ότι οι δυνάμεις είναι εσαεί διατεταγμένες κατά αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, και ότι σε συμφέρει να είσαι πάντα από τη σωστή πλευρά των δράσεων και της πόλης.




[1] Κουκουτσάκη, Α. «Νεολαία και «Ηθικοί Πανικοί». Η κατασκευή του Δεκέμβρη του 2008 ως επετειακού γεγονότος», στο Ο δρόμος προς τη δικαιοσύνη, επιμ. Αγγελική Πιτσελά, εκ, ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2012:  47-60    

[2] Cohen, S. (1980), Folk devils and moral panics: the creation of the mods and rockers, Oxford: Martin Robertson
[3] Όσο και την περίοδο του Δεκέμβρη του 2014, στην οποία αναφέρομαι
[4] Καθαρά για λόγους οικονομίας, δεν θα αναφερθώ στο αίτημα για το οποίο ξεκίνησε την απεργία πείνας, καθώς το αίτημα καθαυτό και οι πολλαπλές «μεταφράσεις» του θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν ενδιαφέρον αντικείμενο ειδικής ανάλυσης. Έτσι, μένω στο γεγονός της απεργίας πείνας και της κρισιμότητας της κατάστασης της υγείας του απεργού
[5] Θυμάμαι ότι άκουγα έκπληκτη την εμμονή του κ. Αρβανίτη στη ζωντανή εκπομπή του στο Κόκκινο για την παρουσία πλήθους μυστικών αστυνομικών που απεργαζόταν επεισόδια. Δηλαδή την άλλη όψη της κατασκευής «ειρηνική πορεία», με άλλους πρωταγωνιστές οι οποίοι είχαν επίσης καλυμμένα πρόσωπα, ως άλλοι «γνωστοί-άγνωστοι», τουτέστιν το σταθερά πριμοδοτούμενο στοιχείο ενός επικοινωνιακά ιδιαίτερα αποτελεσματικού κώδικα: το κρυμμένο πρόσωπο του φορέα της απειλής.   

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας», του Λευτέρη Παπαθανάση



Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός. Η Ελλάδα είναι στην τέταρτη θέση (ανάμεσα στις χώρες που μελετήθηκαν) στην έκταση του φαινομένου της «ενδοσχολικής βίας». Το συμπέρασμα είναι το ίδιο άμεσο: κάτι πρέπει να κάνουμε και μάλιστα το συντομότερο! Ποιο άκαρδο τέρας είναι στο κάτω-κάτω ευχαριστημένο με το γεγονός ότι τα παιδιά μας περνούν τόσο άσχημα στο σχολείο, με τραύματα που τους μένουν μέχρι τα γεράματα? (βάλε έναν αστερίσκο εδώ, θα δούμε ποιο είναι το πραγματικό άκαρδο τέρας προς το τέλος…).
            Εδώ και λίγο καιρό λοιπόν, τα ελληνικά σχολεία (ακολουθώντας τη διεθνή μόδα) ζούνε στους ρυθμούς του φαινομένου αυτού. Μελέτες για το φαινόμενο, σεμινάρια για το φαινόμενο, επιτροπές και υπεύθυνοι για το φαινόμενο, «δράσεις» για το φαινόμενο. Λέω λοιπόν από την αρχή ότι για μένα το φαινόμενο αυτό είναι μια κατασκευή, μια επινόηση. Ακόμα περισσότερο, ισχυρίζομαι ότι η κατασκευή αυτού του φαινομένου έχει βαθύτερα και σκοτεινά κίνητρα, δηλαδή τη δημιουργία συναίνεσης στην ένταση του κοινωνικού ελέγχου και την πειθάρχηση της νεολαίας.
            Πριν αρχίσουμε, ας διευκρινίσουμε κάτι πολύ βασικό. Η έννοια της «ενδοσχολικής βίας» δεν έχει να κάνει με κάποιον τοπολογικό προσδιορισμό της βίας, δηλαδή δεν σημαίνει «η βία που ασκείται στο χώρο του σχολείου». Η έννοια αυτή υποδηλώνει έναν ξεχωριστό, αυτόνομο τύπο βίας, που αναπτύσσεται στο Σχολείο και τροφοδοτείται απ’αυτό ή στην καλύτερη περίπτωση μια ειδική έκφανση της βίας στους εφήβους η οποία αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο Σχολείο. Ποια ακριβώς είναι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ποιος αυτός ο ξεχωριστός χαρακτήρας του φαινομένου «κανένα στόμα δεν το’βρε και δεν το’πε ακόμα». Όχι τυχαία. Όσο περισσότερη ασάφεια υπάρχει στους βασικούς όρους που περιγράφουν το φαινόμενο, τόσα περισσότερα περιστατικά μπορεί να χωρέσει και τόσο περισσότερο μπορεί να επεκταθεί ο επιθυμητός έλεγχος με την αφορμή του.
            Μίλησα πριν για κατασκευή του φαινομένου, πράγμα που μπορεί να είναι αντίθετο με την καθημερινή εμπειρία μας με τα παιδιά. Τα παιδιά τσακώνονται, πλακώνονται, προσβάλουν συχνά το ένα το άλλο (και μάλιστα σκληρά). Ακόμη, κάνουν αποτυχημένες προσπάθειες να εκδηλώσουν τις πρωτόγνωρες γι’αυτά σεξουαλικές ορμές, δοκιμάζουν ρόλους, χειραγωγούν και χειραγωγούνται, λένε ψέματα και πολλά άλλα. Είναι αυτό κάτι νέο? Δεν αποτελούν όλα αυτά (μαζί με άλλα πολλά) μέρος τις διαδικασίας κοινωνικοποίησης του παιδιού? Ποιο είναι εκείνο το παιδί που μεγάλωσε χωρίς να πληγωθεί σωματικά ή «ψυχικά» από τους φίλους του. Ισχυρίζομαι εδώ ότι αυτός ο τρόπος (η μέθοδος της δοκιμής και του λάθους) είναι ο μόνος τρόπος που μαθαίνουμε και χτίζουμε την προσωπικότητά μας, συνεπώς ότι η απαίτηση για ένα παιδί που δεν θα πληγωθεί ποτέ και από τίποτα, είναι η συνταγή για έναν άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, έναν άνθρωπο χωρίς την ανθρώπινη υπόσταση, δηλαδή την ικανότητα να βρίσκεται σε συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους. Η αναγωγή όλων αυτών των παιδικών ή εφηβικών εμπειριών σε μια προβληματική κατάσταση με τον όρο «ενδοσχολική βία» ψυχιατρικοποιεί αυτόματα την παιδική ηλικία.
