Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Κοινωνικός έλεγχος: Κοινωνιολογικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις των τιμωρητικών συστημάτων [πανεπιστημιακές σημειώσεις]


Εισαγωγή

Στο πλαίσιο των παραδοσιακών μελετών περί ποινής μπορούμε να μιλήσουμε για δύο κυρίαρχες παραδόσεις: μια φιλοσοφική, η οποία απαντά στο ερώτημα «τι είναι ορθό;» με όρους νομιμότητας μάλλον παρά αποτελεσματικότητας της ποινής και μια ποινολογική, η οποία απαντά στο ερώτημα «τι λειτουργεί;». (Garland, 1991: 115 κε). Οι δύο αυτές παραδόσεις αντιστοιχούν, grosso modo, στις κλασικές και τις θετικιστικές αντιλήψεις περί ποινής αντίστοιχα. Γέννημα του Διαφωτισμού οι πρώτες, και ειδικότερα της σκέψης των Μοντεσκιέ, Μπεκκαρία, Χόουαρντ, Μπένθαμ,  θεμελιώνονται στην ιδέα ενός ανθρωπιστικού και ορθολογικού ποινικού συστήματος, το οποίο να επιτρέπει την δίκαιη τιμωρία του κρινόμενου ως ενόχου εγκληματικής ενέργειας, διαμέσου της αναλογίας βαρύτητας εγκλήματος και βαρύτητας ποινής. Το ευρύτερο φιλοσοφικό περιεχόμενο του Διαφωτισμού επηρέασε τόσο το ζήτημα των νομικών εγγυήσεων υπέρ του εγκληματία, όσο και το είδος και τους τρόπους έκτισης της ποινής, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Οι θετικιστικές αντιλήψεις, αντίθετα, εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στον εγκληματία, αντιμετωπίζουν την ποινή ως μέσο για την αναμόρφωση του εγκληματία εκκινώντας από την υπόθεση ότι «οι εγκληματίες αντιπροσωπεύουν ένα ιδιαίτερο σύνολο σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος […] Εφόσον γίνουν γνωστές οι ιδιαίτερες σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος που χαρακτηρίζουν τους εγκληματίες, η εγκληματική συμπεριφορά είναι δυνατό να προβλεφθεί και να ελεγχθεί και οι εγκληματίες να βελτιωθούν» (Michalowski, 1977: 31). Η εξέλιξη δε των ποινικών πρακτικών συναρτάται με τις μεταβολές των αντιλήψεων περί εγκλήματος και εγκληματία που παράγει η επιστημονική μελέτη του εγκλήματος.[1]
            Στο πλαίσιο των κοινωνιολογικών και πολιτισμικών προσεγγίσεων των τιμωρητικών συστημάτων, οι οποίες θα μας απασχολήσουν, η ποινή δεν είναι ένα μόνον νομικό ή φιλοσοφικό ζήτημα που θεμελιώνεται σε επιχειρήματα αποτελεσματικότητας ή νομιμότητας, αλλά ένας σύνθετος κοινωνικός θεσμός τον οποίο επηρεάζουν κοινωνικοί, ιστορικοί και πολιτισμικοί παράγοντες. Κάτω από αυτό το πρίσμα, οι εκάστοτε εφαρμοζόμενες ποινικές πρακτικές δεν απευθύνονται μόνον τους παραβάτες των κανόνων αλλά, μέσα από ένα πλέγμα αποτελεσμάτων και συμβολικών νοημάτων, επενεργούν στο σύνολο του πληθυσμού.  Κλασική είναι, από αυτή την άποψη, η ανάλυση του Durkheim, σύμφωνα με τον οποίο η τιμωρία του ενόχου  χρησιμεύει μόνο δευτερευόντως, στο σωφρονισμό του ενόχου ή τον εκφοβισμό των πιθανών μιμητών. H πραγματική της λειτουργία είναι να διατηρεί άθικτη την κοινωνική συνοχή, επιβεβαιώνοντας τη συλλογική συνείδηση και διατηρώντας τη ζωτικότητα της  (Durkheim 1893: 108- 109).
Θα πρέπει να σημειώσουμε ωστόσο ότι μέχρι περίπου την δεκαετία του 1970 η Κοινωνιολογία της Ποινής, με μικρές εξαιρέσεις,[2] δεν ήταν ένας ιδιαίτερα ανεπτυγμένος τρόπος σκέψης.  Ως  Κοινωνιολογία της Ποινής, μπορούμε να ορίσουμε ένα corpus μελετών που αναφέρονται στις σχέσεις μεταξύ ποινής και κοινωνίας και, θεωρώντας την ποινή ως ένα κοινωνικό φαινόμενο, έχουν ως στόχο να προσδιορίσουν το ρόλο της στην κοινωνική ζωή (Garland, 1998: 441). Στον επιστημονικό αυτό χώρο, κλασικό είναι το έργο του E. Durkheim, χωρίς ωστόσο, η κοινωνιολογία της ποινής να είναι ένας ιδιαίτερα ανεπτυγμένος τομέας σκέψης. Πράγματι, με μικρές εξαιρέσεις,[3]μέχρι τη δεκαετία του ’70 οι μελέτες των τιμωρητικών συστημάτων εντάσσονταν μάλλον σ’ ένα νομικό παρά σ’ ένα κοινωνιολογικό πλαίσιο σκέψης. Ένα από τα γεγονότα τα οποία έστρεψαν την προσοχή στην κοινωνιολογία της ποινής, είναι η έκδοση του πολύ σημαντικού έργου του Michel Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρίa, [4]  το οποίο επηρέασε σε τέτοιο βαθμό, ώστε φουκωικές έννοιες όπως πειθαρχία, επιτήρηση, εξουσία-γνώση κ.ο.κ. να βρίσκονται στην καρδιά των σύγχρονων μελετών που εντάσσονται στο χώρο της κοινωνιολογίας της ποινής (ό.π. σ. 442)
            Ειδικότερο αντικείμενο του μαθήματος θα αποτελέσει η εξέλιξη των τιμωρητικών συστημάτων, με έμφαση στην περίοδο των μεταρρυθμίσεων του 18ου αιώνα, όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά το σύστημα της φυλάκισης ως αυτόνομης ποινής.  Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα ιδρύματα τα οποία προηγήθηκαν της φυλακής (workhouses, houses of correction κλπ.[5]), θα μελετηθούν ως πρόδρομοι αυτού που αποτέλεσε τον κυρίαρχο τιμωρητικό θεσμό, με κοινή οργανωτική δομή και κοινές λειτουργίες. Έτσι, εξετάζοντας την περίοδο που προηγήθηκε της εμφάνισης της φυλακής και, εν συνεχεία, τις περιόδους  ηγεμονίας,  υποχώρησης και αναβίωσης του τιμωρητικού συστήματος με άξονα τον εγκλεισμό, θα διερευνήσουμε το ρόλο τον οποίο διαδραμάτιζε το είδος (ποιότητα) [6] των τιμωρητικών πρακτικών στα εκάστοτε κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα. 
Άξονα της ανάλυσης θα αποτελέσει η έννοια της πειθαρχίας, ως έννοια – κλειδί για την κατανόηση των δεσμών της φυλακής με ζητήματα κοινωνικής τάξης, φύλου, φυλής και κουλτούρας. Πράγματι, η σημασία της έννοιας της πειθαρχίας σ’ όλη την ιστορία του κυρίαρχου τιμωρητικού θεσμού, αναδεικνύεται αν συναρτήσουμε το θεμελιακό στόχο της ποινής του εγκλεισμού («ηθική αναμόρφωση» των εγκλείστων) με τα κοινωνικά και φυλετικά χαρακτηριστικά των ομάδων οι οποίες αποτελούσαν ιστορικά τον συνήθη ποινικό πληθυσμό. 

Ισχυρίζομαι ότι η εφεύρεση της φυλακής μπορεί να περιγραφεί ως η εφεύρεση ενός τύπου «εισόδου» στο κοινωνικό συμβόλαιο […] Η φυλακή και άλλοι «βοηθητικοί» θεσμοί μπορεί να γίνουν αντιληπτοί ως μηχανές επεξεργασίας εκείνων που δεν εντάσσονταν «εκ φύσεως» στους σκοπούς του κοινωνικού συμβολαίου, δηλαδή εκείνων που γίνονταν ιστορικά αντιληπτοί ως ενσαρκώσεις της «ετερότητας» (εγκληματίες βεβαίως, αλλά και προλετάριους και όλους εκείνους που είχαν κοινωνικά κατασκευασθεί ως απομακρυσμένοι από το ισχύον ανθρωπολογικό μοντέλο – ένα μοντέλο συνήθως ανδρός και «λευκού» με ότι σημαίνει ο όρος «λευκός) (Melossi, 1998: xiv)

Αλλά και τα σύγχρονα δεδομένα σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του ποινικού πληθυσμού από άποψη φυλετικών και εθνικών χαρακτηριστικών είναι εξαιρετικά εύγλωττα, καθώς τα ποσοστά έγχρωμων ή φυλετικών και εθνικών μειονοτήτων είναι συντριπτικά ανώτερα από αυτά των λευκών,[7] ενώ ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της σταθερής τάσης η οποία εκδηλώνεται στο επίπεδο των τιμωρητικών πρακτικών στις ΗΠΑ, αντλούμε και από προγενέστερες εποχές και συγκεκριμένα  από την περίοδο μετά το τέλος του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου:

Κατά την περίοδο αυτή, το τέλος του καθεστώτος της νόμιμης δουλείας και η απόκτηση πλήρους ιθαγένειας (νομικής) (ή περίπου) από την αφρο-αμερικανική μειονότητα σήμανε το τέλος των ποινών «οικιακού» τύπου που είχαν κυριαρχήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή – σύμφωνα με τις οποίες ο αφέντης των δούλων, πραγματικός πατέρας-αφέντης, pater familias, ασκούσε σ’ αυτούς ένα είδος εξουσίας που έμοιαζε με εκείνη που ασκούταν σε άλλα πρόσωπα, θεωρούμενα «ελάσσονα», δηλαδή τα παιδιά και τις γυναίκες – και την έναρξη, αντίθετα, της «δυσαναλογίας» στην εμπειρία των (δημόσιων) ποινικών πρακτικών, που παρέμεινε μετέπειτα σταθερή στην αφρο-αμερικανική εμπειρία. Ακόμα και οι πολιτείες του νότου είδαν λοιπόν, μετά τον εμφύλιο πόλεμο μια ξαφνική και τεράστια αύξηση της αφρο-αμερικανικής παρουσίας στις φυλακές, παρόμοια με εκείνη που είχε ήδη πραγματοποιηθεί στο βορρά, όπου μια ισχνή μειονότητα «ελεύθερων» μαύρων γέμιζε ήδη, πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, τις φυλακές των πολιτειών που ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας (Melossi, 2006).

Συνάρτηση των παραπάνω μεταβλητών είναι και η παρουσία της γυναίκας  στους ίδιους τους τιμωρητικούς θεσμούς. Πράγματι, αυτό το οποίο προκύπτει από τη σχετική βιβλιογραφία - ειδικότερα αυτή που αφορά την κοινωνιολογία της ποινής - ως ιστορικό και διαπολιτισμικό στοιχείο είναι χαμηλή συμμετοχή της γυναίκας στους τιμωρητικούς θεσμούς, έτσι ώστε να διατυπώνεται η άποψη ότι τόσο το έγκλημα, όσο και η ποινή είναι φαινόμενα που αφορούν αποκλειστικά τους άνδρες. Αν μεταφέρουμε, όμως, τη συζήτηση στο ευρύτερο θέμα του κοινωνικού ελέγχου, όπου  η σχετική προβληματική διευρύνεται για να συμπεριλάβει και πολιτισμικές μεταβλητές, οι απαντήσεις στο ερώτημα δεν είναι τόσο κατηγορηματικές. Για παράδειγμα δεν θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς σταθερό ιστορικό δεδομένο τη χαμηλή συμμετοχή της γυναίκας στους τιμωρητικούς θεσμούς, καθώς έχουν υπάρξει περίοδοι κατά τις οποίες έχουν καταγραφεί ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά καταδικών σε γυναίκες. Ας σκεφθούμε μόνον το μεσαιωνικό «κυνήγι των μαγισσών», φαινόμενο το οποίο αναπαράχθηκε στην αμερικάνικη κοινωνία του 17ου αιώνα, ενώ σύμφωνα με έρευνα των Feeley & Little, στην Αγγλία και τις ΗΠΑ είχε καταγραφεί ένα μεγάλο ποσοστό καταδικών γυναικών για κακουργήματα (κατά περιόδους έφτανε στο 45%) σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα (Feeley & Little, 1991: 719, όπως αναφέρεται στο Melossi, 1998: xv). Έστω, λοιπόν, κι αν θα μπορούσε να πει κανείς ότι η μικρή συμμετοχή της γυναίκας στους τιμωρητικούς θεσμούς υπήρξε σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση της κοινωνικής της θέσης, η οποία την υπέβαλε σε άλλες μορφές κοινωνικού ελέγχου, αυτών που ασκούνται στη σφαίρα της οικογενειακής ζωής και των τυπικά γυναικείων ρόλων, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τις κοινωνικο-πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της κάθε περιόδου. Όπως επίσης δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι, πολύ συχνά, εθνικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά της γυναίκας την εξομοιώνουν απολύτως με τον άνδρα σε ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση.

Νομίζω ότι θα πρέπει να εμβαθύνουμε περισσότερο  στο σημείο σύνδεσης του φύλου με αυτά της κοινωνικής τάξης και της εθνότητας. Στο παρελθόν οι φυλακές προορίζονταν για την εργατική τάξη και σήμερα, όλο και περισσότερο, για ένα «κοινωνικό-πολιτισμικό περιθώριο» («underclass»). Τόσο η εργατική τάξη του παρελθόντος, όσο και το σύγχρονο περιθώριο γίνονται αντιληπτά ως συνδεδεμένα με ανδρικές εικόνες (προσλήψεις σκληρότητας, έλλειψη «πολιτισμένων» τρόπων κ.ο.κ.).  Όπως δείχνει το παραπάνω παράδειγμα της μίσθωσης εργασίας κρατουμένων,[8]   μόνον άλλες γυναίκες – δηλαδή οι γυναίκες των άλλων – μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ανήκουν σ’ αυτή το πλαίσιο, ως εκ τούτου μπορεί να στέλνονται στη φυλακή. Οι «δικές μας», όχι. Ακόμα κι αν κάποια στιγμή εισήλθαν στη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής, τις γυναίκες «μας» τις βλέπουμε ακόμα να υπάγονται, ηθικά και συναισθηματικά, στην ιδιωτική (ιδιοκτησιακή;) σφαίρα της οικογένειας και της οικογενειακής ζωής. Οι γυναίκες, οι νοικοκυρές, θεωρούνται εντέλει η επιτομή του πολιτισμού […] Η διαπαιδαγώγηση των γυναικών, με άλλα λόγια, δεν είναι τέτοια που να απαιτεί την άγρια τελική επεξεργασία τους στο πλαίσιο του δικαστηρίου και της φυλακής – εκτός βέβαια από αυτές τις (λίγες) γυναίκες που τοποθετούνται, ή τις τοποθετούν, καθαρά εκτός του εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου: πόρνες, τοξικομανείς, αυτές που ανήκουν σε αποκλεισμένες εθνικότητες, πολιτικά εξεγερμένες (Melossi, 1998: xvii).[9]
           
Συνοψίζοντας, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, εστιάζοντας στην έννοια της πειθαρχίας, μπορούμε να μελετήσουμε  τις ποινικές πρακτικές και ειδικότερα το θεσμό της φυλακής, όχι μόνον στο πλαίσιο της κατασταλτικής υπόθεσης (καταστολή της εγκληματικότητας, ηθική αναμόρφωση του εγκληματία), αλλά και «ως εργαλείο διακυβέρνησης της κοινωνίας, ως την εικόνα ενός προγράμματος, μιας συγκεκριμένης αντιμετώπισης του άντρα, της γυναίκας και της κοινωνίας, ενός τύπου ορθολογισμού ο οποίος έτεινε στον μετασχηματισμό κάθε όψης της κοινωνίας, της ηθικής και της εργασίας» (Melossi, 2006)

Συναινετικό και συγκρουσιακό μοντέλο του κοινωνικού ελέγχου


Μια βασική διάκριση των προσεγγίσεων του κοινωνικού ελέγχου – η οποία αντανακλάται και στην μελέτη του εγκλήματος στο πλαίσιο των διάφορων εγκληματολογικών παραδειγμάτων [10] - αναφέρεται στο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο μελετάται με όρους συναίνεσης, σταθερότητας, αρμονίας (συναινετικό μοντέλο) ή, αντίθετα, με όρους σύγκρουσης και κυριαρχίας (συγκρουσιακό μοντέλο). Ο Ralf Dahrendorf, ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της κοινωνιολογίας της κοινωνικής σύγκρουσης, αναφέρεται στη διπλή όψη της δομικής ανάλυσης. Δηλαδή σε μια κοινωνιολογική θεωρία η οποία να λαμβάνει υπόψη τόσο τη στιγμή της ισορροπίας και της ενσωμάτωσης, όσο και αυτή της σύγκρουσης και της κυριαρχίας:

Για την ερμηνεία των κοινωνιολογικών προβλημάτων, έχουμε ανάγκη και των δύο μοντέλων κοινωνίας, και αυτού της ισορροπίας και αυτού της σύγκρουσης. Θα  μπορούσε να πει κανείς ότι, από μια φιλοσοφική άποψη, η κοινωνία έχει δυο όψεις εξίσου πραγματικές: αυτή της σταθερότητας, της αρμονίας και της συναίνεσης κι αυτή της αλλαγής, της σύγκρουσης, της κυριαρχίας. Ακριβολογώντας, δεν έχει σημασία αν θα επιλέξουμε ως αντικείμενο της έρευνας προβλήματα τα οποία μπορεί να γίνουν κατανοητά μόνον με τους όρους του μοντέλου της ισορροπίας, ή προβλήματα για την ερμηνεία των οποίων απαιτείται το μοντέλο της σύγκρουσης (Dahrendorf, 1958, όπως αναφέρεται στο Baratta, 1982: 139)

Οι οργανωτικές αρχές καθενός από αυτά τα μοντέλα συναρτώνται και με διαφορετικές αντιλήψεις περί του κοινωνικού ελέγχου των παρεκκλινουσών συμπεριφορών και ειδικότερα του εγκλήματος

 

Συναινετικό μοντέλο


Ο δεσμός της κοινωνικής αλληλεγγύης στον οποίο αντιστοιχεί το κατασταλτικό δίκαιο είναι εκείνος του οποίου η διακοπή αποτελεί το έγκλημα. Ονομάζουμε έτσι κάθε πράξη η οποία, σε οποιοδήποτε βαθμό, προσδιορίζει κατά του δράστη της αυτή τη χαρακτηριστική αντίδραση που ονομάζεται ποινή […] Μπορούμε άρα, συνοψίζοντας την ανάλυση που προηγήθηκε, να πούμε  ότι μια πράξη είναι εγκληματική όταν προσβάλει τις ισχυρές και προκαθορισμένες καταστάσεις της συλλογικής συνείδησης (Durkheim, απόσπασμα από το έργο του Κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, όπως αναφέρεται στο Φαρσεδάκης, 1990: 347, 350).

 

Όπως προκύπτει και από το ανωτέρω παράθεμα του Durkheim,  το έγκλημα εμφανίζεται ως δράση η οποία διαταράσσει τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, κατά συνέπεια ο ποινικός νόμος λειτουργεί προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης αυτών των όρων. Μ’ αυτήν την έννοια, ο νόμος έχει έναν αναγνωριστικό χαρακτήρα, καθώς επικυρώνει εκ των υστέρων αυτό το οποίο ήδη προσλαμβάνεται κοινωνικά ως έγκλημα. Αν δεν υπήρχε θεσμική (ποινική) απάντηση, η κοινωνική αντίδραση απέναντι σε συμπεριφορές θα εκδηλωνόταν με άλλους τρόπους. 

            Η υπόθεση, λοιπόν, είναι αυτή της ύπαρξης μιας  καθολικής κοινωνικής συναίνεσης σε ό,τι αφορά τις αξίες τις οποίες πρέπει να προστατεύει ο ποινικός νόμος. Οι αξίες αυτές, δηλαδή, είναι κοινές σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και ο ποινικός νόμος εκλαμβάνεται ως μια προστατευτική δομή η οποία αφ’ ενός μεν λειτουργεί ως άμυνα της κοινωνίας (απευθυνόμενη στους παραβάτες των κανόνων), αφ’ ετέρου δε οριοθετεί και το πλαίσιο της ομαλότητας (απευθυνόμενοι στους εν δυνάμει παραβάτες και στους νομοταγείς).
Στο ακόλουθο σχήμα του Raymond Michalowski (1997: 23),[11]  συνοψίζονται οι οργανωτικές αρχές του συναινετικού μοντέλου περί κοινωνικής οργάνωσης και κοινωνικού ελέγχου:

1.      Ο νόμος αντανακλά τη συλλογική βούληση του λαού. Όλα τα άτομα μιας κοινωνίας συμφωνούν γύρω από τους βασικούς ορισμούς του σωστού και του λάθους και οι νόμοι είναι απλώς η γραπτή δήλωση αυτής της συμφωνίας
2.      Οι νόμοι υπηρετούν εξίσου όλα τα μέλη της κοινωνίας. Λόγω του ότι οι νόμοι αντανακλούν τη συλλογική βούληση, δεν υπηρετούν ούτε καταστέλλουν τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων ή ατόμων
3.      Αυτοί οι οποίοι παραβιάζουν τους νόμους αντιπροσωπεύουν μια ιδιαίτερη υποομάδα. Λόγω δε του ότι η πλειοψηφία συμφωνεί γύρω από τους ορισμούς του σωστού και του λάθους, η μικρή ομάδα η οποία παραβιάζει τους νόμους θα πρέπει να διαθέτει κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία τη διαχωρίζουν από τη νομοταγή πλειοψηφία.

 

Σε ό,τι αφορά δε το σύνολο των αρχών οι οποίες διέπουν τη μελέτη του εγκλήματος στο πλαίσιο του συναινετικού μοντέλου – κατ’ επέκταση και του θετικιστικού παραδείγματος στην Εγκληματολογία -  το σχήμα το οποίο εισηγείται ο Raymond Michalowski είναι το ακόλουθο:

1.      Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα νομοτελειακών σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος. Καθορίζεται από αυτές τις σχέσεις και, στο βαθμό που αυτές έχουν διερευνηθεί, είναι προβλέψιμη.
2.      Οι σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος, οι οποίες διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, μπορούν να ανακαλυφθούν με την ίδια επιστημονική μέθοδο που χρησιμοποιείται για την κατανόηση του φυσικού κόσμου. Αυτή η επιστημονική μέθοδος θεωρεί το έγκλημα ως ένα σταθερό αντικείμενο, δίνει έμφαση στα «αντικειμενικά» ποσοτικά δεδομένα και θεωρείται «αξιολογικά ουδέτερη».
3.      Οι εγκληματίες αντιπροσωπεύουν ένα ιδιαίτερο σύνολο σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος. Η συμπεριφορά τους θεωρείται αντικειμενικά διαφορετική από αυτή των μη εγκληματιών και, κατά συνέπεια, μπορεί να εντοπισθεί και να μελετηθεί.
4.      Εφόσον γίνουν γνωστές οι ιδιαίτερες σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος που χαρακτηρίζουν τους εγκληματίες, η εγκληματική συμπεριφορά είναι δυνατό να προβλεφθεί και να ελεγχθεί και οι εγκληματίες να βελτιωθούν (Michalowski, 1977: 31)

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό το ότι κεντρικό μέλημα στο πλαίσιο του θετικιστικού, αιτιολογικού παραδείγματος της Εγκληματολογίας, είναι η γνώση του παραβάτη των κανόνων, προκειμένου να εφαρμοσθούν τα κατάλληλα μέτρα σωφρονιστικής μεταχείρισης. Η σωφρονιστική μεταχείριση δε, αποτελεί έννοια-κλειδί για το θετικιστικό παράδειγμα, καθώς η ισχύς και η μακροβιότητα της (όπως αναπαράγεται στα διάφορα νομοθετικά κείμενα που προσδιορίζουν τους στόχους και τις λειτουργίες της ποινής) υποδεικνύουν την ισχύ και την μακροβιότητα της αντίληψης ότι ο εγκληματίας είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, ένας επίφοβος «άλλος», ο οποίος θα πρέπει να αναμορφωθεί ή να εξουδετερωθεί προκειμένου να προστατευθεί η κοινωνία και οι αξίες της.[12]  
Θα πρέπει να σημειώσουμε, βέβαια, ότι το ατομοκεντρικό μοντέλο μεταχείρισης, το οποίο βασίζεται στην αντίληψη περί ιδιαιτερότητας του εγκληματία, υποχωρεί στο πλαίσιο των κοινωνιολογικών προσεγγίσεων του εγκλήματος,[13] οι οποίες πρωτοεμφανίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ και με την ανάπτυξη τους «αποπαθολογικοποιείται» εν πολλοίς, η έννοια του διαφορετικού, των συμπεριφορών μη συμμόρφωσης, οι οποίες δεν προσεγγίζονται πλέον με όρους παθολογικού/φυσιολογικού. Είναι προφανές ότι η εμφάνιση και η εξέλιξη των αμερικάνικων κοινωνιολογικών θεωριών συναρτάται άμεσα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αμερικάνικης κοινωνίας της περιόδου. Με άλλα λόγια, αν για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με περισσότερο ομοιογενή χαρακτηριστικά, στον «πόλεμο κατά της εγκληματικότητας» μπορούσαν ακόμα να επιστρατεύονται οι θεωρίες περί ιδιαιτερότητας του εγκληματία και οι παραδοσιακές, ιδρυματικές συνήθως, μορφές καταστολής ή θεραπευτικής μεταχείρισης, για την αμερικάνικη κοινωνία το βασικό μέλημα ήταν να μελετηθούν τα προβλήματα ενσωμάτωσης που αντιμετώπιζε, ως συνέπεια της ταχείας εκβιομηχάνισής της, την οποία δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει με το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, με αποτέλεσμα να δεχτεί ένα κύμα μετανάστευσης από διάφορες χώρες. Αυτά τα γεγονότα πυροδότησαν και συνοδεύτηκαν από συγκρούσεις, οι οποίες έβαλαν σε δοκιμασία το μοντέλο κοινωνίας που είχε διαμορφωθεί από τον 18ο αιώνα, βασισμένο στην αγροτική οικονομία της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας και χωρίς σοβαρά κοινωνικά προβλήματα.
Οι κοινωνιολογικές θεωρίες, λοιπόν, για  τη μελέτη της παρέκκλισης και του εγκλήματος είχαν ως βάση ένα μοντέλο πλουραλιστικής κοινωνίας, αποτελούμενης από ετερογενείς ομάδες (από οικονομική, εθνική, φυλετική, θρησκευτική άποψη). Εξέταζαν, συνεπώς, την μη-συμμόρφωση στους κανόνες όχι ως αποτέλεσμα παθολογίας, αλλά ως αποτέλεσμα των προβλημάτων ένταξης στην αμερικάνικη κοινωνία ή ακόμα ως αποτέλεσμα κοινωνικοποίησης στο πλαίσιο διαφορετικών πολιτισμικών συστημάτων. Δεν αμφισβητούσαν, ωστόσο, την ουδετερότητα του κυρίαρχου συστήματος κανόνων, στο βαθμό που δέχονταν ότι, παρά την ύπαρξη αυτών των διαφορετικών και συχνά αλληλοσυγκρουόμενων συστημάτων κανόνων και αξιών, δεν παύει να υπάρχει συναίνεση γύρω από τους κανόνες που ρυθμίζουν αυτή τη σύγκρουση προς το γενικό συμφέρον της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και όχι προς όφελος ορισμένων ομάδων.
Συνάρτηση, λοιπόν, των κοινωνιολογικών προσεγγίσεων είναι  η αλλαγή στον τρόπο άσκησης του κοινωνικού ελέγχου: Ο κοινωνικός έλεγχος δεν ασκείται μόνον στη φυλακή ή το κλειστό ίδρυμα, αλλά διαχέεται και ακολουθεί τα άτομα στους χώρους στους οποίους κινούνται, με τρόπους οι οποίοι  άλλοτε έχουν τη μορφή της επιτήρησης κι άλλοτε τη μορφή κοινωνικών παροχών. Παράλληλα,  κοινωνικός έλεγχος ασκείται με πιο έμμεσους τρόπους οι οποίοι επίσης υπαγορεύουν μοντέλα συμπεριφοράς και σ’ αυτόν τον τρόπο άσκησης κοινωνικού ελέγχου ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο έπαιξε η κουλτούρα του καταναλωτισμού. Για παράδειγμα, ήδη από δεκαετία ’30 υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος των ΜΜΕ και της διαφήμισης σ’ αυτό που λέμε «αμερικάνικο όνειρο» που διαχέει μια ιδεολογία ισότητας σε μια κατ’ εξοχήν άνιση κοινωνία, το κύρος, η οικονομική επιτυχία κλπ. δεν προβάλλουν σαν στόχοι περιορισμένων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά οποιουδήποτε επιδείξει την αναγκαία θέληση και εργατικότητα να τους επιτύχει (Melossi D., 2002: 146 και επ.).

Συγκρουσιακό μοντέλο


Αν στο πλαίσιο του συναινετικού μοντέλου, στο οποίο αναφερθήκαμε, προβληματοποιείται το έγκλημα και αναγνωρίζεται αξιολογική ουδετερότητα στους κανόνες που ρυθμίζουν τις συμπεριφορές μη συμμόρφωσης, στο πλαίσιο του συγκρουσιακού μοντέλου προβληματοποιούνται τα συστήματα κοινωνικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες εγκληματοποίησης (δημιουργίας και εφαρμογής των ποινικών κανόνων) μελετώνται ως πολιτικές διαδικασίες, οι οποίες εκφράζουν το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και τείνουν στη συντήρηση και παγίωση αυτού του συσχετισμού.
Προκύπτει, λοιπόν, ότι το έγκλημα δεν έχει οντολογική υπόσταση, η ιδιότητα του εγκλήματος δεν απορρέει από την ιδιοσυστασία τη πράξης αλλά πρόκειται για μια κοινωνική κατασκευή, αποτέλεσμα του επίσημου χαρακτηρισμού ορισμένων πράξεων ως εγκληματικών. Η έννοια του εγκλήματος ως κοινωνικής κατασκευής απορρέει, λοιπόν, απ' αυτό το οποίο αποτελεί τον σκληρό πυρήνα των σχετικών θεωριών. Ότι, δηλαδή, η διαδικασία εγκληματοποίησης προηγείται της εγκληματικής συμπεριφοράς, ο νόμος έχει ένα δημιουργικό ρόλο, καθώς έγκλημα είναι αυτό που ορίζεται ως τέτοιο από τον ποινικό νόμο.
Παράλληλα, σ' ένα κοινωνικό σύστημα το οποίο μελετάται με όρους κοινωνικής σύγκρουσης και όχι ισορροπίας και ενσωμάτωσης, ο νόμος δεν λειτουργεί προς την κατεύθυνση της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται σε σύγκρουση, αλλά εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των ομάδων εκείνων που έχουν την εξουσία να παρέμβουν στην νομοθετική διαδικασία. Συνιστά, με άλλα λόγια, την μορφή πολιτικής διευθέτησης της σύγκρουσης προς το συμφέρον των ισχυρών. Κατά τον Vold (Vold, G. 1958), στον χώρο της εγκληματικότητας η σύγκρουση εκδηλώνεται στο επίπεδο της δημιουργίας των κανόνων και γεννάται από τη στιγμή που υπάρχει επικάλυψη συμφερόντων ανάμεσα σε διάφορες κοινωνικές ομάδες οι οποίες, διεκδικώντας κοινούς στόχους, καθίστανται ανταγωνιστικές. Η ομάδα η οποία υπερισχύει επιβάλλει τα συμφέροντα της υπό μορφή επίσημων κανόνων, κατά συνέπεια, η εγκληματοποίηση μελετάται ως απόρροια της σχέσης κυριαρχίας μεταξύ χαρακτηρίζουσας ομάδας και των ομάδων από τις οποίες προβλέπεται ότι θα διαπραχθούν οι χαρακτηριζόμενες ως εγκληματικές πράξεις.

