Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

από τη Μικρή Ανδρομάχη





Κείμενο οπισθόφυλλου


«…Έγινε, μετά, μάχη μεγάλη. Ήρθανε οι αντάρτες να πάρουν το πτώμα να το θάψουνε και τους είχαν στήσει ενέδρα οι άλλοι. Κι εκείνο το βράδυ έπιασε φωτιά το μοναστήρι, κανείς δεν ξέρει πώς έγινε, κανείς απ’ το χωριό δεν τόλμαγε να πλησιάσει πριν βραδιάσει να ψάξει για τους νεκρούς. Όλο το βράδυ καιγόταν το μοναστήρι κι έπειτα έσβησε μόνη της η φωτιά…»

Μια φωτιά που καίει το μοναστήρι, τους άθαφτους νεκρούς, ένα χωριό, μια χώρα ολόκληρη. Μες στα συντρίμμια ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι. Η Ανδρομάχη.
Κατοχή και εμφύλιος σ’ ένα χωριό της δυτικής Κρήτης. Πρόσωπα συναντιόνται, αγαπιούνται, χωρίζουνε, αναμετριόνται σε θανάσιμες συγκρούσεις και ιστορούν. Τη ζωή τους. Τους νικημένους. Την Ανδρομάχη.
Κι έπειτα τα πρόσωπα τα σκεπάζει η λήθη, καθώς οι μύθοι και οι ανείπωτες ιστορίες γίνονται φλόγα που πυρπολεί τις διαδρομές των απογόνων. Μέχρι που σβήνει κι αυτή και στη μνήμη ξαναγυρνάνε τα πρόσωπα. Με την τραγική ανθρώπινη μορφή τους.


 Πρώτο κεφάλαιο: Ανδρομάχη 

Να μπορούσε, λέει, να ‘χε κλειστά τα μάτια και να τ’ άνοιγε μόνον σαν διάβαινε το σύνορο του κόσμου της. Όμως και πάλι, όσο κρατούσε το ταξίδι, πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά τίποτα δεν γνώριζε, άλλα τα σπίτια, άλλοι οι κήποι, άλλοι οι άνθρωποι, καινούργιοι οι δρόμοι που άνοιξαν στους αγριότοπους των παιδικών της χρόνων, αν δεν υπήρχε το βουνό να σημαδεύει τη διαδρομή της θα είχε χάσει τον προσανατολισμό. Και η αιωνόβια ελιά, το σύνορο, είχε πέσει, ένα κουφάρι είχε απομείνει εκεί που ήταν κάποτε οι ρίζες της. Κανείς δεν ήξερε την ηλικία αυτής της ελιάς, ούτε αφέντη είχε ποτέ. Εκεί τη θυμόντουσαν από πάντα, να ορίζει το τέλος του χωριού – μετά, πολύ μετά, μπήκαν κι οι πινακίδες.

Σαν άφηνες πίσω σου την ελιά, το ανηφορικό μονοπάτι γινόταν απότομο και εκεί που έκανε τη στροφή, αετοφωλιά σκαρφαλωμένη στο βουνό το σπίτι. Όταν ήτανε μικρή της έλεγε παραμύθια η μάνα της για ξωτικά και στρατιώτες οπλισμένους, κρυμμένους πίσω απ’ τα βάτα – «μη φεύγεις! Αυτό είναι το σύνορο του κόσμου σου». Κι ανέβαινε τρέχοντας το μονοπάτι, έφτανε με κομμένη την ανάσα κι ακούμπαγε για λίγο στην ξερολιθιά πριν σπρώξει την ξύλινη πόρτα και μπει στην αυλή του σπιτιού.

Σαν να ήταν πάντα καλοκαίρι στα όνειρά της – τότε που άρχισε πάλι να βλέπει όνειρα. Ζέστη ξερή και σκόνη κι ο ήλιος να πυρπολεί τον τόπο, άσπρο φως, εκτυφλωτικό. Ο παππούς καθισμένος στην καρέκλα του κάτω απ’ την καρυδιά κι η μάνα να σκουπίζει την αυλή, με τη μαύρη μαντίλα να της σκεπάζει το πρόσωπο. Σύννεφο σηκωνόταν η σκόνη και της λέρωνε το ρούχο πριν ανεβεί να κατακάτσει στα φύλλα της καρυδιάς.

Ακούμπησε στην ξερολιθιά – απαράλλαχτη είχε μείνει αυτή – κι έκλεισε τα μάτια.

«Τίνος είσαι εσύ; Δεν σε γνωρίζω να ‘σαι απ’ τα μέρη μας».

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Οι σχοινοβάτες [Πρώτο μέρος]

[Το βιβλίο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2002 από τις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Το καλοκαίρι του 2013, ζήτησα να λυθεί η μεταξύ μας σύμβαση και να μού επιστραφούν τα δικαιώματα του βιβλίου. Υπ' αυτήν την έννοια, επιτρέπεται η αναδημοσίευση του με τον όρο να αναφέρεται η πηγή]



του Βασίλη και της Νεφέλης

Lottavano cosi come si gioca
I cuccioli del maggio ed era normale
Loro avevano tempo anche per la galera
Ad aspettarli fuori rimaneva
La stessa rabbia e la stessa primavera



[Fabrizio De Andre, Storia di un impiegato]


Περιεχόμενα

Πρώτο μέρος

1. Ο πρώτος σχοινοβάτης (σ. 5)
2. «Εμείς οι αυτόνομοι» (σ. 13)
3. Ταξίδια ενηλικίωσης (σ. 17)
4. Ένα μπουκέτο μιμόζες (σ. 22)
5. Μακρινό ταξίδι στη Ρώμη (σ.29)
6. Έξω απ' τις φυλακές της Ρετζίνα Τσέλι (σ. 38)


Δεύτερο μέρος

1.Ένα τζιν σακάκι στην κρεμάστρα (σ. 46)
2. Την ώρα που δυνάμωσε η βροχή (σ. 56)
3. «Άγνωστα ακόμα τα κίνητρα» (σ. 66)
4. Παλιές φωτογραφίες (σ. 74)
5. «Ποιος είναι αυτός ο Ρενάτο Κούρτσιο;» (σ. 79)
6. Εύθραυστο υλικό (σ. 89)
7. Μοναχικές διαδρομές (σ. 92)
8. «…τότε που οι δρόμοι ήταν γεμάτοι…» (σ. 99)
9. «Αυτοί οι δυο… Απ’ όλους μας» (σ. 109)

Τρίτο μέρος

1. Το μυστικό αρχείο (σ. 116)
2. Μιλώντας για τη ζωή και το θάνατο του νεκρού σχοινοβάτη (σ. 123)
3. Αποχαιρετισμός (σ. 130)

Επίλογος
Ζωγραφίζοντας τον τελευταίο σχοινοβάτη (σ. 138)


Πρώτο μέρος

1. Ο πρώτος σχοινοβάτης


Το διάβασα στην «Αυγή», πρωί-πρωί που βγήκα για ψώνια. Τον αγαπημένο μας φίλο και σύντροφο Κώστα Αχείμαστο, αιφνίδιος θάνατος έγραφε, είχε και μια φωτογραφία του από τότε που ήταν υποψήφιος βουλευτής του Συνασπισμού, από τότε είχα να μιλήσω μαζί του, όλα τ’ άλλα της σχέσης μας μια παρένθεση είχαν γίνει ανάμεσα στο τελευταίο μας τηλεφώνημα και την είδηση για το θάνατό του.

«Μην καταπίνεις αμάσητο ό,τι διαβάζεις στις εφημερίδες», μου έλεγε τότε στη Ρώμη, τότε που ήμαστε νέοι κι ετοιμοπόλεμοι. Μα αυτή η είδηση ήταν αδιαμφισβήτητη κι απόλυτα οριστικό το γεγονός που περιέγραφε σε δυο αράδες.

Θα πρέπει να το έμαθε κι ο Άρης, δεν κατάφερα ακόμα να μιλήσω μαζί του, το τηλέφωνο στο γραφείο του βουίζει συνέχεια κι αυτός ο ήχος της κατειλημμένης γραμμής είναι σαν να τροφοδοτεί την αίσθηση εξωπραγματικού που έχω απ’ όταν κεραυνοβολήθηκα, εκεί, μπροστά στο περίπτερο, όπως φυλλομετρούσα την εφημερίδα περιμένοντας τα ρέστα.

Αν ζούσε η μάνα μου, θα μου έλεγε ότι κι αυτό το χθεσινό ήταν κακό προαίσθημα, όνειρο σημαδιακό. Είχα ακούσει τον Άρη που γύρισε πολύ αργά στο σπίτι και ξανακοιμήθηκα με τη βεβαιότητα πως δε θα έμπαινε στο υπνοδωμάτιο, πως δε θα κοιμόταν και, συνάμα, με τη βεβαιότητα πως τα έβλεπα σε όνειρο όλα αυτά. Κι όταν ξύπνησα το πρωί και δεν τον είδα, μου φάνηκε πως συνεχιζόταν το όνειρο. Κι η είδηση για το θάνατο του Κώστα σαν να ήταν μέρος του ίδιου ονείρου, όπως και τα κλειδιά μου που δεν έβρισκα στην τσάντα γυρνώντας στο σπίτι απ’ τα ψώνια, με την ανοιχτή εφημερίδα και το κουτί το γάλα να μου δυσκολεύουν τις κινήσεις.

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οι σχοινοβάτες [Δεύτερο μέρος Α]

[Το βιβλίο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2002 από τις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Το καλοκαίρι του 2013, ζήτησα να λυθεί η μεταξύ μας σύμβαση και να μού επιστραφούν τα δικαιώματα του βιβλίου. Υπ' αυτήν την έννοια, επιτρέπεται η αναδημοσίευση του με τον όρο να αναφέρεται η πηγή]

Μέρος δεύτερο 
1. Ένα τζιν σακάκι στην κρεμάστρα 
Καθώς έκανα το γύρο της μικρής πλατείας όπου είναι η αφετηρία των λεωφορείων, είδα το Χριστόφορο να κατευθύνεται προς το σπίτι. Πήγα να του κορνάρω αλλά μετάνιωσα, τι νόημα θα είχε τότε το ότι έφυγα έτσι νωρίς για να μη δώσω εξηγήσεις σε κανένα; Έκανα, όμως, δεξιά, σταμάτησα και τον κοίταζα μέχρι που χάθηκε απ' τα μάτια μου. Αύριο θα σηκωθώ νωρίς να του κάνω για πρωινό τηγανίτες με μέλι που του αρέσουν, σκέφτηκα. Και μετά θα πάω να ζωγραφίσω, ένιωσα ξαφνικά να με πνίγει η επιθυμία να ξαναπιάσω τον πίνακα μου. Αύριο, πρωί-πρωί. Κοίταξα το ρολόι του αυτοκινήτου κι ήταν 10 η ώρα καθώς έβγαινα στην Βενιζέλου. Τρεις ώρες ακόμη. Δεν είχαν πολλή κίνηση οι δρόμοι και μ' άρεσε να οδηγώ, σαν να 'διωχνε η οδήγηση τα παράσιτα απ' τη σκέψη μου. Βγήκα στην Εθνική, μου άρεσε να ταξιδεύω άσκοπα μέχρι να περάσει η ώρα, μ' αρέσει αυτή η εποχή, προχωρημένη άνοιξη, γλυκός καιρός, καιρός για μακρινά ταξίδια. Άφησα την Εθνική στο ύψος της Νέας Κηφισιάς και πήρα το δρόμο για το σταθμό. Μετά από λίγο είδα τις πινακίδες, πολλές πινακίδες, λες κι όλος ο κόσμος έπρεπε να ξέρει με ακρίβεια που ήταν οι εγκαταστάσεις του τηλεοπτικού σταθμού. Έφτασα νωρίς, πήγα στο μπαρ κι είδα το τελευταίο μέρος του δελτίου ειδήσεων πίνοντας μια μπύρα. Έτσι όπως κοίταζα τη Στέλλα να λέει τις ειδήσεις, θυμήθηκα ξαφνικά το όνομα της ηθοποιού που μου θύμιζε, η Όλγα Καρλάτου, τα ίδια σκούρα καστανά μαλλιά που τόνιζαν το άσπρο δέρμα της, τα ίδια γκρίζα μάτια, χρόνια το σκεφτόμουνα, αλλά δεν κατάφερνα να το θυμηθώ τ' όνομα της. Την ώρα που αρχίζανε τ' αθλητικά σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο στο σπίτι μήπως και είχαν ανησυχήσει, αλλά το μετάνιωσα. Βολεύτηκα, λοιπόν, στην καρέκλα μου, πήρα και μια εφημερίδα που βρήκα αφημένη σ' ένα τραπεζάκι και διάβαζα περιμένοντας τη Στέλλα. Ήρθε λίγο πριν απ' τη μιάμιση, μπήκε βιαστική στο μπαρ, μ' έψαξε με τα μάτια της κι όταν με είδε μου έκανε νόημα ότι θα με περιμένει έξω. Πλήρωσα και βγήκα. Την είδα να καπνίζει ακουμπισμένη σ' ένα πεζουλάκι, ήταν πεσμένοι οι ώμοι της μπροστά και τα μαλλιά τής σκέπαζαν το πρόσωπο. Όταν βρέθηκα δίπλα της γύρισε, μ' έπιασε απ' το μπράτσο κι έμοιαζε σαν να κρεμάστηκε από πάνω μου. «Συγγνώμη που άργησα, έβαψες τα μαλλιά σου; Μπράβο! Σου πάνε κι έτσι. Πάμε να φύγουμε από 'δω, το σιχάθηκα πια αυτό το μέρος», μου είπε, όλα με μιας και το χαμόγελο της ήταν σαν γκριμάτσα. Είχε αδυνατίσει κι άλλο από την τελευταία φορά που την είδα και το πρόσωπο της χωρίς μακιγιάζ ήταν κατάχλομο. Κρατώντας με πάντα απ' το μπράτσο με οδήγησε στ' αυτοκίνητο της. «Πάμε εδώ δίπλα», μου είπε. «Είναι ένα συμπαθητικό εστιατόριο που μένει ανοιχτό μέχρι αργά. Ερχόμαστε καμιά φορά και τρώμε μετά τη δουλειά». «Νόμισα ότι ήθελες ν' απομακρυνθούμε απ' το περιβάλλον της δουλειάς σου», της είπα. «Έτσι όπως μου είπες πριν να πάμε να φύγουμε από 'δω…» «Ν' απομακρυνθούμε;… Όχι, μόνο ο σταθμός μ' εκνευρίζει. Δεν ξέρεις τι μπορεί να σου ξημερώσει εκεί μέσα…» Όταν καθίσαμε σ' ένα τραπεζάκι, στο βάθος της αίθουσας, έδειξε να χαλαρώνει κάπως. «Πραγματικά είναι πολύ ωραία τα μαλλιά σου έτσι. Δείχνεις πολύ όμορφη σήμερα», μου είπε κοιτάζοντας με και χαμογελώντας μου κανονικά αυτή τη φορά, μόνο που ήτανε λυπημένο τώρα το χαμόγελο της.

Οι σχοινοβάτες [Δεύτερο μέρος Β]

[Το βιβλίο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2002 από τις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Το καλοκαίρι του 2013, ζήτησα να λυθεί η μεταξύ μας σύμβαση και να μού επιστραφούν τα δικαιώματα του βιβλίου. Υπ' αυτήν την έννοια, επιτρέπεται η αναδημοσίευση του με τον όρο να αναφέρεται η πηγή]



7. Μοναχικές διαδρομές

Δεν το αντέχαμε οικονομικά, αλλά είδα ότι δεν μπορούσα και να το αποφύγω. Με πίεζε κι ο Σάκης που είχε αρχίσει να ανησυχεί κι αυτός για την κατάσταση στο γραφείο. Και το αποφάσισα τελικά να πάρω ένα ακόμα συνεργάτη, κάποιον που είχε σπουδάσει λογιστικά και την ήξερε τη δουλειά. Ο Σάκης τα κανόνισε όλα, συμφώνησε και ο Άρης όταν του το είπα. Άρχισα, λοιπόν, πάλι να ζωγραφίζω μετά από τόσο καιρό που είχα κλειδώσει και το πλυσταριό, πρώτη φορά στη ζωή μου το κλείδωσα σαν να φοβόμουνα μην το λεηλατήσουνε κι αυτό.

Όταν μου τηλεφώνησε ο Σαλβατόρε για να μου πει ότι έρχεται, εγώ ένιωθα ήδη ότι είχα αρχίσει να ανασυγκροτώ την ισορροπία μου, πολλές φορές μάλιστα ένιωθα πάλι αισιόδοξη. Κι όπως τον άκουγα να μιλάει με την βαριά του προφορά κι έκανα προσπάθεια για να τον παρακολουθήσω, πώς μου ήρθε και του είπα για την Πέτρα.

«Ζωγραφίζω έναν πίνακα», του είπα. «Για εμάς. Εμάς τους σχοινοβάτες. Έκανα και την Πέτρα με την μηχανή της στην σκηνή. Να μας παρακολουθεί και να συμμετέχει συνάμα στο έργο που παίζουμε. Ανυπομονώ να τον δεις».



«Καλά, είσαι φοβερή!»

Άκουσα τη φωνή του Χριστόφορου και τινάχτηκα. Δεν τον είχα ακούσει που μπήκε στο πλυσταριό και με κοίταζε.

«Ξέρεις πώς ζωγράφιζες; Πρώτη φορά σε είδα έτσι. Σαν να μίλαγες με τις φιγούρες σου και να τσακωνόσαστε μάλιστα. Ξέρεις πώς έκανες; Έκανες γκριμάτσες, χειρονομίες. Τα βρήκατε, όμως, τελικά; Έτσι κατάλαβα από την έκφραση που πήρες».

Καιρό είχα να τον δω να γελάει έτσι ξέγνοιαστος. Μπήκαμε μαζί στην κουζίνα κι εκείνος έκανε έφοδο στο ψυγείο.

«Θα μου δώσεις άδεια με διανυκτέρευση γι' απόψε το βράδυ;» με ρώτησε μπουκωμένος, ούτε που πρόλαβα να δω τι έφαγε.

«Τι άδεια; Δεν έχεις φροντιστήριο;»

«Μετά το φροντιστήριο εννοώ, κι αν θυμάσαι σήμερα είναι Παρασκευή, άρα αύριο είναι Σάββατο και δεν έχω σχολείο». Ξαφνικά πετάχτηκε επάνω. «Έδωσες τ' αντιβιοτικό στη Ροζίνα; Αμάν βρε Στέλλα, δεν είναι να σου έχει κανείς εμπιστοσύνη αυτόν τον καιρό…»

Η Ροζίνα είχε εξαφανιστεί τη μέρα μετά τη σύλληψη του Άρη. Κι όταν πιστέψαμε πια ότι χάθηκε οριστικά, τη βρήκαμε ένα πρωί να νιαουρίζει μισοπεθαμένη έξω από την πόρτα της κουζίνας. Ήτανε μες στα αίματα και το ένα πόδι της σπασμένο. Ο Χριστόφορος έκανε σαν τρελός, «κάποιος την κτύπησε», έλεγε. «Αν τον βρω θα τον σκοτώσω». Ήταν τόσο ταραγμένος που δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, όσο κι αν μ' απασχολούσε το οικονομικό ζήτημα, του έδωσα τα χρήματα που χρειάστηκαν για την εγχείρηση της Ροζίνας. Και τώρα την είχαμε μέσα στο σπίτι, για ν' αναρρώσει αλλά και να μπορούμε να της δίνουμε τα φάρμακα της.

«Έλα, ηρέμησε πια με την Ροζίνα. Της το έδωσα το φάρμακο, γιατί να μην της το δώσω;»

Οι σχοινοβάτες [Τρίτο μέρος]

[Το βιβλίο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2002 από τις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Το καλοκαίρι του 2013, ζήτησα να λυθεί η μεταξύ μας σύμβαση και να μού επιστραφούν τα δικαιώματα του βιβλίου. Υπ' αυτήν την έννοια, επιτρέπεται η αναδημοσίευση του με τον όρο να αναφέρεται η πηγή]






Μέρος τρίτο

1. Το μυστικό αρχείο

Το αρχείο, όμως, δεν το άνοιξα ούτε την άλλη μέρα. Σαν να μην ήμουν έτοιμη να αποκαλύψω εγώ αυτό που κρύβανε απ’ όλους μας τόσα χρόνια, να πάρω τέτοια ευθύνη. Ο Σαλβατόρε με κοίταζε να μπαινοβγαίνω στο δωμάτιο με τον υπολογιστή, το δωμάτιο που δούλευα τις μεταφράσεις μου. Δε μου έκανε ούτε μια ερώτηση και τον ευγνωμονούσα που ήταν έτσι διακριτικός κι ας έβλεπα πόσο απασχολούσε κι αυτόν το θέμα του βιβλίου που, τόσες ώρες μετά, συνέχιζε να είναι ένα μυστικό αρχείο.

«Μου λείπει ο χρόνος», του είπα μόνη μου κάποια στιγμή. «Χρειάζομαι πολύ χρόνο για κάτι τέτοιο και δεν τον έχω. Σε λίγο θα πρέπει να φύγω για το νοσοκομείο».

«Μην δικαιολογείσαι. Δική σου απόφαση είναι αυτή, κανείς δεν πρόκειται να σε πιέσει. Ούτε ο Άρης. Εκείνος έκανε το πρώτο βήμα μιλώντας για το βιβλίο. Τώρα το ξέρει πως πρέπει να περιμένει μέχρι ν’ αντιδράσουμε κι εμείς οι υπόλοιποι».

Δεν τον πίστεψα, νόμιζα ότι ήθελε να με καθησυχάσει, το έβλεπε πόσο με βασάνιζε η προσπάθεια να πάρω μια απόφαση. Στο δρόμο για το νοσοκομείο, σκεφτόμουνα πως, κανονικά, σήμερα δε θα μας αρκούσε ολόκληρη η μέρα με τόσα που θα έπρεπε να πούμε αν είχα ανοίξει το αρχείο. Ένιωθα άσχημα, λίγο πριν μπω στο θάλαμο σκέφτηκα να κάνω μεταβολή και να γυρίσω πίσω, να πάω σπίτι και να δοκιμάσω να το ανοίξω, με αναστάτωνε η σκέψη ότι ο Άρης θα πίστευε ότι το είχα ήδη κάνει κι εγώ θα έπρεπε να δικαιολογούμαι για τη στάση μου. Ο Άρης, όμως, δεν είπε λέξη για το αρχείο όταν με είδε, κούνησε μονάχα το κεφάλι του όταν του είπα εγώ ότι δεν πρόλαβα να το ανοίξω. Χαμογελούσε και φαινόταν πολύ ήρεμος.

Περνούσε έπειτα η ώρα κι εγώ αναρωτιόμουνα αν θ’ αποφάσιζε να μιλήσει ξανά για το βιβλίο, για όλα αυτά τα ερωτήματα που είχανε σωρευτεί μέσα από τις ατελείωτες ημέρες της σιωπής του. Εκείνος με ρώτησε, όμως, για το Σαλβατόρε -τον είχε δει ήδη μια φορά, ένα ακόμα από τα θαύματα του Κλεάνθη, να δεχτεί ο Άρης αλλοδαπό επισκέπτη που δεν ήταν καν συγγενής του- με ρώτησε για τη Στέλλα, για τον καινούργιο συνεργάτη στο γραφείο, θέματα ανώδυνα, μεγάλες σιωπές ανάμεσά τους, σαν να ‘πρεπε με κάθε τρόπο να μείνει κι άλλο στο σκοτάδι η ιστορία του βιβλίου.

«Πώς αρχίσατε; Για το βιβλίο που γράφατε με τον Κώστα, εννοώ. Η Στέλλα μου είχε πει ότι αρχίσατε μετά που γύρισες απ' το στρατό».

Είχε μόλις τελειώσει η επίσκεψη των γιατρών κι είχα ξαναγυρίσει στο δωμάτιο, όταν αποφάσισα να τον ρωτήσω εγώ. Καθόμουνα στην άκρη του κρεβατιού, στα πόδια του, και προσπαθούσα να πιάνω όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο.

«Έτσι σου είπε η Στέλλα;» με ρώτησε εκείνος και γέλασε σιγανά. «Η Στέλλα είχε πάντα μια τάση να αγνοεί τους χρόνους που διαδραματίζονται τα γεγονότα. Δε θυμάσαι και στην Ιταλία τι μπερδέματα έκανε; Θυμάσαι εκείνη τη φορά που αναρωτιότανε πώς είναι δυνατόν να μην γνωρίζει η αστυνομία τους απαγωγείς του Μόρο, αφού οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πηγαίνανε νόμιμα στα εργοστάσια και μίλαγαν στους εργάτες κάτω από τα πανό τους; Είχε μπερδέψει τα γεγονότα μιας σχεδόν 10ετίας, από τότε που οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν νόμιμη οργάνωση. Δεν το πιστεύαμε που την ακούγαμε, θυμάσαι;»

Μου φάνηκε ότι προσπαθούσε ν' αποφύγει τη συζήτηση και δεν ήθελα να επιμείνω. Απέφευγα και να κοιτάζω για να μην δείξω την αδημονία μου. Σκεφτόμουνα να πιάσω να καθαρίσω το κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι του, όταν τον άκουσα πάλι να μιλάει.