Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Δημήτρης Κόρος, Η ενίσχυση της κυριαρχικότητας του κράτους και η ποινική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής: σκέψεις με αφορμή το βιβλίο «Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης»


Επεξεργασμένη μορφή της παρέμβασης στην παρουσίαση του βιβλίου «Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης» του Μάριου Εμμανουηλίδη και της Αφροδίτης Κουκουτσάκη, Futura 2013 (Θεσσαλονίκη, 1.2.2014, Μικρόπολις).

Σκοπός της παρέμβασης είναι παίρνοντας αφορμή από ένα (κεντρικό - ή ένα από τα κεντρικά) σημείο του κειμένου του Μάριου Εμμανουηλίδη, και σημεία της σκέψης της Αφροδίτης Κουκουτσάκη, να τα εντάξει σε μια προβληματική της διακυβέρνησης των πληθυσμών από την άποψη της αντίστασης στον εκφασισμό της κοινωνίας, εκφράζοντας παράλληλα επιφυλάξεις σχετικά με την ποινική αντιμετώπιση των μελών της ΧΑ.

Βασική θέση στην αρχιτεκτονική του κειμένου του Εμμανουηλίδη έχει η έννοια της  νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής[1] στην οποία η οικονομία έχει ένα κεντρικό ρόλο και αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα παραγωγής λόγου, με το κράτος να έχει έναν απομακρυσμένο ρόλο διεύθυνσης (συντηρητικής αλλά στρατηγικής) των βασικών πολιτικών επιλογών (Foucault 1978/2004). Σύμφωνα με τον T. Lemke (2001: 200) στο πλαίσιο του κλασικού φιλελευθερισμού, το κράτος έχει έναν ρυθμιστικό ρόλο στην αγορά (παρεμβατικό και διορθωτικό), ενώ στο νεοφιλελευθερισμό η αγορά είναι η οργανωτική αρχή που ρυθμίζει το κράτος και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Έτσι, η θέση του πολίτη υποβαθμίζεται δίνοντας τη θέση του στον homo oeconomicus, ένα νέο ιδεότυπο ανθρώπου, με καθοδηγητική αρχή της ζωής του τον υπολογισμό του ρίσκου και την ανάλυση κόστους-οφέλους.
Κατά τον Εμμανουηλίδη, η νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική βρίσκεται σε κρίση. Εντός της οικονομικής κρίσης, αλλά, και πριν από το συμβάν της, καθώς αυτή θεωρείται μόνο ένα γεγονός εντός μιας διαδικασίας που πλέον καθιστά την κρίση, με μια ειδική έννοια, διαρκή. Είναι η οικονομία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ως μια οικονομία από 
τις οικονομίες (αρθρωμένη με αυτές), που θέτει την οικονομία σε διαρκή κρίση. Το κράτος αδυνατεί να ελέγξει τις ροές του κεφαλαίου, οι οποίες αδιαφορούν γι’ αυτό και το παρακάμπτουν, θέτοντάς το σε κρίση, κρίση λειτουργικότητας, μέτρησης, ορατότητας, κατανόησης, και εν τέλει κρίση νομιμοποίησης (όπ.π: 27, 43, 73 και 78). Συνακόλουθα, το κράτος  χάνει τον όποιο ρυθμιστικό του ρόλο. Σύμφωνα με την ανάπτυξη του Εμμανουηλίδη, εντός αυτής της συνθήκης «εγγυητικής αδυναμίας» το βασικό ζήτημα της κρατικής κυβερνολογικής έγκειται πλέον στη γυμνή διείσδυση της οικονομίας στη ζωή του πληθυσμού χωρίς τη μεσολάβηση της εισαγωγής της οικονομίας στην πολιτική  (όπ. π.: 27 επ., 47 επ.). Κι εδώ συμβαίνει το «παράδοξο»: Για την επίτευξη αυτής της απόσυρσης της πολιτικής από την οικονομία, αυτής της βίαιης και σπασμωδικής αποκρατικοποίησης της κοινωνίας απαιτείται η άσκηση τεχνικών που παραπέμπουν στην κρατικοποίηση της κοινωνίας (ό.π.: 20, 28).
Για τον έλεγχο κάθε πιθανής αντίστασης ή διαφυγής του πληθυσμού, για την εισαγωγή και νομιμοποίηση της αλλαγής των κανόνων ορισμού της αξίας της εργασιακής δύναμης και των νέων κανόνων ζωής του πληθυσμού (όπ. π., σ. 27 επ., 47 επ.), το κράτος πλέον έχει ανάγκη την καταφυγή στην ενίσχυση της sovereignty (της κυριαρχικότητάς του, της εξουσίας της ανώτατης αρχής), εγκαινιάζοντας μια ατελή διαδικασία φασιστικοποίησης (όπ. π., σ. 23-25, 51-3, 48, 58)  -κάτι που βλέπουμε, μεταξύ άλλων, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις σκούπες κατά των μεταναστών (του επίφοβου Άλλου, κατά την Κουκουτσάκη, 2013α: 130), στη διαπόμπευση και προφυλάκιση των οροθετικών, αλλά και σε άλλα πεδία, όπως στον πόλεμο κατά των δημοσίων υπαλλήλων κλπ-, η οποία ευνόησε την άνοδο της δράσης της ΧΑ. Την αυταρχικοποίηση αυτή προσεγγίζει η Κουκουτσάκη υπό το πρίσμα της ανάδυσης του «ποινικού κράτους» (στα συντρίμμια του κοινωνικού), το οποίο εμπλουτίζεται όχι με νέους θεσμούς, αλλά με την ανασήμανση της δράσης των ήδη υπαρχόντων (2013α: 127-8). Η βία της ΧΑ, «αιματηρή, ωμή και θεαματική», νοηματοδοτούμενη ως αταξία, οδηγεί στην ανασήμανση της αστυνομικής βίας ως κανονικότητας (2013β).
Πέρα από την -όπως και η Κουκουτσάκη τονίζει- ανάξια περαιτέρω ενασχόλησης θεωρία των δύο άκρων ως ιδεολογικού μηχανισμού για τη διακυβέρνηση του απεγνωσμένου πλήθους, υπάρχει και η καθεαυτή βαρύτητα του χρυσαυγίτικου λόγου, περί διαφθοράς, κατεστημένων πολιτικών, φθαρμένου και ξεφτιλισμένου πολιτικού συστήματος, που αποτελεί με έναν τρόπο, τόσο δείκτη του πολιτικού πολιτισμού, όσο και αυτόνομο παράγοντα διακυβέρνησης. Αυτός ο λόγος, σε τι διαφέρει από τον κυρίαρχο λόγο των ΜΜΕ, τα οποία «επιτίθενται» στο «σάπιο, διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα» και χρησιμοποιούν τα σκάνδαλα διαφθοράς και τις μίζες στα εξοπλιστικά για την κατασκευή  και την αναπαραγωγή ενός κρισιακού λόγου περί αναγκαιότητας καθολικής κάθαρσης; Κάθαρσης από την επιτρεπτικότητα που οδήγησε στην παράλυση το δημόσιο τομέα, από τα πανεπιστήμια που παράγουν περισσότερο συνδικαλιστές και λιγότερο επιστήμονες, από τα κόμματα που δεν ανέχονται απλώς τη διαφθορά στους κόλπους τους, αλλά ζούνε από αυτή κλπ κλπ.
Αντίστοιχες επιτρεπτικότητες, εγγενείς στο «προδοτικό καθεστώς», βλέπουνε και οι χρυσαυγίτες, υποσχόμενοι ότι θα «καθαρίσουν» τον τόπο: πολλή διαφθορά, πολλοί λαθρομετανάστες, πολλή αριστερά, αναρχικοί, τρομοκράτες. Ο λόγος τους, όμως, απέχει από τη νηφαλιότητα ΜΜΕ (η οποία σε τελευταία ανάλυση ξεβράζει στο σεβασμό της δημοκρατικής ομαλότητας και στην «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται»), καθώς ενέχει στοιχεία συνολικής αμφισβήτησης της δημοκρατίας θεωρώντας την συνώνυμο της διαφθοράς, της προδοσίας και της ανικανότητας προάσπισης των εθνικών συμφερόντων.
Πριν από τη δολοφονία του Φύσσα θα μπορούσε να δει κανείς, ενδεχομένως, μεγαλύτερη σύνδεση του λόγου των ΜΜΕ με το λόγο της ΧΑ (στα όρια της ταύτισης, μα χωρίς να μπούμε στον πειρασμό να μιλήσουμε για ναζισμό των ΜΜΕ), ενώ πλέον τούτο γίνεται «με το γάντι» (καθώς πια ανακαλύφθηκε όψιμα πως η ΧΑ είναι «εγκληματική οργάνωση»), αλλά την ίδια στιγμή χωρίς να γίνεται εμφανής και με σαφήνεια μια απομάκρυνση από τον κοινότοπο ρατσιστικό- στερεοτυπικό λόγο (πάντα με δεδομένα, στατιστικά κλπ, πάντα με στοιχεία- ο τάδε πολιτικός, ο δείνα μεσολαβητής στα εξοπλιστικά προγράμματα, στις μίζες κλπ). Αντίστοιχα, με εκθετικά αυξανόμενη την επιρροή του λόγου της, η ΧΑ μέσα από το θολό της λόγο (που θα μπορούσε με όρους διαφωτισμού να χαρακτηριστεί μη-λόγος) στηρίζεται σε «στοιχεία- ονόματα και διευθύνσεις» για να «πείσει» αυτούς που δυστυχώς είχαν ήδη πειστεί, ήδη πριν την εκλογική επιτυχία της ΧΑ. Άλλωστε αυτό φαίνεται από το ότι το ποσοστό που πέτυχε στις εκλογές, το πέτυχε χωρίς κανένα σπουδαίο προεκλογικό αγώνα, όπως κάνουν τα γνωστά σε όλους μας κόμματα μέσα και έξω από το κοινοβούλιο.
Υπάρχει λοιπόν μια συναρμογή των λόγων διακυβέρνησης, του κράτους, του λόγου των ΜΜΕ, και του λόγου της ΧΑ: Αυτό που για τους μετανάστες είναι βίωμα (η συρρίκνωση του ζωτικού τους χώρου), για «εμάς» πρέπει να βιώνεται ως προοπτική (Κουκουτσάκη 2013: 132).
Claudia Valdes, Revelation 2213, (2009) 
Το δεύτερο σημείο της παρέμβασής μου θα αφορά την ποινική αντιμετώπιση των μελών της ΧΑ, και της ίδιας ως οργάνωσης.
Ερωτάται λοιπόν: Ξεκαθαρίζουμε σιγά-σιγά τώρα με τη Χ.Α; Και αν ναι, σε ποιο βαθμό σχετίζεται η ποινική αντιμετώπιση των μελών της ΧΑ και η ξαφνική ενεργοποίηση του ποινικού οπλοστασίου απέναντι σε εγκλήματα ρατσιστικής βίας  (ατελής και χωρίς ουσιαστική προστασία στο θύμα- αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα), με τις ατελείς, όπως τονίζεται στο βιβλίο, γραμμές εκφασισμού της κοινωνίας;
Αρκούν τα κατασταλτικά μέσα όπως αυτά επιστρατεύονται με όρους επιλεκτικότητας και θεάματος από τους αρμόδιους προς τούτο φορείς,- για παράδειγμα ό, τι συμβαίνει τώρα με τις άδειες των κρατουμένων και την εισβολή σε σπίτια αντιεξουσιαστών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη; Εννοώ, ποια είναι η θέση μας ως προς την όψιμη ενεργοποίησή τους, όταν γνωρίζουμε ότι αφενός τα αστικά δικαιώματα είναι μια κατάκτηση, την οποία οφείλουμε να υπερασπιστούμε κριτικά και να τη διευρύνουμε σε χώρους οι οποίοι είναι, όχι απλά ευεπίφοροι σε παραβιάσεις των δικαιωμάτων, αλλά και εχθρικοί απέναντι σε αυτά, όπως π.χ. οι φυλακές; Αλλά αφετέρου, όταν γνωρίζουμε πως η τυφλή εστίαση στην υπεράσπιση και κατοχύρωση των αστικών δικαιωμάτων, δίχως να συνοδεύεται από μια κριτική στον νεοφιλελεύθερο λόγο και με στόχευση τον συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό, συνιστά μια «λεγκαλιστική αυταπάτη», μια απατηλή ρητορεία (Τερζάκης 2009); Όπως γράφει ο Εμμανουηλίδης, η διακυβέρνηση πλέον, τεχνική και χωρίς βερμπαλισμούς και οράματα, θεμελιώνεται στην αποτελεσματικότητα, επομένως η οποιαδήποτε επίκληση της συνταγματικότητας καθίσταται ανίσχυρη και παρακάμπτεται (όπ. π.: 58).