            Επιμένω στον ισχυρισμό της κατασκευής. Το Σεπτέμβριο του 2013 ξεκίνησε στο ελληνικό Σχολείο η εκστρατεία καταγραφής των κρουσμάτων «ενδοσχολικής βίας» με σκοπό να προσδιοριστεί η έκταση του φαινομένου. Μιλάμε για μια εντελώς αυθαίρετη και αντιεπιστημονική διαδικασία. Σε κάθε σχολείο ορίστηκε ένας υπεύθυνος για την καταγραφή των περιστατικών. Ο υπεύθυνος αυτός ήταν ένας συνάδελφος από το σύλλογο διδασκόντων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν ψυχολόγος, κοινωνιολόγος ή τέλος πάντων κάποιος που έχει ειδικευθεί στον τρόπο που συλλέγονται αυτά τα δεδομένα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι κατέγραφε τα περιστατικά που ταίριαζαν στο μυαλό του σ’αυτό το αόριστο πράγμα που είναι η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας», από έναν επαναλαμβανόμενο καυγά μέχρι ένα ατυχές ερωτικό «πέσιμο». Το αποτέλεσμα επιβεβαίωσε την εκ των προτέρων επιβαλλόμενη αντίληψη: ότι το η έκταση της «ενδοσχολικής βίας» είναι σημαντική και πρέπει να ληφθούν μέτρα. Πρόκειται για μια τιτάνια λαθροχειρία. Όπως αντιλαμβάνεσαι, ο τρόπος που έγινε η συλλογή των στοιχείων προϋπέθετε την αποδοχή του φαινομένου που υποτίθεται ότι ανίχνευε!!! Ο τρόπος που έγινε η μελέτη λοιπόν, είναι ο κλασικός τρόπος που κατασκευάζονται οι κοινωνικές υστερίες, η μελέτη απλά υπηρετεί το συμπέρασμα που από την αρχή θέλαμε να εξάγουμε (με την ίδια λογική δικαιολογεί εδώ και χρόνια το αμερικανικό κράτος το βαθύ ρατσισμό του, με την ίδια λογική εδραιώθηκε η ισλαμοφοβία, με την ίδια λογική στήνεται κάθε κρατικά κατευθυνόμενη μαζική υστερία).
            Αν όμως πρόκειται περί κατασκευής, τότε γιατί τόσος κόπος? Ποιο σκοπό εξυπηρετεί η συγκεκριμένη κατασκευή? Το είπα ήδη από την αρχή. Η κατασκευή αυτή προετοιμάζει το έδαφος για μια ευρεία συναίνεση στην όξυνση των πολιτικών πειθάρχησης της νεολαίας, πολιτικών που το κράτος έχει ανάγκη ειδικά μετά την τομή της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008. Εάν το κράτος πείσει την κοινωνία ότι το Σχολείο είναι ένας χώρος που τα παιδιά κυρίως κινδυνεύουν, τότε εξασφαλίζεται η συναίνεση στις πολιτικές του εντεινόμενου αυταρχισμού και του καθολικού ελέγχου. Με τον ίδιο τρόπο που το πλαίσιο ελέγχου των εκπαιδευτικών, η Αξιολόγηση, πάτησε πάνω σε μια τεράστια εκστρατεία δυσφήμισης τους (ανισόρροποι, ανεπαρκείς, λουφαδόροι, φοροφυγάδες, παιδεραστές, ποιος θα ήθελε το παιδί του να μπλέξει με τέτοιους εκπαιδευτικούς?), το πλαίσιο ελέγχου και πειθάρχησης των νεολαίων θα επιβληθεί πάνω στην κατασκευή της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας», θα επιβληθεί τελικά «για το καλό τους»…
            Ακόμη περισσότερο, η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» έρχεται να καθίσει πάνω στον καθένα/μια από μας. Ο επιτακτικός τρόπος με τον οποίο απαιτείται η ανίχνευση (επιβεβαίωση όπως είπαμε πριν) της «ενδοσχολικής βίας» έχει κρεμάσει πάνω από κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας ένα ερωτηματικό. Αυτό σημαίνει ότι το πλαίσιο αυτό επιτυγχάνει κάτι ακόμη μεγαλύτερο απ’αυτό που περιέγραψα πιο πριν, πετυχαίνει την «αυθόρμητη» εξάπλωση ενός γενικευμένου καθεστώτος ελέγχου απ’όλους προς όλους!
            Για να μην παρεξηγηθώ, δεν βλέπω πίσω από την υστερία της «ενδοσχολικής βίας» κάποια συνωμοσία. Δεν πιστεύω ότι οι ιεραρχικές/ταξικές κοινωνίες χρειάζονται τις συνωμοσίες για να γεννήσουν μια κοινωνική υστερία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ασχολούνται με το ζήτημα δεν είναι πιόνια κάποιου σκοτεινού κέντρου που προωθεί το ζήτημα, όμως μοιράζονται την ίδια ιδεολογία, το ίδιο σύνολο αξιών ή δεν έχουν αντιστάσεις απέναντί του. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, κι εδώ είναι το εξαιρετικά ανησυχητικό, ότι το στρατόπεδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς τηρεί σιγή ισχύος για το θέμα, όταν δεν το αποδέχεται (η Αριστερά γενικά έχει παρασυρθεί εδώ και πολλά χρόνια σε μια απόλυτα οικονομίστικη θεώρηση του σχολείου με αποτέλεσμα τη σύγχυση που επικρατεί σήμερα μπροστά στις νέες εξελίξεις).
