Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Τα πουλιά και τα παιδάκια





«Σπουδαία επιτυχία και των παιδιών και των διδασκόντων στο Γυμνάσιο-Λύκειο που λειτουργεί εντός της φυλακής. Επιτυχία και του σωφρονιστικού συστήματος, που επιτρέπει σ' έναν έφηβο, ανεξάρτητα από το είδος του παραπτώματος για το οποίο κρατείται και από το είδος της ποινής, να σπουδάσει, να μορφωθεί και να αποδοθεί κάποια στιγμή πίσω στην κοινωνία» [Ευγενία Λουπάκη, http://www.avgi.gr/article/4978035/poulia-pano-sto-surma]
«...Εξύμνησε την επιτυχία σου ως επιτυχία της παιδείας μέσα στο σωφρονιστικό σύστημα. Ένα προσωπείο υψώθηκε. Έπεισε κάποιους ανυποψίαστους...» [από κείμενο συμπαράστασης συγκρατουμένων του απεργού πείνας Νίκου Ρωμανού, https://athens.indymedia.org/post/1534671/]

Κι ας πάμε στο πρώτο κείμενο:
«Τέσσερα παιδιά, φυλακισμένα στον Αυλώνα, έδωσαν πανελλήνιες και πέρασαν σε διάφορα ΑΕΙ. Χωρίς τη μαμά να φτιάχνει πορτοκαλάδες. Χωρίς μια βόλτα με τους φίλους και δυο φιλιά με το κορίτσι. Χωρίς φροντιστήριο».
Ας αφήσουμε στην άκρη το γεγονός ότι η περιγραφή των παιδιών με τις πορτοκαλάδες της μαμάς αντιστοιχεί σ’ ένα στερεότυπο και όχι την πραγματικότητα των νέων  που μπαίνουν στο πανεπιστήμιο. Ας το αφήσουμε στην άκρη, γιατί το θέμα μας είναι τα φυλακισμένα «παιδιά» [σε εισαγωγικά το παιδιά, γιατί πρόκειται για έφηβους που μάλλον δεν τους αρέσει να κατεβαίνουν στην ηλικιακή κλίμακα, δεν είναι αυτού του είδους η τρυφερότητα που τους λείπει].
Ας αφήσουμε και τα φροντιστήρια, γιατί είναι πολλοί οι νέοι και πολλές οι νέες που δίνουν εξετάσεις και πετυχαίνουν να μπουν στο πανεπιστήμιο, χωρίς να έχουν προσφύγει στην παραπαιδεία.
Κι ας πάμε για λίγο  στη «βόλτα με τους φίλους και δυο φιλιά με το κορίτσι», απλώς και μόνον γιατί η φράση λογοτεχνίζει μια εικόνα ελευθερίας. Ελευθερία. Αυτό που λείπει δηλαδή από τους έγκλειστους του Αυλώνα.  Ελευθερία, όχι ως αφηρημένη έννοια αλλά ως συνθήκη που περιλαμβάνει την αυτοδιάθεση ή την απο-κοινωνικοποίηση, την αποπαίδευση από αυτά που θεωρούσε αυτονόητα το άτομο πριν τον εγκλεισμό του -από αντικείμενα, συνήθειες, αυτονομία στον προγραμματισμό του χρόνου του μέχρι τη μιαντική έκθεση σε απεχθείς συνθήκες και άλλα πολλά. Ήδη το πέρασμα του ατόμου από την ελεύθερη ζωή στη φυλακή, το πρώτο βήμα σ' αυτήν, θέτει ένα φράγμα ανάμεσα στον τρόφιμο και τον έξω κόσμο. Ένα φράγμα το οποίο, με διάφορους τρόπους, οδηγεί σ’ αυτό που ο Γκόφφμαν, στο εξαιρετικό έργο του Άσυλα, αποκαλεί «παραμόρφωση και μίανση του εαυτού», καθώς η ιδιότητα του τροφίμου κατισχύει έναντι οιουδήποτε άλλου ρόλου και μπορεί να αναστείλει τους δεσμούς και την επίδοση σε άλλους ρόλους για όσο χρόνο διαρκεί ο εγκλεισμός –ήδη από την είσοδο στη φυλακή η ταυτοποίηση και ταξινόμηση, τα μέσα καταχώρησης και αναγνώρισης του τροφίμου με άλλα λόγια,  ακυρώνουν τις προγενέστερες βάσεις αυτοαναγνώρισής του (ο μαθητής, για παράδειγμα, γίνεται δράστης αυτού του εγκλήματος με όρους αυτονόητου γιατί οι φυλακές ανηλίκων υπάρχουν για να υποδέχονται ανήλικους παραβάτες). Στην ανάλυση του Γκόφμαν, λοιπόν, μπορεί να δει κανείς τους τρόπους –κοινωνικά νομιμοποιημένους, σημειώνω- με τους οποίους καταπατείται το όριο που θέτει το ίδιο το άτομο ανάμεσα στον εαυτό του και το περιβάλλον. Αυτό είναι που «αποδίδει η φυλακή στην κοινωνία», ένα αποπροσωποποιημένο, αποκοινωνικοποιημένο άτομο, το οποίο θα πρέπει να καταβάλλει μεγάλο κόπο για να ξαναβρεί την περπατησιά του, καθώς η κοινωνία δεν το υποδέχεται δα και μ’ ανοιχτές αγκάλες –όταν δεν το έχει απορρίψει ήδη πριν την επαφή του με το ποινικό σύστημα, συνθήκη που ισχύει για την μεγάλη πλειοψηφία των εγκλείστων.
Υπάρχει, λοιπόν, συναρθρωμένο με τη συνθήκη της ελευθερίας, ένα σκοτεινό κομμάτι βίας την οποία συγκαλύπτει το γεγονός ότι είναι νομιμοποιημένη βία. Σ’ ολόκληρη την ιστορία του θεσμού της φυλακής ο σωματικός πόνος ουδέποτε έχασε όχι μόνον την συμβολική αλλά και την πραγματική αξία.
"[Δ]ίκαιο είναι ένας κατάδικος να υποφέρει σωματικά περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους[...] Δύσκολα η ποινή διαχωρίζεται από ένα συμπλήρωμα σωματικού πόνου. Τι νόημα θα είχε μια τιμωρία εξω-σωματική;» λέει ο Μισέλ Φουκώ στο Επιτήρηση και Τιμωρία (1989: 26, , Ράππας). H άσκηση σωματικής βίας, λοιπόν, ενδημεί στις συνθήκες εγκλεισμού, στους τρόπους επιβολής της πειθαρχίας, στην ακύρωση βασικών αναγκών του κρατούμενου, στις συνθήκες επικινδυνότητας στις οποίες συχνά βρίσκεται.  
Παραθέτω πάλι την παράγραφο από το άρθρο της κ. Λουπάκη, κυρίως αναζητώντας το άρρητο περιεχόμενό του: «Επιτυχία και του σωφρονιστικού συστήματος, που επιτρέπει σ' έναν έφηβο, ανεξάρτητα από το είδος του παραπτώματος για το οποίο κρατείται και από το είδος της ποινής, να σπουδάσει, να μορφωθεί και να αποδοθεί κάποια στιγμή πίσω στην κοινωνία».
Και ξεκινάμε από τα βασικά, δηλαδή την υποχρέωση της Πολιτείας να μην στερεί από τον κρατούμενο το δικαίωμα στη μόρφωση. Δεν είναι επιτυχία λοιπόν, δεν είναι χαριστικό μέτρο, είναι υποχρέωση. Επιτυχία θα ήταν εάν κατάφερναν να μπουν στο πανεπιστήμιο όλοι οι έγκλειστοι που επιθυμούν και προσπαθούν να σπουδάσουν, κτίζοντας ένα τείχος ανάμεσα στον πόθο τους και τη συνθήκη του εγκλεισμού. Αλλά αυτό ανήκει στον χώρο της ουτοπίας εάν πάψουμε κάποτε να αποδίδουμε επανακοινωνικοποιητικές λειτουργίες στη φυλακή. «“Arbeit macht frei” ήταν γραμμένο στις εισόδους των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης. Υπό την ίδια κυνική έννοια είναι γραμμένο στα συντάγματά μας: “Η ποινή πρέπει να αποσκοπεί στην επανακοινωνικοποίηση του κατάδικου”», λέει ο Massimo Pavarini[i]       

«Ανεξάρτητα από το είδος του παραπτώματος και το είδος της ποινής», λέει η κ.Λουπάκη [θεωρώ τη λέξη «είδος» παραδρομή γιατί το είδος της ποινής είναι δεδομένο, το ύψος της  διαφοροποιείται]. Τι σημαίνει, όμως, αυτό το «ανεξάρτητα»; Η υποχρέωση της Πολιτείας θα μπορούσε να εξαρτάται από τέτοιες παραμέτρους; Ναι, φυσικά και θα μπορούσε και μπορεί και αυτές είναι οι φυλακές τύπου Γ! Δεν θα έπρεπε, όμως, και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Θα μπορούσα να συνεχίσω τον σχολιασμό και κυρίως, να ρωτήσω ποιος είναι ο κακός της ιστορίας, γιατί η εκδικητική δικαιοσύνη περιλαμβάνει και το σωφρονιστικό σύστημα εντός του οποίου διακυβεύεται το δικαίωμα του Νίκου Ρωμανού να συνεχίσει τις σπουδές του και, υπ’ αυτήν την έννοια, και τις φυλακές Αυλώνα. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία και απλώς θα σταθώ σε μια τελευταία παρατήρηση: Στην αγκαλιά του Νίκου Ρωμανού δεν ξεψύχησε κ. Λουπάκη «ένα ακόμα παιδάκι» γιατί, όση τρυφερότητα κι αν δείχνει η λέξη, απομειώνει τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο από τις άλλες ιδιότητες και ρόλους που συναρθρώνονταν στην προσωπικότητα, τη ζωή και την πολιτική συνείδηση του δολοφονημένου εφήβου, ενός απ’ τους πολλούς εφήβους που βροντοκτυπιούνται στα τζάμια για να βγουν απ’ την παγίδα.






[i] Pavarini, M., 1999, «Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ “ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ», στο Κουκουτσάκη, Α. (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον