Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

το μακρινό χωριό του Πάσχα


Φέτος αργήσαμε να κάνουμε όλα εκείνα που γίνονται όταν έρχεται το Πάσχα, να κλείσουμε έγκαιρα εισιτήρια για την απόδραση, να συνεννοηθούμε με τους συνένοχους... Μάλλον εκεί έγινε το λάθος. Στην απόδραση. Για έναν προορισμό που όσο περνάνε τα χρόνια μακραίνει για να καταλήξει να μοιάζει πια η άφιξη με την επιστροφή του Οδυσσέα, βασιλιά ζητιάνου και ζητιάνου βασιλιά, να μας αναγνωρίσουν, να μην μας αναγνωρίσουν, να ξαναβρούμε το χώρο μας, να αναζητήσουμε ένα χώρο μας. Γιατί έτσι τα θυμόμαστε τα πράγματα. Τα θυμόμαστε; Θραυσματική η εικόνα, σκόρπιες μνήμες κι ας μην είχε διαρραγεί ο χρόνος, το ένα Πάσχα μετά το άλλο, το ίδιο ταξίδι, η ίδια πρώτη διαδρομή απ' το λιμάνι στο χωριό, πάντα η ίδια για το καλωσόρισμα.
Όταν τα παιδιά μας ήταν μικρά, οι τρεις μανάδες νομίζαμε ότι τους κάναμε δώρο την τελετουργία των κόκκινων αυγών, των τσουρεκιών που ποτέ δεν φούσκωναν, των κουλουριών που πάντα κάτι έλειπε απ' τη συνταγή, τον επιτάφιο, την ανάσταση, το κάψιμο του Ιούδα...
Ακαταλόγιστες μανάδες.
Χρειάστηκε να μεγαλώσουν τα παιδιά για να καταλάβουμε ότι η εμπειρία ήταν δική τους κι είχαν την γενναιοδωρία να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι είμαστε συμμέτοχοι. Η Νίνα, ο Μίλτος, η Ραλλού, η Νεφέλη, η Ιόλη... Να στολίζουν με τα παιδιά του χωριού τον επιτάφιο, χωρίς ίχνος από την απαιτούμενη κατάνυξη, μαλλί με μαλλί αν η κατανομή της εργασίας γινόταν ηλικιακά και όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες. Να μαζεύουν ξύλα για το κάψιμο του Ιούδα και τα πιο μικρά, φανατικά δοσμένα στο καθήκον, να τα αφήνουν οι μεγάλοι, που βαριόντουσαν, να φυλάνε τον Ιούδα μην έρθουν και τον κάψουν πριν της ώρας του τα παιδιά του διπλανού χωριού. Και ο Παύλος. Εκείνος ο αγαπημένος. Πιο παιδί απ' τα παιδιά, να εξοπλίζει τα μικρά με ωμά αυγά για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς και τ' αυγά να σπάνε στις τσέπες του μπουφάν, αλλά ήταν Πάσχα και οι μανάδες νομίζαμε ότι κάναμε δώρο στα παιδιά την καλή μας διάθεση... Και τώρα που μεγάλωσαν τα παιδιά, μοιάζει να πήραν μαζί τους την καλή μας διάθεση κι εμείς, μεσήλικες μέτοικοι, μπαίνουμε στο ταξίδι του γυρισμού αλλά η πατρίδα που κουβαλάμε στα μπαγκάζια μας δεν μοιάζει μ' αυτήν που ξέραμε και είναι σαν να πρέπει να συστηθούμε απ' την αρχή στους νέους της κατοίκους, να βρούμε καινούργια αναγνωριστικά σημάδια γιατί ο χρόνος που μένουμε στο χωριό του Πάσχα δεν φτάνει για παραπάνω. 


Να ήταν τα παιδιά το αναγνωριστικό μας περίβλημα που μας επέτρεπε ν' αλλάζουμε αθέατοι μορφή και να 'μαστε πάντα αναγνωρίσιμοι; Να είναι που έφυγαν εκείνοι που μας περίμεναν -μικρές πατρίδες διάσπαρτες σε μια σταλιά τόπο; Να είναι οι χώροι που άδειασαν και μείναν άλλοι, απροσπέλαστοι;
Έτσι κι αλλιώς, φέτος ξεχάσαμε πως πλησίαζε το Πάσχα κι όταν το θυμηθήκαμε ήταν θραυσματική η μνήμη και το χωριό του Πάσχα ακόμα πιο μακρινό.


Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Όταν η νομιμότητα σύνορα δεν έχει



Από την συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στο BBC στις 14/02/2013, όπως αναφέρεται στο: http://www.left.gr/article.php?id=24232: «Θα εφαρμόσουμε το νόμο. Θα είμαστε άτεγκτοι στην εφαρμογή του νόμου και θα έχουμε μηδενική ανοχή απέναντι στη Χρυσή Αυγή που είναι μια συμμορία, η οποία δρα με παραβατικότητα. Όταν κάποιοι σκοτώνουν συμπολίτες μας, ανεξάρτητα από το αν έχουν το ίδιο χρώμα με εμάς ή διαφορετικό χρώμα, αυτό είναι μια παράνομη πράξη και πρέπει να συλλαμβάνονται. Θα είμαστε άτεγκτοι απέναντι σ’ αυτό. Όπως επίσης και θα εξαρθρώσουμε τους θύλακες της Χρυσής Αυγής μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Δεν θα ανεχθούμε παραβατικότητα από κανέναν και από καμία ομάδα. Και απέναντι στις ομάδες εκείνες που χρησιμοποιούν τη βία και μπορεί να ισχυρίζονται ότι ανήκουν στον αναρχικό χώρο, που εγώ δεν το πιστεύω αυτό, γιατί θεωρώ ότι η άσκηση βίας είναι η πιο εξουσιαστική πράξη που μπορεί να κάνει κανείς, δεν μπορεί να συμβαδίζει με έναν αντεξουσιαστή να ασκεί βία. Κι αυτοί θα υποστούν τις συνέπειες του νόμου».

Επιλέγω αυτό το απόσπασμα επειδή αναδύεται εκ του μη όντος η περίφημη θεωρία των δύο άκρων, η οποία φαίνεται να αποκτά ελαστικότητα σε σχέση με το δεύτερο άκρο της, αναρχικούς και αντιεξουσιαστές αυτή τη φορά. Κι ακόμα, επειδή σ’ αυτό το απόσπασμα όπου η βία κατά των ξένων, των άλλων, αποδίδεται αποκλειστικά στη ΧΑ και κλείνοντας έτσι ιδεολογικά το θέμα.
Χθες σκεφτόμουνα, τί νόημα έχει η εκκένωση καταλήψεων όταν η ελληνική κοινωνία είναι ένα καζάνι που βράζει περιμένοντας τα χειρότερα. Και σήμερα που διαβάζω ότι οι πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στις καταλήψεις πήραν τον δρόμο για την Πέτρου Ράλλη ή βρέθηκαν αβοήθητοι στους δρόμους, κατέρρευσαν όλες οι εύκολες ερμηνείες περί αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, επιταγές των δανειστών κλπ κλπ κι έμεινε γυμνή η βασική ερμηνεία της βίας που αναπόδραστα ενέχει το αίτημα της νομιμότητας.
Όταν ξεκίνησε το απελπισμένο ταξίδι των προσφύγων, περάσαμε ένα καλοκαίρι μετρώντας ευαισθησίες ή καταγγέλλοντας ρατσισμούς, μετρώντας κυρίως νεκρούς κι εκείνο το νεκρό μωρό είχε γίνει η εμβληματική εικόνα του προβλήματος. Δεν λέω  ότι ήταν εύκολα τα πράγματα κι αρκούσε η καλή θέληση για να εκλείψουν τα προβλήματα αλλά ειλικρινά βαρέθηκα να βλέπω το θέμα της προσφυγιάς να συρρικνώνεται σε καταγγελίες της κυβέρνησης και να απομειώνεται έτσι από τις πραγματικές διαστάσεις του που δεν χωράνε στο κουτάκι μιας χώρας και μιας κυβέρνησης.  Από την άλλη, όμως, ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό η εμπλοκή ομάδων ή ατόμων που δεν εκκινούσε από θέση θεσμικών ρόλων, δεν έλυνε προφανώς το πρόβλημα αλλά έδινε όμως μια ανάσα σε κάποιους απ’ τους πρόσφυγες και συντηρούσε το θέμα στο επίπεδο της κοινωνικής αλληλεγγύης, όσο το συντηρούσε τέλος πάντων. Και, αίφνης, αυτό το κομμάτι της αλληλεγγύης μετεγγράφεται στον χώρο της παραβίασης της νομιμότητας όπου κυριαρχεί η «κοινωνική αταξία των καταλήψεων».
Και επειδή γνωρίζουμε ότι η εξουσία δεν μπορεί να είναι ανορθολογική ή θα πιστέψουμε πως ό, τι ξέρουμε περί εξουσίας το κάνει κουρελού το αλαλούμ μιας κυβέρνησης όπου ο κάθε υπουργός κάνει ό, τι του καπνίσει ή θα περιμένουμε ν’ αποτελέσει κι αυτή η κίνηση μέρος μιας «κανονικότητας». Μια σταθερή μορφή θεσμοποιημένης πολιτικής της διαχείρισης του φόβου με κεντρικό ιδεολογικό άξονα την ανάδειξη του «εθνικού συμφέροντος» ως ισχυρότερου κάθε άλλης μορφής συλλογικού κοινωνικού συμφέροντος, όπου πρόσφυγες και αντιεξουσιαστές συγκροτούν ένα ιδιαίτερο τύπο  «πολιτικής παρέκκλισης» που συνιστά κίνδυνο καθώς τοποθετείται αντιθετικά στις θεσμικές διαδικασίες διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος.