Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Το κράτος σφίγγει τον κλοιό γύρω από την κατάληψη της Υφανέτ


Χθεσινά γεγονότα δείχνουν ότι το κράτος σφίγγει τον κλοιό γύρω από την κατάληψη της Υφανέτ. Αυτή είναι μια επικίνδυνη επίταση της κατασταλτικής στρατηγικής του. 






κατάληψη Υφανέτ:
Πορεία αλληλεγγύης στις καταλήψεις, 18/3, 18:00 
Πλ. Αγ. Θεράποντα, Κ. Τούμπα, Θεσσαλονίκη

"Οι καταλήψεις είναι κομμάτι των κοινωνικών αγώνων και ως τέτοιο θα τις υπερασπιστούμε
Όποιος και όποια αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν κομμάτι των καταπιεσμένων αυτού του κόσμου και θέλει να παλέψει για έναν κόσμο ελεύθερο, ένα κόσμο ισότητας και αλληλεγγύης είναι υποχρεωμένος να υπερασπίζεται τις δομές του αγώνα και τις υποδομές που του δίνουν το χώρο και το χρόνο για να αγωνιστεί. Ο αγώνας υπεράσπισης της δυνατότητάς μας να αντιστεκόμαστε είναι ο σημαντικότερος. Οι επιθέσεις στις καταλήψεις δεν είναι επιθέσεις στον αντιεξουσιαστικό χώρο και μόνο, αλλά επιθέσεις σε όποιον σηκώνει κεφάλι, στον καθένα που αγωνίζεται. Σειρά μετά τις καταλήψεις έχουν στέκια και κοινωνικοί χώροι που προτάσσουν ένα μέλλον χωρίς εκμετάλλευση, οι δημόσιοι χώροι, κάθε σημείο αντίστασης, κάθε αγώνας για μια ζωή με αξιοπρέπεια.
Οι καταλήψεις είναι για μας οι χώροι μέσα στους οποίους διαμορφωθήκαμε πολιτικά, είναι τα σημεία που συζητήσαμε για την ζωή μας και για το πώς θα μπορέσουμε να την αλλάξουμε συλλογικά, είναι εκεί που συμφωνήσαμε και διαφωνήσαμε για τους τρόπους δράσης μας, είναι οι πρώτες μας πραγματικά συντροφικές κουζίνες, είναι χαρές και λύπες, είναι στιγμές ενθουσιασμού μα και απογοητεύσεων, τις οποίες συλλογικά ξεπεράσαμε, είναι τα παιχνίδια, οι έρωτες, οι αυτομορφώσεις, η πραγματική επικοινωνία, είναι οι εκδηλώσεις και οι συναυλίες, είναι τα μέρη στα οποία μάθαμε να διασκεδάζουμε μακριά από τη λογική του εμπορεύματος, μα πάνω απ’όλα είναι τα μέρη που στεγάζουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας"


Φάμπρικα Υφανέτ, χρονικό





Ποιός υπερασπίζεται το « queer » παιδί; της Beatriz Preciado



η επισήμανση και η μετάφραση του κειμένου 
έγινε από τον Μπεν Μάτσα 



Οι Καθολικοί, οι εβραίοι και οι μουσουλμάνοι φονταμενταλιστές, οι ακομπλεξάριστοι κοπεϊστές[2], οι οιδιπόδειοι ψυχαναλυτές, οι νατουραλιστές σοσιαλιστές τύπου Ζοσπάν, οι ετεροκανονιστικοί αριστεριστές και το ολοένα μεγαλύτερο κοπάδι από αντιδραστικούς μοδάτους, συμφωνήσαν μεταξύ τους αυτήν την Κυριακή να κάνουν το δικαίωμα του παιδιού να’ χει έναν πατέρα και μία μητέρα, το κεντρικό τους επιχείρημα που δικαιολογεί τον περιορισμό των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων. Είναι η μέρα της εξόδου τους, το γιγαντιαίο εθνικό άουτινγκ [outing] των ετεροκρατών. Αυτοί προασπίζουν μια φυσιοκρατική και θρησκευτική ιδεολογία, που τις αρχές της τις γνωρίζουμε. Η ετεροφυλοφιλική τους ηγεμονία πάντα βασιζόταν στο δικαίωμά τους να καταπιέζουν τις μειονότητες, τις σεξουαλικές και του φύλου [genre]. Είμαστε συνηθισμένες να τους βλέπουμε να κραδαίνουν ένα τσεκούρι. Προβληματικό είναι που αναγκάζουν τα παιδιά να κρατάνε κι αυτά το πατριαρχικό αυτό τσεκούρι.

Το παιδί που η Φριζίντ Μπαρζώ[3] φιλοδοξεί να προστατεύσει, δεν είναι υπαρκτό. Οι υπερασπιστές της παιδικής ηλικίας και της οικογένειας επικαλούνται την πολιτική φιγούρα ενός παιδιού που οι ίδιοι κατασκευάζουν, παιδί που το προϋποθέτουν ετεροφυλόφιλο και γένους ορθού και σύμφωνου με τις νόρμες. Παιδί από το οποίο στερούμε κάθε δύναμη αντίστασης, κάθε δυνατότητα να κάνει μία ελεύθερη και συλλογική χρήση του σώματός του, των οργάνων του και των σεξουαλικών υγρών του. Η παιδική αυτή ηλικία που φιλοδοξούν να προστατεύσουν, απαιτεί τρόμο, καταπίεση και θάνατο.

Η ηγερία/μούσα τους, η Φριζίντ Μπαρζώ, επωφελείται από το γεγονός ότι είναι αδύνατο για ένα παιδί να επαναστατήσει πολιτικά, κόντρα στο λόγο των ενηλίκων. Το παιδί είναι πάντα ένα σώμα που δεν του αναγνωρίζουμε το δικαίωμα διακυβέρνησης. Επιτρέψτε μου να επινοήσω αναδρομικά μια σκηνή εκφοράς του λόγου, να έχω ένα δικαίωμα απάντησης εν ονόματι του κυβερνώμενου παιδιού που ήμουν, να υπεραμυνθώ μιας άλλης μορφής διακυβέρνησης αυτών των παιδιών που δεν είναι σαν τα άλλα.

Ήμουν κάποτε το παιδί που η Φριζίντ Μπαρζώ υπερηφανεύεται για την προστασία του. Και σήμερα εξεγείρομαι εν ονόματι των παιδιών που αυτός ο σφαλερός λόγος θέλει να προφυλάξει. Ποιός υπερασπίζεται τα δικαιώματα του διαφορετικού παιδιού; Τα δικαιώματα του μικρού αγοριού που του αρέσει να φοράει ροζ ρούχα; Το κοριτσάκι που ονειρεύεται να παντρευτεί την καλύτερή του φίλη; Τα δικαιώματα του queer παιδιού, που’ ναι αδερφή, λεσβία[4], διαφυλικό ή τρανς; Ποιός υπερασπίζεται τα δικαιώματα του παιδιού ν’αλλάξει φύλο, αν το επιθυμεί; Τα δικαιώματα του παιδιού στον ελεύθερο αυτοκαθορισμό φύλου και σεξουαλικότητας; Ποιός υπερασπίζεται τα δικαιώματα του παιδιού να μεγαλώσει σ’έναν κόσμο χωρίς βία ούτε σεξουαλική ούτε έμφυλη [de genre];

Ο πανταχού παρών λόγος της Φριζίντ Μπαρζώ και των προστατών των « δικαιωμάτων των παιδιών να έχουν έναν πατέρα και μία μητέρα » με επαναφέρει στη γλώσσα του εθνικού Καθολικισμού της παιδικής μου ηλικίας. Γεννήθηκα στη Ισπανία του Φράνκο, όπου μεγάλωσα σε μια ετεροφυλοφιλική δεξιά Καθολική οικογένεια. Μια παραδειγματική οικογένεια, που οι κοπεϊστές θα μπορούσαν να την κάνουν έμβλημα ηθικής αρετής. Είχα έναν πατέρα και μια μητέρα. Εκπλήρωσαν επιμελώς το ρόλο τους ως οικιακοί εγγυητές της ετεροφυλοφιλικής τάξης πραγμάτων.

Στους σημερινούς γαλλικούς λόγους κατά του γάμου και της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής για όλους, αναγνωρίζω τις ιδέες και τα επιχειρήματα του πατέρα μου. Εντός της μυχιότητας της οικογενειακής εστίας, αυτός ανέπτυσσε μια συλλογιστική που επικαλείτο τη φύση και τον ηθικό νόμο, προκειμένου να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό, τη βία μέχρι και τη θανάτωση των ομοφυλοφίλων, των τραβεστί και των διαφυλικών. Ξεκινούσε από το, « ένας άντρας οφείλει να είναι άντρας και μια γυναίκα να είναι γυναίκα, όπως το θέλησε ο Θεός », συνέχιζε με το « κατά φύσιν είναι η ένωση ενός άντρα και μιας γυναίκας, γι’αυτό οι ομοφυλόφιλοι δε μπορούν να κάνουν παιδιά », μέχρι το συμπέρασμα, αμείλικτο, « αν το παιδί μου είναι ομοφυλόφιλο, προτιμώ να το σκοτώσω ». Κι αυτό το παιδί ήμουν εγώ.

Το παιδί για προστασία της Φριζίντ Μπαρζώ είναι αποτέλεσμα ενός τρομερού παιδαγωγικού διατακτικού μηχανισμού [dispositif][5], ο τόπος στον οποίο προβάλλονται όλες οι φαντασιώσεις, το άλλοθι το οποίο επιτρέπει στον ενήλικο να φυσικοποιεί τη νόρμα. Η βιοπολιτική είναι ζωοτόκος και παιδοφιλική. Απ’αυτήν εξαρτάται η εθνική αναπαραγωγή. Το παιδί είναι βιοπολιτικό τεχνητό κατασκεύασμα, το οποίο εγγυάται την εξομάλυνση του ενηλίκου. Η αστυνομία του φύλου [genre] επιτηρεί την κούνια των ζώντων που’ναι να γεννηθούν, για να τους μετατρέψει σε ετεροφυλόφιλους ενήλικες. Η νόρμα κάνει το γύρο της γύρω από τρυφερά σώματα. Αν δεν είσαι ετεροφυλόφιλος, ο θάνατος σε περιμένει. Η αστυνομία του φύλου [genre] απαιτεί διαφορετικές ιδιότητες για το αγοράκι και για το κοριτσάκι. Διαμορφώνει τα σώματα ώστε να σχεδιάσει συμπληρωματικά σεξουαλικά όργανα. Προετοιμάζει την αναπαραγωγή, από το σχολείο μέχρι το κοινοβούλιο και την καθιστά βιομηχανική. Το παιδί που η Φριζίντ Μπαρζώ επιθυμεί να προστατέψει είναι δημιούργημα μιας δεσποτικής μηχανής. Ένας κοπεϊστής σε μικρογραφία που κάνει εκστρατεία υπέρ του θανάτου εν ονόματι της προστασίας της ζωής.

Θυμάμαι την ημέρα που στο σχολείο μου καλογραιών, τις Αδελφές Ιεραποστόλους της Ιεράς Καρδίας του Ιησού, η μητέρα Πιλάρ μας ζήτησε να σχεδιάσουμε τη μελλοντική μας οικογένεια. Ήμουν 7 ετών. Σχεδίασα τον εαυτό μου παντρεμένη με την καλύτερή μου φίλη, τη Μάρθα, τρία παιδιά και περισσότερα από ένα σκυλιά και γατιά. Είχα ήδη φανταστεί μια σεξουαλική ουτοπία, στην οποία υπήρχε ο γάμος για όλους, η υιοθεσία, η Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή… Μερικές μέρες αργότερα το σχολείο απέστειλε επιστολή στο σπίτι, συμβουλεύοντας τους γονείς μου να με πάνε να δω ψυχίατρο, για να ρυθμιστεί το συντομότερο δυνατό ένα πρόβλημα σεξουαλικής ταύτισης. Πλείστα αντίποινα ακολούθησαν αυτήν την επίσκεψη. Η περιφρόνηση κι η απόρριψη του πατέρα μου, η ντροπή κι η ενοχή της μάνας μου. Στο σχολείο διαδόθηκαν ψίθυροι πως ήμουν λεσβία. Μια διαδήλωση κοπεϊστών και φριζίντ-μπαρζωτικών οργανωνόταν καθημερινά μπροστά απ΄την τάξη μου. « Βρωμολεσβία, λέγανε, θα σε βιάσουμε για να μάθεις να πηδιέσαι όπως το θέλει ο Θεός ». Είχα έναν πατέρα και μια μάνα, κι όμως αυτοί ήταν ανήμποροι να με προστατέψουν απ’την καταστολή, τον αποκλεισμό, τη βία. Αυτό που προστάτευαν ο πατέρας κι η μητέρα μου δεν ήταν τα δικαιώματά μου ως παιδιού, αλλά οι σεξουαλικές νόρμες και οι νόρμες του φύλου, που τους τις είχαν εμφυσήσει μέσα στον πόνο, μέσα από ένα εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα το οποίο τιμωρούσε κάθε μορφή διαφωνούσας παρέκκλισης δια της απειλής, του εκφοβισμού, του κολασμού και του θανάτου. Είχα έναν πατέρα και μία μάνα, όμως κανείς από τους δύο δε στάθηκε ικανός να προστατέψει το δικαίωμά μου στον ελεύθερο αυτοκαθορισμό του φύλου και της σεξουαλικότητας.

Έφυγα μακριά απ’αυτόν τον πατέρα κι αυτήν τη μητέρα, που η Φριζίντ Μπαρζώ απαιτεί για μένα, η επιβίωσή μου εξαρτιόταν απ’αυτό. Έτσι, παρά το ότι είχα έναν πατέρα και μια μητέρα, η ιδεολογία της σεξουαλικής διαφοράς και της κανονιστικής ετεροφυλοφιλίας μου τους κατάσχεσε. Ο πατέρας μου υποβιβάστηκε στο ρόλο του κατασταλτικού εκπροσώπου του νόμου του φύλου [genre]. Η μάνα μου εξέπεσε από ο,τιδήποτε θα μπορούσε να πάει πέραν της λειτουργίας της ως μήτρας, αναπαραγωγού της σεξουαλικής νόρμας. Η ιδεολογία της Φριζίντ Μπαρζώ (που τότε συναρθρωνόταν με τον Καθολικό εθνικό φρανκισμό) αποστέρησε το παιδί μου ήμουν από το δικαίωμα να έχει έναν πατέρα και μια μάνα, που θα μπορούσαν να με αγαπήσουν και να με φροντίσουν.

Μας χρειάστηκε πολύς χρόνος, συγκρούσεις και πληγές για να ξεπεράσουμε αυτήν τη βία. Όταν η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ζαπατέρο πρότεινε το 2005 το νόμο του ομοφυλοφιλικού γάμου στην Ισπανία, οι γονείς μου, πάντα πιστοί δεξιοί Καθολικοί, διαδήλωσαν υπέρ του νόμου αυτού. Ψηφίσαν τους σοσιαλιστές για πρώτη φορά στη ζωή τους. Δεν διαδήλωσαν μόνο για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά μου, αλλά και για να διεκδικήσουν το δικό τους δικαίωμα να είναι πατέρας και μητέρα ενός παιδιού που δεν είναι ετεροφυλόφιλο. Για το δικαίωμα στην πατρότητα όλων των παιδιών, ανεξαρτήτως γένους [genre], φύλου [sexe] ή σεξουαλικού προσανατολισμού. Η μάνα μου μού είπε πως χρειάστηκε να πείσει τον πατέρα μου, που ήταν πιο διστακτικός. Μού είπε, « κι εμείς έχουμε το δικαίωμα να είμαστε γονείς σου ».

Οι διαδηλωτές της 13ης Γενάρη [2013] δεν υπερασπίστηκαν το δικαίωμα των παιδιών. Υπερασπίζονται την εξουσία εκπαίδευσης των παιδιών στη σεξουαλική νόρμα και του φύλου, ως υποτιθέμενων ετεροφυλόφιλων. Παρελαύνουν για να διατηρήσουν το δικαίωμα να κάνουν διακρίσεις, να τιμωρούν και να σωφρονίζουν κάθε μορφή διαφωνούσας παρέκκλισης, αλλά και για να υπενθυμίσουν στους γονείς παιδιών που δεν είναι ετεροφυλόφιλα ότι οφείλουν να ντρέπονται γι’αυτά, να μην τα θέλουν, να τα σωφρονίζουν. Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των παιδιών να μην εκπαιδεύονται αποκλειστικά ως εργατική ή αναπαραγωγική δύναμη. Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των παιδιών να μην θεωρούνται μελλοντικοί παραγωγοί σπέρματος και μελλοντικές μήτρες. Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των παιδιών να είναι πολιτικές υποκειμενικότητες που δεν ανάγονται σε μια ταυτότητα, του γένους, του φύλου ή της φυλής.



[1] Η Teresa de Lauretis είχε αναφέρει πριν μερικά χρόνια στο Παρίσι (2007) ότι όλα τα παιδιά είναι « queer »…

[2] Ο Κοπέ είναι επικεφαλής του κόμματος της γαλλικής Δεξιάς.

