Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Ψυχιατρική και Δίκαιο, του Θ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ



Μια «ιερή συμμαχία» για τον  κοινωνικό έλεγχο
(΄Η, ο σεβασμός και η κατοχύρωση των δικαιωμάτων ως αναπόσπαστο στοιχείο μιας Ψυχιατρικής που θέλει να λέγεται «θεραπευτική»)

Σκοπός του παρόντος είναι η ανάδειξη μιας σειράς από ζητήματα που αφορούν στο περιεχόμενο και στην εφαρμογή των νόμων που ρυθμίζουν (ή σχετίζονται με) τη λειτουργία της Ψυχιατρικής (όπως αυτά προκύπτουν στην καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών ψυχικής υγείας), καθώς και η διαπραγμάτευση ορισμένων προβληματισμών και προτάσεων για την αλλαγή, ή την εφαρμογή, αυτών των νόμων. Αυτοί οι προβληματισμοί και οι προτάσεις, στο μεγαλύτερό τους μέρος και με τη μια ή την άλλη μορφή, έχουν διατυπωθεί από πολλούς στο παρελθόν. Η αναπαραγωγή, ωστόσο, των συνθηκών που (πίσω από την πρόσοψη εικόνων «βελτίωσης») διαιωνίζουν, στο χώρο της ψυχικής υγείας, την απανθρωποποίηση και την αντιθεραπευτικότητα πρακτικών και διαδικασιών, θέτει επιτακτικά το αίτημα για το άνοιγμα μιας ουσιαστικής συζήτησης γύρο απ΄ αυτά τα ζητήματα. Μιας συζήτησης που δεν θα έχει ακαδημαϊκό χαρακτήρα, που δεν θα είναι ξεκομμένη από τη μίζερη, καθημερινή πραγματικότητα των υπηρεσιών, αλλά θ΄ αποτελεί στιγμή μιας διαδικασίας διεκδίκησης για όρους λειτουργίας που σέβονται ανάγκες και δικαιώματα (των ψυχικά πασχόντων), επαγγελματική αξιοπρέπεια και θεραπευτικό ρόλο (των λειτουργών).
Γιατί η σχέση της Ψυχιατρικής με το Δίκαιο δεν έχει το χαρακτήρα μιας εξωτερικής, απλώς, ρύθμισης, αλλά συγκροτείται ως συστατικό της στοιχείο – ένα στοιχείο που εκφράζει τη δομικού χαρακτήρα αντίφαση που τη διατρέχει και τη συνιστά.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Τρελοί για λύσιμο. Η Κόλαση τελειώνει Κυριακή



Matti da slegare. L’inferno finisce di domenica

Τρελοί για λύσιμο. Η Κόλαση τελειώνει Κυριακή

Μέχρι τις 31 Μαρτίου τα έξι δικαστικά ψυχιατρικά νοσοκομεία ('Opg - Ospedale psichiatrico giudiziario) της Ιταλίας θα πρέπει να κλείσουν βάση του νόμου. Αλλά δεν θα είναι απλό.
Πήγαμε να επισκεφθούμε το Opg της Barcellona, στην Pozzo di Gotto, όπου ο κατά συρροή δολοφόνος ζει δίπλα με κάποιον που έσπασε μια τηλεόραση.
Ανάμεσα σ΄ ελπίδες και αγωνίες, οι αφηγήσεις των εγκλείστων.

του  Adriano Sofri*


BARCELLONA, POZZO DI GOTTO (Messina): Πλησιάζουμε στην Τρίτη Πτέρυγα και κάποιος φωνάζει, πρώτα στον διευθυντή, στη συνέχεια, σε όλους μας: “Μου αξίζει αυτό; Δεν μου αξίζει! Δεν μου αξίζει! “. Έχουμε ήδη επισκεφθεί το πρώτο τμήμα κι ο διευθυντής μας προειδοποίησε: "Μετά το τρίτο είναι πιο δύσκολα." Πρόκειται για το παλιό Τμήμα Διεγερτικών. Δεν θα υπάρξει καμιά απερίσκεπτη πράξη, μόνο πρόσωπα και χειρονομίες που μαρτυρούν ευγένεια, άγχος, λύπη. Υπάρχει ένας νεαρός κλεισμένος, μ΄ αυτόν πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, μας προειδοποιούν - είναι ο ίδιος που χτύπησε την θωρακισμένη πόρτα του κελιού του πίσω από τα ήδη κλειστά κάγκελα. Τα άλλα δωμάτια είναι ανοιχτά, μεγάλα ευρύχωρα και φωτεινά, έξι άτομα, καμιά κουκέτα. Μερικά κοιμούνται σε ράντζα: λιγότεροι από εκείνους που θα βρείτε, οποιαδήποτε στιγμή, σε μια φυλακή "κανονική". Έχουν περάσει οι δίσκοι τροφίμων, που έφεραν δύο νεαρές εγκάρδιες κοπέλες (απ' το προσωπικό). Οι έγκλειστοι (έτσι τους ονομάζουν)  με συντομία μιλούν για τον εαυτό τους, πρέπει να έχουν συνηθίσει στους επισκέπτες κι έμαθαν να χρησιμοποιούν το λεπτό που μπορεί κανείς να τους ‘αγγίξει’ .  Έρχονται σαν να πηγαίνουν σε ζωολογικό κήπο”.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Εισαγωγή στην Κριτική Εγκληματολογία



