Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Βιασμός. Το ένοχο θύμα [δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουνίου του Unfollow]



Η ιδεολογία είναι πέρα για πέρα ασυνείδητη […] Πραγματικά η ιδεολογία είναι ένα σύστημα αναπαράστασης, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις αυτές οι αναπαραστάσεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη «συνείδηση» - είναι συχνά εικόνες και καμιά φορά ιδέες, όμως πάνω απ’ όλα,  ως δομές επιβάλλονται στην τεράστια πλειοψηφία των ανθρώπων και  όχι μέσω της «συνείδησής» τους.  Αποτελούν αυτονόητα – ήδη αποδεκτά – ήδη βιωμένα πολιτισμικά αντικείμενα και επιδρούν στους ανθρώπους μέσω μιας διαδικασίας που τους διαφεύγει (Althusser, L. 1969, For Marx, Allen Lane, όπως αναφέρεται στο Hebdidge D.,  1981: 25, Υποκουλτούρα. Το νόημα του στυλ, Αθήνα: Γνώση)

Έστω κι αν το θέμα του βιασμού απασχολεί κατά κύριο λόγο το φεμινιστικό κίνημα, θεωρώ ότι η εμβέλειά του υπερβαίνει το εύρος οποιουδήποτε κινήματος, καθώς είναι άμεση συνάρτηση της βίας που εκδηλώνεται στα διάφορα επίπεδα των κοινωνικών σχέσεων. Ήδη ο συνήθης προσδιορισμός της κατηγορίας των θυμάτων στο γυναικείο φύλο και, κατά κανόνα, στις εκτός γάμου σεξουαλικές σχέσεις ακόμα κι αν υπάρχει το στοιχείο της μη συναίνεσης, άρα της βίας, παραπέμπει μεν στον σεξισμό αλλά συνάμα τον αποστεώνει ιδεολογικά.
Με δυο λόγια, αυτό που υποστηρίζω είναι ότι ο βιασμός γυναικών αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου ενός διάχυτου σεξισμού «που επιβάλλεται στην πλειοψηφία των ανθρώπων όχι μέσω της συνείδησής τους αλλά μέσω μιας διαδικασίας που τους διαφεύγει». Η επιθετικότητα του συνθήματος «θα σε γαμήσω»  και η συμπαραδηλούμενη περιφρόνηση και παθητικότητα τού «άντε γαμήσου», κυριαρχούν στον καθημερινό λόγο αναπαριστώντας την σεξουαλική πράξη ως πεδίο άσκησης εξουσίας, αναπαριστούν ως απειλή την κυρίαρχη αρρενωπότητα. «Έτσι γαμάει ο Πειραιάς» είναι από τα πιο γνωστά συνθήματα της εξέδρας.  «Aς διαβάσουμε αυτές τις υβριστικές, ρηματικές πρακτικές των φιλάθλων ως εκφάνσεις ενός πολιτισμού ανδροπρέπειας, κυρίαρχου στην κοινωνία μας και όχι μόνον», λένε οι Nίκος Kοταρίδης και Nίκος Σιδέρης.[1] Κι ακόμα, το σεξουαλικό ιδίωμα που κυριαρχεί στα συνθήματα διαδηλώσεων ή στις αντιπαραθέσεις αστυνομικών διαδηλωτών. «Όπως οι αστυνομικοί αποκάλεσαν την παρέα του Αλέξη «μουνιά», έτσι, λίγες μέρες αργότερα, σε μια από τις πορείες (στο μπλοκ όπου ήμουν κι εγώ, της ΟΛΜΕ, στο οποίο βρίσκονταν και πολλοί μαθητές και μαθήτριες με τους δασκάλους τους) άρχισε να ακούγεται το σύνθημα «μπάτσοι, μουνιά, σκοτώνετε παιδιά». Η Σ.Β., μία από τις πιο γνωστές «παλιές φεμινίστριες», με την οποία έτυχε εκείνη τη στιγμή να περπατάω, πήγε μπροστά στο πανό και έθεσε θέμα, κάτι που έκαναν επίσης και αρκετές νεαρές γυναίκες του κινήματος, φοιτήτριες και εργαζόμενες, διαφορετικών πολιτικών συλλογικοτήτων, σε συζητήσεις και γραπτά κείμενά τους τις επόμενες ημέρες. Χαρακτηριστικός ο τίτλος μιας αφίσας-ανακοίνωσης: «αρχίδια εξέγερση, σύντροφοι».[2]