Στο ελληνικό Σχολείο η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» είναι σχετικά νεαρή. Με έναν ειρωνικό τρόπο το λανσάρισμά της συμπίπτει με την εποχή «το μνημόνιο είναι ευλογία». Είναι μέσα σ’αυτή την εποχή της Κρίσης και της καταστροφής εκατοντάδων χιλιάδων ζωών που το πλαίσιο της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας» μου φαντάζει ακόμη πιο επικίνδυνο. Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο τα προβλήματα των παιδιών εξατομικεύονται και συνεπώς ψυχολογικοποιούνται. Η βία ως μια κατάσταση που εξαπολύεται από το ίδιο το κράτος απέναντι στις ζωές μας και ποτίζει κάθε πτυχή τους, απλά εξαφανίζεται. Όλη η ιστορία πια είναι να δούμε «πού είναι το πρόβλημα» με το κάθε παιδί που μπαίνει στο μικροσκόπιο. Η βία εξετάζεται σαν μια ατομική υπόθεση και, ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν τεχνικές που μπορεί να αμβλύνουν την κατάσταση, τελικά δικαιολογείται ως τέτοια και το σύστημα που την παράγει αθωώνεται πανηγυρικά. Δεν είναι λοιπόν ο κόσμος μας που έχει το πρόβλημα, είναι το κάθε παιδί. Αυτά τα ίδια παιδιά που πια δεν μπορούν να μας φέρουν το συμβολικό αντίτιμο για κάποιο μουσείο ή παράσταση, που δεν έχουν να πάρουν κάτι να φάνε στο διάλειμμα, που γυρνούν σπίτι για να ζήσουν το υπόλοιπο της μέρας με την απόγνωση των άνεργων γονιών τους, που για μέλλον βλέπουν την ερήμωση, αυτά τα παιδιά που δεν τα ακούει κανείς και μόνο τα λοιδορεί, είναι τα παιδιά που «έχουν προβλήματα».
Η εκστρατεία κατά της «ενδοσχολικής βίας» όμως έχει και μια άλλη λειτουργία. Μεταλλάσσει δραματικά τη σχέση εκπαιδευτικού-παιδιού. Ο παιδαγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού υποχωρεί μπροστά στο νέο ρόλο του παιδονόμου/ψυχολόγου/αξιολογητή. Το νέο σχολείο είναι ένα κάτεργο ολικού ελέγχου. Τα «στελέχη» είναι οι παιδονόμοι του εκπαιδευτικού, ο εκπαιδευτικός είναι ο παιδονόμος των μαθητών/ριων. Κάθε πόρτα ελεύθερης έκφρασης κλείνει ερμητικά μην τυχόν και βγει απ’αυτή κάτι «αποκλίνον». Η παιδαγωγική ελευθερία των εκπαιδευτικών καταργείται, η ελεύθερη έκφραση των παιδιών (σωματική, συναισθηματική, πνευματική) καταργείται επίσης. Το σχολείο διαμορφώνεται ως ένας χώρος στον οποίο επικρατούν τα «προληπτικά μέτρα». Οι υπέρμαχοι της ιδέας αυτής βέβαια έχουν (σαν πλασιέ ασφαλειών) πάντα κάποιο κακό λόγο να πουν για να σε πείσουν: κι αν κάποιος χτυπήσει το παιδί σου? Κι αν κάποιος το προσβάλλει? Δεν θα ήθελες ο χώρος του σχολείου να ελέγχεται απόλυτα ώστε να μην συμβούν αυτά? Κι αν οι εκπαιδευτικοί δεν φτάνουν να αστυνομεύσουν όλο το χώρο? Μήπως θα ήταν καλό να βάλουμε και μια κάμερα? Ή ακόμη, μήπως να σκεφτόμαστε έναν ανιχνευτή μετάλλων στην είσοδο? Ο κατάλογος της καταστροφολογίας δεν κλείνει φυσικά ποτέ. Η επιλογή ήταν πάντα η ίδια: ή «τα δίνουμε όλα» στην πρόληψη και τον έλεγχο, στην αστυνόμευση δηλαδή, ή οι προσπάθειές μας στρέφονται στη ρίζα του κακού, στο ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Αλλά ποιος από τους γραφειοκράτες και τις επιτροπές θα ήθελε κάτι τέτοιο?
Μια ακόμη παράμετρος της υστερίας είναι ότι υπονομεύει την ίδια την παιδαγωγική πράξη. Έγραψα και παλιότερα ότι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορούμε να κάνουμε θεωρώντας την Εκπαίδευση είναι το να την αντιμετωπίσουμε σαν μια συλλογή δεξιοτήτων και «γνώσεων» ενός συγκεκριμένου ατόμου. Η Εκπαίδευση είναι μια διαδικασία κοινωνική και ως τέτοια διδάσκει πολύ περισσότερα από τις «ξερές» γνώσεις των διαφόρων αντικειμένων. Μέσα στη σχολική τάξη, στη ζωή της τάξης, το παιδί μπορεί να πάρει σημαντικά μαθήματα. Μπορεί να εκτιμήσει την αξία της συνεργασίας, να συνειδητοποιήσει ότι έχει να μάθει ακόμη κι από τα λάθη των άλλων παιδιών, να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να μην τα καταφέρει σε μια δοκιμασία και να κρίνει πού χρειάζεται βελτίωση, να σταθεί δίπλα σε ένα άλλο παιδί σε κάποιο πρόβλημά του ή ακόμη και σε μια σκανταλιά