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Ο όρος Κριτική Εγκληματολογία αναφέρεται σε μια ειδικότερη τάση των σύγχρονων κριτικών προσεγγίσεων στο χώρο της Εγκληματολογίας, η οποία μελέτησε το εγκληματικό φαινόμενο με σημείο αναφοράς τη μαρξιστική θεωρία.[1]
Γέννημα των "ταραγμένων" χρόνων της ευρύτερης δεκαετίας του '60, η Κριτική Εγκληματολογία εμφανίζεται αρχικά στις αγγλόφωνες χώρες (Αγγλία και ΗΠΑ) και για αρκετά χρόνια αναζητά τη φυσιογνωμία της στο περιθώριο όχι μόνον της "ακαδημαϊκής" εγκληματολογίας αλλά και της επίσημης αριστεράς, ιδιαίτερα απρόθυμης να υιοθετήσει αυτό το "εγκώμιο της διαφορετικότητας" (Taylor Ι. P.Walton, J.Young, 1975a), στο οποίο είχαν οδηγηθεί οι αρχικές προσπάθειες των κριτικών εγκληματολόγων να επαναπροσδιορίσουν την έννοια του εγκλήματος και τη λειτουργική αποστολή των τιμωρητικών συστημάτων. Ταυτόχρονα, αυτή η "στρατευμένη" εγκληματολογία,[2] όπως ήταν αναμενόμενο, αντιμετώπισε σοβαρότατα προβλήματα αποδοχής και μια κρίση αξιοπιστίας στο πλαίσιο της ίδιας της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ο επιμελητής του συλλογικού τόμου Radical Criminology, J.Inciardi (Inciardi, J. 1980), αναφέρει ότι η Κριτική Εγκληματολογία χαρακτηρίστηκε ως «ιστορικά αφελής», «εμπειρικά επιπόλαιη», «ακαδημαϊκά χρεοκοπημένη» κλπ., ενώ και ο D.Melossi αναφέρεται στον καταιγισμό επιθέσεων που δέχτηκε η κριτική εγκληματολογία, και όχι πάντα με όρους ακαδημαϊκής δεοντολογίας (D.Melossi, 1983: 447-8). Από τα πιο σημαντικά, όμως, κείμενα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, είναι το άρθρο του T.Platt (T.Platt, 1975), ο οποίος αναφέρεται ειδικότερα στο θέμα της «ακαδημαϊκής καταστολής» στις ΗΠΑ, η οποία κορυφώθηκε με το κλείσιμο της σχολής εγκληματολογίας του Παν/μίου του Berkeley.
Οι πρακτικές συνέπειες αυτών των προβλημάτων εκδηλώθηκαν στο επίπεδο της επικοινωνίας, τόσο μεταξύ των εκπροσώπων της κριτικής εγκληματολογίας, όσο και με το ευρύτερο επιστημονικό κοινό. Όπως επισημαίνει και πάλι ο J.Inciardi, για πολλά χρόνια τα γνωστά εγκληματολογικά περιοδικά ήσαν κλειστά για τους εκπροσώπους της κριτικής εγκληματολογίας.
         Σ' ένα πρώτο επίπεδο, λοιπόν, το πλαίσιο στο οποίο εκδηλώθηκε αυτό που ορίστηκε ως κρίση της κριτικής εγκληματολογίας διαμορφώθηκε κυρίως από τα προβλήματα αποδοχής αυτού του ρεύματος σκέψης, το οποίο συνδιαλεγόμενο με τα κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής που γεννήθηκε, δεν κατάφερε πάντα να αποφύγει τον κίνδυνο διολίσθησης σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Εγκληματολογία «καταγγελίας», «διαμαρτυρίας».

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Πανελλαδικές εξετάσεις vs εκπαιδευτικής διαδικασίας



Ποιος φταίει που έχουμε πειστεί και, κυρίως, έχουμε πείσει τα παιδιά μας ότι από τις πανελλήνιες εξετάσεις εξαρτάται το μέλλον τους;
Ποιος φταίει που, εδώ και δεκαετίες, οι δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου ήταν το πρόσχημα και η προετοιμασία για τον «ύψιστο στόχο» γινόταν στα φροντιστήρια ή με ιδιωτικά μαθήματα, τουτέστιν τρέφοντας και συντηρώντας την παραπαιδεία, ένα σύστημα που απαξιώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον ρόλο του Καθηγητή και την εκπαίδευση στο φυσικό της χώρο, στο σχολειό;
Ποιος συντηρεί λοιπόν με τέτοιους όρους τον μύθο του «ύψιστου στόχου» τόσα χρόνια, αυτονομώντας τον από την ουσιαστική εκπαιδευτική διαδικασία;
Ποιος έστρωσε λοιπόν το έδαφος στο οποίο πατάει τώρα η κυβέρνηση για να μιλάει για έκτακτη ανάγκη, παραβιάζοντας κατάφωρα το σύνταγμα και κάθε έννοια νομιμότητας; Η τρόικα, τα μνημόνια, ενώ η κοινωνία, όλοι μας βρισκόμαστε στο απυρόβλητο;
Κι ακόμα –αφήνοντας για μια στιγμή στην άκρη την, γνωστή εξάλλου κυβέρνηση και τις πρακτικές της-, ποιος φταίει κι από πού ξεφύτρωσαν αυτοί οι ανεκδιήγητοι εθελοντές που αυτοπροτείνονται για απεργοσπάστες προκειμένου να διεξαχθούν ομαλά οι εξετάσεις, ως εάν η μη διεξαγωγή τους να ισοδυναμούσε με φυσική καταστροφή;

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της παρέκκλισης και του εγκλήματος



Κάθε συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον παράγει μία ορισμένη «γνώση» του εγκληματία, η οποία διαχέεται σε διαφορετικές μορφές του λόγου, από τον επιστημονικό λόγο ως τις εφημερίδες, από τα τηλεοπτικά μέσα ως τις μυθοπλαστικές αφηγήσεις. Oι αναπαραστάσεις αυτού του είδους διαδραματίζουν, μεταξύ άλλων, ένα ρόλο μέσα στην κοινωνία ο οποίος συνίσταται στον προσανατολισμό της δημόσιας ηθικής (Melossi, 1999: 24)



Κλασική Σχολή της Εγκληματολογίας




Η Εγκληματολογία ως αυτόνομη επιστήμη εμφανίζεται στα κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Συμβατική χρονολογία γέννησής της θεωρείται το 1876, όταν ο Ιταλός γιατρός Cesare Lombroso εξέδωσε το διάσημο σύγγραμμά του Ο εγκληματίας άνθρωπος (Luomo delinquente), στο οποίο διατύπωνε τη θεωρία του περί του εκ γενετής εγκληματία.

Πριν περάσουμε, όμως, στον Ιταλικό Θετικισμό, θα πρέπει να αναφερθούμε στην προγενέστερη Κλασική Σχολή, γέννημα των επαναστατικών αλλαγών τις οποίες επέφερε στη δομή των τιμωρητικών συστημάτων η επίδραση των Διαφωτιστών (Beccaria, 1738-1794, Bentham 1748-1832), όταν  καταγγέλλονται τα βασανιστήρια και η απάνθρωπη μεταχείριση των εγκληματιών, τόσο κατά την ανακριτική διαδικασία (βασανισμός προκειμένου να αποσπασθεί η ομολογία του κατηγορούμενου και να αποδεχθεί την κατηγορία), όσο και στο επίπεδο της εκτέλεσης της ποινής. Στο πλαίσιο αυτού του βάρβαρου και αυθαίρετου τιμωρητικού συστήματος, ο έλεγχος του σώματος (η πρόκληση σωματικού πόνου) ήταν καθοριστικής σημασίας, ενώ τόσο  η ποινική διαδικασία, όσο και η δικαστική απόφαση χαρακτηριζόταν από έναν απόλυτο βαθμό αυθαιρεσίας και αδιαφάνειας: Η γνώση ήταν αποκλειστικό δικαίωμα της δίωξης, με βάση την αρχή  ότι, σχετικά με τα ποινικά ζητήματα, η εδραίωση της αλήθειας ήταν αποκλειστικό δικαίωμα και στην απόλυτη εξουσία του βασιλιά και των δικαστών του.



Όλα θα διεξαχθούν με τον επιμελέστερο και τον μυστικότερο δυνατό τρόπο» (Από Γαλλικό διάταγμα του 1498, Φουκώ, 1976/1989: 51)