Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Κριτική του Σταύρου Σταυρίδη για το βιβλίο Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης

14/12/2016 Θέσεις τριμηνιαία επιθεώρηση 

Τεύχος 135: περίοδος Απρίλιος - Ιούνιος 2016

Κριτική του βιβλίου των Μ. Εμμανουηλίδη και Α. Κουκουτσάκη:
Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης
(Αθήνα: Futura, Ιούνιος 2013)1

του Σταύρου Σταυρίδη
Το βιβλίο Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης αποτελείται από τα εξής τμήματα: Πρόλογος του Δημήτρη Ψαρρά: «Η Χρυσή Αυγή και το “βαθύ κράτος”», Μάριος Εμμανουηλίδης: «Οικονομία και κρίση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Η στρατηγική λειτουργία του ρατσιστικού
Συστήματος», Αφροδίτη Κουκουτσάκη: «Από το κοινωνικό στο “ποινικό κράτος”. Η Χρυσή Αυγή και οι συμβολικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών».
Θεωρώ ότι η συζήτηση για τη Χρυσή Αυγή δεν αρκεί να γίνεται στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκής
αναρώτησης, ούτε αποκλειστικά στο πλαίσιο μιας πολιτικής αναζήτησης στόχων και τακτικών. Έχω
την εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό καταφέρνει με έναν καταπληκτικό τρόπο να μας προσφέρει έναν
τρίτο δρόμο που συνδυάζει τα πλεονεκτήματα των δυο άλλων. Ίσως τούτος ο δρόμος να περιγράφεται σε μια δήλωση του Φουκώ στα μαθήματα του 1977-78 που αφορούσε το είδος του λόγου που επρόκειτο να αναπτύξει. Παρατηρεί ο Φουκώ πως όλοι οι λόγοι οι οποίοι διατυπώνονται δημόσια έχουν μια προστακτικότητα ή τείνουν να διαπερνώνται από μια προστακτικότητα: «Κάντε αυτό» ή «μην κάνετε αυτό»! Ξέρω ότι δεν μπορώ να αποφύγω αυτό το πεδίο, λέει περίπου, γιατί εν τέλει ακόμα και οι αναλύσεις που κάνω εμπεριέχουν αυτήν την προστακτικότητα άθελά μου. Θα ήθελα όμως να το ελέγξω και θα δοκιμάσω να το ελέγξω θέτοντας μια υπόθεση, αποδίδοντας έναν υποθετικό χαρακτήρα στην προστακτικότητα που αναλαμβάνω μοιραία μιλώντας δημόσια. «Η δική μου υποθετική συνθήκη μέσω της οποίας σας απευθύνομαι είναι εάν θέλετε να αγωνιστείτε, ιδού μερικά κρίσιμα σημεία, ιδού μερικές τροχιές δυνάμεων, ιδού μερικοί περιορισμοί και αδιέξοδα».2
«Εάν θέλετε να αγωνιστείτε». Όχι αγωνιστείτε «έτσι» και «γι’ αυτό», αλλά εάν θέλετε να
αγωνιστείτε εγώ μπορώ να σας προσφέρω μερικές αναζητήσεις που βεβαίως φτιάχνονται στην
προοπτική ενός αγώνα που εσείς θα αναλάβετε.
Αυτό το «εάν» νομίζω ότι μας το λένε με τον τρόπο τους και οι δυο συγγραφείς του βιβλίου με
εξαιρετική διαύγεια και στράτευση ταυτόχρονα. Εάν θέλετε να αγωνιστείτε, ιδού μερικά πράγματα
που μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου. Νομίζω ότι αυτή είναι η
συνθήκη κάτω από την οποία γίνεται η συζήτηση για τη Χρυσή Αυγή σήμερα. Δεν είναι μια συνθήκη
περιγραφής, ούτε συνθήκη ερμηνείας. Είναι μια συνθήκη αναρώτησης στην προοπτική της
αντιμετώπισης αυτού που συμβαίνει.