Το δίκαιο δεν είναι μόνον κοινωνική δύναμη, είναι και κοινωνικό προϊόν. Είναι η εκπόρευση του συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, διαμορφώνεται κατά περιεχόμενο ενόψει αυτού του συσχετισμού και αποβλέπει στην παγίωση και συντήρηση αυτού για το μέλλον. Ο ποινικός νόμος είναι το δυναμικό μέσο με το οποίο επιδιώκεται αυτή η συντήρηση. Στη δημιουργία, λοιπόν, του ποινικού νόμου  συμβάλλουν οι διάφορες κοινωνικές ομάδες κατά λόγο συμμετοχής τους στην εξουσία και κατά την ίδια αναλογία εκπροσωπούνται τα συμφέροντα και οι αξίες τους στην παρεχόμενη απ’ αυτόν προστασία (Δασκαλάκης, 1985: 63)

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι στο πλαίσιο των θεωριών της κοινωνικής σύγκρουσης δεν μελετώνται οι παράγοντες εγληματογένεσης, αλλά οι μηχανισμοί εγκληματοποίησης. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον γνωστό ορισμό του Η. Becker, ο παρεκκλίνων ή ο εγκληματίας δεν μελετάται ως παραβάτης των κανόνων στο πλαίσιο μιας αιτιολογικής προσέγγισης, καθώς η παραβίαση του κανόνα δεν αποτελεί καν όρο εκ των ουκ άνευ (περίπτωση δικαστικής πλάνης). Παρεκκλίνων είναι αυτός στον οποίο εφαρμόστηκε επιτυχώς ο χαρακτηρισμός του παρεκκλίνοντα, ενώ και  η παρέκκλιση δεν είναι ιδιότητα της πράξης αλλά αποτέλεσμα χαρακτηρισμού (H. Becker, 1963/1973). Άρα, οποιαδήποτε συμπεριφορά  μπορεί να αναχθεί σε έγκλημα, χωρίς αυτό να εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά αυτής της συμπεριφοράς.
Μια από τις βασικές κριτικές που ασκούνται στο ποινικό σύστημα αφορά, κατά συνέπεια, τον επιλεκτικό του χαρακτήρα, ο οποίος εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο πρωτογενούς εγκληματοποίησης (δημιουργία των κανόνων), όσο και στο επίπεδο της δευτερογενούς εγκληματοποίησης (εφαρμογή των κανόνων).
H επιλεκτική λειτουργία του νόμου στο επίπεδο της πρωτογενούς εγκληματοποίησης εκδηλώνεται κατά διάφορους τρόπους.
α)    Με τη μη ποινικοποίηση κοινωνικά βλαπτικών συμπεριφορών, χαρακτηριστικών των ισχυρότερων κοινωνικών ομάδων.
β)    Με την πρόβλεψη ποινικών ή αστικών κυρώσεων, των οποίων, όμως, το είδος και η βαρύτητα είναι αντιστρόφως ανάλογα με το μέγεθος της κοινωνικής βλάβης που προκαλεί η συμπεριφορά.
γ)    Με τον ίδιο τον προσδιορισμό της τυπικής υπόστασης του εγκλήματος. Για μεν τις συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν την εγκληματι­κότητα των ανώτερων τάξεων, ο προσδιορισμός είναι τέτοιος που να αφή­νει περιθώρια διαφυγής. Αντίθετα, για τις συμπεριφορές των κατώτερων τάξεων, το πλέγμα των αυτικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος είναι εξαιρετικά πυκνό.
Στο επίπεδο της δευτερογενούς εγκληματοποίησης, είναι ακόμα πιο εμφανής η λειτουργία διατήρησης και αναπαραγωγής της κοινωνικής πραγματικότητας, της κάθετης δομής της κοινωνίας και των σχέσεων ανισότητας. Κατά τον Baratta δε, έναν από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μαρξιστικής εγκληματολογίας, η επιλεκτική εφαρμογή των στιγματιστικών ποινικών κυρώσεων και, κυρίως, των στερητικών της ελευθερίας ποινών, αποτελεί ένα αναγκαίο υπερδομικό στοιχείο για τη διατήρηση αυτής της ανισότητας και της κάθετης δομής της κοινωνίας:
α)    Παρεμβαίνοντας αρνητικά στο ήδη χαμηλό κοινωνικό status των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, σε τρόπο ώστε να παρεμποδίζει ακόμα περισσότερο την κοινωνική τους άνοδο, και
β)    Με την τιμώρηση ορισμένων μόνο συμπεριφορών, χαρακτηριστικών των κατώτερων τάξεων, η εγκληματικότητα ταυτίζεται μ' αυτές τις συμπεριφορές, μ' αυτές τις τάξεις κι έτσι παρέχεται ιδεολογική κάλυψη στην ίδια την επιλεκτική λειτουργία του νόμου (Baratta, 1982: 164 κ.ε.).
            Ο ίδιος συγγραφέας επισημαίνει και αναλύει την λειτουργική σχέση ανάμεσα στο εκπαιδευτικό και το ποινικό σύστη­μα, τα οποία βλέπει να χαρακτηρίζονται από ανάλογους μηχανισμούς διακρίσεων, επιλογών, περιθωριοποίησης. Με βάση την αξιολόγηση ενός πλήθους ερευνητικών δεδομένων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τόσο το ποινικό όσο και το εκπαιδευτικό σύστημα επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων και διατήρησης της κάθετης δομής της κοινω­νίας, δημιουργώντας αποτελεσματικότατες αντωθήσεις στη δυνατότητα ενσωμάτωσης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία, αντί­θετα, ωθούνται στην περιθωριοποίηση. Μεγαλώνουν, λοιπόν, την ήδη υπάρχουσα κοινωνική απόσταση (Baratta, 1982: 172). Έτσι:

Το Ποινικό Σύστημα δεν είναι ένα στατικό σύστημα κανόνων, αλλά ένα δυναμικό σύστημα λειτουργιών. Μ’ αυτήν την έννοια, η κριτική ανάλυση της λειτουργίας του ποινικού συστήματος δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνον στο επίπεδο της φαινομενολογίας της κοινωνικής ανισότητας, αλλά να εστιάζει, αντίθετα, στην ερμηνεία και την εμβάθυνση της λογικής των επιλεκτικών μηχανισμών εγκληματοποίησης. Δεν αρκεί, λοιπόν, να πούμε ότι το Π.Σ.  αντικατοπτρίζει απλώς τις κοινωνικές σχέσεις ανισότητας, αλλά να εμβαθύνουμε στους μηχανισμούς διαμέσου των οποίων συντηρεί και αναπαράγει την κοινωνική ανισότητα. Κατά συνέπεια, η βασική κριτική απέναντι στο Π.Σ. αφορά τον μύθο της ισότητας απέναντι στο νόμο. Η ιδεολογία της ισότητας απέναντι στο νόμο είναι ο μύθος ο οποίος συγκαλύπτει την πραγματική κοινωνική ανισότητα: το ποινικό δίκαιο είναι το κατ’ εξοχήν δίκαιο ανισότητας (Baratta A., 1982)

H μεταχείριση του εγκληματία. Ποινικός και κοινωνικός στιγματισμός


Σκοπός της [φυλακής] είναι η βελτίωση του εγκληματία. Η κοινωνική επανένταξη, η επακοινωνικοποίηση του εγκληματία είναι το πρακτικό αποτέλεσμα της βελτίωσης στην οποία επικεντρώνεται η σωφρονιστική προσπάθεια [….] Ο σκοπός της βελτίωσης τοποθετείται στο πεδίο της ηθικής αξιολόγησης, προϋποθέτει κάποιον ο οποίος ηθικά υπολείπεται […] Η καταδίκη, λοιπόν, επάγεται ηθικό στιγματισμό που επεκτείνεται με τον εγκλεισμό στην φυλακή, αλλοιώνει την κοινωνική ταυτότητα και την ηθική ποιότητα του ατόμου και το ακολουθεί και μετά την έξοδό του από τη φυλακή. Μια πρώτη, λοιπόν, λειτουργική έκφανση αυτής της ιδεολογίας είναι να διακρίνει τα άτομα σε «καλούς» που τηρούν το νόμο και σε «κακούς» που τον παραβιάζουν. Η βασική αυτή ιδέα διέπει απ’ άκρου σ’ άκρο τη μεταχείριση στην οποία υποβάλλεται ο κρατούμενος στη φυλακή και χαρακτηρίζει τους επιμέρους σωφρονιστικούς θεσμούς (Δασκαλάκης, Η. 1988: 33)

Το ειδικότερο ερώτημα το οποίο θα θέσουμε είναι: Πώς συμμετέχει η θεσμική διαχείριση του εγκλήματος – δηλαδή, οι ποινικές πρακτικές - στη δημιουργία στερεοτύπων για το έγκλημα και τον εγκληματία, και πώς αυτά τα στερεότυπα καθορίζουν τις στάσεις του κοινωνικού σώματος απέναντι σε άτομα, αλλά και σε κατηγορίες ατόμων που συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν το στερεότυπο (νέος, άνδρας, φτωχός, άνεργος, μέλος φυλετικής ή εθνικής μειονότητας, ψυχικά ασθενής, τοξικομανής κλπ). Με άλλα λόγια, θα διερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ σχέση ποινικού και κοινωνικού στιγματισμού.[14]
Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο κοινωνικός έλεγχος του εγκλήματος ασκείται μέσα  από αυτό το ειδικότερο σύστημα επίσημου κοινωνικού ελέγχου που είναι το Ποινικό Σύστημα: ποινικός έλεγχος ασκείται μόνον έναντι του εγκλήματος. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι έναντι του εγκλήματος δεν ασκούνται και μορφές άτυπου, ανεπίσημου κοινωνικού ελέγχου, οι οποίες δεν απορρέουν από γραπτούς κανόνες, οι οποίοι να ορίζουν τα μέσα, τα όργανα και τον τρόπο επιβολής τους. Για παράδειγμα, ο εξοστρακισμός από την μικρότερη ή μεγαλύτερη κοινότητα στην οποία ανήκει κάποιος δεν επιτελείται πάντα διαμέσου μιας τυπικής διαδικασίας γνωστής και προβλέψιμης. Γενικότερα, πριν φτάσει κανείς στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, έχει κατά κανόνα υποβληθεί ήδη σε διάφορες μορφές άσκησης άτυπου κοινωνικού ελέγχου στο πλαίσιο της οικογένειας, της γειτονιάς, του εργασιακού χώρου κλπ. Αλλά και μετά την κινητοποίηση των μηχανισμών του ποινικού ελέγχου, με την δημοσιότητα που δίδεται στην εγκληματική πράξη, οι αντιδράσεις αποδοκιμασίας που αυτή προκαλεί στην κοινή γνώμη αποτελούν μορφή άτυπου κοινωνικού ελέγχου, που πολλές φορές μπορεί να εκδηλωθούν και με ακραίες εκδηλώσεις (προπηλακισμό, λιντσάρισμα).
Ταυτόχρονα, αντικείμενο αρνητικών αντιδράσεων από μέρους της κοινότητας μπορεί να μην είναι καν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, αλλά κάποια ιδιότητα του ατόμου ή κάποια χαρακτηριστικά που διαθέτει, τα οποία επισύρουν αρνητικές αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, αρνητικές αντιδράσεις μπορεί να επισύρουν όχι μόνον  συμπεριφορές αλλά και άτομα τα οποία θεωρούνται παρεκκλίνοντα και υφίστανται τις συνέπειες μιας εχθρικής κοινωνικής αντίδρασης λόγω κάποιων ατομικών, κοινωνικών, φυλετικών κλπ. χαρακτηριστικών που διαθέτουν. Αυτά τα χαρακτηριστικά, συνήθως, αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα στερεότυπα. Υπάρχουν, δηλαδή, κάποιες προκατασκευασμένες εικόνες, τις οποίες συμμερίζεται το κοινωνικό σύνολο και με βάση τις οποίες καθορίζεται εκ των προτέρων η συμπεριφορά των ατόμων που ανταποκρίνονται σ' αυτές: Τσιγγάνος, Αλβανός, ομοφυλόφιλοι, εξαιρετικά δύσμορφο άτομο κλπ.
Μια κλασική ανάλυση της κοινωνικής διαδικασίας του στιγματισμού οφείλεται στον E. Goffman, ο οποίος χρησιμοποιεί τον όρο «στίγμα», αναφερόμενος σε κάποια χαρακτηριστικά τα οποία προδιαθέτουν αρνητικά απέναντι στο άτομο που τα φέρει, για να αναλύσει τις συνέπειες του στίγματος στην κοινωνική του ταυτότητα. H ύπαρξη του στίγματος θεωρείται ότι υποδηλώνει την κατωτερότητα των ατόμων τα οποία το φέρουν. Αυτό έχει ως συνέπεια τη διαμόρφωση εχθρικής στάσης απέναντι σ' αυτά τα άτομα, τα οποία καθίστανται έτσι αντικείμενο αρνητικών αντιδράσεων και κοινωνικών διακρίσεων.
            Ο ποινικός στιγματισμός, λοιπόν, είναι η θεσμική επικύρωση της εγκαθίδρυσης μιας αρνητικής κοινωνικής ταυτότητας, αυτής του εγκληματία, που συνεπάγεται την έκπτωση του ατόμου από τους κοινωνικούς  ρόλους που του αναγνωρίζονταν ως τότε. Ακόμα και σε περίπτωση δικαστικής πλάνης, δεν αίρονται οι τυπικές και άτυπες συνέπειες του ποινικού στιγματισμού. Δηλαδή, τόσο ο πραγματικός παραβάτης του νόμου, όσο και ο άδικα χαρακτηρισμένος ως εγκληματίας, έστω κι αν εκτίσουν  την ποινή του κι επιστρέψουν στην κοινωνία, έχουν υποστεί την ίδια τελετουργία μεταβίβασης από τους μέχρι τότε κοινωνικούς τους ρόλους στον ρόλο του εγκληματία. 
 Εάν οι θεσμικές κυρώσεις επηρεάζουν το επίσημο στίγμα, καθώς συνίστανται στην επίσημη αναγόρευση του ατόμου σε εγκληματία, και οι άτυπες κυρώσεις δεν είναι λιγότερο στιγματιστικές, με συνέπειες μάλιστα που δύσκολα αντιμετωπίζονται. Η ποινή (και ειδικότερα η στερητική της ελευθερίας ποινή, της οποίας βασικό αντικείμενο είναι η σφαίρα της ατομικής ελευθερίας) συνιστά καταστολή βασικών αναγκών οι οποίες αναγνωρίζονται ως δικαιώματα σε μια κοινωνία. Για το λόγο αυτό, η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης συνοδεύεται από μια σειρά νομικών εγγυήσεων που συνιστούν δικαιώματα για όσους εμπλέκονται στον ποινικό μηχανισμό, έτσι ώστε να προληφθούν αυθαιρεσίες ή δυσλειτουργίες. Τίποτα, όμως, από αυτά δεν ισχύει στην περίπτωση του άτυπου κοινωνικού ελέγχου, ο οποίος δεν ασκείται από θεσμοθετημένα όργανα και με βάση κανόνες που προβλέπουν τα μέσα και τη διαδικασία άσκησής του.
            Θα μπορούσε, λοιπόν, να πει κανείς ότι το άτομο είναι εξίσου ή και περισσότερο αβοήθητο απέναντι στον άτυπο κοινωνικό έλεγχο, γιατί σπάνια έχει τη δυνατότητα προσωπικής επαφής με τους κρίνοντες, συνεπώς και τη δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του. Έτσι, όπως είπαμε, ακόμα κι αν πρόκειται για άτομο που παραπέμφθηκε στους μηχανισμούς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου και αθωώθηκε, δεν δικαιώνεται και έναντι του άτυπου κοινωνικού ελέγχου, ο οποίος συχνά μένει ανεπηρέαστος από την επίσημη δικαίωση.
            Η μεταβίβαση, λοιπόν, του ατόμου στον ρόλο του εγκληματία επιτελείται τόσο σε θεσμικό, όσο και σε άτυπο επίπεδο, ο ποινικός στιγματισμός  έχει τόσο τυπικές, όσο και άτυπες συνέπειες
            Μιλώντας για τις βασικές αρχές του συγκρουσιακού προτύπου, αναφερθήκαμε στον δημιουργικό ρόλο του ποινικού συστήματος. Προκειμένου να αντιληφθούμε αυτό το ρόλο, αρκεί να σκεφθούμε ότι κάθε ποινικός κανόνας που θεσπίζεται δημιουργεί ένα κύκλο δυνάμει συμπεριφορών μη συμμόρφωσης (στις επιταγές του), άρα και μια δυνάμει κατηγορία «εγκληματιών». Αυτή κατηγορία είτε καταργείται με την κατάργηση του κανόνα, είτε διοχετεύεται σε κάποιο άλλο σύστημα κοινωνικού ελέγχου, π.χ. τον ιατρικό έλεγχο.
            Δεν υπάρχει, λοιπόν, έγκλημα αν δεν υπάρχει ένας ποινικός κανόνας που να το περιγράφει και να το απαγορεύει, προβλέποντας και τις κυρώσεις που θα επιβληθούν στην περίπτωση παραβίασής του.
            Αναφερθήκαμε επίσης στη επιλεκτικότητα του ποινικού συστήματος, τόσο στο επίπεδο της δημιουργίας, όσο και στο επίπεδο της εφαρμογής των κανόνων. Δηλαδή, έστω και εάν, σύμφωνα με μια βασική θέση του συναινετικού μοντέλου, ο ποινικός νόμος  προστατεύει ατομικά ή συλλογικά αγαθά τα οποία θεωρούνται βασικά για την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, στην πραγματικότητα η ποινική προστασία αυτών των αγαθών δεν είναι καθολική, δεν προστατεύονται έναντι οποιασδήποτε προσβολής τους. Ωστόσο, ο διαφορετικός χαρακτηρισμός (ληστεία, οικονομική ατασθαλία, αγορανομική παράβαση κ.ο.κ.) και η διαφορετική θεσμική διαχείριση παρόμοιων κοινωνικά βλαπτικών συμπεριφορών, επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο τον οποίο τις αντιλαμβάνεται το κοινωνικό σώμα. Στις συλλογικές αναπαραστάσεις του κοινού, οι προβλεπόμενες από τον ποινικό κώδικα κυρώσεις επιβάλλονται στους εγκληματίες, κατ’ επέκταση αυτός στον οποίο επιβάλλεται ποινή είναι εγκληματίας. Έτσι και καθημερινό γλωσσικό ιδίωμα έχει διαφορετική φόρτιση ο όρος απατεώνας από τον όρο φοροφυγάς, έστω κι αν και οι δύο κατηγορίες ενέχουν το στοιχείο της απάτης. Γενικότερα, άλλη φόρτιση έχει ο χαρακτηρισμός έγκλημα από τον χαρακτηρισμό παράβαση (π.χ. αγορανομική παράβαση), η οποία εν δυνάμει, μπορεί να προσβάλλει πολύ σοβαρότερα αγαθά από μια αντίστοιχη συμπεριφορά προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα, τον «κώδικα των κακοποιών».
Έτσι, αυτές οι φορτισμένες έννοιες – έγκλημα, εγκληματίας – όπως έχουν παραχθεί «κατασκευασθεί» από το ποινικό σύστημα, διοχετεύονται στο κοινωνικό σώμα στο πλαίσιο των διάφορων θεσμών κοινωνικοποίησης και μέσα από διάφορους μηχανισμούς πληροφόρησης όπως τα ΜΜΕ. Αποτελούν επίσης αντικείμενο μελέτης από την εγκληματολογία ή άλλες επιστήμες που μελετούν την ανθρώπινη συμπεριφορά.
            Παράλληλα, ιστορικό δεδομένο, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, αποτελεί το γεγονός ότι ο ποινικός πληθυσμός στρατολογείται από τα κοινωνικά ασθενέστερα στρώματα. Κατά συνέπεια, η εγκληματικότητα στις συλλογικές αναπαραστάσεις εμφανίζεται ως δραστηριότητα των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων και αυτές οι αντιλήψεις έχουν και μια θεσμική επικύρωση, (η σύνθεση του ποινικού πληθυσμού «αποδεικνύει» τον ταξικό χαρακτήρα της εγκληματικότητας), άρα επαληθεύονται και στην καθημερινή ζωή. Αυτό το εμπειρικό δεδομένο (σύνθεση του ποινικού πληθυσμού) συνήθως ερμηνεύεται σε ένα πλαίσιο αιτιολογικό: η ανεργία, η φτώχεια, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο κλπ. θεωρούνται παράγοντες εγκληματογένεσης και ερμηνεύεται έτσι η συμμετοχή των ασθενέστερων κοινωνικά ομάδων στο πλαίσιο των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης. Πράγματι, οι κοινωνιολογικές μελέτες της παραδοσιακής εγκληματολογίας έχουν ως αντικείμενο ακριβώς την εγκληματικότητα των μειονεκτικών κοινωνικά ομάδων
Τα ζητήματα αυτά αποσαφηνίζονται στην ανάλυση του δεύτερου επιπέδου εγκληματοποίησης, αυτή που αφορά την εφαρμογή των ποινικών κανόνων, ξεκινώντας από ένα άλλο εμπειρικό δεδομένο που λειτούργησε καταλυτικά στην εξέλιξη της εγκληματολογικής σκέψης: τις έρευνες σκοτεινού αριθμού. Σύμφωνα με τις έρευνες αυτές, η γνωστή εγκληματικότητα κυμαίνεται γύρω στο 20 %, το οποίο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ανάλογα με την παραγωγικότητα του τιμωρητικού μηχανισμού, μπορεί να προσεγγίσει και το 40%. Ούτως ή άλλως, όμως, το ποσοστό αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτικό της συνολικής εγκληματικότητας, ούτε από την άποψη του είδους των εγκλημάτων (π.χ. η κοινή οικονομική εγκληματικότητα εμφανίζεται σε μεγαλύτερα ποσοστά από την οικονομική εγκληματικότητα στο πλαίσιο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων), ούτε σε σχέση, όπως προαναφέραμε, με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των δραστών, καθώς στην πελατεία του ποινικού συστήματος υπερεκπροσωπούνται οι ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες είναι περισσότερο ευάλωτες στον ποινικό στιγματισμο. Αυτό σημαίνει ότι τυπικές μορφές εγκληματικότητας των κατώτερων τάξεων, πρώτον, τελούνται υπό συνθήκες υψηλής θεατότητας (σε δημόσιο χώρο: κλοπή πορτοφολιού σε λεωφορείο ή στο δρόμο, διάρρηξη σπιτιού ή αυτοκινήτου είναι εγκλήματα που εκθέτουν τους δράστες στα βλέμματα του κοινού. Επίσης, κάποιες μορφές εγκληματικότητα βίας: συμπλοκές ή σωματικές βλάβες σε δημόσιο χώρο κ.ο.κ.). Αντίστροφα, τυπικές μορφές εγκληματικότητας των ανώτερων τάξεων είναι η οικονομική εγκληματικότητα (απάτη, υπεξαίρεση κλπ.), που είναι μεν εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά συνήθως τελούνται στον προστατευτικό κλοιό του ιδιωτικού χώρου, οπότε είναι δύσκολο να υποπέσουν στην αντίληψη των αρχών αν δεν τις καταγγείλει το θύμα, πράγμα, όμως, που συχνά αποφεύγει να κάνει για να μην εκτεθεί. Άρα η παραπομπή των υποθέσεων στο σύστημα της Π.Δ. είναι σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση της θεατότητάς τους. Δεύτερον. Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει το θέμα της παραπομπής είναι η δυνατότητα εξωποινικής ρύθμισης της παρέκκλισης ή της εγκληματικότητας στο πλαίσιο της ευρύτερης ή στενότερης ομάδας στην οποία εκδηλώνεται (οικογένεια, γειτονιά, τοπική κοινωνία, σχολείο, χώρος δουλειάς, επιχείρηση κ.ο.κ.), όπου και πάλι οι δυνατότητες είναι λιγότερες για τις ασθενείς κοινωνικές ομάδες.
 Επιλογές στο πλαίσιο του Ποινικού συστήματος: Ας φαντασθούμε το ποινικό σύστημα σαν ένα χωνί: από το πλήθος των περιπτώσεων οι οποίες εισάγονται, ένα μέρος προχωράει  προς εκδίκαση, ένα μικρότερο μέρος εξέρχεται με καταδικαστική απόφαση και ένα ακόμα μικρότερο μέρος με στερητική της ελευθερίας ποινή.
            Σύμφωνα με τις έρευνες σκοτεινού αριθμού, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του δράστη αποτελούν  σημαντικό παράγοντα όχι μόνον παραπομπής, αλλά και επιλογής των υποθέσεων που θα προχωρήσουν στα επόμενα στάδια και θα βγουν από το χωνί με καταδικαστική απόφαση και μάλιστα στερητική της ελευθερίας ποινή.
            Αστυνομική φάση. Σύμφωνα με το ποινικό σύστημα των περισσότερων χωρών, η Αστυνομία, όταν διαπιστώνει την τέλεση ενός αδικήματος, δεν έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέγει ποιες περιπτώσεις θα προωθήσει για να εισαχθούν στο ποινικό σύστημα, όπου θα αποφασισθεί αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη. Στην πραγματικότητα, αυτή η επιλογή γίνεται προκειμένου να μην εκραγεί ένα ήδη υπερφορτισμένο ποινικό σύστημα. Ως βασικό κριτήριο επιλογής εμφανίζεται η βαρύτητα  του αδικήματος, κάτι, όμως, το οποίο αναπόδραστα κρίνεται και με βάση υποκειμενικά κριτήρια που συμπεριλαμβάνουν και τα ατομικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά του δράστη. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό προφίλ του δράστη θα επηρεάσει την κρίση περί της βαρύτητας του αδικήματος., κατά συνέπεια τα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά του δράστη αποτελούν παράγοντες επιλογής των υποθέσεων που θα προωθηθούν στο Π.Σ.

Προδικασία, Προφυλάκιση / πρόκριμα ποινής. 
Προκειμένου να κριθεί κάποιος προφυλακιστέος θα πρέπει να θεωρηθεί επικίνδυνος,  ύποπτος φυγής, ύποπτος τέλεσης παρόμοιων αδικημάτων.
            Με βάση ποια στοιχεία αποφασίζεται αν συντρέχουν οι παραπάνω όροι;
            Αν έχει μόνιμη διαμονή, αν τα οικονομικά του επαρκούν για τη συντήρησή του, από τη διαγωγή του ενώπιον των δικαστών κλπ. Δηλαδή από στοιχεία που δεν αφορούν πια την πράξη, αλλά την προσωπικότητά του, την ηθική αξιολόγηση της προσωπικότητάς του και άμεσα ή έμμεσα την κοινωνική του θέση. Εδώ παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο τα στερεότυπα. Για παράδειγμα, οι οικονομικοί μετανάστες, τους οποίους ανεξάρτητα από τις πραγματικές του προθέσεις, θεωρούμε ότι είναι προσωρινά εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, είναι εξ ορισμού «ύποπτοι φυγής» (Κούρτοβικ, 1997). Όπως αναφέρει δε η Κούρτοβικ, η εκδίκαση των αυτόφωρων αδικημάτων δίνει την πιο γλαφυρή εικόνα της κατάστασης που διαμορφώνεται στα δικαστήρια: το πινάκιο είναι συνήθως γεμάτο με υποθέσεις τσιγγάνων, αλλοδαπών, χρηστών, γενικά περιθωριοποιημένων ατόμων, τα οποία εμφανίζονται στο δικαστήριο εξαθλιωμένα μετά από τη νύχτα στο κρατητήριο και μέσα από συνοπτικές διαδικασίες, καταλήγουν να καταδικαστούν, συχνά και να καταλήξουν στη φυλακή ως υποθέσεις ρουτίνας (Κούρτοβικ, 1997:158,9). Στο επίπεδο των ποινών αλλά και της σύνθεσης του ποινικού πληθυσμού, αυτή η εικόνα αποτυπώνεται στο 40% περίπου που εκτίουν ποινές εξαγοράσιμες
            Ακροαματική διαδικασία: στην ακροαματική διαδικασία ο δικαστής καλείται να κρίνει δυο εκδοχές της προς εκδίκαση υπόθεσης. Αυτή της κατηγορίας και αυτή του κατηγορούμενου και της υπεράσπισής του. Η κρίση του δικαστή είναι συνάρτηση, της πειστικότητας με την οποία θα υποστηριχθεί η κάθε εκδοχή, της εμπιστοσύνης που μπορεί να εμπνεύσουν οι μάρτυρες, πραγματογνώμονες, συνήγοροι κλπ., της στάσης του κατηγορούμενου κατά τη δίκη, της ατμόσφαιρας που θα δημιουργήσει ο κάθε διάδικος κ.ο.κ. Και όλα αυτά θα φιλτραριστούν από την υποκειμενικότητα του δικαστή, ο οποίος είναι  και αυτός επιρρεπής στην επίδραση στερεοτύπων και παγιωμένων αντιλήψεων για το έγκλημα και τον εγκληματία.[15] Επίσης είναι επιρρεπής στο κλίμα «ηθικού πανικού» που μπορεί να έχει διαμορφωθεί γύρω από κάποιες μορφές εγκληματικότητας και να επηρεαστεί η απόφασή του ενόψει μιας συγκεκριμένης υπόθεσης χωρίς να υπάρχει αναγκαία θέμα σκοπιμότητας.
            Ωστόσο, η δικαστική κρίση συνιστά λόγο αλήθειας. Η εκδοχή την οποία θα προκρίνει ο δικαστής αποκτά χαρακτήρα θεσμικής πραγματικότητας και σαν τέτοια επιστρέφει στην κοινωνία, ενώ ο καταδικασθείς έχει ενταχθεί και σε κάποια από τις θεσμικές κατηγορίες με βάση τη διάγνωση για την προσωπικότητά του (ηθική διαστροφή, καθ’ έξιν εγκληματίας, κατ’ επάγγελμα εγκληματίας κλπ.)
            Είπαμε προηγουμένως ότι  για να «αναγνωρισθεί»  κάποιος κοινωνικά ως εγκληματίας και να υποστεί τις συνέπειες αυτού του χαρακτηρισμού, δεν είναι εκ των ουκ άνευ όρος η διάπραξη ενός εγκλήματος. Αντίθετα, ακόμα κι ο δράστης του πιο στυγερού εγκλήματος αν δεν γίνει ποτέ γνωστός δεν θα υποστεί καμιά συνέπεια, δεν θα υποστεί κανένα πλήγμα η κοινωνική του ταυτότητα. Αντίστροφα, ακόμα και σε περίπτωση δικαστικής πλάνης, οι τυπικές και άτυπες συνέπειες του ποινικού στιγματισμού δεν αίρονται, αλλά προσδιορίζουν σε καθοριστικό βαθμό την μετέπειτα πορεία του ατόμου:  σύμφωνα με το γνωστό θεώρημα του Thomas,  «αν οι άνθρωποι ορίζουν κάποιες καταστάσεις ως πραγματικές, αυτές γίνονται πραγματικές ως προς τις συνέπειές τους». Αν κάποιος θεωρηθεί και αντιμετωπισθεί ως εγκληματίας, θα καταλήξει πιθανότατα να ταυτισθεί μ’ αυτόν το ρόλο, να υιοθετήσει τον ρόλο που του υποδεικνύουν η κοινωνία διαμέσου των επίσημων φορέων της και να αναδιοργανώσει την προσωπικότητα και τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά του γύρω από αυτό το ρόλο όπως υποδεικνύουν οι μελέτες που εντάσσονται στην Θεωρία αλληλεπίδρασης ή προσέγγιση της ετικέτας, ενώ κλασικό έργο για το θέμα του στιγματισμού ο οποίος επεκτείνεται και πέραν του ποινικού στιγματισμού, είναι, όπως προαναφέρθηκε, το Στίγμα του Goffman. 
Συνοψίζοντας, ο στιγματισμός του εγκληματία και οι επιπτώσεις στην κοινωνική του ταυτότητα είναι παράγοντες που ερμηνεύουν τις  δυσκολίες κοινωνικής επανένταξης που αντιμετωπίζει ο χαρακτηρισμένος ως εγκληματίας, έστω κι αν έχει εκτίσει την ποινή του και αποδίδεται στην κοινωνία. Αυτές τις διαδικασίες τις ονομάζουμε αναδρομική ανατροπή κοινωνικής ταυτότητας, όρος ο οποίος αναφέρεται στις διαδικασίες διαμέσου των οποίων επανερμηνεύεται ολόκληρη η ζωή του χαρακτηρισμένου ως εγκληματία υπό το πρίσμα του νέου του ρόλου, ενώ ενίοτε ο στιγματισμός διευρύνεται και περιλαμβάνει ολόκληρη την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκει, είτε είναι τάξη, μειονοτική ομάδα, πολιτικός χώρος κλπ.
Σε όλη αυτή τη διαδικασία καθοριστικό ρόλο μπορεί να παίξει ο ίδιος ο εγκλεισμός σε περίπτωση καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή.  Στη φυλακή, ο κρατούμενος  υπόκειται σε μια παράλληλη διαδικασία  αποκοινωνικοποίησης σε σχέση με τα συμβατικά μοντέλα συμπεριφοράς και κοινωνικοποίησης στους κανόνες και τα μοντέλα συμπεριφοράς που ισχύουν στο παθογόνο περιβάλλον της φυλακής. Όπως πολύ ωραία περιγράφει ο Goffman στα Άσυλα, κεντρικό χαρακτηριστικό των ολοπαγών ιδρυμάτων, όπως είναι η φυλακή, είναι η κατάρρευση των φραγμών που χωρίζουν τις τρεις σφαίρες της ζωής του ατόμου: κοιμάται, εργάζεται, διαχειρίζεται τον ελεύθερο χρόνο του στον ίδιο χώρο και με τους ίδιους συμμέτοχους, οι οποίοι έχουν την ίδια μεταχείριση και από τους οποίους απαιτείται να κάνουν τα ίδια πράγματα, στο πλαίσιο ενός αυστηρού προγραμματισμού που επιβάλλεται εκ των άνω (Goffman, 1961/1994: 25). Αυτό αναπόδραστα έχει μια σειρά από συνέπειες, οι οποίες συνοδεύουν τη συνθήκη του εγκλεισμού, είτε σε φυλακές-μπουντρούμια, είτε σε υπερπολυτελείς κατασκευές και υποδεικνύουν ότι η βία η οποία ενδημεί στη συνθήκη του εγκλεισμού δεν αφορά μόνον την άσκηση «υλικής», σωματικής βίας, η οποία, έτσι κι αλλιώς, δεν λείπει. Κυριολεκτώντας, η ίδια η ιδέα η οποία διέπει την σωφρονιστική μεταχείριση ενέχει εξ ορισμού το στοιχείο της βίας, καθώς ομαδοποιεί – ή τείνει να ομαδοποιήσει – τους κρατούμενους σε ένα «εγκληματικό σύμπαν», το οποίο αντιμετωπίζεται ως ενιαίο και διαφορετικό από τον νομοταγή πληθυσμό (Κουκουτσάκη, 2006).
Ο χρόνος έκθεσης στο παθογόνο περιβάλλον της φυλακής είναι συνάρτηση και του φαινόμενου της ανακύκλωσης του ποινικού πληθυσμού: κάποιες ομάδες σχεδόν νομοτελειακά υποτροπιάζουν. Οι αλλαγές που υπέστησαν στη φυλακή, οι δυσκολίες επαναπροσαρμογής μετά την έκτιση της ποινής τους, ο τρόπος που αντιμετώπισε η κοινωνία αυτές τις δυσκολίες, η κοινωνική απόρριψη κ.ο.κ. τους ξαναστέλνουν στη φυλακή. Πολλές φορές δε η μακροχρόνια έκθεση στο παθογόνο περιβάλλον της φυλακής συντελεί στην εκδήλωση παθολογικών αντιδράσεων, όπως αυτές που συνδέονται με τα φαινόμενα ιδρυματισμού. Το ίδρυμα εκλαμβάνεται ως προστατευτική δομή, και το άτομο αρνείται να εκτεθεί σε άλλο περιβάλλον γιατί το προσλαμβάνει ως απειλητικό. Έτσι, το «τελικό προϊόν» της φυλακής, ο έγκλειστος πλέον και όχι ο παραβάτης του νόμου, καθίσταται ένα «ιδιαίτερο ανθρωπολογικό είδος», επιβεβαιώνοντας εκ των υστέρων την εικόνα της «ιδιαίτερης προσωπικότητας», η οποία επιστρέφει στην κοινωνία με την ισχύ μιας οντολογικής πραγματικότητας (Κουκουτσάκη, 2006).

 Ο θεσμός της φυλακής

 Η στέρηση της ελευθερίας ως αυτόνομης τιμωρίας – κατά συνέπεια και η φυλακή ως τόπος εκτέλεσης της ποινής –  εμφανίζεται στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του 18ου αιώνα, όταν καταγγέλλονται τα βασανιστήρια και η απάνθρωπη μεταχείριση των εγκληματιών. Το αίτημα  στο οποίο απαντάει η μεταρρύθμιση αυτή είναι η ανάγκη ύπαρξης μιας ποινής ανθρωπιστικής και ορθολογικής, η οποία να επιτρέπει την δίκαιη τιμωρία (διαμέσου της αναλογίας βαρύτητας εγκλήματος και βαρύτητας ποινής) και όχι την αχρήστευση του εγκληματία.
            Μέχρι εκείνη την περίοδο η φυλακή υπήρχε μεν, αλλά δεν λειτουργούσε ως χώρος έκτισης ποινής, αποτελούσε τόπο φύλαξης των υποδίκων ενόψει της εκτέλεσης της πραγματικής ποινής.  Θα πρέπει, βέβαια να σημειώσουμε, ότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ήδη από τον 16ο αιώνα υπήρχαν ιδρύματα τα οποία περισυνέλεγαν το κοινωνικό περιθώριο της εποχής, αλλά τα ιδρύματα αυτά λειτουργούσαν σ’ ένα πλαίσιο μάλλον κοινωνικής πρόνοιας και όχι τιμωρητικό, έστω κι αν οι συνθήκες διαβίωσης ήταν τέτοιες ώστε συχνά το καθεστώς πρόνοιας να είναι εξίσου απωθητικό για τους εγκλείστους. Εν πάση περιπτώσει, από διάφορους ερευνητές τα ιδρύματα αυτά, των οποίων η λειτουργία βασιζόταν επίσης στην υποταγή και την πειθαρχία, θεωρούνται πρόδρομοι της μετέπειτα φυλακής και συχνά συγχέονται με αυτήν.
Η γέννηση της φυλακής και το αίτημα για ανθρωπιστική μεταχείριση του εγκληματία συνδέεται με τις ιδέες του Διαφωτισμού και τη σκέψη των Μοντεσκιέ, Μπεκκαρία, Χόουαρντ, Μπένθαμ, οι οποίοι ασχολήθηκαν τόσο με το ζήτημα των νομικών εγγυήσεων υπέρ του εγκληματία, όσο και με το είδος και τους τρόπους έκτισης της ποινής, ενώ τη σκέψη τους επηρέαζαν τα γενικότερα χαρακτηριστικά της περιόδου του Διαφωτισμού, ανάμεσα στα οποία η πίστη στη δύναμη της ανθρώπινης λογικής και η τάση για εξύψωση της ελεύθερης ατομικής προσωπικότητας (βλέπε σχετικά Κουράκης, 2005:133 κ.ε.). Λογικό επακόλουθο είναι ότι η έκφραση αυτών των ιδεών στο επίπεδο της ποινικής διαχείρισης, καθιστά κεντρική έννοια αυτή της ελεύθερης βούλησης.
Απαρχή της προβληματικής του νομικού διαφωτισμού αποτελεί η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του  Ζαν Ζακ Ρουσσώ, η οποία, στη βάση της αρχής της ισότητας όλων έναντι του νόμου, απαιτεί τη συμμόρφωση των πολιτών στους όρους της κοινωνικής σύμβασης την οποία ελεύθερα συνάψανε με το κράτος. Προϋποθέτει, λοιπόν, ένα άτομο, το οποίο είναι υποκείμενο δικαίου και ως τέτοιο φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από μια σύμβαση ανάμεσα σε άτομα ελεύθερα και το κράτος – εγγυητή αυτής της ελευθερίας και της ισότητας. Παράλληλα, από  τη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου εκπορεύεται όχι μόνον το δικαίωμα του κράτους να τιμωρεί τους παραβάτες των κανόνων, αλλά και η υποχρέωσή του να μην είναι αυθαίρετο, να επιβάλει τις προβλεπόμενες από τους νόμους ποινές, οι οποίες να είναι δίκαιες, ακριβείς και ανάλογες της βαρύτητας του διαπραχθέντος αδικήματος.
Συμπερασματικά, προϋποτίθεται  από τη μια μεριά ένα φιλελεύθερο, νομοθετικά περιορισμένο κράτος και εξουσιοδοτημένο όχι μόνον να καθορίζει υποχρεώσεις και καθήκοντα, αλλά και να διασφαλίζει δικαιώματα κι ελευθερίες - το δίκαιο δεν είναι μόνον μορφή της εξουσίας, αλλά και όριο, έλεγχος, περιορισμός των απολυταρχικών της τάσεων – και από την άλλη μεριά, ένα ελεύθερο άτομο, το οποίο δρα σύμφωνα με αυτό που του υπαγορεύει η ελεύθερη βούλησή του.
Μ’ αυτήν έννοια, ο «εγκληματίας» ορίζεται από μια στενά νομική άποψη:  ο εγκληματίας (με εξαίρεση τους διανοητικά άρρωστους και τα παιδιά), στο βαθμό που δεν υπήρχε κάποια κατάφωρη απόδειξη για το αντίθετο, θεωρείτο ότι διέθετε τις ικανότητες της βούλησης, της ευθύνης και της λογικής, άρα ήταν ποινικά υπεύθυνος για τις πράξεις του. Στη συνέχεια, όπως θα δούμε, και με την εμφάνιση της Θετικιστικής Σχολής (γέννηση της Εγκληματολογίας ως αυτόνομης επιστήμης), η έννοια της ποινικής ευθύνης αντικαθίσταται από αυτήν της επικινδυνότητας και ο εγκληματίας καθίσταται αντικείμενο όχι μόνον τιμωρίας αλλά – κυρίως -  γνώσης.
Με την επικράτηση, λοιπόν, του νομικού Διαφωτισμού, επέρχονται καθοριστικές αλλαγές, όχι μόνον στο είδος (ποιότητα) των επιβαλλόμενων ποινών, αλλά και στον τρόπο σύλληψης της αλήθειας.  Για τους Διαφωτιστές η αλήθεια πρέπει να είναι ορθή και αναμφίβολη και να μην συγχέεται με την υποψία ενοχής, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η αλήθεια γύρω από ένα έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί νομικά αποδεδειγμένη μόνον όταν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα. Με δεδομένη δε και την αρχή της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής, δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτά τα βασανιστήρια, τα οποία έχουν χαρακτήρα ποινής, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί νομικά η ενοχή του κατηγορούμενου (Sabatell, A.L., 1999: 53).  Με άλλα λόγια,  για τους μεταρρυθμιστές, νομικούς φιλόσοφους και πολιτικούς θεωρητικούς, το ζήτημα του εγκλήματος ήταν κυρίως ζήτημα ποινής. Το πρόγραμμά τους ήταν να αποτρέψουν την ποινή από το γίνει, με τα λόγια του Μπεκκαρία, «μια πράξη βίας των πολλών απέναντι στον απλό πολίτη». Αντ’ αυτού, θα έπρεπε να είναι «κατά κύριο λόγο δημόσια, ακριβής, αναγκαία, η ελάχιστη δυνατή στις δεδομένες συνθήκες, ανάλογη του εγκλήματος, υπαγορευόμενη από τους νόμους» (Cohen, 1988: 3). Σ’ αυτό το πλαίσιο η αλλαγή στη δομή του τιμωρητικού μηχανισμού και η εισαγωγή του θεσμού της φυλακής είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι, εν δυνάμει, επιτρέπει τη δίκαιη τιμωρία: από τη στιγμή που η ποινή διαβαθμίζεται σε μέρες μήνες χρόνια, μπορεί να γίνει ένας ακριβοδίκαιος υπολογισμός της ανάλογα με τη βαρύτητα του εγκλήματος. Επιπλέον, είναι ανθρωπιστική γιατί δεν εξουδετερώνει την υλική υπόσταση του κρατούμενου ενώ στους στόχους της είναι η περισυλλογή και η μετάνοια διαμέσου της απομόνωσης, της πειθαρχίας, των θρησκευτικών δραστηριοτήτων κλπ. Κατά συνέπεια, το τιμωρητικό σύστημα  δεν έτεινε στην «αναμόρφωση» του παραβάτη – στόχος ο ποίος εισήχθη στη δομή του έναν αιώνα αργότερα – αλλά στη μείωση του εγκλήματος μέσα από την αποτρεπτική λειτουργία της επαπειλούμενης ποινής., η οποία επιδιώκεται μέσα από αυτό που ορίζεται «βεβαιότητα του νόμου»: εφόσον διαπραχθεί ένα αδίκημα, η ποινή είναι βεβαία και αναπόφευκτη. Έτσι η αποτροπή δεν είναι αναγκαίο να επιδιώκεται με την αυστηρότητα των ποινών, αλλά με την βεβαιότητα ότι κανείς δεν θα αποφύγει την τιμωρία.

Αναγκαία, λοιπόν, εις τούτο είναι η αγρυπνία των αρχόντων και η αδυσώπητος του δικαστού αυστηρότης, η οποία, δια να είναι ωφέλιμος αρετή, πρέπει να συνοδεύεται με νομοθεσίαν ήμερον και φιλάνθρωπον. Βαθύτερον εντυπώνεται εις τας ανθρωπίνας ψυχάς η μετρία αλλά βεβαία ποινή, παρά την αυστηροτέραν, την οποία ελπίζει να αποφύγει ο ένοχος. Όσο μικρά κι αν είναι τα κακά φοβίζουν τους ανθρώπους, όταν είναι βέβαια και αναπόφευκτα (Beccaria, Cesare, Περί αδικημάτων και ποινών, χ.χ. Αθήνα: Νομική βιβλιοθήκη, σσ 91, 92, Μετάφραση Αδαμαντίου Κοραή)
  
Φυλακή και πειθαρχική κοινωνία

Η ανάλυση που ακολουθεί αναφέρεται στο έργο  Επιτήρηση και Τιμωρία του Μισέλ Φουκώ,[16] ενός τους πιο σημαντικούς φιλόσοφους του αιώνα, του οποίου το συνολικό έργο επικεντρώνεται σ’ ένα τριπλό στόχο: Πρώτον, να εξετασθεί πώς οι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες εγκαθιδρύουν «λόγους αλήθειας» και «καθεστώτα αλήθειας». Πώς προσδιορίζουν, δηλαδή, τι είναι αλήθεια γύρω από θέματα όπως η τρέλα, η εγκληματικότητα κλπ., και πώς διαχωρίζουν τους τρελούς, τους άρρωστους, τους εγκληματίες από το κοινωνικό σώμα και τους υποβάλλουν σε διαδικασίες «ομαλοποίησης». Δεύτερον, να ερευνηθούν οι νέες θεσμικές δομές εξουσίας και ελέγχου που προκύπτουν από τους παραπάνω διαχωρισμούς και, τρίτον, να αναλυθούν οι νέες μορφές γνώσης, δηλαδή οι ανθρωπιστικές επιστήμες που αναδύθηκαν μέσα από τους παραπάνω διαχωρισμούς και συνέβαλαν παράλληλα στην εδραίωση αυτών των διαχωρισμών καθώς και στην εμπέδωση νέων θεσμών (φυλακή, ψυχιατρείο). Με δυο λόγια, πώς και μέσα από ποιες διεργασίες  δημιουργήθηκε η δυνατότητα να καταστεί ο άνθρωπος των δυτικών κοινωνιών υπο-κείμενο της εξουσίας και αντικείμενο γνώσης.[17]

Γέννηση της φυλακής: Το πέρασμα από το βασανιστήριο (τις σωματικές ποινές), στο σύστημα του εγκλεισμού.


Όπως ήδη αναφέραμε, το σύστημα της φυλάκισης ως αυτόνομης ποινής εμφανίζεται στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του 18ου αιώνα, όπου καταγγέλλονται τα βασανιστήρια και η απάνθρωπη μεταχείριση των εγκληματιών και το αίτημα είναι μια ποινή ανθρωπιστική και ορθολογική.
Στην ανάλυση του Φουκώ, η περίοδος των μεγάλων αλλαγών στο ποινικό σύστημα, το πέρασμα από τη σωματική τιμωρία στο σύστημα της φυλακής (18ος αιώνας), συνδέεται με την άνοδο της αστικής τάξης και την ανάγκη της να παγιώσει και να νομιμοποιήσει την εξουσία της. Η υπερβολική, η σπάταλη βία που χαρακτήριζε το τιμωρητικό σύστημα που βασιζόταν στη σωματική τιμωρία, χαρακτήριζε άλλες μορφές εξουσίας, όταν τόσο η ποινική διαδικασία, όσο και η δικαστική απόφαση χαρακτηριζόταν από έναν απόλυτο βαθμό αυθαιρεσίας και αδιαφάνειας καθώς η γνώση δεν ήταν μόνον καθήκον αλλά και  αποκλειστικό δικαίωμα της δίωξης: «Όλα θα διεξαχθούν με τον επιμελέστερο και τον μυστικότερο δυνατό τρόπο» (από γαλλικό διάταγμα του 1498 που αφορούσε την ανάκριση, όπως αναφέρεται στο Φουκώ 1976/1989: 51).
Αυτή η μυστική, λοιπόν, αδιαφανής διαδικασία παραπέμπει στην αρχή ότι σχετικά με τα ποινικά ζητήματα η εδραίωση της αλήθειας ήταν αποκλειστικό δικαίωμα και στην απόλυτη εξουσία του βασιλιά και των δικαστών του (ό.π.)
Αν όμως η ανακριτική διαδικασία ήταν αδιαφανής, η εκτέλεση της ποινής ήταν δημόσιο θέαμα στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι πολίτες.
Ποια είναι η σημειολογία του βασανιστηρίου, της σωματικής ποινής, στην ανάλυση του Φουκώ;
Οι σωματικές ποινές ήταν κυρίαρχες σε περιόδους κατά τις οποίες το έγκλημα δεν συμβόλιζε την προσβολή συλλογικών αγαθών, αλλά την προσβολή του απόλυτου άρχοντα. Άρα και η ποινή έπρεπε να είναι τέτοια που να αποκαθιστά αυτήν την τραυματισμένη εξουσία. Τουτέστιν, όχι αναγκαία δίκαιη, αλλά μια υπερβολική ποινή-θέαμα, που στα μάτια του κόσμου επιβεβαίωνε την ύπαρξη και την απόλυτη εξουσία του μονάρχη επί των υπηκόων του.

Το βασανιστήριο αποτελεί μέρος μιας ιεροτελεστίας. Είναι στοιχείο της κολαστικής λειτουργίας και ανταποκρίνεται σε δύο απαιτήσεις. Οφείλει – σε σχέση με το θύμα – να στιγματίζει: προορισμός του είναι, είτε με την ουλή που αφήνει πάνω στο σώμα, είτε με τη λαμπρότητα με την οποία περιβάλλεται, να καθιστά το θύμα επονείδιστο× […] Και από την πλευρά της δικαιοσύνης  που το επιβάλλει, το βασανιστήριο πρέπει να είναι μεγαλόπρεπο, πρέπει να αναγνωρίζεται από όλους, ως, κατά κάποιο τρόπο, ο θρίαμβός της. Η υπερβολή, μάλιστα, των βιαιοτήτων που ασκούνται είναι μέρος της δόξας της […] Χωρίς αμφιβολία, αυτός είναι ο λόγος που τα βασανιστήρια παρατείνονται ακόμα και μετά το θάνατο […] Η δικαιοσύνη καταδιώκει το σώμα πέρα από κάθε δυνατή οδύνη. Το ποινικό βασανιστήριο δεν ανταποκρίνεται σε οποιαδήποτε σωματική τιμωρία: είναι μια διαφοροποιημένη παραγωγή από οδύνες, μια τελετουργία οργανωμένη για να στιγματίζει τα θύματα και να εκδηλώνει την εξουσία που τιμωρεί – και όχι την εκτράχυνση μιας δικαιοσύνης που, παραμερίζοντας τις αρχές της, χάνει τον έλεγχο των πράξεών της. Στις «υπερβολές» των βασανιστηρίων επενδύεται μια ολόκληρη οικονομία της εξουσίας (Φουκώ, 1976/ 1989: 50).


Με την άνοδο της αστικής τάξης, όπως είπαμε, μεταβάλλεται η σχέση κρατικής εξουσίας και πολιτών: ο παραβάτης του νόμου είναι ταυτόχρονα ο παραβάτης μιας σύμβασης ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες, μιας σύμβασης που επιτάσσει συμμόρφωση στους κανόνες που έχουν δημιουργηθεί για το καλό του συνόλου στη βάση της αρχής της ισότητας. Άρα το έγκλημα πλήττει συλλογικά αγαθά, που αφορούν το σύνολο, όχι κάποιον απόλυτο φορέα εξουσίας. Στην ανάλυση του Φουκώ, λοιπόν,  η μεταρρύθμιση, η φυλακή δεν είναι αποτέλεσμα μιας ανθρωπιστικής ευαισθησίας, αλλά της ανάγκης για ένα τιμωρητικό σύστημα το οποίο θα βοηθήσει την αστική τάξη να παγιώσει και να νομιμοποιήσει την εξουσία της. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «η αστική τάξη δεν μπορεί να βαρύνεται από ένα έγκλημα βαρύτερο απ’ αυτό που θέλει να τιμωρήσει». 
Ο Φουκώ συνδέει τη γέννηση της φυλακής με τη γέννηση αυτού που ορίζει ως πειθαρχική κοινωνία, της οποίας οι θεσμοί εξουσίας προετοιμάζουν άτομα (σώματα) χρήσιμα (με όρους οικονομικής χρησιμότητας) και πειθήνια, υπάκουα (με όρους πολιτικής υπακοής). Όπως λέει, «η πειθαρχία είναι χαρακτηριστικό του τιμωρητικού μηχανισμού, ενώ σε κάθε πειθαρχικό σύστημα λειτουργεί ένας μικρός ποινικός μηχανισμός μέσα από το διττό σύστημα ανταμοιβής/κύρωσης».
            Κατά συνέπεια, στην αστική κοινωνία, καθώς οικοδομείται αυτό που ο Φουκώ ορίζει ως πειθαρχική κοινωνία, η πειθαρχία δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο του τιμωρητικού μηχανισμού, γίνεται χαρακτηριστικό ενός γενικού τύπου εξουσίας που δεν περιορίζεται μόνον στους έγκλειστους, αλλά διαχέεται κι ακολουθεί τα άτομα στους χώρους που κινούνται τείνοντας στον έλεγχο όλου του κοινωνικού σώματος, μέσα στην οικογένεια, το σχολειό, το εργαστήρι, το στρατό, τα άσυλα κλπ παρατηρεί και ελέγχει τη συμπεριφορά  μέσα από το διττό σύστημα ανταμοιβής και κύρωσης.
Η πειθαρχία, στην ανάλυση του Φουκώ, είναι ένας τύπος εξουσίας, ένας τρόπος άσκησής της και περιλαμβάνει ένα σύνολο οργάνων, τεχνικών, μεθόδων, διαδικασιών, επιπέδων εφαρμογής, στόχων.

Είναι μια «φυσική»  ή μια «ανατομία» της εξουσίας, μια τεχνολογία. Και μπορούν να την αναλάβουν είτε «εξειδικευμένα» ιδρύματα (σωφρονιστήρια ή τα αναμορφωτήρια του 19ου αιώνα), είτε ιδρύματα που τη χρησιμοποιούν ως βασικό όργανο για ένα καθορισμένο στόχο (εκπαιδευτήρια, νοσοκομεία), είτε προϋπάρχουσες αρχές που, με την πειθαρχία, βρίσκουν τον τρόπο να ενισχύσουν ή να αναδιοργανώνουν τους εσωτερικούς τους μηχανισμούς εξουσίας (θα χρειαστεί ν’ αποδειχθεί κάποτε πώς οι ενδο-οικογενειακές σχέσεις – και ιδιαίτερα ο πυρήνας γονείς-παιδιά – «πειθαρχήθηκαν», αφομοιώνοντας, απ’ την κλασική κιόλας εποχή,[18] εξωτερικά σχήματα: σχολικά, στρατιωτικά και, αργότερα, ιατρικά, ψυχιατρικά, ψυχολογικά που έκαναν την οικογένεια προνομιακό τόπο εμφάνισης για το πειθαρχικό πρόβλημα και του μη φυσιολογικού, είτε οργανισμοί που κατέστησαν την πειθαρχία θεμελιακή αρχή της εσωτερικής τους λειτουργίας («πειθαρχοποίηση» του διοικητικού οργανισμού από την εποχή του Ναπολέοντα, είτε, τέλος, κρατικοί μηχανισμοί που, μείζον αλλά όχι αποκλειστικό τους έργο είναι να επιβάλλουν την πειθαρχία σε κοινωνική κλίμακα (αστυνομία). Γενικότερα, λοιπόν, μπορούμε να μιλάμε για διαμόρφωση μιας πειθαρχικής κοινωνίας μέσα από την κίνηση αυτή που ξεκινάει από τα κλειστά πειθαρχικά συστήματα (ένα είδος κοινωνικής «καραντίνας») και φτάνει ως τον απεριόριστα γενικεύσιμο μηχανισμό του «πανοπτισμού» (Φουκώ, 1976 /989: 283-4).[19]

Η φυλακή δεν είναι ο μόνος, αλλά είναι κυρίαρχος πειθαρχικός μηχανισμός, διότι δεν είναι μόνον τιμωρία. Υπήρξε πάντα κάτι πολύ περισσότερο από τη νομική ρύθμιση της στέρησης της ελευθερίας, ένας κατ’ εξοχήν πειθαρχικός μηχανισμός, ο οποίος παρήγαγε αποτελέσματα μέσα από μια βασική τεχνική: την εκγύμναση, την άσκηση σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους που εξασφάλιζαν την απομόνωση και επέτρεπαν τη συνεχή επιτήρηση. Έτσι και η απομόνωση δεν ήταν μόνον τιμωρία, καθώς έπρεπε ν’ αποτελεί και όργανο αναμόρφωσης, ένα τρόπο άσκησης της απόλυτης εξουσίας πάνω  στο άτομο, η οποία δεν μπορούσε να μετριαστεί από άλλες επιρροές, ενώ και η εργασία ακόμα και όταν ήταν παραγωγική, δεν έπαυε να είναι κυρίως στοιχείο εκπειθάρχησης του ανθρώπινου δυναμικού, εγκαθιστώντας μια ιεραρχία η οποία εκλαμβάνεται ως αυτονόητη και εξοικειώνει τον κρατούμενο στην πειθαρχία των εργασιακών σχέσεων. Παράλληλα, δεν απαιτεί βίαια μέσα για επιβληθεί, συνήθως είναι επιθυμητή γιατί μετριάζει το καθεστώς κράτησης.
Η φυλακή, λοιπόν, δεν είναι το απόρθητο φρούριο στο οποίο απλώς περισυλλέγεται το κοινωνικό περιθώριο της εποχής για να εκτίσει την ποινή που του επέβαλλε το δικαστήριο. Η ποινή από μόνη της δεν λειτουργεί. Άρα, πλάι στην ποινή υπάρχει πάντα ένα πειθαρχικό συμπλήρωμα που την επεκτείνει πέρα απ’ αυτό που προβλέπει η δικαστική απόφαση και τείνει στην εφαρμογή των ειδικότερων κανόνων του ιδρύματος. Το πειθαρχικό συμπλήρωμα, όμως, η επιβολή πειθαρχικών μέτρων, επιβάλλει γνώση του εγκλείστου: των δραστηριοτήτων του, των τάσεών του, προκειμένου να λειτουργήσει το πειθαρχικό συμπλήρωμα και να έχει αποτελέσματα. η σωφρονιστική επιχείρηση που συντελείται.
Η φυλακή, λοιπόν, είναι συνάμα χώρος παρατήρησης και μελέτης του παραβάτη του νόμου,  κι έτσι ο παραβάτης του νόμου καθίσταται και αντικείμενο  γνώσης. Με άλλα λόγια, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο επίκεντρο της συζήτησης του Φουκώ για τη φυλακή  είναι οι σύγχρονοι θεσμοί εξουσίας και οι επιστήμες του ανθρώπου που συνδέονται μ’ αυτές.
            Ο πυρήνας της  ανάλυσης του είναι ότι η σχέση εξουσίας και γνώσης είναι αδιάρρηκτη και αμφίδρομη. Εξουσία και γνώση αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία και αυτή η σχέση καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική στο πλαίσιο της ανάπτυξης της πειθαρχικής κοινωνίας, όταν αναζητούνται οι κοινές ρίζες φυλακής και επιστημών του ανθρώπου. Στην ανάλυση του Φουκώ, η εξουσία στηρίζει τη γνώση, καθώς παράγει αντικείμενα γνώσης και χώρους για να ασκείται αυτή η γνώση. Παράλληλα, η γνώση στηρίζει την εξουσία καθώς παράγει πειθαρχικές μεθόδους, μορφές ελέγχου του κοινωνικού σώματος.

Εξουσία και γνώση αλληλεξαρτώνται άμεσα. Δεν υπάρχει σχέση εξουσίας, χωρίς συσχετισμένη σύσταση ενός πεδίου γνώσης. Ούτε και γνώση που να μην προϋποθέτει και να μην αποτελεί ταυτόχρονα σχέσεις εξουσίας (Φουκώ 1976/1989: 40, 41)

Σ’ αυτό το δίπολο εξουσία/ γνώση, η εξουσία δεν ταυτίζεται με την κρατική εξουσία. Το κράτος μπορεί να ελέγχει τις περισσότερες από τις σχέσεις εξουσίας, αλλά εξουσία ασκείται στο πλαίσιο ενός πλήθους θεσμών όχι μόνον κρατικών (π.χ. οικογένεια, σχολείο, εργαστήρι, στρατός, άσυλο). Έτσι, στο έργο του Φουκώ, η εξουσία είναι μια στρατηγική, μια πολυπλοκότητα σχέσεων η οποία δεν έχει έναν κεντρικό πυρήνα απ’ τον οποίο να εκπορεύεται. Δεν είναι Η Εξουσία, αλλά ένα ολόκληρο πλέγμα εξουσιαστικών συνθηκών που τείνει στον εθισμό των πολιτών στην «κανονικότητα» μέσω της πειθαρχίας.
Ο Φουκώ μιλάει για ένα πλέγμα μικροφυσικής της εξουσίας (π.χ. μέσω σχολείων, στρατώνων, εργοστασίων) που λειτουργεί συμπληρωματικά προς την εξουσία που απορρέει από τον ποινικό νόμο. Κάτι σαν σκοτεινή πλευρά αυτής της εξουσίας (Κουράκης, 1989: 421).  Η εξουσία αυτή περιβάλει τα άτομα με ένα πλήθος λεπτομερών ρυθμίσεων που καλύπτουν  τα πάντα: τι είναι κανονικό και επιτρεπτό σε σχέση με τη χρήση του χώρου, του χρόνου, των πραγμάτων (π.χ. επιτρεπτό ντύσιμο). Κάποιες από τις εκτροπές αναλαμβάνει να τις διαχειριστεί και ο ποινικός νόμος, αλλά ο ποινικός νόμος δεν είναι η μοναδική πηγή εξουσίας για τον καθορισμό των εκτροπών.

 Η μελέτη της μικροφυσικής αυτής προϋποθέτει ότι η εξουσία δεν εκλαμβάνεται σαν ιδιοποίηση, αλλά σαν στρατηγική. Πως οι κυριαρχικές της ενέργειες δεν αποδίδονται σ’ ένα «σφετερισμό», αλλά σε μέτρα, σε ελιγμούς, σε τακτικές, σε τεχνικές, σε λειτουργίες. Πως αποκρυπτογραφείται σ’ αυτήν μάλλον κάποιο πλέγμα από σχέσεις πάντοτε τεταμένες, πάντοτε σε δραστηριότητα, παρά σε κάποιο προνόμιο που κάποιος το κατέχει.[….] Πρέπει, κοντολογίς, να δεχθούμε  πως η εξουσία αυτή μάλλον ασκείται, παρά κατέχεται, πως δεν είναι το αποκτημένο ή διατηρημένο «προνόμιο» της κυρίαρχης τάξης, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα των στρατηγικών της θέσεων – αποτέλεσμα που φανερώνει, και κάποτε μάλιστα ανανεώνει τη θέση εκείνων που κυριαρχούνται. Από την άλλη μεριά, αυτή η εξουσία δεν επιβάλλεται απλά και μόνον ως υποχρέωση ή σαν απαγόρευση σ’ αυτούς που δεν την «κατέχουν». Τους περιβάλει, τους χρησιμοποιεί σαν διάμεσο, στηρίζεται πάνω τους, όπως ακριβώς και αυτοί, στον αγώνα τους εναντίον της,  στηρίζονται με τη σειρά τους στη λαβή που ασκεί πάνω τους. Τούτο σημαίνει ότι οι σχέσεις αυτές έχουν βαθιές τις ρίζες τους στα στρώματα της κοινωνίας, ότι δεν εντοπίζονται στις σχέσεις Κράτους και πολίτη ή στα όρια των τάξεων Φουκώ 1976/1989: 39,40)
     
Η εξουσία, με άλλα λόγια, στο έργο του Φουκώ, εντοπίζεται σε  θεσμούς ή σε κάποιο κρατικό μηχανισμό. Δεν ταυτίζεται, όμως, με αυτούς, καθώς είναι αυτοί που καταφεύγουν στις μεθόδους της: τις αξιολογούν, τις χρησιμοποιούν, τις επιβάλλουν. Η εξουσία ενεργοποιείται μέσα από τα συστήματα που τη χρησιμοποιούν, χωρίς όμως να ανήκει μόνιμα σε κανένα. Ούτε στο κράτος, ούτε σε κοινωνικές τάξεις ή ομάδες.
Πώς εξειδικεύονται αυτά τα ζητήματα μέσα από την ιστορία της γέννησης της φυλακής;
Είπαμε ότι  το τιμωρητικό σύστημα το οποίο διαμορφώνεται με άξονα τον εγκλεισμό, έχει ως αντικείμενο όχι το σώμα, αλλά την ψυχή, το πνεύμα του παραβάτη. Ο στόχος δεν είναι η πρόκληση σωματικού πόνου, αλλά ο σωφρονισμός.[20] Έτσι και η έννοια του χρόνου(διάρκεια ποινής), συνιστά δομικό στοιχείο τόσο της ποινής/ανταπόδοσης, όσο και της ποινής/αναμόρφωσης. Η ποινή της φυλάκισης, ως αυτόνομη ποινή, βασίζεται στην ύπαρξη μιας αναλογίας, καθώς συνίσταται στη στέρηση ενός quantum χρόνου ελευθερίας ως ανταπόδοση στο διαπραχθέν αδίκημα. Παράλληλα,  η υπόθεση της φυλακής ως οργάνου αναμόρφωσης βασίζεται σε μια "χρονοδιαμόρφωση": η ποινή δεν μπορεί να είναι ατέρμονη, γιατί τότε δε θα λειτουργούσε. Ο ρόλος της διάρκειας πρέπει να ενσωματωθεί στη λειτουργία της ποινής για να επιτρέψει την αποτελεσματικότητα της τιμωρίας (Foucault, 1989:145).

Αντί να αντιμετωπίζουμε την ιστορία του ποινικού δικαίου κι εκείνη των επιστημών του ανθρώπου σαν δυο ξεχωριστές σειρές που η διασταύρωσή τους έχει αποτελέσματα διαταρακτικά ή χρήσιμα, [θα πρέπει] να αναζητήσουμε την κοινή τους μήτρα και να δούμε αν υπάγονται και οι δυο σε μια «επιστημολογικο-δικαστική διαδικασία διαμόρφωσης. Κοντολογίς να τοποθετήσουμε την τεχνολογία της εξουσίας στη βάση και του εξανθρωπισμού της ποινής και της γνώσης του ανθρώπου. Να ερευνήσουμε μήπως η εμφάνιση αυτή της ψυχής στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης – και μαζί της η παρεμβολή στη δικαστική πρακτική μιας ολόκληρης «επιστημονικής» γνώσης – δεν είναι μια αλλαγή στον τρόπο επένδυσης του ίδιου του σώματος από τους συσχετισμούς της εξουσίας (Φουκώ 1976/1989: 35,36)

Είπαμε, λοιπόν, ότι η φυλακή εμφανίζεται ως ανθρωπιστική και κατ’ εξοχήν δίκαιη ποινή, διότι  επιτρέπει την ισότιμη τιμωρία.  Παράλληλα, είναι ποινή ορθολογική, γιατί προσβλέπει στο μέλλον, δεν αχρηστεύει τον εγκληματία. Έτσι, ο ανθρωπισμός και ο ορθολογισμός, βασικά στοιχεία της γνώσης, της επιστήμης, υιοθετούνται από την εξουσία και εγγράφονται στον τιμωρητικό μηχανισμό. Η μετάθεση του αντικειμένου της ποινής από το σώμα στην ψυχή του παραβάτη, σημαίνει αλλαγές και στην ίδια τη δομή της απονομής δικαιοσύνης: δεν δικάζεται μόνον η πράξη αλλά κυρίως ο δράστης, η παράνομη πράξη καθίσταται αντικείμενο όχι μόνον κολασμού, αλλά και επιστημονικής γνώσης. Άρα στη δομή της ποινικής δικαιοσύνης εισχωρεί ένα σύνολο από κρίσεις, διαπιστώσεις, προγνώσεις, τυπολογίες που αφορούν πια το πρόσωπο του εγκληματία. Και η επιστήμη, σε στενή και αδιάρρηκτη σχέση με την εξουσία, καθορίζει νομικές κατηγορίες και τιμωρητικές πρακτικές. Αυτή η νέα δομή παγιώνεται τον 19ο αιώνα με την εμφάνιση της έννοιας της μεταχείρισης.

Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, αλλά και γενικότερα η ανθρωπολογία του εγκλήματος και τα ακατάπαυστα αναμασήματα της εγκληματολογίας αποκτούν εδώ τη συγκεκριμένη τους λειτουργία: με την πανηγυρική εγγραφή των παράνομων πράξεων στο πεδίο των αντικειμένων που επιδέχονται επιστημονική γνώση δίνεται στο μηχανισμό της νόμιμης τιμωρίας μια δικαιολογήσιμη επιβολή όχι απλώς πάνω στα αδικήματα, αλλά και πάνω στα άτομα. Όχι μονάχα πάνω στις πράξεις τους, αλλά και πάνω σ’ αυτό που οι ίδιοι είναι, που θα είναι ή που ενδεχόμενα θα γίνουν (Φουκώ 1976/1989: 29,30)

Άρα, ο εγκλεισμός δεν είναι απλώς στέρηση της ελευθερίας, αλλά τεχνικές αναμόρφωσης, μηχανισμός τροποποίησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η εξουσία νομιμοποιείται σ’ αυτή την αλλαγή στη δομή του τιμωρητικού μηχανισμού, γιατί η ποινή/αναμόρφωση επιβάλλεται στη βάση μιας ανώτερης εξειδίκευσης και ενός ορθολογισμού που απορρέει από την επιστημονική μελέτη των φαινομένων από τις αντίστοιχες επιστήμες.
Παράλληλα, η καθημερινή ποινική πρακτική, επιβεβαιώνει και προσδίδει μια θεσμική πραγματικότητα σ’ αυτές τις αντιλήψεις, αυτές τις θεωρήσεις για το έγκλημα και τον εγκληματία. Δηλαδή, ποιες πράξεις συνιστούν έγκλημα, ποιος είναι εγκληματίας, πώς είναι ο εγκληματίας, γιατί πρέπει να του επιβληθεί αυτή μεταχείριση. Πράγματι, η φυλακή σ’ όλη την ιστορία της δεν παρέμεινε ένας αδρανής θεσμός. Αντίθετα, με τη συνδρομή της επιστήμης αναπτύχθηκε μια ολόκληρη τεχνολογία της φυλακής, ένα πεδίο δράσης όπου αφθονούσαν τα σχέδια, οι πειραματισμοί, οι θεωρητικές συζητήσεις, οι έρευνες. Έτσι, στη φυλακή συντελείται και μια άλλη πολύ σημαντική λειτουργία που αναδεικνύει και πάλι τη σχέση γνώσης και εξουσίας:  αξιολογούνται τα άτομα μέσα από τη γνώση του συνόλου των δραστηριοτήτων τους, των τάσεών τους, των αντιδράσεών τους.  Παράλληλα, η φυλακή αξιολογώντας τα άτομα τα ταξινομεί σε κατηγορίες και τα διαχωρίζει. Αυτό που κάνει, δηλαδή, η επιστήμη παρατηρώντας και ερμηνεύοντας  την ανθρώπινη συμπεριφορά, καθορίζοντας εκτροπές, προσδιορίζοντας παρεκκλίνουσες συμπεριφορές. Μορφοποιώντας, με απλά λόγια, και χαρακτηρίζοντας την ανθρώπινη συμπεριφορά με βάση αυτό που χαρακτηρίζεται ομαλό, κανονικό. 
Μέσα στη φυλακή, λοιπόν, διαμέσου της σωφρονιστικής τεχνικής, διαμορφώνεται, μορφοποιείται ο εγκληματίας ως παθολογικοποιημένο αντικείμενο και, ταυτόχρονα, ως αντικείμενο γνώσης, καθώς παρέχει στοιχεία για τη μελέτη αυτού του νέου αντικειμένου γνώσης που είναι η εγκληματικότητα. Το θετικιστικό ενδιαφέρον για τον παραβάτη του νόμου, απαντά στην ανάγκη μιας καλύτερης γνώσης του υποκειμένου που μετατρέπεται σε αντικείμενο μεταμόρφωσης.  Έτσι, η επιστήμη, μέσα από τον αιτιοκρατικό, ωφελιμιστικό της λόγο, τείνει στην ομοιογενοποίηση (άρα τον έλεγχο) του κοινωνικού σώματος επεξεργαζόμενη νέες μεθόδους εκπειθάρχησης και ελέγχου.
Ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το θεσμό της φυλακής, είναι ότι η φυλακή δέχτηκε κριτικές από την ίδια τη στιγμή της γέννησή της, [21] έτσι ώστε ο Φουκώ να χαρακτηρίζει τη ιστορία αυτή «ιστορία της αδύνατης μεταρρύθμισης». Πράγματι, παρά τις κριτικές – στις οποίες αναφέρονται αρκετά από τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον παρόντα φάκελο - η φυλακή συνεχίζει να επιβιώνει με επιδερμικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δεν θίγουν τη δομική παθολογία της.[22]
Στην ανάλυση του Φουκώ, ωστόσο, η επιτυχία της φυλακής, αυτό που την κάνει να ευημερεί μέσα από συνεχείς αλλά επιδερμικές μεταρρυθμίσεις, είναι ακριβώς αυτό το οποίο ορίζεται ως αποτυχία της:  η αποτυχία  να ελέγξει το έγκλημα, την υποτροπή. Για τον Φουκώ, η πραγματική λειτουργία της φυλακής είναι να διαχειρίζεται επιλεκτικά τις παραβάσεις. Να προσδιορίζει, να οργανώνει, να συγκροτεί την εγκληματικότητα διαχωρίζοντάς την από άλλες μορφές παρανομιών που καθίστανται έτσι κοινωνικά ανεκτές. Κατά συνέπεια, η καταστολή εγκληματικότητας, είναι στην πραγματικότητα η παραγωγή της εγκληματικότητας. Η παραγωγή μιας ελεγχόμενης ομάδας εγκληματιών κι ενός χώρου εγκληματικότητας κλειστού, περιθωριοποιημένου, αποδυναμωμένου, εύκολα ελεγχόμενου, του  οποίου η λειτουργία επεκτείνεται και μετά την έξοδο από τη φυλακή, καθώς αποτελεί μια αλυσίδα ελέγχου και επιτήρησης του πληθυσμού και ιδιαίτερα των ασθενέστερων τάξεων απ’ όπου στρατολογείται κατά κανόνα ο ποινικός πληθυσμός. Μέσα από το σχήμα αστυνομία – φυλακή – εγκληματικότητα, η αστυνομική επιτήρηση εφοδιάζει τη φυλακή με παραβάτες που μετατρέπονται σε εγκληματίες, ενώ οι απολυμένοι κατάδικοι τροφοδοτούν την αστυνομική επιτήρηση και τη φυλακή, είτε ως υπότροποι, είτε ως καταδότες. Όπως παραστατικά περιγράφει:

Σήμερα γνωρίζουμε, και η διεύθυνση είναι απολύτως ενημερωμένη, ότι κάτι τέτοιο (ενάρετοι άνθρωποι) δεν παράγεται. Ότι δεν παράγεται απολύτως τίποτα. Ότι είναι απλά ζήτημα επιδέξιας ταχυδακτυλουργίας, ένας ιδιόρρυθμος μηχανισμός κυκλικού αποκλεισμού: η κοινωνία αποκλείει, στέλνοντας στη φυλακή ανθρώπους που ο εγκλεισμός αποσυνθέτει, συντρίβει, εξολοθρεύει φυσικά. Και τότε, μόλις αποσυντεθούν, η φυλακή τους αποκλείει "απελευθερώνοντας" τους και στέλνοντας τους πίσω στην κοινωνία. Και εκεί, η ζωή τους στη φυλακή, ο τρόπος που τους μεταχειρίστηκαν, η κατάσταση στην οποία βγήκαν, εξασφαλίζει το ότι η κοινωνία θα τους αποκλείσει ακόμα μια φορά, στέλνοντας τους πίσω στη φυλακή, η οποία, με τη σειρά της… (Foucault, 1992:8).

Φυλακή και καπιταλιστική κοινωνία


Στα δυο έργα που θα συζητήσουμε στη συνέχεια, η εξέλιξη των τιμωρητικών συστημάτων μελετάται σε συνάρτηση με την εξέλιξη δομικών μεταβλητών και, ειδικότερα, η σχέση ανάμεσα στην εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος και τη γέννηση της φυλακής, καθώς η φυλακή ως αυτόνομη ποινή εμφανίζεται μόνον στην καπιταλιστική κοινωνία - στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, όπως αναφέραμε, δεν υπάρχει ως αυτόνομος τιμωρητικός θεσμός - διότι μόνον στην καπιταλιστική κοινωνία συντελείται και η πλήρης ανάπτυξη του Δικαίου.
           
Ποινή και αγορά εργασίας: Rusche, Α.  & O.Kirhheimer,  Punishment and Social Structure, (Russell @ Russell, N.York, 1968)[23]

Αντικείμενο του βιβλίου είναι η σχέση ποινής και κοινωνικής δομής, η οποία αναλύεται, σε μια ιστορική και οικονομική προοπτική, με βασική αναλυτική κατηγορία την αγορά εργασίας  και στην ποινή αναγνωρίζεται μια λειτουργία ρυθμιστή της αγοράς εργασίας.
Η ποινή, κατά συνέπεια, δεν μελετάται ως απλή συνέπεια του εγκλήματος, ούτε απλώς ως μέσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου (έλεγχος εγκλήματος).  Παράλληλα, η ποινή δεν υπάρχει σαν μια υπεριστορική, αναλλοίωτη οντότητα. Υπάρχουν συγκεκριμένες τιμωρητικές μορφές και ποινικές πρακτικές και κάθε σύστημα παραγωγής τείνει ν’ ανακαλύψει το τιμωρητικό σύστημα που υπακούει στις ειδικότερες ανάγκες του. Κατά συνέπεια, τα τιμωρητικά συστήματα, οι μεταβολές, η εξέλιξή τους, συνδέονται στενά με τις φάσεις της οικονομικής εξέλιξης.
            Έτσι, στο έργο των Rusche  & Kirhheimer,  μελετάται η σχέση ανάμεσα στα τιμωρητικά συστήματα και τα συστήματα παραγωγής και ειδικότερα τις συνθήκες που διαμορφώνονται  στην αγορά εργασίας.
            Η βασική υπόθεση είναι ότι το  τιμωρητικό σύστημα κάθε ιστορικά προσδιορισμένης κοινωνίας δεν είναι κάτι απομονωμένο, που υπακούει μόνον στους δικούς του νόμους. Έτσι και η εξέλιξη των τιμωρητικών συστημάτων δεν είναι συνάρτηση  της αλλαγής αντιλήψεων περί εγκληματικότητας και αντεγκληματικής πολιτικής, αλλά της εξέλιξης των συστημάτων παραγωγής: κάθε σύστημα παραγωγής τείνει να ανακαλύψει το τιμωρητικό σύστημα το οποίο ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Καθώς δε, βασική αναλυτική κατηγορία αποτελεί η αγορά εργασίας, η θέση η οποία αναπτύσσεται είναι ότι τόσο το είδος, όσο και η σκληρότητα των ποινών είναι συνάρτηση των διαμορφούμενων αναγκών στην αγορά εργασίας. Με άλλα λόγια, όταν υπάρχει έλλειψη εργατικών χεριών, οι ποινές είναι πιο ήπιες και τείνουν να καλύπτουν τα κενά. Αντίστροφα, όταν υπάρχει υπερπροσφορά εργατικών χεριών, είτε οι ποινές είναι πιο σκληρές, καθώς ο εγκληματίας δεν προσφέρεται για οικονομική εκμετάλλευση, είτε, χωρίς να είναι αναγκαία σκληρές, δεν αποσκοπούν στην κάλυψη αναγκών της αγοράς εργασίας (η εργασία του κρατουμένου, όταν προβλέπεται, δεν έχει παραγωγικό χαρακτήρα και αποτελεί μορφή τιμωρίας ή θεωρείται μέσο σωφρονισμού).

Σταθμοί στην εξέλιξη των τιμωρητικών συστημάτων
           
Κατά τον Μεσαίωνα η βασική λειτουργία της φυλακής ήταν να φυλάσσει και όχι να τιμωρεί. Οι ποινές φυλάκισης  επιβάλλονταν, κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής της, βασικής, χρηματικής ποινής, ενώ μετά την αποφυλάκιση ακολουθούσε καταναγκαστική εργασία προκειμένου να αποπληρωθεί το χρέος.
            Το ενδιαφέρον για την οικονομική εκμετάλλευση της εργασίας του εγκληματία δεν υπάρχει ακόμα στις απαρχές του καπιταλισμού.  Αντίθετα, τότε υπήρχε πληθώρα εργατικών χεριών και, ταυτόχρονα, η βίαιη αλλαγή των οικονομικών όρων είχε δημιουργήσει εκτεταμένη φτώχεια στον πληθυσμό. Δηλαδή, αφ’ ενός μεν οι εκδιωχθέντες από την ύπαιθρο παραγωγοί δεν μπορούσαν ακόμα να απορροφηθούν στο σύνολό τους από την μανουφακτούρα (με την ίδια ταχύτητα με την οποία δημιουργείτο αυτό το εν δυνάμει εργατικό δυναμικό), αφ’ ετέρου δε δεν ήσαν και πρόθυμοι να ενταχθούν στις νέες συνθήκες παραγωγής. Όσο δε χειροτέρευαν οι οικονομικές συνθήκες, τόσο αυξανόταν και η εγκληματικότητα των φτωχών.
Έτσι, αφ’ ενός μεν η πληθώρα εργατικών χεριών και η μείωση της αξίας της εργασίας οδηγούσε σε μια μείωση της αξίας της ανθρώπινης ζωής (άρα στόχος του τιμωρητικού συστήματος όχι απλώς δεν ήταν να καλύψει  κενά στην αγορά εργασίας αλλά, αντίθετα, να εξαλείψει το περιττό εργατικό δυναμικό), αφ’ ετέρου δε, η αύξηση της εγκληματικότητας δικαιολογούσε την ποικιλία και τη  σκληρότητα των ποινών.
Το ενδιαφέρον για την οικονομική εκμετάλλευση της εργασίας του εγκληματία εμφανίζεται  κατά τον μερκαντιλισμό (16ο αιώνα), σε μια περίοδο, δηλαδή, κατά την οποία με την ανακάλυψη νέων εδαφών, νέων αγορών, ανάγκη για μεγαλύτερη επένδυση κεφαλαίων κλπ.,  ανοίγει η αγορά εργασίας. Άρα, η εργατική δύναμη δεν θα έπρεπε να σπανίζει, κατά συνέπεια, να είναι ακριβή απορροφώντας κεφάλαια τα οποία θα έπρεπε να επενδύονται και να μην διατίθενται για την πληρωμή της εργασίας.
 Αρχίζουν, λοιπόν, να εμφανίζονται ποινές όπως η σκλαβιά στις γαλέρες, τα καταναγκαστικά έργα, κλπ, οι οποίες συχνά συνυπάρχουν με το παραδοσιακό σύστημα των χρηματικών ή σωματικών ποινών.[24] Παράλληλα, με την παρέμβαση του κράτους προκειμένου να αναπτυχθεί η βιομηχανία, οι μισθοί ρυθμίζονταν σε χαμηλά επίπεδα, θεσπίζονταν αυστηροί κανονισμοί εργασίας, απαγορεύονταν ο συνδικαλισμός, ενθαρρύνονταν η παιδική εργασία, κλπ.
            Αυτήν την περίοδο, στην πολιτική απέναντι στους φτωχούς, εμφανίζεται για πρώτη φορά η διάκριση ανάμεσα σε :φτωχούς ικανούς προς  εργασία, οι οποίοι αποτελούσαν το βασικό αντικείμενο της ποινικής πολιτικής, και σε φτωχούς ανίκανους προς εργασία, οι οποίοι αποτελούσαν αντικείμενο κοινωνικής πρόνοιας.
            Τον 16ο αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα σωφρονιστήρια  (houses of correction), πρώτα στην Αγγλία και μετά στην Ολλανδία. Κατά τους συγγραφείς, σ' αυτά τα  ιδρύματα, μπορεί να εντοπίσει κανείς μια πρώτη εφαρμογή της ιδέας της μεταχείρισης, που παγιώθηκε πολύ αργότερα, καθώς είχαν στους στόχους τους μια προοπτική ένταξης του εγκλείστου στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Δηλαδή, ο πυρήνας τους ήταν ένας συνδυασμός των αρχών φτωχοκομείου, καταστήματος εργασίας και τιμωρητικού ιδρύματος, ενώ σταθερά χαρακτηριστικά τους ήταν η σκληρή δουλειά  και οι θρησκευτικές δραστηριότητες. Στόχος τους, δηλαδή, δεν ήταν η αχρήστευση του εγκλείστου. Αντίθετα απέβλεπαν στη δυνατότητα αξιοποίησης αυτού του δυναμικού (του κοινωνικού περιθώριου της εποχής) κάποια στιγμή στην ελεύθερη αγορά εργασίας.
Παράλληλα και τα ίδια τα ιδρύματα είχαν μια οικονομική λειτουργία μέσω της  οικονομικής εκμετάλλευσης της εργασίας των εγκλείστων, είτε από το ίδιο το ίδρυμα είτε μέσω επινοικίασης. Έτσι, μολονότι η αξιολόγηση  τους ως παραγωγικών μονάδων δεν υπήρξε παντού η ίδια, ο κοινός και κυρίαρχος, κατά τους συγγραφείς, στόχος τους υπήρξε η οικονομική εκμετάλλευση της εργασίας των εγκλείστων. Πάντως, κατά τους 17ο-18ο αιώνα θεωρήθηκαν πολύτιμες για την οικονομία  βιοτεχνίες, λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής τους.
Ως ένα από τα τυπικά παραδείγματα της υπόθεσης ότι κυρίαρχος στόχος της ποινής ήταν η οικονομική εκμετάλλευση της εργασίας του εγκληματία, αναφέρεται η περίπτωση της σκλαβιάς στις γαλέρες και ο τρόπος με τον οποίο επιβάλλονταν αυτό το είδος ποινής. Με άλλα λόγια, οι δικαστές, ουσιαστικά αποδύονταν σ' "ένα κυνήγι κωπηλατών", ο αριθμός των καταδικών  ήταν τεράστιος και η διάρκεια τους πολύ μεγάλη. Καθώς δε η δουλειά στις γαλέρες ήταν πάρα πολύ σκληρή, τόσο που ούτε κάτω από τις πιο άθλιες οικονομικές συνθήκες δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί εργατική δύναμη, η επιβολή  της ποινής ήταν σχεδόν ο αποκλειστικός τρόπος για να καλυφθούν οι  ανάγκες. Για την επιβολή της, δε,  καθοριστικό ρόλο έπαιζε όχι το διαπραχθέν αδίκημα, αλλά  η φυσική κατάσταση του εγκληματία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εγκληματίες να αυτοακρωτηριάζονται για να την αποφύγουν. [25]
            Ωστόσο, κατά τους συγγραφείς, και οι ρίζες του τιμωρητικού συστήματος που βασίζεται στον εγκλεισμό τοποθετούνται στην περίοδο του μερκαντιλισμού, με την έννοια ότι ιδρύματα εργασίας, φτωχοκομεία, σωφρονιστήρια (houses of correction) κλπ. αποτελούσαν την πρωταρχική μορφή της σύγχρονης φυλακής.  Δεδομένου, δε, ότι ανάμεσα στους στόχους τους, ο κυρίαρχος ήταν η εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού (δηλαδή, η οικονομική εκμετάλλευση της εργασίας των εγκλείστων), ουσιαστικά επιτελούσαν τις ίδιες λειτουργίες με την μετέπειτα φυλακή, στην οποία επίσης οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ως κυρίαρχη την οικονομική λειτουργία, καθοριστικής σημασίας παράγοντα και για την κυριαρχία των στερητικών της ελευθερίας ποινών.
            Όμως, αν οι ρίζες του τιμωρητικού συστήματος που βασίζεται στον εγκλεισμό τοποθετούνται στον μερκαντιλισμό, η προώθηση και η θεωρητική επεξεργασία του  συντελούνται κατά την  περίοδο του Διαφωτισμού. Όπως ήδη αναφέραμε, οι προτάσεις αναμόρφωσης του ποινικού συστήματος απαντούσαν στην ανάγκη αποκατάστασης του κύρους της Δικαιοσύνης στα μάτια του λαού καθώς, επικρατούσε σύγχυση γύρω από τη φύση και τους σκοπούς της ποινής (οι έγκλειστοι στα ιδρύματα ήταν αδιακρίτως γέροι, ανάπηροι, ορφανά, εγκληματίες), ενώ, παράλληλα, υπήρχε μια απόλυτη αυθαιρεσία στην απονομή της δικαιοσύνης καθώς δεν λειτουργούσαν σταθερά κριτήρια ούτε για τη διάρκεια της ποινής, ούτε για τη σχέση βαρύτητας εγκλήματος/ βαρύτητας ποινής. Αν, όμως, το είδος, η φύση της ποινής αφορούσε κυρίως τις κατώτερες τάξεις, που αποτελούσαν τη σταθερή "πελατεία" του ποινικού συστήματος, το θέμα της αποκατάστασης του κύρους της δικαιοσύνης με την άρση των αυθαιρεσιών, τον επακριβή προσδιορισμό του δικαίου και των τιμωρητικών μέσων, την εγκαθίδρυση νομικών εγγυήσεων, αφορούσε την αστική τάξη, η οποία πάλευε ακόμα για την παγίωση της πολιτικής της κυριαρχίας: η αστική τάξη δεν ενδιαφερόταν τόσο για την αυστηρότητα των ποινών, όσο για τη βεβαιότητα του δικαίου, η οποία θα εγγυούταν την ισότητα και θα εξασφάλιζε τη μείωση των κοινωνικών αναταραχών. Στην πραγματικότητα, όμως, η ισότητα που εγγυούταν το ποινικό σύστημα δεν υπήρχε, καθώς οι τα φτωχότερα στρώματα δεν είχαν ούτε τις αναγκαίες γνώσεις, ούτε τα οικονομικά μέσα να εκμεταλλευθούν τις νομικές εγγυήσεις του  τιμωρητικού μηχανισμού.[26] Έτσι, η πολιτική κατάσταση παραχωρούσε στους ισχυρούς τη διαχείριση της δικαιοσύνης, καθώς η αστική τάξη, εκ των πραγμάτων, απολάμβανε μεγαλύτερο ποσοστό ασυλίας τόσο σε νομοθετικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο της απονομής της δικαιοσύνης.
 