Όταν ασκούμε κριτική στο «αδηφάγο τέρας του ποινικού συστήματος», τόσο ως ταξικού μηχανισμού και ως αναπόσπαστου στοιχείου του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και ως παράγοντα ο οποίος δεν αντανακλά μόνον ήδη συγκροτημένα πολιτισμικά μοντέλα, καθώς έχει και μια πολύ πιο ενεργητική λειτουργία, αυτήν της παραγωγής νοημάτων, της ανάδειξης κανόνων κοινωνικής πειθαρχίας, όπως η Αφροδίτη Κουκουτσάκη προσεγγίζει το ποινικό φαινόμενο στο κείμενό της, πώς γίνεται, και κατά πόσο, να αισθανόμαστε ως «νίκη του κινήματος» το κλείσιμο του Μιχαλολιάκου στη φυλακή; Με το ίδιο σκεπτικό, είναι ήττα η μη προσωρινή κράτηση του Κασιδιάρη; Όσο πιο πολλοί μέσα, τόσο καλύτερα;
Όταν παλεύουμε για δικαιώματα, όταν ασκούμε κριτική στις ειδικές νομοθεσίες και στις μηχανορραφίες των αστυνομικών μηχανισμών, σίγουρα δεν το κάνουμε για να υπερασπιστούμε τους χρυσαυγίτες, αλλά μήπως θα πρέπει, όχι να μας πειράξει, αν παραβιάζονται τα δικαιώματα των χρυσαυγιτών (και δεν λέω ότι τούτο συνέβη), αλλά ίσως να ανησυχούμε που το κράτος επεμβαίνει με τα πιο ισχυρά του μέσα -αντιτρομοκρατική, ειδικοί εφέτες- ανακριτές, προφυλακίσεις, απόδοση σοβαρών κατηγοριών; Μήπως να στοχαστούμε αλλιώς σχετικά με το πώς θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τις διαδικασίες εκφασισμού; Μήπως να μην υποβιβάσουμε την αντιφασιστική πάλη σε «νομική τακτική», η οποία μπορεί να δικαιολογήσει έτι περεταίρω την καταστολή, όταν το νομικό οπλοστάσιο δεν ενεργοποιείται από την πλευρά του κινήματος κριτικά; Ξεχνούμε τις εγγενείς σε αυτήν την τακτική δυνατότητες επίθεσης στα δικαιώματα όλων, νομιμοποιώντας το χρήζον κριτικής, παρά επίκλησης, ποινικό σύστημα, αλλά και τον κίνδυνο αποπροσανατολισμού από τις πραγματικές αιτίες του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας;
Η μη κριτική αντιμετώπιση της ενεργοποίησης του ποινικού οπλοστασίου, ειδικά στην περίοδο που το ποινικό δίκαιο χάνει με γοργούς ρυθμούς τα φιλελεύθερα εγγυητικά του χαρακτηριστικά και εξελίσσεται σε στυγνό μέσο προστασίας της δημόσιας τάξης (Κουκουτσάκη 2013: 117-8), εγκυμονεί τον κίνδυνο νομιμοποίησης, για να επανέλθω στο κείμενο, της αναγκαίας για την επικύρωση της λεηλασίας που μας επιβάλλεται ενίσχυσης της εξουσίας της ανώτατης αρχής.
  
Βιβλιογραφία
Εμμανουηλίδης, Μ. (2013). Οικονομία και κρίση της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής. Η στρατηγική λειτουργία του ρατσιστικού Συστήματος. Στο Εμμανουηλίδης, Μ. και Κουκουτσάκη, Α. Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης. Αθήνα: futura.
Κουκουτσάκη, Α. (2013α). Από το κοινωνικό στο «ποινικό» κράτος. Η Χρυσή Αυγή και οι συμβολικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών. Στο Εμμανουηλίδης, Μ. και Κουκουτσάκη, Α. (2013). Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης. Αθήνα: futura.
Τερζάκης, Φ, (2009). Η απατηλή ρητορεία των δικαιωμάτων. Πανοπτικόν, τ. 12, σ. 53-6.
Foucault, M. (1978/2004). Security, Territory, Population: Lectures at the College de France (1977-1978). New York: Palgrave Macmillan (μετάφραση στα αγγλικά από τον Burchell, A. I.).




[1] Η κυβερνολογική είναι μια έννοια που εισήχθη από τον Michel Foucault, και αφορά τον τρόπο άσκησης της εξουσίας που δεν βασίζεται σε διαταγές και προστάγματα ευθέως διατυπωμένα, αλλά με πρακτικές οι οποίες καθιστούν τα υποκείμενα διαχειρίσιμα- κυβερνήσιμα και παραγωγικά (Foucault, M. 1978/2004: 69, 115. Η έννοια της διακυβέρνησης στον Foucault αφορά την λεγόμενη «διαγωγή της διαγωγής» (conduct of conduct) με τη διττή έννοια της «κυβέρνησης του εαυτού» και της διακυβέρνησης των άλλων (Lemke, T. 2001: 191).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου