Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Η γυναίκα εγκληματίας στο δημόσιο χώρο: Αναπαραστάσεις της γυναικείας εγκληματικότητας*

Σκηνή από την ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου Αναπαράσταση

Οι γυναίκες εγκληματούν επειδή αγαπούν παράφορα έναν άνδρα, επειδή μισούν τυφλά έναν άνδρα, επειδή συνδέονται με κάποιον άνδρα ή επειδή, για άλλους λόγους, ένας άνδρας τις οδήγησε στο ..τοπίο του φόνου!! […] Με μαχαίρι, ξυράφι ή μ’ ένα κυνηγετικό όπλο που ξερνάει τις σφαίρες του σε κάποιο σώμα. Γυναίκες δολοφόνοι. Στα αστυνομικά χρονικά δεν μπαίνει πλέον αριθμός στη λίστα εγκλημάτων ερωτικού πάθους. Δεν είναι το είδος που σπανίζει, αλλά η ιστορία που επαναλαμβάνεται.
(Από το lead έρευνας για τη γυναικεία εγκληματικότητα της εφημερίδας Τύπος της Κυριακής, 22 0κτωβρίου 1989)

Η έμφυλη πραγματικότητα είναι επιτελεστική, πράγμα που σημαίνει ότι είναι πραγματική μονάχα στο βαθμό που επιτελείται. Θα ήταν σωστό να πούμε ότι ορισμένα είδη πράξεων ερμηνεύονται συνήθως ως εκφράσεις ενός έμφυλου πυρήνα ή μιας έμφυλης ταυτότητας, κι ότι αυτές οι πράξεις είτε συμμορφώνονται με την προσδοκώμενη έμφυλη ταυτότητα είτε, κατά κάποιο τρόπο, συγκρούονται με αυτή την προσδοκία (Butler, 2006: 398)

Εισαγωγή

Το ενδιαφέρον το οποίο παρουσιάζει το ζήτημα της γυναίκας εγκληματία έγκειται ακριβώς στην, επί της ουσίας, απουσία του από τον δημόσιο λόγο περί εγκληματικότητας. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η Maureen Cain, τόσο ο επιστημονικός λόγος, όσο και ο χώρος των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης θεμελιώνεται εξ ορισμού σε ανδροκεντρικά επιχειρήματα, καθώς γνώμονας παραμένει η ανδρική εγκληματικότητα και η θεσμική της διαχείριση και η γυναίκα ή το κορίτσι εγκληματίας αντιμετωπίζονται ως Άλλος, που υπάρχει μόνον στο βαθμό που διαφοροποιείται από τον άνδρα εγκληματία (Cain, 1990:2). Έτσι, και στο επίπεδο των αναπαραστάσεων, δεσπόζουσα παραμένει η εικόνα ότι η εγκληματικότητα είναι τυπικά ανδρική δραστηριότητα, καθώς δεν κατάφερε να παγιωθεί στον δημόσιο χώρο ένας «γυναικοκεντρικός» λόγος περί εγκληματικότητας και ποινής, τον οποίο εισηγείται τις τελευταίες δεκαετίες η φεμινιστική εγκληματολογία.[1] Αυτήν δε την εικόνα ενισχύει και το γεγονός της μικρής παρουσίας της γυναίκας στους τιμωρητικούς θεσμούς, στον βαθμό που θα δεχθούμε ότι η εγκληματολογική θεώρηση, ο λόγος περί εγκλήματος και εγκληματία συνυφαίνεται με την σφαίρα της ποινής στην ποσοτική και ποιοτική έκφρασή της.[2]

Το ίδιο το γεγονός, όμως, της εστίασης της εγκληματολογικής θεωρίας και έρευνας στην ανδρική εγκληματικότητα, καταλήγει στο να συγκροτεί έναν ιδιαίτερο λόγο περί της γυναίκας εγκληματία· ένα λόγο ο οποίος αναπαράγει τη θεμελιακή διάκριση μεταξύ φύσης και κουλτούρας -η εγκληματική συμπεριφορά δεν είναι στη φύση της γυναίκας-, ενώ προϋποθέτει ότι η διαπαιδαγώγηση των γυναικών εντός ενός εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου τις εντάσσει, ηθικά και συναισθηματικά, σε πιο «ήπιες» μορφές κοινωνικού ελέγχου, οικιακού τύπου.

Η υπόθεση την οποία πραγματεύομαι στην ανάλυση που ακολουθεί είναι ότι η αναπαράσταση της γυναίκας εγκληματίας στα ΜΜΕ βασίζεται στην αποδόμηση της κοινωνικά κυρίαρχης αντίληψης περί του «τι συνιστά την πρέπουσα συμπεριφορά» σύμφωνα με τα στερεοτυπικά αποδιδόμενα χαρακτηριστικά στη γυναίκα. Κατά συνέπεια και η εγκληματικότητα αναπαριστάται κατά κύριο λόγο ως ανατροπή της κοινωνικά προσδοκώμενης γυναικείας συμπεριφοράς, ενώ το ειδησεογραφικό της ενδιαφέρον συναρτάται και με την αντίληψη ότι η γυναικεία εγκληματικότητα αποτελεί ένα μη αναμενόμενο κοινωνικά γεγονός.

Στην ανάλυση αυτή ο λόγος των ΜΜΕ - η δημοσιογραφική αφήγηση - προσεγγίζεται ως μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που έχει να κάνει με την έμφυλη διάσταση της εγκληματικότητας και της ποινής. Προκειμένου να αναλύσουμε, λοιπόν, τους άξονες της παρουσίασης αυτού του θέματος από τα ΜΜΕ, θα πρέπει να σκιαγραφήσουμε το πλαίσιο συνομιλίας του μιντιακού με άλλους λόγους περί γυναικείας εγκληματικότητας οι οποίοι παράγονται στο κοινωνικό πεδίο. Η υπόθεση είναι ότι οι εικόνες τις οποίες παράγουν τα ΜΜΕ δεν είναι «πρωταρχικές», δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα αλλά κυρίαρχες κοινωνικές αξίες όπως αυτές διαμορφώνονται και αναπαράγονται ξανά και ξανά μέσα από τους λόγους ισχυρών φορέων προσδιορισμού,[3] οι οπτικές των οποίων οριοθετούν το ερμηνευτικό πλαίσιο των υπό συζήτηση θεμάτων. Αναζητώντας, λοιπόν, τις πρωτογενείς πηγές των εικόνων για την γυναικεία εγκληματικότητα, η συζήτηση θα πρέπει να συμπεριλάβει τόσο τον επιστημονικό λόγο, ως χώρο ο οποίος παράγει κυρίαρχους ορισμούς και ερμηνείες περί έμφυλου (ανδρικού) χαρακτήρα της εγκληματικότητας, όσο και τις ποινικές πρακτικές, ως χώρο ο οποίος παράγει «καθεστώτα αλήθειας» περί του ποιος είναι ο εγκληματίας μέσα από την θεσμική κατοχύρωση της έμφυλης διάστασης της εγκληματικότητας. Με την προφανή επισήμανση ότι μια εκτενής ανάπτυξη των παραπάνω θεμάτων υπερβαίνει τα όρια και τους στόχους της παρούσας ανάλυσης.

Εγκληματολογική θεωρία και ποινικές πρακτικές: This is a man’ s world

Στις απαρχές της εγκληματολογίας ως αυτόνομης επιστήμης, η γυναικεία εγκληματικότητα διαχωρίστηκε από την ανδρική, μέσα από ένα λόγο που κατασκεύαζε το υποκείμενο «γυναίκα εγκληματίας» εγκλωβισμένο στο πλαίσιο ενός βιολογικού ντετερμινισμού: ο θεωρούμενος ως πατέρας της εγκληματολογίας, ο ιταλός γιατρός Cesare Lombroso, αφιέρωσε στο θέμα μια εξειδικευμένη μελέτη, το έργο La donna delinquente, la prostituta e la donna normale (Η γυναίκα εγκληματίας, η πόρνη και η φυσιολογική γυναίκα) το οποίο συνέγραψε με τον Guglielmo Ferrero (1893). Η μελέτη αυτή αναφέρεται στην βιολογική και ηθική κατωτερότητα της γυναίκας εγκληματία η οποία, εγκληματώντας, στρέφεται ενάντια στη φύση της. Έκτοτε η ενασχόληση με την γυναικεία εγκληματικότητα υπήρξε περιθωριακή και εγκλωβισμένη στις παραδοχές ενός πατριαρχικού μοντέλου που εξοστρακίζει την γυναίκα από τη δημόσια σφαίρα, κατά συνέπεια και τις ευκαιρίες εμπλοκής της σε παράνομες δραστηριότητες.[4] Ωστόσο η εγκληματικότητα ως «πράξη ενάντια στην γυναικεία φύση» παραμένει ένας από τους ισχυρούς ιδεολογικούς άξονες του λόγου περί γυναικείας εγκληματικότητας. Πολλώ δε μάλλον που τις τελευταίες δεκαετίες αναβιώνουν οι πιο συντηρητικές τάσεις στη μελέτη του εγκλήματος, οι οποίες εν πολλοίς συναντούν τον βιολογικό ντετερμινισμό των απαρχών της εγκληματολογίας.[5]

Παράλληλα, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα ποσοστά γυναικείας εγκληματικότητας που καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές είναι πολύ χαμηλά και, κατ’ επέκταση, είναι επίσης χαμηλά τα ποσοστά συμμετοχής γυναικών στον ποινικό πληθυσμό.[6] Βέβαια θα πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός ότι η χαμηλή συμμετοχή της γυναίκας στους τιμωρητικούς θεσμούς δεν αποτελεί σταθερό ιστορικό δεδομένο, καθώς έχουν υπάρξει περίοδοι κατά τις οποίες έχουν καταγραφεί ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά καταδικών σε γυναίκες.[7] Συνάρτηση, όμως, των κοινωνικο-πολιτισμικών δεδομένων δεν είναι μόνον οι μεταβολές στα ποσοστά και την φαινομενολογία της γυναικείας εγκληματικότητας αλλά και στις ίδιες τις ποινικές πρακτικές. Καταγράφονται, δηλαδή, διαφοροποιήσεις όχι μόνον από άποψη βαρύτητας της ποινής,[8] αλλά και σε ότι αφορά την μορφή της. Για παράδειγμα, πολύ συχνά τα ιδρύματα που υποδέχονται γυναίκες κρατούμενες έχουν μάλλον χαρακτήρα αναμορφωτηρίου, παρά φυλακής, καθώς δεν υπάρχει αυστηρό πειθαρχικό καθεστώς κράτησης και η σωφρονιστική μεταχείριση συνίσταται στην εξοικείωση της γυναίκας με οικιακές εργασίες, στόχο του οποίου η επίτευξη αποτελεί το maximum της αναμόρφωσης.

