Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Μ. Εμμανουηλίδης-Α. Κουκουτσάκη, Ο ακρωτηριασμός του σώματος και η πολιτική (αν)οικονομία των εξουσιών

Αναδημοσιεύουμε κάποια σημεία από το βιβλίο, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, Futura, 2013, τα οποία ίσως είναι χρήσιμα για την κατανόηση της επικίνδυνης τακτικής του κράτους με αφορμή την «υπόθεση Ρωμανού»: Το κριτήριο κατανόησης και ελέγχου της δράσης των εξουσιών δεν είναι η νομιμότητά της, η καταγωγική της θεμελίωση σε ένα σύστημα δικαίου, αλλά η αποτελεσματικότητα και η πολιτική της οικονομία σε σχέση με το στρατηγικό στόχο, την ανασυγκρότηση του πληθυσμού, την παραγωγή ενός νέου μετακρισιακού πληθυσμού. 

1.

[...] Μια κατάσταση αναταραχής εξουσιών, λοιπόν, μια ταυτόχρονη παρουσία ετερογενών, ή ακόμη και αντιφατικών, τροπικοτήτων, μια ελλειμματική, ανίσχυρη και υπερβολική διακυβέρνηση. [...] Το κράτος τείνει να γίνει «όργανο παρακράτησης, μηχανισμός σφετερισμού, δικαίωμα ιδιοποίησης ενός μέρους από τα πλούτη, υφαρπαγή προϊόντων, αγαθών, υπηρεσιών, δουλειάς και αίματος από τους υπηκόους».[1] Αν το κράτος, στο βαθμό που γίνεται υπέρτατη εξουσία «απαιτεί από τους υπηκόους να θυσιαστούν για να σώσουν το θρόνο»,[2] αυτό δεν συνιστά μια απλή επιστροφή στο δικαίωμα της εξουσίας να σκοτώνει ως ενέργεια χρηματοδότησης της ισχύος της. Αν αποσπά την ενέργεια του πληθυσμού και διαχειρίζεται το θάνατό του, αυτή η επιστροφή δεν είναι επιστροφή ενός παλιού χρόνου, αλλά συνιστά μια επανακωδίκωση της κυριαρχικότητας: Γιατί ο θρόνος τώρα δεν είναι το σώμα του βασιλιά, αλλά τείνει να γίνει η «συμβολική δομή που ορίζουν οι παραστάσεις που “αναβλύζουν” από την ίδια την κίνηση του τοκοφόρου κεφαλαίου».[3] Αυτός ο θρόνος δεν έχει σώμα, και είναι ανάγκη να ανασυγκροτηθεί ο πληθυσμός: όχι ως διαχείριση περιττού πληθυσμού, αλλά ως πληθυσμός ο οποίος καθίσται το αρχικό και τελικό ισχυρό σημείο απεδαφικοποίησης και εδαφικοποίησης του κεφαλαίου και αγκύρωσης του κράτους. 
    Αν ο Foucault θεωρούσε ότι από το 18ο αιώνα και έπειτα «η πολιτική οικονομία έμπηξε μια φοβερή σφήνα στην απέραντη έπαρση του Αστυνομικού κράτους» και ότι ήταν αυτό το στοιχείο «που επέτρεψε να εξασφαλιστεί ο αυτοπεριορισμός της διακυβερνησιακής λογικής»,[4] τώρα τα πράγματα είναι αλλιώς: Η κανονικοποίηση της κοινωνίας με γνώμονα την απεριόριστη ισχύ του καθεστώτος αληθείας της αγοράς επιχειρείται με τα μέσα μιας απεριόριστης κρατικής κυβερνολογικής, με τα μέσα ενός κυριαρχικού κράτους.
Συνεπώς, το κράτος αποσύρεται προκειμένου να επαναρρυθμίσει· αδιαφορεί, για να ανασυγκροτήσει τον πληθυσμό. Το κοινωνικό σώμα πρέπει να τρομοκρατηθεί, να δει την τύχη του αντι- ή μη-παραγωγικού, του απειθούς, του επίορκου, του άρρωστου, ή του ψυχοπαθούς, να δει την τιμωρία του σώματος που δεν δαπανάται ως εργασιακή δύναμη είτε γιατί δεν μπορεί είτε γιατί δεν θέλει πολύ: Να απειληθεί με τα σημάδια της εξουσίας στο σώμα του, να νιώσει τον τρόμο της πιθανής μεταχείρισής του ως περιττό σώμα. 
Δεν πρόκειται, προφανώς, για τακτικές μείωσης της κρατικής δαπάνης, και οι σαρωτικές κατασταλτικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με τη μετανάστευση, την πορνεία ή την τοξικομανία συνιστούν άχρηστες πολιτικές διαχείρισης των ζητημάτων. Ούτε πρόκειται για τεχνάσματα απόσπασης από τους πραγματικούς αγώνες και τα πραγματικά ζητήματα, αλλά για διαύλους μετάδοσης ισχυρών σημάτων στον πληθυσμό: Τα σωματικά σημάδια είναι το σήμα του κόστους της πιθανής ανυποταξίας στις νέες ασαφείς ρυθμίσεις της ζωής.[5] Κι αυτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας του κράτους με το κοινωνικό σώμα είναι οι ίδιοι με τους διαύλους της ΧΑ, τα ίδια σημάδια, τα ίδια σήματα. Η ρευστοποίηση των στοιχείων ζωής του κοινωνικού σώματος επιβάλλεται διά του ακρωτηριασμού του. Η ρευστοποίηση απαιτεί τον τεμαχισμό του στερεού. Αλλά η ΧΑ παίρνει τόσο κυριολεκτικά αυτόν τον τεμαχισμό του στερεού. Υπάρχει μια τομή ανάμεσα στην επιθετικότητα του κυριαρχικού κράτους έναντι της κοινωνίας και της βίας της ΧΑ. Γιατί η βία της ΧΑ δεν είναι βία προσάρτησης, απόκτησης της ενέργειας του θηράματος, δεν είναι πράξη θήρας: Το θήραμα δεν πρέπει να φαγωθεί αλλά μόνο να πεταχτεί, καθώς ο στόχος δεν είναι το θήραμα αλλά η ίδια η χειρονομία της βίας ως προσφορά αυτής και της εικόνας τού ανήμπορου θηράματος στη φαντασιακά αμετάβλητη στερεότητα της φυλής. Αντίθετα, η βία του κυριαρχικού κράτους σκοπό έχει την άμεση προσάρτηση της ενέργειας του θηράματος, της απόκτησης του πλούτου του. Αλλά, αυτές οι δύο διαφορετικές ενέργειες ακρωτηριασμού συναντιούνται εν πολλοίς (όπως θα δούμε στο τελευταίο κεφάλαιο).

 2.

«Για ποιους λόγους η Ελληνική Αστυνομία δημοσίευσε φωτογραφίες των βασανισμένων συλληφθέντων [κατηγορούμενοι για μια ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης, 2.2.2013] και μάλιστα με μία τόσο εξόφθαλμη παραποίηση στοιχείων, μένει να απαντηθεί από το αρμόδιο Υπουργείο και τον κ. Δένδια. Προς το παρόν, τηρείται σιγή ιχθύος για το τόσο ξεκάθαρο ζήτημα της καταπάτησης των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας».[6] Το ερώτημα δεν θα μπορούσε να απαντηθεί με όρους κοινωνικού κόστους αυτής της τακτικής της Αστυνομίας. Πρόκειται για μια τακτική που παράγει φρίκη και αντίσταση, και απονομιμοποιεί το κράτος ως φορέα δικαίου. Αλλά φαίνεται ότι πια το κράτος και μπορεί και θέλει να αναλαμβάνει το κόστος της άσκησης εξουσίας ανώτατης αρχής, να γίνεται επικίνδυνο για τον εαυτό του επιδεικνύοντας την επικινδυνότητά του στους πολίτες. Η δημοσιοποίηση της χρήσης εξατομικευμένης και στοχευμένης βίας δείχνει ότι η κεντρική εξουσία δεν ενδιαφέρεται να πειθαρχήσει επί των σωμάτων των κρατουμένων ή των διωκώμενων, αλλά να κυριαρχήσει επί του πληθυσμού, ως εξουσία ανώτατης αρχής· να παρουσιάσει τα βασανισμένα σώματα ως μια ηλεκτρονική τελετουργική πράξη καθυπόταξης: Η εξουσία ως το σημάδι επί του σώματος όπως τα σημάδια της βίας στα σώματα των μεταναστών της Χρυσής Αυγής. Ακόμη και η ΧΑ που είναι ανοικονόμητη στην άσκηση βίας, διαχειρίζεται προσεκτικά την ορατότητα αυτής της βίας, είναι φειδωλή στην υπογραφή των πράξεων βίας. Η διαδικασία κοινωνικοποίησης του κράτους όπως ήθελε η νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική των υποκειμένων έχει ανακοπεί προκειμένου το κοινωνικό σώμα να πειθαρχήσει στην αναζητούμενη μετα-νεοφιλελεύθερη ρύθμιση αποκρατικοποίησης της οικονομίας (με την ειδικό τρόπο που παρουσιάσαμε στο κεφάλαιο 2). Αν η ΧΑ θέλει να αφήνει το ανυπόγραφο σημάδι της βίας της στο σώμα, το κράτος, ως κράτος δικαίου, ήθελε να το κρύβει, ή κυρίως δεν ήταν αυτό το σημάδι στο σώμα η βασική τεχνική καθυπόταξης. Το πέρασμα του ορίου της κυριαρχικότητας ως εκφοράς της κρατικής εξουσίας, ένα κατώφλι προετοιμασμένο από καιρό, σφραγίστηκε τον Φεβρουάριο 2013 όταν το photoshop στα πρόσωπα των συλληφθέντων του Βελβεντού συντελέστηκε τόσο άκομψα, λες και έγινε για να αποκαλύψει, και όχι να κρύψει τα σημάδια του βασανισμού. Το κράτος ήθελε να είναι ερασιτεχνικό για να δείξει αποφασιστικά ότι μπορεί να ασκεί βασανισμό επαγγελματικά.

Emanuele Balzani, Do not go gentle into that goodnight, 1996

 3.

[...]  "Η δράση στην γκρίζα ζώνη είχε αποτέλεσμα, όπως μπορούμε να δούμε όλοι· ταυτότητα κι ακάλυπτο πρόσωπο παραδομένα στα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό το έργο, λοιπόν, είναι διαδραστικό. Οι α-πρόσωποι πρωταγωνιστές του, προκαλούν το κοινό να τους δώσει πρόσωπο, να κατανοήσει τη δράση τους ακόμα κι αν φαίνεται υπερβολική ή παράδοξη· κυρίως τότε, γιατί τι νόημα θα είχε το θέαμα αν δεν ήταν για να δώσει νόημα στα πράγματα;" [7]
Άρα εφόσον το ζήτημα είναι μάλλον ποσοτικό, στους «πολέμους» κατά του εγκλήματος, της τρομοκρατίας κλπ, η εξαίρεση του νόμου ορίζεται ως παράπλευρη απώλεια μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης διαδικασίας, εξ ου και σπάνια επισύρει κυρώσεις ή νοείται ως «καθαρή παρανομία».
Από την άλλη μεριά, ωστόσο, κάποιες περιπτώσεις «παράπλευρων απωλειών», όπως για παράδειγμα η υπόθεση των συλληφθέντων για τη ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης, είναι υπό πολλές έννοιες ενδιαφέρουσα, εκκινώντας από τα ερωτήματα που θέτει η εκπορευόμενη από τους τιμωρητικούς θεσμούς σπάταλη σωματική, αιματηρή βία, η οποία δεν αποκρύπτεται.
Ένα από τα παράγωγα, λοιπόν, αυτής της εικόνας είναι ότι όχι απλώς εστιάστηκε η συζήτηση στα ματωμένα πρόσωπα των δραστών αλλά ότι σχεδόν εξαντλήθηκε σ’ αυτά. Εδώ, όμως, η «επίθεση» έγινε σε ξένο γήπεδο, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τη δυναμική της, τουτέστιν τη συρρίκνωσή της σε ένα είδος μονομαχίας μεταξύ «επίορκων αστυνομικών» και νεαρών γόνων εύπορων οικογενειών που πήραν τα καλάσνικοφ. Τίποτα πιο εύκολο, δηλαδή, από τα να επανέλθει δριμύτατη στο δημόσιο λόγο η απλουστευτική γενίκευση της «καταδίκης της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», περίπου σαν το τέλος των παραμυθιών όπου όλοι ζούμε καλά κι άλλοι καλύτερα.
Ωστόσο, ένα από τα ερωτήματα τα οποία τίθενται αφορά αναπόδραστα το συνολικό μήνυμα που κοινοποιεί αυτή η απροκάλυπτη προβολή της θεσμικής βίας, καθώς δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι η ανάρμοστη εικόνα αποκαλύπτει δυσλειτουργίες, α-ταξία του τιμωρητικού μηχανισμού ή, πολύ λιγότερο, δομικά του χαρακτηριστικά: ανεκτή, εάν όχι και επιβεβλημένη, η εκτός ορίων βία για την καταπολέμηση της βίας.[8]
Έτσι, για παράδειγμα, η «πρόχειρη επεξεργασία» των φωτογραφιών των συλληφθέντων και καθώς είναι μάλλον απίθανο να μην υπήρχε τεχνικά η δυνατότητα για καλύτερη επεξεργασία τους, θα μπορούσε να διαβαστεί ακριβώς ως πρόθεση για απόλυτη καθαρότητα της παραποιημένης εικόνας, η οποία αποκαλύπτει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αυτό το οποίο επιφανειακά συγκαλύπτει, δηλαδή την υλικότητα μιας βίαιης εξουσίας που αφήνει ορατά σημάδια στο σώμα του παραβάτη.

Αποσπάσματα από τις σ. 53-55 & 87-88 (μέρη 1 & 2), Μ. Εμμανουηλίδης, «Οικονομία και κρίση της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής. Η στρατηγική λειτουργία του ρατσιστικού Συστήματος», και τις σ. 121-123 (μέρος 3), Α. Κουκουτσάκη, «Από το κοινωνικό στο ποινικό κράτος. Η Χρυσή Αυγή και οι συμβολικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών».



[1] Μ. Φουκώ, Μ., Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 1: Η δίψα της γνώσης, Αθήνα 1978, σ. 166. Όταν μιλάμε για αναδιάταξη εξουσιών αναφερόμαστε στην αναδιάταξη της συναρμογής του τριγωνικού συστήματος της εξουσιαστικής τροπικότητας κατά τον Φουκώ (κυριαρχική εξουσία ανώτατης αρχής, πειθαρχική εξουσία, κυβερνολογική), βλ σχ. και Security, Territory, Population: Lectures at the Collège de France, 1977-78, Νέα Υόρκη 2007, σ. 107-108.
 [2] Μ. Φουκώ, «Δύο δοκίμια για το υποκείμενο και την εξουσία», (1982), Η μικροφυσική της εξουσίας, Αθήνα 1991, σ. 83.
[3] Δ. Σωτηρόπουλος, «Κατανοώντας τη νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού: Ο φετιχισμός της κρίσης και η διαρκής στιγμή του Proudhon», Θέσεις, 106 (2009), 53.
[4] Μ. Φουκώ, Η γέννηση της βιοπολιτικής, Αθήνα 2012, σ. 33 και 29..
[5] Για τα τελετουργικά σημάδια και τα κωδικοποιημένα σήματα της εξουσίας, βλ. Μ. Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία, Αθήνα 1989, ενδεικτικά σ. 172-3.
[6] «Εισαγγελική παρέμβαση για τα βασανιστήρια στους συλληφθέντες της Κοζάνης», Left.gr, 5.2.2013.
[7] Α. Κουκουτσάκη, Α., «Σ' αυτό το έργο θεατές...», 2009.
[8] Όπως η –ατυχέστατη καθόσον αποκαλυπτική της ανάρμοστης εικόνας- απάντηση του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη σε ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ: «Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ή οποιοσδήποτε άλλος διαθέτει στοιχεία στη διάθεσή του για βασανισμούς συλληφθέντων και όχι για τραυματισμούς τρομοκρατών κατά τη συμπλοκή και την αντίστασή τους - ενέργεια για την οποία μεταξύ άλλων βαρυτάτων αδικημάτων επίσης κατηγορούνται - όφειλε ήδη να τα έχει καταθέσει στη Δικαιοσύνη αντί να εκδίδει ανακοινώσεις, ώστε να κινηθούν οι σχετικές διαδικασίες. Οι οποίοι τρομοκράτες, σημειωτέον, έφεραν βαρύτατο οπλισμό και κρατούσαν όμηρο πολίτη», Σάλος με τη χρήση βίας κατά των συλληφθέντων.

 


Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Τα πουλιά και τα παιδάκια





«Σπουδαία επιτυχία και των παιδιών και των διδασκόντων στο Γυμνάσιο-Λύκειο που λειτουργεί εντός της φυλακής. Επιτυχία και του σωφρονιστικού συστήματος, που επιτρέπει σ' έναν έφηβο, ανεξάρτητα από το είδος του παραπτώματος για το οποίο κρατείται και από το είδος της ποινής, να σπουδάσει, να μορφωθεί και να αποδοθεί κάποια στιγμή πίσω στην κοινωνία» [Ευγενία Λουπάκη, http://www.avgi.gr/article/4978035/poulia-pano-sto-surma]
«...Εξύμνησε την επιτυχία σου ως επιτυχία της παιδείας μέσα στο σωφρονιστικό σύστημα. Ένα προσωπείο υψώθηκε. Έπεισε κάποιους ανυποψίαστους...» [από κείμενο συμπαράστασης συγκρατουμένων του απεργού πείνας Νίκου Ρωμανού, https://athens.indymedia.org/post/1534671/]

Κι ας πάμε στο πρώτο κείμενο:
«Τέσσερα παιδιά, φυλακισμένα στον Αυλώνα, έδωσαν πανελλήνιες και πέρασαν σε διάφορα ΑΕΙ. Χωρίς τη μαμά να φτιάχνει πορτοκαλάδες. Χωρίς μια βόλτα με τους φίλους και δυο φιλιά με το κορίτσι. Χωρίς φροντιστήριο».
Ας αφήσουμε στην άκρη το γεγονός ότι η περιγραφή των παιδιών με τις πορτοκαλάδες της μαμάς αντιστοιχεί σ’ ένα στερεότυπο και όχι την πραγματικότητα των νέων  που μπαίνουν στο πανεπιστήμιο. Ας το αφήσουμε στην άκρη, γιατί το θέμα μας είναι τα φυλακισμένα «παιδιά» [σε εισαγωγικά το παιδιά, γιατί πρόκειται για έφηβους που μάλλον δεν τους αρέσει να κατεβαίνουν στην ηλικιακή κλίμακα, δεν είναι αυτού του είδους η τρυφερότητα που τους λείπει].
Ας αφήσουμε και τα φροντιστήρια, γιατί είναι πολλοί οι νέοι και πολλές οι νέες που δίνουν εξετάσεις και πετυχαίνουν να μπουν στο πανεπιστήμιο, χωρίς να έχουν προσφύγει στην παραπαιδεία.
Κι ας πάμε για λίγο  στη «βόλτα με τους φίλους και δυο φιλιά με το κορίτσι», απλώς και μόνον γιατί η φράση λογοτεχνίζει μια εικόνα ελευθερίας. Ελευθερία. Αυτό που λείπει δηλαδή από τους έγκλειστους του Αυλώνα.  Ελευθερία, όχι ως αφηρημένη έννοια αλλά ως συνθήκη που περιλαμβάνει την αυτοδιάθεση ή την απο-κοινωνικοποίηση, την αποπαίδευση από αυτά που θεωρούσε αυτονόητα το άτομο πριν τον εγκλεισμό του -από αντικείμενα, συνήθειες, αυτονομία στον προγραμματισμό του χρόνου του μέχρι τη μιαντική έκθεση σε απεχθείς συνθήκες και άλλα πολλά. Ήδη το πέρασμα του ατόμου από την ελεύθερη ζωή στη φυλακή, το πρώτο βήμα σ' αυτήν, θέτει ένα φράγμα ανάμεσα στον τρόφιμο και τον έξω κόσμο. Ένα φράγμα το οποίο, με διάφορους τρόπους, οδηγεί σ’ αυτό που ο Γκόφφμαν, στο εξαιρετικό έργο του Άσυλα, αποκαλεί «παραμόρφωση και μίανση του εαυτού», καθώς η ιδιότητα του τροφίμου κατισχύει έναντι οιουδήποτε άλλου ρόλου και μπορεί να αναστείλει τους δεσμούς και την επίδοση σε άλλους ρόλους για όσο χρόνο διαρκεί ο εγκλεισμός –ήδη από την είσοδο στη φυλακή η ταυτοποίηση και ταξινόμηση, τα μέσα καταχώρησης και αναγνώρισης του τροφίμου με άλλα λόγια,  ακυρώνουν τις προγενέστερες βάσεις αυτοαναγνώρισής του (ο μαθητής, για παράδειγμα, γίνεται δράστης αυτού του εγκλήματος με όρους αυτονόητου γιατί οι φυλακές ανηλίκων υπάρχουν για να υποδέχονται ανήλικους παραβάτες). Στην ανάλυση του Γκόφμαν, λοιπόν, μπορεί να δει κανείς τους τρόπους –κοινωνικά νομιμοποιημένους, σημειώνω- με τους οποίους καταπατείται το όριο που θέτει το ίδιο το άτομο ανάμεσα στον εαυτό του και το περιβάλλον. Αυτό είναι που «αποδίδει η φυλακή στην κοινωνία», ένα αποπροσωποποιημένο, αποκοινωνικοποιημένο άτομο, το οποίο θα πρέπει να καταβάλλει μεγάλο κόπο για να ξαναβρεί την περπατησιά του, καθώς η κοινωνία δεν το υποδέχεται δα και μ’ ανοιχτές αγκάλες –όταν δεν το έχει απορρίψει ήδη πριν την επαφή του με το ποινικό σύστημα, συνθήκη που ισχύει για την μεγάλη πλειοψηφία των εγκλείστων.
Υπάρχει, λοιπόν, συναρθρωμένο με τη συνθήκη της ελευθερίας, ένα σκοτεινό κομμάτι βίας την οποία συγκαλύπτει το γεγονός ότι είναι νομιμοποιημένη βία. Σ’ ολόκληρη την ιστορία του θεσμού της φυλακής ο σωματικός πόνος ουδέποτε έχασε όχι μόνον την συμβολική αλλά και την πραγματική αξία.
"[Δ]ίκαιο είναι ένας κατάδικος να υποφέρει σωματικά περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους[...] Δύσκολα η ποινή διαχωρίζεται από ένα συμπλήρωμα σωματικού πόνου. Τι νόημα θα είχε μια τιμωρία εξω-σωματική;» λέει ο Μισέλ Φουκώ στο Επιτήρηση και Τιμωρία (1989: 26, , Ράππας). H άσκηση σωματικής βίας, λοιπόν, ενδημεί στις συνθήκες εγκλεισμού, στους τρόπους επιβολής της πειθαρχίας, στην ακύρωση βασικών αναγκών του κρατούμενου, στις συνθήκες επικινδυνότητας στις οποίες συχνά βρίσκεται.  
Παραθέτω πάλι την παράγραφο από το άρθρο της κ. Λουπάκη, κυρίως αναζητώντας το άρρητο περιεχόμενό του: «Επιτυχία και του σωφρονιστικού συστήματος, που επιτρέπει σ' έναν έφηβο, ανεξάρτητα από το είδος του παραπτώματος για το οποίο κρατείται και από το είδος της ποινής, να σπουδάσει, να μορφωθεί και να αποδοθεί κάποια στιγμή πίσω στην κοινωνία».
Και ξεκινάμε από τα βασικά, δηλαδή την υποχρέωση της Πολιτείας να μην στερεί από τον κρατούμενο το δικαίωμα στη μόρφωση. Δεν είναι επιτυχία λοιπόν, δεν είναι χαριστικό μέτρο, είναι υποχρέωση. Επιτυχία θα ήταν εάν κατάφερναν να μπουν στο πανεπιστήμιο όλοι οι έγκλειστοι που επιθυμούν και προσπαθούν να σπουδάσουν, κτίζοντας ένα τείχος ανάμεσα στον πόθο τους και τη συνθήκη του εγκλεισμού. Αλλά αυτό ανήκει στον χώρο της ουτοπίας εάν πάψουμε κάποτε να αποδίδουμε επανακοινωνικοποιητικές λειτουργίες στη φυλακή. «“Arbeit macht frei” ήταν γραμμένο στις εισόδους των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης. Υπό την ίδια κυνική έννοια είναι γραμμένο στα συντάγματά μας: “Η ποινή πρέπει να αποσκοπεί στην επανακοινωνικοποίηση του κατάδικου”», λέει ο Massimo Pavarini[i]       

«Ανεξάρτητα από το είδος του παραπτώματος και το είδος της ποινής», λέει η κ.Λουπάκη [θεωρώ τη λέξη «είδος» παραδρομή γιατί το είδος της ποινής είναι δεδομένο, το ύψος της  διαφοροποιείται]. Τι σημαίνει, όμως, αυτό το «ανεξάρτητα»; Η υποχρέωση της Πολιτείας θα μπορούσε να εξαρτάται από τέτοιες παραμέτρους; Ναι, φυσικά και θα μπορούσε και μπορεί και αυτές είναι οι φυλακές τύπου Γ! Δεν θα έπρεπε, όμως, και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Θα μπορούσα να συνεχίσω τον σχολιασμό και κυρίως, να ρωτήσω ποιος είναι ο κακός της ιστορίας, γιατί η εκδικητική δικαιοσύνη περιλαμβάνει και το σωφρονιστικό σύστημα εντός του οποίου διακυβεύεται το δικαίωμα του Νίκου Ρωμανού να συνεχίσει τις σπουδές του και, υπ’ αυτήν την έννοια, και τις φυλακές Αυλώνα. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία και απλώς θα σταθώ σε μια τελευταία παρατήρηση: Στην αγκαλιά του Νίκου Ρωμανού δεν ξεψύχησε κ. Λουπάκη «ένα ακόμα παιδάκι» γιατί, όση τρυφερότητα κι αν δείχνει η λέξη, απομειώνει τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο από τις άλλες ιδιότητες και ρόλους που συναρθρώνονταν στην προσωπικότητα, τη ζωή και την πολιτική συνείδηση του δολοφονημένου εφήβου, ενός απ’ τους πολλούς εφήβους που βροντοκτυπιούνται στα τζάμια για να βγουν απ’ την παγίδα.






[i] Pavarini, M., 1999, «Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ “ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ», στο Κουκουτσάκη, Α. (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Επιλεκτική εξουδετέρωση και κοινωνίες του ελέγχου



[η παρέμβασή μου]
Θα εισηγηθώ ένα σχήμα ερμηνείας των σύγχρονων μορφών καταστολής, από την στενή έννοια της ποινικής καταστολής μέχρι την ευρύτερη συνθήκη των σύγχρονων κοινωνιών του ελέγχου.
Την ανάδυση, λοιπόν, ενός νέου παραδείγματος τιμωρητικών πρακτικών, όπου ένας όρος κλειδί για να τον συνδέσουμε με τα ευρύτερα συμφραζόμενα και να τον κατανοήσουμε είναι ο όρος διαχείριση του κινδύνου.
Διαχείριση του κινδύνου σημαίνει ότι δεν αποτελεί παραδοξότητα η λειτουργία του νόμου ενάντια στον νόμο εάν το πρόταγμα είναι η ανάγκη προστασίας του πληθυσμού από τον μιαρό, τον επικίνδυνο ο οποίος, ως τέτοιος, παύει να είναι υποκείμενο δικαίου και φορέας δικαιωμάτων.
Πριν μιλήσω για το νέο ποινικό παράδειγμα να κάνω κάποιες διευκρινίσεις: Πρώτον, η βία του τιμωρητικού μηχανισμού γενικά και αυτή που ασκείται στο σώμα του εγκλείστου ειδικότερα, δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, δεν είναι γέννημα της κρίσης. Η εισαγωγή της φυλακής ως αυτόνομης ποινής και γενικότερα η τομή που επέφερε στις ποινικές πρακτικές ο νομικός διαφωτισμός, παρά τις διακηρύξεις και τις καλές προθέσεις των εμπνευστών τους δεν κατάργησαν ούτε την υλική βία πάνω στο σώμα του κρατούμενου ούτε διασφάλισαν τη δίκαιη ποινή με βάση το πρόταγμα της ισότητας απέναντι στον νόμο [επιλεκτικότητα].
Δεύτερον, η ποινή ποτέ δεν υπήρξε μόνον τιμωρία, καθώς πλάι στην ποινή που επιβάλλει το δικαστήριο υπάρχει πάντα ένα πειθαρχικό συμπλήρωμα το οποίο την επεκτείνει πέρα απ’ αυτό που προβλέπει η δικαστική απόφαση. Το σημείο στο οποίο οι δικαστές νίπτουν τας χείρας και παραδίδουν τα σώματα στη σωφρονιστική εξουσία
Αυτό που αλλάζει, λοιπόν, αυτό που βλέπουμε σήμερα, είναι ότι η βία, η επιλεκτικότητα, η αυστηροποίηση της ποινικής μηχανής, δεν αποκρύπτονται πλέον ως αστοχίες. Αντίθετα προβάλλονται, «διαφημίζονται» και αντλούν νομιμοποίηση από έναν λόγο που προτάσσει τον κίνδυνο τον οποίο αποτελούν οι έγκλειστοι για την νομοταγή [βλ. υγιή] πληθυσμός.
Το νέο παράδειγμα, λοιπόν, δεν μιλάει με αρχές [δικαιοσύνης, ισότητα, νομιμότητας], μιλάει με υπολογισμούς. Υπολογισμούς επικινδυνότητας. Είναι το παράδειγμα της ασφάλειας, το οποίο ακυρώνει οτιδήποτε ξέραμε μέχρι τώρα περί αναλογικότητας, ανταπόδοσης, επανακοινωνικοποίησης κλπ. Άξονας είναι η επιλεκτική εξουδετέρωση του παραβάτη των νόμων μέσα από ένα ορθολογικό σχέδιο διαχείρισης του ρίσκου.
 Έτσι, αντλεί νομιμοποίηση από τις χρήσεις της κοινωνίας του φόβου, όπως εκβάλλουν στις κοινωνίες του ελέγχου.
Αυτή η αλλαγή μπορεί σε περιόδους οξυμένης κρίσης, όπως αυτή που ζούμε τώρα, να εκδηλώνεται στις πιο άγριες μορφές της αλλά στην πραγματικότητα δεν συντελέστηκε τώρα, έχει ήδη 30 χρόνια ζωής και η πιο γνωστή εφαρμογή της είναι οι τεχνολογίες της μηδενικής ανοχής.
Το παράδειγμα της ασφάλειας λοιπόν βασίζεται στην πρόγνωση και την πρόληψη του κινδύνου βάση πιθανοτήτων! Κάποιες ομάδες –βάσει μετρήσεων, στατιστικών δεδομένων, κατάρτισης πινάκων εγκληματικότητας και υποτροπής- εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα να θέσουν σε κίνδυνο τον πληθυσμό.
Καταρτίζονται, λοιπόν, πίνακες επικινδυνότητας που αφορούν ομάδες πια και όχι μεμονωμένα άτομα όπως η θετικιστική έννοια της επικινδυνότητας η οποία αναφερόταν σε ατομική επικινδυνότητα. Έτσι, η διαχείριση του εγκλήματος εμφανίζει για πρώτη φορά μια «επιχειρηματική» διάσταση με τη μορφή υπολογισμών «κόστους-ωφέλειας», καθώς η εγκληματικότητα θεωρείται κάτι ως φυσική κατάσταση, ως ασθένεια, θάνατοι κλπ και το ποινικό σύστημα λειτουργεί όχι για να την εξαλείψει αλλά για να τη διαχειριστεί προληπτικά και με το μικρότερο δυνατό κόστος.
Αυτό έχει σχέση με δυο βασικές μετατοπίσεις
Πρώτον, όπως είπαμε, επανέρχεται η έννοια της επικινδυνότητας αλλά όχι ως ατομικής ιδιότητας αλλά ως συνθήκης που αφορά ομάδες
Η επικινδυνότητα ως ατομική ιδιότητα, επέτρεπε τη ρητορική περί αναμόρφωσης κι επανακοινωνικοποίησης με παρέμβαση στους παράγοντες που θεωρείτο ότι διευκόλυναν την εκδήλωση εγκληματικής δράσης
Ως συνθήκη ομάδων συναρθρώνεται με έναν λόγο που εγκαταλείπει το στόχο της αναμόρφωσης κλπ ως αποτυχημένου και πολυέξοδου μοντέλου και εισηγείται το στόχο της επιλεκτικής εξουδετέρωσης: καμία παρέμβαση στους θεωρούμενους εγκληματογόνους παράγοντες σε ατομικό ή κοινωνικό επίπεδο γιατί ούτως ή άλλως δεν επηρεάζει το φαινόμενο όπως δείχνουν τα μεγάλα ποσοστά υποτροπής, ενώ είναι και πολυέξοδος. Άρα ο έλεγχός  θα συνίσταται στην εξουδετέρωση όχι παραγόντων αλλά ομάδων και θα είναι ανάλογος του βαθμού επικινδυνότητάς τους.
Συνδυάζοντας έτσι τα διάφορα στοιχεία, η πελατεία του ποινικού συστήματος ή η εν δυνάμει πελατεία του ταξινομείται σε κατηγορίες χαμηλής, μέσης και υψηλής επικινδυνότητας. Η ταξινόμηση αυτή καθορίζει  και το είδος της ποινικής μεταχείρισης αλλά και το πειθαρχικό καθεστώς κράτησης.
Άρα, στόχος της ποινής δεν είναι ούτε η ανταπόδοση ούτε η επανένταξη, αλλά η αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου τον οποίο εκπροσωπούν αυτές οι ομάδες, δια μέσου της εξουδετέρωσής τους για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα: Κρατούνται όχι για να βελτιωθούν για να ανασταλεί η δράση τους για όσο διάστημα διαρκεί ο εγκλεισμός και μέχρι τον επόμενο εγκλεισμό.
Αυτό λέγεται επιλεκτική εξουδετέρωση.
Αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι η μείωση των εξω-ιδρυματικών ποινών [θεωρούνται πολυέξοδες αλλά και αναποτελεσματικές λόγω των ποσοστών υποτροπής, της παραβίαση των όρων που βάζει το δικαστήριο κλπ] και κυριαρχεί η φυσική εξουδετέρωση δια του εγκλεισμού.

Συμφραζόμενα της κρίσης:
Το μοντέλο κοινωνικής συμβίωσης που επιβάλλεται είναι ένα μοντέλο αποκλεισμού κι όχι ένταξης. Φτώχεια είναι όχι απλώς ανεργία αλλά η ιδιότητα του παρία και, ως τέτοια, κατέχει προνομιακή θέση στους πίνακες επικινδυνότητας μέσα από ένα λόγο όπου οι φτωχοί θα γίνουν  φτωχότεροι χωρίς προοπτική επανένταξης στο σύνολο όπου θα έχουν κάποια χρησιμότητα, θα παίξουν κάποιο ρόλο
Έτσι, η φτώχεια δεν παραπέμπει πια σε μια κοινωνική τάξη, την εργατική τάξη γιατί η εργατική τάξη έχει κάποιο ρόλο στη ζωή και την εξέλιξη της κοινωνίας. Η φτώχεια αναφέρεται πλέον σ’ εκείνους για τους οποίους δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει η δυνατότητα να ξεφύγουν απ’ την κατωτερότητά τους στην κοινωνική κλίμακα. Ως τέτοιοι λοιπόν απειλούν την κοινωνία διεκδικώντας αυτό το οποίο για να τους δοθεί θα το στερηθεί η πλειοψηφία η οποία διατηρεί ακόμα κάποια προνόμια. Αυτός είναι ο κυρίαρχος λόγος της κρίσης για τη φτώχεια. Και το μήνυμα; Συμμορφώσου με ό, τι σου ζητάνε για να μην βρεθείς σ’ αυτήν την κατάσταση. Συμμορφώσου! Δεν χρειάζεται να συμφωνήσεις μ’ αυτό που σου ζητάνε  [ελαστικοποιημένη εργασία, ασυνδικάλιστη, χωρίς κατοχύρωση των εργασιακών σου δικαιωμάτων], διαφορετικά θα βρεθείς από τη λάθος πλευρά
Έτσι, μέσω του φόβου για το μέλλον, για το έγκλημα, για την κοινωνική αταξία επιχειρείται η εκπειθάρχηση του πληθυσμού, να μην μετατραπεί ο φόβος σε οργή. Δηλαδή, η εκπειθάρχηση της οργής σημαίνει ταυτόχρονα έλεγχο της ανθρώπινης συμπεριφοράς   διαμέσου του φόβου. Σε πρακτικό δε επίπεδο, διαμέσου της διοχέτευσής του φόβου σε ομάδες ατόμων οι οποίες υποτίθεται ότι προσωποποιούν την απειλή, διαμέσου της κατασκευής εσωτερικών εχθρών: Ο επικίνδυνος, ο επίφοβος, ο μιαρός γίνεται αντιληπτός ως Σώμα του οποίου θα πρέπει να κατασταλεί όχι απλώς η δράση αλλά η ίδια η ύπαρξη. Αυτό είναι που τον τοποθετεί εκτός της προστασίας του δικαίου και επιτρέπει την αναστολή ή και την ακύρωση των δικαιωμάτων του.

Η συνθήκη στην οποία αναφέρομαι χαρακτηρίζεται από δύο παράλληλες διαδικασίες: την κατάρρευση του προνοιακού συστήματος, του λεγόμενου κράτους πρόνοιας και την ταυτόχρονη ανάδυση του, κατά Λόικ Βακάν, ποινικού κράτους. Μια διαδικασία, δηλαδή, όπου όχι μόνον ο έλεγχος του εγκλήματος αλλά η καταστολή κάθε μορφής απείθειας, ακόμα κι όταν δεν εμπίπτει έμμεσα ή άμεσα στην ύλη του ποινικού συστήματος, είναι η κυρίαρχη στρατηγική διαχείρισης του κινδύνου.  Και εδώ μπορούμε να εντάξουμε όλο το κομμάτι της καταστολής κάθε μορφής απείθειας, από τις περιφρουρούμενες συγκεντρώσεις μέχρι την απαγόρευση των συγκεντρώσεων, από τις μαζικές ή και τις προληπτικές συλλήψεις, την φαντασμαγορικά θεαματική βία που ασκείται, τη βία θέαμα κι όχι αστοχία ή ανάρμοστη εικόνα
ΕΛΛΑΔΑ
Στην Ελλάδα δεν μπορούμε να μιλήσουμε ακόμα για συγκροτημένο μοντέλο ούτε για ισχυρή επιστημονική θεμελίωση όπως στις ΗΠΑ, για παράδειγμα. Μιλάμε για τάσεις μάλλον ή, πιο σωστά, για συμβολικές μετατοπίσεις ήδη υφιστάμενων ποινικών θεσμών πριν ακόμα την εισαγωγή νέων.
Για παράδειγμα, η αστυνομία και οι περίφημες «ασφαλείς υγειονομικές ζώνες». Το θέμα των υγειονομικών ζωνών προϋπήρχε με αποκορύφωμα την περίοδο πριν του ΟΑ, ήδη με τις επιχειρήσεις σκούπες. Δηλαδή πολλά χρόνια πριν τη διαπόμπευση των οροθετικών.
Αυτό έχει τη σημασία του διότι εκτός από τη φυλακή ή τον εγκλεισμό γενικότερα, η αστυνομία είναι σημαντικό κεφάλαιο, βρίσκεται στο κέντρο των ποινικών πρακτικών και συνάμα στον πυρήνα του κράτους, όχι μόνον ως θεσμός αλλά ως στρατηγική της εξουσίας.
Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της αστυνομικής βίας; Η θεαματικότητα της και η σωματικότητα. Μία βία θεαματικά σωματική όπου ο καθένας μπορεί να δει αυτό που δεν βλέπει στον περίκλειστο χώρο της φυλακής: ότι η βία είναι υλικά σωματική, αφήνει το σημάδι της στον παραβάτη.
Έτσι, στην μνημονιακή εποχή, χωρίς να νομοθετούνται αναγκαία νέες ρυθμίσεις για την αστυνομία, ανασημαίνεται ο ρόλος της, καθώς αναδύεται ένα προληπτικό ποινικό δίκαιο, ένα ποινικό δίκαιο του ύποπτου και όχι του δράστη.
Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει τον ad hoc ορισμός των νόμιμων ορίων δράσης της: Νόμος είναι η διαταγή, ο τρόπος που θα οριστεί και θα αξιολογηθεί τη δεδομένη στιγμή το υπό διακινδύνευση αγαθό – η ασφάλεια του πληθυσμού- είναι αυτό που θα καθορίσει το είδος της δράσης μέσα από τη διαταγή, όχι ο νόμος. Ελαστικοποιούνται δηλαδή τα όρια της νόμιμης δράσης -πχ προληπτικές συλλήψεις με βάση όχι δράσεις αλλά χαρακτηριστικά των ατόμων.
Να σημειώσω, όμως, απλώς ότι η βία όμως είναι, έτσι κι αλλιώς, μέρος της ενεργού λειτουργίας της αστυνομίας, υπαρκτή ακόμα και σε περιόδους ανοδικής φάσης του οικονομικού κύκλου. Μια «κανονικότητα», με δυο λόγια, η οποία αντλεί νομιμοποίηση από τον εκάστοτε Λόγο των θεσμών περί διαχείρισης του ρίσκου. Αυτό είναι που αλλάζει είναι ποσοτικής και ποιοτικής φύσης μεν αλλά δεν αφορά τη δομή, τον ίδιο τον μηχανισμό καταστολής. Το να τη θεωρήσουμε, λοιπόν, σημείο των καιρών σημαίνει ότι μετατρέπουμε μια κανονικότητα σε εξαίρεση ή, ακόμα περισσότερο, ότι θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια μη βίαιη αστυνομία
ΦΥΛΑΚΗ
Το υπό κατάθεση ν/σ είναι κραυγαλέα τόσο συγκυριακό όσο και ενάντια στο νόμο. Αυτό δε σημαίνει ότι η φυλακή δεν λειτουργούσε άτυπα με βάση άξονες που συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτό το ν/σ, το οποίο όμως και τυπικά οργανώνει την ιδέα της επιλεκτικής εξουδετέρωσης των παραβατών του νόμου: Η κατασκευή φυλακών στη μέση του πουθενά αλλά και το αίτημα που διατυπώνεται από δημοτικές αρχές και κατοίκους του Κορυδαλλού για απομάκρυνση του μιάσματος των φυλακών από την περιοχή τους, για παράδειγμα. Κυρίως, όμως, οι καταχρήσεις που γίνονται σε δυο σημαντικούς θεσμούς, δηλαδή, στον θεσμό της προσωρινής κράτησης αφ’ ενός και της χορήγησης αδειών σε κρατούμενους αφ’ ετέρου. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, κατά τη γνώμη μου, αυτοί οι θεσμοί είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις το διακύβευμα εάν είναι «άξιος ελευθερίας». Η καταχρηστική ερμηνεία και εφαρμογή και των δύο αυτών θεσμών αποτελεί μια ισχυρή έκφραση της παγιωμένης πλέον συνθήκης όπου το πρόταγμα της  ασφάλειας νομιμοποιεί την υποχώρηση του κράτους δικαίου σε ό, τι αφορά την ύλη των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του κρατούμενου: οι κρατούμενοι δεν δικαιούνται να έχουν δικαιώματα, το μείζον αίτημα για τη φυλακή είναι να πληροί τις προϋποθέσεις ασφάλειας, αυτό ακριβώς το οποίο υποδηλώνει η αρχιτεκτονική και οργανωτική δομή της.
Με δυο λόγια, η νομιμότητα των μέτρων εγκλεισμού  είναι θεμιτά ελαστική και αναπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα από λόγους, των οποίων κεντρικός ιδεολογικός άξονας είναι ότι το κράτος είναι ικανό να απαντά αποτελεσματικά  στην ανασφάλεια του πληθυσμού, ελέγχοντας ή εξουδετερώνοντας την απειλή. Αυτό είναι και ο νομιμοποιητικός λόγος. Πολύ περισσότερο όταν οι κοινωνίες αναπαριστώνται ως εάν να βρίσκονται σε κατάσταση υψηλής επικινδυνότητας ενόψει μιας ενδεχόμενης κοινωνικής έκρηξης, που δε θα σημαίνει περιστασιακή και διαχειρίσιμη διασάλευση της έννομης τάξης αλλά το χάος που θα καταπιεί κάθε κεκτημένο, έστω και αυτά τα λίγα που έχουν απομείνει.
Και το υπόστρωμα της νομιμοποίησης θα μπορούσαμε ίσως να το αναζητήσουμε στη διαχείριση του δίπολου οργής/φόβου. Στην αποπολιτικοποίηση τόσο της οργής όσο και του φόβου, μέσα από ένα συνεχές, όπου η οργή τροφοδοτεί τον φόβο, αλλά ο φόβος επανορίζεται με όρους "επικίνδυνων ομάδων", οι οποίες θα πρέπει να υποταχθούν, να παταχθούν ως εάν αυτό να ήταν το μέσο που θα αποκαθιστούσε την τάξη πραγμάτων και την διαρρηγμένη αίσθηση ασφάλειας.
 Εμβληματική μορφή των παραπάνω είναι η διάκριση των φυλακών που προβλέπει το ν/σ στο οποίο εξεικονίζονται με κάθε σαφήνεια οι επιταγές του μοντέλου της ασφάλειας, οι οποίες μέχρι τώρα συνιστούσαν, εν μέρει τουλάχιστον, την ανάρμοστη εικόνα του εγκλεισμού ως τόπου επιλεκτικής εξουδετέρωσης του παραβάτη