Το πρώτο ερώτημα που έχει να αντιμετωπίσει μια τέτοια προοπτική αναζήτησης είναι: Αυτό που
συμβαίνει έχει ξανασυμβεί; Οι όροι με τους οποίους μπορούμε να σκεφτούμε τη Χρυσή Αυγή στην
προοπτική της αντιμετώπισής της και των συνθηκών που τη γέννησαν, οι όροι αυτοί είναι οι ίδιοι με
«τότε»; Πρόκειται για ένα ναζιστικό κόμμα σαν εκείνο το ναζιστικό κόμμα, για μια πολεμική μηχανή
του κράτους σαν εκείνες που έχει αναπτύξει το αστικό κράτος κατά καιρούς; Είναι παρακράτος; Ή
μήπως η Χρυσή Αυγή έχει μια ιστορική ιδιοτυπία;
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Όλοι και όλες μας προσπαθούμε καθημερινά να σκεφτούμε τη Χρυσή
Αυγή σχηματίζοντας ερμηνευτικά εργαλεία που προέρχονται από τη σύγκρισή της με ένα προηγούμενο
φαινόμενο. Η ιστορική αναλογία έχει τεράστια ερμηνευτική δύναμη. Ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ αυτό ακριβώς μελέτησε και πιστεύω ότι είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πολιτικές θεωρίες της ιστορίας που έχουν αναπτυχθεί.
Εδώ υπάρχει ένα επιπλέον πρόβλημα. Η ίδια η Χρυσή Αυγή χρησιμοποιεί αυτή την αναλογική
σύγκριση. Συστήνεται εμμέσως, και ο Δημήτρης Ψαρράς μας το απέδειξε με εξαιρετική ενάργεια μέσα από τα ντοκουμέντα που η ίδια παράγει για τον εαυτό της αλλά και για τους έξω, πολλές φορές και αμέσως, ως κληρονόμος ενός μορφώματος που επανεμφανίζεται. Επομένως, έχουμε ένα πρόβλημα να λύσουμε. Πώς θα αντιμετωπίσουμε τους όρους εμφάνισης και τη λειτουργικότητα της Χρυσής Αυγής στις σημερινές συνθήκες προσπαθώντας να ελέγξουμε την τεράστια δύναμη που έχει η αναλογία;
Αυτό που εισηγούνται τα δύο κείμενα νομίζω ότι είναι το εξής: Χωρίς να απορρίπτουμε τα εργαλεία
που μας δίνει η κατ’ αναλογίαν ερμηνεία της Χρυσής Αυγής πρέπει να επιμείνουμε αταλάντευτα στην ιστορική ιδιοτυπία της. Στον ιστορικό συγκεκριμένο ρόλο που παίζει σήμερα. Και το πετυχαίνουν αυτό οι συγγραφείς παρότι παίρνοντας διαφορετικό δρόμο, ο ένας μέσα από μια αναλυτική της σύγχρονης συγκρότησης της εξουσίας, η άλλη μέσα από μια αναλυτική της σύγχρονης συγκρότησης των ποινικών συνθηκών, των συνθηκών του ποινικού οικοδομήματος στο οποίο στηρίζεται και το οποίο αναπαράγει η σύγχρονη συγκρότηση της εξουσίας.
Μας προτείνουν να αναλύσουμε τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες η Χρυσή
Αυγή γεννήθηκε όχι γιατί αυτό ήταν αναπόδραστο αλλά γιατί διαμορφώθηκε η ανάγκη για έναν ρόλο
που μπόρεσε να παίξει. Εκεί υπάρχει ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα που αφορά την ίδια την
έννοια και τη συνθήκη της ιστορικής ερμηνείας. Αν η ιστορική ερμηνεία οφείλει να προσκομίσει
τεκμήρια αυτού που θα ονόμαζε κανείς «το αναπόδραστο των γεγονότων», τότε δεν έχει να μας πει
και πάρα πολλά. Την έχουμε ζήσει αυτήν την ερμηνευτική κυκλικότητα πολλές φορές: «Συνέβη αυτό
που δεν θα μπορούσε παρά να συμβεί». (Συνήθως αυτό το λέμε αφού συνέβη κάτι). Το ερώτημα είναι πώς η Χρυσή Αυγή επιτελεί έναν ρόλο, ο οποίος θα μπορούσε να αρθρωθεί και να επιτελεστεί
διαφορετικά και από άλλους. Δηλαδή, υπάρχει μια δυνητικότητα στον ρόλο της Χρυσής Αυγής.