Οι συνέπειες της βιομηχανικής επανάστασης στην ποινική πολιτική

Η κίνηση  για  την αναθεώρηση του ποινικού συστήματος στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, όταν εκδίδεται και το πολύ σημαντικό βιβλίο του Cesare Beccaria, Dei delitti e delle pene,  βρίσκει εύφορο έδαφος γιατί οι ανθρωπιστικές αρχές της συνέπιπταν με τις ανάγκες της οικονομίας εκείνης της περιόδου: Η άρχουσα τάξη δεν είχε ανάγκη κατασταλτικών μέσων για να ασκήσει οικονομική πίεση στις μάζες. Όχι απλώς δεν υπάρχει έλλειψη εργατικών χεριών αλλά, αντίθετα, υπερπληθώρα. Οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες χαρακτηρίζονται από, αύξηση του πληθυσμού, μετανάστευση πληθυσμών στις πόλεις γιατί στην ύπαιθρο δεν επαρκούσαν τα μέσα για την συντήρηση τους, ενώ η εισαγωγή των μηχανών αύξανε τη βιομηχανική ανεργία.
 Με την αύξηση της προσφοράς εργατικού δυναμικού, οι συνθήκες για τους εργαζόμενους χειροτέρεψαν σημαντικά, οι μισθοί παραμένουν στα επίπεδα επιβίωσης, ενώ, υπό την επίδραση των Μαλθουσιανών θεωριών, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δέχεται επίθεση, με τη λογική ότι τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας έχουν πολύ μεγάλο κόστος ενώ η κοινωνική τους ωφελιμότητα είναι αμφίβολη καθώς ενθαρρύνουν την αύξηση του πληθυσμού, διαταράσσουν ακόμα περισσότερο την ισορροπία ανάμεσα στον πληθυσμό και τα αγαθά διατροφής και αυξάνουν την μιζέρια.[27]
            Μια σημαντική  συνέπεια αυτής της πολιτικής ήταν το 1834 η ενσωμάτωση στην αγγλική νομοθεσία για τους φτωχούς (Poor Laws) μιας αρχής, η οποία έκτοτε απετέλεσε σταθερή αρχή κάθε σωφρονιστικής πολιτικής: της αρχής σύμφωνα με την οποία το καθεστώς κοινωνικής πρόνοιας να είναι λιγότερο επιθυμητό από την κατάσταση της εργασίας ακόμα και για τα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα (αρχή της less eligibility). Η  θεωρητική  θεμελίωση αυτής της αρχής στο χώρο της σωφρονιστικής πολιτικής είναι η αποτρεπτική λειτουργία της ποινής.
            Την ίδια περίοδο παρακμάζουν τα διάφορα ιδρύματα (σωφρονιστήρια, καταστήματα εργασίας) τα οποία συνέλεγαν το κοινωνικό περιθώριο της εποχής, καθώς η οικονομική τους σημασία μειώνεται, δεδομένου και του κόστους τους αλλά, κυρίως, του γεγονότος ότι η ελεύθερη αγορά εργασίας είναι πιο προσοδοφόρα: το εργοστάσιο. Προς τα τέλη του 18ου-αρχές του 19ου  αιώνα, οι οικονομικές συνθήκες της εργατικής τάξης είναι άθλιες, η εγκληματικότητα φτάνει σε πολύ μεγάλα ύψη και η κατάσταση στις φυλακές απερίγραπτη, στο βαθμό που οι φυλακές δεν χρειάζεται να αναπαράγουν το εργατικό δυναμικό έτσι ώστε να απαιτείται να εξασφαλίζουν ανεκτές συνθήκες ζωής για τους κρατούμενους. Η σωφρονιστική εργασία εξακολουθεί να υπάρχει θεωρούμενη ως παραχώρηση στον κρατούμενο, αλλά έχει περισσότερο τον χαρακτήρα βασανισμού και δεν είναι παραγωγική (π.χ. χειρόμυλος).
            Παρόλο ότι κατά καιρούς και με αφορμή την ραγδαία αύξηση της εγκληματικότητας, που οφείλονταν στην επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών της εργατικής τάξης,  αναδιατυπώνονταν το αίτημα για επιστροφή σε σωματικές ποινές, η φυλακή αναδεικνύεται και παραμένει ο κύριος τιμωρητικός θεσμός σ' όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι συνθήκες κράτησης, βέβαια,  υπακούουν στην αρχή της  less eligibility (το όριο επιβίωσης του ελεύθερου πληθυσμού έπρεπε να καθορίζει το ανώτατο όριο διαβίωσης στις φυλακές) και παρουσιάζουν μια εικόνα απερίγραπτη, όπως έχει καταγραφεί  σε πολλά κείμενα της εποχής.
  
Ο εκτοπισμός στις αποικίες

Ένας ειδικότερος τιμωρητικός θεσμός, ο οποίος στην ανάλυση των  Rusche και  Kirchheimer  δείχνει την οικονομική λειτουργία των τιμωρητικών συστημάτων, είναι και ο θεσμός του εκτοπισμού στις αποικίες. Κατά τον 16ο αιώνα, η εξαιρετικά μεγάλη ανάγκη εργατικών χεριών οδηγούσε ακόμα και σε απαγωγές παιδιών τα οποία εκτοπίζονταν στις επαρχίες.  Η εφαρμογή του εκτοπισμού στα πλαίσια του τιμωρητικού συστήματος ήταν πάντα σε συνάρτηση με τη διαμόρφωση των οικονομικών αναγκών κάθε συγκεκριμένης  μητρόπολης. Έτσι, στην Αγγλία η θεσμοθέτηση του εκτοπισμού ως καταδίκης (1597, Vagrancy Act), δεν  έχει τη μορφή αυτόνομης ποινής καθώς η μητρόπολη είχε επίσης ανάγκη εργατικών χεριών, αλλά  μετατροπής της θανατικής ποινής: εκτοπίζονταν οι καταδικασμένοι σε θάνατο, παίρνοντας έτσι χάρη και μόνον στις αρχές του 18ου αιώνα ο εκτοπισμός γίνεται αυτόνομη ποινή και όχι μετατροπή άλλης.
Όταν η αμερικάνικη επανάσταση έθεσε τέρμα στον εκτοπισμό άγγλων καταδίκων στην Β. Αμερική,  το αγγλικό σωφρονιστικό σύστημα, το οποίο αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα λόγω του τεράστιου αριθμού καταδίκων αντικατέστησε προσωρινά τον εκτοπισμό με την καταναγκαστική εργασία σε δημόσια έργα. Η οικονομική αξιολόγηση, όμως, αυτής της λύσης δεν κρίθηκε  ικανοποιητική και έτσι, το 1787 θεσπίστηκε ο εκτοπισμός στην Αυστραλία. Ενώ για τους ίδιους τους εκτοπισμένους οι συνθήκες ζωής δεν ήταν καλές, η οικονομική αξιολόγηση του μέτρου ήταν θετική. Όμως, καθώς οι συνθήκες ζωής στην Αγγλία ήταν πολύ άσχημες, ο εκτοπισμός έπαψε να μοιάζει τιμωρία και να λειτουργεί αποτρεπτικά. Έτσι, οι ίδιοι λόγοι που άλλαξαν τον χαρακτήρα της διαχείρισης των  houses of correction (επιδείνωση συνθηκών  για να  λειτουργεί αποτρεπτικά ο εγκλεισμός σ' αυτά), οδήγησαν αρχικά στην υιοθέτηση ενός σύνθετου συστήματος που περιελάμβανε απομόνωση στις αγγλικές φυλακές, καταναγκαστικά έργα και εκτοπισμό και στη συνέχεια στην κατάργηση του εκτοπισμού.
            Στη Γαλλία,  ο θεσμός του εκτοπισμού ίσχυσε σποραδικά μεταξύ 17ου και 18ου αιώνα, καταργήθηκε το 1720  και ξανάρχισε με εκτοπισμό στη Γουιάνα το 1854. Δεν αποτέλεσε, όμως, ποτέ ένα οργανωμένο σύστημα οικονομικής εκμετάλλευσης των καταδίκων γιατί κάτι τέτοιο δεν ήταν επιβεβλημένο από τις οικονομικές συνθήκες, αλλά μάλλον την απάντηση στην ανάγκη διαχείρισης της σωφρονιστικής πολιτικής (απομάκρυνση κοινωνικά επικίνδυνων ατόμων). Ο εκτοπισμός στη Γαλλία καταργήθηκε οριστικά το 1937.

Εξέλιξη σωφρονιστικών συστημάτων στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη (από το απομονωτικό στο Ωβούρνειο σύστημα)

Η πρώτη εφαρμογή του απομονωτικού συστήματος ήταν στη Φιλαδέλφεια το 1790. Το βασικό χαρακτηριστικό του ήταν η απομόνωση του κρατούμενου σε ατομικά κελιά, απ' όπου δεν έβγαινε παρά μόνον όταν τέλειωνε η ποινή του, πέθαινε ή οδηγούταν στην τρέλα. Η  εφαρμογή του απομονωτικού συστήματος υλοποιούσε στην πράξη την αντίληψη των Κουακέρων  ιδρυτών του, ότι η απομόνωση αποτελεί το πιο αποτελεσματικό σύστημα μετάνοιας, άρα εμπεριείχε ένα αναμορφωτικό στοιχείο.
            Παρά τον ενθουσιασμό που προκάλεσε αρχικά το απομονωτικό σύστημα,  σύντομα εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από το Ωβούρνειο ή μικτό σύστημα, το οποίο έγινε συνώνυμο του αμερικανικού σωφρονιστικού συστήματος. Το Ωβούρνειο σύστημα προέβλεπε επίσης απομόνωση του κρατούμενου σε ατομικά κελιά τη νύχτα, αλλά συλλογική εργασία την ημέρα, τηρώντας τον κανόνα της απόλυτης σιωπής. Αυτή η ραγδαία εξέλιξη, κατά τους συγγραφείς οφείλεται κυρίως σε οικονομικούς λόγους. Στις αρχές του 19ου αιώνα η  Αμερική αντιμετωπίζει τέτοια έλλειψη εργατικών χεριών που μόνο με την περίοδο του μερκαντιλισμού στην Ευρώπη μπορεί να συγκριθεί.  Η κατάργηση της δουλείας, η διαθεσιμότητα τεράστιων εκτάσεων γης που έπρεπε να αξιοποιηθούν, η βιομηχανική εξέλιξη δημιουργούσαν τέτοια κενά στην αγορά εργασίας  που δεν μπορούσαν να καλυφθούν ούτε με την αυξανόμενη μετανάστευση εργατικού δυναμικού από την Ευρώπη. Κατά συνέπεια, η οικονομική εκμετάλλευση του ποινικού πληθυσμού, ο οποίος αχρηστεύονταν οικονομικά με το απομονωτικό σύστημα, θα μπορούσε να καλύψει κάποια από τα υπάρχοντα κενά.
Όμως και η εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης του κρατούμενου δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματική μέσα από ένα σύστημα  απομόνωσης σε ατομικά κελιά γιατί η παραγωγή δεν θα μπορούσε να οργανωθεί με βάση τις προδιαγραφές  των ισχυουσών παραγωγικών σχέσεων.
Έτσι, όπως είπαμε, το απομονωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από το σύστημα της συλλογικής εργασίας κατά τη διάρκεια της ημέρας,  με στόχο την μετατροπή των φυλακών  σε οικονομικά συμφέρουσες επιχειρήσεις.
            Στην Ευρώπη,  η εξέλιξη και η νομιμοποίηση των τιμωρητικών συστημάτων ήταν διαφορετική καθώς ήταν διαφορετικά διαμορφωμένες και οι οικονομικές συνθήκες. Το ζητούμενο στις ευρωπαϊκές χώρες που διέθεταν ένα τεράστιο εφεδρικό βιομηχανικό στρατό, ήταν να έχει η ποινή ένα εκφοβιστικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα ακόμα και για αυτούς που επιβίωναν μέσα από άθλιες οικονομικές συνθήκες, καταστρέφοντας, ταυτόχρονα, ένα τμήμα του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού. Έτσι, οικονομικοί παράγοντες καθόρισαν και στην Ευρώπη  την εφαρμογή του απομονωτικού συστήματος, στην έκταση που αυτό εφαρμόστηκε.
            Πέραν, όμως, των οικονομικών λόγων, ένας άλλος σημαντικός παράγοντας για την υιοθέτηση  του απομονωτικού συστήματος υπήρξε και η ανάγκη ελέγχου και επιβολής της πειθαρχίας στους εξαθλιωμένους κρατούμενους των ευρωπαϊκών φυλακών: η επιβολή της πειθαρχίας ήταν πιο εύκολη σ' ένα παρόμοιο αρχιτεκτονικό και οργανωτικό σχήμα, καθώς η διοίκηση των φυλακών είχε να αντιμετωπίσει μεμονωμένους κρατούμενους και όχι μάζες.
            Ο στόχος της επανακοινωνικοποίησης (με την έννοια της προετοιμασίας του κρατούμενου για την είσοδο του στην παραγωγή) ήταν και ανέφικτος, δεδομένου ότι οι κρατούμενοι είτε δεν εργάζονταν, είτε το είδος της δουλειάς που έκαναν είχε αντιπαραγωγικό ή τιμωρητικό χαρακτήρα. Αυτό εναρμονίζονταν και με τις επιταγές των οικονομικών συνθηκών της εποχής, κατά συνέπεια  η κοινωνική ωφελιμότητα της ποινής καλύπτονταν πίσω από την ηθικολογική αντιμετώπιση της απομόνωσης ως μέσου βελτίωσης του εγκληματία δια της μετάνοιας.

19ος αιώνας - Σωφρονιστική μεταρρύθμιση. Εισαγωγή της έννοιας της μεταχείρισης

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα παρατηρείται μια σημαντική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών των εκμεταλλευόμενων τάξεων στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό επηρεάζει και τα ποσοστά εγκληματικότητας τα οποία εμφανίζονται πιο χαμηλά. Η αλλαγή, λοιπόν, των οικονομικών συνθηκών οδηγεί σε μια αύξηση της αξίας της εργατικής δύναμης, στην ανάγκη, κατά συνέπεια, να μειωθεί ο ποινικός πληθυσμός, γεγονός το οποίο διευκολύνεται και από την μείωση των ποσοστών εγκληματικότητας.
            Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο εισάγεται η έννοια της μεταχείρισης του εγκληματία (Ιταλική Θετική Σχολή) και η κοινωνική πολιτική του E.Ferri για την καταπολέμηση του εγκλήματος. Η ποινή πλέον προσβλέπει στο μέλλον, στην κοινωνική επανένταξη του εγκληματία.
            Κατά τους συγγραφείς, η υπερίσχυση της επανακοινωνικοποιητικής έναντι της ανταποδοτικής λειτουργίας της ποινής δεν υπήρξε το αυτόματο αποτέλεσμα  της αλλαγής αντιλήψεων για το έγκλημα και τον κοινωνικό έλεγχο, αλλά μια "καλή οικονομική επένδυση": η μεταχείριση υπήρξε ένα μέσο για να αποκατασταθεί το maximum δυνατό του εργατικού δυναμικού που κατέληγε στη φυλακή. Αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης ήταν πράγματι η μείωση του ποινικού πληθυσμού, ενώ η  γενικότερη βελτίωση των όρων διαβίωσης οδήγησε και σε μια βελτίωση των συνθηκών κράτησης. Έτσι, ενώ παρέμενε   σε ισχύ η αρχή της  less eligibility, οι συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων μπορούσαν να είναι τέτοιες ώστε να μην καταστρέφουν αυτό το δυνάμει εργατικό δυναμικό, αλλά να επιτρέπουν την είσοδο του στην παραγωγή. Εν όψει μάλιστα αυτού του στόχου επιχειρήθηκε σε  διάφορες χώρες η εισαγωγή στις φυλακές προγραμμάτων επαγγελματικής  κατάρτισης των κρατουμένων,  αλλά το μεγάλο οικονομικό κόστος σε συνδυασμό με τη δυσκολία να βρεθεί αγορά να απορροφήσει τα παραγόμενα προϊόντα εμπόδισαν την  εφαρμογή τους.
            Σε οργανωτικό επίπεδο, μια εφαρμογή της έννοιας της μεταχείρισης είναι το λεγόμενο προοδευτικό σύστημα, το οποίο αποτελεί ένα συνδυασμό του απομονωτικού και του Ωβούρνειου, καθώς τα δυο αυτά συστήματα αποτελούσαν φάσεις μιας προοδευτικής εξέλιξης  του καθεστώτος κράτησης και διαβάθμισης των παρεχόμενων προνομίων στους κρατούμενους, με βασικό κριτήριο την καλή συμπεριφορά και την εργατικότητα.
            Οι Rusche  & Kirchheimer αναφέρονται, τέλος, και σε μια ακόμα αλλαγή της σωφρονιστικής πολιτικής που συντελέστηκε κατά την ίδια περίοδο (2ο μισό του 19ου αιώνα) και η οποία αφορά την αντικατάσταση των μικρής διάρκειας ποινών με χρηματικές. Αυτό ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών και της μείωσης των ποσοστών ανεργίας. Το σύστημα αυτό, όμως, ενείχε προβλήματα καθώς προέκυπταν δυσκολίες στην επιμέτρηση της ποινής: η ποινή θα έπρεπε να αντιστοιχεί τόσο στη βαρύτητα του αδικήματος, όσο και στις οικονομικές δυνατότητες του δράστη, πράγμα το οποίο δύσκολα μπορούσε να επιτευχθεί. Αναφέρονται νομοθετικές προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος και άρσης των αδικών σε διάφορες χώρες, για να εξαχθεί το γενικό συμπέρασμα ότι τα ποσοστά μετατροπής της ποινής δεν ήταν συνάρτηση των δεικτών εγκληματικότητας αλλά των δεικτών ανεργίας, κατά συνέπεια της γενικότερης κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Εν πάση περιπτώσει, όμως, η ποινή της φυλάκισης ουδέποτε έπαψε να αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του τιμωρητικού συστήματος, έστω κιάν κατά περιόδους οι χρηματικές ποινές κέρδιζαν έδαφος κυρίως λόγω του ότι δεν είχαν οικονομικό κόστος, συχνά δε η εφαρμογή τους έπαιρνε τη μορφή εμπορευματοποίησης του ποινικού συστήματος.
            Όσον αφορά τη σχέση αντεγκληματικής πολιτικής και διακυμάνσεων της εγκληματικότητας, κατά τους συγγραφείς αυτές οι δύο μεταβλητές δεν αλληλοεπηρεάζονται. Βασικός παράγοντας για τις διακυμάνσεις της εγκληματικότητας είναι τα κοινωνικά αίτια και όχι οι αλλαγές στην αντεγκληματική πολιτική. Όσο, δε, αγνοούνται τα κοινωνικά αίτια του εγκλήματος, το μέλλον της φυλακής θα είναι η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, η μετατροπή της φυλακής σε όργανο εκφοβισμού, απογυμνωμένο οριστικά από κάθε αναμορφωτική ιδεολογία.

Η γέννηση της φυλακής και οι κοινές καταβολές με το εργοστάσιο
D. Melossi, M. Patarini (1977), Carcere e Fabbrica, Bologna: il Mulino

Στην ανάλυση που ακολουθεί, κεντρική έννοια είναι και πάλι η έννοια της πειθαρχίας και μάλιστα ως συνεκτική έννοια της φουκωικής με την μαρξική αντίληψη περί ποινής και ειδικότερα περί ποινής στην καπιταλιστική κοινωνία.

Η πειθαρχία (και  η εκπαίδευση στην  πειθαρχία)  αποτελεί για τον Μαρξ  απαραίτητο στοιχείο για τη δημιουργία της υπεραξίας η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί υπόθεση ζωής ή θανάτου για την καπιταλιστική συσσώρευση. Ο Μαρξ θεωρεί την πειθαρχία ως συστατικό της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Είναι δύσκολο να σκεφθεί κανείς μια αποφασιστικότερη συμβολή του Μαρξ στην κοινωνιολογική κατανόηση των θεσμών της νεωτερικότητας […]Επιπλέον, η έννοια-κλειδί της  πειθαρχίας  είναι το νήμα που συνδέει την μαρξική και φουκωική ανάλυση. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο το γεγονός ότι διάφορα αποσπάσματα από το σημαντικό Τρίτο Μέρος του Επιτήρηση και Τιμωρία, τιτλοφορούμενου Πειθαρχία, μοιάζει να είναι βγαλμένα κατευθείαν από το Πρώτο Βιβλίο του Κεφαλαίου του Μαρξ (Melossi, 1998: xiii, xiv).[28]