Ωστόσο, εδώ ο λόγος είναι περί της λευκής γυναίκας διότι, πολύ συχνά, εθνικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά της γυναίκας εγκληματία την εξομοιώνουν απολύτως με τον άνδρα, τόσο σε ό, τι αφορά την πρόσληψη της εγκληματικότητας όσο και σε ό, τι αφορά την ποινική μεταχείριση. Στο σημείο αυτό είναι ενδεικτικές οι αναφορές της Nicole Rafter στην ποινική μεταχείριση των μαύρων γυναικών, οι οποίες διοχετεύονταν πιο εύκολα σε ιδρύματα με αυστηρό πειθαρχικό καθεστώς κράτησης. Αυτή η διαφορετική ποινική μεταχείριση συντελούσε σε μια διαφορετική αναπαράσταση της μαύρης-γυναίκας-εγκληματία ως ενσάρκωσης μιας «ετερότητας» σε σχέση με τους ορισμούς της γυναικότητας:

Οι μαύρες γυναίκες ήταν σε μειονεκτική θέση τόσο λόγω φυλής, όσο και λόγω φύλου. Καθώς προσλαμβάνονταν ως περισσότερο κοντινές στο ανδρικό πρότυπο, στέλνονταν πιο εύκολα στις φυλακές, θεσμούς που είχαν τυπικά ανδρικό χαρακτήρα (Rafter, 1998: 414)

Αν, λοιπόν, θα πρέπει να αναζητήσουμε τον πυρήνα της αναπαράστασης της γυναικείας εγκληματικότητας στον χώρο του επιστημονικού λόγου και των ποινικών πρακτικών, κατά έναν επιφανειακά παράδοξο τρόπο θα πρέπει να αναδείξουμε ένα χαρακτηριστικό των ποινικών πρακτικών το οποίο αφορά εξίσου άνδρες και γυναίκες εγκληματίες. Το γεγονός, δηλαδή, ότι τόσο η εγκληματικότητα –γυναικεία ή ανδρική-, όσο και οι αναπαραστάσεις της συναρτώνται άμεσα με τις ίδιες τις ποινικές πρακτικές και την επιλεκτικότητα που ιστορικά χαρακτηρίζει τους τιμωρητικούς θεσμούς. Με τα λόγια του Melossi:

Νομίζω ότι θα πρέπει να εμβαθύνουμε περισσότερο στο σημείο σύνδεσης του φύλου με αυτά της κοινωνικής τάξης και της εθνότητας. Στο παρελθόν οι φυλακές προορίζονταν για την εργατική τάξη και σήμερα, όλο και περισσότερο, για ένα «κοινωνικό-πολιτισμικό περιθώριο» («underclass»). Τόσο η εργατική τάξη του παρελθόντος, όσο και το σύγχρονο περιθώριο γίνονται αντιληπτά ως συνδεδεμένα με ανδρικές εικόνες (προσλήψεις σκληρότητας, έλλειψη «πολιτισμένων» τρόπων κ.ο.κ.). Όπως δείχνει το παραπάνω παράδειγμα της μίσθωσης εργασίας κρατουμένων,[9] μόνον άλλες γυναίκες – δηλαδή οι γυναίκες των άλλων – μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ανήκουν σ’ αυτή το πλαίσιο, ως εκ τούτου μπορεί να στέλνονται στη φυλακή. Οι «δικές μας», όχι. Ακόμα κι αν κάποια στιγμή εισήλθαν στη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής, τις γυναίκες «μας» τις βλέπουμε ακόμα να υπάγονται, ηθικά και συναισθηματικά, στην ιδιωτική (ιδιοκτησιακή;) σφαίρα της οικογένειας και της οικογενειακής ζωής. Οι γυναίκες, οι νοικοκυρές, θεωρούνται εντέλει η επιτομή του πολιτισμού […] Η διαπαιδαγώγηση των γυναικών, με άλλα λόγια, δεν είναι τέτοια που να απαιτεί την άγρια τελική επεξεργασία τους στο πλαίσιο του δικαστηρίου και της φυλακής – εκτός βέβαια από αυτές τις (λίγες) γυναίκες που τοποθετούνται, ή τις τοποθετούν, καθαρά εκτός του εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου: πόρνες, τοξικομανείς, αυτές που ανήκουν σε αποκλεισμένες εθνικότητες, πολιτικά εξεγερμένες (Melossi, 1998: xvii). [10]


Η γυναίκα εγκληματίας στον αθηναϊκό Τύπο

Όπως ήδη αναφέθηκε, τα ΜΜΕ δεν απεικονίζουν φωτογραφικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται αλλά τα αναπλάθουν, τα ανακασκευάζουν, παρέχοντας συνάμα κι ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόησή τους από το κοινό στο οποίο απευθύνονται. Αυτό σημαίνει ότι τόσο η επιλογή, όσο και το περιεχόμενο των παραγόμενων μηνυμάτων, οριοθετούνται κατά τρόπο που να επιτρέπει να αποκωδικοποιηθούν επιτυχώς από το κοινό στο οποίο απευθύνονται. Να κοινοποιήσουν, δηλαδή, το επιθυμητό περιεχόμενο τα οποίο αναπαράγει, ως σταθερούς και αυτονόητους, κάποιους συγκεκριμένους ορισμούς της πραγματικότητας.[11]

Η είδηση, λοιπόν, δεν είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται per se, αλλά μια σχέση πάνω σε ένα γεγονός, είναι οι πληροφορίες που έχουμε γύρω από γεγονότα τα οποία θα επιλέξει κάποιος επικοινωνιακός οργανισμός για να τα κάνει είδηση (Faustini, 1995: 54). Με τα λόγια του Stuart Hall, η στιγμή της κατασκευής της είδησης είναι η στιγμή της εγγραφής της σ’ ένα πολιτισμικό χάρτη, σ’ ένα χάρτη κοινωνικών νοημάτων στον οποίο προϋποτίθεται ότι έχει πρόσβαση το κοινό και τον συμμερίζεται. Συνίσταται, λοιπόν, στην ερμηνεία των γεγονότων με τους όρους μια συμβατικά αποδεκτής κοσμοθεώρησης, γεγονός το οποίο, με τη σειρά του, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας συναίνεσης γύρω από τον τρόπο με τον οποίο σημασιοδοτούνται τα γεγονότα (Hall et al., 1988).

Έτσι, στη διαδικασία κατασκευής της είδησης το γεγονός δίνεται στη δημοσιότητα ήδη «τυποποιημένο» και ενταγμένο σ’ ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, το οποίο δύσκολα αλλάζει στην συνέχεια καθώς, συνήθως, καταφέρνει να μετασχηματίζεται για να συμπεριλάβει και αυτά που τοποθετούνται εκτός πλαισίου.

Στην περίπτωση της ειδησεογραφίας για το έγκλημα, ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος των «πηγών», διότι συνήθως οι πληροφορίες των πηγών είναι ο μοναδικός τρόπος πρόσβασης στην είδηση. Βασική πηγή είναι οι φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου και ειδικότερα η Αστυνομία. Οι περιπτώσεις, για παράδειγμα, που θα δοθούν στη δημοσιότητα καθώς και η πρωταρχική τους αφήγηση προέρχονται από την Αστυνομία, η οποία ως φορέας πρωταρχικού προσδιορισμού «φιλτράρει» και ερμηνεύει σ’ ένα πρώτο επίπεδο τα γεγονότα που θα αποτελέσουν είδηση.

Μια άλλη σημαντική κατηγορία πηγών είναι οι «ειδικοί», στους οποίους αναγνωρίζεται το κύρος και η αξιοπιστία που συνεπάγεται η ενασχόληση τους με το αντικείμενο και, ως εκ τούτου, έχουν προνομιακή πρόσβαση στα ΜΜΕ. Ο λόγος των «ειδικών», αν και συνήθως συντηρητικός και ηθικοπλαστικός, δεν είναι ωστόσο μονολιθικός. Μπορεί, κατά συνέπεια, να δημιουργήσει ρωγμές ή μετατοπίσεις σ’ ένα βασικό ερμηνευτικό πλαίσιο το οποίο προβάλλεται ως συναινετικά αποδεκτό. Καθώς, όμως, το έγκλημα είναι από τα ζητήματα του δημόσιου βίου που δεν είναι «ανοιχτά» σε πολλαπλούς ορισμούς και ερμηνείες, μια εναλλακτική άποψη έχει περιορισμένες δυνατότητες να παγιώσει τη θέση της στον δημόσιο λόγο αντιπαρατιθέμενη με τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί εγκλήματος, εγκληματία και ποινής (Hall et al., 1988: 354-355).[12]

Η ανάλυση που ακολουθεί αφορά την δημοσιογραφική κάλυψη δύο περιπτώσεων γυναικείας εγκληματικότητας στον αθηναϊκό Τύπο.[13] Η επιλογή των συγκεκριμένων περιπτώσεων έγινε με κριτήριο και την ανδρική συμμετοχή στο ίδιο έγκλημα, γεγονός το οποίο διευκολύνει την ανάδειξη των ειδικότερων στοιχείων στην αναπαράσταση της γυναίκας εγκληματία. Το υλικό αντλήθηκε από τα δημοσιεύματα πέντε απογευματινών εφημερίδων που καλύπτουν την περίοδο της ανακάλυψης του εγκλήματος και της εκδίκασης της υπόθεσης. Με κριτήριο την «πολιτική» τους και τη συνολική δόμηση του περιεχομένου τους (επιλογή θεμάτων, τρόπος παρουσίασης, μορφολογικά στοιχεία) τις ενέταξα σε δυο συμβατικές κατηγορίες, δηλαδή σε εφημερίδες «γνώμης» (Ελευθεροτυπία, Τα Νέα) «και σε «λαϊκές» εφημερίδες (Απογευματινή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος).

Υπόθεση Κολιτσοπούλου

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές αλλά και high profile στα ελληνικά ΜΜΕ περιπτώσεις είναι η υπόθεση της δολοφονίας του Χρήστου Κολιτσόπυυλου τον Νοέμβριο του 1982. Ο αστυνομικός Χρήστος Κολιτσόπουλος, επιστρέφοντας στο διαμέρισμά του με τον ηλικίας 3 χρόνων τότε γιο του, δέχτηκε θανατηφόρα επίθεση με μαχαίρι από τον Γιάννη Σγουρίδη. Ο δράστης ομολόγησε την πράξη του, υποστηρίζοντας ότι τη δολοφονία είχαν σχεδιάσει από κοινού με την ερωμένη του και σύζυγο του θύματος Κάτια Κολιτσοπούλου, κατηγορία την οποία η ίδια η Κολιτσοπούλου δεν αποδέχτηκε ποτέ.
Στη δίκη σε πρώτο βαθμό καταδικάστηκαν κατά πλειοψηφία και οι δυο σε ισόβια κάθειρξη, ως φυσικός και ηθικός αυτουργός αντίστοιχα. Η ίδια ποινή επιβλήθηκε (ομόφωνα αυτή τη φορά) και στη δίκη σε δεύτερο βαθμό. Η δίκη αυτή ξεκίνησε τον Μάρτη του 1986, αλλά δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί εξαιτίας των συνθηκών διεξαγωγής της (επεισόδια που προκάλεσαν συγγενείς και συνάδελφοι του θύματος, προπηλακισμοί και άσκηση φυσικής βίας κατά της κατηγορουμένης από αστυνομικούς κατά τη μεταγωγής της από τη φυλακή στο δικαστήριο κλπ), ως εκ τούτου διεκόπη και επαναλήφθηκε τον Νοέμβρη του 1986, σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των γυναικείων φυλακών και με έντονη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων για λόγους ασφαλείας

Στην ανασυγκρότηση της ιστορίας αυτού του εγκλήματος κεντρικό άξονα αποτέλεσε η γυναικεία παρουσία, στην οποία αποδόθηκε πρωταγωνιστικός ρόλος. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε ποτέ το όνομα του φυσικού αυτουργού του εγκλήματος στους υπέρτιτλους ή τις «σφραγίδες» των δημοσιευμάτων, την ταυτότητα των οποίων προσδιόριζε συνήθως το όνομα της ηθικής αυτουργού (π.χ. «δίκη Κολιτσοπούλου»).

Παράδειγμα αυτής της στάσης είναι η συχνή παράθεση αποσπασμάτων από καταθέσεις μαρτύρων, με βάση τα οποία ο φυσικός αυτουργός ουσιαστικά «θυματοποιείται»:[14]

[…] στο σημείο αυτό της κατάθεσής της η μάρτυρας [σημείωση: η μητέρα του θύματος] ξεσπά σε κατάρες και, αναφερόμενη στην κατηγορούμενη, φωνάζει, «Εις θάνατον!…»

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι λόγους έχετε να πιστεύεται ότι ευθύνεται η κατηγορούμενη;

ΜΑΡΤ: Αυτή του έδωσε τα κλειδιά. Ο Σγουρίδης ήταν ένα παιδί ήρεμο, που δεν είχε βγει στον κόσμο, που δεν είχε πατέρα και τον τύλιξε με τον έρωτά της.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιος σας το είπε εσάς αυτό;

ΜΑΡΤ: Το λέει ο ίδιος και μάρτυρες. Τον έκανε να χάσει το μυαλό του.

Έτσι το επιχείρημα της γυναικείας καταστροφικότητας συγκροτείται αβίαστα διαμέσου της ανατροπής της κοινωνικά προσδοκώμενης γυναικείας συμπεριφοράς. Ενδεικτικά, στην κατασκευή της εικόνας της Κάτιας Κολιτσοπούλου βασικό άξονα αποτέλεσε η ηθική της υπόσταση, καθώς περιγράφεται ως χαλαρής ηθικής άτομο, με ερωτικές περιπέτειες στη διάρκεια του γάμου της,[15] ψυχρή[16] και αδίστακτη.[17] Παράλληλα, η ποινική αντιμετώπιση της υπόθεσης (καταδίκη σε ισόβια και της ηθικής αυτουργού) και οι παρεπόμενες κυρώσεις, όπως η απαγόρευση να συναντά το παιδί της, έδωσαν μια θεσμική επιβεβαίωση στην εικόνα της γυναίκας η οποία διέπραξε «έγκλημα κατά του φύλου της».

Στο λόγο κυρίως των «λαϊκών» εφημερίδων, η αναπαράσταση μιας ακόμα ανατροπής του κοινωνικά προσδοκώμενου (μοιχεία), μετέφερε την σχέση ανάμεσα στους δυο κατηγορούμενους σε ένα «αφύσικο», σχεδόν μη-ανθρώπινο επίπεδο, όπως υποδηλώνει η σταθερή χρήση του χαρακτηρισμού «η τίγρης», ο οποίος εναλλασσότανε με τον όρο «σατανικό ζευγάρι» στους τίτλους και το λεξιλόγιο αυτών των εφημερίδων

Το λόγο αυτό τον διατήρησαν οι λαϊκές εφημερίδες και κατά την περίοδο της δίκης και αυτό υπήρξε ένα σημείο διαφοροποίησης με τις εφημερίδες «γνώμης», οι οποίες εκείνη την περίοδο άρχισαν σταδιακά να εστιάζουν στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης και στη βία η οποία, με υλικούς και ψυχολογικούς όρους, ασκήθηκε στην κατηγορούμενη. Χωρίς, λοιπόν, να υιοθετούν ανοικτά «σεξιστικό» λεξιλόγιο, συντηρούσαν και κλιμάκωναν το ενδιαφέρον της πρωταγωνιστικής γυναικείας παρουσίας μέσα από αφηγηματικές και αναπαραστατικές τεχνικές που αφορούσαν το θέμα των αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν απέναντι στην Κολιτσοπούλου.

Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν οι δύο κατηγορίες εφημερίδων το ζήτημα της κοινής γνώμης, ήταν πράγματι ένα από τα στοιχεία που οδήγησε στην αποσαφήνιση του πεδίου αντιπαράθεσης μεταξύ εφημερίδων γνώμης και λαϊκών. Ειδικότερα, οι λαϊκές εφημερίδες χωρίς να υιοθετούν ανοιχτά την υπέρβαση των ορίων που εκφραζόταν με προπηλακισμούς και άλλες βίαιες εκδηλώσεις από το κοινό που παρακολουθούσε τη δίκη, εμφανίζονται ωστόσο να «κατανοούν» την αγανάκτηση του κόσμου. Οι δε εφημερίδες «γνώμης», με αφετηρία την καταδίκη της άσκησης κάθε μορφής άτυπης βίας εναντίον των κατηγορουμένων, υιοθετούν εντέλει ένα ηθικό λόγο υπεράσπισης των δικαιωμάτων του κρατούμενου και γενικότερα των αρχών του κράτους δικαίου.

Στην πιο καθαρή μορφή της αυτή η αντιπαράθεση εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο κάλυψαν τα γεγονότα οι εφημερίδες Ελευθεροτυπία και Έθνος. Η Ελευθεροτυπία, τόσο σε επίπεδο ρεπορτάζ, όσο και σε επίπεδο σχολίων πρόβαλε ιδιαίτερα το θέμα της συμπαράστασης στην Κολιτσοπούλου από πολιτικές ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και, κυρίως, από γυναικείες οργανώσεις, οι παρεμβάσεις των οποίων ήταν από τα θέματα που κυριαρχούσαν. Στο Έθνος, αντίθετα, το ζήτημα της συμπαράστασης στην Κολιτσοπούλου, αναμετριόταν διαρκώς με την «ισχύ της κοινής γνώμης» και συνδιαλεγόταν με τις μαρτυρίες του κοινού που κατέκλυζε την αίθουσα του δικαστηρίου «για να δει από κοντά τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα σ’ ένα άντρα».

Από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της αντιπαράθεσης είναι τα δημοσιεύματα της 14/3/86 στις δυο αυτές εφημερίδες. Στην «κοινή γνώμη» δίνεται ο λόγος στο δισέλιδο δημοσίευμα του Έθνους με τίτλο: «Αυτοί που τρίζουν τα … δόντια στην τίγρη», υπέρτιτλο: «Μιλούν οι άνθρωποι που δεν χάνουν ούτε λεπτό από τη συγκλονιστική δίκη των διαβολικών εραστών» και υπότιτλους: «Έρχομαι στο δικαστήριο πέντε ημέρες τώρα και μόλις τη βλέπω φωνάζω “φόνισσα”», «Ν’ απαλλάξουν τον Σγουρίδη. Είναι το θύμα της». Στο δημοσίευμα υπάρχουν τέσσερις φωτογραφίες, οι οποίες καλύπτουν το 50% της έκτασής του, αποτελώντας το κυρίαρχο στοιχείο, αυτό το οποίο υπαγορεύει και τον τρόπο ανάγνωσης του κειμένου.

Η πρώτη φωτογραφία δείχνει τον κατηγορούμενο με σκυμμένο κεφάλι να δέχεται τις φροντίδες της μητέρας του και η λεζάντα γράφει: «Δυο ακόμα τραγικές φιγούρες. Ο Σγουρίδης με τη μητέρα του». Η δεύτερη, απεικονίζει μια αντίστοιχη σκηνή της κατηγορούμενης (με πρόσωπο παραμορφωμένο από το κλάμα) και της μητέρας της και η λεζάντα γράφει: «Η τραγική μάνα της Κολιτσοπούλου σκύβει στοργικά και δίνει ένα ποτήρι νερό στην κόρη της». Έτσι, η κατηγορούμενη εξαιρείται από τα «τραγικά πρόσωπα» της ιστορίας στα οποία εντάσσεται, ωστόσο, ο φυσικός αυτουργός. Καθώς, δε, υπογραμμίζονται οι συνέπειες των πράξεών της στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, η αντιπαράθεση της εικόνας της με αυτήν των άλλων «τραγικών μανάδων» παραπέμπει στην ακύρωση του δικού της μητρικού ρόλου.[18]

Η τρίτη φωτογραφία, η μεγαλύτερη, δείχνει ένα πλάνο του κοινού που βρίσκεται στην αίθουσα του δικαστηρίου, υπογραμμίζοντας με ιδιαίτερα έντονο τρόπο την παρουσία της κοινωνίας σ’ αυτή τη δίκη. Η τέταρτη επιβεβαιώνει την παρουσία των θεσμικών οργάνων, των επιφορτισμένων με την τήρηση της τάξης, δείχνοντας πάλι το κοινό κι έναν αστυνομικό ενώ η λεζάντα γράφει: «Αστυφύλακας προσπαθεί να ηρεμήσει μια γυναίκα που χειρονομεί».

Στο lead του δημοσιεύματος παρατίθενται πέντε δηλώσεις «του κοινού, του απλού λαού που παρακολουθεί από κοντά τη δίκη με τις ώρες». Οι τέσσερις αναφέρονται με έντονα απαξιωτικό τρόπο στην κατηγορούμενη και μόνον στην πέμπτη σχολιάζεται η στάση του κοινού απέναντί της και τίθεται το ερώτημα: «Αν μια στο εκατομμύριο είναι αθώα;». Η ίδια περίπου αναλογία μεταξύ αρνητικών κρίσεων για την κατηγορούμενη και καταδίκης της βίας την οποία υφίσταται υπάρχει και στο κυρίως σώμα του δημοσιεύματος, του οποίου το πολύ μεγάλο μέρος καλύπτεται από δηλώσεις του κοινού που παρακολουθεί τη δίκη. Τα στοιχεία του ρεπορτάζ από την ίδια την ακροαματική διαδικασία είναι ελάχιστα, η πορεία της εκδίκασης της υπόθεσης συνιστά δευτερεύουσα πληροφορία ενταγμένη στα συνολικά συμφραζόμενα του δημοσιεύματος, η δε παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που ζητά από τους δικαστές την εφαρμογή των νόμων και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων (η είδηση της ημέρας, με άλλα λόγια), δημοσιεύεται σε 12 γραμμές στο τέλος της τελευταίας στήλης του δημοσιεύματος, διαχωρισμένη απ’ αυτό με μια έντονη μαύρη γραμμή και bold γράμματα, ενώ η σελιδοποίηση του δημοσιεύματος την φέρνει κάτω ακριβώς από τη φωτογραφία η οποία αναπαριστά την προσπάθεια τήρησης της τάξης από τα επιφορτισμένα όργανα.

Το δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας την ίδια ημέρα, με τίτλο «Επέμβαση Μαγκάκη», καλύπτει τα 2/3 μιας εσωτερικής σελίδας και έχει ως κεντρικό θέμα την παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και την καταγγελία γυναικείας οργάνωσης για τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης. Γενικότερα δε οι παρεμβάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης ήσαν από τα θέματα τα οποία αναδείκνυαν οι εφημερίδες γνώμης, συντελώντας στην αναπαράσταση ενός κρατικού μηχανισμού ευαίσθητου και ικανού να παρέμβει προκειμένου να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Η φωτογραφία που συνοδεύει το ρεπορτάζ δείχνει την Κάτια Κολιτσοπούλου να γέρνει το κεφάλι εξαντλημένη από το κλάμα και η λεζάντα που τη συνοδεύει είναι: «κλαίει και οδύρεται η Κάτια Κολιτσοπούλου».

Βασικό άξονα, λοιπόν, της αναπαράστασης των γεγονότων από τις λαϊκές εφημερίδες, αποτέλεσε η γυναικεία συμμετοχή και ειδικότερα η μεταστροφή στερεοτυπικά αποδιδόμενων γυναικείων χαρακτηριστικών σε πηγή δύναμης και καταστροφικότητα. Με δυο λόγια, η μοιραία γυναίκα η οποία γοητεύει και εξαπατά το αρσενικό.[19] Υποστηρίζω, ωστόσο, ότι η μετατόπιση της συζήτησης στην «ανάγκη υπεράσπισης των δικαιωμάτων του κρατούμενου» - θέμα το οποίο κυριαρχεί στις εφημερίδες γνώμης – δεν συντελεί στη συγκρότηση ενός διαφορετικού ιδεολογικού λόγου, καθώς η συζήτηση συνεχίζει να επικεντρώνεται στην γυναικεία ιδιότητα της δράστιδας και την θέση υποταγής την οποία έχει στο πλαίσιο μιας πατριαρχικής δομής. Με άλλα λόγια, μέσα από εμφανείς ή λανθάνοντες κώδικες, καθίσταται σαφές ότι η Κολιτσοπούλου δεν είναι οποιοσδήποτε εγκληματίας. Είναι γυναίκα, τουτέστιν ένα αδύναμο πλάσμα το οποίο υφίσταται, αντιδρώντας με «τυπικά γυναικείες» αντιδράσεις, τη βία η οποία ασκείται εναντίον της.[20]

Σ’ αυτό το πλαίσιο, και η δημοσιογραφική διαχείριση της γυναικείας συμπαράστασης συγκροτεί μάλλον ένα αυτοαναφερόμενο που τείνει να αυτονομηθεί από την συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία εντάσσεται. Έστω, λοιπόν, κι αν η παρέμβαση των γυναικείων οργανώσεων κυριαρχούσε σε πολλά δημοσιεύματα, το ιδεολογικό αποτέλεσμα της περιορίζονταν στη σημειολογία των τίτλων και του λεξιλογίου. Έτσι, ο αντισεξιστικός λόγος των γυναικείων οργανώσεων (εξευτελισμός της γυναικείας υπόστασης, ανισότητα στη μεταχείριση των δυο φύλλων, υποβόσκων σεξισμός και μισογυνισμός της ελληνικής κοινωνίας κ.ο.κ.), αν και επέστρεφε συνεχώς στη συζήτηση, παρέμενε εντούτοις στο πληροφοριακό επίπεδο της παράθεσης των γεγονότων. Δεν αποτέλεσε, κατά συνέπεια, αυτόνομο άξονα της συζήτησης, αλλά μέρος της επιχειρηματολογίας για την ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων του κρατουμένου και ορθής λειτουργίας του κράτους δικαίου.[21] Μ’ αυτήν την έννοια, η επιφαινόμενη διαφοροποίηση μέσα από την εκδοχή της «θυματοποίησης» της Κολιτσοπούλου καταλήγει να λειτουργεί ως η άλλη όψη στερεοτυπικά αποδιδόμενων γυναικείων χαρακτηριστικών. Δηλαδή, η γυναικεία αδυναμία και υποτέλεια είναι, τρόπον τινά, η άλλη όψη του νομίσματος που απεικονίζει την καταστροφικότητα της «κακής» γυναίκας.

Υπόθεση Λιόλιου:[22] «Στάζει αίμα η αρχηγός»[23]

Τον Ιανουάριο του 1990, τρία νεαρά άτομα, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι το οποίο είχε ερωτικό δεσμό με έναν από τους άλλους δύο δράστες, σκότωσαν την ηλικιωμένη Στέλλα Μαλιάρα στο σπίτι της, στον Ταύρο, για να την ληστέψουν. Ομολόγησαν και τρεις το έγκλημα και το απέδωσαν στη χρήση ουσιών. Ένα χρόνο μετά καταδικάστηκαν σε ισόβια, ποινή η οποία μειώθηκε το 1994, στη δίκη σε δεύτερο βαθμό.

Στην περίπτωση και αυτού του εγκλήματος, κυρίως δε κατά την περίοδο της σύλληψης και της ομολογίας των δραστών, σε όλες τις εφημερίδες κυριαρχούσε η εικόνα της γυναικείας συμμετοχής και του πρωταγωνιστικού της ρόλου, για τον οποίο οι ερμηνείες παρέπεμπαν άλλοτε στη χρήση ουσιών και άλλοτε στον σκληρό χαρακτήρα της δράστιδας, τουτέστιν σε ατομικά χαρακτηριστικά που αφορούσαν το ήθος και το συναίσθημα.[24] Ανάμεσα στις αναπαραστατικές πρακτικές ήταν η συνεχής παρουσία της Λιόλιου στα δημοσιεύματα, η αφήγηση της ιστορίας σε πρώτο πρόσωπο, οι φωτογραφίες της που κυριαρχούσαν στο στήσιμο της σελίδας. Κυρίως δε στις λαϊκές εφημερίδες, την εικόνα ενίσχυαν τίτλοι όπως: «Εγώ τη χτύπησα πρώτη λέει η ύαινα του Ταύρου» (Ελεύθερος Τύπος, 14-1-90) ή λογοπαίγνια όπως «η Αγγελική με το σατανικό πρόσωπο» (Ελεύθερος Τύπος, 15-1-90)

Σε αντίθεση, όμως, με την υπόθεση Κολιτσοπούλου, στην περίπτωση αυτή δεν αναπαριστάται η μεταστροφή του κοριτσιού σε «κακή γυναίκα», αλλά μάλλον μια μορφή εξομοίωσης με τον άνδρα διαμέσου της ανάδειξης ανδρικών χαρακτηριστικών της δράστιδας. Ένας λόγος ο οποίος την εξαιρεί από την κατηγορία των «δικών μας» γυναικών, πολλώ δε μάλλον καθώς, στο πλαίσιο μιας αναδρομικής ανακατασκευής της ταυτότητάς της, ανασημαίνεται το γεγονός της έλλειψης κοινωνικού ελέγχου εντός του οικογενειακού πυρήνα.

Η Αγγελική Λιόλιου αναπαρίσταται ως η πιο αποφασισμένη από τους τρεις, η πιο σκληρή και της αποδίδεται αρχηγικός ρόλος. [25] Έτσι, στρέφει τον εραστή της και τον φίλο τους σε καταστροφικές ενέργειες, όχι με τη γοητεία της γυναίκας, αλλά με την ανδρικότητα της κοπέλας, της έφηβης. Σε αντίστιξη, οι δύο νεαροί εμφανίστηκαν με περισσότερο «γυναικεία» χαρακτηριστικά όπως αδυναμία, μετάνοια, αποποίηση ευθυνών, αναποφασιστικότητα απέναντι στην αποφασιστικότητα της Λιόλιου κ.ο.κ.

Ανάμεσα στα πιο ενδεικτικά δημοσιεύματα είναι το, μικρής έκτασης, δημοσίευμα της εφημερίδας Έθνος της 16 Ιανουαρίου, με τίτλο: «Αμετανόητη η Αγγελική» και υπότιτλο: «Σκοτώσαμε τη γριά για τα λεφτά της». Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται: «Αντίθετα, οι δύο συγκρατούμενοί της, αν και άνδρες, λύγισαν […] ξέσπασαν σε κλάματα και δήλωσαν μετανοιωμένοι: “Δεν ξέραμε τι κάναμε. Είχαμε πιει χάπια. Λυπάμαι και μετανιώνω” δήλωσε ο 24χρονος Μιχάλης Παπαδόπουλος. Πλάι του η Αγγελική Λιόλιου, με την οποία συζούσε πριν τον φόνο, κυριολεκτικά “έκλεψε την παράσταση”. Τον αγριοκοίταξε και του είπε με περιφρόνηση: “Ποια χάπια βρε μ…; Πες ότι πεινάγαμε και δεν είχαμε λεφτά να φάμε…” Μετανοιωμένος δήλωσε και ο 19χρονος Περικλής Κανέλλης» (Έθνος, 16 Ιανουαρίου 1990, σ. 18).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το στήσιμο της σελίδας στην οποία εντάσσεται το συγκεκριμένο δημοσίευμα: Κάτω από το γενικό τίτλο - σφραγίδα «Σικάγο η Αθήνα», δημοσιεύεται επίσης ρεπορτάζ με τίτλο: «6 ληστείες και 4 επιθέσεις τσαντάκηδων», καθώς και φωτογραφίες δύο εκ των θυμάτων. Η φωτογραφία, ωστόσο, η οποία δεσπόζει σ’ ολόκληρη τη σελίδα είναι η φωτογραφία μιας από τις γυναίκες που έπεσαν θύμα των «τσαντάκηδων», παρότι στο κείμενο, η αναφορά στην δική της περίπτωση περιορίζεται σε έξι γραμμές στο τέλος της τελευταίας στήλης. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να δούμε ότι στο στήσιμο της σελίδας απεικονίζεται συν τοις άλλοις και ένας ορισμός της κανονικότητας της γυναικείας κατάστασης και της εν δυνάμει θυματοποίησής της (γυναίκα – νοικοκυρά – εν δυνάμει θύμα εγκληματικών ενεργειών) σε αντιπαράθεση με αυτήν της «αμετανόητης» νεαρής εγκληματία, της οποίας η φωτογραφία συνυπάρχει στο δημοσίευμα σε μια επικοινωνιακά ενδιαφέρουσα συμμετρία: η απεικόνιση της θυματοποιημένης κανονικότητας βρίσκεται στο μέσο και δεξιά της σελίδας και είναι υπερτριπλάσια σε μέγεθος σε σχέση με την απεικόνιση της επικίνδυνης παρέκκλισης.

Ωστόσο η πιο ισχυρή εκδοχή αυτής της αντιπαράθεσης αφορά τα χαρακτηριστικά του ίδιου του θύματος και την κοινωνικά αναμενόμενη σχέση με την νεαρή δράστιδα: Νεαρή, δυνατή, ανηλεής δράστης / ηλικιωμένο, αδύναμο, προστατευτικό θύμα. Θα μπορούσαμε δε να μεταφέρουμε ως εξής τον αναπαριστώμενος μεταξύ τους «διάλογο»: «Αν δεν σκότωνε τη γριά ο φίλος μου, θα τη σκότωνα εγώ» (λεζάντα φωτογραφίας της Αγγελικής Λιόλιου στην πρώτη σελίδα της Απογευματινής της 15 Ιανουαρίου 1990). «Παιδιά μου, εγώ δεν σας μεγάλωσα; Γιατί με βασανίζετε έτσι;». «“Ευχαριστώ” με μαχαιριές» (υπέρτιτλος και τίτλος αντίστοιχα δισέλιδου ρεπορτάζ, ΤΑ ΝΕΑ, 15 Ιανουαρίου 1990).[26]

Στην αναπαράσταση αυτή προφανώς, πέραν της νεαρής ηλικίας της Λιόλιου συμμετέχει και το γεγονός ότι ήταν τοξικομανής, [27] δηλαδή ήδη πριν από τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος βρισκόταν εκτός πλαισίου και ρόλων που συγκροτούν την αναπαράσταση της γυναικείας κανονικότητας. Γενικότερα, λοιπόν, μπορούμε να υποθέσουμε ότι εάν η Αγγελική Λιόλιου δεν ήταν γυναίκα, δεν θα ήταν η «ύαινα του Ταύρου», η «αιματοβαμμένη αρχηγός», αλλά κάποιος από τους 3 τοξικομανείς δράστες του εγκλήματος και ο ιδεολογικός λόγος θα αρθρωνόταν γύρω από άλλους άξονες. Αυτό προκύπτει με κάθε σαφήνεια στη συνέχεια, όταν ο δημοσιογραφικός λόγος αλλάζει και η δράστης θυματοποιείται. Δεν θυματοποιείται, όμως, ως γυναίκα, αλλά επειδή υποβιβάζεται στο ρόλο του «άτυχου παιδιού» που δεν διαπαιδαγωγήθηκε στους γυναικείους ρόλους της εντός του οικογενειακού πυρήνα. Πράγματι, ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της ειδησεογραφικής αφήγησης αυτής της υπόθεσης, είναι ακριβώς η μεταστροφή της στάσης των εφημερίδων κατά την περίοδο από τη σύλληψη μέχρι τη δίκη σε δεύτερο βαθμό. Δηλαδή, ενώ η ρητορική της διαλυμένης οικογένειας και της κοινωνικής προέλευσης των δραστών αποτέλεσε κεντρικό ερμηνευτικό άξονα καθ’ όλη την υπό εξέταση περίοδο, κατά την περίοδο της σύλληψης αυτός ο ερμηνευτικός άξονας λειτουργούσε κυρίως προς την κατεύθυνση της αναπαράστασης κοινωνικά επικίνδυνων ατόμων. Στη συνέχεια, όμως, η ίδια ρητορική χρησιμοποιήθηκε απενοχοποιητικά, με κεντρικό επιχείρημα ότι δεν ήταν δική τους ευθύνη αν αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν σε κοινωνικές συνθήκες που διευκόλυναν τη χρήση ναρκωτικών και το πέρασμα σε εγκληματικές δραστηριότητες. Έτσι και η πρωτόδικη απόφαση θεωρήθηκε υπερβολικά αυστηρή και η μετατροπή συντέλεσε στην αναπαράσταση μιας δικαιοσύνης με ανθρώπινο πρόσωπο που δεν έρχεται μόνον ως τιμωρός, αλλά και ως αρωγός.

Και η πατρική υπεράσπιση ήρθε από τον ίδιο τον δημόσιο κατήγορο. Ο εισαγγελέας της έδρας χαρακτήρισε την πρωτόδικη ποινή των ισοβίων ως ιδιαίτερα σκληρή. “Είμαι κι εγώ πατέρας”, είπε στην αγόρευσή του, “κι αυτή η υπόθεση με έχει συγκινήσει. Θα μπορούσαν αυτά τα παιδιά να έχουν διαφορετική πορεία. Έχουν ομολογήσει, αλλά η απόφαση δεν τους αφήνει κανένα περιθώριο.” (Ελευθεροτυπία, 22 Φεβρουαρίου 1994).[28]

Σ’ αυτό το νέο ερμηνευτικό πλαίσιο, η γυναίκα - δράστης – πρωταγωνίστρια του εγκλήματος, μεταβλήθηκε σε παδί-θύμα αλλά, ούτως ή άλλως, με προδιαγεγραμμένη μια πορεία εκτός συμβατικών γυναικείων ρόλων που θα μπορούσαν να εγγυηθούν την ένταξή της στην κοινωνία.

Συμπεράσματα

Η γυναικεία εγκληματικότητα κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα ειδησεογραφικά θέματα διότι, ως ασύνηθες και μη αναμενόμενο κοινωνικά γεγονός, πληροί την προϋπόθεση της παρέκκλισης από τον κανόνα, τουτέστιν ένα από τα βασικά κριτήρια προκειμένου να θεωρηθεί ένα γεγονός ειδησεογραφικά ενδιαφέρον. Στο πλαίσιο, όμως, της υπόθεσης ότι ο λόγος των ΜΜΕ συνιστά μια από τις πρακτικές δραστηριοποίησης και υλοποίησης ενός κυρίαρχου ιδεολογικού λόγου, όχι μόνον για το έγκλημα και την ποινή αλλά και για την ίδια την «γυναικεία φυσιολογικότητα», η ανάλυση της ειδησεογραφίας για την γυναικεία εγκληματικότητα δεν εστίασε στο πληροφοριακό στοιχείο ή το περιεχόμενο του ρεπορτάζ, καθώς μείζονος σημασίας αναδείχτηκαν τα στοιχεία του υποστρώματος, οι ερμηνείες των γεγονότων, οι οποίες υποδεικνύουν και το βασικό ιδεολογικό αποτέλεσμα των παραγόμενων μηνυμάτων. Με άλλα λόγια, μέσα από τα στοιχεία του υποστρώματος φάνηκε να υποστασιοποιείται με ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο η Άλλη (γυναίκα), καθώς ακυρώνονται συμβολικά ρόλοι ή ιδιότητες που δεν συνάδουν με αυτό που, στα εκάστοτε κοινωνικο-πολιτισμικά συμφραζόμενα, συνιστά την «πρέπουσα γυναικεία συμπεριφορά».[29]

Με τα αναφερθέντα παραδείγματα προσπάθησα να δείξω ότι οι δημοσιογραφικές αφηγήσεις της γυναικείας εγκληματικότητας μπορεί να είναι διακριτές, ενίοτε να εμφανίζονται και ως αντιθετικές, ωστόσο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συγκλίνουν στην αναπαραγωγή του γυναικείου στερεότυπου, κυρίως διαμέσου της επιφανειακής ανατροπής του: της ανατροπής της φυσιολογικότητας του γυναικείου ρόλου ή των στερεοτυπικά αποδιδόμενων γυναικείων χαρακτηριστικών. Έτσι, τόσο η αναπαράσταση της εγκληματικότητας των «δικών μας» γυναικών (υπόθεση Κολιτοσπούλου), όσο και των «άλλων» (υπόθεση Λιόλιου) συγκλίνουν σ’ έναν κεντρικό ερμηνευτικό άξονα: η γυναικεία εγκληματικότητα δεν αναπαριστάται απλά ως υπέρβαση των ορίων αλλά ως πραγματική ανατροπή της «γυναικείας κανονικότητας». Έτσι και η δεσπόζουσα εικόνα περί της ύπαρξης μιας «ιδιαίτερης εγκληματικής προσωπικότητας» (το στερεότυπο του εγκληματία που εδράζεται σε ένα πλήθος μελετών που αναζητούν μια ποιοτική και αποδεδειγμένη διαφορά μεταξύ του εγκληματία και του νομοταγούς), στην περίπτωση της γυναίκας εγκληματία αποκτά μια ποσοτική διάσταση που αφορά κατά κύριο λόγο τον βαθμό υιοθέτησης (ή, σωστότερα, απόδοσης στην γυναίκα εγκληματία) χαρακτηριστικών που συνάδουν με την στερεοτυπικά οριζόμενη «κανονικότητα» του άνδρα.[30] Μ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε συμπερασματικά να υποστηρίξουμε ότι, ούτως ή άλλως, τα αίτια και η φαινομενολογία της γυναικείας εγκληματικότητας καθίστανται ένα δευτερεύον ζήτημα, καθώς ο πυρήνας του θέματος είναι ότι η γυναικεία εγκληματικότητα (ως ειδική εγκληματικότητα που συναρτάται με έμφυλα χαρακτηριστικά), είναι πραγματική μόνον στον βαθμό που ορίζεται και αντιμετωπίζεται ως τέτοια.[31]


Βιβλιογραφία

Butler, Judith (2006), «Παραστασιακές επιτελέσεις και συγκρότηση του φύλου: Δοκίμιο πάνω στη φαινομενολογία και τη φεμινιστική θεωρία», στο Αθανασίου Αθηνά (εισαγωγή- επιμέλεια), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, μετάφραση: Μαργαρίτα Μηλιώρη, Αθήνα: νήσος,

Cain, M. (1990), “Towards Transgression: new directions in feminist criminology” στο International Journal of the Sociology of Law, n. 18

Chesney-Lind, M. & M. Eliason (2006), “From invisible to incorrigible: The demonization of marginalized women and girls”, στο Crime, Media, Culture, 2(1)

Cohen, S & J.Young (1988) (εισαγωγή- επιμέλεια), The manufacture of news. Social problems, deviance and the mass media, London: Constable

Daly, K. “Feminist Thinking about crime” στο Henry, S. & Lanier M.M., The essential criminology reader, Colorado: Westviewpress

Faustini, G,. (1995), Le tecniche del linguaggio giornalistico, Roma: NIS

Feeley, M & D. Little (1991), “The Vanishing Female: The Decline of Women in the Criminal Process”, στο Law and Society Review, 25

Garland, D. (1985), “The criminal and his science. A critical account of the formation of criminology at the end of the nineteenth century”, στο The British Journal of Criminology, vol.25, 2

Halkias, A.(1999), “From social butterfly to modern-day Medea: Elizabeth Broderick’s portrayal in the press”, in Critical Studies in Mass Communication, n. 19.

Halkias, A.. "Nationalism, Lipstick and Kitchen Knives: Power and Society in the Case of Reetika Vazirani." στο Picturing Women, επιστημ.επιμ. Shifrin, Susan, Philadelpia, PA: Pennsylvania State University Press, 2007

Hall, S et al. (1978), Policing the crisis: Mugging, the state and law and order, London: Macmillan

Hall, S et al. (1988), “The social production of news: mugging in the media”, in Cohen, S, J.Young (επιμέλεια), The manufacture of news. Social problems, deviance and the mass media, London: Constable

Koukoutsaki, A. (2004), “Images of criminals. Deconstructing the law-breaker, constructing the criminal”, στο H.J. Albercht-T. Serassis- H. Kania (εισαγωγή- επιμέλεια) Images of Crime II, Freiburg im Br: Iuscrim

Malicoat, S. (2007), “Gendered Justice. Attributional Differences Between Males and Females in the Juvenile Courts”, στο Feminist Criminology, 2 (1)

Martin, Emily (2006), «Το ωάριο και το σπερματοζωάριο: Πώς η επιστήμη έπλασε ένα ειδύλλιο βασισμένο στους στερότυπους ανδρικούς και γυναικείους ρόλους», στο Αθανασίου Αθηνά (εισαγωγή- επιμέλεια), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, μετάφραση: Πελαγία Μαρκέτου, Αθήνα: νήσος,

Melossi, D. (1998),"Introduction", στο Melossi D. (εισαγωγή- επιμέλεια), The Sociology of Punishment: Socio- Structural Perspectives, Aldershot: Ashgate

Melossi, D. (1999), “Κοινωνική Θεωρία και μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία», στο Α. Κουκουτσάκη (εισαγωγή- επιμέλεια), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρο

Melossi, D. (2002) Stato, Controllo Sociale, Devianza, Milano: Bruno Mondadori,

Melossi, D. (2006), «Ποινικές πρακτικές και «διακυβέρνηση των πληθυσμών» στους Marx και Foucault», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή - επιμέλεια), Εικόνες φυλακής, Αθήνα: Πατάκης

Rafter, N. (1985), Partial Justice: Women in State Prisons, 1800-1935, Boston: Northeastern University Press

Rafter, N. (1998), “Gender, Prison and Prison History”, στο Melossi, D. (εισαγωγή- επιμέλεια), The Sociology of Punishment, Ashgate, Dartmouth

Sharp, F.S. & K. Hefley (2007), “This is a man’ s wold... or least that’s how it looks in the journals”, στο Critical Criminology, 15

Tuchman, G. (1988), “The symbolic annihilation of women by the mass media”, στο Cohen, S & J.Young (1988) (εισαγωγή- επιμέλεια), The manufacture of news. Social problems, deviance and the mass media, London: Constable

Wilson, J.Q. & R. J. Hernnstein (1985), Crime and Human Nature, New York: Simon & Schuster

Wright, R. (1987), “Are ‘Sisters in Crime’ finally being booked? The coverage of women and crime in journals and textbooks”, στο Teaching Sociology, 15: 4

Αθανασίου Αθηνά (εισαγωγή- επιμέλεια), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, μετάφραση: Μαργαρίτα Μηλιώρη, Αθήνα: νήσος,

Αποσπόρη, Ε. «Εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου», στο Κουράκης, Ν. (επιμέλεια, προλεγόμενα), Έμφυλη Εγκληματικότητα. Ποινική και εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου, Αθήνα: Σάκκουλας

Βαρβαρέσσου, Ξ. (2000), «Αναπαραστάσεις του δράστη και του θύματος στα ΜΜΕ. Μια εμπειρική προσέγγιση: Υπόθεση Μανόλης Δουρής», στο Εγκληματίες και θύματα στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Αφιέρωμα στη μνήμη Ηλία Δασκαλάκη, Αθήνα: ΕΚΚΕ

Δασκαλάκης, Η. (1985), Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, Αθήνα: Σάκκουλας

Κομνηνού, Μ. & Χ. Λυριτζής (εισαγωγή- επιμέλεια) (1989), Κοινωνία, εξουσία και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, Αθήνα: Παπαζήσης

Κοταρίδης, Ν. (2006), «Η φυλακή στα ρεμπέτικα τραγούδια», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή- επιμέλεια), Εικόνες φυλακής, Αθήνα: Πατάκης

Κουκουτσάκη, Α. (2000), «Εγκληματικό στερεότυπο και ΜΜΕ. Ιδεολογίες του εγκλήματος και το θέμα της κοινωνικής συναίνεσης», στο Εγκληματίες και θύματα στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Αφιέρωμα στη μνήμη Ηλία Δασκαλάκη, Αθήνα: ΕΚΚΕ

Κουκουτσάκη, Α. (2002), Χρήση ναρκωτικών, ομοφυλοφιλία. Συμπεριφορές μη συμμόρφωσης μεταξύ ποινικού και ιατρικού ελέγχου, Αθήνα: Κριτική

Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή- επιμέλεια), Εικόνες φυλακής, Αθήνα: Πατάκης

Κουράκης, Ν. (2006) (επιμέλεια, προλεγόμενα), Έμφυλη Εγκληματικότητα. Ποινική και εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου, Αθήνα: Σάκκουλας

Νικολαίδης, Α. (2006), «Μέσα μαζικής επικοινωνίας και φυλακή», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή- επιμέλεια), Εικόνες φυλακής, Αθήνα: Πατάκης

Σεραφετινίδου, M (1991), Κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Ο ρόλος των μέσων στην αναπαραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού, Αθήνα: Gutemberg

Τζαννετάκη, Τ. (2006), Ο νεοσυντηρητισμός και η πολιτική της μηδενικής ανοχής. Μια κριτική θεώρηση των θέσεων του James Q. Wilson, Αθήνα: Α.Ν. Σάκκουλας

Τσίλη, Σ. (1995), Η τοξικομανία ως ιδεολογικό διακύβευμα. Η περίπτωση της Ελλάδας, Αθήνα: ΕΚΚΕ


* Το κείμενο βασίζεται στην ομότιτλη εισήγηση η οποία παρουσιάστηκε στην της ημερίδα με θέμα Φύλο, Δημόσιος χώρος και ΜΜΕ. Πανεπιστημιακή Κοινότητα και Έρευνα, την οποία διοργάνωσε το Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, στο πλαίσιο του Προγράμματος Σπουδών Φύλου (16 Μαρτίου 2006, Πάντειο Πανεπιστήμιο) και δημοσιεύθηκε στο συλλογικό έργο, Ψύλλα Μαριάννα, 2009, [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς] Δημόσιος χώρος και φύλο, Αθήνα: Τυπωθήτω .


[1] Η φεμινιστική εγκληματολογία εμφανίζεται με το δεύτερο κύμα του φεμινιστικού κινήματος (δεκαετία του ’70). Στις πιο σύγχρονες εκδοχές της αντιπαραθέτει στις συμβατικές αιτιολογικές προσεγγίσεις τις πολιτισμικές θεωρίες περί κοινωνικής κατασκευής του φύλου, ενώ προβληματοποιεί τους θεσμούς της ποινικής δικαιοσύνης αναδεικνύοντας τις προκαταλήψεις που συνεπάγεται η ανδροκεντρική δομή τους. Οι ειδικότερες προσεγγίσεις της φεμινιστικής εγκληματολογίας κατατάσσονται σε φιλελεύθερες, ριζοσπαστικές, μαρξιστικές και μεταμοντέρνες (Daly, 2006: 205 κε, Αποσπόρη, 2006: 50)


[2] «Πρόκειται, δηλαδή, για την ίδια κοινωνική διαδικασία, όπου οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις που παράγει η κοινωνία - και οι εγκληματολόγοι για την κοινωνία - σχετικά με τον εγκληματία, προσανατολίζουν την κοινωνική δράση του τιμωρητικού συστήματος επηρεάζοντας τα ποσοστά εγκλεισμού, τα οποία, με τη σειρά τους, επηρεάζουν την ποιότητα της αναπαράστασης…» (Melossi, 1999: 27, 28).

[3] Primary definers σύμφωνα με τον όρο του Hall, δηλαδή κάτοχοι θεσμικής ή αντιπροσωπευτικής ισχύος και ειδικής γνώσης (Hall et al, 1978: 58).


[4] Πράγματι η διερεύνηση του θέματος στο πλαίσιο της παραδοσιακής εγκληματολογίας παρέμεινε εστιασμένη σε συγκεκριμένες κατηγορίες παραβάσεων που αφορούν κατά κύριο λόγο την γυναικεία σεξουαλικότητα, ενώ το θέμα δεν εμφανίζεται καν σε μεγάλους σταθμούς της εγκληματολογίας όπως είναι η αμερικάνικη κοινωνιολογική παράδοση ή οι εγκληματολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης. Για μια επισκόπηση της συμμετοχής του θέματος στην εγκληματολογική παραγωγή, βλέπε ενδεικτικά Wright (1987), Sharp & Hefley (2007)


[5] Βλέπε ενδεικτικά: Melossi (1999, 2002), Αποσπόρη (2006: 43 κε) Wilson & Herrnstein (1985), για το έργο του J. Q. Wilson βλ. Τζαννετάκη (2006) και ειδικότερα το 3ο κεφ. «Μονγονεικές οικογένειες και μηδενική ανοχή».


[6] Με εξαίρεση τις περιόδους πολέμου, όταν τμήμα του ανδρικού ποινικού επιστρατεύεται και αλλάζουν οι αναλογίες με βάση το φύλο, η παρουσία της γυναίκας στον ποινικό πληθυσμό κυμαίνεται γύρω στο 5%. (Melossi, D, 2002: 207-208). Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, στοιχεία που προέρχονται από τις αστυνομικές στατιστικές (αφορούν υπόπτους και όχι δράστες εγκληματικών ενεργειών) δίνουν στις γυναίκες ένα μερίδιο 7% επί της συνολικής εγκληματικότητας το 1973 και 14% το 2003 (Κουράκης, 2006: 15-16).


[7] Ας σκεφθούμε μόνον το μεσαιωνικό «κυνήγι των μαγισσών», φαινόμενο το οποίο αναπαράχθηκε στην αμερικάνικη κοινωνία του 17ου αιώνα, ενώ σύμφωνα με έρευνα των Feeley & Little, στην Αγγλία και τις ΗΠΑ είχε καταγραφεί ένα μεγάλο ποσοστό καταδικών γυναικών για κακουργήματα (κατά περιόδους έφτανε στο 45%) σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα (Feeley & Little, 1991: 719, όπως αναφέρεται στο Melossi, 1998: xv). Πιο σύγχρονες δε έρευνες δείχνουν μια αύξηση των νεαρών κοριτσιών που εισάγονται στο ποινικό σύστημα (Malicoat, 2007)


[8] Στην βιβλιογραφία αναφέρεται συχνά η ηπιότερη αντιμετώπιση της γυναίκας από τους τιμωρητικούς θεσμούς (βλέπε ενδεικτικά Melossi, 2002: 207 κ.ε., Κουράκης, 2006)


[9] Η αναφορά είναι σε ένα παράδειγμα διαφορετικής ποινικής μεταχείρισης λευκών και έγχρωμων γυναικών, όπου η μίσθωση κρατουμένων για να εργασθούν στην κατασκευή σιδηροδρομικών σταθμών φέρεται ως κάτι αδιανόητο για λευκές γυναίκες. Το παράδειγμα αναφέρεται στο Rafter (1985: 413)


[10]Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτέλεσε η τηλεοπτική κάλυψη της εξέγερσης στα προάστια του Παρισιού, τον Νοέμβρη του 2005 από τα ελληνικά ΜΜΕ. Η συλλογή και η ανάλυση της σχετικής ειδησεογραφίας στα κεντρικά δελτία ειδήσεων της ΝΕΤ και του MEGA κατά την περίοδο από την 1 έως 10 Νοεμβρίου έγινε από τους τότε φοιτητές του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογία του Παντείου Παν/μίου, Μαριάννα Στιβαχτά και Θωμά Παπακωνσταντίνου (δελτία ΝΕΤ), Ελευθερία Αλαβάνου και Παναγιώτα Καλλιμάνη (δελτία MEGA). Ένα ειδικότερο ζήτημα το οποίο ανέδειξε η τηλεοπτική κάλυψη των γεγονότων στα κεντρικά δελτία των τηλεοπτικών σταθμών ΝΕΤ και του MEGA, αφορά ακριβώς τη γυναικεία συμμετοχή σ’ αυτά. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα του πώς ορίστηκαν τα γεγονότα και τα αίτιά τους (εξέγερση, ανορθολογική βία, φυλετικό ζήτημα, τρομοκρατία / σύνδεση με το ευρύτερο ζήτημα της τρομοκρατίας κοκ), στην αναπαράσταση του δρώντος υποκειμένου δεν έγινε κανενός είδους μνεία της γυναικείας συμμετοχής. Έτσι, παρακολουθώντας την ειδησεογραφική κάλυψη των γεγονότων δεν μπορούσε να ξέρει κανείς εάν πράγματι δεν συμμετείχαν γυναίκες σ’ αυτά ή εάν οι εξεγερμένες νεαρές γυναίκες ταυτίστηκαν τόσο με τους άνδρες, ώστε δεν χρειάστηκε να γίνει ειδικότερη μνεία της συμμετοχής τους. Ωστόσο, τόσο η έμφυλη, όσο και η φυλετική διάσταση εμφανίστηκε πολλές φορές στα ρεπορτάζ που αναφέρονταν στο θέμα των αντιδράσεων των κατοίκων των προαστίων, στα οποία υπήρχε σημαντικό ποσοστό γυναικών ανάμεσα σ’ αυτούς που έδιναν συνεντεύξεις και σχολίαζαν τα γεγονότα. Θα μπορούσε, λοιπόν, να πει κανείς ότι στη δημοσιογραφική κάλυψη εκείνων των γεγονότων, η έγχρωμη γυναίκα αποτέλεσε μέρος ενός ορισμού της κανονικότητας του «καλού γάλλου μετανάστη», αλλά απουσίαζε εντελώς από τον ορισμό της εκτροπής από την κανονικότητα. Τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισχύει το ίδιο και στην περίπτωση των λεγόμενων «γνωστών-αγνώστων» της ελληνικής πολιτικής σκηνής, καθώς στον ορισμό τους δεν περιλαμβάνονται ούτε υπαινικτικά οι «γνωστές-άγνωστες».


[11] Η ανάλυση βασίζεται κατά κύριο λόγο στο έργο του Stuart Hall. Από τη σχετική ελληνική βιβλιογραφία βλ. ιδιαίτερα Σεραφετινίδου (1991), Κομνηνού & Λυριτζής (εισαγωγή, επιμέλεια) (1989), Νικολαίδης (2006)


[12] Βλέπε ενδεικτικά στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν οι «λαϊκές» κυρίως εφημερίδες το (ειδησεογραφικά ενδιαφέρον για να αγνοηθεί) γεγονός της δραστηριοποίησης γυναικείων οργανώσεων, οι οποίες συμπαραστάθηκαν στην Κάτια Κολιτσοπούλου κατά την διάρκεια της δίκης της.


[13] Το υλικό του παρόντος άρθρου, καθώς και της εισήγησης στην οποία βασίστηκε σε υλικό που προέρχεται από ένα ευρύτερο ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο εκπονείται στο πλαίσιο προπτυχιακού Σεμιναρίου και το οποίο αφορά τις αναπαραστάσεις του εγκλήματος στα ΜΜΕ. Το Σεμινάριο αυτό ξεκίνησε το 1997 στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και από το 2005 συνεχίζεται στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας.


[14] Η «μοιραία γυναίκα» ως φορέας του πονηρού που πλανεύει, ξελογιάζει και καταστρέφει τον άνδρα είναι μια πολύ οικεία εικόνα στην λαϊκή κουλτούρα. Βλέπε ενδεικτικά Κοταρίδης (2006: 410) για την παρουσία της στα ρεμπέτικα τραγούδια της φυλακής.


[15] «Πρόεδρος Δικαστηρίου [στη μητέρα του Σγουρίδη]: Ήθελε η κατηγορουμένη να παντρευτεί το γιο σας; Μάρτυρας: Αν ήθελε να τον παντρευτεί θα τον πρόσεχε. Δεν θα τον έστελνε στην καταστροφή. Είμαι σίγουρη ότι κάποιος άλλος την περίμενε. Ο γιος μου ήταν το θύμα» (στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/3/1986).


[16] «Δεν έδειξε να στεναχωρήθηκε καθόλου για τον άντρα της. [Το βράδυ της δολοφονίας] Στην αρχή κλείστηκε στο δωμάτιό της. Μετά, όλο πήγαινε στον καθρέφτη και βαφόταν. Έλεγε πως δεν ήθελε να έρθει στην κηδεία. Τελικά ήρθε, αλλά δεν έκλαψε ούτε κάθισε να χαιρετήσει» (από την κατάθεση του αδελφού του θύματος, στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 8/3/1986). Από τα στοιχεία δε των καταθέσεων που ανέδειξαν ιδιαίτερα οι «λαϊκές» εφημερίδες, ήταν η μαρτυρία των συγγενών του θύματος ότι η κατηγορούμενη ήταν πολύ διαχυτική στη συμπεριφορά της απέναντι στο σύζυγό της την ημέρα του φόνου


[17]Στις καταθέσεις περιγράφονται περιστατικά όπου η Κολιτσοπούλου σκηνοθετούσε, παρουσία του παιδιού της, σκηνές ξυλοδαρμού από τον σύζυγό της, προκειμένου να τον καταγγείλει στην Αστυνομία και να μπορέσει να φύγει από το σπίτι εγκαταλείποντάς τον.


[18] Κάτω ακριβώς από αυτή τη φωτογραφία συμβαίνει να βρίσκεται ένα τμήμα του δημοσιεύματος με τον υπότιτλο: «Σαν τρελή», στο οποίο παρατίθεται απόσπασμα από δήλωση που έκανε στο δημοσιογράφο πρώην συγκρατούμενή της, η οποία καταθέτει ότι η Κολιτσοπούλου «τυραννιέται πολύ που της έχει απαγορευθεί να βλέπει το παιδί της στη φυλακή».


[19] Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του ευρέως διαδεδομένου στερεοτύπου της μοιραίας / καταστροφικής γυναίκας, βλέπε Emily Martin, 2006: 326


[20] Από τα πιο ενδεικτικά στοιχεία του υλικού αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, φωτογραφίες της Κολιτσοπούλου να κλαίει ή να δείχνει ένα κλαμένο πρόσωπο. Συγκριτικά θα μπορούσε να δει κανείς τις φωτογραφίες ανδρών δραστών οι οποίοι βρέθηκαν σε παρόμοιες συνθήκες. Για παράδειγμα, τις φωτογραφίες του Μανόλη Δουρή από την μεταγωγή του στις φυλακές μετά τη δίκη του: γεμάτος μώλωπες μετά την επίθεση που δέχτηκε από τους συγκρατούμενούς του, δείχνει στον φακό ένα πρόσωπο ψυχρό, αδάκρυτο (για την υπόθεση Δουρή, βλ. Βαρβαρέσσου, 2000, Koukoutsaki, 2004).


[21] Από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα είναι το δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας της 19/3/86, το οποίο αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά (κατά τα 4/5) στο θέμα της γυναικείας συμπαράστασης. Ωστόσο οι αφηγηματικές τεχνικές και η οργάνωση του κειμένου οδηγούν στο να συγχέεται κάποιες στιγμές η πληροφορία με τον σχολιασμό της, ο οποίος, ούτως ή άλλως, δεν αποκτά ποτέ τέτοια αυτονομία ώστε να γίνει διακριτός (Koukoutsaki, 2004: 215-216).


[22] Για την ταυτοποίηση της υπόθεσης, χρησιμοποιώ συμβατικά το επίθετο της, εκ των δραστών, Αγγελικής Λιόλιου στην αναπαράσταση του ρόλου της οποίας θα εστιάσει η ανάλυση.


[23] Η σφραγίδα πάνω στη φωτογραφία της Αγγελικής Λιόλιου στην πρώτη σελίδα της Απογευματινής της 15 Ιανουαρίου 1990.


[24] Ενδεικτικά: Έθνος, 16 Ιανουαρίου 1990, σ. 18. Τίτλος: Αμετανόητη η Αγγελική. Υπότιτλος: Σκοτώσαμε τη γρια για τα λεφτά της. Φωτογραφία της Αγγελικής Λιόλιου με λεζάντα: Σκληρή και αμετανόητη η 20χρονη Αγγελική Λιόλιου.

Ελευθεροτυπία της 16 Ιανουαρίου 1990. Μικρό δημοσίευμα στο οποίο δεσπόζει η φωτογραφία της Αγγελικής Λιόλιου, υπερδιπλάσια σε μέγεθος από το τις φωτογραφίες των δύο συγκατηγορουμένων της υπολογιζόμενες αθροιστικά. Τίτλος: Μέσα η 20χρονη. Υπότιτλος: « “Σκυλομετάνιωσα, αλλά ας όψονται τα χάπια”, λέει».

ΤΑ ΝΕΑ της 15 Ιανουαρίου 1990. Δισέλιδο δημοσίευμα -ρεπορτάζ, του οποίου ο μοναδικός υπότιτλος είναι: «Ήμουν αποφασισμένη να τη σκοτώσω», ενώ η λεζάντα της φωτογραφίας από την αναπαράσταση του εγκλήματος γράφει: «Εντύπωση προκάλεσε στους αστυνομικούς η άνεση και η ψυχραιμία με την οποία η 20χρονη Αγγελική Λιόλιου διηγήθηκε τις λεπτομέρειες του στυγερού εγκλήματος». Παρόμοια σχόλια δεν συνοδεύουν τις φωτογραφίες των άλλων δύο δραστών, στις οποίες γίνεται επίκληση και της χρήσης ουσιών: «Ήμαστε κάτω από την επήρεια χαπιών και δεν γνωρίζαμε τι κάναμε».


[25] Ας σκεφτούμε την συνάφεια με το στερεότυπο του –συνήθως άνδρα- εγκληματία και τον ιδεολογικό λόγο για τον ο οποίος τροφοδοτείται από εκφράσεις όπως στυγνός, στυγερός, ψυχρός, ασυγκίνητος κ.ο.κ.


[26] Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι πλήθος ερευνών για το φόβο του εγκλήματος εμφανίζει τους ηλικιωμένους ως περισσότερο επιρρεπείς στο φόβο να πέσουν θύματα εγκληματικών ενεργειών, παρότι η περιορισμένη κοινωνική τους ζωή και δραστηριότητες δεν ευνοούν την έκθεσή τους σε παρόμοιο κίνδυνο. Παράλληλα, η ιδιότητα του «νέου», αποτελεί συστατικό στοιχείο του στερεότυπου του εγκληματία ή αυτού το οποίο ορίζεται ως «ευάλωτος στο στίγμα» και αναλύεται στο πλαίσιο της εγκληματολογίας της κοινωνικής αντίδρασης: άνδρας, νέος, άνεργος, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου (Δασκαλάκης, 1985).


[27] Να θυμίσουμε επίσης ότι ο κυρίαρχος λόγος περί ναρκωτικών ταυτίζει τη χρήση με την νεανική ηλικία. Βλέπε ενδεικτικά Τσίλη (1997), Κουκουτσάκη (2002).


[28] Πβλ. και Κουκουτσάκη, 2000: 460.


[29] Ένας λόγος ο οποίος είναι, ούτως ή άλλως, παρών σε πλήθος προϊόντων των ΜΜΕ, από διαφημίσεις και τηλεοπτικές σειρές μέχρι την ίδια την ειδησεογραφία. Βλέπε ενδεικτικά Tuckman (1988)


[30] Βλέπε σχετικά, Chesney-Lind & Eliason (2006)


[31] Θεσμική επικύρωση αυτής της εικόνας συνιστά και η έμφυλη διάκριση της εγκληματικότητας σε ποινικούς κώδικες, με τον προσδιορισμό εγκλημάτων όπου τυπικοί δράστες ή θύματα είναι γυναίκες. Τυπικό παράδειγμα συνιστά η παιδοκτονία. Σχετικά με την σχετική ελληνική ποινική νομοθεσία, βλέπε Κουράκης, 2006.