Αυτό επιτρέπει σε αναλύσεις σαν και αυτές του βιβλίου να προβλέπουν το μέλλον διαφορετικά. Είναι
έτσι που μπορούν τα δύο κείμενα να ανιχνεύσουν τη δυνατότητα, αφανή, αδιαφανή και ενδεχομένως
απροσδόκητη, η Χρυσή Αυγή να αποτελέσει αντικείμενο καταστολής. Η Χρυσή Αυγή μπορεί να γίνει και πολιτικά πολυέξοδη μας λέει ο Μ. Εμμανουηλίδης. Δεν είναι προφανές ότι η οργανωμένη αυτή δύναμη χρειάζεται. Είναι χρήσιμη για ορισμένους και υπό ορισμένους όρους και μπορεί και να
αχρηστευτεί. Ή μπορεί να γίνει και επικίνδυνη για εκείνους που την ενίσχυσαν, καταλήγει το δοκίμιο
της Α. Κουκουτσάκη.
Αυτή η ερμηνευτική προοπτική των δυο δοκιμίων, που πιστεύω ότι είναι από τα σημαντικότερα που
έχουν γραφτεί για τη Χρυσή Αυγή, τους δίνει και την εξαιρετικά σημαντική πολιτική τους
λειτουργικότητα. Χωρίς να είναι διδακτικά, χωρίς να είναι προστακτικά (με έναν τρόπο από τον οποίο επιχειρεί και ο Φουκώ να αποστασιοποιηθεί).
Ο Μ. Εμμανουηλίδης επιμένει, και αυτό είναι νομίζω ο ερμηνευτικός του μίτος, ότι η Χρυσή Αυγή
είναι μέρος ενός συστήματος, όχι το σύστημα το ίδιο. Μέρος ενός συστήματος εγκαθίδρυσης μιας νέας τροπικότητας της εξουσίας, η οποία μοιάζει με εκείνη που αναλύει ο Φουκώ ως χαρακτηριστική της περιόδου της προνεωτερικής δεσποτείας. Επειδή όμως αυτή η μορφή εξουσίας αναπτύσσεται σήμερα σε καινούργιες συνθήκες έχει και τελείως άλλο ρόλο. Αναφέρεται λοιπόν ο συγγραφέας σε μια νέα συνθήκη κυριαρχικής εξουσίας. Πρόκειται για τη συνθήκη της κατάρρευσης των όρων συγκρότησης του νεοφιλελευθερισμού, όχι του καπιταλισμού συνολικά αλλά του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι συμβαίνει εδώ λόγω μιας μεγάλης κρίσης του καθεστώτος, η οποία δεν αντιστοιχεί στην κυκλικότητα της επανάληψης, αλλά είναι μια ιστορικά πρωτότυπη τομή. Είναι μια κρίση η οποία αναγκάζει το καθεστώς να αλλάξει φάση.
Σύμφωνα με το βασικό σχήμα του κειμένου του Εμμανουηλίδη, πρόκειται για μια κρίση της
νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής, η οποία συνδέεται με τη διεύρυνση και επίταση της διαδικασίας
χρηματιστικοποίησης του σύγχρονου καπιταλισμού. Σε αυτή τη συνθήκη, η οποία ορίζεται ως συνθήκη «διαρκούς κρίσης», το καθεστώς επιχειρεί να αναδιατάξει τους όρους της εξουσίας, καταφεύγοντας σε μια καινούργια μορφή αγκύρωσης στον πληθυσμό (σ. 35). Πάρα πολύ ισχυρή εικόνα η αγκύρωση: ως όρος δεν περιγράφει απλά την αποδοχή της κυριαρχίας από τους υπηκόους αλλά σηματοδοτεί την επιστροφή σε ένα μοντέλο ελέγχου που το αντικείμενό του είναι ο πληθυσμός. Ο πληθυσμός, όχι οι υπήκοοι, όχι ο λαός, όχι οι εξατομικευμένοι καταναλωτές. Η αιχμαλώτιση των υποκειμένων ως καταναλωτών την περίοδο της χρηματοπιστωτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού (την οποία ο Εμμανουηλίδης περιγράφει εύστοχα ως μια προεξόφληση του μέλλοντος, ως προκαταβολική κατανάλωση του μέλλοντος), αυτό το εμπόριο ελπίδων που αιχμαλώτιζε τα υποκείμενα-καταναλωτές ως δανειολήπτες, καταρρέει από τις συνθήκες της κρίσης.
Αν αυτή η κατάρρευση μπορεί να δημιουργήσει νέες μορφές αντίδρασης, αν ευνοεί συνθήκες
εξεγερτικής αντίθεσης, συνθήκες καταστροφής των όρων αναπαραγωγής του καθεστώτος, τότε οι
κυρίαρχοι πρέπει να βρουν έναν τρόπο αυτή η πιθανότητα να μετατεθεί. Αυτό μπορεί να γίνει με την
επίταση της κυριαρχικής εξουσίας και την καταφυγή στην φαντασιακή στερεότητα και καθαρότητα
τόσο του εδάφους, όσο και του γένους ως μοχλών αγκύρωσης του πληθυσμού στο καθεστώς. Αυτές οι νέες συνθήκες αγκύρωσης του πληθυσμού, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν το αντίδοτο σε μια
γενικευμένη ανασφάλεια που εμπεριέχει εξεγερτικές πιθανότητες, δίνουν νέο ρόλο και προοπτική στην εμφάνιση πολιτικών μορφωμάτων σαν τη Χρυσή Αυγή.
Ο Μ. Εμμανουηλίδης το λέει πεντακάθαρα: εδώ βρίσκεται ένα σημείο τριβής με τον
νεοφιλελευθερισμό. Δεν πρόκειται για μια μετεξέλιξη του νεοφιλελευθερισμού. Πρόκειται για μια
συνθήκη η οποία ευθέως πλήττει μερικά καταστατικά, συγκροτητικά χαρακτηριστικά του
νεοφιλελευθερισμού. Συνιστά την άρνηση του νεοφιλελευθερισμού; Είναι ίσως κάτι πιο σύνθετο.
Πάντως, πρόκειται για μια συνθήκη που επιχειρεί να σώσει τον καπιταλισμό διατηρώντας τις βασικές
προϋποθέσεις της αναπαραγωγής του, αλλάζοντας όμως τη μορφή της εξουσιαστικής οργάνωσης. Αν
αυτό το σημείο τριβής με τον νεοφιλελευθερισμό δίνει τόπο και χώρο ύπαρξης στη Χρυσή Αυγή, είναι γιατί αυτή μπορεί να εμφανιστεί ως φορέας μιας νέας μορφής αιχμαλώτισης του κοινωνικού σώματος. Αντί της αιχμαλώτισης που εκφράζει η υπόσχεση μέσω των δανείων ενός προκαταβεβλημένου μέλλοντος, η νέα αυτή αιχμαλώτιση επιχειρεί να μετατρέψει τις πρακτικές «αντίστασης και διαφυγής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης της κυριαρχικότητας του κράτους» (σ. 79).
Η οργή, λέει η Α. Κουκουτσάκη, μπορεί να γεννηθεί από τον τρόμο και να ξαναγεννήσει η ίδια τον
τρόμο, αυτή η οργή είναι που μπορεί να απειλήσει τη σταθερότητα του καθεστώτος. Οι διαψευσμένες προσδοκίες, οι κατεστραμμένες ζωές, η επιβεβλημένη εργασιακή και προσωπική ανασφάλεια, όλα αυτά συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο πρέπει να διαχειριστεί η νέα δομή εξουσίας. Η νέα δομή εξουσίας πρέπει επίσης να δημιουργήσει τις απαραίτητες συνθήκες για να αντιμετωπιστεί ένα καταστατικό πρόβλημα της καπιταλιστικής διαχείρισης που αναδύθηκε την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού. Πρόκειται για την εξάρτηση της οικονομικής και θεσμικής επέκτασης του καπιταλισμού από τη διαχείριση των ροών. Η εκτεταμένη ανάπτυξη, φαινομενικά ή και ενίοτε πραγματικά, ανεξέλεγκτων ροών ανθρώπων, εμπορευμάτων και κεφαλαίων δημιούργησε καταστροφές, ανασφάλεια στους περισσότερους και μια αίσθηση γενικευμένης απροσδιοριστίας του μέλλοντος. Η νέα μορφή κυριαρχίας πρέπει να εμφανιστεί ως μορφή ελέγχου των ροών, η οποία ξανά θα εγγυηθεί τη σταθερότητα του εδάφους και της έδρασης, τον έλεγχο των συνόρων, την «επανεδαφικοποίηση».
Απέναντι λοιπόν στον ιδανικό χώρο που παρίστανε ότι έχει διανοίξει ο νεοφιλελευθερισμός, στο χώρο των ροών χωρίς σύνορα, (το κεφάλαιο δεν έχει σύνορα, η εργασία δεν έχει σύνορα, η μετακίνηση είναι

απρόσκοπτη), η νέα δομή εξουσίας εμφανίζεται ως εγγυήτρια της σταθερότητας του τόπου. Ως νέα
μορφή ελέγχου του χώρου και διαμοιρασμού των περιοχών.
Σε αυτές τις συνθήκες ο ρατσισμός αναδύεται ως εγγυήτρια ιδεολογία του διαμοιρασμού του τόπου,
του διαμοιρασμού της πόλης. Η νέα χωρικότητα θα είναι αναγκαστικά διαχωριστική, μια χωρικότητα
που θα διακρίνει τους νόμιμους από τους παράνομους κατοίκους, τους αυτόχθονες από τους ξένους,
τους εχθρούς από τους ντόπιους. Ο Εμμανουηλίδης διαβάζει αυτή τη νέα τάση διαχείρισης του χώρου
στις πρακτικές της Χρυσής Αυγής. Η Χρυσή Αυγή, απέναντι στην ανοικτότητα, την παγκοσμιότητα και την οσμωτική δύναμη που διατηρούσε το λεγόμενο κίνημα των πλατειών (στο οποίο
συμπεριλαμβάνεται και η κατάληψη της πλατείας Συντάγματος το 2011), αντιπαρέταξε τις γειτονιές-
οχυρά των κολασμένων, οι οποίες συγκροτούνται ξενοφοβικά, εχθρικά προς τους ακόμα πιο
κολασμένους: Η συνοικία του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό
παράδειγμα δράσης της οργάνωσης όπου αναδεικνύεται ο ρόλος της στον έλεγχο του διαμοιρασμού
του τόπου, στον έλεγχο της επικράτειας της πόλης ως συνθήκη αναπαραγωγής μιας καινούριας δομής
εξουσίας.
Το ερώτημα στο οποίο καταλήγει ο Εμμανουηλίδης είναι: Αυτή η νέα συνθήκη είναι απλώς ωφέλιμη
για την αναπαραγωγή του καθεστώτος; Είναι δεδομένο ότι αυτή η καινούρια επιλογή, η νέα δομή
εξουσίας και ο νέος ρόλος που αποκτάει η Χρυσή Αυγή θα λειτουργήσουν υπέρ του καθεστώτος; Ο
ίδιος μοιάζει να αμφιβάλει: Η «επίκληση μιας αδιανόητης επιστροφής στην εδαφική επικράτεια και το λαό ως γένος» συνιστά «[έ]να παρανοϊκό ντρεσάρισμα [του κράτους] που τείνει να ξεχαρβαλώσει την καπιταλιστική μηχανή, την ίδια στιγμή που τη σώζει» (σ. 94). Υπάρχει λοιπόν ένα ρίσκο, μια συνθήκη από την οποία η Χρυσή Αυγή αποκτάει έναν ρόλο που μπορεί ταυτόχρονα να θέτει και καινούργια ερωτήματα για την αναπαραγωγή αυτής της καπιταλιστικής μηχανής. Εδώ, πράγματι, η ιστορία δεν έχει τελειώσει.
Η Α. Κουκουτσάκη προσθέτει μια σημαντική διάσταση στην επιβεβαίωση της ιστορικής ιδιοτυπίας της Χρυσής Αυγής. Ισχυρίζεται πως η Χρυσή Αυγή είναι ένας παράγοντας κανονικοποίησης της θεσμικής βίας (σ. 128). «Τσαλαβουτάει», λέει, «στους κρατήρες που άφησε ο βομβαρδισμός του κοινωνικού κράτους επιχειρώντας να ιδιοποιηθεί το χώρο της κοινωνικής πρόνοιας» (σ. 106). Η Χρυσή Αυγή λοιπόν εμφανίζεται ως ένας καινούργιος εγγυητής, όχι απλώς της ομαλότητας, αλλά της ασφάλειας. Μιας ασφάλειας που χάθηκε την περίοδο της κρίσης, που συντρίφτηκε στις συνθήκες του ακραίου νεοφιλελευθερισμού ο οποίος διέλυσε οποιαδήποτε προστατευτικά δίκτυα θα μπορούσαν να
χρησιμοποιήσουν οι υπήκοοί του στην προοπτική της ένταξής τους σε αυτό το καθεστώς. Αυτός ο
παράγοντας απροσδιοριστίας και κινδύνου γεννήθηκε από το ίδιο το καθεστώς, και θυμίζω πως αν
έχει νόημα να μιλάμε για τις αντιφάσεις του καπιταλισμού είναι γιατί αυτές δημιουργούν τις
προϋποθέσεις της υπέρβασής του, γιατί γεννούν συνθήκες αστάθειας, αμφισβήτησης και πιθανής
εξεγερτικότητας. Συνιστά προσπάθεια υπέρβασης αυτής της συνθήκης η άνοδος ενός νέου μοντέλου
εξουσίας και μένει να δούμε αν αυτή η προσπάθεια θα μπορέσει να φτάσει στην επιτυχία που είχαν οι
άλλες μεταμορφώσεις του καπιταλισμού στη διάρκεια της ιστορίας του.
Η βία της Χρυσής Αυγής δεν είναι μια βία τιμωρού, μια βία που προσπαθεί να εγγυηθεί μόνο το
διαμοιρασμό του τόπου, είναι και μια βία νομιμοποιημένη μέσα από τη λαϊκή αποδοχή που της δίνει
μια φαινομενική προνοιακή δράση. Φαινομενική γιατί πολλοί έχουν αποδείξει ότι πρόκειται για δράση μαφιόζικου τύπου και βασίζεται σε μια παροχή υπηρεσιών εκφρασμένη με μια απόλυτη ιεραρχία ρόλων. Στηρίζουμε τους «δικούς μας» εφόσον είναι μαζί μας και φροντίζουμε να τους καλύπτουμε κάποιες ανάγκες τους αλλά είμαστε αμείλικτοι σε περίπτωση που βρεθούμε απέναντι.
Νομίζω ότι αυτό που υποστηρίζει στην ουσία η Α. Κουκουτσάκη αποδεικνύοντας ότι η βία της Χρυσής Αυγής συντελεί στην κανονικοποίηση της θεσμικής βίας, είναι ότι αυτή η θεσμική βία πρέπει να εμφανιστεί ως εγγύηση της ασφάλειας. Δεν μιλάμε για μια κυριαρχική εξουσία η οποία ξαναγυρνάει στην ακραία βία του ηγεμόνα που επιβάλλει το συμφέρον του ίδιου ή μιας ελίτ που εκπροσωπεί.
Μιλάμε για μια καινούργια θεσμική βία, πάλι σε συνθήκες κυριαρχικής εξουσίας, η οποία στηρίζεται
στην αιχμαλώτιση του πληθυσμού με νέους όρους. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μετατροπή του φόβου
μπροστά στη γενικευμένη αβεβαιότητα σε κινητήρα αναζήτησης ασφάλειας. Πρόκειται ουσιαστικά για την αιχμαλώτιση του φόβου με ταυτόχρονη αιχμαλώτιση της οργής που μπορεί ο φόβος να γεννήσει. Αν η οργή των πληθυσμών μπορεί να πάρει τη μορφή μιας εξέγερσης (όπως συνέβη με τα κινήματα των Πλατειών ή με τις άγριες απεργίες σε ορισμένα μέρη του πλανήτη), τότε πρέπει αυτή η οργή να εκτραπεί, να αναπροσανατολιστεί στοχεύοντας έναν αποδιοπομπαίο τράγο: Κάποιοι πρέπει ως συνεκτική κατηγορία του πληθυσμού να εμφανιστούν ως αποκλειστικοί υπαίτιοι για αυτήν την κατάσταση. Αυτή η «αποπολιτικοποίηση του φόβου» (όρος που χρησιμοποιεί η Κουκουτσάκη), η μετατροπή του σε κινητήρα που γεννάει την οργή για τον διπλανό, για τον ασθενέστερο, για εκείνον που προϊδεάζει για το μέλλον που οι χρυσαυγίτες τρέμουν πως θα είναι και δικό τους μέλλον (χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς προστασία), είναι που δίνει στη Χρυσή Αυγή τον πολιτικό και θεσμικό της ρόλο.
Οι ερμηνείες που επεξεργάζονται τα δύο κείμενα συναντιούνται σε μια κρίσιμη μεθοδολογική και
πολιτική επιλογή: Δεν παρουσιάζουν τη Χρυσή Αυγή ως ένα αναπόδραστο φαινόμενο αλλά ως
λειτουργική παράμετρο του καθεστώτος σε συνθήκες μετασχηματισμού της μορφής εξουσίας που το
χαρακτηρίζει. Αντίθετα με τις ερμηνείες που μας προσφέρουν οι δυο συγγραφείς, άλλοι παρατηρητές
επιχειρούν να εξηγήσουν την εμφάνιση της οργάνωσης αυτής αποδίδοντας πολύ μεγαλύτερη συνοχή
στο κράτος από αυτή που πραγματικά έχει, υποστηρίζοντας περίπου ότι πρόκειται για μια μαριονέτα
την οποία χειρίζεται το κράτος.
Ωστόσο, το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από την απλή αναβίωση του
ναζισμού και την επανάληψη της κοινοβουλευτικής του νομιμοποίησης σε μια εποχή που το καθεστώς κινδυνεύει. Ασφαλώς, η ίδια αναφέρεται στο ναζισμό, και είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε γιατί αναφέρεται στο ναζισμό, γιατί τον επικαλείται σήμερα και με ποιο τρόπο αυτή η επίκληση έχει μια λειτουργικότητα. Τα δυο δοκίμια δείχνουν ότι μιλάμε για έναν συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό που αποκτά ρόλο σήμερα, στη συνθήκη μιας κρατικής εξουσίας σε εποχή κρίσης. Μιας κρατικής εξουσίας που επαναπροσδιορίζει τους όρους της ηγεμονίας της, τους όρους της δυνατότητάς της να ελέγχει τους πληθυσμούς, τους όρους της εκπειθάρχησης, και ταυτόχρονα τους όρους της αιχμαλώτισης της οποιασδήποτε εξεγερτικής δυνατότητας. Γιατί αν επιμένουμε να αναλύουμε τις πολιτικές συνθήκες, τους όρους με τους οποίους συγκροτούνται οι κυρίαρχοι ή τους όρους με τους οποίους συγκροτείται το κράτος, ξεχνώντας ότι το κράτος χρειάζεται συνέχεια νααντιμετωπίζει την πιθανότητα της αντίδρασης των καταπιεσμένων, την πιθανότητα της εξέγερσης, την πιθανότητα της ανατροπής, τότε λίγα πράγματα μου φαίνεται ότι καταλαβαίνουμε για το κράτος και για την εξέγερση.
Βρισκόμαστε σε συνθήκες που όσο ζοφερές και φρικτές αν φαίνονται, είναι ταυτόχρονα εκρηκτικές. Η εκρηκτικότητα αυτή απέδειξε  με πολλούς τρόπους την παρουσία της στην λεγόμενη Αραβική Άνοιξη, και όχι πολύ καιρό πριν και σε μας, εδώ. Η εκρηκτικότητα των συνθηκών της κρίσης, δεν είναι απλώς ένα κόλπο που βρήκαν οι καπιταλιστές για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα που πρέπει να λύσουν οι καπιταλιστές, είναι και η εκρηκτικότητα των προϋποθέσεων της δικιάς μας αντίστασης.
Εδώ ξαναβρίσκουμε τα προβλήματα που είχαν οι θεωρητικοί της Αριστεράς όταν δοκίμαζαν να
ερμηνεύσουν το ναζισμό του Μεσοπολέμου. Δεν επιχείρησαν, κατά τη γνώμη μου, να αντιληφθούν την άνοδο του ναζισμού ως μια απροσδόκητη επιστροφή ενός αρχαϊκού κακού με το οποίο θα έπρεπε
επιτέλους να είχαμε ξεμπερδέψει μετά την απομάγευση που έφερε ο Διαφωτισμός και η «πρόοδος».
Ξέρουμε πως στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ επιχείρησαν να
καταλάβουν «γιατί η ανθρωπότητα, αντί να περάσει σε μια αληθινά ανθρώπινη κατάσταση βουλιάζει
σε ένα νέο είδος βαρβαρότητας». Και έθεσαν στο κέντρο της απάντησής τους την «ακατάπαυστη
αυτοκαταστροφή του διαφωτισμού».
Τα ερωτήματα που τους οδήγησαν σε μια αποτίμηση και εξήγηση της δυνατότητας να υπάρχει
ναζισμός στις σύγχρονες δημοκρατίες πρέπει και εμείς να τα θέσουμε σήμερα. Ναι, η Χρυσή Αυγή
είναι γέννημα μιας μετανεωτερικής κοινωνίας, είναι γέννημα μιας άλλης κοινωνίας, δεν είναι η
επιβίωση μιας φρίκης που γεννήθηκε στις κοινωνίες της νεωτερικότητας. Είναι μια καινούργια φρίκη
που γεννιέται στις κοινωνίες της μετανεωτερικότητας, γιατί μπορεί να έχει χαρακτηριστικά που τη
συνδέουν με τη σύγχρονη βιοπολιτική. Έχει χαρακτηριστικά που τη συνδέουν με μια νέα δομή
κυριαρχικής εξουσίας η οποία στηρίζεται στον έλεγχο του πληθυσμού και στην αιχμαλώτιση των
δυνάμεων που μπορούν να δημιουργήσουν στον πληθυσμό εκδηλώσεις απειθαρχίας και
εξεγερτικότητας.
Ο ρόλος της Χρυσής Αυγή όπως και του φασισμού και του ναζισμού τα χρόνια του Μεσοπολέμου,
είναι ιστορικά πρωτότυπος. Είναι κρίσιμο να τον αντιληφθούμε έτσι, και γι’ αυτό τα καθήκοντα που
έχουμε εμείς, κι εδώ γίνομαι ίσως πιο προστακτικός από ό, τι επιτρέπει ο Φουκώ στον εαυτό του,
είναι επίσης πρωτότυπα ιστορικά. Νομίζω ότι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την
πραγματικότητα και την επιθετικότητα της Χρυσής Αυγής μόνο αν την αντιμετωπίσουμε ως γέννημα
της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, ως μια μορφή αιχμαλώτισης και εκτροπής της αυξανόμενης
απονομιμοποίησης των μύθων του καθεστώτος σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Τότε ίσως να
αντιληφθούμε ότι η απήχησή της δείχνει πώς η ξαστοχημένη οργή μπορεί να υπηρετήσει υπό όρους την αναδιάρθρωση της κυριαρχίας ακόμη και όταν δείχνει να την μάχεται.
1 Επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου, Δευτέρα 11.11.2013, Αθήνα.
2 Foucault Μ., 2009 Security, Territory, Population.New York, Palgrave Macmillan: 3.
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1340&Itemid=29