Με δυο λόγια, δεν είναι αυτοερμηνευόμενα τόσο το ιδίωμα όσο και οι συνακόλουθες στάσεις τού σώματος, αντλούνται από ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό οπλοστάσιο  το οποίο φυσικοποιεί τη βία και τον σεξισμό ακριβώς γιατί οι συμπαραδηλώσεις αυτού του ιδιώματος διαφεύγουν από τον φορέα του, σε μέγιστο βαθμό δε και από το ακροατήριό του.
Η γυναίκα θύμα βίας
Μορφή βίας απέναντι στις γυναίκες αποτελεί και η πιο σκοτεινή και λανθάνουσα εκδοχή της, αυτή που ασκείται εντός του εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου: «Ακόμα κι αν κάποια στιγμή εισήλθαν [οι γυναίκες] στη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής, τις γυναίκες «μας» τις βλέπουμε ακόμα να υπάγονται, ηθικά και συναισθηματικά, στην ιδιωτική (ιδιοκτησιακή;) σφαίρα της οικογένειας και της οικογενειακής ζωής. Οι γυναίκες, οι νοικοκυρές, θεωρούνται εντέλει η επιτομή του πολιτισμού» (Melossi, 1998: xvii)[3]  Αυτή η αντίληψη αντανακλάται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η «γυναίκα-δραπέτης», δράστης ή θύμα βίας. Θεσμική επικύρωση αυτής της εικόνας, σε ό, τι αφορά την γυναίκα δράστη, συνιστά και η έμφυλη διάκριση της εγκληματικότητας σε ποινικούς κώδικες, με τον προσδιορισμό εγκλημάτων όπου τυπικοί δράστες ή θύματα είναι γυναίκες. Τυπικό παράδειγμα συνιστά η παιδοκτονία.[4] Αντίστοιχο επιχείρημα θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς με αφορμή την ειδική μέριμνα για κακοποιημένες γυναίκες ή γυναίκες θύματα βιασμού, μέριμνα η οποία δεν υπάρχει για άλλες κατηγορίες βίας, για παράδειγμα για τα θύματα της βίας του τιμωρητικού εγκλεισμού ή της εργασιακής ασυδοσίας και πάντως όχι για άντρες θύματα βίας. Αυτή η εικόνα της συμβολικής θυματοποίησης που συναρθρώνεται με την πραγματική, θα μπορούσε να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους, εγώ εισηγούμαι την άρνηση ή την διαπραγμάτευση της ενοχής. Την άρνηση της ενοχής για την άτυπη ή θεσμική βία που βιώνει η γυναίκα και η οποία συναρθρώνεται με τους στερεοτυπικά αποδιδόμενους ρόλους και τα τυπικά γυναικεία χαρακτηριστικά, Την διαπραγμάτευση της ενοχής με την ιδιότυπη φροντίδα που συντελεί στην αναπαράσταση μιας ιδιότυπης θυματοποίησης στην οποία  συμμετέχουν ενεργά και οι τιμωρητικοί θεσμοί.
Κατ’ επέκταση, αυτό το νόμισμα έχει δύο όψεις οι οποίες συγκλίνουν στην αναπαράσταση του ένοχου θύματος, της γυναίκας δραπέτη από την προστατευτική δομή της οικογενειακής εστίας, κάπως σαν την Κοκκινοσκουφίτσα και τον λύκο.  Αναπόδραστη συνέπεια είναι και η τιμωρητική διαχείριση από μέρους των θεσμών απέναντι στο έγκλημα του βιασμού, τον οποίο θα πρέπει να επιβεβαιώσει η γυναίκα –θύμα, ζώντας και ξαναζώντας τον μέσα από πολλαπλές αφηγήσεις σε ανοίκεια και εχθρικά ακροατήρια. Εάν, λοιπόν, αξίωμα του νομικού πολιτισμού είναι ότι δεν υποχρεούται ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωότητά του αλλά ο κατήγορος την ενοχή του, στην περίπτωση του βιασμού είναι το θύμα αυτό που πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του. Αυτό γίνεται ακόμα πιο φανερό στην περίπτωση που ο βιαστής δεν είναι ο άγνωστος που περιμένει στην γωνιά του δρόμου αλλά οικείο πρόσωπο κι ακόμα περισσότερο πρόσωπο με το οποίο είχε ερωτικό δεσμό το θύμα. Ακραία δε περίπτωση είναι ο βιασμός στο πλαίσιο του γάμου, ο οποίος θεωρείται αδιανόητος.
Βιασμός και συμβολικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών
Καθώς, λοιπόν, η πραγματικότητα του βιασμού αναπαράγεται συμβολικά στα διάφορα επίπεδα, της ποινικής δικαιοσύνης, στα ΜΜΕ, στον περίγυρο του θύματος, αυτή η πραγματικότητα θρυμματίζεται κι ανασυντίθεται συνεχώς –τί θα θεωρηθεί σημαντικό στην ποινική διαδικασία, τί θα θεωρηθεί «πιασιάρικο» στα ΜΜΕ, τί θα αφηγηθεί ο περίγυρος για το θύμα…-, θα διασταυρώνονται ή και θα βαίνουν παράλληλα οι διάφορες «εκδοχές της αλήθειας» για να κλείσει η ποινική διαδικασία με την επικύρωση της μοναδικής «αλήθειας», αυτής της δικαστικής απόφασης. Όλα τα άλλα συντελούνται στο σκιασμένο πεδίο μιας πολύ πιο σύνθετης και επώδυνης κοινωνικής διαδικασίας, προορισμένης να συρρικνώνεται και να υποκύπτει στην ισχύ των πραγματικών και συμβολικών αποτελεσμάτων που παράγει στο κοινωνικό πεδίο η θεσμική αλήθεια.
Η δικαστική απόφαση, όμως, είναι λόγος αλήθειας και ως τέτοια παράγει αποτελέσματα, για την κατανόηση των οποίων είναι χρήσιμο να επισημάνω δύο ακόμα ζητήματα. Πρώτον, η δικαστική απόφαση παραπέμπει μεν στον νόμο αλλά στην πραγματικότητα συνιστά ερμηνεία τόσο των ποινικών κανόνων όσο και του υπό εκδίκαση περιστατικού και των χαρακτηριστικών θύτη και θύματος. Δεν αποτελεί ανακάλυψη αλλά προβολή νοήματος: Η ποινή, αλλά και η ποινική διαδικασία στο σύνολό της, εγγράφεται σε ένα συμβολικό χώρο ο οποίος κοινοποιεί νοήματα. Ωστόσο οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν υπερίπτανται της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας εντός της οποίας παράγουν «καθεστώτα αλήθειας» αλλά επηρεάζονται από τα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα. Δεν έχουν ανοσία απέναντι στα στερεότυπα, αντίθετα τα συντηρούν και τα αναπαράγουν μέσα από τη δράση τους. Πιο συγκεκριμένα, συντελείται μια διττή διαδικασία: η σφαίρα των ποινικών πρακτικών συμβάλλει στο να μορφοποιηθεί η συνολική κοινωνική και πολιτισμική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας αλλά, την ίδια στιγμή, επηρεάζεται από αυτή. Με άλλα λόγια, οι ποινικές πρακτικές δεν είναι μια παθητική αντανάκλαση ήδη συγκροτημένων πολιτισμικών μοντέλων, αλλά έχουν μια πολύ πιο ενεργητική λειτουργία, αυτήν της παραγωγής νοημάτων και ορισμών της πραγματικότητας[5].
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η γυναίκα – θύμα βιασμού που θα βρεθεί στην δικαστική αίθουσα, κουβαλά  όλο το πολιτισμικό φορτίο αυτού που ορίζεται ως πρέπουσα γυναικεία συμπεριφορά και θα έχει να παλέψει και μ’ αυτό για να αποσείσει τη συμμετοχή της στο συμβάν, με άλλα λόγια την ενοχή της. Να έχει πειστικές εξηγήσεις για την ώρα και τον τόπο που δέχτηκε την επίθεση, για τα ρούχα που φορούσε, για τη στάση της απέναντι στον δράστη και για μια σειρά άλλα πράγματα που θα επικυρώσουν την μη ενοχή της. Και είναι η μεγάλη εικόνα αυτή που θα μπορούσε να ερμηνεύσει το γεγονός ότι ενώ καταγγέλλεται συνεχώς ο θεσμικός εξευτελισμός του θύματος βιασμού, η ιστορία επαναλαμβάνεται στο διηνεκές με μικρές παραλλαγές

 [Εικόνα: πίνακας του Amedeo Modigliani, Seated nude]


[1] Nίκος Kοταρίδης, Nίκος Σιδέρης (1997), Η Βία στις αθλητικές συναντήσεις, Εισήγηση στο Διεθνές συνέδριο της ΔΕΚΑΒ με θέμα:  ΦANATIΣMOΣ, YBPEIΣ KAI BIA ΣTA ΓHΠEΔA, Αθήνα 1997

[2] Χαλκιά, Αλεξάνδρα. 2012: 244. «Η κοινωνιολογία της σεξουαλικότητας, αρρενωπότητες και ο έμφυλος Δεκέμβρης (2008)» στο Σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα, Αποστολέλλη, Άννα, Χαλκιά, Αλεξάνδρα, Επιμ.-εισαγ., Αθήνα: εκδόσεις Πλέθρον. σσ.215-249
[3] Melossi, D. (1998),"Introduction", στο Melossi D. (εισαγωγή- επιμέλεια), The Sociology of Punishment: Socio- Structural Perspectives, Aldershot: Ashgate
[4] Για την σχετική ελληνική ποινική νομοθεσία, βλέπε Κουράκης, Ν. (2006) (επιμέλεια, προλεγόμενα), Έμφυλη Εγκληματικότητα. Ποινική και εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου, Αθήνα: Σάκκουλας
[5] Garland, D. (1990)., Punishment and modern society, Chicago: University of Chicago Press