[3] Εκ των πρωταγωνιστών των κινητοποιήσεων κατά του γκέι γάμου. Το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο είναι λογοπαίγνιο με το όνομα της Μπριζίτ Μπαρντό και προέρχεται κατά την ίδια από τον σύζυγό της, με παρελθόν στη γαλλική ακροδεξιά (G.U.D.). Ίσως μπορεί να μεταφραστεί ως Ψυχρή Παλαβή.

[4] Βρισιά στα γαλλικά ανάλογη με το αδερφή για τις λεσβίες.

[5] Κατά την απόδοση που προτείνει η Αφροδίτη Κουκουτσάκη την οποία κι υπερευχαριστώ για τις παρατηρήσεις και τα σχόλιά της.



Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Νεολαία και «Ηθικοί Πανικοί». Η κατασκευή του Δεκέμβρη ως επετειακού γεγονότος*


Το τελευταίο δημοσιευμένο μου άρθρο, στο συλλογικό έργο Ο δρόμος προς τη δικαιοσύνη, βασίστηκε ακριβώς στην κλασική μελέτη του Stan Cohen για τους ηθικούς πανικούς και τους λαϊκούς δαίμονες.

Καθώς κλείνουν οι κύκλοι της ζωής μας και φεύγουν οι άνθρωποι που τους σημάδεψαν, το αναδημοσιεύω ως ελάχιστο φόρο τιμής στον Stanley Cohen που έφυγε σήμερα


«Πρόκειται μάλλον για το ότι  τα εγκληματικά συμβάντα, οι ταυτότητες και τα στυλ ζωντανεύουν μέσα σ’ ένα περιβάλλον διαποτισμένο από τα ΜΜΕ και, ως εκ τούτου, εξαρχής υπάρχουν ως μια στιγμή σ’ ένα διαμεσολαβητικό σπιράλ παρουσίασης και αναπαράστασης. Τα ΜΜΕ κατασκευάζουν μάλλον τα εγκληματικά συμβάντα και τις προσλήψεις της εγκληματικότητας, παρά  αναφέρονται σ’ αυτά […] Σε κάθε περίπτωση, ως πολιτισμικοί εγκληματολόγοι μελετάμε όχι μόνον εικόνες αλλά εικόνες των εικόνων, έναν απέραντο χώρο διαμεσολαβητικών κατόπτρων» (Ferrell & Sanders, 1995: 14, “Culture, Crime and Criminology”, στο Ferrell, J. & R. Sanders (επιμ.), Cultural Criminology, Boston: Northeastern University Press)

Στο παρόν κείμενο αναφέρονται οι βασικές υποθέσεις μιας εν εξελίξει μελέτης, η οποία αφορά την κατασκευή του Δεκέμβρη του 2008 ως επετειακού γεγονότος  και τους Λόγους περί επερχόμενης κοινωνικής αταξίας και μέτρων αντιμετώπισής της οι οποίοι  συναρθρώνονται με αυτήν την κατασκευή. 
Το εμπειρικό τμήμα της μελέτης συνίσταται στην ανάλυση του λόγου των ΜΜΕ,[1] με αφετηρία την υπόθεση ότι τα ΜΜΕ συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση και παγίωση των κυρίαρχων Λόγων γύρω από τα υπό μελέτη φαινόμενα, παρέχοντας ένα ερμηνευτικό πλαίσιο  των γεγονότων τα οποία επιλέγουν να εντάξουν στο περιεχόμενό τους. Ειδικότερα, στο υλικό περιλαμβάνονται τα δημοσιεύματα τα οποία, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, προβλέπουν την έκρηξη βίαιων επεισοδίων κατά την περίοδο πριν και στη διάρκεια του  Δεκέμβρη του 2009.[2] Διερευνάται, κατά συνέπεια, κατά πόσον η συχνότητα και το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων που αναφέρονται στην επέτειο του Δεκέμβρη έχουν τα χαρακτηριστικά και τη δυναμική να πυροδοτήσουν τη δημιουργία ενός ηθικού πανικού. Κλασικές μελέτες που αφορούν την διαδικασία κατασκευής της είδησης,[3] αναλύουν τη σχέση των μέσων με τις πηγές τους από τις οποίες αντλούνται τα στοιχεία για το πληροφοριακό και ερμηνευτικό περιεχόμενο των μηνυμάτων. Αναδεικνύουν, κατά συνέπεια, τον λόγο των πηγών ως μείζονος σημασίας στοιχείο για τη διαμόρφωση του ερμηνευτικού πλαισίου των γεγονότων το οποίο παρέχει η δημοσιογραφική αφήγηση.[4] Στην παρούσα μελέτη, ήδη διαφαίνεται ο καθοριστικός ρόλος κυρίως το λόγο των φορέων θεσμικής ισχύος [υπουργείο, αστυνομικές αρχές, κυβερνητικοί παράγοντες…], ο οποίος πολύ συχνά καλύπτει αν όχι το σύνολο το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιεύματος· συντελεί, κατά συνέπεια, στην αναγνώριση της εγκυρότητα της παρεχόμενης πληροφορία αλλά, κυρίως,  στο να προσδοθεί στα προβαλλόμενα επιχειρήματα -ελλείψει σχολιασμού- η ισχύς του αυτονόητου με όρους κοινής λογικής. [5]
Η συλλογή αυτού του υλικού έχει αρχίσει από τον Αύγουστο του 2009 και σχεδιάζεται να καλύψει και την περίοδο που θα ακολουθήσει την δίκη των δυο ειδικών φρουρών που κατηγορούνται για την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Το πλέγμα των υπό διερεύνηση υποθέσεων της μελέτης συνοψίζεται ως εξής: Πρώτον, η συχνότητα και το περιεχόμενο των σχετικών δημοσιευμάτων έχουν τη δυναμική να πυροδοτήσουν τη δημιουργία ενός ηθικού πανικού (moral panic), έννοιας την οποία εισήγαγε στην κοινωνιολογική προβληματική  ο Stanley  Cohen στο κλασικό έργο του για τους ηθικούς πανικούς και τους λαϊκούς δαίμονες της 10ετίας του ’60 στην Βρετανία, τους Mods και Rockers.[6] Ειδικότερα, μέσα από την συνάρθρωση μιας αναδρομικής αφήγησης των γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του νεαρού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και της πρόβλεψης ότι αυτά πρόκειται επαναληφθούν σε συγκεκριμένες ευκαιρίες, προσδίδονται περιεχόμενα σ’ αυτό που ορίζεται ως γενικευμένη κοινωνική αγανάκτηση και ανησυχία, κατ’ επέκταση αναπαριστάται ως αυτονόητη η ανάγκη για τη λήψη  εξειδικευμένων μέτρων πρόληψης και καταστολής. Δεύτερον, μέσα από το καλλιεργούμενο κλίμα αναμονής ταραχών και τις έννοιες που επενδύονται τα μέτρα πρόληψης ή καταστολής, η αόριστη απειλή υποστασιοποιείται σταδιακά σε συγκεκριμένες δράσεις ή σε μεμονωμένα και διακριτά συμβάντα (για παράδειγμα, οι αναφορές σε επικείμενα τρομοκρατικά κτυπήματα τα οποία, στη δημοσιογραφική αφήγηση, συχνά συναρτώνται με τα γεγονότα του Δεκέμβρη). Τρίτον, η πραγματική συνθήκη [συλλαλητήρια, συνήθεις κινηματικές διαδικασίες κ.ο.κ.] αποσπάται από τα συνήθη σημασιολογικά πλαίσια και ενδύεται αρνητικές σημασίες ως εν δυνάμει συνθήκη κοινωνικής αταξίας ή ανομίας. Τέταρτον,  το υποκείμενο της βίας [παρελθούσας ή αναμενόμενης], παραμένοντας σε γενικές γραμμές ασταθές και ευμετάβολο,  παραπέμπει ωστόσο σε μια ηλικιακή κατηγορία/ δεξαμενή, επαναπροσδιορίζοντας το ιδεολογικό οπλοστάσιο που συγκροτήθηκε   αρκετές δεκαετίες πριν με άξονα την ανάδυση της κατηγορίας «Νεολαία» νοηματοδοτούμενης ως πρόβλημα που απαιτεί ειδική ενασχόληση. Τέλος και με βάση την υπόθεση ότι τα ΜΜΕ, ως φορείς άτυπης κοινωνικής αντίδρασης τείνουν, ωστόσο, να διαμορφώνουν την κοινωνική αντίδραση διαμέσου της αναπαράστασής της, θα ελεγχθεί και το θέμα της συναίνεσης σε ό, τι αφορά την νοηματοδότηση τόσο των γεγονότων όσο και των μέτρων για την αποκατάσταση της επαπειλούμενης τάξης. Το στοιχείο της συναίνεσης είναι εξάλλου από τα μείζονα ζητήματα που τίθενται στο επίσης κλασσικό έργο για τους ηθικούς πανικούς των Hall et al., Policing the crisis,[7] όπου μαζί με τις ιδιότητες της αναντιστοιχίας, της υπερβολής και του συναγερμού έμφαση δίδεται στο συναινετικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής αντίδρασης, έστω κι αν αυτή η συναίνεση είναι κατά κάποιο τρόπο υπερβολική η τεχνητή. [8]  


These phenomena must say something to us – if only we could know exactly what (Cohen, 1980: ix)

Όπως καθίσταται προφανές από τα παραπάνω, στην παρούσα μελέτη δεν προσεγγίζεται με αιτιολογικούς όρους η κατηγορία «παραστρατημένη νεολαία», όπως αναδύθηκε κυρίως στις μεταπολεμικές κοινωνίες και προφανώς δεν εξαντλήθηκε σ’ αυτές.  Ωστόσο, το πλήθος των αναλύσεων και των προγραμμάτων για την νεολαία το οποίο δρομολογήθηκε εκείνη την περίοδο, παρείχε το υλικό για την συγκρότηση ενός άλλου corpus μελετών οι οποίες αφορούν τους ίδιους του Λόγους περί «παραστρατημένης νεολαίας».[9] Αυτό ακριβώς το θεωρητικό πλαίσιο προκρίνεται ως το πλέον πρόσφορο προκειμένου να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ Λόγων περί νεολαίας και δημιουργίας ηθικών πανικών και στην προκείμενη περίπτωση. Πώς, δηλαδή, μέσα από αυτούς τους Λόγους νοηματοδοτούνται  τα φαινόμενα, συμβολοποιούνται οι πρωταγωνιστές τους ως προσωποποιήσεις μιας κοινωνικής απειλής και δρομολογούνται ηθικοί πανικοί. Υπ’ αυτό το πρίσμα, βασικό θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς αποτελούν οι βρετανικές  υποπολιτισμικές μελέτες που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1970, αρχικά στο LSE και εν συνεχεία –και κυρίως- στο Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Birmingham. [10]

Σε ό, τι αφορά την Ελλάδα, δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον αντίκτυπο του ευρύτερου κλίματος ανησυχίας για την «παραστρατημένη νεολαία». Λέει η Έφη Αβδελά στην εισαγωγή του άρθρου της «Φθοροποιοί και ανεξέλεγκτοι απασχολήσεις. Ο ηθικός πανικός για τη νεολαία στη μεταπολεμική Ελλάδα»:

[τ]ο ζήτημα της «νεανικής εγκληματικότητας» της δεκαετίας του ’50 συνιστά ένα πολύ καλό ιστορικό παράδειγμα για να παρακολουθήσει κανείς πώς η ματιά παράγει το φαινόμενο-για να μελετήσει δηλαδή τη διαμορφωτική δύναμη του λόγου. Μας επιτρέπει, με άλλα λόγια, να δούμε πώς ένα σύνολο διατυπώσεων, παρεμβάσεων και θεσμών διαμορφώνουν ένα «καθεστώς αλήθειας», δηλαδή ένα κανονιστικό πλαίσιο εξουσίας-γνώσης που ταξινομεί  αντιδράσεις και συμπεριφορές, διαχωρίζοντάς τες σε «φυσιολογικές» και «μη φυσιολογικές», αλλά συγχρόνως πώς το πλαίσιο αυτό παράγει ακριβώς το ίδιο το φαινόμενο που επιδιώκει να χειραγωγήσει, καθώς η συγκεκριμένη ομαδοποίηση και ταξινόμηση δίνουν νέα υπόσταση στα υποκείμενα στα οποία απευθύνονται, ωθώντας τα σε αντιδράσεις που τα ταυτίζουν με τις αναμενόμενες από αυτά συμπεριφορές (Αβδελά, Ε, 2005: 31,  Σύγχρονα Θέματα, τ. 90) 


Στο άρθρο της αυτό η Αβδελά αναφέρεται στην πρώτη ιστορικά εμφάνιση ηθικού πανικού για την νεολαία στην μεταπολεμική Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1950, αρχές δεκαετίας του 1960, στο οποίο συμμετείχαν ΜΜΕ, διάφοροι σχολιαστές, νομικοί, κοινό όλου του πολιτικού φάσματος. Οι «λαϊκοί σατανάδες» της περιόδου ήταν οι teddy boys, ενώ ο όρος τεντιμποϊσμός  χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει όχι μόνον την εγκληματικότητα της νεολαίας αλλά και μορφές διασκέδασης, ενδυματολογικές επιλογές και γενικά οτιδήποτε ανταποκρινόταν στο ήδη κατασκευασμένο εκτός Ελλάδας στερεότυπο του teddy boy το οποίο νοηματοδοτήθηκε συλλήβδην ως ανήθικο ή βίαιο. Η φράση ήταν, «όποιος ντύνεται σαν τεντιμπόης είναι τεντιμπόης κι ας μην το ξέρει» και στην ανάλυση της Αβδελά καταγράφεται ο κύκλος ανησυχίας, πρόληψης και εν τέλει καταστολής με την ψήφιση του Ν 4000/1959.

Ο Δεκέμβρης ως επέτειος – Η κατασκευή της απειλής

 "Όπως αναφέρουν τα Νέα, χαρακτηριστική των προθέσεων της νέας ηγεσίας του υπουργείου είναι η φράση του κ. Χρυσοχοΐδη, στη συνάντησή του με ανώτερους αξιωματικούς του αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, ότι «καμία περιοχή δεν είναι άβατο». Σύμφωνα με πληροφορίες, οι στρατηγοί της ΕΛΑΣ «κάρφωσαν» την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου, λέγοντας χαρακτηριστικά πως η εντολή που είχαν ήταν «μην κάνετε τίποτα στα Εξάρχεια, διότι θα καεί η Αθήνα». Ο κ. Μιχ. Χρυσοχοΐδης τούς διαβεβαίωσε πως θα έχουν τη στήριξή του και αμέσως τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο με τις πεζές περιπολίες, αλλά και την παρουσία διμοιριών των ΜΑΤ στην ευρύτερη περιοχή".

Από τη στιγμή που η σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα αναπλάθεται στο επίπεδο της είδησης, η αφήγηση δομείται με βάση εκείνα τα στοιχεία που θα  καταστήσουν την υπόθεση ικανή να αποσπάσει το ενδιαφέρον του κοινού και να το ενεργοποιήσει κοινοποιώντας του συγκεκριμένα μηνύματα·  η επιβεβαίωση μιας ακέραιης και καθολικής συναίνεσης την οποία απειλεί μια «διαταρακτική» παρουσία είναι από τους κεντρικούς ιδεολογικούς άξονες του δημοσιογραφικού λόγου, ως εκ τούτου αποτελεί και μια από τις κεντρικές υποθέσεις της παρούσας μελέτης.  Κατά συνέπεια, στο παραπάνω παράθεμα, όπως και σε όλα τα αποσπάσματα δημοσιευμάτων που μεταφέρονται στο παρόν κείμενο, θα πρέπει να διαχωρίσει κανείς δύο στοιχεία, καθόλου μάλιστα ευδιάκριτα: το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η είδηση και η δημοσιογραφική αφήγηση αυτού του γεγονότος.  Με άλλα λόγια, οι δημοσιογραφικές πρακτικές διαμέσου των οποίων «φιλτράρονται» τα γεγονότα και κατασκευάζεται η είδηση, παράγουν ένα μήνυμα το οποίο αναφέρεται μεν στο γεγονός αλλά μέσα από τη συγκρότηση μιας σχέσης ανάμεσα στον πομπό και στον δέκτη. Τουτέστιν, ο τρόπος (έκταση, μορφολογία…) παρουσίασης της είδησης αντανακλά αυτό που αξιολογεί ως σημαντικό ο κάθε επικοινωνιακός οργανισμός με βάση την γραμμή –την πολιτική του- και την αντίληψη που έχει για το κοινό του. Μ’ αυτή την έννοια, οι δηλώσεις του Υπουργού είναι «πραγματικές» για το κοινό που καταναλώνει το μήνυμα, στο μέτρο και στην έκταση που αναπαράγονται στο εκάστοτε δημοσίευμα. Ταυτόχρονα, και καθώς όπως ήδη αναφέρθηκε, η σχέση των ΜΜΕ με τις πηγές τους είναι κομβικής σημασίας στοιχείο στη διαδικασία κατασκευής της είδησης και της κοινοποίησης του επιθυμητού περιεχόμενου του μηνύματος, στο παραπάνω παράθεμα ο λόγος των πηγών αναπαράγει εμβληματικά μια συνθήκη «προφητείας»: η εικασία εμφανίζεται με την ισχύ της πραγματικότητας και, ως τέτοια, παράγει αποτελέσματα, όπου η φόρτιση του κλίματος μετατρέπει την πιθανότητα σε βεβαιότητα.[11]
Το πλήθος και το περιεχόμενο παρόμοιων δημοσιευμάτων ήταν στοιχεία τα οποία με προκάλεσαν να ελέγξω τη δυνατότητα εφαρμογής του μοντέλου των φυσικών καταστροφών, το οποίο χρησιμοποίησε στην έρευνά του ο Cohen, προσαρμοσμένο προφανώς στην ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης έρευνας. Ειδικότερα στο γεγονός ότι αυτή περιορίζεται στον λόγο των ΜΜΕ και, διαμέσου της δημοσιογραφικής αφήγησης, παρακολουθεί τόσο τους χρόνους των γεγονότων όσο και τους  Λόγους περί των γεγονότων στον χρόνο κατά τον οποίο παράγονται.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η εστίαση στην παρούσα φάση είναι στα παρακάτω στάδια:
-                      Προειδοποίηση, ο εντοπισμός των σημείων ενός επερχόμενου κινδύνου
-                      Απειλή, τα προειδοποιητικά σημάδια που ανασύρονται στην επιφάνεια
-                      Χτύπημα, η φάση κατά την οποία ο κίνδυνος είναι εδώ, οπότε ακολουθούν οι πρώτες αντιδράσεις στο τοπικό, μη-οργανωμένο επίπεδο
-                      Δεξαμενή εννοιολογήσεων[12] Λέξεις, έννοιες που χρησιμοποιούνται για να δώσουν μια εικόνα του ‘τι συνέβη’. Στην περίπτωσή μας, του τι πρόκειται να συμβεί ως επανάληψη παρελθόντων γεγονότων

Προφανώς η δυναμική του σχήματος δεν αποκλείει και τα επόμενα στάδια [Διάσωση, Θεραπεία, Αποκατάσταση], γιατί τα διάφορα στάδια δεν αυτονομούνται ούτε  το καθένα οδηγεί απλώς στο επόμενο. Τα στάδια αλληλοτροφοδοτούνται και η διάχυση του προβλήματος και της αντιμετώπισής του συντελείται ακριβώς μέσα από αυτή την κυκλική και ανατροφοδοτούμενη διαδικασία. Αυτό είναι που δίνει και νόημα στο μοντέλο όταν μετεγγράφεται στο πεδίο των κοινωνικών και όχι πλέον των φυσικών φαινομένων, τα οποία ούτως ή άλλως παραμένουν ανεπηρέαστα από τις μορφές  αντίδραση σ’ αυτά. Έτσι, για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια δεν θα συνιστούσαν απειλή επερχόμενου κινδύνου εάν δεν είχαν νοηματοδοτηθεί ως συνθήκη που ευνοεί την εκδήλωση έκνομων δραστηριοτήτων.  Ανασύρονται κατά συνέπεια από την δεξαμενή εννοιολογήσεων λέξεις που επαναφέρουν στη δημόσια αρένα αυτά τα νοήματα, προσδιορίζοντας μεμονωμένα και διακριτά συμβάντα ως μέρος μιας γενικευμένης απειλής ή ως  προειδοποιητικά αυτού που πρόκειται να συμβεί. Και έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς συγκροτείται ο λόγος του «δεν συνέβη τίποτα» όταν η προειδοποίηση δεν ακολουθηθεί από κτύπημα, όπου ως κανονικότητα ορίζεται το κτύπημα και όχι η απουσία του [«χωρίς επεισόδια έληξε η πορεία»]. Έτσι, μέσα από μια συνεχή φόρτιση του κλίματος η πιθανότητα τείνει να μετατραπεί σε βεβαιότητα και στο βαθμό που σημειώνονται και επεισόδια οι προειδοποιήσεις επιβεβαιώνονται.
Αυτή είναι η δυναμική του σχήματος και η αντιστοιχία με το μοντέλο των φυσικών καταστροφών  –κάτι σαν: τον Δεκέμβρη θα χιονίσει και θα κλείσουν οι δρόμοι άρα πρέπει να είναι έτοιμος ο κρατικός μηχανισμός. Η δε υπερβολή της αντίδρασης, όπως προκύπτει από τη συγκρότηση της σχέσης μεταξύ σχεδιασμού μέτρων και νοηματοδοτήσεων της συνθήκης, καταγράφεται σε αφηγήσεις όπου οι «αναμενόμενες ανεξέλεγκτες καταστάσεις» του προσεχούς Δεκέμβρη συγχέονται με λόγους περί αύξησης της κοινής εγκληματικότητας, με τους «πολέμους κατά της εγκληματικότητας» ευρύτερα.  Ως τέτοιες δε, εμφανίζονται να αποτελούν μέρος ενός συνεχούς, όπου άλλοτε η κοινωνία προειδοποιείται για επικείμενη απειλή και άλλοτε ενημερώνεται για τα μέτρα αντιμετώπισης της.
Σ’ αυτό το μάλλον ασαφές, επί του παρόντος, τοπίο, προκύπτουν  ωστόσο δύο  ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες. Η πρώτη   αφορά την ταυτότητα των υποκειμένων της απειλής.   Σε αντίθεση και με τους Mods και Rockers, τους Teddy Boys αλλά και πολλές άλλες αντίστοιχες και πολύ πιο σύγχρονες περιπτώσεις, στην προκείμενη περίπτωση  η ταυτότητα των λαϊκών δαιμόνων η οποία προσφέρεται προς κατανάλωση είναι ασταθής και ευμετάβολη, κυρίως με την έννοια ότι δύσκολα διαχωρίζεται από τη συνθήκη. Με άλλα λόγια, ο λόγος περί των υποκειμένων της απειλής δεν αντιστοιχεί σε μια ομοιογενή, στερεοτυπική ταυτότητα, η οποία προσφέρεται για κατανάλωση και η οποία, εν δυνάμει, θα μπορούσε να αποσπάσει, να αυτονομήσει τα υποκείμενα από την συνθήκη. Φαίνεται, έτσι, να είναι μάλλον η συνθήκη αυτή που παρήγαγε μέχρι τώρα και συνεχίζει να παράγει τα υποκείμενα της απειλής και όχι το αντίστροφο, δηλαδή η δράση των υποκειμένων να παράγει την συνθήκη. Είναι, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, ως εάν τα υποκείμενα να ανασύρονται μέσα από τη συνθήκη που νοηματοδοτείται ως κοινωνική αταξία και να προσωποποιούν την απειλή χωρίς να εμφανίζονται ως οι αληθινοί χαρακτήρες που συγκροτούν το υποκείμενο της απειλής.  Υπ’ αυτό το πρίσμα, από τους πιο ενδιαφέροντες σημειολογικά όρους είναι ο όρος «γνωστοί-άγνωστοι», ως  στοιχείο ενός επικοινωνιακά ιδιαίτερα αποτελεσματικού κώδικα, καθώς το περιεχόμενό του είναι πλέον ευρέως κατανοητό· ενός κώδικα ο οποίος περιφέρει την ασάφειά του στον χρόνο νοηματοδοτώντας τόσο το ποσοτικό ή ποιοτικό περιεχόμενο της  απειλής όσο και την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού για την αντιμετώπισή της. Εξίσου ενδιαφέρουσα υπήρξε και η συζήτηση για τις κουκούλες: το κρυμμένο πρόσωπο του φορέα της απειλής όπου ως τέτοιο προσφέρεται σε δημόσια κατανάλωση. 
Αυτή η ασάφεια, από τη μια μεριά αφήνει την ταυτότητα του φορέα της απειλής ανοικτή στο ενδεχόμενο να αποσαφηνιστεί μέσα από την εκάστοτε συγκεκριμένη συνθήκη  [για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο επανέρχεται συνεχώς στη συζήτηση το πανεπιστημιακό άσυλο και οι λόγοι περί ανοχής –συνενοχής;- της πανεπιστημιακής κοινότητας]. Από την άλλη, όμως, επιτρέπει εξίσου και την οριοθέτηση της κοινωνικής απειλής προσδιορίζοντας τον φορέα της ως Άλλο, είτε γνωστό [ως αντιεξουσιαστή, αναρχικό…] είτε άγνωστο [άγνωστης προέλευσης και κινήτρων] αλλά πάντως όχι την κανονική νεολαία που διαδηλώνει ειρηνικά και με  κοινωνικά κατανοητά αιτήματα. Έτσι, αυτό το οποίο αναπαράγεται είναι είτε μια κατηγορία επικίνδυνης νεολαίας, αυξομειούμενη ως προς το μέγεθος και τα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, είτε η δαιμονοποίηση κοινωνικών και πολιτικών χώρων που ορίζονται ως δεξαμενές βίας. Ούτως ή άλλως, όμως, η ταυτότητα των «λαϊκών δαιμόνων» των κινητοποιήσεων του Δεκέμβρη, συντηρεί την ασάφειά της, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις προσωποποιήσεων της βίας, όπως για παράδειγμα οι hooligans.
Η δεύτερη ιδιαιτερότητα αφορά τον ίδιο τον ορισμό της κοινωνικής απειλής. Από την μέχρι τώρα επαφή μου με τα δημοσιεύματα του υλικού που συγκεντρώνω, διαφαίνεται η διαμόρφωση και ενός ειδικότερου ορισμού της κοινωνικής απειλής.  Αναφέρομαι στο λόγο περί τρομοκρατικής απειλής, η οποία φαίνεται να διαμορφώνει και ένα βασικό άξονα της κατασκευής του Δεκέμβρη ως επετειακού γεγονότος. Τουλάχιστον στη φάση της προειδοποίησης και της απειλής,  όπου παράλληλα με τη συνθήκη της κοινωνικής αταξίας εντάσσεται και η τρομοκρατική απειλή η οποία συναρθρώνεται με ποικίλους τρόπους με την συνθήκη επικινδυνότητας. Ενδεικτικά:

ΤΟ ΒΗΜΑ, 27 Σεπτεμβρίου
Τίτλος: Ο πυρήνας των 20χρονων της φωτιάς. Υπέρτιτλος: Από τις συγκρούσεις με τα ΜΑΤ στα Εξάρχεια στα εκρηκτικά μέσα στις χύτρες

«Ήταν μια παρέα 20χρονων παιδιών από διάφορα σημεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης που οι περισσότεροι γνωρίστηκαν στα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια το 2007. Δημιούργησαν “πυρήνες”, όπως τους έλεγαν, στα Εξάρχεια, στο Παλαιό Φάληρο, στο Ψυχικό αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Απέκτησαν επαφές και διασυνδέσεις με “παλιούς” του αντιεξουσιαστικού χώρου και αποφάσισαν να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα: στη δράση κατά της Αστυνομίας και του καθεστώτος. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να συμμετείχαν σε συγκρούσεις με διμοιρίες των ΜΑΤ στα Εξάρχεια ή στην Καισαριανή και λίγη ώρα αργότερα να μαζεύονταν στο σπίτι της οδού 25ης Μαρτίου 8 στο Χαλάνδρι για να γεμίσουν μια χύτρα με εκρηκτικά και να ετοιμάσουν το επόμενο χτύπημά τους».
[Η δήλωση αυτή αποδίδεται σε ανώτατο αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ] 

Στη δημοσιογραφική αφήγηση, λοιπόν, περιγράφεται μια πορεία από... στο… και μετά…, ενώ και η συνθήκη [Δεκέμβρης 2008, επετειακά  γεγονότα…] αναπαριστάται ως δεξαμενή στρατολόγησης τρομοκρατών.Παρόμοια παραδείγματα, λοιπόν, περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο αντιστροφής τού μέχρι τώρα σχήματος όπου η συνθήκη παράγει τα υποκείμενα της απειλής,κατασκευάζοντας,αντίθετα,το υποκείμενο πριν την συνθήκη ή αυτονομημένο από τη συνθήκη στο βαθμό που οι σύγχρονοι «λαϊκοί δαίμονες» θα αποκτήσουν ταυτότητα ως νέα γενιά τρομοκρατών με απρόβλεπτο το χώρο,το χρόνο καιτην εμβέλεια της δράσης τους. 
Παράλληλα, διαφαίνεται και ένας επαναπροσδιορισμός του περιεχομένου του όρου τρομοκρατία, ο οποίος μέχρι πρότινος αναφερόταν σε κλειστές, μυστικές ομάδες και στην ένοπλη δράση τους. Τώρα ο όρος ανοιγοκλείνει καθώς αρχίζει να παραπέμπει πια και σε μαζικούς χώρους όσο μαζική είναι και η συνθήκη /δεξαμενή επικινδυνότητας.  Ταυτόχρονα, η συνθήκη επικινδυνότητας αποκτά και οιονεί χωροταξική διάσταση ως πεδίο δράσης, ως ορμητήριο, στρατηγείο, καταφύγιο…  έτσι ώστε να νομιμοποιεί τη λήψη εξαιρετικών και εξειδικευμένων μέτρων.
Στην μελέτη του Cohen, ο υπερβάλλων ζήλος για την προστασία των υποψήφιων θυμάτων της διάχυτης βίας, υλοποιείται διαμέσου της κινητοποίησης όχι μόνον της αστυνομίας αλλά και της πυροσβεστικής, μέχρι και με τη συμμετοχή της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF) στο γενικό σχεδιασμό. Παράλληλα, ο σχεδιασμός περιλάμβανε χαρτογράφηση περιοχών για τις οποίες εξαγγέλλονται /αναμένονται επεισόδια,  προληπτικές συλλήψεις ενδυματολογικά υπόπτων, εξαντλητικούς ελέγχους της αστυνομίας στα δίτροχα [τυπικό μέσο μεταφοράς των «λαϊκών δαιμόνων» της μελέτης], ελεγχόμενη πρόσβαση στις παραλίες –χώρους όπου εκδηλώθηκαν τα πρώτα επεισόδια που δρομολόγησαν τον ηθικό πανικό-, μετακίνηση παραθεριστών κατά τη διάρκεια των αργιών βάσει σχεδίου κ.ο.κ. Και όπως παρατηρεί ο Λίγκας (2009):

Εδώ εντοπίζεται πλέον το σημείο όπου μέσα από την επιχειρηματολογία του Cohen διαπιστώνουμε τη συγκρότηση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνικού ελέγχου και νοηματοδοτήσεων. Η κοινωνική αντίδραση, οι προδιαθέσεις, η συγκρότηση συγκεκριμένου πλαισίου πεποιθήσεων είναι αυτά που ορίζουν το φαινόμενο των Mods και των Rockers ως μορφή παρέκκλισης κι όχι τα συμβάντα.


Το «κράτος των Εξαρχείων» ως  παραδειγματική κατασκευή

Το σημείο στο οποίο βρίσκεται η έρευνα καθιστά πρόωρη την εξαγωγή και την παρουσίαση οιουδήποτε τελικού συμπεράσματος. Έτσι, το συγκεκριμένο παράδειγμα του «κράτους των Εξαρχείων» θα μου επιτρέψει απλώς να συνοψίσω ένας μέρος της προβληματικής, ειδικότερα σε ό, τι αφορά την συνάρθρωση νοηματοδοτήσεων και μέτρων αστυνόμευσης και καταστολής.
Η υπόθεση είναι ότι η παρουσία αστυνομικών δυνάμεων στα Εξάρχεια δεν είναι ένα μονοσήμαντο γεγονός ούτε έχει ένα δικό της αυτονόητο ή αυταπόδεικτο νόημα το οποίο αντιστοιχεί στις δηλώσεις του θεσμικά υπεύθυνου Υπουργού. Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι ούτε δεδομένο ούτε αυτονόητο ότι η πλατεία Εξαρχείων αποτελούσε άβατο το οποίο "πατήθηκε" από τις δυνάμεις του νόμου και της τάξης, ούτε ότι στεγάζει τέτοια ποσοστά εγκληματικότητας που να δικαιολογούν την πολιορκία της.
Αν επιχειρήσουμε, λοιπόν, να δούμε το συμβολικό περιεχόμενο της κατασκευής "κράτος των Εξαρχείων που δεν θα αποτελεί πλέον άβατο", ένα από τα σημαντικά στοιχεία  του είναι  αυτή καθεαυτή η εικόνα της πολιορκούμενης ζώνης και τα μηνύματα τα οποία τείνει να κοινοποιεί. Εάν η εικόνα, λοιπόν, συνοψίζει το μήνυμα της "επιβολής της τάξης" ως κάτι το οποίο είναι και εφικτό και επιθυμητό, ποιες είναι οι ειδικότερες νοηματοδοτήσεις που θα επιτρέψουν να φτάσει το συνολικό μήνυμα στους αποδέκτες; Σ’ ένα ακροατήριο, δηλαδή, το οποίο προφανώς είναι πολύ ευρύτερο από τους θεωρούμενους "παράνομους" ή, κυρίως, επίδοξους παράνομους που έχουν την πλατεία ως ορμητήριο ή καταφύγιο -για την ακρίβεια η ίδια η χωροθέτηση της παρανομίας τείνει να εντάσσει στις παραπάνω κατηγορίες οποιονδήποτε περιφέρεται στην πλατεία χωρίς "προφανή σκοπό".
Στην εν λόγω συνθήκη και στο βαθμό που η λήψη έκτακτων μέτρων συναρτάται με την επέτειο της 6 Δεκεμβρίου του 2008, αναπόδραστα η συνάρθρωση αποκτά πολλαπλές εκδοχές: Προφανώς [ή μάλλον αναπόφευκτα όποια κι αν είναι η πρόθεση], την "επιβολή του νόμου και της τάξης" δεν την σηματοδοτεί μόνο η φυσική παρουσία των αστυνομικών δυνάμεων-στρατιωτάκια ακούνητα κι αγέλαστα παρατεταγμένα εντός ή πέριξ της πλατείας. Τα «στρατιωτάκια» είναι πιθανότατο να δράσουν και να δράσουν κατά τρόπο που θα προκαλέσει αντι-δράσεις ή θα ανακαλέσει μνήμες από τη νύχτα της 6 Δεκέμβρη 2008.  Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, ανατρέπεται συνολικά το τοπίο της «τήρησης της τάξης», καθώς σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο συντηρείται η πρωταρχική συνθήκη, διαιωνίζεται μάλιστα ως ανοιχτό ενδεχόμενο για επανάληψη της «λάθος» κίνησης  οπόταν και η υπερ-φυλασσόμενη περιοχή θα μετατραπεί και πάλι σε περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: η ανάρμοστη εικόνα. Η εικόνα, όμως, δεν μπορεί να είναι ανάρμοστη -ακόμα και εάν εκπληρωθεί η προφητεία-, όπως δεν μπορεί να εμφανίζεται ανορθολογικός και ο σχεδιασμός που την παράγει.
Ποιο είναι, κατά συνέπεια, το μήνυμα που εκπέμπεται; Μια πρώτη απάντηση θα μπορούσε να συναρτηθεί με τα νοήματα τα οποία ενδύεται η επιχειρούμενη αντιστροφή των ρόλων θύτη /θύματος[13]  και την επίκληση της κατηγορίας του θυματοποιημένου φιλήσυχου πολίτη.
Επί του παρόντος, όμως, το ερώτημα παραμένει ανοικτό και μέχρι καινούργια γεγονότα να ενδυθούν νοήματα τα οποία θα διεκδικούν κοινωνική συναίνεση, θα τολμούσε κανείς να υποθέσει ότι η εικόνα συντηρείται ως θέαμα ή ως τελετουργική υπενθύμιση τού ότι οι δυνάμεις είναι εσαεί διατεταγμένες κατά αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, και ότι σε συμφέρει να είσαι πάντα από τη σωστή πλευρά.

Αντί επιλόγου

Καθώς επεξεργάζομαι το παρόν κείμενο ενόψει της δημοσίευσής του, η «επέτειος» έχει ήδη περάσει και είναι σε μεγάλο βαθμό ορατά τα αποτελέσματα που παρήχθησαν, σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο, ενόσω  εξελίσσονταν και συναρθρώνονταν δράσεις και αντιδράσεις και εκφέρονταν Λόγοι οι οποίοι προσδιόριζαν και επαναπροσδιόριζαν το περιεχόμενο των γεγονότων.  Καθότι, όμως, για τους τεχνικούς και ουσιαστικούς λόγους που προαναφέρθηκαν, το γραπτό κείμενο δεν μπορεί παρά να αντιστοιχεί στο περιεχόμενο της προφορικής εισήγησης της 16/10, επιλέγω να παραθέσω  ένα μόνον από τα μεταγενέστερα συμβάντα, το οποίο ανεξάρτητα και από τη δημοσιογραφική αφήγησή του, μοιάζει να επικυρώνει θεσμικά την νοηματοδότηση της 6 Δεκεμβρίου του 2008 ως αφορμής για «επετείους» διασάλευσης της έννομης τάξης.
Η αναφορά είναι στη συζήτηση και τις αποφάσεις που πάρθηκαν σε σχέση με τον χρόνο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης των δύο ειδικών φρουρών, όπου η ρητορική περί επικείμενων ταραχών τείνει να αποσπά την συγκεκριμένη δίκη από τα συνήθη νοηματικά πλαίσια μιας οποιασδήποτε δίκης για ανθρωποκτονία: η δίκη παύει να νοείται [εργαλειακά και συμβολικά] ως  η φυσιολογική κατάληξη της θεσμικής διαχείρισης μιας ανθρωποκτονίας με μείζον -αν όχι αποκλειστικό!- διακύβευμα την απονομή δικαιοσύνης και νοηματοδοτείται ως εξαιρετικό γεγονός, ικανό να πυροδοτήσει δράσεις που θα απειλήσουν την κοινωνική ασφάλεια και ειρήνη.  Με δυο λόγια, μέσα από την θεσμική επικύρωση της αλλαγής των συνήθων όρων και προϋποθέσεων της δίκης, το γεγονός χάνει τον πυρήνα του, την δική του αυταπόδεικτη αλήθεια και συντελεί στην παγίωση της κατάλυση της έννομης τάξης ως λόγου για τον οποίο θα πρέπει να θυμάται η ελληνική κοινωνία την 6 Δεκέμβρη 2008.[14]

Βιβλιογραφικές πηγές
Cohen, S. (1980), Folk devils and moral panics: the creation of the mods and rockers, Oxford: Martin Robertson.
Ferrell & Sanders (1995), “Culture, Crime and Criminology”, στο Ferrell, J. & R. Sanders (επιμ.), Cultural Criminology, Boston: Northeastern University Press
Ferrell, J. & R. Sanders (επιμ.), Cultural Criminology, Boston: Northeastern University Press)
Garland, D., (2008) «On the concept of moral panic», στο Crime Media Culture, 4: 9  

Hall, S, T. Jefferson & B. Roberts (1976), Εισαγωγή στο Hall, S. & T. Jefferson (επιμ.), Resistance through Rituals, London: Routledge
Hall, S., C., Critcher, T., Jefferson, J., Clarke & Roberts, B. (1978) Policing the crisis: Mugging, the state and law and order, London: Macmillan
Hebdidge D. ( 1981), Υπο-κουλτούρα. Το νόημα του στυλ, Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση
Αβδελά, Ε, 2005: 31,  «Φθοροποιοί και ανεξέλεγκτοι απασχολήσεις. Ο ηθικός πανικός για τη νεολαία στη μεταπολεμική Ελλάδα», Σύγχρονα Θέματα, τ. 90
Κουκουτσάκη, Α. (2009), «Οι δίκες του Δεκέμβρη», στο Ενημερωτικό Δελτίο (Νewsletter) της Επιστημονικής Εταιρείας Κοινωνικής Πολιτικής, ΔΙΠΛΟ ΤΕΥΧΟΣ 7ο - 8ο
Λίγκας Κ. (2009), Παρουσίαση του «Cohen, S. Folk devils and moral panics: the creation of the mods and rockers», http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/02/folk-devils-and-moral-panics.html



* Επεξεργασμένη μορφή της εισήγησης μου στο συνέδριο Ο δρόμος για τη Δικαιοσύνη, που έγινε το φθινόπωρο του 2009 στη Θεσσαλονίκη προς τιμήν του καθηγητή Στέργου Αλεξιάδη. Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό έργο, Ο δρόμος προς τη δικαιοσύνη, επιμ. Αγγελική Πιτσελά, εκ, ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2012:  47-60 
[1] Το υλικό περιλαμβάνει δημοσιεύματα από τις πρωϊνές εφημερίδες ΤΟ ΒΗΜΑ και ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και τις απογευματινές ΤΑ ΝΕΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΕΘΝΟΣ. Από τις ηλεκτρονικές πηγές, συλλέγεται υλικό από το tvxs ενώ για συγκεκριμένες περιόδους στο υλικό περιλαμβάνονται και τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των ΝΕΤ, ANT1 και ΣΚΑΙ
[2] Σχετικά δημοσιεύματα αρχίζουν να εμφανίζονται ήδη από το καλοκαίρι με κύριο χαρακτηριστικό τις αναφορές στον προγραμματισμό και τον εξοπλισμό της ΕΛ.ΑΣ, οι οποίες  ενίοτε παρουσιάζονται με όρους προετοιμασίας πολεμικής μηχανής ενόψει σύρραξης. Ενδεικτικά: «Σε προετοιμασία για την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερα θερμού φθινοπώρου έχει αποδυθεί η Ελληνική Αστυνομία. Η δίκη των ειδικών φρουρών που κατηγορούνται για τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, η οποία έχει προγραμματιστεί για τα μέσα Οκτωβρίου, αλλά και η συμπλήρωση ενός χρόνου από τη δολοφονία έχει σημάνει από τώρα συναγερμό στην ΕΛ.ΑΣ. που προσπαθεί να μην πιαστεί απροετοίμαστη […] Στο πλαίσιο πάντως αυτό έχει ήδη αποφασιστεί η αγορά νέων όπλων στην ΕΛ.ΑΣ., στα οποία περιλαμβάνονται χειροβομβίδες, καουτσούκ, taser - όπλα ηλεκτρικής εκκένωσης και αύρες με κανονάκια νερού» [ΤΑ ΝΕΑ 29/8/2009]
[αναφορά σε μια νέου τύπου αύρα που προμηθεύτηκε η ΕΛ.ΑΣ]
 «Η αγορά αυτού του οχήματος θεωρήθηκε αναγκαία από τους επιτελείς της ΕΛ.ΑΣ. μετά τα αλλεπάλληλα επεισόδια του προηγούμενου Δεκεμβρίου και των εκτεταμένων καταστροφών στο κέντρο της Αθήνας […] Η νέου τύπου αύρα της ΕΛ.ΑΣ. θα είναι κάτι μεταξύ πυροσβεστικού οχήματος και... τανκ. Θα κινείται πάντα με τη συνοδεία διμοιριών και θα αποτελεί- όπως αναφέρουν οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ.- τον νέο μηχανισμό καταστολής των επεισοδίων αλλά και περιορισμού των καταστροφών που μπορεί να προξενούνται στο κέντρο της Αθήνας».  ΤΟ ΒΗΜΑ 19/9/2009
[3] Βλέπε κυρίως το έργο του Stuart Hall
[4] Αναφέρομαι στην κατηγορία των φορέων πρωταρχικού προσδιορισμού (primary definers) όπως την επεξεργάζονται οι Hall, S., C., Critcher, T., Jefferson, J., Clarke & Roberts, B. Στο κλασικό έργο Policing the crisis: Mugging, the state and law and order, London: Macmillan, (1978: 58): Κατά τους Hall et al., φορείς πρωταρχικού προσδιορισμού (primary definers), όπως οι κάτοχοι θεσμικής ή αντιπροσωπευτικής ισχύος και ειδικής γνώσης, έχουν «μια συστηματικά δομημένη μεγαλύτερη πρόσβαση στα μέσα» και οι οπτικές τους θέτουν τα όρια του ερμηνευτικού πλαισίου της κοινωνικής πραγματικότητας»

[5] Μολονότι μεγάλο μέρος των δημοσιευμάτων του υλικού βασίζεται στον λόγο των πηγών από τις οποίες αντλούνται τα στοιχεία για το πληροφοριακό και ερμηνευτικό περιεχόμενο των μηνυμάτων, κρίθηκε ωστόσο σκόπιμη η, κατά περιπτώσεις, αυτονόμηση του λόγου των πηγών [κυρίως δηλώσεων θεσμικών φορέων, όπως της ηγεσίας των αστυνομικών αρχών, του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη κ.ο.κ.], ο οποίος, υπ’ αυτήν την έννοια, αποτελεί διακριτό εμπειρικό υλικό.
[6] «Μια κατάσταση, ένα επεισόδιο, ένα άτομο ή ομάδα ατόμων προσδιορίζονται ως απειλές για το κοινωνικό αξιακό πλαίσιο. Κάποιες φορές το αντικείμενο του πανικού είναι νέο· κάποιες άλλες απλά προϋπάρχει κι εμφανίζεται ξαφνικά με μια συγκεκριμένη, διακριτή μορφή· Τα ΜΜΕ προσδίδουν μια στερεοτυπική φύση στις οντότητες αυτές, ενώ στο έργο της ηθικής οχύρωσης της κοινωνίας συντελούν εκδότες, πολιτικοί, αλλά και άλλοι «ορθά» σκεπτόμενοι άνθρωποι, όπως πάσης φύσεως κοινωνικά αναγνωρισμένοι ειδικοί, προτείνοντας διάγνωση και λύση στο πρόβλημα. (η εμφάνιση του πανικού) Μερικές φορές έχει πιο σοβαρές και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στο νομικό σύστημα και την κοινωνική πολιτική, ή ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται μια κοινωνία τον εαυτό της», Cohen, S. (1980), Folk devils and moral panics: the creation of the mods and rockers, Oxford: Martin Robertson.
[7] «Όταν η επίσημη αντίδραση σε ένα άτομο, ομάδα ατόμων ή σειρά γεγονότων είναι εντελώς αναντίστοιχη με την πραγματική απειλή, όταν οι «ειδικοί» με την μορφή αξιωματούχων της αστυνομίας, του δικαστικού σώματος, των πολιτικών και των εκδοτών αντιλαμβάνονται την απειλή με πανομοιότυπο τρόπο και εμφανίζονται να μιλούν «με μια φωνή» για δείκτες, διαγνώσεις, προγνώσεις και λύσεις, όταν στις αναπαραστάσεις των ΜΜΕ καθολικά  υπογραμμίζεται μια «ξαφνική και δραματική» αύξηση (σε αριθμούς ή γεγονότα) και ‘καινοτομία» πέραν αυτού το οποίο θα υποστήριζε μια νηφάλια, ρεαλιστική εκτίμηση, τότε πιστεύουμε ότι ταιριάζει να μιλήσουμε για ηθικό πανικό»  (Hall et al., 1978: 16)
[8] Βλ. σχετικά και Garland, D., On the concept of moral panic Crime Media Culture 2008; 4; 9 p.10
[9] Σε σχέση με το πώς τέθηκε πρωταρχικά το ζήτημα στο βρετανικό παράδειγμα: «Η «Νεολαία» παρουσιαζόταν ως μια αναδυόμενη κατηγορία στην μεταπολεμική Βρετανία, μια από τις πιο εμφανείς και αξιοπρόσεκτες εκδηλώσεις της κοινωνικής αλλαγής της   περιόδου […] Νοηματοδοτήθηκε από τους ηθικούς φρουρούς της κοινωνίας ως κοινωνικό πρόβλημα –κάτι για το ποίο «οφείλουμε να δραστηριοποιηθούμε» (Clarke, Hall, JeffersonRoberts, 1976: 9, στο Hall & Jefferson, επιμέλεια, Hall, S. & T. Jefferson (επιμ.), Resistance through Rituals, London: Routledge)
[10] Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω τους τίτλους: Hall, S. & T. Jefferson (επιμ.), Resistance through Rituals, London: Routledge και Hebdidge D. ( 1981), Υπο-κουλτούρα. Το νόημα του στυλ, Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση
[11] Το συγκεκριμένο δημοσίευμα για το λεγόμενο «άβατο των Εξαρχείων» και τις διαμορφούμενες πολιτικές αστυνόμευσης της περιοχής, όπως και πλήθος άλλων της ίδιας περιόδου, είναι βασισμένα σχεδόν αποκλειστικά σε δηλώσεις του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη  και άλλων θεσμικών φορέων. Υπενθυμίζω, ωστόσο, ότι οι πρώτες δηλώσεις και η έναρξη της εφαρμογής των μέτρων συναρτήθηκε,  ως άμεση απάντηση,  με επιθέσεις που έγιναν σε άλλα σημεία της Αθήνας.
[12] Ιδιαίτερα επιτυχής απόδοση από τον Κυριάκο Λίγκα, του όρου inventory που χρησιμοποιεί ο Cohen [http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/02/folk-devils-and-moral-panics.html]
[13] Σε συνέντευξή του στις 5/12 στον ραδιοσταθμό του Σκάι, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, εμφανώς εκνευρισμένος και απαντώντας σε προηγηθείσα δήλωση περί "ορδών του Χρυσοχοϊδη" με αφορμή την εκκένωση από την αστυνομία του κατειλημμένου Δημαρχείου Κερατσινίου και τη σύλληψη των καταληψιών, είπε κατά λέξη: "Οι ορδές είναι η δικιά τους στρατηγική απέναντι σε ένα κράτος της δεξιάς ανίκανο να τους αντιμετωπίσει, που τους ανέχτηκε με αποτέλεσμα να οδηγήσουν στο θάνατο και τη δολοφονία ενός μικρού παιδιού".
 Προφανώς ο εκνευρισμός μειώνει τη βαρύτητα της, από θέση θεσμικού ρόλου, εκφρασμένης άποψης περί της χρονικής και αιτιακής αλληλουχίας των γεγονότων που οδήγησαν στη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.  Είναι ένας λόγος, όμως, ο οποίος εκφράστηκε και παρέμεινε --για όσο παρέμεινε- στο δημόσιο χώρο,  με τον όρο «ορδές» να συμβολοποιεί το θεσμικά «πραγματικό» υποκείμενο της απειλής
[14] Κουκουτσάκη, Α. (2009), «Οι δίκες του Δεκέμβρη» στο Ενημερωτικό Δελτίο (Νewsletter) της Επιστημονικής Εταιρείας Κοινωνικής Πολιτικής, ΔΙΠΛΟ ΤΕΥΧΟΣ 7ο - 8ο

 [Φωτογραφία: Γιώργος Μουτάφης]