που σκάρωσε, να αστειευτεί και να αυτοσαρκαστεί, να προσπαθήσει να λύσει μια άσκηση Χημείας ενώ δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από το μπροστινό θρανίο που κάθεται ο έρωτάς του, να αγαπήσει τη γνώση σαν κάτι που κάνει όλη την τάξη λίγο καλύτερη. Το να λέει κάποιος ότι χρειαζόμαστε ένα ειδικό πρόγραμμα πρόληψης ενάντια στην «ενδοσχολική βία» σημαίνει ότι αυτόματα ακυρώνει το παιδαγωγικό ευεργέτημα της διδασκαλίας της «Ελένης» και την «Αντιγόνης», της προσπάθειας να λύσουμε όλοι μαζί ένα πρόβλημα Μαθηματικών, της κατανόησης των νόμων κίνησης της Φύσης και των Κοινωνιών. Με λίγα λόγια, είναι μια ευθεία παραδοχή ότι τελικά η Εκπαίδευση δεν μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ότι καλύτερο άνθρωπο σε κάνουν οι «δράσεις κατά της ενδοσχολικής βίας». Αν αναρωτιέσαι ποιες είναι αυτές οι δράσεις, δεν θα εκπλαγείς από την απάντηση: Διαλέξεις από «ειδικούς» (ψυχολόγους δηλαδή, μιας και είπαμε ότι τα παιδιά «έχουν πρόβλημα»), σεμινάρια της Αστυνομίας στα μικρά παιδιά (για να βελτιωθεί και το κλίμα μεταξύ του υποτελούς και του επιστάτη του), συζητήσεις στην τάξη για την καλή συμπεριφορά και «συμβόλαια τάξης» (έτσι, για να φορτώνεται το παιδί και με την παραπανίσια ενοχή ότι έσπασε και το συμβόλαιο αν κάνει μια βλακεία. Μια διαδικασία που αυτόματα το καθιστά αποδιοπομπαίο).
Αυτά λοιπόν είναι τα νέα της «ενδοσχολικής βίας». Τα παιδιά «έχουν προβλήματα». Όλως παραδόξως, τα πραγματικά προβλήματα που γεννά το εκπαιδευτικό μας σύστημα ούτε καν αναφέρονται στους τόμους που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια. Η εξετασιομανία και η συνεχής αξιολόγηση/πιστοποίηση του παιδιού που τσακίζει κάθε φυσική δίψα για μάθηση, το τέρας των Πανελλαδικών Εξετάσεων που έχει οδηγήσει δεκάδες παιδιά στην απόγνωση κι ακόμη και στην αυτοκτονία, ο αυταρχισμός και η εντατικοποίηση, ο απίστευτος ανταγωνισμός που ισοπεδώνει το χαρακτήρα του παιδιού, το συνεχές ταξικό ξεσκαρτάρισμα. Ψάξε σε κάθε εγκύκλιο, σκάλισε τα πρακτικά κάθε σεμιναρίου και θα δεις ότι δεν υπάρχει ούτε λέξη για όλα αυτά, γιατί αυτό το σχολείο είναι που θέλουν τα αφεντικά. Αν λοιπόν καλοπροαίρετα λες «γιατί να μην κάνουμε κι αυτά τα προγράμματα κατά της βίας?», αναρωτήσου γιατί τόσα χρόνια το κράτος δεν έχει κάνει τίποτα για τα σοβαρά προβλήματα της Εκπαίδευσης παρά τους τόνους προτάσεων των εκπαιδευτικών?
Η άποψή μου είναι απλή. Τα προβλήματα της Εκπαίδευσης δεν λύνονται με περισσότερο έλεγχο, αλλά με περισσότερη Δημοκρατία και Ελευθερία. Ενιαίο, δημόσιο και δωρεάν, πολυτεχνικό σχολείο για όλα τα παιδιά, κατάργηση κάθε μορφής εξετάσεων και βαθμολογίας, σχολικές και μαθητικές κοινότητες που θα διοικούν αμεσοδημοκρατικά το σχολείο, γενναία αύξηση στη χρηματοδότηση για να μπορούν να γίνουν τα σχολεία χώροι που θα καλύπτουν όλες τις δημιουργικές ορμές της νεολαίας. Όλα αυτά, μαζί με την εμπλοκή ολόκληρης της τριμερούς σχολικής κοινότητας στους κοινωνικούς αγώνες για την απόκρουση της καπιταλιστικής επιθετικότητας και την κοινωνική αλλαγή. Στις φράσεις-κλισέ κάθε πολιτικού και «στελέχους» είναι ότι «το σχολείο πρέπει να διαμορφώνει υπεύθυνους πολίτες». Ε, ας το κάνουμε κάποια στιγμή πράξη αυτό, αλλά με ειλικρίνεια, όχι να λέμε «υπεύθυνους» και να εννοούμε «υποταγμένους»!
Ξέρω, κάθε φορά που φτάνω στον επίλογο, στο «δια ταύτα», ξυνίζεις τα μούτρα σου. Σου φαίνονται πολύ προπαγανδιστικά όλα αυτά που προτείνω και μάλλον ουτοπικά. Εντάξει, αν λοιπόν αυτά σου φαίνονται ουτοπικά, ας συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε τόσα χρόνια μπας και φιλοτιμηθεί να δουλέψει. Ας εντείνουμε το πλαίσιο του Ελέγχου μέχρι να μην μπορούμε καν να ανασάνουμε. Τότε θα είμαστε όλοι ασφαλείς. Άνευροι και ψόφιοι, άβουλοι και μαριονέτες. Αλλά ασφαλείς…



Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Μ. Εμμανουηλίδης-Α. Κουκουτσάκη, Ο ακρωτηριασμός του σώματος και η πολιτική (αν)οικονομία των εξουσιών

Αναδημοσιεύουμε κάποια σημεία από το βιβλίο, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, Futura, 2013, τα οποία ίσως είναι χρήσιμα για την κατανόηση της επικίνδυνης τακτικής του κράτους με αφορμή την «υπόθεση Ρωμανού»: Το κριτήριο κατανόησης και ελέγχου της δράσης των εξουσιών δεν είναι η νομιμότητά της, η καταγωγική της θεμελίωση σε ένα σύστημα δικαίου, αλλά η αποτελεσματικότητα και η πολιτική της οικονομία σε σχέση με το στρατηγικό στόχο, την ανασυγκρότηση του πληθυσμού, την παραγωγή ενός νέου μετακρισιακού πληθυσμού. 

1.

[...] Μια κατάσταση αναταραχής εξουσιών, λοιπόν, μια ταυτόχρονη παρουσία ετερογενών, ή ακόμη και αντιφατικών, τροπικοτήτων, μια ελλειμματική, ανίσχυρη και υπερβολική διακυβέρνηση. [...] Το κράτος τείνει να γίνει «όργανο παρακράτησης, μηχανισμός σφετερισμού, δικαίωμα ιδιοποίησης ενός μέρους από τα πλούτη, υφαρπαγή προϊόντων, αγαθών, υπηρεσιών, δουλειάς και αίματος από τους υπηκόους».[1] Αν το κράτος, στο βαθμό που γίνεται υπέρτατη εξουσία «απαιτεί από τους υπηκόους να θυσιαστούν για να σώσουν το θρόνο»,[2] αυτό δεν συνιστά μια απλή επιστροφή στο δικαίωμα της εξουσίας να σκοτώνει ως ενέργεια χρηματοδότησης της ισχύος της. Αν αποσπά την ενέργεια του πληθυσμού και διαχειρίζεται το θάνατό του, αυτή η επιστροφή δεν είναι επιστροφή ενός παλιού χρόνου, αλλά συνιστά μια επανακωδίκωση της κυριαρχικότητας: Γιατί ο θρόνος τώρα δεν είναι το σώμα του βασιλιά, αλλά τείνει να γίνει η «συμβολική δομή που ορίζουν οι παραστάσεις που “αναβλύζουν” από την ίδια την κίνηση του τοκοφόρου κεφαλαίου».[3] Αυτός ο θρόνος δεν έχει σώμα, και είναι ανάγκη να ανασυγκροτηθεί ο πληθυσμός: όχι ως διαχείριση περιττού πληθυσμού, αλλά ως πληθυσμός ο οποίος καθίσται το αρχικό και τελικό ισχυρό σημείο απεδαφικοποίησης και εδαφικοποίησης του κεφαλαίου και αγκύρωσης του κράτους. 
    Αν ο Foucault θεωρούσε ότι από το 18ο αιώνα και έπειτα «η πολιτική οικονομία έμπηξε μια φοβερή σφήνα στην απέραντη έπαρση του Αστυνομικού κράτους» και ότι ήταν αυτό το στοιχείο «που επέτρεψε να εξασφαλιστεί ο αυτοπεριορισμός της διακυβερνησιακής λογικής»,[4] τώρα τα πράγματα είναι αλλιώς: Η κανονικοποίηση της κοινωνίας με γνώμονα την απεριόριστη ισχύ του καθεστώτος αληθείας της αγοράς επιχειρείται με τα μέσα μιας απεριόριστης κρατικής κυβερνολογικής, με τα μέσα ενός κυριαρχικού κράτους.
Συνεπώς, το κράτος αποσύρεται προκειμένου να επαναρρυθμίσει· αδιαφορεί, για να ανασυγκροτήσει τον πληθυσμό. Το κοινωνικό σώμα πρέπει να τρομοκρατηθεί, να δει την τύχη του αντι- ή μη-παραγωγικού, του απειθούς, του επίορκου, του άρρωστου, ή του ψυχοπαθούς, να δει την τιμωρία του σώματος που δεν δαπανάται ως εργασιακή δύναμη είτε γιατί δεν μπορεί είτε γιατί δεν θέλει πολύ: Να απειληθεί με τα σημάδια της εξουσίας στο σώμα του, να νιώσει τον τρόμο της πιθανής μεταχείρισής του ως περιττό σώμα. 
Δεν πρόκειται, προφανώς, για τακτικές μείωσης της κρατικής δαπάνης, και οι σαρωτικές κατασταλτικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με τη μετανάστευση, την πορνεία ή την τοξικομανία συνιστούν άχρηστες πολιτικές διαχείρισης των ζητημάτων. Ούτε πρόκειται για τεχνάσματα απόσπασης από τους πραγματικούς αγώνες και τα πραγματικά ζητήματα, αλλά για διαύλους μετάδοσης ισχυρών σημάτων στον πληθυσμό: Τα σωματικά σημάδια είναι το σήμα του κόστους της πιθανής ανυποταξίας στις νέες ασαφείς ρυθμίσεις της ζωής.[5] Κι αυτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας του κράτους με το κοινωνικό σώμα είναι οι ίδιοι με τους διαύλους της ΧΑ, τα ίδια σημάδια, τα ίδια σήματα. Η ρευστοποίηση των στοιχείων ζωής του κοινωνικού σώματος επιβάλλεται διά του ακρωτηριασμού του. Η ρευστοποίηση απαιτεί τον τεμαχισμό του στερεού. Αλλά η ΧΑ παίρνει τόσο κυριολεκτικά αυτόν τον τεμαχισμό του στερεού. Υπάρχει μια τομή ανάμεσα στην επιθετικότητα του κυριαρχικού κράτους έναντι της κοινωνίας και της βίας της ΧΑ. Γιατί η βία της ΧΑ δεν είναι βία προσάρτησης, απόκτησης της ενέργειας του θηράματος, δεν είναι πράξη θήρας: Το θήραμα δεν πρέπει να φαγωθεί αλλά μόνο να πεταχτεί, καθώς ο στόχος δεν είναι το θήραμα αλλά η ίδια η χειρονομία της βίας ως προσφορά αυτής και της εικόνας τού ανήμπορου θηράματος στη φαντασιακά αμετάβλητη στερεότητα της φυλής. Αντίθετα, η βία του κυριαρχικού κράτους σκοπό έχει την άμεση προσάρτηση της ενέργειας του θηράματος, της απόκτησης του πλούτου του. Αλλά, αυτές οι δύο διαφορετικές ενέργειες ακρωτηριασμού συναντιούνται εν πολλοίς (όπως θα δούμε στο τελευταίο κεφάλαιο).

 2.