Οι Melossi και  Pavarini, ελέγχοντας τη βασική υπόθεση των Rusche και Kirhheimer σε σχέση με την οικονομική λειτουργία της φυλακής, υποστηρίζουν ότι η οικονομική λειτουργία των τιμωρητικών συστημάτων δεν μπορεί ν’ αξιολογηθεί μόνο με κριτήριο το εάν λειτούργησαν ως ρυθμιστής της αγοράς εργασίας τείνοντας στην κάλυψη των αναγκών παραγωγής. Κατά τους συγγραφείς, η οικονομική και η ιδεολογική λειτουργία των τιμωρητικών συστημάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Δηλαδή, τόσο τα διάφορα ιδρύματα που προηγήθηκαν της φυλακής,[29] όσο και η ίδια η φυλακή είχαν ως βασική λειτουργία την εκπειθάρχηση του εργατικού δυναμικού και την προετοιμασία του να ενταχθεί στις συνθήκες παραγωγής, όπως αυτές διαμορφώνονταν στις διάφορες φάσεις της εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος.
Με δυο λόγια, η φυλακή είναι δομημένη στο μοντέλο του εργοστάσιου, με στόχο την παραγωγή όχι εμπορευμάτων, αλλά πειθαρχημένων ατόμων, ενώ η πειθαρχία αποτελεί κυρίαρχο και σταθερό χαρακτηριστικό της φυλακής σε όλα τα συστήματα κράτησης.
            Πρόκειται για μια ιστορική μελέτη η οποία διερευνά τις κοινές ρίζες φυλακής και εργοστασίου κατά την περίοδο από τον 16ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου. Έτσι η μελέτη καλύπτει την περίοδο ηγεμονίας των δυο θεσμών, σε οικονομικό και τιμωρητικό επίπεδο αντίστοιχα,  και τείνει να καταδείξει τις κοινές καταβολές και τους μεταξύ τους ιστορικούς δεσμούς.
            Στην εισαγωγή του βιβλίου, βέβαια, επισημαίνεται η ανάγκη να αναδιατυπωθεί η υπόθεση εργασίας γύρω από τη σχέση οικονομικής διαδικασίας και μορφών κοινωνικού ελέγχου και για τη μεταγενέστερη περίοδο. Δηλαδή, από τα μέσα του 20ου αιώνα και μετά, όταν ο κοινωνικός έλεγχος διαχέεται και δεν ασκείται στη φυλακή ή το εργοστάσιο αλλά ακολουθεί τα άτομα στους χώρους που κινούνται με τη διεύρυνση των μορφών και των μέσων του, που άλλοτε έχουν τη μορφή της επιτήρησης κι άλλοτε τη μορφή κοινωνικών παροχών. Αυτές οι αλλαγές στους τρόπους άσκησης κοινωνικού ελέγχου είναι επίσης αποτέλεσμα δομικών αλλαγών που αφορούν στις αλλαγές στην οικονομική διαδικασία (σύνθεση κεφαλαίου, τρόπος οργάνωσης της δουλειάς, ταξική σύνθεση, εργατικά κινήματα κλπ.) και την ανάγκη ύπαρξης συναίνεσης σ’ αυτήν. Όπως, λοιπόν, στην οικονομική διαδικασία το εργοστάσιο δεν κατέχει πλέον ηγεμονικό ρόλο, έτσι και ο κοινωνικός έλεγχος δεν ασκείται πλέον μόνον με ιδρυματικές μορφές.
Απ’ τη στιγμή, όμως, που η διαδικασία εκπειθάρχησης (ως μέσο εξασφάλισης της κοινωνικής συναίνεσης) επιχειρείται σε εξωιδρυματικό πλαίσιο, η φυλακή, απογυμνωμένη από κάθε αναμορφωτική ιδεολογία, επιβιώνει και αξιοποιείται ως καθαρά πλέον κατασταλτικός θεσμός. 
            Καθώς αντικείμενο της μελέτης είναι οι διαδικασίες δημιουργίας και αναπαραγωγής του προλεταριάτου, κατά τους συγγραφείς, κλειδί για την ανάγνωση των γεγονότων που πραγματεύεται το βιβλίο αποτελεί  η πρωτογενής συσσώρευση, δηλαδή η διαδικασία  αποστέρησης των μέσων παραγωγής από τον παραγωγό, η οποία αποτελεί τη βάση για το διττό φαινόμενο: α) τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε κεφάλαιο και β) τη μετατροπή του παραγωγού σε ελεύθερο εργάτη.
            Ένα από τα σημαντικά γεγονότα σ’ αυτήν την πορεία είναι η θέσπιση νόμων περί αλητείας κατά τον 16ο αιώνα, όταν, όπως ήδη αναφέραμε, για πρώτη φορά διαφοροποιείται η μεταχείριση των ικανών από τους ανίκανους προς εργασία, για τους οποίους προβλέπονται σκληρότατες ποινές προκειμένου να τους εξαναγκάσουν να εργασθούν.
Στους νόμους περί αλητείας κάνει ρητή αναφορά ο Μαρξ. Όπως λέει, καθώς η γη περιερχόταν στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και εξαναγκάζονταν οι χωρικοί να την εγκαταλείψουν, δημιουργείται μια ελεύθερα διατιθέμενη εργατική δύναμη. Η εργατική, αυτή, δύναμη δεν μπορούσε να απορροφηθεί από την μανουφακτούρα που ήταν ακόμα εν τη γενέσει της. Παράλληλα, όλος αυτός ο κόσμος, που υποχρεώθηκε σε μια βίαιη αλλαγή του τρόπου ζωής του, δεν μπορούσε να προσαρμοσθεί ξαφνικά σ' αυτές τις νέες συνθήκες. Μετατράπηκε, λοιπόν, μαζικά (κυρίως κάτω από την πίεση αυτών των συνθηκών, σε αλήτες, επαίτες, ληστές. Έτσι, προς το τέλος του 15ου και σ' όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα, θεσπίζονται σ' όλη τη Δ. Ευρώπη απάνθρωποι νόμοι κατά της αλητείας.
Και όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μαρξ: «Οι πατέρες της σημερινής εργατικής τάξης τιμωρήθηκαν για τη βίαιη μετατροπή τους σε αλήτες και πένητες. Η νομοθεσία τους μεταχειριζόταν ως «εθελοντές» εγκληματίες και θεωρούσε ότι εξαρτιόταν από τη δική τους καλή θέληση να συνεχίσουν να δουλεύουν κάτω από τις παλιές συνθήκες που δεν υπήρχαν πια».
Ο ίδιος ο Μαρξ, λοιπόν, προσδιορίζει τον στόχο της ποινής, μιλώντας για την ανάγκη εξοικείωσης στην πειθαρχία που απαιτεί το σύστημα της ημερομίσθιας εργασίας. Σ' αυτή τη φάση, η μέθοδος για την επιβολή της πειθαρχίας, του ελέγχου στο εργατικό δυναμικό, είναι η βία, διότι το μόλις δημιουρ­γούμενο προλεταριάτο δεν εντάσσεται στις νέες συνθήκες ούτε οικειο­θελώς, ούτε με ευχαρίστηση. Καθώς, όμως, οργανώνεται και η καπιταλιστι­κή διαδικασία παραγωγής και διαμορφώνεται μια εργατική τάξη, η οποία αποδέχεται τους οικονομικούς όρους «ως αυτονόητους νόμους της φύσης», η υποταγή του εργάτη στον καπιταλιστή επιτυγχά­νεται από την ίδια την αναγκαιότητα των οικονομικών σχέσεων. H ποινική καταστολή είναι η εξαίρεση.  Ωστόσο, τόσο για τον εργάτη-εγκληματία του 16ου αιώνα, όσο και για τον μετέπειτα εγκληματία, είναι επιτακτική η ανάγκη να εξοικειωθεί με την πειθαρχία που απαιτεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής: Κατά τους Melossi, Pavarini είναι ακριβώς οι διαδικασίες δημιουρ­γίας και αναπαραγωγής του προλεταριάτου αυτό που καθιστά προφανή την σχέση ανάμεσα στο άτομο ως εγκληματία και στο άτομο ως εργάτη
            Το πρώτο σωφρονιστήριο (Bridewell) που δημιουργείται στο Λονδίνο στα μέσα του 16ου αιώνα υπό την πίεση του κλήρου, σηματοδοτεί την έναρξη της πολιτικής πρόνοιας απέναντι στο κοινωνικό περιθώριο που εμφανιζόταν ανίκανο ή απρόθυμο να ενταχθεί στις νέες συνθήκες παραγωγής. Αργότερα δημιουργήθηκαν πολλά παρόμοια ιδρύματα με την υποχρέωση εργασίας για τους τροφίμους και έφτασαν στην πιο υψηλή μορφή τους ειδικότερα στην Ολλανδία στα μισά του 17ου αιώνα.
            Κατά τους Melossi και Pavarini, αυτά τα ιδρύματα – σαν εσωτερική οργάνωση και σαν κοινωνική λειτουργία –  θυμίζουν την μετέπειτα φυλακή. Η λειτουργία τους επιβεβαιώνει την υπόθεση των Rusche και Kirhheimer, αλλά δεν εξαντλείται σ’ αυτήν, καθώς η βασική λειτουργία τους δεν ήταν η παραγωγή αγαθών αλλά ο έλεγχος του εργατικού δυναμικού μέσα από την εκπαίδευση και την εξοικείωση στην εργασία. Με άλλα λόγια, η μεταμόρφωση του απείθαρχου εν δυνάμει εργατικού δυναμικού σε πειθαρχημένους προλετάριους. Άρα, η οικονομική και ιδεολογική λειτουργία είναι αδιαχώριστες, καθώς η δημιουργούμενη εργατική τάξη, έστω κι ανοργάνωτη ακόμα και χωρίς ταξική συνείδηση, αποτελούσε έναν εν δυνάμει κίνδυνο (π.χ. να γίνει διεκδικητική σε συνθήκες έλλειψης εργατικών χεριών).
            Ως ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα  που επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι τα ιδρύματα που προηγήθηκαν της φυλακής δεν είχαν σημασία σαν οικονομικές μονάδες, δεν κάλυπταν τόσο τις ανάγκες παραγωγής, όσο τις ανάγκες της πειθαρχίας σ’ αυτήν την παραγωγή, αποτελούσαν τα Ολλανδέζικα Rasp-huis, δηλαδή ιδρύματα εργασίας που εμφανίστηκαν στα τέλη του 16ου, αρχές 17ου αιώνα και επεξεργάζονταν το ξύλο για τις ανάγκες της παραγωγής υφασμάτων.
Όταν πρωτοεμφανίστηκαν αντιστοιχούσαν στο κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο της βιοτεχνίας, τόσο σαν μέθοδος δουλειάς, όσο και σαν επίπεδο και ποσότητα προϊόντος. Οι λόγοι της επιβίωσής τους οφείλονταν αφ’ ενός μεν στο ελάχιστο κόστος παραγωγής (minimum επενδύσεων, μεγάλα κέρδη) και, αφ’ ετέρου, στην κρατική παρέμβαση που προστάτευε αυτό το μονοπώλιο από τον εξωτερικό ανταγωνισμό.
Η δουλειά σ’ αυτά τα ιδρύματα ήταν εξαντλητική λόγω των χρησιμοποιούμενων μεθόδων (ένα τεράστιο πριόνι που χειριζόταν ανά δυο άτομα με αποτέλεσμα συχνά να τσακίζουν τη μέση τους) και η επίσημη απάντηση για την συνέχιση της εφαρμογής τους ήταν ότι έτσι οι έγκλειστοι αναμορφώνονταν μέσα από τη διαπαιδαγώγησή τους να δουλεύουν σκληρά, ενώ και οι ίδιοι ήσαν άτομα μειωμένης ευφυΐας και ικανοτήτων. Πίσω απ’ αυτούς τους λόγους, όμως, υπολάνθανε η πραγματική λειτουργία τους που αφορούσε τόσο τους τροφίμους, όσο και τους νομοταγείς πολίτες. Δηλαδή, εξοικείωση μεν στη σκληρή δουλειά, αλλά όχι απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων που θα έκαναν τους τροφίμους πιο διεκδικητικούς στην ελεύθερη αγορά και, παράλληλα, εκφοβιστική λειτουργία για τους «εκτός των τειχών», που θα τους έκανε να θεωρούν προτιμότερες οποιεσδήποτε συνθήκες στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Με άλλα λόγια, για τους  τροφίμους (το κοινωνικό περιθώριο της εποχής), ο βασικός στόχος ήταν να πεισθούν, όχι να μάθουν. Να εξοικειωθούν σε μια σχέση υποταγής και πειθαρχίας που ήταν πιο σημαντική από την απόκτηση γνώσεων.
Τα ιδρύματα αυτά, στην εξέλιξή τους, άρχισαν να λειτουργούν και ως τιμωρητικά ιδρύματα υποδεχόμενα και καταδίκους. Γενικότερα δε, και μέχρι τον 18ο αιώνα, υπήρχε μια σύγχυση γύρω από τους στόχους τους, η οποία αποτυπώνεται και στη σύνθεση των τροφίμων (φτωχοί, ανάπηροι, εγκληματίες, ορφανά). Ωστόσο, μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση παρέμεναν γενικά σ’ ένα πλαίσιο πρόνοιας (το οποίο απέκτησε τιμωρητικό χαρακτήρα με το πέρασμα απ’ τη βιοτεχνία  στο σύστημα του εργοστάσιου), έτσι ώστε να θεωρούνται ο πρόδρομος της φυλακής και συχνά να συγχέονται μ’ αυτήν. Ήδη, όμως, με την αύξηση της ανεργίας, της φτώχειας και της εγκληματικότητας οι συνθήκες σ’ αυτά είχαν απερίγραπτες, έτσι ώστε όχι μόνον η ποινή αλλά και η πρόνοια προκαλούσε τρόμο.
Οι πιο σοβαρές αλλαγές συντελούνται κατά τον 18ο αιώνα, όπου εμφανίζεται και ο εγκλεισμός ως αυτόνομη ποινή και εξαφανίζονται σταδιακά τα ιδρύματα που είχαν χαρακτήρα πρόνοιας.
            Κατά τους Rusche και Kirhheimer, όπως είδαμε, το αίτημα για μεταρρυθμίσεις του τιμωρητικού συστήματος που διατυπώνεται στο πλαίσιο των ιδεών του Διαφωτισμού (το πέρασμα σε ανθρωπιστικές ποινές) καθορίζεται από την ανάγκη εξάλειψης του εργατικού δυναμικού, όχι πλέον με την εφαρμογή σωματικών ποινών στους εγκληματίες (ο αριθμός των οποίων είχε ανέλθει σε δυσθεώρητα ύψη λόγω των συνθηκών ζωής), αλλά με τον εγκλεισμό τους στη φυλακή όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι εξοντωτικές και οδηγούσαν ενίοτε και στη φυσική τους εξόντωση.            Κατά τους Melossi, Pavarini, αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την οικονομική λειτουργία της μεταρρύθμισης παραμένει και η ιδεολογική, καθώς οι συνθήκες επιβάλλουν την ανάγκη αυξημένου ελέγχου του εργατικού δυναμικού. Αυτό, δηλαδή, που, κατά τους συγγραφείς, αποτυπώνει με κάθε σαφήνεια το αρχιτεκτονικό σχέδιο του Bentham, το Πανοπτικό σύστημα.
Το Πανοπτικό εμφανίζεται ως μια πρώτη προσπάθεια συνδυασμού πολλαπλών λειτουργιών: απομόνωση, επιτήρηση, εκφοβισμός και, παράλληλα, εργασία. Αυτή η εργασία, όμως, δεν μπορούσε να είναι παραγωγική ή να καλύπτει πραγματικές ανάγκες, καθώς η υποδομή και η οργάνωσή της δεν συμβάδιζε με την οικονομική εξέλιξη η οποία απαιτούσε τη χρήση μηχανών και ένα μοντέλο συλλογικής εργασίας (το Πανοπτικό είναι αρχιτεκτονική εκδοχή του απομονωτικού συστήματος). Κατά συνέπεια, μέσα από την αντιφατικότητα του σχεδίου του Bentham (συνδυασμός της αρχής της ηθικής αναμόρφωσης μέσα από την εργασία, η οποία, όμως, δεν είναι παραγωγική, και τήρησης της τάξης) κυρίαρχος αναδείχτηκε ο στόχος της εκπειθάρχησης.
            Με δυο λόγια, ο ταξικός χαρακτήρας του εμπορεύματος (εργασία), δεν επιτρέπει να παραχωρηθεί αυτό στον καπιταλιστή χωρίς αυτή η παραχώρηση να έχει διαμεσολαβηθεί από μια σειρά συμπληρωματικές διαδικασίες, οι οποίες προηγούνται, τη συνοδεύουν και την ακολουθούν. Έτσι, τόσο το σύστημα πρόνοιας, όσο και το τιμωρητικό, με τις ειδικότερες μορφές τις οποίες έπαιρναν, λειτουργούσαν σαν βοηθητικοί θεσμοί του εργοστάσιου.
            Παράλληλα, μέσα από την εξέλιξη της εργασίας στο πλαίσιο των διαφόρων τιμωρητικών συστημάτων, διατρέχουμε την εξέλιξη των οινονομικών διαδικασιών στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Για παράδειγμα, το απομονωτικό σύστημα αναπαράγει το ιδανικό μοντέλο οργάνωσης των ταξικών και παραγωγικών σχέσεων των απαρχών του καπιταλισμού, όταν η παραγωγή ήταν ακόμα βιοτεχνικού τύπου: στη φυλακή, η οργάνωση της παραγωγής γίνεται από τη διοίκηση, η εργασία δεν αμείβεται, έχει χαρακτήρα εκπαίδευσης, ενώ η απομόνωση δεν απαντά μόνον στη χαοτική οργάνωση  των πρώτων ιδρυμάτων αλλά, κυρίως, στη δυνατότητα συγχρωτισμού, συγκρότησης συλλογικοτήτων, διάχυσης εναλλακτικών συστημάτων αξιών.
Με την εκβιομηχάνιση της παραγωγής στην ελεύθερη αγορά, το Ωβούρνειο σύστημα μετατρέπει τη φυλακή σε εργοστάσιο με την είσοδο του ιδιώτη επενδυτή. Ο κρατούμενος γίνεται ένα αυτόματο, μια πειθαρχημένη μηχανή συγχρονισμένη σε μια συλλογική δραστηριότητα που ανταποκρίνεται στο κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο. Έτσι, την πειθαρχία που βασίζονταν στην απομόνωση, την αντικαθιστά η εσωτερική πειθαρχία της οργάνωσης της παραγωγής, ενισχυμένη από τον "κανόνα της σιωπής".
            Το θετικιστικό ενδιαφέρον για τον εγκληματία, που εκδηλώνεται αργότερα, απαντά στην ανάγκη καλύτερης γνώσης «του υποκειμένου που μετατρέπεται σε αντικείμενο μεταμόρφωσης». Η φυλακή, λοιπόν, από όργανο βασανισμού μετατρέπεται σ’ ένα μεγάλο εργαστήρι, όχι σκοτεινό και απόρθητο, αλλά διαφανές, όπου ο κρατούμενος – μόνος απέναντι στις υλικές ανάγκες του, των οποίων η ικανοποίηση εξαρτάται αποκλειστικά από τη διοίκηση της φυλακής – υπόκειται σε μια σταδιακή και σύνθετη διαδικασία αποσύνθεσης/ ανασύνθεσης.
            Σ’ ένα άλλο, όμως, επίπεδο, η σχέση μεταξύ φυλακής και εργοστάσιου απορρέει από το γεγονός ότι η στέρηση χρόνου ελευθερίας ως μορφή αυτόνομης ποινής, εμφανίζεται, όπως ήδη αναφέραμε, μόνον στον καπιταλισμό: Η ιδέα της στέρησης χρόνου ελευθερίας, προσδιορισμένου κατά αφηρημένο τρόπο, μπορεί να υλοποιηθεί μόνο στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, δηλαδή σ' αυτή την οικονομική διαδικασία όπου όλες οι μορφές κοινωνικού πλούτου ανάγονται στην πιο απλή και αφηρημένη μορφή της ανθρώπινης εργασίας η οποία μετριέται με το χρόνο (μισθωτή εργασία).
Η αναφορά είναι στον σοβιετικό νομικό E.Pasukanis (Γενική θεωρία του Δικαίου και μαρξισμός, πρώτη έκδοση  στη Μόσχα το 1924), σύμφωνα με τον οποίο πλήρη ανάπτυξη του Δικαίου έχουμε μόνο στην εμπορευματική κοινωνία και κατ' εξοχήν στην κοινωνία καθολικής παραγωγής εμπορευμάτων, δηλαδή στην καπιταλιστική. Στην ανάλυση των Melossi, Pavarini, μέσα από την ποινή της φυλάκισης (αντιστοίχιση βαρύτητας εγκλήματος/ βαρύτητας ποινής), εισάγεται στον τιμωρητικό μηχανισμό η αρχή της νομιμότητας, η οποία,   σ’ ένα αφηρημένο επίπεδο, τυποποιεί στην πράξη την αρχή της ανταλλαγής ισοδυνάμων, ενώ η έννοια της εργασίας αποτελεί την αναγκαία συναρμογή ανάμεσα στη νομική μορφή (τη νομική ρύθμιση) και το περιεχόμενο της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Πιο συγκεκριμένα: ο υπολογισμός της ποινής με όρους χρόνου εργασίας, γίνεται δυνατός όταν στην ποινή αποδίδεται ένα τέτοιο περιεχόμενο (εργάζεσαι ή εκπαιδεύεσαι να εργασθείς). Ακόμα, λοιπόν, κι αν δεν εργάζεσαι, ο ίδιος ο βοηθητικός χαρακτήρας της ποινής (με την έννοια που αναπτύχθηκε), η προπαρασκευαστική φύση της αρκεί για να εκπληρώσει το σκοπό της. 
            Αυτό, σ’ ένα πιο αφηρημένο επίπεδο, παρέχει το πλαίσιο, για να δούμε ότι η νομική μορφή (κανόνας) και το περιεχόμενο (εκτέλεση) της ποινής, αντιστοιχούν σε δυο ουσιαστικές στιγμές της καπιταλιστικής δομής, την κυκλοφορία και την παραγωγή.
 Η σφαίρα της κυκλοφορίας (της ανταλλαγής ισοδυνάμων) είναι χώρος ελευθερίας, ισότητας. Στην πράξη της ανταλλαγής, τα άτομα αλληλοαναγνωρίζονται ως  υποκείμενα δικαίου, ως κάτοχοι εμπορεύματος που το διαθέτουν εκούσια κατά την πράξη της ανταλλαγής – από τη στιγμή που το προϊόν-εργασία αποκτά την αξία του εμπορεύματος, γίνεται φορέας αξίας, ο εργάτης γίνεται υποκείμενο και φορέας δικαίου και ο νόμος  ρυθμίζει την ειρηνική διαδικασία της ανταλλαγής μεταξύ κατόχων εμπορευμάτων. Σ’ αυτή τη σχέση τα άτομα εμφανίζονται ως ελεύθερα και ίσα μεταξύ τους. Όμως αυτή η τυπική ισότητα χάνεται στη σφαίρα της παραγωγής (και της κάρπωσης της υπεραξίας), καθώς η εργασιακή σχέση προϋποθέτει (είναι) σχέσεις ανισότητας: ο εργαζόμενος υπόκειται στον εργοδότη.
            Αναδιατυπώνοντας αυτή τη σχέση  με όρους νομικής ρύθμισης/ εκτέλεσης ποινής, συναντάμε τα ίδια δομικά χαρακτηριστικά. Η ανταπόδοση στο έγκλημα  με μια ποινή που αντιστοιχεί στη βαρύτητα του εγκλήματος προϋποθέτει άτομα ίσα και με ελεύθερη βούληση. Έτσι, στο επίπεδο της νομικής ρύθμισης, η ευελιξία της ποινής (η δυνατότητα να διαμορφωθεί με χρόνια, μήνες, ημέρες) αναπαράγει το μοντέλο της σύμβασης. Είναι δε κατ’ εξοχήν δημοκρατική, γιατί ως ποινή-ανταπόδοση προϋποθέτει την ισότητα  μεταξύ των συμβαλλομένων και καθορίζεται από τον νόμο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που είναι ίδια για όλους.
Περνώντας, όμως, στο χώρο εφαρμογής της νομικής ρύθμισης (εκτέλεση της ποινής), μπαίνουμε σ’ ένα χώρο υποταγής, πειθαρχίας, κάθετων ιεραρχικών σχέσεων, αντίστοιχων με την εργασιακή σχέση, ενώ η πειθαρχία – βασικό χαρακτηριστικό της φυλακής, παρόν σε όλα τα συστήματα κράτησης – επιβάλλει το ιδανικό σχήμα κοινωνικώς σχέσεων, την πυραμιδωτή ιεραρχία.
Συμπερασματικά, στη μελέτη των Melossi, Pavarini η φυλακή υπήρξε ένα εργοστάσιο ανθρώπων, ένα όργανο μεταμόρφωσης του απείθαρχου παραβάτη του νόμου σε πειθαρχημένο προλετάριο. Απέναντι σ' αυτή την εξοντωτική μηχανή, η μόνη συνθήκη επιβίωσης υπήρξε, κατά του συγγραφείς, η ηθική μορφή υποταγής στο προτεινόμενο μοντέλο το οποίο αντιστοιχεί στο μοντέλο του εξαρτημένου μη ιδιοκτήτη προλετάριου. Μ' αυτή την έννοια, μολονότι διαφαίνεται η καθοριστικής σημασίας επίδραση του έργου των Rusche και Kirchheimer, η έννοια της πειθαρχίας, όπως ήδη αναφέραμε, ανάγεται σε κομβικής σημασίας εργαλείο για την ανάλυση των λειτουργικών επιταγών της φυλακής.

Ποινή και Κουλτούρα

 Ένα από τα ερωτήματα στα οποία απαντούν οι μελέτες για τη σχέση ποινής και κουλτούρας είναι η διαπολιτισμική και διαχρονική σχετικότητα της έννοιας του εγκλήματος και του είδους (της ποιότητας) των προβλεπόμενων ποινών. Είδαμε ήδη τις ερμηνείες που δόθηκαν σ’ αυτά τα φαινόμενα στο πλαίσιο των κριτικών προσεγγίσεων των τιμωρητικών συστημάτων, οι οποίες αναδεικνύουν  τις εμφανείς ή λανθάνουσες λειτουργίες που επιτελούσαν τα τιμωρητικά συστήματα, είτε ως συστήματα πειθαρχίας και ελέγχου του κοινωνικού σώματος (ιδεολογική λειτουργία), είτε ως συναρτημένα με τις εξελίξεις στην οικονομική σφαίρα (οικονομική λειτουργία).

Όμως, πολύ πριν την εμφάνιση των κριτικών τάσεων, το ερώτημα είχε τεθεί και από άλλους σημαντικούς κοινωνιολόγους, όπως ο P. Sorokin (1937). Ο Sorokin,  στο έργο του Social and Cultural Dynamics, κατατάσσει τους πολιτισμούς σε τρεις τύπους: τον ιδεοκρατικό (ideational), ο οποίος είναι επικεντρωμένος γύρω από τη θρησκεία και μεριμνά αποκλειστικά για την ψυχή και δέχεται ότι πηγή της αλήθειας είναι η αποκάλυψη και όχι η εμπειρία, τον αισθησιακό (sensualistic), ο οποίος βρίσκεται στον αντίποδα, εκθειάζει τον ανθρώπινο λόγο (λογική), την εμπειρική γνώση και αξιολογεί θετικά την ικανοποίηση των υλικών αναγκών και, τέλος, τον ιδεαλιστικό (idealistic), ο οποίος, στο σχήμα του Sorokin, εκπροσωπεί την ισορροπία των δύο προηγούμενων και χαρακτηρίζει τις σύγχρονες κοινωνίες δυτικού τύπου.
Στον πυρήνα κάθε πολιτισμού υπάρχει ένα σύνολο μειζόνων προτάσεων σχετικά με τη φύση του ανθρώπου, της πραγματικότητας, του καλού και του κακού κ.ο.κ. ενώ τα επιμέρους πολιτισμικά στοιχεία συνιστούν συγκεκριμένες εκφράσεις αυτών των μειζόνων προτάσεων. Οι βασικές προτάσεις του πολιτισμού μεταβάλλονται και μαζί μ’ αυτές και τα επιμέρους στοιχεία. Έτσι και ο ποινικός νόμος, ως πολιτισμικό στοιχείο, ακολουθεί τις μεταβολές αυτές, άρα σε κάθε ιστορική περίοδο εκφράζει τις ίδιες αξίες με αυτές που εκφράζονται και από τις λοιπές εκφάνσεις του πολιτισμού μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. (Δασκαλάκης, 1985: 48 κ.ε.).
Συγγενής μ’ αυτήν την ανάλυση είναι και η ανάλυση του αμερικανού κοινωνιολόγου E. Sutherland, σύμφωνα με τον οποίο οι μορφές που παίρνει η τιμωρητική αντίδραση απέναντι στον εγκληματία τείνει να εναρμονίζεται με ευρύτερους τρόπους συμπεριφοράς που κυριαρχούν σε μια κοινωνία, μια δεδομένη χρονική στιγμή. Έτσι, τα μεσαιωνικά βασανιστήρια τα οποία σήμερα φαίνονται αδιανόητα, κυριαρχούσαν σε περιόδους όπου ο φυσικός πόνος και ο θάνατος ήταν στοιχεία της καθημερινότητας των ατόμων (αρρώστιες, επιδημίες, φυσικές καταστροφές κ.ο.κ. δημιουργούσαν εκατόμβες θυμάτων). Κατά συνέπεια, ο σωματικός βασανισμός και η θανάτωση του εγκληματία δεν αποτελούσαν παραφωνία αλλά ήταν συνάρτηση των τότε πολιτισμικών δεδομένων. Αντίστοιχα, οι στερητικές της ελευθερίας ποινές, η εισαγωγή του συστήματος της φυλάκισης στον 18ο αιώνα, ήταν συνάρτηση πολιτισμικών δεδομένων τα οποία ανήγαγαν την ατομική ελευθερία σε ύψιστο αγαθό. Η δε εξατομίκευση της μεταχείρισης του εγκληματία, την οποία εισήγαγε στα τέλη του 19ου αιώνα η Ιταλική Θετική Σχολή, αντικατόπτριζε την κυριαρχία της θετικιστικής προσέγγισης και στην μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και, κυρίως, το κύρος της ιατρικής επιστήμης η οποία καθιέρωνε την αρχή της εξατομίκευσης της θεραπείας («δεν υπάρχουν ασθένειες, υπάρχουν ασθενείς»).[30]
            Από τις σύγχρονες κριτικές μελέτες για τη σχέση ποινής και κουλτούρας, ιδιαίτερα σημαντική είναι αυτή του David Garland (Garland, 1990/1999, 1998). O Garland, αναπτύσσοντας μια προσέγγιση, η οποία αναφέρεται τόσο στον Foucault,[31] όσο και στον  Durkheim,[32] υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες ποινικές πρακτικές είναι τόσο πολιτισμικό, όσο και στρατηγικό ζήτημα. Δηλαδή, συγκροτούν τόσο μια σφαίρα έκφρασης κοινωνικών αξιών και συναισθημάτων, όσο και μια διαδικασία επιβολής ελέγχου. Έτσι, θα μπορούσε να δει κανείς ως συμπληρωματικές τη φουκωική και ντυρκαϊμιανή ανάλυση, με την έννοια ότι θέτουν διαφορετικά ερωτήματα σχετικά με διαφορετικές όψεις ενός σύνθετου φαινομένου. Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο ο Foucault περιγράφει την ποινική εξουσία, την εντάσσει αναγκαία στο πλαίσιο των κοινωνικών αξιών, της κουλτούρας, της νοοτροπίας. Αυτή η συμφραζόμενη σχέση αλληλεξάρτησης χάνεται αν προσεγγίσει κανείς την ποινή μόνον με όρους ελέγχου από την πλευρά του κράτους ή μόνον ως έκφραση της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, η ποινή θα πρέπει να προσεγγίζεται ως ένα σύνολο πολιτισμικών πρακτικών, οι οποίες υποστηρίζουν ένα σύνθετο σχήμα ρυθμιστικών, εκφραστικών και νοηματοδοτικών αποτελεσμάτων. Έτσι, δεν θα πρέπει να αγνοείται ούτε η πολιτισμική έκφραση της ποινής, ούτε η λογική του κοινωνικού ελέγχου (ό.π., σ. 450).

Πιστεύω ότι η ποινή είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε συμβολικά βαθύ γεγονός, δηλαδή γεγονός το οποίο έχει μια βαθιά πολιτισμική αντήχηση. Είναι ένα πραγματικά σοβαρό ζήτημα, το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνον το κράτος, αλλά και την ευρύτερη κοινότητα σε ό, τι αφορά θεμελιακά και κοινά ενδιαφέροντα (πράγμα το οποίο δεν σημαίνει κοινή συμφωνία ή συναίνεση) και, σαν τέτοιο, προκαλεί ισχυρά συναισθήματα και πλούσιο συμβολισμό […] H στενή σχέση μεταξύ ποινής και τάξης πραγμάτων στην κοινωνική και ατομική εμπειρία, μας βοηθάει να καταλάβουμε γιατί η ποινή είναι τόσο πλούσια σε συμβολικά νοήματα και τόσο βαθιά ριζωμένη σε συναισθηματικές ανάγκες και επιθυμίες (ό. π. 450,451).
        
Ο Garland, λοιπόν, αναφέρεται σε μια σχέση αμοιβαίου επηρεασμού ποινής και κουλτούρας. Δηλαδή, αφ’ ενός μεν θεωρεί τους πολιτισμικούς παράγοντες ως καθοριστικούς των τιμωρητικών συστημάτων, αφ’ ετέρου δε αναφέρεται στην επίδραση που μπορεί να έχουν οι ίδιοι οι τιμωρητικοί θεσμοί στην κουλτούρα.
            Ένα από τα περισσότερο τεκμηριωμένα ιστορικά παραδείγματα αφορά την επίδραση της θρησκείας, τόσο στην πρόσληψη του εγκλήματος, όσο και στην αντιμετώπιση του παραβάτη. Ο ίδιος ο Durkheim, αναφερόμενος στις πρωτόγονες κοινωνίες, επισημαίνει ότι οι τιμωρητικές πρακτικές επενδύονται με ένα καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα και στην ποινή αποδίδεται ένας χαρακτήρας εξιλασμού, αναγκαίος για να κατευνάσει την θεϊκή οργή.  Ακόμα, όμως, και σε κοινωνίες οι οποίες έχουν χειραφετηθεί από θρησκευτικές αρχές και πρακτικές, κάποιες από αυτές συνεχίζουν να επιδρούν στις ποινικές πρακτικές. Για παράδειγμα, η απομόνωση και η μετάνοια (μοναστηριακές πρακτικές) εντάσσονται στην ποινική μεταχείριση των κρατουμένων. Επιπλέον η προτεσταντική ηθική επηρέασε τις αξίες, τη δομή και τη λειτουργία των πρώτων ολλανδέζικων καταστημάτων εργασίας (στα οποία ήδη αναφερθήκαμε), αλλά και, στην μετέπειτα φυλακή, τον συνδυασμό απομόνωσης και εργασίας (Garland, 1990/ 1999: 245 κ.ε.).
Η επίδραση των πολιτισμικών παραγόντων στις ποινικές πρακτικές προκύπτει, όπως ήδη αναφέρθηκε, και από τις κατά φύλο διαφοροποιήσεις και τη διαφορετική μεταχείριση της γυναίκας εγκληματία, όχι μόνον από άποψη βαρύτητας της ποινής, αλλά και σε ότι αφορά την μορφή της: ο στραγγαλισμός με ειδικό κολάρο ήταν τυπική μορφή γυναικείας τιμωρίας   στην Ευρώπη του 17ου αιώνα ή η θανάτωση στην πυρά στην οποία καταδικαζόταν οι κατηγορούμενες για μαγεία (Garland, ό.α.)
Συμπερασματικά, στην ανάλυση του Garland, οι ποινικές διαδικασίες «εγγράφονται σε ένα νοηματικό χώρο, τον οποίο μπορούμε να ορίσουμε ως ποινική κουλτούρα» (Garland, 1990/ 1999: 251). Οποιοσδήποτε εξωτερικός παράγοντας επιχειρήσει να μεταβάλλει τις ποινικές πρακτικές (νόμος, πολιτικές επιταγές, οικονομικές αναγκαιότητες κ.ο.κ.), προκειμένου να είναι αποτελεσματικός θα πρέπει αρχικά να επενεργήσει σ’ αυτήν την ποινική κουλτούρα. Πρωταρχικοί φορείς αυτής της κουλτούρας είναι προφανώς τα άτομα που κατέχουν θεσμικό ρόλο στο πλαίσιο του ποινικού συστήματος (υπουργοί, αστυνομία, δικαστές, σωφρονιστικοί υπάλληλοι κ.ο.κ.). Κατά συνέπεια, μια σημαντική συνιστώσα των ποινικών πρακτικών είναι η διαμόρφωση αυτών των φορέων στο πλαίσιο του ευρύτερου πολιτισμικού περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσονται, στις επιδράσεις του οποίου κάθε άλλο παρά ανοσία αναπτύσσουν. Και υπ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, η ποινική κουλτούρα έχει τις ρίζες της σε πολιτισμικούς παράγοντες (ό.α., 251).
Από την άλλη μεριά, η ποινή δεν είναι μια παθητική αντανάκλαση πολιτισμικών μοντέλων ήδη συγκροτημένων, αλλά έχει κι ένα ενεργητικό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτισμικών δεδομένων. Δεν απευθύνεται, λοιπόν, μόνον στο περιορισμένο κοινό των παραβατών του νόμου αλλά στην κοινωνία συνολικά:

Η ποινή κοινοποιεί νοήματα όχι μόνον σε σχέση με το έγκλημα και την τιμωρία του, αλλά και σε σχέση με την εξουσία, τις αρχές, τη νομιμότητα, την ομαλότητα, την ηθική, την προσωπικότητα, τις κοινωνικές σχέσεις και πολλά άλλα σχετικά θέματα […] Εν κατακλείδι, η ποινή συνιστά ένα πολιτισμικό κείμενο – ή, καλύτερα, μια πολιτισμική αναπαράσταση – που μεταδίδει και κοινοποιεί διαρθρωμένα μηνύματα σ’ ένα πλήθος αποδεκτών […] Προκειμένου να κατανοήσουμε τα κοινωνικά αποτελέσματα της ποινής είναι, λοιπόν, αναγκαίο να αναλύσουμε όχι μόνον την αρνητική της λειτουργία του ελέγχου της παρέκκλισης, αλλά και τη θετική της ικανότητα να παράγει νοήματα και να κατασκευάζει την «ομαλότητα» (Garland, 1990/ 1999: 295)

Έτσι, για παράδειγμα, οι αναμορφωτικές ποινικές πρακτικές που εγκαθιδρύθηκαν κατά τον 20ο αιώνα, προβάλλοντας τον στόχο της επανακοινωνικοποίησης και της αναμόρφωσης αντί της τιμωρίας, την εξατομικευμένη μεταχείριση, την εξειδίκευση και την επιστήμη στη θέση των νομικών κατηγοριών και ρυθμίσεων, τείνουν στον επαναπροσδιορισμό της κρατικής εξουσίας: η σχέση ανάμεσα στο Κράτος και τους υπηκόους του υπερβαίνει τους όρους της σύμβασης, για να αποκτήσει (το Κράτος) τον πιο ενεργητικό ρόλο της στήριξης και της θεραπευτικής αρωγής και, όταν είναι αναγκαίο, να ασκεί τον τιμωρητικό έλεγχο πάνω στους πολίτες αλλά στη βάση μιας ανώτερης εξειδίκευσης και ορθολογισμού. Παράλληλα, η καθημερινή ποινική πρακτική εισηγείται θεωρήσεις της προσωπικότητας στις οποίες αποδίδει μια θεσμική πραγματικότητα

Δεν ενδιαφέρει ποια είναι η πραγματική ταυτότητα του ατόμου: ο νόμος τον κατατάσσει με έναν προκαθορισμένο τρόπο και τον δικάζει ανάλογα. Οι λειτουργοί στις φυλακές, τα αναμορφωτήρια και τα γραφεία της probation κρίνουν με βάση τα ίδια κριτήρια, με άλλα λόγια θεωρώντας δεδομένες αυτές τις αντιλήψεις για την προσωπικότητα τις οποίες τις προβάλλουν στους κρατούμενους ή στο κοινό με το οποίο έρχονται σε επαφή. Έτσι, ο ποινικός μηχανισμός καθορίζει τα υποκείμενα με τα οποία έρχεται σε επαφή κι αυτό το κάνει με την αυθεντία που τον χαρακτηρίζει. Αυτές οι αντιλήψεις περί ομαλότητας έχουν τεράστια πολιτισμική σημασία – ως έμφυτες στο νόμο και την ποινική διαδικασία – ενώ είναι και οι αναμενόμενες από το κοινό, στο βαθμό που είναι κοινωνικά και νομικά επικυρωμένες αλλά εφαρμόζονται και στην καθημερινή ζωή  (Garland, 1990/ 1999: 311)
        

Σύγχρονη αναβίωση της τιμωρητικής λειτουργίας της ποινής - Απόψεις σε σχέση με το μέλλον της φυλακής


Τα κοινωνικά- πολιτισμικά συμφραζόμενα τα οποία ευνόησαν τη γέννηση των κριτικών τάσεων στη μελέτη του εγκληματικού φαινομένου και οδήγησαν σε αλλαγές των τιμωρητικών συστημάτων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έφθασαν σε δραστική μείωση του ποινικού πληθυσμού, αντιστράφηκαν στο τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα.  Η οικονομική κρίση των μέσων της 10ετίας του ’70, προκαλεί πολλαπλές αναταράξεις και επιβάλλει την ανάγκη να επανεγκαθιδρυθεί η ισορροπία και να αποκατασταθεί η εικόνα μιας ενοποιημένης, συναινετικής κοινωνίας. Ενόψει αυτής της ανάγκης, η εγκληματικότητα τόσο σε επίπεδο αναπαραστάσεων, όσο και σε επίπεδο διαχείρισης, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Έτσι, η οικονομική κρίση και τα αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας συνδυάζονται με ανοδικούς δείκτες φυλάκισης οι οποίοι εμφανίζουν πρωτοφανή αύξηση. Από τα σημαντικότερα δε επιχειρήματα για τη νομιμοποίηση αυτής της μαζικής επιχείρησης εγκλεισμού, υπήρξε το ότι η προηγηθείσα μεταρρύθμιση, ενώ είχε τεράστιο οικονομικό κόστος, δεν κατάφερε να ελέγξει την εγκληματικότητα και την υποτροπή.
Το έργο της νομιμοποίησης αυτών των πολιτικών το αναλαμβάνει η ίδια η Εγκληματολογία με την αναβίωση των πιο συντηρητικών της τάσεων, οι οποίες βασίζονται για μια ακόμα φορά στην αντίληψη περί ιδιαιτερότητας του εγκληματία. Επανέρχονται, λοιπόν, στο προσκήνιο αντιλήψεις περί γενετικής κατωτερότητας του εγκληματία, η οποία  συχνά συνδυάζεται και με τη φυλετική του προέλευση. Ο επιστημονικός λόγος περί εγκλήματος αναφέρεται επίσης στην «αρπακτική φύση του εγκληματία», η οποία θεωρείτο κάτι τόσο δεδομένο ώστε να μην απαιτεί εξήγηση. Η εγκληματικότητα, λοιπόν, εμφανίζεται σχεδόν ως φυσική κατάσταση ενός ιδιαίτερου τύπου ανθρώπων, στους οποίους δεν λειτουργούν οι συνήθεις μηχανισμοί ελέγχου που λειτουργούν στους φυσιολογικούς ανθρώπους.
Από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα αυτών των τάσεων είναι η περίφημη διατύπωση της θεωρίας ελέγχου ή του κοινωνικού δεσμού, αρχικά από τον Travis Hirschi (1969), η οποία υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής και αποτέλεσε αντικείμενο πολλαπλών εμπειρικών ερευνών. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η εγκληματικότητα εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης ή της διάρρηξης των δεσμών που συνδέουν το άτομο με την κοινωνία. Η βασική υπόθεση είναι ότι υπάρχει ένα είδος έμφυτης (φυσικής) τάσης των ατόμων να παραβαίνουν τους νόμους και μ’ αυτήν έννοια, όλοι είναι δυνητικά εγκληματίες. Ο λόγος για τον οποίο δεν εγκληματούν είναι η επιτυχής λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου στο πλαίσιο των κοινωνικών δεσμών που αναπτύσσει το άτομο στη διαδικασία κοινωνικοποίησης. Ως τέτοιους ο Hirschi αναφέρει την προσήλωση (attachment) σε σημαντικά πρόσωπα, τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση του ατόμου (π.χ. οικογένεια), την δέσμευση (commitment) με τον τρόπο ζωής τον οποίο υπαγορεύει η συμβατική ηθική, την εμπλοκή (involvement) σε συμβατικές δραστηριότητες και, τέλος, την πεποίθηση (belief) ότι οι κανόνες συμπεριφοράς που θέτει η κοινωνία θα πρέπει να γίνονται σεβαστοί. Κατά συνέπεια, αυτό το οποίο απαιτεί μελέτη δεν είναι αυτή καθεαυτή η εγκληματικότητα, αλλά οι μηχανισμοί ελέγχου οι οποίοι μπορούν να την αποτρέψουν.
Στη συνέχεια, και με τη συνεργασία του Michael Gottfredson, η θεωρία αναθεωρήθηκε και επανεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως θεωρία αυτοελέγχου (Gottfredson & Hirschi, 1990).  Τώρα η έμφαση δίδεται περισσότερο στη διαδικασία εσωτερίκευσης των κανόνων, παρά στους τρόπους δημιουργίας του κοινωνικού δεσμού: Όποιος έχει την ικανότητα αυτοελέγχου έχει μικρότερες πιθανότητες να εγκληματήσει και το αντίστροφο. Έτσι, παρέχεται μια  σχεδόν λομπροζιανή ερμηνεία  στην εγκληματική συμπεριφορά, τουτέστιν ότι τα άτομα με χαμηλό βαθμό αυτοελέγχου θα εγκληματήσουν  αναπόφευκτα μόλις βρεθούν μπροστά στην κατάλληλη ευκαιρία. (Melossi, 2002: 220 κ.ε.)
Ένα άλλο παράδειγμα αυτών των τάσεων, εξίσου δημοφιλές,  είναι μια δημοσίευση του Ινστιτούτου Manhattan  με τίτλο  Η καμπύλη της επιτυχίας, η οποία έγινε best seller. Συγγραφείς του έργου είναι ο Charles Murray, εμπειρογνώμονας της κυβέρνησης Reagan σε θέματα welfare στη δεκαετία του ’80 και ο ψυχολόγος του Harvard, Richard Hernnstein (Hernnstein & Murray, 1994). Σύμφωνα με τους συγγραφείς αυτούς, οι φυλετικές και ταξικές ανισότητες που υπάρχουν στην αμερικάνικη κοινωνία, αντανακλούν διαφορές «γνωστικής επάρκειας». Με άλλα λόγια:

Σύμφωνα με την Καμπύλη της Επιτυχίας, το διανοητικό πηλίκο καθορίζει όχι μόνον ποιος επιτυγχάνει και πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, αλλά επίσης και ποιος γίνεται άνεργος ή εκατομμυριούχος, ποιος ζει κάτω από τα ιερά δεσμά του γάμου ή έχει ελεύθερες σχέσεις […] Όπως θα περίμενε κανείς, ο δείκτης ευφυΐας καθορίζει επίσης την επιρρέπεια στο έγκλημα και τον εγκλεισμό: γίνεται κάποιος εγκληματίας, όχι επειδή είναι υλικά στερημένος (deprived) μέσα σε μια κοινωνία ανισοτήτων, αλλά επειδή είναι ηθικά και πνευματικά ανεπαρκής (depraved) [….] Συνεπάγεται λογικά ότι το κράτος δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει στην κοινωνική ζωή προσπαθώντας να μειώσει ανισότητες που ανάγονται ουσιαστικά στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, δεδομένου ότι υπάρχει ο κίνδυνος να επιτείνει τα δεινά που προσπαθεί να απαλύνει, διαιωνίζοντας τις διαστρεβλώσεις του ιδεώδους της ισότητας που εμφανίστηκε με τη Γαλλική Επανάσταση. Καθότι είτε είναι ιακωβίνικες, είτε είναι λενινιστικές οι τυραννίες  που στηρίζονται στη θεωρία της κοινωνικής ισότητας, είναι κάτι χειρότερο από μη ανθρωπιστικές: είναι απάνθρωπες (Hernnstein & Murray, 1994, όπως αναφέρεται στο Wacquant, 2001: 28,29)

Δύσκολα μπορεί να μην διακρίνει κανείς τις ομοιότητες αυτού του εγκληματολογικού λόγου με τον αντίστοιχο – λομπροζιανό - του 19ου αιώνα.  Η σημασία δε αυτού του γεγονότος συνίσταται στο ότι επανέρχονται στο προσκήνιο μια σειρά από ζητήματα, όπως, πρώτον, η αποσύνδεση της εγκληματικότητας  από το πλέγμα των κοινωνικών συγκρούσεων και προβλημάτων που βρίσκονται στη βάση της εκδήλωσής της και, δεύτερον ο προσδιορισμός μιας «εγκληματικής τάξης» (φτωχοί, άνεργοι, έγχρωμοι, μετανάστες), καθώς η ηθική απαξίωση του εγκληματία περιλαμβάνει και τη συλλογική απαξίωση της ομάδας προέλευσης (Melossi, 1999: 40).
Από τις δευτερογενείς δε συνέπειες αυτών των εξελίξεων είναι και η αλλαγή στους στόχους και τη δομή του τιμωρητικού μηχανισμού: αποδυναμώνεται και ο στόχος της επανακοινωνικοποίησης, ενώ ενισχύεται η κατασταλτική λειτουργία της ποινής.
            Παράλληλα, αναπτύσσεται και μια άλλη τάση, η οποία δεν εστιάζει πλέον στον ίδιο τον εγκληματία, θεωρώντας την  ύπαρξή του περίπου ως φυσικό φαινόμενο, αλλά στις διαδικασίες θυματοποίησης του πληθυσμού από την ύπαρξη του εγκλήματος: τα χαρακτηριστικά του εν δυνάμει θύματος, το κατά πόσον διαθέτει υλικά αγαθά τα οποία θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον του εγκληματία, πόσο προστατευμένο είναι  από ενδεχόμενη επίθεση κλπ. Στόχος, κατά συνέπεια,  είναι η λήψη μέτρων τα οποία να βασίζονται στην αποτροπή ή την επιλεκτική εξουδετέρωση  εν δυνάμει εγκληματικών, έτσι ώστε να μειωθούν οι πιθανότητες θυματοποίησης του πληθυσμού. Αναζητώντας, λοιπόν, κυρίως μέσα από έρευνες θυματοποίησης[33] ή αυτοεξομολόγησης[34] και όχι τόσο από τις επίσημες στατιστικές, τις πληθυσμιακές ομάδες οι οποίες εμφανίζουν υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας (High Rate Offenders, HROs), προτείνεται η λήψη μέτρων «επιλεκτικής ουδετεροποίησης» (selective incapacitation). Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτού το οποίο ονομάστηκε εκτιμητική ποινολογία (actuarial penology), επανέρχεται στο προσκήνιο η θετικιστική έννοια της επικινδυνότητας, αναδεικνύοντας για μια ακόμα φορά  την απόσταση η οποία χωρίζει τον εγκληματία από τον νομοταγή πληθυσμό και την ανάγκη να ληφθούν μέτρα εξουδετέρωσης του επικίνδυνου εγκληματικού σύμπαντος (Melossi, 2002: 227 κ.ε.).
Από τις πιο γνωστές εκδοχές αυτών των τάσεων για την πρόληψη του εγκλήματος, είναι η περίφημη θεωρία  του «σπασμένου παραθύρου» (J.Q. Wilson). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι σοβαρές μορφές εγκληματικότητας μπορεί να προληφθούν μόνον αν αντιμετωπισθούν βήμα προς βήμα οι μικρές, καθημερινές μορφές παραβατικότητας («όποιος κλέψει ένα αυγό, θα κλέψει κι ένα βόδι»). Η συγκεκριμένη θεωρία, χωρίς ποτέ να τύχει εμπειρικής επιβεβαίωσης,  αποτέλεσε βασικό θεωρητικό στήριγμα των πολιτικών μηδενικής ανοχής, τις οποίες εφάρμοσε στη δεκαετία του ’90 ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Rudolph Giuliani. (βλ. σχετικά, Vacuant, 2001: 30 κ.ε.).
Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για μια διακυβέρνηση των πληθυσμών διαμέσου της εγκληματικότητας, με την έννοια της σχέσης των ποινικών πρακτικών με τη διαχείριση των κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών. Οι ποινικές πρακτικές, όμως, δεν είναι η απλή αντανάκλαση, αλλά  η διακυβέρνηση αυτών των μεταβολών, ενώ, παράλληλα,  συνιστούν όργανο κοινωνικής αναπαράστασης, που έχει σκοπό να ενισχύσει τη συνοχή, την αλληλεγγύη και την ηθική εκείνου του τμήματος της κοινωνίας το οποίο δεν αποτελεί μεν άμεσο αντικείμενο των ποινικών θεσμών, αλλά είναι μάρτυρας και θεατής του ξεδιπλώματος της εξουσίας τους (Melossi, 2006). Με τα λόγια του Melossi:

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε το στενό δεσμό που συνδέει εκείνη τη μορφή «πειθαρχίας της εργασίας» η οποία καθιστά δυνατό το κέρδος, δηλαδή τον ίδιο τον καπιταλισμό, με την πιο γενική «κοινωνική πειθαρχία», η οποία μοιάζει να συναρθρώνεται με την πρώτη κατά τρόπο ακατάλυτο. Αν λοιπόν η σφαίρα των ποινικών πρακτικών αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματική στην ανάδειξη των κανόνων κοινωνικής πειθαρχίας – αν και αυτό, ως συνήθως, στην πρόσφατη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών φάνηκε με μεγαλύτερη ισχύ σε σχέση με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή – τότε οι ποινικές πρακτικές μπορούν να ιδωθούν ως ένα όργανο που οδηγεί παρά ακολουθεί μια κάποια μορφή κοινωνικής ανάπτυξης [35] (Melossi, όπως ανωτέρω)

 Όπως ήδη αναφέραμε, για τον Φουκώ η ιστορία της φυλακής είναι η ιστορία της αδύνατης μεταρρύθμισης. Πράγματι, η φυλακή επιβιώνει μέσα από επιδερμικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δεν θίγουν τον σκληρό πυρήνα, την εγγενή παθολογία του θεσμού. Για παράδειγμα, στις περισσότερες χώρες κεντρικό πρόβλημα της φυλακής εμφανίζεται να είναι ο υπερπληθυσμός των ιδρυμάτων, πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζεται με μέτρα όπως μετατροπή των ποινών ή η μερική απεγκληματοποίηση. Τα μέτρα αυτά παρέχουν τη δυνατότητα εξόδου από τη φυλακή στους μικροπαραβάτες που μπορούν να τα εκμεταλλευθούν και έχουν ως αποτέλεσμα, σε πραγματικό αλλά και συμβολικό επίπεδο, την τάση να γίνει και να θεωρείται η φυλακή χώρος φύλαξης του πραγματικά επικίνδυνου εγκληματικού σύμπαντος. Κατά συνέπεια, και η αναπαράσταση του ποινικού πληθυσμού είναι αντίστοιχη: Στη φυλακή είναι οι επικίνδυνοι εγκληματίες και όποιος είναι στη φυλακή είναι επικίνδυνος.
Η αρχιτεκτονική ιδέα αυτής της τάσης, είναι η φυλακή υψίστης ασφαλείας. Μια φυλακή ικανή να προλαβαίνει τις εξεγέρσεις ή τις αποδράσεις, με μια αρχιτεκτονική και οργανωτική δομή τέτοια που να της επιτρέπει να μετατρέπεται εύκολα σε χαράκωμα. Αλλά η γλώσσα του χώρου, σε πολιτικούς όρους, σημαίνει άμεση καταστροφή, όχι αναγκαία βίαιη, κάθε αντίστασης από μέρους των κρατουμένων που μπορεί να θεωρηθούν «προβληματικοί». Έτσι το αρχιτεκτονικό σχέδιο γίνεται πολιτικό σχέδιο, στο βαθμό που υπηρετεί τις ανάγκες επίβλεψης και επιβολής της πειθαρχίας στον ποινικό πληθυσμό. Και στην υλοποίησή του συμβάλλει η τεχνολογική εξέλιξη των μεθόδων επιτήρησης: το πανοπτικό σύστημα εξασφαλίζεται όχι με τη διάταξη των χώρων σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό σχέδιο του Bentham, αλλά με τη χρήση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων (Pavarini M., 1978,  Reebs, W., 1988)
Η ιδέα, λοιπόν, της κοινωνικής άμυνας θα πρέπει να υλοποιείται όχι διαμέσου της αναμόρφωσης και της κοινωνικής επανένταξης, αλλά διαμέσου της εξουδετέρωσης με κάθε μέσο του εγκληματικού σύμπαντος. Ο εγκληματίας δεν θεωρείται περιστασιακά κακός που μπορεί να αναμορφωθεί, αλλά κοινωνικά επικίνδυνος που πρέπει να εξουδετερωθεί.[36]
Ωστόσο, η επιλεκτική εφαρμογή των ποινικών κυρώσεων και, κυρίως, των στερητικών της ελευθερίας ποινών, αποτελεί ένα αναγκαίο υπερδομικό στοιχείο για τη διατήρηση αυτής της ανισότητας και της κάθετης δομής της κοινωνίας, καθώς για τη μεγάλη πλειοψηφία των κρατουμένων, η επαφή με το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης αποτελεί απλώς το κορυφαίο στάδιο μιας διαδικασίας κοινωνικού αποκλεισμού, η οποία έχει ήδη ξεκινήσει στο πλαίσιο άλλων θεσμών, όπως της εργασίας, της εκπαίδευσης, του ελεύθερου χρόνου κλπ. Μ’ αυτήν την έννοια, τα αίτια της αποτυχίας κοινωνικοποίησης αναζητούνται στην ίδια την κοινωνική δομή, η ανελαστικότητα της οποίας εμπεριέχει αποτελεσματικότατες αντωθήσεις προς την κατεύθυνση της κοινωνικής επανένταξης του ποινικού πληθυσμού. [37]
Οι προβληματισμοί αυτοί είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη διαφόρων αναθεωρητικών τάσεων σε σχέση με τον κοινωνικός έλεγχο της παρέκκλισης και της εγκληματικότητας, οι οποίες κυμαίνονταν από την πρόταση για σταδιακή κατάργηση των κλειστών ιδρυμάτων (φυλακών, ψυχιατρείων) μέχρι την ολοκληρωτική κατάργηση του ποινικού συστήματος και της έννοιας του εγκλήματος. Κλείνοντας, λοιπόν, το εισαγωγικό κεφάλαιο, θα αναφερθούμε συνοπτικά σε δύο από αυτές τις τάσεις, ειδικότερα στην καταργητική και την εγγυητική τάση
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πιο συνεπής σε μια ριζοσπαστική κριτική των ποινικών συστημάτων είναι η λεγόμενη καταργητική τάση, ειδικότερα η εκδοχή της η οποία εισηγείται την  πλήρη κατάργηση του Ποινικού Συστήματος, αλλά και της έννοιας τους εγκλήματος.[38]
Θα πρέπει να διευκρινίσουμε το περιεχόμενο του όρου καταργητισμός, ο οποίος, χρησιμοποιούμενος υπό μια γενική έννοια, παραπέμπει σε διαφορετικές αντιλήψεις και προτάσεις σε σχέση με τις μορφές που μπορεί να πάρει η διευθέτηση των συγκρούσεων εκτός ποινικού συστήματος. Οι κριτικές του ποινικού συστήματος, όπως αναφέραμε, έχουν οδηγήσει σε προτάσεις, οι οποίες κυμαίνονται από την πολιτική δραστικής συρρίκνωσης του πεδίου εφαρμογής των ποινικών κυρώσεων (Ελάχιστη ποινική παρέμβαση) μέχρι την πρόταση για οριστική κατάργηση του ποινικού συστήματος. Σ’ αυτό το φάσμα τοποθετούνται και τα κινήματα για την κατάργηση της φυλακής (Scull, 1977) και των άλλων τιμωρητικών ιδρυμάτων για συγκεκριμένες κατηγορίες εγκληματιών, όπως τα ψυχιατρικά τμήματα των φυλακών (θεσμικός καταργητισμός).
Είναι προφανές ότι οι ενδιάμεσες προτάσεις περιλαμβάνονται στην πρόταση για πλήρη κατάργηση του Ποινικού συστήματος. Όμως μόνον σε ό,τι αφορά τους επιμέρους στόχους, οι οποίοι απορροφώνται από τον τελικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η υιοθέτηση των ενδιάμεσων στόχων συνεπάγεται αναγκαία και την υιοθέτηση του τελικού. Δηλαδή, οι υποστηρικτές της κατάργησης της φυλακής ή της συρρίκνωσης της ποινικής παρέμβασης, δεν είναι αναγκαίο να συμμερίζονται την πρόταση για πλήρη κατάργηση του ποινικού συστήματος. Μάλιστα μπορεί και να αντιτίθενται σ’ αυτήν αναγνωρίζοντας μια αναγκαιότητα στην ύπαρξη του Ποινικού συστήματος ή πιστεύοντας ότι μια παρόμοια πολιτική συρρίκνωσης της ποινικής παρέμβασης θα οδηγήσει σε μια επιστροφή στην «πρωταρχική» λειτουργία του ποινικού δικαίου ως extrema ratio (Pavarini, M. 1985: 526-527).
Συμπερασματικά, η ριζοσπαστική καταργητική τάση είναι εκείνη η οποία δεν αναγνωρίζει κανενός είδους νομιμοποίηση στο ποινικό σύστημα, καταγγέλλοντας την αυθαιρεσία, το κοινωνικό κόστος και τα δεινά που απορρέουν απ’ αυτό, ως εκ τούτου εισηγείται την πλήρη κατάργησή του.
Η εγγυητική τάση (garantismo) και η αρχή της «ελάχιστης ποινικής παρέμβασης»,  απορρέει από «μια κριτική των μηχανισμών που καθιστούν αυτόνομη και απόλυτη την πολιτική εξουσία» (Φεραγιόλι, Λ. 1985: 62).
            Η εγγυητική τάση εμφανίζεται στην Ιταλία ως απάντηση στη γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν με αφορμή την πάταξη της τρομοκρατίας, θεσπίστηκε μια έκτακτη νομοθεσία η οποία έτεινε στην υποβάθμιση της ποινικής νομιμότητας, στον περιορισμό των δικαιωμάτων των υποδίκων και αναπτύχθηκε ένα προληπτικό ποινικό δίκαιο διοικητικού τύπου βασιζόμενου στην υποψία.

   Διευρύνθηκαν έτσι οι περιπτώσεις όπου μπορούσαν να εφαρμοσθούν τα προληπτικά μέτρα, διογκώθηκαν οι εξουσίες της Αστυνομίας μέχρι που να αγγίξουν το μέγεθος εκείνων της δικαστικής αρχής, αυξήθηκε η αποδεικτική αξία των υποψιών [….] εισήχθησαν στον κώδικα εγκλήματα καθαρά βασιζόμενα σε υποψίες, όπως η συνένωση ατόμων «με σκοπό» την τρομοκρατία ή την ανατρεπτική δράση [….] και σαν επακόλουθο έγινε αποδεκτό το ποινικό δίκαιο των προθέσεων ή της βούλησης (Ferrajoli, L., Zolo D., 1985: 58)

Έτσι, η εγγυητική τάση εμφανίστηκε στην Ιταλία ως ένας πολιτικο-θεσμικός προσανατολισμός, ο οποίος γεννήθηκε ως απάντηση στην κατάσταση που διαμόρφωσαν αυτές οι διαδικασίες (πολιτική βία, θεσμική και πολιτική απάντηση στο φαινόμενο, εμπλοκή της ιταλικής κοινωνίας και των πολιτικών φορέων της σ’ αυτές τις διαδικασίες).

   [η εγγυητική τάση] ξεπέρασε την παραδοσιακή υποτίμηση (ως «αστικών») των εγγυήσεων ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ατόμου και του συνόλου. Συγχρόνως πειστήκαμε ότι οποιοδήποτε Κράτος ή πολιτικό σύστημα, ακόμα κι ένα εργατικό ή μεταβατικό, πρέπει να πειθαρχεί αυστηρά σε νομικούς κανόνες – σε ένα «Κράτος δικαίου» - έτσι ώστε να περιορισθεί στο ελάχιστο η κατασταλτική εξουσία και η έμφυτη τάση του προς τον ολοκληρωτισμό [….] Το δίκαιο δεν είναι μόνον μορφή της εξουσίας, αλλά και όριο, έλεγχος, περιορισμός των απολυταρχικών της τάσεων (Ferrajoli, L., Zolo D, 1985: 63).

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την τάση, το ποινικό σύστημα περιλαμβάνει τις εγγυήσεις για τη διαφύλαξη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, έστω κι αν η ποινική καταστολή συνεπάγεται περιορισμούς της ελευθερίας. Οι περιορισμοί αυτοί, ωστόσο, είναι σαφώς μικρότεροι σε σχέση με αυτούς που συνεπάγεται, για παράδειγμα, η προληπτική λειτουργία των διωκτικών αρχών. Κι αυτό επειδή η καταστολή των παράνομων πράξεων πλήττει μόνον την ελευθερία των δραστών, ενώ η αστυνομική πρόληψη πλήττει ελευθερίες του συνόλου.[39] Επίσης, η ποινική καταστολή παρεμβαίνει ex post, μετά, δηλαδή, τη διάπραξη συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, ενώ η αστυνομική πρόληψη παρεμβαίνει ex antea, ενόψει, δηλαδή, του κινδύνου μελλοντικής διάπραξης εγκλημάτων, κινδύνου ο οποίος αξιολογείται με βάση κριτήρια αόριστα ή μη προσδιορισμένα νομοθετικά (Ferrajoli, L. 1985: 515-516).
            Αν, ωστόσο, το ποινικό σύστημα νομιμοποιείται μόνον στο βαθμό που περιορίζει την αυθαίρετη βία, αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελεί το μόνο ή το σημαντικότερο μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου.

      Αντίθετα, η πρόοδος του πολιτικού συστήματος μετριέται από την ικανότητά του να ανέχεται την παρέκκλιση ως ένδειξη και προϊόν εντάσεων ή ανεπίλυτων κοινωνικών δυσλειτουργιών και να την προλαμβάνει εξαλείφοντας τα υλικά της αίτια, χωρίς να προσφεύγει σε τιμωρητικά ή ανελεύθερα μέσα (Ferrajoli, L., 1985: 520).

Έτσι, η πρόταση για τη μέγιστη συρρίκνωση της ποινικής παρέμβασης συμπληρώνει την εγγυητική τάση. Αυτό σημαίνει ότι η ποινική καταστολή δεν θα πρέπει να αποτε­λεί τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση στη διαχείριση κοινωνικών προβλη­μάτων και συγκρούσεων, να αποτελεί, δηλαδή, απάντηση σε καταστάσεις οι οποίες συνι­στούν σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με τα λόγια του Baratta, «το αίτημα μιας εναλλακτικής αντεγκληματικής πολιτικής δεν θα πρέπει να είναι ένα καλύτερο ποινικό σύστημα, αλλά κάτι καλύτερο από το ποινικό σύστημα». Για μια συρρίκνωση, δηλαδή, του ποινικού συστήματος και ενεργοποίηση όλων των περιορισμών οι οποίοι, σε ένα Κράτος Δικαίου, μπορούν να χαλιναγωγήσουν την τιμωρητική βία και να εγγυηθούν τις ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ταυτόχρονα, να διευρυνθεί ο χώρος στον οποίο μπορούν να λειτουργήσουν, με απόλυτο σεβασμό στη νομιμότητα, νέα και αποτελεσματικότερα μέσα ελέγχου άλλων μορφών βίας. «Θεωρώ, πράγματι, ότι ο αγώνας κατά της βίας δεν μπορεί να περιορισθεί σε ένα πόλεμο ενάντια στο ποινικό σύστημα, το οποίο δεν είναι προφανώς η μόνη μορφή βίας στις κοινωνίες μας» (Baratta, A., 1991: 76).
Ένα από τα πιο ενδεικτικά κείμενα της πρότασης για «ελάχιστη ποινική παρέμβαση» είναι το άρθρο του A. Baratta (1989), «Αρχές της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης. Για μια θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αντικειμένου και ορίου του ποινικού νόμου».  Στο άρθρο αυτό αναλύεται η αρχή ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα θα πρέπει να καθορίζουν όχι μόνον το αντικείμενο αλλά και τα όρια του ποινικού νόμου Η αρχή αυτή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων την ανάγκη παραχώρησης ενός ευρύτατου πεδίου ελευθέρίας στο διαφορετικό, κατά τρόπο ο οποίος να συμβιβάζεται με τις ελάχιστες απαιτήσεις μίας ορθής κοινωνικής οργάνωσης. Να αναγνωρισθεί, δηλαδή, στα ανθρώπινα δικαιώματα μια διττή λειτουρ­γία: αφ' ενός μεν του προσδιορισμού του πιθανού αντικειμένου της ποινικής προστασίας, αφ' ετέρου δε της οριοθέτησης της ποινικής παρέμ­βασης.
Συμπερασματικά, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι εξωπραγματική η αντίληψη πως τα μεγάλα προβλήματα τα οποία απορρέουν από τις προβληματικές καταστάσεις και τις καταστάσεις σύγκρουσης μπορεί να επιλυθούν με όπλο τον ποινικό νόμο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με το γεγονός ότι η ποινική καταστολή στις μέρες μας αντί να συρρικνώνεται διευρύνεται, όπως έχει επισημανθεί από πολλούς συγγραφείς.[40]

Ενώ δηλαδή η πολιτισμική και πολιτική εξέλιξη του ανθρώπου σε γενική κλίμακα συνεπάγεται περισσότερο απελευθερωμένες σε σχέση με το παρελθόν μορφές ατομικής και συλλογικής διαβίω­σης, η ποινική καταστολή ως συνολική «μάζα καταπίεσης» αυξά­νεται, αν και, επηρεασμένη ασφαλώς από τις θετικές πολιτισμι­κές και πολιτικές εξελίξεις, εμφανίζεται οπωσδήποτε πιο εξανθρω­πισμένη, δηλαδή, πιο ελεγχόμενη. Ποιοτικά λοιπόν η ποινική κα­ταστολή «εκλεπτύνεται», ενώ ποσοτικά μεγεθύνεται. Στο μέτρο όμως που η ποσότητα δημιουργεί κάποτε την δική της ποιότητα, η ανη­συχία των θεωρητικών για την διαφαινόμενη από την ποσοτική αύξηση της ποινικής καταστολής δυσμενή εξέλιξη της ποιότητας ζωής του σύγχρονου ανθρώπου είναι νομίζω δικαιολογημένη (Μανωλεδάκης, 1989).

                       
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Baratta, A. (1982), Criminologia Critica e critica del Diritto Penale, Bologna: il Mulino
Baratta, A. (1989), «Αρχές της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης. Για μια θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αντικειμένου και ορίου του ποινικού νόμου», στo Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4)
Baratta, A. (1991) “Cos’ e la criminologia critica?”, συνέντευξη στον Victor Sancha Mata, στο Dei Delitti e delle Pene, 1991/1
Becker, Howard, (1963/ 1973), Outsiders. Studies in the Sociology of Deviance, New York: The Free Press
Cohen, S. (1988) Against Criminology, New Brunswick: Translation Books
Cristie, N. (1981), Limits to pain, Oslo: Universitetsforlaget
Dahrendorf, R. (1958), “Out of Utopia: Toward a Reconstruction of Sociological Analysis, στο American Journal of Sociology, LXIV
Durkheim, E. (1998), “Two laws of Penal Evolution”, στο Melossi, D. (επιμέλεια), The Sociology of Punishment, Ashgate, Dartmouth
Durkheim, Ε. (1990), «Ορισμοί του εγκλήματος και λειτουργία της ποινής», από το Division du travail social, όπως αναφέρεται στο Φαρσεδάκης, Ι. (1990), Η εγκληματολογική σκέψη από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, μετάφραση Χ. Ζαραφωνίτου
Feeley, M & D. Little (1991), “The Vanishing Female: The Decline of Women in the Criminal Process”, στο Law and Society Review, 25
Ferrajoli, L. (1985), “Il diritto penale minimo” στο Dei delitti e delle pene, 3
Foucault,  Μ (1992), Επίσκεψη στις φυλακές Attica,  Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα
Garland, D. (1985)., “The criminal and his science. A critical account of the formation of criminology at the end of the nineteenth century”, στο The British Journal of Criminology, vol.25, 2)
Garland, D. (1998) “Frameworks of inquiry in the sociology of punishment”, Melossi D. (επιμ.), The Sociology of Punishment: Socio- Structural Perspectives. Aldershot: Ashgate
Garland, D. (1990/ 1999), Pena e societa moderna. Uno studio di teoria sociale, Milano: il Saggiatore
Garland, D. (1991), “Sociological perspectives on punishment”, στο Crime and Justice, 14
Garofalo, R. (1914), Criminology, London: Heinemann
Goffman, E. (1963/ 2001), Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, εισαγωγή-μετάφραση Δ. Μακρυνιώτη
Goffman, Ε. (1961/1994), Άσυλα, Αθήνα: Ευρύαλος, μετ. Ξ. Κομνηνός
Hernstein R.J. & C. Murray (1994), The Bell Curve: Intelligence and Class Structure in American Life,  New York: The Free Press
Hirschi, T. (1969), Causes of Delinquency, Berkeley: University of California Press
Hulsman, L. (1986), “Critical criminology and the concept of crime”, στο Contemporary Crises, 10
Ηulsman, Louk (986), “Critical criminology and the concept of crime”, στο Contemporary Crises, 10
Hulsman, Louk, Jacqueline Bernat de Celis, (1982), Peines perdues. Le systeme penal en question, Paris: Editiones du Centurion (ελληνική έκδοση, Άστοχες ποινές. Το ποινικό σύστημα υπό αμφισβήτηση, Εισαγωγή – Μετάφραση Γ. Νικολόπουλου, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 1997)
Jankovic, Ivan (1977), "Labor Market and Imprisonment." Crime and Social Justice, 8
Melossi Dario. (1999), ‘Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία’, στο Α..Κουκουτσάκη (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον
Murray, C. & Herrnstein, R. (1994), The Bell Curve: Intelligence and Class Structure in American Life, New York: Free Press
Mathiesen, T. (1990), The politics of Abolition, London: Martin Robertson
Melossi Dario, Pavarini Massimo (1977), Carcere e fabbrica, Bologna: il Mulino
Pavarini Massimo (1978), “«Concentrazione» e «Diffusione» del penitenziario. La tesi di Rusche e Kirkheimer e la nuova strategia del controllo sociale in Italia” στο La Questione Criminale, 4,
Melossi, D (2006), «Ποινικές πρακτικές και «διακυβέρνηση των πληθυσμών» στους Marx και Foucault», υπό δημοσίευση στο Κουκουτσάκη, Α. & Ν. Κοταρίδης, Εικόνες φυλακής, Αθήνα: Πατάκης
Melossi, D. (1991) “Ideologia e Diritto Penale. Garantismo giuridico e criminologia critica come nuove ideologie di subalternita?” στο Dei Delitti e delle Pene, 1991/1
Melossi, D. (1998) (επιμέλεια), The Sociology of Punishment, Aldershot: Ashgate
Melossi, D. (1998),"Introduction", σελ..xi-xxx στο Melossi D. (επιμ.), The Sociology of Punishment: Socio- Structural Perspectives, Aldershot: Ashgate
Melossi, D. (1999), ‘Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία’, στο Α..Κουκουτσάκη (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον
Michalowski, R. (1997), “Perspective and Paradigm: Structuring Criminological Thought”, στο Meier, R. (επιμ.), Theory in Criminology: Contemporary Views, Beverly Hills: Sage
Pavarini, Massimo (1980), Criminologia, Firenze: Le Monnier, σειρά Introduzione a…
Rafter, N. (1985), Partial Justice: Women in State Prisons, 1800-1935, Boston: Northeastern University Press
Rafter, N. (1998), “Gender, Prison and Prison History”, στο Melossi, D. (επιμέλεια), The Sociology of Punishment, Ashgate, Dartmouth
Reebs, W. (1988) Φυλακές και Αρχιτεκτονική. Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης, Αθήνα: Εκδόσεις Αμηχανία
Rusche, Α.  & O.Kirhheimer (1968),  Punishment and Social Structure, N.York: Russell @ Russell
Sabadell, A.L., (1999), «Νόμιμος βασανισμός, ποινικό σύστημα και Διαφωτισμός (σημειώσεις για μια κριτική ανάγνωση των μεταβολών του κοινωνικού ελέγχου), στο Θέσεις, τ. 69, μετ. Δ. Δημούλης
Scull, A. (1977), Decarceration: Community Treatment and the Deviant. A Radical View, N.J.: Englewood Cliffs
Sorokin, P. (1937), Social and Cultural Dynamics,New York: American Books
Vold Georg (1958), Theoretical Criminology, London: Oxford University Press
Wacquant, L. (2001), Οι φυλακές της μιζέριας, Αθήνα: Πατάκης
Δασκαλάκης, Η. (1988), «Ο θεσμός της φυλακής», στο Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Ειδικό τεύχος 68Α, Αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη
Δασκαλάκης, Η. (1985), Η Εγκληματολογία της Κοινωνικής Αντίδρασης, Αθήνα: Σάκκουλας
Δασκαλάκης, Η. (1981), Η μεταχείριση του εγκληματία (παραδόσεις), Αθήνα: Σάκκουλας
Δημητρίου, Σ. (επιμ.), Μορφές Κοινωνικού Αποκλεισμού και Μηχανισμοί Παραγωγής του, Ομάδα Ανθρωπολογίας, Αθήνα: Ιδεοκίνηση
Ερευνητική Ομάδα ΕΚΚΕ (1983), Απονομή της Ποινική Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, Αθήνα: ΕΚΚΕ
Κουκουτσάκη, Α (2006α), Εισαγωγή στο μάθημα: Ανθρωπολογικές και Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της παρέκκλισης και του εγκλήματος (διδακτικές σημειώσεις) 
Κουκουτσάκη, Α. (2006), «Κείμενα της φυλακής και ο λόγος περί «σωφρονιστικής» μεταρρύθμισης»,  υπό δημοσίευση στο Κουκουτσάκη, Α. & Ν. Κοταρίδης, Εικόνες φυλακής, Αθήνα: Πατάκης
Κουκουτσάκη, Α. (1997), «Μηχανισμοί κοινωνικού αποκλεισμού των πρώην κρατουμένων. Ο μύθος της επανακοινωνικοποίησης», στο Δημητρίου, Σ. (επιμ.), Μορφές Κοινωνικού Αποκλεισμού και Μηχανισμοί Παραγωγής του, Ομάδα Ανθρωπολογίας, Αθήνα: Ιδεοκίνηση
Κουκουτσάκη, Α. (1999), (επιμ.) Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον.
Κουράκης, Ν. (1989), «Η ποινική καταστολή στο έργο του Φουκώ», επίμετρο στο Φουκώ, Μ. (1976/1989), Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππας
Κουράκης, Ν. (2005), Ποινική Καταστολή, Αθήνα: Σάκκουλας
Κούρτοβικ, Γιάννα (1997), «Οι ποινικές διαδικασίες ως μοχλός διακρίσεων και κοινωνικού αποκλεισμού», στο Δημητρίου, Σ. (επιμ.), Μορφές Κοινωνικού Αποκλεισμού και Μηχανισμοί Παραγωγής του, Ομάδα Ανθρωπολογίας, Αθήνα: Ιδεοκίνηση
Κωνσταντινίδου, Χριστίνα (1999), «Κοινωνικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος. Η εγκληματικότητα των αλβανών μεταναστών στον ελληνικό τύπο», στο Κουκουτσάκη, Αφροδίτη (1999), (επιμ.) Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον
Μανωλεδάκης, Ι. (1989), «Η κατάχρηση της ποινικής καταστολής», στο Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4
Παρασκευόπουλος, Νίκος (2003), Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο. Τρομοκρατία και κράτος δικαίου, Αθήνα: Πατάκης
Φαρσεδάκης, Ι. (1990), Η εγκληματολογική σκέψη από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη
Φεραγιόλι, Λ. (1985), “Τρομοκρατία και κρίση του όψιμου καπιταλισμού”, στο Φεραγιολι, Λ. Βία και Πολιτική, Αθήνα: Στοχαστής
Φουκώ, Μ. (1973/2002) Εγώ ο Πιερ Ριβιέρ που έσφαξα την μητέρα μου, την αδελφή μου και τον αδελφό μου. Μια περίπτωση μητροκτονίας-αδελφοκτονίας του 19ου αιώνα, Αθήνα: Κέδρος
Φουκώ, Μ. (1976/1989), Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππας, μετ. Κ. Χατζηδήμου, Ι. Ράλλη



[1] Έχει πολλές φορές επισημανθεί η αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ εγκληματολογίας και αντεγκληματικής πολιτικής, όπως θα αναπτύξουμε στην συνέχεια.
[2] Το έργο μελετητών όπως οι  Mead, Garfinkel, Goffman.
[3] Το έργο μελετητών όπως οι  Mead, Garfinkel, Goffman.
[4] Η σημασία αυτού του έργου προκύπτει ανάγλυφα από τα λόγια του Stan Cohen: «Παρά τον όγκο των θεωρητικών και εμπειρικών αντιρρήσεων που ξεσήκωσε αυτή η “ιστορία του παρόντος” του Foucault, απλούστατα τώρα δεν είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε για την εγκληματολογία με τον ίδιο τρόπο» (Cohen, S., 1988: 10, 11)
[5] Με άλλα λόγια, τα ιδρύματα εκείνα τα οποία ο Bentham, στην προμετωπίδα του κλασικού έργου του «Πανοπτικόν», στο οποίο θα αναφερθούμε εκτενώς στη συνέχεια, αποκαλούσε: «Κάθε μορφή κτιριακής εγκατάστασης, στην οποία θα κρατούνταν υπό επιτήρηση όλοι οι τύποι ανθρώπων, είτε αυτές ήταν σωφρονιστήρια, φυλακές, εργοστάσια, οίκοι εργασίας, άσυλα για τους απόρους, ψυχιατρικές κλινικές, λοιμοκαθαρτήρια, νοσοκομεία ή σχολεία» (Bentham 1787, όπως αναφέρεται στο Melossi, 2006 ). Η φυλακή, όντας «ολοπαγές ίδρυμα», το οποίο αφορούσε, δηλαδή, τη συνολική ζωή των υποκειμένων της, δεν ήταν παρά η πιο «ολοκληρωμένη» περίπτωση αυτών των ιδρυμάτων (ό.π.)
[6] Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στις μελέτες για τα τιμωρητικά συστήματα συναντάμε συχνά τη διάκριση μεταξύ ποιοτικών και ποσοτικών προσεγγίσεων των τιμωρητικών συστημάτων, η οποία έχει τις ρίζες της στη κλασική διάκριση του E. Durkheim μεταξύ ποσοτικών και ποιοτικών μεταβλητών της ποινής  (Durkheim, Two Laws of Penal Evolution, κείμενο το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε το  1900, με τίτλο «Deux lois de levolution penale” στο 4  Annee Sociologique, 65-95). Σύμφωνα με τον Durkheim, ο νόμος των ποσοτικών μεταβλητών μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Η αυστηρότητα των ποινών είναι μεγαλύτερη σε κοινωνίες ενός λιγότερο προηγμένου τύπου, όπου η κεντρική εξουσία έχει περισσότερο απολυταρχικό χαρακτήρα. Ο νόμος αυτός αφορά αποκλειστικά το μέγεθος της ποινής, ενώ αυτός των ποιοτικών μεταβλητών διατυπώνεται ως εξής: Ποινές οι οποίες συνίστανται στην στέρηση της ελευθερίας για χρονικό διάστημα το οποίο μεταβάλλεται ανάλογα με την βαρύτητα του εγκλήματος, τείνει όλο και περισσότερο να καταστεί ο συνήθης τρόπος τιμωρίας (Durkheim, 1998: 34 και 44).
[7] Ειδικότερα για την περίπτωση των ΗΠΑ,  βλέπε Wacquant (2001)
[8] Η αναφορά είναι σε ένα παράδειγμα διαφορετικής ποινικής μεταχείρισης λευκών και έγχρωμων γυναικών, όπου η μίσθωση κρατουμένων για να εργασθούν στην κατασκευή σιδηροδρομικών σταθμών φέρεται ως κάτι αδιανόητο για λευκές γυναίκες. Το παράδειγμα αναφέρεται στο Rafter (1985: 413)
[9] Η γυναικεία εγκληματικότητα, ως μη αναμενόμενο κοινωνικά γεγονός, πέραν των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της μορφολογίας της, γινόταν αντιληπτή κυρίως ως παραβίαση των δεσμεύσεων που απορρέουν από τους τυπικά γυναικείους ρόλους (νοικοκυράς, συζύγου, μητέρας κ.ο.κ.). Ενδιαφέροντα στοιχεία για την ποινική αντιμετώπιση της γυναίκας αναφέρονται από την Nicole Rafter (1998) και αφορούν τόσο το είδος των ποινών, όσο και το είδος των ιδρυμάτων κράτησης. Και στις δύο περιπτώσεις, καθοριστικό κριτήριο ήταν η εκάστοτε αντίληψη περί της «γυναικείας φύσης» και τους κοινωνικούς ρόλους της γυναίκας. Έτσι, στα τέλη του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ, τα ιδρύματα που υποδέχονταν γυναίκες κρατούμενες ανταποκρίνονταν περισσότερο στο μοντέλο των ιδρυμάτων για ανήλικους παραβάτες, π.χ. οικήματα σε αγροτικές περιοχές (cottage plan), τα οποία παρείχαν την ευκαιρία στην γυναίκα κρατούμενη να εξοικειωθεί με οικιακές εργασίες,  στόχο που αποτελούσε το maximum της αναμόρφωσης.  Γενικότερα δε, τα ιδρύματα που υποδέχονταν γυναίκες εγκληματίες είχαν μάλλον χαρακτήρα αναμορφωτηρίου, παρά φυλακής. Το στοιχεία αυτό, όμως, δεν χαρακτήριζε την ποινική μεταχείριση των μαύρων γυναικών, οι οποίες διοχετεύονταν συνήθως σε ιδρύματα με αυστηρό πειθαρχικό καθεστώς κράτησης, συντελώντας έτσι σε μια διαφορετική αναπαράσταση της μαύρης-γυναίκας-εγκληματία ως ενσάρκωσης μιας «ετερότητας» σε σχέση με τους ορισμούς της γυναικότητας: «Οι μαύρες γυναίκες ήταν σε μειονεκτική θέση τόσο λόγω φυλής, όσο και λόγω φύλου. Καθώς προσλαμβάνονταν ως περισσότερο κοντινές στο ανδρικό πρότυπο, στέλνονταν πιο εύκολα στις φυλακές, θεσμούς που είχαν τυπικά ανδρικό χαρακτήρα»  (Rafter, 1998: 414)
[10] Βλέπε αναλυτικά στο Δασκαλάκης (1985) και Κουκουτσάκη (2006α)
[11] Στο συγκεκριμένο άρθρο, ο Michalowski μελετά τη δομή της εγκληματολογικής σκέψης εστιάζοντας στη διάκριση και την αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνικών προοπτικών (social perspectives), οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί για να ερμηνεύσουν τη σχέση νόμου και κοινωνίας (συναινετική, πλουραλιστική και συγκρουσιακή) και επιστημονικών παραδειγμάτων (συντηρητικό, φιλελεύθερο και ριζοσπαστικό) τα οποία προκύπτουν από κάθε προοπτική (Michalowski, 1977: 18)
[12] Ο David Garland αναφέρεται σε τρία μοντέλα παρέμβασης για τον έλεγχο της εγκληματικότητας, τα οποία επαναλαμβάνονται στο μεγαλύτερο μέρος των εγκληματολογικών κειμένων: Πρώτον, το αναμορφωτικό, το οποίο βασίζεται στις αντιλήψεις περί της ύπαρξης μιας ιδιαίτερης εγκληματικής προσωπικότητας και τη δυνατότητα βελτιωτικής παρέμβασης σ’ αυτήν. Δεύτερον, στην περίπτωση κατά την οποία η «αναμόρφωση» είναι αδύνατη ή ανεφάρμοστη, εφαρμόζεται το μοντέλο της εξουδετέρωσης του εγκληματία, είτε ως φυσική εξουδετέρωση (θανατική ποινή), είτε ως απομάκρυνσή του από το κοινωνικό σώμα. Τέλος, το προληπτικό, το οποίο αφορά την παρέμβαση στους εγκληματογόνους παράγοντες. Αυτή η τριπλή στρατηγική απαιτεί όχι απλώς διαδικασίες εκτίμησης, διάγνωσης και ταξινόμησης, αλλά και την αντίστοιχη ποικιλία κυρώσεων και τεχνικών προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος. Παράγει, λοιπόν, ένα πλήθος τιμωρητικών συστημάτων και θεσμών προκειμένου να υλοποιηθεί η ιδέα της εξατομικευμένης (κατάλληλης) μεταχείρισης του εγκληματία: αναμορφωτήρια, ιδρύματα προληπτικής κράτησης, ιδρύματα για άτομα περιορισμένων πνευματικών ικανοτήτων, διαφορετικά καθεστώτα κράτησης στις φυλακές, ποινές απροσδιόριστης διάρκειας, προληπτικές παρεμβάσεις κ.ο.κ.  και μια άλλη αντίληψη για τη σχέση κράτους / πολίτη, η οποία αποδίδει στο κράτος τον ενεργητικό ρόλο της στήριξης και της θεραπευτικής αρωγής και, όταν είναι αναγκαίο, να ασκεί τον τιμωρητικό έλεγχο (Garland, 1985: 127 κ.ε. και Garland, 1990: 308 κ.ε.)
[13] Βλέπε σχετικά, Κουκουτσάκη (2006)
[14] Βάση για την ανάπτυξη που ακολουθεί αποτελεί το έργο του Ηλία Δασκαλάκη, Η Εγκλημτατολογία της Κοινωνικής Αντίδρασης
[15] Σε έρευνα του ΕΚΚΕ για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, με υπεύθυνο τον Ηλία Δασκαλάκη, το σύνολο σχεδόν των δικαστών απαντά ότι δεν επηρεάζει το κοινωνικό status του μάρτυρα. Επηρεάζονται, ωστόσο, από τη δυνατότητα έκφρασης, το συγκροτημένος λόγος, τις σαφείς απαντήσεις κλπ., στοιχεία , δηλαδή, που συνδέονται με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό status.
[16] Φουκώ, Μ (1976/ 1989), Surveiller et punir. Naissance de la prison. ( Ελληνική έκδοση 1989, απ’ όπου και οι αναφορές, Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππας)
[17] Βλέπε σχετικά το επίμετρο του Ν. Κουράκη στο Φουκώ (19761989: 414), καθώς και τα κείμενα του Φουκώ στον παρόντα φάκελο κειμένων.
[18] Ο Φουκώ διακρίνει τρεις εποχές στη γαλλική ιστορία: την αναγεννησιακή έως περίπου να μέσα του 17ου αιώνα, την κλασική  - που εν μέρει ταυτίζεται με την εποχή του Διαφωτισμού – έως περίπου τα τέλη του 18ου αιώνα και τη σύγχρονη εποχή.
[19] Ο όρος πανοπτισμός αναφέρεται στο Πανοπτικόν Jeremy Bentham, υπόδειγμα εφαρμογή της κυκλοειδούς αρχιτεκτονικής: τα κελιά εκτείνονται ακτινωτά γύρω από ένα κεντρικό κουβούκλιο στο οποίο βρίσκονται οι φύλακες. Έτσι, οι φύλακες έχουν μια συνεχή εποπτεία του χώρου των κελιών, αναδεικνύοντας έτσι έναν εξαιρετικό τρόπο επιτήρησης και ελέγχου του συνόλου των κρατουμένων με μια μόνη ματιά. Ταυτόχρονα, όμως, καθώς οι κρατούμενοι δεν μπορούν να γνωρίζουν πότε επιτηρούνται  (αν υπάρχουν φύλακες στο κεντρικό κουβούκλιο), το Πανοπτικόν συνιστά υλοποίηση της έκφρασης της εξουσίας για την άσκηση της οποίας δεν απαιτούνται πρόσωπα. Κατά τον Φουκώ, όπως αναφέρθηκε, η πραγματική αλλαγή στον τρόπο επιτήρησης και επιβολής της πειθαρχίας συντελείται με την επινόηση του «πανοπτισμού», που είναι η αρχιτεκτονική απεικόνιση μιας πανοπτικής κοινωνίας με γενικευμένες δομές επιτήρησης.


[20] Βέβαια, έστω κι αν ο σωματικός βασανισμός χάνει την πραγματική και συμβολική αξία του, καθώς τη θέση του σώματος - ως αντικειμένου  του τιμωρητικού μηχανισμού - αναλαμβάνει η ψυχή, η βία δεν παύει να υφίσταται  στην   υλική εκδοχή των συνθηκών εγκλεισμού και της επιβολής της πειθαρχίας ως "κολαστικό συμπλήρωμα" της επιβληθείσας ποινής. Παράλληλα, η βία ενδημεί στη συνθήκη του εγκλεισμού και υπό μία άλλη εκδοχή, αυτή την οποία προϋποθέτει η «σωφρονιστική επιχείριση», η παρέμβαση στην προσωπικότητα του κρατούμενου (βλέπε σχετικά, Κουκουτσάκη, 2006)

[21] Καταγγελίες για την αναποτελεσματικότητα της ποινικής μεταρρύθμισης με άξονα τον εγκλεισμό με έμφαση στα μεγάλα ποσοστά υποτρόπων. Στις κριτικές αυτές βασίστηκαν εν πολλοίς και οι προτάσεις των εκπροσώπων της Θετικής Σχολής της Εγκληματολογίας για να εισηγηθούν την αντικατάσταση της έννοιας της ελεύθερης βούλησης με αυτή της ιδιαιτερότητας (επικινδυνότητας) του εγκληματία και την εισαγωγή μέτρων κοινωνικής άμυνας, όπου η αναλογία βαρύτητας εγκλήματος / βαρύτητας ποινής υποχωρούσε ενόψει της ανάγκης για εξειδικευμένη μεταχείριση του εγκληματία. Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα λόγια του, εκ των ιδρυτών της, Raffaele Garofalo: «Δεν έχει νόημα να διαμαρτυρόμαστε για τις απαλλακτικές αποφάσεις ή την επιείκεια των δικαστών. Γιατί αυτό το οποίο βλέπουμε σε τελευταία ανάλυση είναι ο θρίαμβος της νομικής λογικής, ένας θρίαμβος ωστόσο ο οποίος είναι σε βάρος της κοινωνικής ασφάλειας και ηθικής» (Garofalo, 1914: xxvi, όπως αναφέρεται στο Garland, 1985:117).
[22] Όπως επισημαίνει ο Baratta, σχολιάζοντας τον δομικά αποκοινωνικοποιητικό χαρακτήρα της φυλακής, καθώς η κοινωνία αναλαμβάνει δυο διαμετρικά αντίθετους ρόλους, αυτόν του απορρίπτοντος και  αυτόν του επανεντάσσοντος, «συνιστά σχιζοφρενική αντίφαση το να αποκλείεις και, ταυτόχρονα, να διατείνεσαι ότι περικλείεις» (Baratta, 1982: 188).
[23] Το έργο γράφτηκε  κατά το μεγαλύτερο μέρος του στη Γερμανία το 1931,  από τον  G.Rusche , εκπρόσωπο της Σχολής  της Φραγκφούρτης.  Η  πρώτη έκδοση του έγινε στις ΗΠΑ, το 1939, αφού το αρχικό κείμενο συμπληρώθηκε από τον  O.Kirkheimer.



[24] Να σημειώσουμε ότι οι χρηματικές ποινές για τους φτωχούς οι οποίοι δεν είχαν να πληρώσουν, ουσιαστικά ήταν χωρίς αντικείμενο, καθώς γι' αυτούς ίσχυαν κατά κύριο λόγο οι σωματικές. Παρά την συνύπαρξη, όμως, στην πράξη η εφαρμογή των σωματικών ποινών ήταν περιορισμένη, όχι για ανθρωπιστικούς αλλά για οικονομικούς λόγους.
[25] Η ποινή αυτή καταργήθηκε   μόνον τον 18ο αιώνα και όχι για ανθρωπιστικούς λόγους  αλλά γιατί, λόγω των τεχνικών εξελίξεων (ιστιοφόρα)  έπαψε να υπάρχει ανάγκη κωπηλατών. 


[26] Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα που αναφέρονται ακριβώς σ’ αυτήν την συνθήκη, όπου οι νόμοι και κυρίως αυτοί ρύθμιζαν την κτηματική ιδιοκτησία, γίνονταν ένα είδος ιστού αράχνης για τους αγροτικούς πληθυσμούς, συντελώντας στην έξαρση μιας ιδιότυπης βίαιης εγκληματικότητας, είναι το έργο του Μισέλ Φουκώ, Εγώ ο Πιερ Ριβιέρ που έσφαξα την μητέρα μου, την αδελφή μου και τον αδελφό μου. Μια περίπτωση ανθρωποκτονίας του 19ου αιώνα.
[27] Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείφθηκαν παντού. Για παράδειγμα, στην Αγγλία, παρά τις αντιδράσεις παρέμειναν για να μην διαταραχθεί η κοινωνική ειρήνη καθώς οι φτωχοί θα έφθαναν σε συνθήκες εξαθλίωσης.
[28] Για το θέμα αυτό βλέπε Melossi (2006), καθώς και, στη συνέχεια, τις αναλύσεις των Melossi, Pavarini (1977) 
[29] Τα οποία ορίζουν ως βοηθητικούς θεσμούς της καπιταλιστικής ανάπτυξης
[30] Βλέπε σχετικά, Δασκαλάκης (1981: 16 κ.ε.)

[31] Ειδικότερα, ασκεί κριτική όχι τόσο στον ίδιο Foucault, αλλά στη φουκωικής προέλευσης «κοινωνιολογία του ελέγχου», θεωρώντας ότι η κοινωνιολογία της ποινής είναι κάτι πολύ ευρύτερο από κοινωνιολογία του ελέγχου και της κυριαρχίας, με αποτέλεσμα όψεις των σύγχρονων τιμωρητικών πρακτικών, οι οποίες φαίνονται μη ωφελιμιστικές ή δυσλειτουργικές με αναφορά στην υπόθεση του ελέγχου, είτε να αποκλείονται από την ανάλυση, είτε να ερμηνεύονται με αναφορά σε λανθάνουσες λειτουργίες ή συγκαλυμμένη ωφελιμότητα (Garland, 1998: 443). Μάλιστα για τον Garland, το έργο του Foucault δεν συγκροτεί τόσο μια θεωρία για την ποινή, όσο ένα τρόπο διαμόρφωσης θεωρίας (mode of theorizing) για την ποινή, υπαγορεύοντας κανόνες μελέτης, αναλυτικές μεθόδους, οπτικές που καταλήγουν σε ένα συγκεκριμένο τρόπο σκέψης που άσκησε πολύ μεγάλη επιρροή. Με άλλα λόγια, παράγει μια ερμηνεία από μια συγκεκριμένη οπτική – την οπτική της εξουσίας (ό.π., σσ  444, 445).

[32] «[για τον Durkheim] η πεμπτουσία της τιμωρίας είναι το μη ορθολογικό συναίσθημα, το οποίο δεν είναι αποτέλεσμα σκέψης. Το πάθος κείται στην καρδιά της τιμωρίας. Η τάση για τιμωρία είναι μια συγκινησιακή αντίδραση, η οποία διεγείρεται όταν παραβιάζονται θεμελιακά κοινωνικά συναισθήματα. Η τιμωρία συνιστά μια άμεση και ισχυρή έκφραση της συλλογικής συνείδησης, η οποία αναμεταδίδεται διαμέσου του συνόλου των ατομικών συνειδήσεων που την συγκροτούν […] Ως εκ τούτου, εκεί όπου ο Foucault βλέπει να εμπλέκονται στην τιμωρητική διαδικασία μόνον δύο μέρη – αυτοί που ελέγχουν και αυτοί που ελέγχονται – ο Durkheim εμμένει σ’ ένα τρίτο κρίσιμο στοιχείο, τους θεατές, των οποίων τα συναισθήματα πρώτα προσβάλλονται και μετά επιβεβαιώνονται εκ νέου» (Garland, 1998: 447, 448).
[33]Έρευνες οι οποίες απευθύνονται σε ομάδες του γενικού πληθυσμού  στις οποίες τίθεται το ερώτημα αν έπεσαν θύμα εγκληματικής ενέργειας.
[34] Έρευνες σε ομάδες του γενικού πληθυσμού στις οποίες τίθεται το ερώτημα αν υπήρξαν δράστες εγκληματικής ενέργειας. Και στις δύο περιπτώσεις αντικείμενο διερεύνησης είναι ο λεγόμενος σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας, δηλαδή τα εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν αλλά δεν έγιναν γνωστά, κατά συνέπεια δεν έγιναν γνωστά και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των δραστών. 
[35] Όπως αναφέραμε, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες όψεις του έργου του David Garland βρίσκεται εκεί ακριβώς που ο Garland προσπαθεί να αποδείξει πώς η σφαίρα των ποινικών πρακτικών συμβάλλει στο να  μορφοποιηθεί η συνολική πολιτισμική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας, πέραν του ότι, την ίδια στιγμή, επηρεάζεται από αυτή (Garland 1990:291-319).
[36] Για την κοινωνική νομιμοποίηση αυτών των πολιτικών, το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου αναλαμβάνουν κατά περιόδους διάφορες ομάδες. Στη δεκαετία του ’70 σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γερμανία έγιναν πολύ ενδιαφέρουσες έρευνες για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Σε θεσμικό επίπεδο προκάλεσε ειδικές νομοθεσίες, ένα ολόκληρο πλέγμα ειδικών ρυθμίσεων, συχνά προβληματικών από συνταγματική άποψη και την άποψη της διαφύλαξης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, των νομικών εγγυήσεων που συνοδεύουν την απονομή της δικαιοσύνης. Στο κοινωνικό δε πεδίο, η αναπαράσταση της τρομοκρατίας σε πρόβλημα μείζονος σημασίας και η συνακόλουθη ανάγκη να προστατευθεί το κοινωνικό σώμα, οδήγησε στην αποδοχή αυτών των μορφών θεσμικής διαχείρισης: η βασική μορφή εγκληματικότητας είναι η τρομοκρατία: το αίτημα «νόμος και τάξη» επικάλυψε βασικά κοινωνικά αιτήματα (Baratta, 1982, Ferajioli, 1985). Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό το ρόλο αυτό το έχουν αναλάβει οι οικονομικοί μετανάστες: σε διάφορες χώρες, η εγκληματικότητα θεωρείται το σύνηθες status αυτών των ομάδων, ενώ παράλληλα η εγκληματικότητα ταυτίζεται με την εγκληματικότητα αυτών των ομάδων (Για την κατάσταση στην Ελλάδα, πρβλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντινίδου, Χ., 1999, Καρύδης, Β. 1996, Κούρτοβικ, Γ., 1997)
[37]Κουκουτσάκη, Α. (1997)
[38] Με κυριότερους εκπρόσωπους τους T. Mathiesen, {1990}, L Hulsman (1986), Cristie (1981)
[39] Ας σκεφτεί κανείς μόνον τα προληπτικά μέτρα που συνεπάγονται ανακριτικά καθήκοντα από τη μεριά των διωκτικών αρχών και τη συνακόλουθη δυνατότητα στέρησης της ελευθερίας του υπόπτου.
[40] Από την ελληνική βιβλιογραφία επισημαίνω το Παρασκευόπουλος, Ν. (2003)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου