Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Μικρή Ανδρομάχη [πρώτο μέρος]





Study of the head of Andromache, Pierre-Narcisse Guerin

Στη σελίδα Εκδόσεις ελευθέρας βοσκής – Pecora nera, θα δημοσιεύονται, σταδιακά, βιβλία μου των οποίων θα ανακτώ από τους εκδότες τα πνευματικά δικαιώματα, καθώς και κείμενα τα οποία δε θέλησα να εκδώσω, όπως το θεατρικό: Η ταράτσα. Γυναικεία γεωμετρία σε πέντε ασύμμετρες πράξεις.
Αυτό σημαίνει ότι η χρήση τους θα είναι πλέον ελεύθερη με τον όρο να αναφέρεται η πηγή


Αφροδίτη Κουκουτσάκη



Μικρή Ανδρομάχη


στη νεφέλη in the sky with diamonds





"να έχεις, έστω, κεντηθεί στη φόδρα μου
για ταυτοπροσωπία δυστυχημάτων"
(Ελίνας Ρίζου, αδημοσίευτο)



Περιεχόμενα

Ανδρομάχη

Intermezzo


Τα παιδιά και οι στρατιώτες


Ιστορία πρώτη: ο Μιχάλης
Ιστορία δεύτερη: ο Μανόλης

Νικημένοι

Το θήραμα
Rimpianto
Η φυγή
Η αγρύπνια


Η επιστροφή της Ανδρομάχης 

Η αυλόπορτα
Ο θάνατος
Ο έρωτας



Πολυξένη


Η συνάντηση
Η αναμέτρηση
Ο έρωτας…
…και πάλι ο θάνατος
Intermezzo


Ανδρομάχη


Ανδρομάχη


Να μπορούσε, λέει, να ‘χε κλειστά τα μάτια και να τ’ άνοιγε μόνον σαν διάβαινε το σύνορο του κόσμου της. Όμως και πάλι, όσο κρατούσε το ταξίδι, πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά τίποτα δεν γνώριζε, άλλα τα σπίτια, άλλοι οι κήποι, άλλοι οι άνθρωποι, καινούργιοι οι δρόμοι που άνοιξαν στους αγριότοπους των παιδικών της χρόνων, αν δεν υπήρχε το βουνό να σημαδεύει τη διαδρομή της θα είχε χάσει τον προσανατολισμό. Και η αιωνόβια ελιά, το σύνορο, είχε πέσει, ένα κουφάρι είχε απομείνει εκεί που ήταν κάποτε οι ρίζες της. Κανείς δεν ήξερε την ηλικία αυτής της ελιάς, ούτε αφέντη είχε ποτέ. Εκεί τη θυμόντουσαν από πάντα, να ορίζει το τέλος του χωριού – μετά, πολύ μετά, μπήκαν κι οι πινακίδες.

Σαν άφηνες πίσω σου την ελιά, το ανηφορικό μονοπάτι γινόταν απότομο και εκεί που έκανε τη στροφή, αετοφωλιά σκαρφαλωμένη στο βουνό το σπίτι. Όταν ήτανε μικρή της έλεγε παραμύθια η μάνα της για ξωτικά και στρατιώτες οπλισμένους, κρυμμένους πίσω απ’ τα βάτα – «μη φεύγεις! Αυτό είναι το σύνορο του κόσμου σου». Κι ανέβαινε τρέχοντας το μονοπάτι, έφτανε με κομμένη την ανάσα κι ακούμπαγε για λίγο στην ξερολιθιά πριν σπρώξει την ξύλινη πόρτα και μπει στην αυλή του σπιτιού.

Σαν να ήταν πάντα καλοκαίρι στα όνειρά της – τότε που άρχισε πάλι να βλέπει όνειρα. Ζέστη ξερή και σκόνη κι ο ήλιος να πυρπολεί τον τόπο, άσπρο φως, εκτυφλωτικό. Ο παππούς καθισμένος στην καρέκλα του κάτω απ’ την καρυδιά κι η μάνα να σκουπίζει την αυλή, με τη μαύρη μαντίλα να της σκεπάζει το πρόσωπο. Σύννεφο σηκωνόταν η σκόνη και της λέρωνε το ρούχο πριν ανεβεί να κατακάτσει στα φύλλα της καρυδιάς.

Ακούμπησε στην ξερολιθιά – απαράλλαχτη είχε μείνει αυτή – κι έκλεισε τα μάτια.

«Τίνος είσαι εσύ; Δεν σε γνωρίζω να ‘σαι απ’ τα μέρη μας».

Δεν την ξάφνιασε η φωνή. Μια μεσόκοπη γυναίκα ήταν, την είχε δει λίγο πριν να ανεβαίνει λαχανιασμένη την ανηφόρα, δεν ήταν μονοπάτι πια, ήταν δρόμος, περνούσαν κι αυτοκίνητα. Και την περίμενε να ‘ρθει να την ρωτήσει ποια είναι και τι ζητάει. Σκούπισε η γυναίκα το ιδρωμένο μέτωπό της κι ήρθε κι ακούμπησε κι αυτή στην ξερολιθιά, πλάι της.

«Ζέστη πολλή κάνει σήμερα. Απόκαμα. Κι εσύ από πού έρχεσαι; Τους ήξερες αυτούς που μένανε εδώ;»

Πήγε ν’ απαντήσει – τι θα ‘λεγε; - μα είχε στεγνώσει το στόμα της, σταγόνα σάλιο δεν είχε απομείνει, την είχε αναγνωρίσει πριν ακόμα ακούσει τη φωνή της. Έγνεψε όχι με το κεφάλι κι έπειτα έκρυψε τα μάτια της πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά, μην τα δει η γυναίκα και τα γνωρίσει - «σαν χαντρούλες γαλάζιες είναι τα μάτια σου».

«Μια φίλη μου έμενε κάποτε εδώ» την άκουσε να λέει. «Μα έπειτα χάθηκε η οικογένειά της. Όλοι. Χαθήκανε ή πεθάνανε. Άλλες εποχές τότε, άγριες, κοντεύουν τριάντα χρόνια από τότε που χάθηκε κι ο τελευταίος τους και ρήμαξε το σπίτι».

Ένιωθε το βλέμμα της γυναίκας να την εξετάζει κι απόστρεψε το πρόσωπο, γύρισε να κοιτάζει κατά το βουνό.

«Κι όμως δεν είσαι ξένη, κάπου σε ξέρω εγώ εσένα» είπε η γυναίκα κι έγειρε να την κοιτάξει καλύτερα.

Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγελικούλα μέλι, Αγγελικούλα κρύο νερό που πίνουν οι αγγέλοι, το κορίτσι που θα παντρευόταν ο αδελφός της ο μικρός, πριν γίνουν όσα έγιναν και ρημαχτεί η ζωή τους σαν τούτο εδώ το χάλαρο, που τώρα φοβόταν να διαβεί τις πέτρες που έκλειναν την είσοδό του. Στην παιδική της φίλη δεν μπορούσε να χαρίσει ούτε ένα χαμόγελο, ήταν σα να ‘χε στεγνώσει και το πρόσωπό της.

«Είμαι… Είμαι ηθοποιός. Από εκεί θα με ξέρεις» απάντησε με κόπο, μόλις που ακούστηκε η φωνή της.

«Όχι. Εγώ είμαι από ‘δω, δεν ξέρω από ηθοποιούς…» άρχισε να λέει η άλλη, κι άξαφνα κόπηκε η φωνή της και σφάλισε το στόμα με το χέρι της να πνίξει την κραυγή.

«Θέλω να δω αυτό το σπίτι. Τίποτα άλλο. Τίποτα άλλο δεν μπορώ να κάνω πια Αγγελικούλα» είπε σιγανά, χωρίς και πάλι να γυρίσει το κεφάλι να την κοιτάξει. Και μπήκε στην αυλή, ανασηκώνοντας το μαύρο μακρύ της φόρεμα για να μην σκαλώσει στις πέτρες και τα ξερόκλαδα και της κόψει το δρόμο.

Γυρόφερνε για ώρα το κτίσμα και δεν έλεγε να διαβεί την πόρτα, να σεργιανίσει τα χαλάσματα. Κατέβηκε μετά τα λίγα σκαλιά της αυλής που βγάζανε στο χωράφι με τις ελιές και κάθισε σε μια πέτρα κάτω απ’ τη χαρουπιά, την παιδική κρυψώνα, εκεί κρυβόταν στον παππού της κι έκανε εκείνος πως δεν την βλέπει και φώναζε στη μάνα της, «μα πού πήγε και χώθηκε πάλι αυτό το παιδί το ευλογημένο;». Ο Νικολής τη μαρτύραγε πάντα κι άνοιγε ο παππούς τη μεγάλη του αγκαλιά, να τους χωρέσει και τους δυο – τον άλλο, τον μεγάλο, ποτέ δεν τον θυμότανε να κάτσει να παίξει μαζί τους. Απ’ όταν τον θυμόταν δούλευε, νύχτα γύρναγε στο σπίτι.

«Ζεις ακόμα καλή μου» ψιθύρισε στο αγαπημένο δέντρο και έσκυψε να πιάσει ένα πεσμένο χαρούπι. Δεν απόσωσε την κίνηση. Σηκώθηκε, ανέβηκε πάλι τα σκαλάκια και πλησίασε τη ρημαγμένη πόρτα, από εδώ μπαίνανε στην κουζίνα κι έπειτα, στη σειρά, στ’ άλλα δωμάτια. Ήταν μισάνοιχτη η πόρτα κι ακουγόταν από μέσα φτεροκοπήματα πουλιών. Την έσπρωξε όσο να γίνει χώρος να περάσει. Μπήκε στο κατασκότεινο δωμάτιο και κόλλησε στον τοίχο, τρομαγμένη απ’ το ξαφνικό κρύο και την αντάρα που έκαναν τα πουλιά, ενοχλημένα κι αυτά απ’ την παρουσία της, πετώντας γύρω-γύρω και περνώντας πάνω απ’ το κεφάλι της μέχρι να βρουν την έξοδο.

Έδωσε μια με το χέρι της ν’ ανοίξει ολότελα την πόρτα, να μπει το φως, να βγούνε τα πουλιά τα τρομαγμένα. Έτριξε αυτή στους σκουριασμένους μεντεσέδες της και κρέμασε στη μια μεριά, μισή στον τοίχο, μισή στον αέρα. Διέσχισε μετά προσεκτικά την κουζίνα - δεν καλόβλεπε ακόμα – κι έπεσε μ’ όλη της τη δύναμη στην άλλη πόρτα, αυτή που έβγαζε στην πίσω αυλή με το πηγάδι. Ακόμη πιο σαπισμένη εκείνη, δεν χρειάστηκε τόση δύναμη για να πέσει, διαλύσανε τα κομμάτια της, σκορπίσανε στα αγριόχορτα της αυλής.

Στεκόταν τώρα στο πλατύσκαλο τυφλωμένη απ’ το ήλιο, και προσπαθούσε να ανακαλύψει τα παλιά μονοπάτια μέσα απ’ τις αγριάδες που είχανε πνίξει τον τόπο. Σήκωσε το φουστάνι της, το έδεσε ψηλά στις γάμπες κι άρχισε να βαδίζει προσεκτικά. Και ξαφνιαζόταν που ήταν τόσο εύκολο, σα να την πήγαιναν μόνα τους τα πόδια της – ξέρανε αυτά πώς να κρατούν τις μνήμες. Πήδηξε το γκρεμισμένο μπεντενάκι και μπήκε στο αλώνι, στάθηκε στη μέση του και γύρισε αργά το κεφάλι να δει πάλι το σπίτι. Της φάνηκε πως το ζώνανε οι φλόγες της δύσης, τέτοιες εικόνες ξύπνησαν μέσα της κι ας ήτανε ακόμα ο ήλιος μεσούρανα.

Το πηγάδι. Ήταν κλεισμένο με μια μεγάλη πλάκα, κάποιος ξένος θα σκέφτηκε να το σκεπάσει, μην πέσει κανείς μέσα και σκοτωθεί. Δεκάξι χρονών και δυο ημερών ήταν. Κι αφού δεν την σκότωσε ο πόνος, όπως νόμιζε, όπως έλπιζε, πήγε να πηδήξει στο πηγάδι να πνιγεί. Παλεύανε τρεις να την κρατήσουν, η μάνα της, ο αδελφός της ο Νικολής και η Αγγελικούλα η αρραβωνιαστικιά του. Και δεν την κάνανε καλά. Κι αναγκάστηκε ο Νικολής να της δώσει μια στο κεφάλι, να χάσει τις αισθήσεις της και έτσι να την πάρουνε μακριά απ’ το πηγάδι. Τότε κατάλαβε πως ήταν δύσκολο, ακατόρθωτο σχεδόν, να πεθάνει. Και έζησε. Κλεισμένη στο παράσπιτο, φυλακισμένη.

Τα πουλιά. Έξω από το παράσπιτο ήταν οι περιστερώνες του παππού και άκουγε τα περιστέρια να περνάνε. Κάθε αυγή τα άκουγε, που το καγκελόφραχτο παράθυρο σχημάτιζε ένα ρόδινο τετράγωνο στον απέναντι τοίχο και το χαράζανε οι σκιές απ’ τα κάγκελα. Τότε έβλεπε στον τοίχο να περνούν οι σκιές των περιστεριών και άκουγε το βιαστικό τους φτεροκόπημα.

«Περιστέρι μου, αϊτέ μου», κι έλεγε πως δεν θα ‘φευγε ποτέ το αίμα του από πάνω της, απ’ το πρόσωπο, απ’ τα χέρια, απ’ τα μαλλιά της.

Το παράσπιτο έβαλε ο παππούς της και το γκρέμισαν σαν έμαθε πως και οι τοίχοι του ήταν βαμμένοι απ’ το αίμα το δικό της και το άλλο αίμα, το ανείπωτο, και κρατούσανε ανεξίτηλο το κρίμα. Κι ήταν βαρύ για να τ’ αντέξουν.

«Κυρά κι αφέντρα του σπιτιού μου!» την έλεγε ο παππούς. Αυτός έμεινε μέχρι το τέλος να κλείνει τους τάφους, γέρος κι ανήμπορος, τίποτα δεν διαφέντευε πια. Άλλο από τους τάφους.

Και έπειτα πήγε στο μοναστήρι. Στο πέτρινο πεζούλι που τρώγανε οι προσκυνητές στα πανηγύρια, εκεί τον σκότωσαν τον αντάρτη της. Τινάχτηκε το αίμα του στο πρόσωπο της, στα μαλλιά, στα ρούχα της, μούσκεψε ολόκληρη στο αίμα του. Πόσες φορές δοκίμασε ξανά εκείνη την κραυγή του πληγωμένου ζώου που ξέσκισε τότε τα σωθικά της. Πόσες φορές στα χρόνια που ακολούθησαν. Καμιά δεν ήταν η σωστή.

Έκανε το γύρο και πήρε την άλλη πλευρά του βουνού για το δρόμο του γυρισμού. Έβλεπε τη θάλασσα τώρα, τον ήλιο να βουτάει κατακόκκινος στη θάλασσα – «αν περπατήσω στη θάλασσα, τα πόδια μου θα βαφτούν με αίμα» - και συνέχιζε να κατηφορίζει. Στη διασταύρωση με την εθνική οδό σταμάτησε για λίγο, ίσα για ν’ αποφύγει ένα αγροτικό αυτοκίνητο που βγήκε απρόσμενα από ένα μονοπάτι κρυμμένο απ’ τα βάτα που έπνιγαν τις άκρες του δρόμου. Το είδε ν’ ανοίγει ταχύτητα και να χάνεται στην επόμενη στροφή. Έτσι όπως έστριψε να πάρει το κρυμμένο μονοπάτι άκουγε ακόμα το θόρυβο της μηχανής του κι έπειτα, ξαφνικά, όλα τα σκέπασε ο ήχος της θάλασσας.

Άφησε τ’ αυτοκίνητο κάτω από ένα αρμυρίκι, έβγαλε τα παπούτσια της κι άρχισε να περπατάει ξυπόλητη πληγώνοντας τα πόδια της στα βράχια της μικρής παραλίας. Κοίταξε γύρω της, ήταν ολομόναχη και συνέχισε να κατηφορίζει προς τη θάλασσα που άφριζε μανιασμένη στο μελτέμι του Αυγούστου. Όλα τα χρόνια που έζησε στο νησί της η θάλασσα δεν ήταν φίλη της, ποτέ δεν την κανάκεψε στην αγκαλιά της, ποτέ δεν την νανούρισε με το τραγούδι της. Ο κόσμος ο δικός της ήταν μικρός, τον κλείνανε και τον όριζαν βουνά. Κι όταν ανοίξανε τα σύνορά του, ήτανε πάλι το απέραντο βουνό που την κάλεσε σαν τις Σειρήνες του Οδυσσέα, όχι η θάλασσα, αυτή την πήρε μακριά. Γι’ αυτό δεν την αγάπησε ποτέ, κι ας κύλησαν τόσα χρόνια από κείνη τη νύχτα που έφυγε με το καράβι, όλη τη νύχτα ένα κουβάρι στο κατάστρωμα κι ακούνητος στο πλάι της ο αδελφός της ο μεγάλος – μην του ξεφύγει; Να πάει πού;

Και τώρα ολομόναχη στην μικρή παραλία, με τους αφρούς απ’ τα κύματα να βρέχουν τα γυμνά της πόδια, δεν το κατάλαβε πως έγινε και την πήραν τα κλάματα – «μ’ αυτός που γνώρισε την ευτυχία και την έχασε, μ’ ορφανεμένη την ψυχή αποζητάει τ’ άπιαστα, χαρές που δεν ξαναγυρνάνε»* – για εκείνη τη μικρή, την ξεχασμένη Μάχη, που δεν ήξερε τι να τον κάνει τόσο πόνο, χρόνια ολόκληρα δεν ήξερε τι να την κάνει τόση οργή για τα συντρίμμια του κόσμου της.



Ήμουνα δέκα χρονών. Για την ακρίβεια, ήταν την ημέρα των γενεθλίων μου, εκείνη την ημέρα γνώρισα την Ανδρομάχη – η επιστροφή της Ανδρομάχης. Είχε αφήσει έξω από το χωριό το αυτοκίνητό της κι ήρθε μέχρι την πλατεία με τα πόδια. Για να περάσει απαρατήρητη. Ποια; Η Ανδρομάχη! Με το μακρύ, μαύρο φόρεμά της καλοκαιριάτικα και τα κάτασπρα χέρια της να προβάλουν μέσα από τα μανίκια. Μόνο καμπάνες που δεν κτυπήσανε, γυρίσαμε όλοι και την κοιτάζαμε. Στάθηκε εκείνη λίγες στιγμές ακίνητη με το κεφάλι στραμμένο κατά το βουνό κι έπειτα ήρθε στο καφενείο του πατέρα μου, κάθισε σ’ ένα απόμακρο τραπεζάκι και μας γύρισε την πλάτη σαν να μην υπήρχαμε.

Όταν πήγα να πάρω παραγγελία, με ρώτησε πώς με λένε και ποιος είναι ο πατέρας μου.

«Πολυξένη Δρακάκη με λένε» της είπα καμαρωτή. Μου άρεσε το ενδιαφέρον που της προκάλεσα. «Κι αυτός εκεί είναι ο πατέρας μου» συνέχισα και της τον έδειξα τεντώνοντας το χέρι.

Καθόταν στην πόρτα του καφενείου ο πατέρας μου, κάπνιζε κι έδειχνε να μην τον αφορά η άφιξη της ξένης. Όμως είμαι σίγουρη ότι είχαν γνωρίσει ο ένας τον άλλο απ’ την πρώτη στιγμή. Τι άνθρωποι! Μέσα από τη φωτιά είχαν περάσει και γλίτωσαν, ξαναβρεθήκανε μετά από τόσα χρόνια κι αντί να πέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, δεν άφησαν ούτε τα βλέμματά τους να διασταυρωθούν. Μόνο μετά, στο μοναστήρι, μου είπε ότι τον γνώριζε. Όταν της έφερα τον καφέ που είχε παραγγείλει, με ρώτησε αν ξέρω ένα μοναστήρι που ήταν εκεί, στα μέρη μας. Προσπάθησε, λέει, να το βρει όπως ερχότανε, αλλά δεν τα κατάφερε.

Το μοναστήρι ήταν σκαρφαλωμένο στο βουνό και κινήσαμε με τα πόδια. Πήγαινα μπροστά για να της δείχνω το δρόμο, αλλά μετά έχασα τον προσανατολισμό και της το είπα. Μου έδειξε αμίλητη ένα μονοπάτι και αλλάξανε οι ρόλοι. Πήγαινε πια εκείνη μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Κάναμε τρέχοντας σχεδόν τα τελευταία μέτρα, στο βάθος αχνοφαίνονταν τα ερείπια του μοναστηριού. Σαν φτάσαμε στην πόρτα του, στάθηκε ακίνητη κι έσφιξε με τα χέρια το στήθος της, έδειχνε να υποφέρει θανάσιμα, νόμισα πως θα σωριαστεί κάτω.

«Κυρία!» ξεφώνισα. Γύρισε και με κοίταξε. Αν με κοίταξε, δηλαδή, γιατί εγώ νόμιζα ότι ονειρευόταν.

«Ξέρετε την ιστορία;» της είπα και την τράβηξα απ’ το φουστάνι για να την ξαναφέρω κοντά μου.

«Ποια ιστορία;» με ρώτησε κι ένιωσα να μικραίνω κάτω απ’ το βλέμμα της, τόση ένταση είχε. Μετάνιωσα και δεν ήθελα πια να μιλήσω αλλά εκείνη επέμενε.

«Ποια ιστορία;».

«Το ’48 ήτανε. Εδώ, στο μοναστήρι, στήσανε ενέδρα σ’ ένα παλικάρι που κρυβόταν στα βουνά μας. Και το σκοτώσανε. Οι χωροφύλακες. Μια γυναίκα ήτανε, λέει, στη μέση. Αυτή τον έδωσε, δεν ξέρω γιατί. Έπειτα χάθηκε, κανείς δεν ξανάκουσε να μιλάνε γι’ αυτήν. Λένε πώς πέθανε».

«Όχι, δεν πέθανε…».

«Δεν πέθανε;… Πώς το ξέρετε;».

«Δεν το ξέρω. Έτσι το λέω… Έγινε μετά μάχη μεγάλη. Ήρθανε οι αντάρτες να πάρουν το πτώμα να το θάψουνε και τους είχαν στήσει ενέδρα οι άλλοι. Κι εκείνο το βράδυ έπιασε φωτιά το μοναστήρι, κανείς δεν ξέρει πώς έγινε, κανείς απ’ το χωριό δεν τόλμαγε να πλησιάσει πριν βραδιάσει να ψάξει για τους νεκρούς. Όλο το βράδυ καιγόταν το μοναστήρι κι έπειτα έσβησε μόνη της η φωτιά».

«Πώς το ξέρετε;».

«Δεν το ξέρω. Έτσι το λέω…».

Τότε μου ζήτησε να φύγω. Δεν μου το ζήτησε, με διέταξε.

«Φύγε τώρα!» μου είπε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει κι εγώ άρχισα να πισωπατάω, «πεθαμένη είναι, φάντασμα είναι» σκεφτόμουνα και κτύπαγαν τα δόντια μου απ’ τον τρόμο. Κι όπως πισωπατούσα την ξανάκουσα να λέει,

«Πες στον πατέρα σου ότι το αίμα πήρε εκδίκηση. Θα καταλάβει εκείνος».

«Ποια είσαι; Τι να του πω του πατέρα μου;».

Μα εκείνη είχε χαθεί πια.

Έκανα τρέχοντας το δρόμο από το μοναστήρι μέχρι το χωριό, κοβόταν η ανάσα μου αλλά δεν σταματούσα σαν να ‘ταν μόνον έτσι που θα κατάφερνα να ξεφύγω από μια παράδοξη αίσθηση συνενοχής με τη γυναίκα – φάντασμα.

Μπήκα από την πίσω μεριά της πλατείας και σωριάστηκα στον αυλότοιχο της εκκλησίας, πλάι στην πέτρινη βρύση και το Ηρώο που είχαν φτιάξει γι’ αυτούς που σκότωσαν οι Γερμανοί. Πρώτα-πρώτα ήταν τα ονόματα των παππούδων μου και καμάρωνα όταν μας πήγαιναν με το σχολείο να καταθέσουμε στεφάνι.

Έβλεπα από μακριά τον πατέρα μου, όρθιο πλάι σ’ ένα τραπέζι, να καπνίζει και να παρακολουθεί τρεις άντρες που έπαιζαν χαρτιά. Περίμενε. Δεν ήξερα τι περίμενε, μα είχα την βεβαιότητα πως κι εκείνος ανυπομονούσε να φύγει ο κόσμος για να μπορέσει να έρθει να μου μιλήσει.

Πέρασε έτσι ώρα πολλή. Είχε φύγει κι ο τελευταίος πελάτης κι ο πατέρας μου κάπνιζε ακόμα ακίνητος στην ίδια θέση. Μετά τον είδα να πλησιάζει την εκκλησία. Χάθηκε για λίγο στο σκοτάδι η φιγούρα του κι έφεγγε μόνο η καύτρα απ’ το τσιγάρο του μέχρι που μπήκε στο φωτεινό κύκλο που σχηματίζανε τα λαμπιόνια του Ηρώου κι ήρθε και κάθισε πλάι μου.

«Λοιπόν;» του είπα και έτρεμε η φωνή μου από τη λαχτάρα. «Αυτή ήτανε η Μάχη; Γιατί δεν της μίλησες;»

«Δεν ξέρω τι μου λες. Μια ξένη ήτανε. Η Μάχη είναι πεθαμένη» αποκρίθηκε αφού με άφησε ώρα να περιμένω, καπνίζοντας αργά το τσιγάρο του και βαριανασαίνοντας σαν να του πίεζαν τα πνευμόνια τα ανείπωτα λόγια. Σηκώθηκε μετά απ’ το τοιχάκι, πάτησε το τσιγάρο στο χώμα με το πόδι του, έκανε δυο αβέβαια βήματα κι έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό.

«Άντε πάμε να κοιμηθούμε τώρα που έχει δροσιά. Αύριο θα το πει πάλι η ζέστη, δεν είδες τον ουρανό πώς ήτανε;»

Και κίνησε για το μαγαζί, να σβήσει τα φώτα, να το κλειδώσει και να φύγουμε.

«Μου είπε να σου πω ότι το αίμα πήρε εκδίκηση. Πως θα καταλάβεις εσύ…» του φώναξα, χωρίς να σηκωθώ από τη θέση που καθόμουνα κι έβαλα τα κλάματα από την υπερένταση.

Σα να γέρασε ξαφνικά, σα να καμπούριασε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη το ψιλόλιγνο κορμί. Είχε φτάσει πια στο μαγαζί και στάθηκε ακίνητος μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Μετά έκανε μια κίνηση με το χέρι, σα να ‘θελε να διώξει μια σκέψη που τον βασάνιζε, έσβησε τα φώτα, κλείδωσε και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Έτρεξα να τον προλάβω κι εκείνος ακούμπησε το χέρι στον ώμο μου. Περπατούσαμε για λίγο σιωπηλοί. Κι έπειτα, χωρίς να επιβραδύνει το βήμα του, παρασύροντας και το δικό μου βήμα στο ρυθμό του δικού του έτσι όπως ήμουνα κολλημένη στην αγκαλιά του, είπε σαν να μου ανακοίνωνε ένα συμπέρασμα που έβγαλε μετά από πολλή σκέψη:

«Όπως τα ξέρω εγώ έγιναν τα πράγματα. Τίποτα άλλο δεν έγινε. Κι εκείνη χάθηκε όταν έπρεπε να είναι μαζί μας. Πάμε να κοιμηθούμε τώρα, αυτά είναι παλιές ιστορίες, χρόνια τις μηρυκάζαμε κι άκρη δεν βγάλαμε. Έφυγε πάλι, δεν έφυγε; Ε, άσε τη να πάει στην ευχή του Θεού, εμείς εδώ έχουμε τα δικά μας βάσανα, μας φτάνουν και μας περισσεύουν».

Δεν είπε άλλη λέξη, λούφαξα κι εγώ και δεν ρώταγα. Φτάσαμε στο σπίτι και το βρήκαμε ολοσκότεινο, η μάνα μου θα είχε κιόλας κοιμηθεί.

«Κοιμήσου εσύ, ένα τσιγάρο θα καπνίσω ακόμα και θα ‘ρθω» είπε ο πατέρας μου και τράβηξε μια καρέκλα κάτω απ’ την κληματαριά.

«Να μείνω να κουβεντιάσουμε; Δεν νυστάζω».

Πήγε για μια στιγμή να μου πει «ναι»,αλλά μετάνιωσε και μου έγνεψε να φύγω. Τον κοίταξα για λίγο περιμένοντας μήπως αλλάξει γνώμη κι έπειτα άνοιξα την πόρτα του σπιτιού και πήγα κι άναψα το φως της αυλής.

«Κλείσε το μην το ξεχάσουμε αναμμένο» μου είπε ο πατέρας μου και όπως ξαναγύρισε το σκοτάδι στην αυλή, άρχισε απρόσμενα να μιλάει.

«Στην αγκαλιά της ξεψύχησε ο Νικηφόρος κι εγώ κύλησα λαβωμένος και χάθηκα στα χαλάσματα, αυτό με έσωσε και δεν με σκότωσαν κι εμένα. Θα τον σκοτώσω! Σ’ ορκίζομαι Μιχαλιό μου να τον σκοτώσω, την άκουσα να ουρλιάζει, όπως τον έσερνε ο αδελφός της απ’ τα μαλλιά. Εγώ όμως νόμιζα ότι είχα πεθάνει κιόλας. Δεν την ξαναείδα. Κανείς μας δεν την ξαναείδε και δεν την ψάξαμε, γιατί το είχαμε για σίγουρο πως εκείνη έφερε τον αδελφό της στο μοναστήρι να σκοτώσει τον Νικηφόρο…»

«Μια γυναίκα μου είχες πει ότι έφερε τους χωροφύλακες» τον διέκοψα έκπληκτη.

Δεν γύρισε να με κοιτάξει.

«Τι θέλει από μένα και ξανάρχεται;» συνέχισε να μιλάει με τον εαυτό του. «Γιατί δεν με αφήνει να την ξεχάσω;»

Τον πλησίασα εξαγριωμένη και τον σκούντησα στον ώμο για να με προσέξει.

«Δεν ήταν εκείνη. Μια ξένη ήταν που έφερε τους χωροφύλακες. Γιατί μου λες ψέματα τώρα;» του φώναξα, νιώθοντας να με πνίγει η ανάγκη να υπερασπιστώ τη Μάχη, τη μικρή συντρόφισσα του πατέρα μου στο μακρύ ταξίδι της κατοχής και του εμφύλιου.



Intermezzo


Έτρεχε κι άκουγε την ανάσα της να σφυρίζει, ό,τι άκουγε ερχόταν από μέσα της, η ανάσα της, λυγμοί πνιγμένοι, ο κτύπος της καρδιάς της. «Να προλάβω, αχ να προλάβω», κι έκλεινε τα μάτια στα μάγια του βουνού, μεγάλο, να την καταπιεί στα σπλάχνα του ήταν σήμερα το βουνό και το φοβόταν.

Κόντευε να φτάσει, είχε φανεί πια το μοναστήρι στο τέρμα του μονοπατιού όταν άκουσε τα βήματα. Ούτε που το κατάλαβε για πότε κατρακύλησε στην πλαγιά γδέρνοντας το κορμί της στις πέτρες και τα βάτα. Πάλευε να κρυφτεί, αλλά οι θάμνοι που σταμάτησαν το πέσιμό της την είχαν φυλακίσει μέσα στα αγκάθια τους και θέριευε ο πόνος σε κάθε της κίνηση. Τα βήματα πλησίαζαν, μάταιο να προσπαθήσει πια να κρυφτεί, έβαλε όλη της τη δύναμη και πετάχτηκε όρθια, αφήνοντας τούφες μαλλιά στα αγριόκλαδα.

«Μην τον πειράξεις, εμένα σκότωσε» ξεφώνισε αλλοπαρμένη για να βρεθεί ξέπνοη στην αγκαλιά του Νικηφόρου. «Φύγε. Κρύψου. Θα σε σκοτώσουν» και δεν χόρταινε να τον αγγίζει, να τον φιλάει, να χάνεται στα μάτια του.

Λιπόθυμη την μετέφερε ο Νικηφόρος στο μοναστήρι, εκεί άνοιξε τα μάτια της και δεν το πίστευε πως ήταν ζωντανοί κι οι δυο τους. Για πόσο ακόμη;

«Ξέρουν πού βρισκόσαστε, θα έρθουν να σας σκοτώσουν, άκουσα το Μανόλη μας που το έλεγε όταν ήρθαν να τον πάρουν με το αυτοκίνητο, περίμενα να φύγουν κι έτρεξα».

Λαχάνιαζε να τα προλάβει όλα.

«Σε παρακολούθησε κανείς;» τη διέκοψε ο Νικηφόρος. «Τον ξαναείδες τον αδελφό σου; Πού ήταν όταν έφυγες;»

«Δεν ξέρω» ούρλιαξε έντρομο το κορίτσι κι εκείνος της έπνιξε το ουρλιαχτό με την παλάμη του. «Δεν ξέρω, δεν τον είδα. Δεν ήταν στο σπίτι όταν έφυγα. Έπρεπε να έρθω, να σας βρω και να σας πω να προσέχετε. Κανέναν δεν είδα, τίποτα δεν είδα… Τι έκανα Παρθένα μου, τι έκανα! Φύγε να προλάβεις, θα πεθάνω αν σε σκοτώσουν…». Πνιγόταν η φωνή της στο κλάμα.

«Θα προλάβουμε, θα φύγουμε, θα έρθεις κι εσύ μαζί μας, δεν μπορείς πια να γυρίσεις πίσω… Θα σας πάρουμε και τους δυο. Κι εσένα και τον Μιχάλη».

Μέσα από τα δάκριά της είδε η Μάχη τον Μιχάλη να στέκεται μακριά τους, μπροστά απ’ την πόρτα της εκκλησίας.

«Τον Μιχάλη… Ναι, αυτός θα έρθει. Εγώ δεν μπορώ. Βάρος θα σας είμαι, περιμένω παιδί, είμαι έγκυος…» ψέλλισε τρομαγμένη και ίσα που πρόλαβε να δει τα μάτια του Νικηφόρου να γεμίζουν δάκρια πριν ακουστούν οι πυροβολισμοί.





Τα παιδιά και οι στρατιώτες


Ιστορία πρώτη: Ο Μιχάλης


Δώδεκα χρονών ήταν ο Μιχάλης όταν εκτελέσανε τους δικούς του οι Γερμανοί και κάψανε το χωριό του για αντίποινα, στα τέλη του ‘43. Κανέναν τους δεν πρόλαβε να δει, μόνον τις φλόγες. Δεν θέλησε μετά να πάει με τους άλλους στον Πειραιά, στη θεια του. Μικρό παιδί ήταν και πίστευε πως θα τελειώσει ο πόλεμος και θα ξανάρχιζε η ζωή από εκεί που την έκοψε η φωτιά κι οι σφαίρες στα κορμιά των εκτελεσμένων. Και ήθελε να ‘ναι εκεί, να υποδεχτεί τους άλλους, «είδατε που βιαστήκατε να φύγετε;» να τους πει. Έμεινε, λοιπόν, σ’ ένα θείο του, τον Αργύρη το Μυλωνάκη, στο πάνω χωριό. Και περίμενε να έρθει η ώρα η καλή, να γυρίσουν πάλι όλοι στο χωριό τους, να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους, να φτιάξουν και τα μνήματα των νεκρών τους.

Ο θείος του ήταν γέρος, είχε ξενιτευτεί μικρός κι έκανε χρόνια στην Αμερική. Είχε πατήσει τα πενήντα όταν γύρισε. Έφερε λεφτά κι αγόρασε γη, προίκισε την αδελφή του – τη μάνα του Μιχάλη - άνοιξε κι ένα ελαιοτριβείο, το πιο μεγάλο της περιοχής τους ήτανε, όλα τα γύρω χωριά στο ελαιοτριβείο του Μυλωνάκη πηγαίνανε μέχρι που ήρθε ο πόλεμος και έφερε τα πάνω, κάτω.

Λίγα χρόνια μετά το γυρισμό του απ’ την Αμερική, ακούστηκε πως θα παντρευτεί μια Αθηνά, μοδίστρα.

«Αν δεν την πάρω θα φαρμακωθώ!» ακούστηκε πως έλεγε και κρυφογελούσαν στο χωριό, μεγάλος άνθρωπος και να λέει πως θα φαρμακωθεί από έρωτα!

Πέρασε καιρός μέχρι να τη δεχτούν τη νύφη. Δυσπιστούσαν, τους ξένιζε κι η λύπη που ήταν χυμένη στο πρόσωπό της, φαντάζονταν και ιστορούσαν τα μύρια όσα γι’ αυτή τη μικροκαμωμένη γυναίκα που μάγεψε το γέρο. Στο χρόνο επάνω γεννήθηκε ο γιος τους, ο Λουκάς, και τότε άνοιξαν από μόνες τους οι πόρτες του χωριού να τη δεχτούν, να την κάνουν δικιά τους την Αθηνά οι χωριανοί.

Πεντάρφανη από μικρή ήταν η Αθηνά. Ζούσε με τη γιαγιά της στην πόλη, σε πλήρη ένδεια, η γειτονιά τους φρόντιζε. Μετά πέθανε η γριά, τους πήραν και το σπίτι που μένανε - ελεημοσύνη ήταν κι αυτό, μια τρύπα, τίποτα δικό της δεν είχε η γρια εκτός από τα βάσανα που της περίσσευαν. Και βρέθηκε το κορίτσι στους πέντε δρόμους, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, να παλεύει με νύχια και με δόντια για να επιζήσει. Κανείς δεν έμαθε ποια ήταν η ζωή της και ποια τα πάθη της εκείνα τα χρόνια. Μέχρι που τη λυπήθηκε ο Θεός και βρέθηκε η Σάρα να τη μαζέψει απ’ τους δρόμους.

Εβραιοπούλα ήταν η Σάρα και λογιζότανε η πιο καλή μοδίστρα της πόλης, χρυσωρυχείο ήταν το εργαστήρι της. Άτυχη κι αυτή στη ζωή της. Είχε φύγει από το σπίτι της και συζούσε μ’ ένα λαδέμπορο, βάρβαρο άνθρωπο, χοντροκομμένο, το άκρο αντίθετο απ’ τη μοσχαναθρεμμένη Σάρα. Μα εκείνη είχε τυφλωθεί, τον αγαπούσε και δεν τον άφηνε κι ας πέρναγαν τα χρόνια και κόντευε πια να γεράσει ανύπαντρη και άκληρη. Είχε και τον καημό του αδελφού της, που την έβλεπε στο δρόμο κι άλλαζε πεζοδρόμιο για να μην της μιλήσει. Βαρύς άνθρωπος κι αυτός, ντρεπόταν για τα χαΐρια της αδελφής του που έφυγε απ’ τη σκέπη της κοινότητας και έκανε τη ζωή της με τον ξένο.

Πήρε, λοιπόν, η Σάρα την Αθηνά κοντά της και την έμαθε μοδιστρική, να βγάζει τα έξοδά της για να μην ξαναπέσει στην ανάγκη του καθενός, μικρό κορίτσι, και να ντροπιάζεται. Πριν παντρευτεί πρόλαβε κι έκανε η Αθηνά μια καλή προικούλα, λίρες που τις ξοδέψανε σαν ήρθαν τα δύσκολα κι ο άντρας της ο Αργύρης έγινε χειρότερος κι από μωρό παιδί.

Η Αθηνά πήγε και πήρε τον Μιχάλη να τον κρύψει, τότε που κάψανε το χωριό του οι Γερμανοί. Δεν πήγε ο θείος του κι ας ήταν αδελφός της μάνας του.

«Να σηκωθεί να πάει με τους δικούς του» έλεγε εκείνος. «Τι θέλει να κρύβεται, μικρό παιδί, και να μας βάζει κι εμάς σε μπελάδες;».

Μα τότε ήταν ακόμα ανοιχτή η πληγή κι αιμορραγούσε για να μπορέσει να σκεφτεί ο Μιχάλης πόσο εκτέθηκε η Αθηνά, να βγει να τον γυρεύει στα βουνά που είχε κρυφτεί, να βάλει το κεφάλι της στο ντορβά αντί να κάτσει κι αυτή στ’ αυγά της και να κοιτάει τον άντρα της και το παιδί της. Και πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβει τη δύναμη που έκρυβε μέσα της εκείνη η μικροσκοπική γυναίκα, πίσω απ’ το λυπημένο της χαμόγελο.

Πήρε, λοιπόν, τη θέση της σκοτωμένης μάνας του η Αθηνά κι ας τον κράταγε σε απόσταση η λύπη της, η δυσκολία της να εκφράσει τα αισθήματά της με ένα χάδι, ένα φιλί, ένα γέλιο σαν όλες τις μάνες. Με το Λουκά ήταν αλλιώς. Κόλλησε επάνω του ο Μιχάλης κι ήταν στιγμές που ξέχναγε τον πόλεμο και νόμιζε πως θα ερχόταν πάλι οι δικοί του να τον πάρουν, να πάνε στο χωριό τους, στο σπίτι τους όπως τις άλλες φορές που τον έφερνε η μάνα του και τον άφηνε να κάνει λίγες μέρες στο σπίτι του αδελφού της. Με το Λουκά, λοιπόν, σεργιανίσανε το υπόλοιπο της κατοχής κι αργότερα - στον άλλο πόλεμο - μαζί του πρωτόμαθε τα βουνά ο Μιχάλης.


***


Όταν γνώρισε τη Μάχη ο Μιχάλης, δεν είχαν στεγνώσει ακόμα τα μάτια του για τους νεκρούς του και τον ξεριζωμό του. Καθότανε με το θείο του και τον Λουκά στην αυλή του σπιτιού και ο Λουκάς πάλευε να του βγάλει από το δάκτυλο μια σκλήθρα απ’ τα ξύλα που έκοβε για να τους βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού. Του είχε κάνει πληγή η σκλήθρα και είχε κακοφορμίσει.

«Δεν ήξερες μωρέ αφορεσμένο παιδί να το πεις πιο νωρίς, πριν φτάσει σ’ αυτά τα χάλια το δάκτυλό σου;» μουρμούριζε ο θείος του ενόσω ο Λουκάς πάλευε ν’ ανοίξει το πληγιασμένο δάκτυλο και να το καθαρίσει. Είχε κλειστά τα μάτια ο Μιχάλης και δάγκωνε τα χείλια του να τα ματώσει, δεν ήθελε να κλάψει, ντρεπότανε το θείο του και πιο πολύ ακόμα ντρεπότανε το Λουκά.

«Έτοιμος! Μέχρι να παντρευτείς θα γιάνεις» άκουσε το Λουκά να λέει, άνοιξε τα μάτια του και αντί για το Λουκά είδε τη Μάχη. Στεκόταν στην αυλόπορτα, κοιτούσε τα όσα γίνονταν και δεν τολμούσε να πλησιάσει, να δει τα αίματα, τον πόνο του παιδιού. Μόνο στεκότανε εκεί κι έκλαιγε εκείνη για λογαριασμό του. Θαμπώθηκε ο Μιχάλης, μαργαριτάρια τα δάκρια του κοριτσιού.

«Λες να μου τη δώσουνε τη Μάχη να την παντρευτώ σαν μεγαλώσουμε; Θα ‘χει τελειώσει κι ο πόλεμος…» ρώτησε μια μέρα το Λουκά κι έγινε μετά κατακόκκινος απ’ τη ντροπή του.

«Πρόσεχε μόνο κακομοίρη μου, μην πας να τη ζητήσεις απ’ τον αδελφό της το Μανόλη! Αυτός τρώει ανθρώπους, μια χαψιά θα σε κάνει» γέλασε ο Λουκάς. «Καλά που ξεκουμπίστηκε απ’ το χωριό και ξεβρόμισε ο τόπος» σοβάρεψε μετά. Όμως σα να φοβήθηκε ότι είπε πολλά, γύρισε κι έριξε μια καρπαζιά στο κουρεμένο κεφάλι του Μιχάλη

«Άντε μωρέ κακομοίρη που ακόμα τα βρακιά σου δεν ξέρεις να δένεις και θες και παντρειές!».

Δεν την ξέχασε όμως την κουβέντα του ο Μιχάλης. Μυστήριο μεγάλο η εξαφάνιση του Μανόλη του Γιουνάκη, πολλές ιστορίες λέγανε. Δεν τον θυμότανε ο Μιχάλης τον μεγάλο αδελφό της Μάχης, μια φορά τον είχε δει όλη κι όλη πριν απ’ τον πόλεμο, στο σπίτι του θείου του. Άρχισε να ρωτάει, λοιπόν, την Αθηνά, αλλά κι αυτή δεν του ‘λεγε κουβέντες καθαρές.

«Έφυγε» απαντούσε. «Δουλειές θα ‘χει, κι εσύ να μην φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν γιατί δεν θα σου βγει σε καλό». Και είχε ένα φόβο, ένα κράτημα η φωνή της, μα και ποιος μπορούσε να μαντέψει τότε τα ακατάλυτα δεσμά που είχαν ήδη αρχίσει να δένουν τη μοίρα όλων τους με τις δουλειές του Μανόλη;

Ο Μιχάλης, στο μεταξύ, άλλο δεν είχε στο μυαλό του από τη Μάχη. Πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, έξω από το σπίτι τους τριγυρνούσε. Ήταν ένα μακρόστενο σπίτι σαν καράβι σκαρφαλωμένο στη βουνοπλαγιά, σα να είχε εξοκείλει εκεί στην άκρη του χωριού – μετά, όταν χάθηκε η Μάχη, αυτή η εικόνα τον κυνήγαγε, ένα καράβι που είχε εξοκείλει στο βουνό. Την αυλή τους, από τη μεριά του δρόμου, την έκρυβε μια πελώρια καρυδιά, δεν είχε ξαναδεί ο Μιχάλης τόσο μεγάλο δέντρο. Μια φορά πήγε να σκαρφαλώσει στα κλαδιά της καρυδιάς, να φτάσει ψηλά, μήπως και καταφέρει να δει τη Μάχη που την άκουγε να τιτιβίζει στην αυλή. Δεν είχε προλάβει να κρεμαστεί απ’ το πρώτο κλαδί και είδε τον αδελφό της, το Νικολή, δυο βήματα από εκεί που ήτανε, να τον κοιτάζει μ’ ενδιαφέρον, τρώγοντας μια φέτα ψωμί αλειμμένη με λάδι και ζάχαρη. Είχε βγει στο δρόμο χωρίς να τον ακούσει ο Μιχάλης, ακουμπούσε στον μαντρότοιχο και έτρωγε το ψωμί του με μικρές μπουκιές, γλύφοντας με προσοχή τα δάκτυλά του μετά από κάθε δαγκωματιά.

«Αν θες να σκαρφαλώσεις, να πας απ’ την άλλη μεριά που είναι πιο εύκολο, έλα να σου δείξω» του είπε αλλά, πριν τελειώσει την κουβέντα του, ο Μιχάλης πήδηξε απ’ το δέντρο κι έγινε καπνός

Ένα απόβραδο, όπως περνούσε πάλι παριστάνοντας τον πολυάσχολο με τις δυο κατσίκες που έσερνε για να τις κλείσει στο μαντρί του μπάρμπα του, είδε τον παππού της Μάχης να στέκεται έξω από την αυλόπορτα. Έγινε κατακόκκινος ο Μιχάλης και τάχυνε το βήμα, αλλά τον σταμάτησε η φωνή του γέρου.

«Εσύ είσαι λοιπόν το Μιχαλιό; Πού πας και τρέχεις; Έλα να σε δω, μπάρμπας σου είμαι κι εγώ, ξάδελφος της μάνας σου».

Έκανε μεταβολή και τον πλησίασε με σκυμμένο κεφάλι.

«Τις κατσίκες πάω…» άρχισε να λέει και, όπως σήκωσε το κεφάλι και είδε τη Μάχη να προβάλλει πίσω από τον παππού της, νόμισε πως θα ξεμάτωνε το πρόσωπό του από το κοκκίνισμα. Όμως εκείνη πήγε ατάραχη και στάθηκε κοντά τους.

«Αύριο θα φυτέψουμε στο χωράφι μια καρυδιά» γύρισε και είπε στο Μιχάλη, σα να συνεχίζανε αρχινισμένη κουβέντα. «Ο παππούς λέει να τη φυτέψουμε εγώ κι ο Νικολής, να μεγαλώνει μαζί μας. Τον ξέρεις τον Νικολή; Ο αδελφός μου είναι, δεν είναι πολύ μεγάλος, ένα χρόνο μόνο με περνάει» συνέχισε σοβαρή-σοβαρή, ενώ ο Μιχάλης ξεροκατάπινε μέχρι που του ήρθε βήχας.

Την άλλη μέρα δεν κούνησε απ’ το σπίτι, μέχρι που τους είδε να φεύγουν κι οι τρεις για το χωράφι τους. Τότε τους ακολούθησε κρυφά και δεν θα τους μίλαγε πάλι αν δεν τον έπαιρνε κάποια στιγμή το μάτι του παππού.

«Έλα, έλα, μην κρύβεσαι. Έλα να βοηθήσεις κι εσύ στο φύτεμα της καρυδιάς» και τους ακολούθησε με το κεφάλι σκυμμένο, κλωτσώντας τα λιθάρια στο διάβα μου. Αν τον ρωτούσαν τότε τι είναι Θεός, «η Μάχη» θα έλεγε.


***

Ένα βράδυ, Ιούνης του ’44 ήτανε, καθότανε ο Μιχάλης στην αυλή με το θείο του και τον είχε μισοπάρει ο ύπνος στην καρέκλα. Καλοκαιράκι, μα δρόσιζε όταν βράδιαζε και χαλαρώνανε τα κορμιά απ’ τον κάματο και την κάψα της μέρας. Ετοιμαζόταν, λοιπόν, να πάει να πέσει στη γωνιά του, να συνεχίσει τον ύπνο του, όταν είδε το Λουκά να μπαίνει ξεγλωσσισμένος στην αυλή.

«Τους πνίξανε όλους! Εβραίους και κρατούμενους. Τους πήγαιναν για τα στρατόπεδα στη Γερμανία και τους πνίξανε μεσοπέλαγα. Κοντά χίλιες ψυχές λένε πως ήταν στο καράβι».

Πετάχτηκε και η Αθηνά απ’ το κουζινάκι που έπλενε τα πιάτα κι απόμεινε να κοιτάζει το γιο της αποσβολωμένη.

Δεν σάλεψε απ’ τη θέση του ο Μιχάλης, έκανε πως κοιμάται βαθιά για να μην το διώξουνε και δεν ακούσει ολόκληρη την ιστορία, γιατί άρχισαν να μιλάνε σιγανά κι η θεια του έκλαιγε απαρηγόρητη και σκέπαζε το κλάμα της τις σιγανές κουβέντες.

«Στάσου πρώτα να μάθουμε. Μπορεί να έφυγε η Σάρα, να γλίτωσε, να μην ήταν στο καράβι» σήκωσε μια στιγμή ο θείος του τη φωνή.

«Εκεί ήτανε! Το ξέρω! Πώς να γλίτωσε που τους είχαν μαζέψει όλους και τους είχανε κλείσει στη φυλακή; Από εκεί θα τους πήρανε…» απάντησε η Αθηνά και τρέχανε ποτάμια τα δάκρια απ’ τα μάτια της.

«Ναι, έτσι έγινε» επιβεβαίωσε ο Λουκάς και τότε, απρόσμενα, ξέσπασε θύελλα στην αυλή.

«Τι καθόμαστε και περιμένουμε; Να στείλει φωτιά ο Θεός να τους κάψει; Τα όπλα θα πάρω να βγω στα βουνά!» ξεφώνιζε η Αθηνά και χτυπιότανε σαν το λαβωμένο αγρίμι.

«Πάψε μωρή να μην μας κάψεις εσύ εμάς!» της έλεγε ο θείος του ενώ ο Λουκάς την έσφιγγε στην αγκαλιά του να την ηρεμήσει.

Με τα πολλά, κατάφεραν να τη στείλουνε στο σπίτι, κλείστηκε εκείνη στην κάμαρα κι ακουγόταν μέχρι έξω ο θρήνος της. Οι άλλοι δυο μένανε αμίλητοι και τον Μιχάλη τον είχαν ξεχάσει.

«Κι ο λεγάμενος; Ο αγαπητικός της ο λαδέμπορας;» ρώτησε κάποια στιγμή ο θείος του.

«Αυτόν θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Άσε τον αυτόν. Μόνο να τον βρω και ξέρω εγώ τι θα του κάνω. Άλλο όμως ήθελα να σου πω. Ξέρεις ποιος ήταν ανακατεμένος στην ιστορία; Ο Μανόλης ο Γιούνης».

«Αλήθεια το λες μωρέ; Καλά το μελέταγα εγώ πως δεν ήταν για καλό η εξαφάνισή του τόσον καιρό. Κακορίζικε ξάδελφε και πώς θα τ’ αντέξεις…»

«Δεν θα του πούμε τίποτα, κρίμα είναι…».

«Τι να μην του πούμε κακομοίρη Λουκά; Εμείς να μην του το πούμε, που συζητάει όλο το χωριό τις πομπές του γιου του;»

Άφησε την καρέκλα του ο Μιχάλης και πλησίασε για ν’ ακούει καλύτερα. Τότε τον θυμηθήκανε, τον έστειλε στο σπίτι ο θείος του κι άλλο δεν άκουσε. Μ’ αυτή την αφορμή όμως, μεγάλωνε και θέριευε η εικόνα του Μανόλη στο νου του, τον φοβότανε αλλά τον πείσμωνε κιόλας εκείνος ο φόβος, ποιος ήταν αυτός ο Μανόλης να τον φοβάται εκείνος που είχε σωθεί απ’ τους Γερμανούς;

Μια μέρα ρώτησε τη Μάχη.

«Πού είναι ο αδελφός σου ο Μανόλης; Γιατί δεν πολεμάει τους Γερμανούς;» και την ίδια ώρα που το ξεστόμισε δάγκωσε τη γλώσσα του, δίκιο είχε η θεια του να μην τον εμπιστεύεται και να μην θέλει να μιλάει μπροστά του.

Άναψε και κόρωσε η Μάχη.

«Και ποιος σου είπε εσένα ότι δεν πολεμάει τους Γερμανούς;»

«Αφού είναι στην πόλη και μαζεύει λεφτά για να γίνουμε πλούσιοι…» πετάχτηκε και είπε ο Νικολής, για να φάει μια ξανάστροφη απ’ την αδελφή του και να σωπάσει, σκύβοντας κατακόκκινος το κεφάλι, κι ας ήταν πιο μεγάλος απ’ το αγριεμένο κοριτσάκι.

«Ο Μανόλης μας είναι καλός» έκλεισε την κουβέντα η Μάχη.

Κατάλαβε όμως ο Μιχάλης ότι ο Μανόλης ήταν μαυραγορίτης κι αυτό ισοδυναμούσε με Γερμανός κι ακόμα χειρότερο. Μπερδεύτηκε και η εικόνα της Μάχης στην καρδιά του, η Μάχη του ήταν η αδελφή του μαυραγορίτη, η καημένη.

Τέλειωσε κάποτε ο πόλεμος με τους Γερμανούς και ξέσπασε ο άλλος. Τότε γύρισε κι ο Μανόλης στο χωριό με τη στολή και το καθήκον του χωροφύλακα και δεν πλησίαζε στο σπίτι των Μυλωνάκηδων, ούτε εκείνοι στο δικό του.

«Αυτόν, να μου το θυμηθείς, θα τον σκοτώσω κάποτε» είπε μια μέρα ο Μιχάλης στον μπάρμπα του.

«Τι σου ‘κανε μωρέ ο άνθρωπος και θα λες πως θες τον σκοτώσεις, να σε ακούσει και κανείς και να μας κάψεις;!» αγρίεψε εκείνος και του άστραψε ένα χαστούκι τόσο δυνατό που τον πήραν τα αίματα και θα τον έδερνε κι άλλο αν δεν έμπαινε στη μέση ο Λουκάς.

Ο Λουκάς του!

Είχε φουντώσει πια ο εμφύλιος για τα καλά στις άλλες περιοχές της χώρας όταν τον καλέσανε στο στρατό, να πάει να πολεμήσει τους αντάρτες στη Μακεδονία. Κι εκείνος λιποτάχτησε, χάθηκε ξαφνικά, σε κανένα δεν είχε πει την απόφασή του και νέα του δεν μαθαίνανε για μήνες. Ο γερο Μυλωνάκης έκανε σαν τον τρελό, σήκωνε χέρι και κτύπαγε την Αθηνά, της έλεγε πως θα την διώξει απ’ το σπίτι γιατί αν δεν ήταν αυτή να του φουσκώνει τα μυαλά δεν θα τολμούσε ο Λουκάς να κάνει τέτοιο πράγμα.

«Αφορισμένη γυναίκα! Ανυπότακτος επιστράτευσης το παιδί μας; Γραμμή για τουφέκισμα θα τον πάνε αν τον πιάσουνε. Και θα τον πιάσουνε. Εξοπλίζουν κόσμο για να τους κυνηγάνε όλους αυτούς που πήγαν στα βουνά. Μάτια δεν έχεις να δεις τι γίνεται;»

«Λέγε εσύ ό,τι θέλεις. Το παιδί μου δεν είναι προσκυνημένος να τρέχει όπου του λένε οι φονιάδες» αποκρινόταν η Αθηνά κι όταν την άκουγε ο Μιχάλης να το λέει, πήγαινε να κρυφτεί και να κλάψει απαρηγόρητα – και ο πατέρας του δεν ήταν προσκυνημένος, έτσι τον λέγανε, μα ούτε μνήμα δεν προλάβανε να του φτιάξουνε.

«Έγινε ληστής ο Λουκάς; Ληστές και φονιάδες είναι στα βουνά, έτσι λέει ο Μανόλης» ρωτούσε κι η Μάχη κι αστράφτανε τα γαλάζια της μάτια απ’ το ενδιαφέρον - ο Λουκάς να πάει με τους ληστές που, όταν του μίλαγες, κοκκίνιζε σαν κορίτσι;

«Δεν θα σε φοβηθώ! Θα σε δείρω αν το ξαναπείς!» θύμωνε ο Μιχάλης κι έπειτα την λυπότανε που είχε αδελφό τον Μανόλη και που πίστευε τις ιστορίες του.

Μια μέρα τους άκουσε η Αθηνά να μιλάνε, βγήκε κι άρπαξε τον Μιχάλη από το ρούχο και τον έσερνε μέχρι το σπίτι, πρώτη φορά σήκωσε χέρι να τον κτυπήσει.

«Μην θυμώνεις! Δεν φταίει η Μάχη! Ο φονιάς ο αδελφός της φταίει!» ξεφώνιζε εκείνος προσπαθώντας να καλύψει το κεφάλι του, γιατί την είχε φοβηθεί στ’ αλήθεια πως θα τον κτυπούσε.

«Μη μιλείς μωρέ! Είναι κουβέντες αυτές που κάνεις; Θες να το κάψεις το παιδί μου; Αλλά δεν φταις εσύ, εγώ φταίω που νόμιζα ότι θα καταλάβαινες μ’ αυτά που έχεις τραβήξει κι εσύ μαύρο». Κι αντί να τον κτυπήσει, τον αγκάλιασε σφιχτά – πρώτη φορά κι αυτό – κι έκλαιγε, εκεί στην αυλόπορτα του σπιτιού

Κι έτσι μοιράστηκε ο Μιχάλης τον πόνο της Αθηνάς κι έγινε συνένοχος. Συνένοχος μέχρι το τέλος. Όταν μάθανε επιτέλους νέα του Λουκά, είχε αρχίσει πια και στον τόπο τους ο εμφύλιος. Ο γερο Μυλωνάκης έκλεισε αυτιά και μάτια, μα η Αθηνά γύρισε και είπε στο παιδί, «αυτοί στα βουνά κι εμείς εδώ αγόρι μου. Ό, τι μπορούμε θα κάνουμε κι εμείς από εδώ».

Και πήρε πια ο Λουκάς για τα καλά τη θέση του πεθαμένου του πατέρα, έγινε στρατιώτης ο Μιχάλης για το Λουκά, κομμάτια να τον κόβανε λέξη δεν θα ‘βγαζε να μαρτυρήσει τον πατέρα του. Μετά ήρθαν όλα τ’ άλλα και όταν σκοτώθηκε ο Λουκάς, ο Μιχάλης ήτανε κιόλας από μήνες στο βουνό, κυνηγημένος κι αυτός. Σπάραξε, χτυπήθηκε, είπε «εγώ θα πάρω τη θέση του», μα να την κάνει τι; Τέλειωσε ο εμφύλιος κι ήτανε ακόμα κυνηγημένος, χρόνια κυνηγημένος από εχθρούς και φίλους, πάντα να χρωστάει και τελειωμό να μην έχει το χρέος.


***

Μεγάλα γεγονότα έγιναν στην πόλη και δεν τους άφηναν πια σε χλωρό κλαρί τους παλιούς Εαμίτες. Ληστοφυγόδικους, συμμορίτες, οπλισμένους εγκληματίες, έτσι τους κατονόμαζαν.

Απρίλης του ’47 ήτανε. Εκείνο το βράδυ ο Μιχάλης έπρεπε να συνοδέψει κάποιον στο βουνό. Ήρθε κυνηγημένος από την πόλη, Νικηφόρο τους είπαν ότι τον λέγανε. Δεν ήταν το πραγματικό του όνομα, αλλά δεν ρώτησαν τίποτα άλλο, αυτό που μέτραγε ήταν να φύγει, πάση θυσία ν’ ανέβει στο βουνό εκείνη τη νύχτα, μετρημένες ήταν οι ώρες του. Όλα τα είχε οργανώσει η Αθηνά, το Νικηφόρο τον είδε πρώτη φορά ο Μιχάλης να ξεπροβάλει αθόρυβα μες στο σκοτάδι της πίσω αυλής. Είχε βγει πρώτος απ’ το σπίτι να κατοπτεύσει το δρόμο και, έτσι όπως ήταν έτοιμος να γνέψει στο Νικηφόρο να βγει κι αυτός, νόμισε πως θα σταματήσει η καρδιά του.

«Σφαντάζει η ελιά» πρόλαβε να σκεφτεί και ήταν έτοιμος να δώσει ένα σάλτο να μπει πάλι στο σπίτι, όταν κατάλαβε ότι το φάντασμα ήταν η Μάχη, κολλημένη στον κορμό της μεγάλης ελιάς και τρανταζόταν το κορμί της απ’ τους λυγμούς.

«Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;» τη ρώτησε σαν πήγε η καρδιά του στη θέση της, κι άρχισε να σκουπίζει άτσαλα μύξες και δάκρια απ’ το πρόσωπό της φίλης του.

«Τι έχεις; Τι σου κάνανε;»

«Σπίτι σας ερχόμουνα κι έπεσα στο δρόμο, έτρεχα και δεν έβλεπα στο σκοτάδι» απάντησε το κορίτσι και κοβότανε η φωνή της απ’ τους λυγμούς.

«Τι δουλειά είχες να τρέχεις στο σκοτάδι;»

«Ο Νικολής μας είναι πολύ άρρωστος. Μ’ έστειλε η μάνα μου να φωνάξω τη θεια σου που ξέρει. Λείπει κι ο παππούς. Μόνες μας είμαστε και φοβόμαστε».

Έκλαιγε πια φωναχτά η Μάχη και ο Μιχάλης την κοιτούσε αποσβολωμένος, δεν ήξερε τι να κάνει, έτρεμε κιόλας μην τους πάρει μυρωδιά το χωριό και τότε πού θα κρύβανε τον κυνηγημένο; Ανάσανε σαν είδε την Αθηνά να προβάλει στην πόρτα. Την είδε κι η Μάχη και έτρεξε να πέσει στην αγκαλιά της.

«Θεία τρέξε, πάμε σπίτι γρήγορα. Θα πεθάνει ο Νικολής μας αν αργήσουμε».

«Σώπαινε κορίτσι μου, μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ» είπε σιγανά η Αθηνά. Με το ένα χέρι αγκάλιαζε τη Μάχη να την ησυχάσει και με το άλλο έγνεφε στον Μιχάλη να βιαστεί.