«Για ποιους λόγους η Ελληνική Αστυνομία δημοσίευσε φωτογραφίες των βασανισμένων συλληφθέντων [κατηγορούμενοι για μια ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης, 2.2.2013] και μάλιστα με μία τόσο εξόφθαλμη παραποίηση στοιχείων, μένει να απαντηθεί από το αρμόδιο Υπουργείο και τον κ. Δένδια. Προς το παρόν, τηρείται σιγή ιχθύος για το τόσο ξεκάθαρο ζήτημα της καταπάτησης των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας».[6] Το ερώτημα δεν θα μπορούσε να απαντηθεί με όρους κοινωνικού κόστους αυτής της τακτικής της Αστυνομίας. Πρόκειται για μια τακτική που παράγει φρίκη και αντίσταση, και απονομιμοποιεί το κράτος ως φορέα δικαίου. Αλλά φαίνεται ότι πια το κράτος και μπορεί και θέλει να αναλαμβάνει το κόστος της άσκησης εξουσίας ανώτατης αρχής, να γίνεται επικίνδυνο για τον εαυτό του επιδεικνύοντας την επικινδυνότητά του στους πολίτες. Η δημοσιοποίηση της χρήσης εξατομικευμένης και στοχευμένης βίας δείχνει ότι η κεντρική εξουσία δεν ενδιαφέρεται να πειθαρχήσει επί των σωμάτων των κρατουμένων ή των διωκώμενων, αλλά να κυριαρχήσει επί του πληθυσμού, ως εξουσία ανώτατης αρχής· να παρουσιάσει τα βασανισμένα σώματα ως μια ηλεκτρονική τελετουργική πράξη καθυπόταξης: Η εξουσία ως το σημάδι επί του σώματος όπως τα σημάδια της βίας στα σώματα των μεταναστών της Χρυσής Αυγής. Ακόμη και η ΧΑ που είναι ανοικονόμητη στην άσκηση βίας, διαχειρίζεται προσεκτικά την ορατότητα αυτής της βίας, είναι φειδωλή στην υπογραφή των πράξεων βίας. Η διαδικασία κοινωνικοποίησης του κράτους όπως ήθελε η νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική των υποκειμένων έχει ανακοπεί προκειμένου το κοινωνικό σώμα να πειθαρχήσει στην αναζητούμενη μετα-νεοφιλελεύθερη ρύθμιση αποκρατικοποίησης της οικονομίας (με την ειδικό τρόπο που παρουσιάσαμε στο κεφάλαιο 2). Αν η ΧΑ θέλει να αφήνει το ανυπόγραφο σημάδι της βίας της στο σώμα, το κράτος, ως κράτος δικαίου, ήθελε να το κρύβει, ή κυρίως δεν ήταν αυτό το σημάδι στο σώμα η βασική τεχνική καθυπόταξης. Το πέρασμα του ορίου της κυριαρχικότητας ως εκφοράς της κρατικής εξουσίας, ένα κατώφλι προετοιμασμένο από καιρό, σφραγίστηκε τον Φεβρουάριο 2013 όταν το photoshop στα πρόσωπα των συλληφθέντων του Βελβεντού συντελέστηκε τόσο άκομψα, λες και έγινε για να αποκαλύψει, και όχι να κρύψει τα σημάδια του βασανισμού. Το κράτος ήθελε να είναι ερασιτεχνικό για να δείξει αποφασιστικά ότι μπορεί να ασκεί βασανισμό επαγγελματικά.

Emanuele Balzani, Do not go gentle into that goodnight, 1996

 3.

[...]  "Η δράση στην γκρίζα ζώνη είχε αποτέλεσμα, όπως μπορούμε να δούμε όλοι· ταυτότητα κι ακάλυπτο πρόσωπο παραδομένα στα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό το έργο, λοιπόν, είναι διαδραστικό. Οι α-πρόσωποι πρωταγωνιστές του, προκαλούν το κοινό να τους δώσει πρόσωπο, να κατανοήσει τη δράση τους ακόμα κι αν φαίνεται υπερβολική ή παράδοξη· κυρίως τότε, γιατί τι νόημα θα είχε το θέαμα αν δεν ήταν για να δώσει νόημα στα πράγματα;" [7]
Άρα εφόσον το ζήτημα είναι μάλλον ποσοτικό, στους «πολέμους» κατά του εγκλήματος, της τρομοκρατίας κλπ, η εξαίρεση του νόμου ορίζεται ως παράπλευρη απώλεια μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης διαδικασίας, εξ ου και σπάνια επισύρει κυρώσεις ή νοείται ως «καθαρή παρανομία».
Από την άλλη μεριά, ωστόσο, κάποιες περιπτώσεις «παράπλευρων απωλειών», όπως για παράδειγμα η υπόθεση των συλληφθέντων για τη ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης, είναι υπό πολλές έννοιες ενδιαφέρουσα, εκκινώντας από τα ερωτήματα που θέτει η εκπορευόμενη από τους τιμωρητικούς θεσμούς σπάταλη σωματική, αιματηρή βία, η οποία δεν αποκρύπτεται.
Ένα από τα παράγωγα, λοιπόν, αυτής της εικόνας είναι ότι όχι απλώς εστιάστηκε η συζήτηση στα ματωμένα πρόσωπα των δραστών αλλά ότι σχεδόν εξαντλήθηκε σ’ αυτά. Εδώ, όμως, η «επίθεση» έγινε σε ξένο γήπεδο, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τη δυναμική της, τουτέστιν τη συρρίκνωσή της σε ένα είδος μονομαχίας μεταξύ «επίορκων αστυνομικών» και νεαρών γόνων εύπορων οικογενειών που πήραν τα καλάσνικοφ. Τίποτα πιο εύκολο, δηλαδή, από τα να επανέλθει δριμύτατη στο δημόσιο λόγο η απλουστευτική γενίκευση της «καταδίκης της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», περίπου σαν το τέλος των παραμυθιών όπου όλοι ζούμε καλά κι άλλοι καλύτερα.
Ωστόσο, ένα από τα ερωτήματα τα οποία τίθενται αφορά αναπόδραστα το συνολικό μήνυμα που κοινοποιεί αυτή η απροκάλυπτη προβολή της θεσμικής βίας, καθώς δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι η ανάρμοστη εικόνα αποκαλύπτει δυσλειτουργίες, α-ταξία του τιμωρητικού μηχανισμού ή, πολύ λιγότερο, δομικά του χαρακτηριστικά: ανεκτή, εάν όχι και επιβεβλημένη, η εκτός ορίων βία για την καταπολέμηση της βίας.[8]
Έτσι, για παράδειγμα, η «πρόχειρη επεξεργασία» των φωτογραφιών των συλληφθέντων και καθώς είναι μάλλον απίθανο να μην υπήρχε τεχνικά η δυνατότητα για καλύτερη επεξεργασία τους, θα μπορούσε να διαβαστεί ακριβώς ως πρόθεση για απόλυτη καθαρότητα της παραποιημένης εικόνας, η οποία αποκαλύπτει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αυτό το οποίο επιφανειακά συγκαλύπτει, δηλαδή την υλικότητα μιας βίαιης εξουσίας που αφήνει ορατά σημάδια στο σώμα του παραβάτη.

Αποσπάσματα από τις σ. 53-55 & 87-88 (μέρη 1 & 2), Μ. Εμμανουηλίδης, «Οικονομία και κρίση της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής. Η στρατηγική λειτουργία του ρατσιστικού Συστήματος», και τις σ. 121-123 (μέρος 3), Α. Κουκουτσάκη, «Από το κοινωνικό στο ποινικό κράτος. Η Χρυσή Αυγή και οι συμβολικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών».



[1] Μ. Φουκώ, Μ., Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 1: Η δίψα της γνώσης, Αθήνα 1978, σ. 166. Όταν μιλάμε για αναδιάταξη εξουσιών αναφερόμαστε στην αναδιάταξη της συναρμογής του τριγωνικού συστήματος της εξουσιαστικής τροπικότητας κατά τον Φουκώ (κυριαρχική εξουσία ανώτατης αρχής, πειθαρχική εξουσία, κυβερνολογική), βλ σχ. και Security, Territory, Population: Lectures at the Collège de France, 1977-78, Νέα Υόρκη 2007, σ. 107-108.
 [2] Μ. Φουκώ, «Δύο δοκίμια για το υποκείμενο και την εξουσία», (1982), Η μικροφυσική της εξουσίας, Αθήνα 1991, σ. 83.
[3] Δ. Σωτηρόπουλος, «Κατανοώντας τη νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού: Ο φετιχισμός της κρίσης και η διαρκής στιγμή του Proudhon», Θέσεις, 106 (2009), 53.
[4] Μ. Φουκώ, Η γέννηση της βιοπολιτικήςΑθήνα 2012, σ. 33 και 29..
[5] Για τα τελετουργικά σημάδια και τα κωδικοποιημένα σήματα της εξουσίας, βλ. Μ. Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία, Αθήνα 1989, ενδεικτικά σ. 172-3.
[6] «Εισαγγελική παρέμβαση για τα βασανιστήρια στους συλληφθέντες της Κοζάνης», Left.gr, 5.2.2013.
[7] Α. Κουκουτσάκη, Α., «Σ' αυτό το έργο θεατές...», 2009.
[8] Όπως η –ατυχέστατη καθόσον αποκαλυπτική της ανάρμοστης εικόνας- απάντηση του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη σε ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ: «Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ή οποιοσδήποτε άλλος διαθέτει στοιχεία στη διάθεσή του για βασανισμούς συλληφθέντων και όχι για τραυματισμούς τρομοκρατών κατά τη συμπλοκή και την αντίστασή τους - ενέργεια για την οποία μεταξύ άλλων βαρυτάτων αδικημάτων επίσης κατηγορούνται - όφειλε ήδη να τα έχει καταθέσει στη Δικαιοσύνη αντί να εκδίδει ανακοινώσεις, ώστε να κινηθούν οι σχετικές διαδικασίες. Οι οποίοι τρομοκράτες, σημειωτέον, έφεραν βαρύτατο οπλισμό και κρατούσαν όμηρο πολίτη», Σάλος με τη χρήση βίας κατά των συλληφθέντων.