«Πού πάει ο Μιχάλης;» ξαφνιάστηκε η Μάχη και τον άρπαξε απ’ το χέρι μην της φύγει. Πνιγόταν ακόμα απ’ τους λυγμούς.

«Πουθενά δεν πάει. Σ’ ένα θέλημα τον στέλνω. Εδώ πιο πάνω…»

Ακούστηκε ένας σιγανός θόρυβος από βήματα στο μονοπάτι που πήγαινε για το βουνό και ξέχασε τότε για τα καλά τα κλάματα η Μάχη.

«Ποιος είναι αυτός που ήταν μαζί σου; Πού πάει;» ρώτησε τον Μιχάλη που είχε απομείνει να κοιτάζει πότε τη θεια του και πότε το μονοπάτι που είχε πάρει ο Νικηφόρος κι απομακρυνόταν.

«Σσσσ!» της έκλεισε το στόμα η Αθηνά. «Κανείς δεν ήταν μαζί του, μόνος του είναι».

«Μα αφού τον είδα….» τραβήχτηκε η Μάχη και την κοίταζε έκπληκτη.

«Τίποτα δεν είδες! Ούτε τον Μιχάλη. Κανένα δεν είδες απόψε. Αν μιλήσεις θα μας κάψεις. Ακούς κυρά μου; Τίποτα! Πάμε τώρα στο παιδί σας, που θα έχει τρελαθεί κι η μάνα σου μόνη της και κάποια μέρα θα σου εξηγήσω. Μα μέχρι τότε τσιμουδιά. Πάμε να σου σκουπίσω και τα αίματα, τα τσάκισες τα πόδια σου, πώς τα κατάφερες να κτυπήσεις έτσι;»

Και την παρέσυρε σφιχταγκαλιασμένη στην ανηφόρα, δεν την άφηνε να γυρίσει το κεφάλι πίσω ενόσω ο Μιχάλης έτρεχε να προλάβει τον Νικηφόρο.

«Τι έγινε; Ποια ήταν αυτή;» ρώτησε ο Νικηφόρος τον Μιχάλη όταν τον έφτασε λαχανιασμένος, ακόμα δεν είχε συνέλθει απ’ την τρομάρα.

«Η Μάχη… Ένα κορίτσι…». Δεν ήξερε τι άλλο να πει.

«Τι ήθελε νυχτιάτικα στο δρόμο; Δικιά μας είναι; Τι σου έλεγε;» ξαναρώτησε ο Νικηφόρος.

Δεν ήθελε να μιλήσει ο Μιχάλης. Ντρεπόταν που είχαν πάει όλα τόσο άσχημα και τώρα μπορεί να κινδύνευε ο άνθρωπος που τους εμπιστεύτηκαν. Ήταν όμως κι ο Μανόλης. Τον έτρωγε η έγνοια μην ξεφύγει τίποτα της Μάχης και το ακούσει ο αδελφός της. Έτσι, κάθισε και του τα είπε όλα του Νικηφόρου. Του είπε και για το Μανόλη.

«Τον έχω ακουστά αυτόν. Λένε πως είναι επικίνδυνος σα λυσσασμένος σκύλος».

Ήταν σκοτάδι και δεν φαινόταν η μορφή του μα η φωνή του ακούστηκε θυμωμένη, σα να ‘χε κάτι στο νου του που τον εξόργιζε. Τάχυναν το βήμα και περπατούσαν για λίγο αμίλητοι.

«Εκεί που μας έφεραν, άλλη λύση δεν έχουμε» είπε σε λίγο ο Νικηφόρος. «Πάμε και βλέπουμε αν είναι να κρυφτείς κι εσύ γιατί φοβάμαι μην μιλήσει η μικρή και τότε θα σε κάνουν να ξεράσεις το γάλα της μάνας σου».

«Κομμάτια να με κάνουνε δεν θα μιλήσω!»

«Το ξέρω παιδί μου. Μου το είπανε. Να μη σε φοβάμαι. Πάμε τώρα μην ξημερώσει και μας βρει ο ήλιος στο δρόμο και εκεί θα δούμε τι θα γίνει».

Ποιος ξέρει τι τους έκανε να πάρουνε το ρίσκο και να τον στείλουν πάλι στο χωριό το Μιχάλη. Καμάρωνε εκείνος που τον εμπιστεύτηκαν – έτσι ήθελε να πιστεύει, άλλο λόγο δεν έβλεπε.

Πέρασε καιρός, γιατρεύτηκε κι ο Νικολής, γίνανε πάλι αχώριστα τα τρία τους και άλλη κουβέντα για εκείνη τη νύχτα δεν έγινε. Ούτε για τον Λουκά.

Το επόμενο φθινόπωρο άρχισε ο Νικηφόρος να ξερνάει αίμα.

«Μη φοβόσαστε, θα μου περάσει. Παλιές ιστορίες. Νόμιζα πως θα τις γιάτρευε πάλι το βουνό, άλλοι δίνουν περιουσίες για να ‘χουν τον καθαρό αέρα που έχουμε εμείς τσάμπα…» πάλευε ν’ αστειευτεί, μα το γέλιο του πνιγότανε κάθε φορά στο βήχα και γέμιζαν αίμα τα ρούχα του.

Πέρναγε ο καιρός και η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ψηνότανε στον πυρετό, κέρινο είχε γίνει το πρόσωπό του κι οι άλλοι συζητούσανε τι θα τον κάνουν, που θα πέθαινε αν έμενε αβοήθητος. Στο σπίτι των Μυλωνάκηδων δεν μπορούσαν να τον κρύψουν, ήταν καμένο λόγω του Λουκά. Ούτε και σ’ άλλο σπίτι στο χωριό μπορούσαν να εμπιστευθούν τέτοιο φορτίο.

Την ιδέα την είχε η Αθηνά. Υπήρχε ένα άδειο σπίτι, μακριά, έξω από το χωριό, σ’ ένα χωράφι παρατημένο από χρόνια, από προπολεμικά. Των Γιούνηδων ήτανε, αλλά ο γέρο Γιούνης δεν άφηνε να πατήσει ψυχή, γιατί ήταν μπερδεμένα τα κληρονομικά του κι έλεγε πως, όσο να τα ξεμπερδέψουν, σε κανένα δεν ανήκε η γη και κανείς δεν θα την εκμεταλλευότανε – ξερό κεφάλι κι αυτός, αγύριστο, τον έπιασε το πείσμα και άφησε το χωράφι να ρημάξει, μαζί και το σπίτι.

Εκεί είπε η Αθηνά να πάνε το Νικηφόρο. Το συζητήσανε, το βρήκανε παράτολμο μα άλλη λύση δεν υπήρχε κι ο χρόνος τους πίεζε. Τον φορτώσανε, λοιπόν, σ’ ένα φορείο, τον κουβάλησαν νύχτα στο χωριό και το άλλο πρόβλημα το ‘λυσε πάλι η Αθηνά. Τι είπε της Μάχης, πώς την κατάφερε, μόνον οι δυο τους το ξέρανε. Ένα ολόκληρο μήνα τον φρόντισαν η Αθηνά και η Μάχη και ξαναγύρισε στη ζωή ο Νικηφόρος.

Σα να άλλαξε κι η Μάχη σ’ αυτόν το μήνα. Μέστωσε, ξεθάρρεψε, άνοιξε το σύνορο του κόσμου της, δεν την φοβόταν πια τη νύχτα, άνοιγε κρυφά την πόρτα του σπιτιού της κι έπαιρνε τους δρόμους κάθε που υπήρχε ανάγκη. Χρειάστηκε κι άλλες φορές να βοηθήσει την Αθηνά, να κάνει το σύνδεσμο με τους αντάρτες. Ροβολούσαν παρέα με το Μιχάλη το βουνό, μάτι ανθρώπου δεν τους έβλεπε και θαύμαζε ο Μιχάλης πώς έμαθε η Μάχη να κρύβεται έτσι, να χάνεται μπροστά στα μάτια σου σαν το αερικό.

Μια μέρα δεν άντεξε και της το είπε.

«Μάχη μου σ’ αγαπώ και θέλω να παντρευτούμε όταν τελειώσει ο πόλεμος και γυρίσω κι εγώ στο χωριό μου να ξαναφτιάξω το σπίτι μου».

Έσκυψε το κεφάλι του το κοριτσάκι.

«Σ’ αγαπώ κι εγώ Μιχάλη μου, αλλά αλλιώτικα. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ, είμαι πια γυναίκα του Νικηφόρου».

Θόλωσε το μυαλό του Μιχάλη, γκρεμίστηκε με μιας μέσα του το είδωλο του αντάρτη και πόνεσε πολύ, σα να του ξεριζώσανε κομμάτια απ’ την καρδιά του.

«Εμείς τον εμπιστευτήκαμε και σε στείλαμε να τον φροντίσεις κι αυτός… Σε χάλασε; Πες μου, σε χάλασε;»

Αμίλητη η Μάχη με το κεφάλι πάντα σκυμμένο.

«Μίλα μου! Γιατί δεν μου μιλάς;»

«Δεν είναι έτσι Μιχαλιό μου» άρχισε να μιλάει και ήταν γεμάτη δάκρια η φωνή της. «Τον αγαπάω το Νικηφόρο, είμαι γυναίκα του, μόνο σ’ εμένα είπε τ’ όνομά του. Κόντεψε να πεθάνει μια μέρα. Είμαστε μόνοι μας κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω, έκλαιγα και τον παρακαλούσα να μην φύγει, να μην μ’ αφήσει. Τότε μου είπε τ’ όνομά του. Σαν αρραβώνα. Είσαι γυναίκα μου, μου είπε…».

Τον έπνιγε η λαχτάρα να την αγγίξει, άπλωσε το χέρι και την έσφιξε επάνω του, χάθηκε στην ευωδιά του κορμιού της. Εκείνη δεν τραβήχτηκε, κούρνιασε τρέμοντας στην αγκαλιά του κι ένιωθε ο Μιχάλης την καρδιά του να γίνεται γροθιά και ν’ ανεβαίνει να του κλείνει το λαιμό.

«Φοβάμαι» ψιθύριζε η Μάχη ανάμεσα στις σιωπές τους, τον κοίταζε και τον έκαιγε με το βλέμμα της.

«Θυμάσαι πότε πρωτοσυνάντησα το Νικηφόρο;» του είπε και τραβήχτηκε άξαφνα απ’ την αγκαλιά του. «Δεν ήμουνα σίγουρη αν τον είχα δει στ’ αλήθεια εκείνο το βράδυ που κόντεψε να πεθάνει ο Νικολής μας. Κι εγώ ήμουνα μέσα στα αίματα. Σημαδεμένη ήταν η νύχτα που τον συνάντησα».

Προσπάθησε κι ο Μιχάλης να πει κάτι, αλλά εκείνο το απελπισμένο σ’ αγαπώ σπάραζε ακόμα στα χείλια του και του ‘πνιγε τη φωνή.

«Δεν ξέρω τι να κάνω» συνέχισε η Μάχη. «Είναι κι ο αδελφός μου που έχει αγριέψει… Μέρες τώρα δεν μ’ αφήνει σε ησυχία…»

Κακομοίρη Μιχάλη! Έλεγες πως την αγαπάς πιο πολύ κι απ’ τη ζωή σου κι από τίποτα δεν ήσουνα άξιος να την προστατέψεις.

«Τι σου κάνει; Σε δέρνει;»

«Συνέχεια με δέρνει. Με ξυπνάει μες στη νύχτα και με δέρνει. Φοβάμαι πως παραμιλάω στον ύπνο μου κι ακούει τα παραμιλητά μου…»

«Θα τον σκοτώσω! Τώρα θα πάω να τον σκοτώσω!»

Είχε τιναχτεί όρθιος και φώναζε, δεν αναγνώριζε τη φωνή του. Άπλωσε το χέρι η Μάχη και τον τράβηξε πάλι κοντά της. Και έγινε τότε ένα κουβάρι, βούλιαξε στην ανημπόρια του κι έκλαψε όπως είχε χρόνια να κλάψει.

«Θα τον σκοτώσω» συνέχιζε να λέει ανάμεσα στους λυγμούς του, ενώ η Μάχη του χάιδευε τα μαλλιά και φιλούσε το πυρωμένο μέτωπό του. «Πες μου τι θες να κάνω και θα το κάνω» της είπε όταν σταμάτησε να τρέμει σα θερμασμένος.

«Αύριο που θα πας στο μοναστήρι να συναντήσεις τον Νικηφόρο θέλω να έρθω κι εγώ μαζί σου να τον χαιρετήσω. Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ. Φοβάμαι μην σας κάψω και θα φύγω, θα πάω στην Αθήνα, σε μια αδελφή της μάνας μου».

Δεν της απάντησε. Έδωσα ένα σάλτο κι έφυγε πριν προλάβει η Μάχη να σαλέψει.

Στην αγκαλιά της ξεψύχησε ο Νικηφόρος κι ο Μιχάλης κύλησε λαβωμένος και χάθηκε στα χαλάσματα.

«Θα τον σκοτώσω! Σ’ ορκίζομαι Μιχάλη μου να τον σκοτώσω!» την άκουσε να ουρλιάζει, όπως τον έσερνε ο αδελφός της απ’ τα μαλλιά.


Ιστορία δεύτερη: Ο Μανόλης


Τη μέρα που γεννήθηκε η Μάχη, έλεγε ο Μανόλης πως δεν θα την ξεχάσει μέχρι που να γεράσει και να κλείσει τα μάτια του. Ώρες κοιλοπόναγε η μάνα του, δεν άντεχε ν’ ακούει τις φωνές της κι είχε πάρει τους δρόμους. Πήγε να μπει και στην εκκλησιά να παρακαλέσει να μην πονάει άλλο αλλά ντράπηκε μην τον δει κανείς να παρακαλάει στα εικονίσματα σαν τις γυναικούλες. Γυρόφερνε, λοιπόν, την εκκλησιά όταν είδε τον πατέρα του να τρέχει, να γυρεύει αμάξι για την πόλη, πρώτη φορά τον είδε έτσι αλαφιασμένο τον πατέρα του και τότε τρόμαξε στ’ αλήθεια.

«Πάει η μάνα» σκέφτηκε. Σωριάστηκε στα σκαλιά της εκκλησίας κι έβλεπε τις γυναίκες του χωριού ν’ ανηφορίζουν για το σπίτι του.

«Πάει η Πολύμνια» λέγανε κι αυτές. «Δεν θα προλάβει να ‘ρθει ο γιατρός».

Χαράματα γύρισε, πονούσαν τα πόδια, το κορμί του ολόκληρο. Άκουσε φασαρία, κόσμος πολύς στο σπίτι, πήγε να μπει στην κάμαρα της μάνας του μα δεν τον άφησαν.

«Έλα εδώ Μανόλη» του είπε ο παππούς. Τον πατέρα του δεν τον είδε πουθενά και σκέφτηκε πως είχε γίνει το κακό, πως δεν κατάφερε να το ξορκίσει όλη τη νύχτα που έτρεχε πάνω-κάτω σαν το αγριοκάτσικο κι αναπαμό δεν έβρισκε. Είχε πεθάνει η μάνα, τόσο λιγνή, τόσο άπραγη ώστε να λες πού έκρυβε τη δύναμη ν’ αντέξει τέτοιο πόνο πριν πεθάνει. Έκρυψε το πρόσωπο μες τις παλάμες και πνίγηκε στο κλάμα.

«Λέγαμε πως θ’ αναστήναμε την Ανδρομάχη, τη γιαγιά σου τη μακαρίτισσα, μα δεν το ήθελε ο Θεός» είπε ο παππούς και σφούγγισε με την ανάποδη του χεριού του τα δάκρια που μούσκευαν τα μάγουλά του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει στη γέννα του γιου τους – μοναδική γέννα. Πήρε μόλυνση και δεν την προλάβανε, ψηνότανε στον πυρετό και το μωρό το είχαν πλάι της, στιγμή δεν το πήραν απ’ το μαξιλάρι της μήπως και με τα κλάματά του την κρατούσε στη ζωή. Χίλιες φορές την είχε ακούσει αυτήν την ιστορία ο Μανόλης και την φανταζότανε κάθε που έβλεπε τον πατέρα του συννεφιασμένο - λεχούδι να κλαίει πλάι στην ετοιμοθάνατη μάνα του.

«Η μάνα; Θα πεθάνει κι αυτή;» ρώτησε τον παππού του και ήταν έτοιμος να πάρει πάλι τους δρόμους - αν δεν ζούσε το μωρό, ποιον θα ‘βαζαν πλάι στη μάνα να την κρατήσει στη ζωή; Τον Νικολή, που ήταν μικρός, τον είχαν στείλει αποβραδίς σε μια γειτόνισσα και δεν τον είχανε φέρει ακόμα.

«Η μάνα σου θα συνέλθει, δεν έχει φόβο, έτσι είπε ο γιατρός» κι ένιωσε ο Μανόλης να γυρνάει το αίμα στην καρδιά του. «Μόνο το μωρό. Το κοριτσάκι. Αυτό δεν θα τα βγάλει πέρα. Ήρθε κι ο παπάς, μην πάει αβάφτιστο στον άλλο κόσμο…»

Ας είναι, λοιπόν, να θυσιαστεί το κοριτσάκι. Αρκεί να ζούσε η μάνα. Δεν καταλάβαινε ο Μανόλης γιατί έκλαιγε έτσι ο παππούς γι’ αυτό το άγνωστο μωρό.

«Θαύμα έγινε» λέγανε όλοι μετά. Αρπάχτηκε απ’ τη ζωή το κοριτσάκι κι έγινε η αρχόντισσα του σπιτιού, κανείς ποτέ δεν της χάλασε χατίρι, ούτε κι ο Νικολής που ήταν ο πιο μικρός και δεν πρόλαβε να χαρεί τα προνόμια που δικαιούταν σαν στερνοπαίδι.

Πέρασε καιρός πολύς μέχρι να συνηθίσει ο Μανόλης αυτό το καινούργιο πλάσμα που μεγάλωνε στην αγκαλιά της μάνας. Μα έπειτα το αγάπησε βαθιά, με μια αγάπη ασύγκριτη. Κι ας μην το έδειχνε ποτέ, ντρεπότανε να σαλιαρίζει με το μωρό, ούτε στην αγκαλιά του δεν την έπαιρνε κι ας λαχταρούσε ν’ αγγίξει κι αυτός το μοσχομυριστό κορμάκι. Πήγαινε όμως κρυφά και την κοίταζε στην κούνια να κοιμάται και του ερχότανε να κάνει το σταυρό του σα να ‘τανε μπροστά σε εικόνισμα. Τόσο όμορφη ήταν.

Δεν μπόρεσε να τελειώσει το Γυμνάσιο ο Μανόλης. Μερικά χρόνια αργότερα χρειάστηκε ν’ αφήσει τα γράμματα για να βοηθήσει στα χωράφια. Τα έπαιρνε τα γράμματα ο Μανόλης, όλοι το λέγανε. Ώρες περπατούσανε με τον Λουκά για να πάνε στον κάμπο, στο Γυμνάσιο. Ο Λουκάς, ξανθομάλλης και μικροσκοπικός, ντροπαλός σαν κορίτσι, κι ο Μανόλης να μην τον αφήνει απ’ τα μάτια του σ’ όλο το δρόμο, τόσο πολύ στα σοβαρά είχε πάρει το ρόλο του μεγάλου κι ας είχαν μόνο λίγους μήνες διαφορά.

Την τελευταία μέρα που γύρισαν μαζί στο σχολείο, ο Μανόλης άφησε το Λουκά στο σπίτι του και δεν έφυγε όπως έκανε πάντα. Μπήκε στην αυλή, ακούμπησε στο μπεντενάκι, άφησε την τσάντα με τα βιβλία ανάμεσα στα πόδια του και δεν μίλαγε. Εκεί τον βρήκε η Αθηνά, που γύριζε βιαστική να πάρει φαΐ, να το πάει στο χωράφι να φάνε με τον Μανούσο.

«Έλα ‘δω Μανολιό» του είπε και τον αγκάλιασε. «Έλα ‘δω καλό μου, να μου πεις εμένα τι σε βασανίζει».

Έκανε ένα σκίρτημα να φύγει ο Μανόλης, αλλά μετάνιωσε. Τράβηξε κι η Αθηνά το μπράτσο από τους ώμους του κι ακούμπησε πλάι του στο μπεντενάκι, σφουγγίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Άκουγε ο Μανόλης την ανάσα της βαριά απ’ την κούραση κι ένιωθε τα μαύρα μάτια της να τον κοιτάζουν, να τον αγκαλιάζουν. Έσκυψε απότομα, πήρε την τσάντα του, μια τσάντα από άσπρο κάμποτο που του είχε ράψει η Αθηνά όταν ξεκίνησε το Γυμνάσιο, άπλωσε το χέρι και της την έδωσε.

«Σου έφερα την τσάντα σου. Και τα βιβλία μου. Για τον Λουκά. Δεν τα χρειάζομαι πια εγώ» της είπε και δεν κατάφερε να κρατήσει τα δάκρια που είχαν γεμίσει τα μάτια του. Πήρε η Αθηνά την τσάντα, την ξεσκόνισε, την ίσιωσε και την πέρασε στο μπράτσο της.

«Στην κάμαρά μου θα στην έχω Μανολιό. Κανείς δεν θα την πειράξει. Μόνο να το ξέρεις πως, όταν τη θελήσεις πάλι, εκεί θα σε περιμένει». Και τον κοίταζε μετά ν’ ανεβαίνει το δρόμο για το σπίτι του, κλωτσώντας τα λιθάρια που έβρισκε στο διάβα του.

Από τότε δεν σταμάτησε να δουλεύει ο Μανόλης. Τα πρώτα χρόνια, όταν ζούσε ακόμα ο πατέρας του, ήταν ωραία χρόνια. Αναμετριότανε με τους μεγάλους, όλη τη μέρα σκυμμένος πάνω απ’ τη γη, κι ένιωθε πως του ανήκε το πιο μεγάλο μερτικό από τον κόπο που έκανε τα χωράφια τους να είναι το καμάρι του χωριού.

«Αν δεν είχαμε και το Μανολιό…» έλεγε ο παππούς κάθε που μαζεύανε τη σοδιά κι εκείνος το πίστευε, πως αν δεν ήταν αυτός δεν θα καρπίζανε τα χωράφια τους, δεν θ’ αγοράζανε και καινούργια γη ψηλά, στο βουνό, έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας στο κορμί του όταν την ξεχερσώνανε και κάνανε σαν τον αφρό το χώμα το άγριο.

Μια μέρα που είχε βγει με τον πατέρα του για κυνήγι, του ζήτησε να δοκιμάσει κι εκείνος το όπλο. Η μάνα τους δεν ήθελε να πιάσουν τα παιδιά της όπλο, ξόρκιζε τον πατέρα του να μην τα μάθει.

«Θα μας βρει κανένα κακό» του έλεγε κι έκλαιγε. Στο γάμο τους μια σφαίρα απ’ όπλο καλεσμένου άφησε στον τόπο την αδελφή της τη μεγάλη, την Κατίνα. Έβγαινε εκείνη την ώρα από το σπίτι με μια πιατέλα κρέατα για το τραπέζι του γάμου που ήταν στρωμένο στην αυλή. Την πήρε η σφαίρα, έπεσε πάνω στα χυμένα κρέατα κι άφησε την τελευταία της πνοή στο κατώφλι του σπιτιού, μάτωσε ο γάμος τους.

«Η μάνα;» ρώτησε τον πατέρα του, έτσι όπως πάλευε να στερεώσει το όπλο στον ώμο του.

«Δεν θα της το πούμε» αποκρίθηκε εκείνος.

Κι η μάνα έκανε πως δεν είδε τον μελανιασμένο ώμο του – πέρασαν μέρες μέχρι να μάθει να κρατάει καλά το όπλο, να μην κλωτσάει και του πληγώνει τον ώμο. Μετά δεν τ’ άφηνε πια, κομμάτι του κορμιού του το ένιωθε το όπλο, το φρόντιζε, το καθάριζε και το στριφογυρνούσε αστραφτερό στην αγκαλιά του, το κοιτούσε απ’ όλες τις μεριές πριν το κρεμάσει στη θέση του. Κι αργούσε να πάει να πλύνει τα χέρια του, τα νύχια ολόμαυρα απ’ το γράσο.

Μαζί με τον πατέρα του έμαθε ο Μανόλης τα βουνά. Ταξίδια ολόκληρα με το όπλο στον ώμο, μερόνυχτα στις μαδάρες, τη σκέπη του χωριού τους. Δεν είχε πολλές κουβέντες ο πατέρας του, ήταν τσιγκούνης στα παινέματα, μα οι αμέτρητες ώρες που περνάγανε μαζί στο χωράφι και στα βουνά τους έδεσαν όσο δεν τους είχε δέσει ολόκληρη η προηγούμενη ζωή τους, ο Μανόλης ένιωθε πως ήταν η συνέχεια του πατέρα του. Ο πρωτότοκος και ο εκλεκτός. Κι όταν ο πατέρας τους χάθηκε στην Αλβανία, πέρασε μέρες αμίλητος, χανόταν ώρες απ’ το σπίτι, όμως κανείς δεν έμοιαζε να νοιάζεται για τη σιωπή, την απουσία του.

Ο πόλεμος τα είχε αλλάξει όλα.

Μέχρι που τον έπιασε μια μέρα ο παππούς και του είπε:

«Εμείς οι δυο απομείναμε να φροντίσουμε τη μάνα σου και τα ορφανά. Άντε παιδί μου, μαζέψου πια. Άντε, να βάλουμε τα δυνατά μας».

Ανασκουμπώθηκαν, λοιπόν, παππούς και εγγονός και, πράγμα περίεργο, εκείνα τα χρόνια τα δύστοκα που δουλεύανε μαζί νυχθημερόν, χάλασε αντί να δέσει ακόμα πιο πολύ η σχέση τους. Αγανακτούσε ο Μανόλης με τον παππού του, αγρίευε με τις διαταγές του. «Τώρα που πέθανε ο πατέρας, εγώ είμαι ο άντρας της οικογένειας» σκεφτότανε κι ας μην τολμούσε να το πει καθαρά στο γέρο. Μιας και το ένιωθε όμως, δεν παρέλειπε να του το δείχνει με χίλιους τρόπους.

«Ξερό κεφάλι, αγύριστο» τον έλεγε ο παππούς και κάμποσες φορές σήκωσε και το χέρι να τον κτυπήσει.

Ήταν που ήταν δύσκολο παιδί από μικρός ο Μανόλης, απόγινε μετά το θάνατο του πατέρα του κι ακόμα παραπάνω με όσα τους βρήκανε στην κατοχή. Έχασαν τότε τα πιο καρπερά τους χωράφια στα πεδινά, προίκα της μακαρίτισσας της γιαγιάς του, γιατί τα είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Χρειάστηκε σιγά-σιγά να εγκαταλείψουν και την καινούργια γη που είχαν ματώσει τα χέρια τους να τη δαμάσουν, γιατί ποιος να ξεμοναχιαζόταν εκείνα τα χρόνια στο βουνό χωρίς να φοβάται πως δεν θα τον ξαναδεί το σπίτι του;

«Μην κάνεις έτσι παιδί μου. Όπως όλος ο κόσμος κι εμείς» πήγαινε να τον καλοπιάσει η μάνα του, μα ο Μανόλης ήταν σαν το αγρίμι το ανήμερο, δεν ήξερε με ποιον να τα βάλει, τυράνναγε τη μάνα του, έδερνε για ψύλλου πήδημα τον Νικολή και τη Μάχη δεν την άφηνε απ’ τα μάτια του, όλο «πού πας» και «πού γυρίζεις» την είχε. Το ψωμί, βέβαια, δεν τους έλειπε αλλά ο Μανόλης δεν χόρταινε με το ψωμί. Σαν τον πατέρα του. Ποτέ δεν χόρτασε μόνο με το ψωμί ο πατέρας του.

«Εσάς δεν θα σας αφήσω να βασανιστείτε όπως εγώ. Τίποτα δεν θα σας λείψει» του έλεγε και τα λόγια του πατέρα ήταν συμβόλαιο που έπρεπε να το τηρήσει τώρα ο Μανόλης: Να μην βασανίζονται.

Αλλά πώς να μην βασανίζονται που τα αγαθά τα λυμαίνονταν οι Γερμανοί και οι ληστές που είχαν βγει πάλι στα βουνά τους και δεν τους άφηναν σε ησυχία; Πώς να τα φέρει κανείς βόλτα τα προβλήματα; Γίνεται προκοπή με την υπομονή; Και θα ‘φευγαν ποτέ οι Γερμανοί; Ποιος θα τους έδιωχνε; Αυτοί που κάνανε την αντίσταση με τα λιανοντούφεκα ή οι βουνίσιοι που τυράνναγαν τον κόσμο;

Πάνω σ’ αυτά γινότανε οι μεγαλύτεροι καυγάδες με τον παππού του.

«Εσύ είσαι γέρος, τι έχεις να χάσεις πια; Εγώ όμως δεν μπορώ να περιμένω. Πού ν’ αποθέσω τις ελπίδες μου; Στο Θεό ή στους αντάρτες σου; Πού είναι κι αυτοί και δεν τους βλέπω; Τους είδες μήπως εσύ να μας φέρουνε φαΐ; Στα νύχια των Γερμανών μόνο μας στέλνουν με τα έργα τους. Κάποτε θα το κάψουν και το δικό μας το χωριό και τότε θα πάμε όλοι μας στο διάολο να ησυχάσουμε μια και καλή».

Τον άκουγε ο παππούς του και άναβε το αίμα του, μα και πώς να τον κουλαντρίσει που αυτός είχε αγριέψει κι όταν του μίλαγες έπαιρνε τους δρόμους και χανότανε για μέρες;

Μια μέρα που ήταν στο χωράφι και ξεβοτανίζανε, του ανακοίνωσε ο Μανόλης την απόφασή του.

«Δεν πάει άλλο» του είπε και δεν τον κοίταζε, έτσι όπως ήταν σκυμμένος στη δουλειά του. «Έχουμε να προικίσουμε και το κορίτσι. Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και θα πάω να βρω εκείνον τον λαδέμπορα, τον αγαπητικό της Σάρας. Ξέρει αυτός…»

«Το μαυραγορίτη μωρέ θα πας να βρεις και έρχεσαι και μου το λες;» έβαλε τις φωνές ο γέρος και μαύρισε το μούτρο του απ’ το θυμό. Άφησε τότε ο Μανόλης την τσάπα του στο χώμα κι έφυγε τρέχοντας για να μην χάσει το νου του και σηκώσει χέρι στον παππού του.

Χαζός δεν ήταν ο Μανόλης, το ήξερε πως ο λαδέμπορος ήταν μαυραγορίτης, λέγανε και για νταραβέρια με τους Γερμανούς για να μπορεί να διώχνει τα λάδια απ’ το νησί. Και όχι μόνον. Για ένα κομμάτι ψωμί αγόραζε τις περιουσίες του πεινασμένου κόσμου, μια-δυο φορές μάλιστα του κάψανε τις αποθήκες για να τον τιμωρήσουν. Διαβόητος ήταν, μόνο που τον κοιτούσες βρωμιζόσουνα. Τον Μανόλη δεν τον ανακάτευε με βρωμοδουλειές, ήταν μικρός για να του έχει εμπιστοσύνη στα δύσκολα, ήταν κι εκείνο το βλέμμα του το σκοτεινό που σε πάγωνε. Κι ο Μανόλης έκανε πώς δεν καταλάβαινε, αρκεί που τα λεφτά που έπαιρνε ήταν καλά, θα έβαζε στην άκρη να προικίσει και το κορίτσι τους.

Η καρδιά του όμως το ήξερε αν το ένοιαζαν οι δουλειές του αφεντικού του. Πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε τόσο μόνος ο Μανόλης, ξένος στον ίδιο του τον τόπο. Ήταν και από φυσικού του χαρακτήρας που δεν έπιανε εύκολα φιλίες, τύχαινε λοιπόν να περάσουν μέρες ολόκληρες και να μην βρεθεί άνθρωπος να μιλήσει.

Νοίκιαζε τότε ένα δωμάτιο ολοσκότεινο, σε ένα δρομάκι που δεν το έφτανε ο ήλιος. Σπιτονοικοκυρά του ήταν μια γριά που είχε χάσει το γιο της στην Αλβανία. Μαζί της έμενε κι η κόρη της μ’ ένα μωρό, πατέρα δεν είχε δει ο Μανόλης, ούτε και ρώταγε αν υπήρχε, κουβέντες πολλές δεν είχε μαζί τους. Μπορεί να ήταν η ιδέα του, αλλά ένιωθε κιόλας να τον καρφώνει το βλέμμα τους σαν μαχαιριά κάθε φορά που τους γύριζε την πλάτη για να μπει στο δωμάτιό του.

Ένα βράδυ κάνανε μπλόκο οι Γερμανοί στη γειτονιά του, συλλάβανε πολλούς, μαζί και τον γαμπρό της γριάς, τότε έμαθε ο Μανόλης ότι ήταν κυνηγημένος και κρυβότανε.

«Είχατε φασαρίες χθες βράδυ, ε;» τον ρώτησε το αφεντικό του το πρωί που πήγε στη δουλειά. Τον κοίταξε εκείνος και δεν του αποκρίθηκε. Θέριεψε όμως μέσα του ο φόβος κι ας μην ήθελε να το παραδεχτεί. Περπάταγε το βράδυ και κοίταγε να έχει την πλάτη του στον τοίχο, καλυμμένη. Τύχαινε και καμιά φορά να συναντήσει στο δρόμο τίποτα παλικάρια, κοντοχωριανούς του που τα ήξερε από παλιά, και αυτά κάνανε πως δεν τον βλέπανε, αλλάζανε δρόμο.

«Δεν πάτε στο γέροντα διάολο όλοι σας» μουρμούριζε μόνος του και δεν ήξερε για ποιους το έλεγε, γι’ αυτούς που κάνανε την αντίσταση ή για τους Γερμανούς.

Είχαν περάσει μήνες απ’ όταν έφυγε απ’ το χωριό, νέα απ’ τους δικούς του δεν μάθαινε και ερχόταν ώρες που ένιωθε να τον πνίγει η νοσταλγία για τότε που τον αγαπούσαν κι αγαπούσε. Του έλειπε το σπίτι του, να ξαναβγαίνει στη δουλειά με τον παππού του, να ξεκουράζεται το βράδυ κάτω απ’ την καρυδιά.

Μια μέρα που δεν δούλευε και τριγύρναγε άσκοπα στο λιμάνι του φάνηκε πως είδε τη Μάχη.

«Πού βρέθηκε η Μάχη τόσο μακριά απ’ το χωριό:» σκέφτηκε κι έτρεξε πίσω της, να την προλάβει. Όταν πλησίασε, κατάλαβε το λάθος του. Δεν ήταν η Μάχη η κοπελίτσα με τις μαύρες κοτσίδες που έτρεχε στο λιμάνι κάτω απ’ τη βροχή. Παράβλεψε απ’ την απόσταση, πώς θα μπορούσε να τριγυρνάει μόνη στο λιμάνι η Μάχη, μικρό κορίτσι ακόμα, που άλλο δεν ήξερε απ’ το χωριό τους; Τέτοια εντύπωση του έκανε όμως το γεγονός, που συνέχισε να ακολουθεί το κορίτσι, σαν να τον πηγαίνανε μόνα τους τα πόδια του. Μέχρι που την είδε να σταματάει και να μπαίνει σ’ ένα μαγαζί με υφάσματα, μπροστά απ’ την εβραϊκή συνοικία. Ήταν σημαδεμένο κι αυτό με την ένδειξη «Εβραίος», σαν όλα τα καταστήματα των Εβραίων. Στάθηκε απ’ έξω, κάνοντας τον περαστικό που βρήκε απάγκιο απ’ τη βροχή κάτω από τη μαρκίζα. Δίστασε για λίγο μα έπειτα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο μαγαζί, φέρνοντας μαζί του μια ριπή αέρα και βροχής. Τον άκουσε το κορίτσι, γύρισε τον κοίταξε και του χαμογέλασε.

«Τώρα, όπου να ‘ναι, έρχεται ο πατέρας μου, κατέβηκε για λίγο στην αποθήκη».

Δεν πέρασε ένα λεπτό και φάνηκε πράγματι από τη σκάλα ο πατέρας της.

«Άννα, εδώ είσαι; Γύρισες;» φώναξε και έπειτα είδε τον Μανόλη.

«Με βρήκε η βροχή στο δρόμο και άργησα» απάντησε το κορίτσι, αλλά ο γέρος πλησίαζε ήδη τον Μανόλη, ενώ ένα χαμόγελο πήγαινε να σχηματισθεί στο σκυθρωπό του πρόσωπο.

«Κάτι θέλω ν’ αγοράσω…» πρόλαβε την ερώτηση του ο Μανόλης και ένιωσε το πρόσωπό του να γίνεται κατακόκκινο, φωτιά. «Για την αδελφή μου θέλω ν’ αγοράσω υφάσματα…» συνέχισε και τράβηξε με κόπο το βλέμμα του απ’ το κορίτσι, που είχε καθίσει σε μια γωνιά πίσω απ’ τον πάγκο, είχε ανοίξει ένα βιβλίο και κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι, του κρυφογέλαγε και γινόταν κατακόκκινη κι εκείνη.

Όταν έφυγε απ’ το μαγαζί με δυο πακέτα στα χέρια, να τον σκότωνες δεν θα ήξερε να σου πει τι είχε αγοράσει. Ήξερε όμως ότι η Άννα είχε κατάμαυρα μάτια και ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που ωραιότερο δεν είχε δει στη ζωή του ο Μανόλης.

Το ίδιο βράδυ την ξανασυνάντησε. Έβγαινε κουρασμένος απ’ το λαδάδικο, όταν την είδε να στέκεται πλάι στην πόρτα, με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος, σαν κάτι να περίμενε.

«Είδατε που συναντηθήκαμε πάλι;» τον ρώτησε γελαστή. «Εδώ δουλεύετε; Εγώ περιμένω μια θεία μου…».

Ήταν τέτοιο το ξάφνιασμα του Μανόλη, που δεν κατάφερε ν’ αρθρώσει λέξη. Την κοίταζε μόνο ασάλευτος - το άσπρο φουστάνι να φεγγίζει στο μισοσκόταδο – και λαχταρούσε να την πλησιάσει αλλά τα πόδια του δεν τον υπάκουαν.

«Σας τρόμαξα;» ξαναρώτησε εκείνη, αλλά πριν προλάβει να αντιδράσει ο Μανόλης φάνηκε μια γυναίκα στη γωνιά του δρόμου και το κορίτσι έτρεξε προς το μέρος της. Απόμεινε να τις κοιτάζει σαν χαμένος, κάτι του θύμιζε η άλλη γυναίκα, αλλά δεν ξεχώριζε και καλά μέσα στο σκοτάδι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί έτρεξε πίσω τους αλλά οι δυο γυναίκες είχαν χαθεί πια, σε λίγο άρχιζε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, κάπου κοντά θα πήγαν σκεφτότανε και ήταν σαν να μην τον αφορούσε εκείνον ο κίνδυνος, ώρες τριγύρναγε στα δρομάκια της παλιάς πόλης, περασμένα μεσάνυχτα γύρισε στο δωμάτιό του κι έπεσε με τα ρούχα να κοιμηθεί.

Την άλλη μέρα πήγε και την περίμενε έξω από το μαγαζί του Εβραίου, στο σχόλασμα. Την είδε να βγαίνει βιαστική και δεν τόλμησε να της μιλήσει, την ακολούθησε χωρίς να προσπαθεί να κρυφτεί, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι περίμενε να γίνει. Κι όταν αυτή τον ένιωσε να περπατάει πίσω της, γύρισε τρομαγμένη το κεφάλι.

«Εγώ είμαι, δεν είναι κανείς άλλος, μη φοβάσαι» ήθελε να της πει κι αντί γι’ αυτό άπλωσε τα χέρια του σαν να ήταν να την αγκαλιάσει. Τινάχτηκε εκείνη, ακόμα πιο τρομαγμένη, και ακούμπησε την πλάτη της σε μια σιδερένια πόρτα που βρέθηκε πίσω της. Νόμισε ο Μανόλης ότι θα την άνοιγε να μπει μέσα και έκανε δυο βήματα να την πλησιάσει, να την σταματήσει πριν την χάσει πάλι.

«Εγώ είμαι… Μη φοβάσαι…» κατάφερε να πει, αλλά το κορίτσι ξεκόλλησε από την πόρτα κι απομακρύνθηκε τρέχοντας προς το λιμάνι. Μια στιγμή μόνο κοντοστάθηκε και γύρισε να δει αν την ακολουθούσε. Όταν τον είδε να στέκεται ακίνητος εκεί που τον είχε αφήσει, σήκωσε το χέρι και κάτι του έγνεψε – να πάει κοντά της ή να φύγει; Κι έπειτα χάθηκε απ’ τα μάτια του.

Πέρασαν μέρες χωρίς να τολμάει να ξαναπεράσει απ’ το μαγαζί του Εβραίου. Στην αρχή ήταν σαν τον τρελό, μιλούσε μόνος του, έβριζε τον εαυτό του που είχε τρομάξει το κορίτσι. Έπειτα, όταν το είχε πάρει πια απόφαση ότι δεν θα την ξανάβλεπε, βρέθηκε πάλι ξαφνικά μπροστά του. Αποβραδίς είχε ακούσει φασαρία στο σπίτι της γριάς, της σπιτονοικοκυράς του. Σκέφτηκε, όμως, ότι κάτι θα είχανε μάθει για τον γαμπρό της, μπορεί και πως τον σκότωσαν οι Γερμανοί και λούφαξε στην κάμαρά του, φοβότανε να αντικρίσει το βλέμμα της το άγριο. Αξημέρωτη του φάνηκε εκείνη η νύχτα και με το πρώτο φως της αυγής άνοιξε την πόρτα του να βγει στο δρόμο, ν’ ανασάνει. Όταν είδε την Άννα να περιμένει έξω απ’ την αυλόπορτα, νόμισε ότι ονειρευότανε. Φορούσε πάλι ένα κάτασπρο φουστάνι κι αυτή τη φορά δεν τραβήχτηκε τρομαγμένη στη θέα του. Του χαμογέλασε μάλιστα.

«Εδώ μένετε;» τον ρώτησε σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου να συναντηθούν αξημέρωτα έξω απ’ την πόρτα του. Κούνησε εκείνος το κεφάλι του καταφατικά μέχρι να ξαναβρεί τη φωνή του.

«Κι εσύ; Πώς βρέθηκες εδώ;»

«Περιμένω τον Χάιμ. Μείναμε εδώ χθες το βράδυ» του είπε κι έγινε πιο πλατύ το χαμόγελό της. «Ο Χάιμ ήταν σπίτι μας χθες όταν ήρθαν και τον φώναξαν κι εμένα με πήρε μαζί του για να τον βοηθήσω» συνέχισε κάτω απ’ το αποσβολωμένο βλέμμα του Μανόλη, λες κι ήταν αυτές οι πληροφορίες που θα έλυναν το μυστήριο της παρουσίας της στο σπίτι του.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα της γριάς και βγήκε ένας σωματώδης, μελαχρινός άντρας, πρώτη φορά τον έβλεπε ο Μανόλης. Πίσω του βγήκε η γριά και η κόρη της με το μωρό αγκαλιά.

«Πώς θα στο ξεπληρώσω γιε μου που έσωσες το παιδί μας απ’ του χάρου τα δόντια» έλεγε η γριά και πάλευε να του φιλήσει τα χέρια.

«Τα ‘παμε, δεν τα ‘παμε; Πληρωμένος και καλοπληρωμένος είμαι που σώθηκε ο λεβέντης» είπε αυτός προσπαθώντας ν’ αποσπασθεί απ’ τα χέρια της. «Κι όχι εμένα. Άλλον να ευχαριστείς κυρά Μαρουσώ» συνέχισε σκύβοντας επιτέλους να πάρει μια μεγάλη μαύρη τσάντα που είχε ακουμπήσει πλάι στα πόδια του. «Την μάνα του να ευχαριστείς, που αν δεν σκεφτόταν να ψάξει να με βρει και συνεχίζατε τα γιατροσόφια που σας έλεγε η γειτονιά, τώρα θα είχε πάει καλιά του το παιδί».

Κι όπως έκανε να φύγει, κοντοστάθηκε, έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έδωσε κάτι στη μάνα του μωρού.

«Πάρτε του ό,τι βρείτε. Να φάει, να δυναμώσει». Και έφυγε γρήγορα για ν’ αποφύγει τα νέα δάκρια και τις ευχαριστίες που πήγαιναν κρεσέντο.

Ο Μανόλης παρακολουθούσε άφωνος τη σκηνή και προσπαθούσε να συνθέσει στο μυαλό του αυτά που έβλεπε, να καταλάβει γιατί ένας εβραίος γιατρός είχε αψηφήσει την απαγόρευση της κυκλοφορίας και πήρε τους δρόμους για να γιατρέψει το μωρό της σπιτονοικοκυράς του. Κι η Άννα; Τι σχέση είχε μαζί του η Άννα; Μετά, είδε τον άντρα να πλησιάζει και σκέφτηκε ότι θα την έχανε πάλι. Άνοιξε το στόμα, κάτι να πει, να την καθυστερήσει, αλλά εκείνη του άπλωσε απρόσμενα το χέρι. Μικρό, τρυφερό χέρι, χάθηκε στην παλάμη του Μανόλη.

«Θα ξανάρθεις απ’ το μαγαζί; Τώρα δεν πάω πια κι εγώ πολλές ώρες. Κάνω μαθήματα μουσικής. Μαθαίνω πιάνο… Πηγαίνω και τον αδελφό μου βόλτα…»

Κρατούσε ακόμα το χέρι της κι ας ένιωθε πως ήταν άτοπο. Είχε ξεχάσει και τον άντρα που περίμενε σιωπηλός πλάι της, κοιτούσε αχόρταγα την Άννα - ποιο ήταν αυτό το κορίτσι που έκανε μαθήματα πιάνου στην καρδιά της κατοχής, που πήγαινε βόλτες με τον αδελφό του και έμοιαζε να μην καταλαβαίνει ότι η ζωή είχε έρθει τα πάνω, κάτω; Αργά, αργά τράβηξε εκείνη το χέρι της και ακολούθησε τον άντρα που είχε ήδη απομακρυνθεί. Έστριβαν πια στη γωνιά του δρόμου, όταν κοντοστάθηκε κι έστρεψε το γελαστό της πρόσωπο της τη μεριά του Μανόλη.

««Θα ξανάρθεις απ’ το μαγαζί;» τον ρώτησε πάλι κι έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.

Την άλλη μέρα κιόλας πήγε – πώς να μην πήγαινε; Χρειάστηκε όμως να πάει πολλές φορές μέχρι να καταφέρει να την ξαναδεί. Στεκόταν πάντα λίγο πιο μακριά απ’ το μαγαζί, σε μέρος που να βλέπει την είσοδο του αλλά να μην δίνει και στόχο, ήταν κάμποσες μέρες που τον κοιτούσαν περίεργα οι τακτικοί θαμώνες της περιοχής, σε άλλη περίσταση δεν θα ξαναπατούσε το πόδι του εκεί ο Μανόλης.

Την είδε να προβάλλει μέσα από τα στενά, δεν ήταν μόνη της, κρατούσε από το χέρι ένα αγοράκι, ένα κουτσό αγοράκι και όλο έσκυβε και του μίλαγε, του χτένιζε με τα δάκτυλα τις καστανές μπούκλες, του έστρωνε τα ρούχα. Τους κοίταζε ο Μανόλης και ήταν σαν να είχαν βγει από κάδρο, καλοντυμένοι και περιποιημένοι κι οι δυο τους, παράταιροι στο τοπίο της κατοχής, όπως παράταιρο ήταν και το κουτσό ποδάρι του μικρού που ήταν όμορφος σαν άγγελος. Αν κάπου ακουγόταν ένας πυροβολισμός, σκέφτηκε, αυτοί οι δυο θα τίναζαν τον ήχο από πάνω τους με την ίδια ανεμελιά που η Άννα τίναζε κάθε τόσο τη σκόνη απ’ τα ρούχα του μικρού.

Τον είδε κι εκείνη, κάτι έσκυψε και είπε του μικρού και κατευθύνθηκαν προς το μέρος του.

«Ήρθες επιτέλους;» του είπε και άστραφταν τα μάτια της σαν άστρα. «Αυτός είναι ο αδελφός μου, ο Αλβέρτος. Πρέπει να περπατάει τουλάχιστον μια ώρα την ημέρα για να μην ατροφήσει το πόδι του, έτσι είπε ο Χάιμ. Έφυγε η δασκάλα του που πήγαιναν μαζί βόλτα και τώρα τον βγάζω εγώ…»

«Έφυγε η δασκάλα του;…Ποια δασκάλα του;» ρώτησε παραζαλισμένος ο Μανόλης που νόμιζε ότι το κορίτσι του μιλούσε άλλη γλώσσα.

«Η δασκάλα του! Ο Αλβέρτος δεν πήγαινε σχολείο γιατί είναι άρρωστος. Αλλά τώρα η δασκάλα του έφυγε. Φοβήθηκε κι έφυγε...»

«Α, έτσι» κατάφερε ν’ αρθρώσει ο Μανόλης. «Κι εσύ; Ήρθα πολλές φορές να σε βρω αλλά δεν ήσουνα…»

«Δεν έρχομαι πια στο μαγαζί. Κάθομαι σπίτι με τον Αλβέρτο…»

«Α, έτσι» ξανάπε ο Μανόλης και δεν τόλμησε να την ρωτήσει πώς θα την ξανασυναντούσε εφόσον δεν ερχόταν πια στο μαγαζί. Κοιτούσε μια εκείνη, μια το αγοράκι που είχε αρχίσει να δείχνει ενοχλημένο απ’ την καθυστέρηση και τραβούσε το φουστάνι της Άννας για να της αποσπάσει την προσοχή. Θα έφευγαν πάλι και τότε;

«Εμένα με λένε Μανόλη. Μανόλη Γιουνάκη» της είπε χωρίς να το καλοσκεφτεί, έτσι, για να την κρατήσει λίγο ακόμα. «Δεν είμαι από εδώ. Από ένα χωριό είμαι και ήρθα εδώ για να δουλέψω, να θρέψω την οικογένειά μου, να προικίσω και την αδελφή μου, τα χάσαμε όλα με της Γερμανούς» συνέχισε να λέει και δεν θυμόταν από χρόνια να έχει πει σε άνθρωπο τόσα πολλά για τον εαυτό του. Ήθελε να της πει και για τη Μάχη, πως της έμοιαζε, αλλά κόμπιασε και μετά δεν ήξερε πώς να ξαναρχίσει.

«Εγώ…» άρχισε κάποια στιγμή αλλά το κορίτσι τον έκοψε.

«Πρέπει να φύγω τώρα, μας περιμένει ο πατέρας. Αύριο πάλι, την ίδια ώρα. Θα πάμε παρέα βόλτα τον Αλβέρτο. Αν θέλεις βέβαια».

Αν ήθελε; Σαν να του χάρισαν τον ουρανό με όλα του τα αστέρια ένιωσε ο Μανόλης.

«Αύριο πάλι».

Δυο μήνες την τριγύριζε την Άννα και ούτε το χέρι της δεν τόλμησε ν’ αγγίξει, πόσο μάλλον να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Περπάταγε μαζί της και τότε ξέχναγε σχεδόν τον πόλεμο, την κατοχή, τα βάσανα, δεν χόρταινε να ακούει την Άννα να τιτιβίζει σαν το πουλάκι. Εκείνος δεν μίλαγε πολύ, τι να της πει; Για τα χωράφια ή για τα λάδια; Σαν το νερό όμως έτρεχε η ώρα που ήταν μαζί. Σιγά-σιγά συνήθισε ο Μανόλης και τον μικρό και δεν τον ένοιαζε που η Άννα έκλεβε χρόνο από εκείνον για να τον δίνει στον αδελφό της. Του αρκούσε να την βλέπει, να την ακούει και μετά να μετράει τις ώρες μέχρι την επόμενη τους συνάντηση.

Μια μέρα η Άννα του είπε για τον αρραβώνα της με τον Χάιμ.

«Μα εκείνος έχει τα διπλά σου χρόνια!» ξέφυγε του Μανόλη, τόσο παράλογο του φάνηκε αυτό που άκουσε. Έτσι είχε αποφασίσει η οικογένειά της κι εκείνη δεν την πείραζε, απάντησε η Άννα. Αντίθετα, τον ήθελε κι αυτή τον Χάιμ, γιατί ήτανε όμορφος και πρόσχαρος και θα περνούσε καλά μαζί του.

«Ο Χάιμ μπορεί να είναι σχεδόν γέρος, αλλά δεν είναι σαν τον πατέρα μου, που κατεβάζει τα φρύδια όταν σε κοιτάει και συννεφιάζει ο ουρανός» του είπε γελώντας.

Μικρό κορίτσι ήταν η Άννα. Τι ήξερε από έρωτα, τι ήξερε από αυτό που πυρπολούσε την καρδιά και το κορμί του Μανόλη; Δεν διεκδίκησε τίποτα, λοιπόν, ο Μανόλης. Δεν ήταν πως φοβότανε ότι θα πέσουν θεοί και δαίμονες να τους φάνε αν προχωρούσε το ειδύλλιο ανάμεσα σε μια εβραία κι ένα χριστιανό, δεν τα κοιτάει ο έρωτας αυτά. Τα λόγια της Άννας ήταν. Πως θα περνούσε καλά με τον Χάιμ, γιατί ήταν όμορφος και πρόσχαρος. Και ό,τι κατάλαβε απ’ αυτά τα λόγια ο Μανόλης, που ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί, τα κακοπαθημένα ρούχα του, το μακρύ ασουλούπωτο κορμί του, τα μαύρα μάτια του τα σκοτεινά.

Έκανε λοιπόν την καρδιά του πέτρα και χάθηκε σιγά-σιγά απ’ το δρόμο της, δεν ήθελε να ξύνει την πληγή κι άλλαζε δρόμους μην τύχει και τη συναντήσει. Τότε ήταν που αποφάσισε να ξαναγυρίσει στο χωριό. Είχε μαζέψει κάμποσα λεφτά και είπε να ξαναδοκιμάσει τη ζωή εκεί.

Είχε βραδιάσει πια όταν έφτασε στο χωριό. Ατέλειωτος του φάνηκε ο δρόμος κι όμως μπήκε βαρύς κι αγέλαστος στην αυλή του σπιτιού τους, για να μην δείξει τη λαχτάρα του, να μη φανεί πόσο του έλειψαν όλοι τους. Στην αυλή ήταν μόνον ο παππούς του, καθισμένος όπως πάντα στην καρέκλα του, κάτω απ’ την καρυδιά, και παρακολουθούσε αμίλητος την εισβολή του Μανόλη.

«Τι έχεις να πεις τώρα που έχουμε πια λεφτά και δεν θα λείπει τίποτα απ’ το σπίτι;» γύρισε και του είπε απότομα, κι ας ήθελε να πέσει και να του φιλήσει το χέρι κι έπειτα ν’ ακουμπήσει το κεφάλι στα γόνατά του, να ξαποστάσει.

Έκανε να τον πλησιάσει μα τον εμπόδισε το βλέμμα του γέρου το συννεφιασμένο.

«Τι περιμένεις, δηλαδή, ν’ ακούσεις» του είπε κι έβραζε ο θυμός στη φωνή του. «Κάλλιο να μην γύριζες, αυτό έχω να πω. Τι θαρρείς; Πως δεν θα φτάνανε και στο χωριό τα μαντάτα για τα έργα σου; Κρυφά θα τα ‘χες τα όσα έκανες με τον μαυραγορίτη; Μόνο άσε. Τίποτα δεν πέφτει στο χώμα. Θα ‘ρθει ο καιρός να κάνουμε της λογαριασμούς. Με ζωντανούς και πεθαμένους… ».

Κοκκίνισε το πρόσωπο του Μανόλη, φλόγες βγάζανε τα μάτια του, αυτό ήταν λοιπόν ο γυρισμός;

«Δεν έχω να κάνω λογαριασμούς με κανένα. Ακούς; Με κανένα!».

«Παιδί μου!» άκουσε τις φωνές η μάνα του, βγήκε απ’ το σπίτι κι έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Την έσπρωξε εκείνος.

«Έλα εδώ εσύ!» είπε όμως στο Νικολή, που στεκόταν ασάλευτος στην πόρτα της κουζίνας και κοιτούσε έκπληκτος τη σκηνή.

«Έλα εδώ!» του φώναξε πάλι

Έκανε εκείνος φοβισμένος ένα βήμα προς τα πίσω, να ξαναμπεί στο σπίτι.

«Μα θα μου πείτε τι θέλετε όλοι σας;» ξέσπασε ο Μανόλης. «Ποιος γύρισε σπίτι σας; Κανένας εγκληματίας; Κανένας φονιάς;».

Κοιτούσε τον παππού, δεν έπαιρνε το βλέμμα του από πάνω του, εκείνος τον έκαψε με τα λόγια του, οι δικές του κουβέντες έπρεπε τώρα να σβήσουν τη φωτιά.

«Όχι γιε μου. Καλώς μας όρισες παιδί μου» χάιδεψε η Πολύμνια το ξαναμμένο του πρόσωπο, τα χέρια. Με μια απότομη κίνηση τραβήχτηκε εκείνος για ν’ αποφύγει το χάδι – πάντα τον τάραζαν τα χάδια – και συνέχισε να κοιτάζει τον παππού του, ασάλευτο κάτω απ’ την καρυδιά με τις παλάμες ακουμπισμένες στα γόνατα.

«Υπάρχει κριτής εκεί πάνω που όλα τα βλέπει και τα γράφει στο τεφτέρι του. Κάθε κατσικάκι από το ποδαράκι του θα κρεμαστεί» μίλησε εντέλει, χωρίς να τον κοιτάζει αυτήν τη φορά, χωρίς να κοιτάζει κανέναν, σα να μιλούσε στον εαυτό του.

Πήγε να σηκώσει πάλι τη φωνή ο Μανόλης, έτρεμε ολόκληρος.

«Σ’ εμένα γιε μου» έτρεξε η μάνα του και κρεμάστηκε επάνω του, δεν τον άφηνε να σαλέψει. «Σ’ εμένα θα τα πεις όλα. Σ’ εμένα. Πού ήσουνα, τι έκανες, όλα. Είσαι καλό παιδί εσύ, δεν σε φοβάμαι πως έκανες ατιμίες».

Δάκρια που δεν τ’ άφηνε να κυλήσουν καίγανε τα μάτια του - «δεν με θέλουνε. Κανείς τους δεν με θέλει. Δεν μ’ αγαπάνε, με φοβούνται, ποιος ξέρει τι τους είπανε» - πέτρα είχε γίνει το κορμί του.

Έσπρωξε μακριά τη μάνα του και τράβηξε για το σπίτι, την άλλη μέρα θα ‘φευγε και δεν θα ξαναγύριζε ποτέ. Και τότε άκουσε την αυλόπορτα ν’ ανοίγει και του φάνηκε πως έλαμψε ο τόπος.

«Μανόλη μου!» έπεσε η Μάχη στην αγκαλιά του. Και δέθηκαν τα χέρια του στις πλάτες της, κρεμάστηκε – άντρας ολόκληρος – απ’ το λιγνό παιδικό κορμάκι.

«Για σένα. Όλα για σένα. Για να μην σου λείψει τίποτα. Να παντρευτείς τον πιο καλό. Μόνο να τελειώσει ο πόλεμος και θα δεις ποιος είναι ο αδελφός σου» ήθελε να της πει, μα αυτή τινάχτηκε σαν το πουλάκι απ’ την αγκαλιά του και πήγε και κάθισε στα γόνατα του παππού.

«Είδες που ήρθε ο Μανόλης μας; Που έλεγες ότι δεν θα ξανάρθει;…»

«Μόνον αυτή θα καταλάβει» σκεφτόταν ο Μανόλης και την κοίταζε, φωτιές βγάζανε τα μάτια του, να την κάψουν, να την πυρπολήσουν απ’ την αγάπη, απ’ τη λαχτάρα.

«Ξεμνίστευγέ μας, Παναγία μου», σταυροκοπήθηκε η Πολύμνια, εκεί στη σκοτεινή γωνιά που είχε σταθεί. Την τρόμαζαν τα βλέμματα που έριχνε στο κορίτσι.

«Μάχη, έλα ‘δω» φώναξε την κόρη της. «Πήγαινε μέσα να μου φέρεις…» και δεν απόσωσε την κουβέντα, σα μαγεμένη κοίταζε κι η Μάχη την ακίνητη φιγούρα του αδελφού της στη μέση της αυλής, κανείς δε σάλευε σ’ αυτή τη βαριά, πηχτή σιωπή – να την κόψεις με το μαχαίρι – που πλάκωνε την αυλή.

Μήνες περάσανε μέχρι να ξαναμιλήσει ο Μανόλης με τον παππού του. Μια έχθρα υποχθόνια – κανείς απ’ τους δυο δεν θέλησε να της δώσει όνομα, να τη βγάλει στην επιφάνεια, να τη λύσει – τους έκανε να μην μιλάνε παρά μόνο για τ’ απαραίτητα. Έτσι κι αλλιώς δεν συναντιόντουσαν συχνά. Ξανάφυγε ο Μανόλης, βρήκε παρέες στην πόλη και μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος ερχόταν σπάνια στο χωριό. Κοιτούσε μάλιστα να έρχεται όταν ήξερε ότι ο παππούς του ήταν στα χωράφια.

«Να του βρούμε μια καλή κοπέλα να τον παντρέψουμε. Μόνο έτσι θα ηρεμήσει και θα μαζευτεί στο σπίτι» έλεγε η μάνα. Να μονιάσει επιτέλους κι η οικογένεια, να φύγουν τα δαιμόνια και να ξαναγυρίσουν όλοι τους στο δρόμο του Θεού.

Ήταν καλή γυναίκα η Πολύμνια. Ήσυχη, μαζεμένη, καλόγνωμη, την αγαπούσε το χωριό και την προστάτευε, τοίχος σιωπής είχαν ορθώσει γύρω της. Δεν της αρέσανε και τα γειτονέματα κι έτσι δεν έτυχε να ξεφύγει καμιά λέξη αθέλητα, να την ακούσει και να της ανοίξουνε τα μάτια.

«Μα τι έχεις εσύ πατέρα με το Μανολιό;» ρώταγε τον πεθερό της.

«Τίποτα δεν έχω, τι να ‘χω;» αποκρινόταν εκείνος βαριά, και της έκοβε την όρεξη για κουβέντες.

Ο Νικολής της το ‘πε μια μέρα, είχε μήνες πάλι να φανεί ο Μανόλης στο χωριό.

«Ο Μανόλης μας αγαπούσε μια οβριά. Της πήρε και την προίκα και την έφαγε. Μα έπειτα την πνίξανε οι Γερμανοί, όλους τους οβριούς τους πνίξανε μ’ ένα καράβι στη θάλασσα…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την ιστορία του και βρέθηκε κολλημένος στον τοίχο, με τη χερούκλα του παππού να τον κρατάει απ’ το λαιμό, να τον πνίξει, είχανε πεταχτεί έξω τα μάτια του παιδιού.

«Να μη σε ξανακούσω να λες τέτοια πράγματα, γιατί θα είναι η τελευταία σου ώρα» του είπε και του άστραψε μια ξανάστροφη που τον πήραν τα αίματα.

Έπνιξε τα δάκρια του το παιδί κι έτρεξε να κρυφτεί στο παράσπιτο. Χρυσό τον έκανε η μάνα του να της εξηγήσει τι εννοούσε, αλλά το στόμα του δεν το ξανάνοιξε, έτρεμε τη χερούκλα του παππού.

«Παιδιάστικες κουβέντες. Κάθεσαι κι εσύ κι ακούς τις ιστορίες του Νικολή του νεραϊδοπαρμένου» της έλεγε κι ο πεθερός της και αποφάσισε κι αυτή πως ήταν πράγματι παιδιάστικες κουβέντες, τι δουλειά είχε ο γιος της με εβραίους και με καράβια που τα βούλιαξαν οι Γερμανοί; Μια κρυάδα, όμως, μπήκε κι έκατσε στην καρδιά της. Και όταν πήραν το Μανόλη στη Χωροφυλακή και θα ‘μπαινε μισθός τακτικός στο σπίτι – είχανε φύγει πια κι οι Γερμανοί – αντί για να χαρεί πήγε και άναψε όλα τα καντήλια της εκκλησιάς κι έκλαιγε. Έτσι, χωρίς λόγο.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου