Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Μικρή Ανδρομάχη [τρίτο μέρος]

Study of the head of Andromache - Pierre-Narcisse Guerin

Στη σελίδα Εκδόσεις ελευθέρας βοσκής – Pecora nera, θα δημοσιεύονται, σταδιακά, βιβλία μου των οποίων θα ανακτώ από τους εκδότες τα πνευματικά δικαιώματα, καθώς και κείμενα τα οποία δε θέλησα να εκδώσω, όπως το θεατρικό: Η ταράτσα. Γυναικεία γεωμετρία σε πέντε ασύμμετρες πράξεις.
Αυτό σημαίνει ότι η χρήση τους θα είναι πλέον ελεύθερη με τον όρο να αναφέρεται η πηγή

 

Πολυξένη
Η συνάντηση
Η αναμέτρηση
Ο έρωτας…

…και πάλι ο θάνατος


Intermezzo
Ανδρομάχη



Η συνάντηση


Ο Μιχάλης ο Δρακάκης, ο πατέρας μου, πέθανε από καρκίνο τη χρονιά που έδωσα εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Το καλοκαίρι των εξετάσεων το πέρασα σ’ ένα λεωφορείο, νοσοκομείο - χωριό και το αντίστροφο. Εκείνος με έβλεπε να φτάνω στο νοσοκομείο με τα βιβλία μου παραμάσκαλα και βούρκωναν τα μάτια του.

«Είσαι άξια εσύ» μου έλεγε. «Δεν σε φοβάμαι. Ό,τι και να σκεφτείς θα το καταφέρεις».

Εγώ όμως σε φοβάμαι, έλεγα μέσα μου στο ανθρωπάκι που έλειωνε μέρα με τη μέρα σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Σε φοβάμαι και σου θυμώνω που δεν είσαι πια ο πατέρας που ήξερα, ο άντρας που είχα για να λειαίνει τους φόβους και να προστατεύει τους κόπους μου.

Στο τέλος πια δεν αναγνώριζε κανέναν, μιλούσε με τα μάτια κλειστά, άγνωστα πρόσωπα και γεγονότα γέμιζαν ψίθυρους το δωμάτιο κι έβγαινα στο διάδρομο να διαβάσω Ιστορία γιατί μου έφερνε ασφυξία η αποφορά της σήψης που ανάδινε το σώμα του και τα σπαράγματα της ιστορίας του.

«Άκαρδο παιδί!» έλεγε η μάνα μου. «Αυτός δεν είχε μάτια παρά για σένα. Η ζωή του ήσουνα και τώρα που σ’ έχει ανάγκη εσύ δεν θέλεις να πας να κάτσεις δίπλα του, να τον παρηγορήσεις. Πόσον καιρό θα τον έχεις ακόμα;».

Την άκουγα κι ένιωθα να την μισώ. Έχωνα το κεφάλι στα βιβλία μου και δεν μίλαγα, μέχρι που ένα βράδυ, μόλις είχαν φύγει οι γιατροί μ’ εκείνη την πένθιμη πόζα που παίρνουν ειδικά για τους συγγενείς των ετοιμοθάνατων, ξέσπασα.

«Δεν τον θέλω πια, δεν θέλω να τον έχω έτσι! Έχει φύγει, δεν το βλέπεις; Γιατί μας βασανίζεις;»

Δεν ξέρω αν με άκουσε ο πατέρας μου, δεν ξέρω αν κατάλαβε ποια είμαι και τι έλεγα πριν με βγάλουν σηκωτή απ’ το θάλαμο οι συγγενείς των άλλων αρρώστων. Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν η μάνα μου να σηκώνει τα χέρια της ψηλά και να τα κατεβάζει με δύναμη στα μεριά της, σαν πυροβολισμός ακούστηκε ο ήχος απ’ τις παλάμες της πάνω στην κρουστή σάρκα που αναταράχτηκε απ’ τον χτύπο.

Εκείνο το βράδυ πέθανε ο πατέρας μου.

«Σκύλα! Εισακούστηκαν οι προσευχές σου!» μου το ανακοίνωσε η μάνα μου όταν με βρήκε στην αυλή του νοσοκομείου να κλαίω κουβαριασμένη σ’ ένα παγκάκι πλάι στο φυλάκιο της εισόδου.

Πήγα απρόσμενα καλά στις εισαγωγικές εξετάσεις, μπήκα στη Φιλοσοφική κι έφυγα για την Αθήνα κάνοντας όρκους ότι δεν θα ξαναγυρίσω ποτέ πίσω στο χωριό. Κι όσο ορκιζόμουνα, όσο προσπαθούσα να κρατήσω τις αποστάσεις, τόσο βυθιζόμουνα βαθύτερα στην εσωτερική ζωή της οικογένειάς μου και ξανάχτιζα με πάθος την ιστορία της μέχρι να φέρω βόλτα το μύθο του αντάρτη πατέρα μου και της πανταχού παρούσας Ανδρομάχης, που σημάδεψε τη ζωή μου κατέχοντας περίοπτη θέση ανάμεσα στις αδικημένες ηρωίδες των παιδικών μου παραμυθιών. Κι όπως στον τόπο μου ο εμφύλιος δεν είχε την έκταση και την ένταση της δίνης που συγκλόνισε άλλες περιοχές της Ελλάδας, είχα πάντα την ιδέα ότι ήμουνα κάτι διαφορετικό από τα παιδιά της ηλικίας μου, με τόσους ήρωες και μάρτυρες στη βιογραφία μου ώστε να μοιάζει ότι σχεδόν τους είχαμε κατασκευάσει επί τούτου. Η μόνη φοιτητική εργασία που έχω κρατήσει από τα χρόνια της Φιλοσοφικής είναι η πρώτη μου, με θέμα τον εμφύλιο και μέχρι σχετικά πρόσφατα διάβαζα με πάθος οτιδήποτε κυκλοφορούσε κι αναφερόταν σ’ εκείνη την περίοδο, ιστορία, μαρτυρίες μέχρι και μυθιστορήματα, μ’ έναν ψυχαναγκαστικό τρόπο, σαν ανάγκη να γεμίσω τα κενά της δικής μου ιστορίας.

Τη Φιλοσοφική την παράτησα στο τρίτο έτος. Εξεταστική του Ιούνη, έλειωνα απ’ τη ζέστη και την απογοήτευση, έκλεισα ένα πρωί τα βιβλία μου, τα έβαλα τακτικά στο ράφι, πήρα ένα λεωφορείο μέχρι το Σούνιο κι έκλαιγα σ’ όλη τη διαδρομή.

«Μόνο εσύ θα με σώσεις» έλεγα και δεν ήξερα πού απευθυνόταν η έκκλησή μου.

Όταν αποφάσισα να πάω να βρω την Ανδρομάχη, ούτε που πέρναγε απ’ το μυαλό μου να γίνω ηθοποιός, δεν είχα καν συνειδητοποιήσει ότι είχε κλείσει οριστικά και το κεφάλαιο Φιλοσοφική. Έψαχνα μόνο αφορμή να πάω να την συναντήσω και έτσι βρέθηκα να συμμετέχω στις εξετάσεις της Σχολής του Καρυτινού με μια σκηνή απ’ την Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Είχα δώσει και ψεύτικο όνομα για να έχω εγώ τον έλεγχο, να αποφασίσω εγώ τη στιγμή της αναγνώρισης. Ανόητη σκέψη, παιδική. Μόλις την είδα, έλειωσα κάτω από το βλέμμα της, έσβησα στην αγκαλιά της και της παραδόθηκα.

Από ένα παράξενο παιγνίδι της μοίρας, δυο μήνες μετά από εκείνες τις εξετάσεις, πέθανε η μάνα μου. Ξαφνικά, στον ύπνο της, την άλλη μέρα την βρήκαν, που δεν πήγε το πρωί ν’ ανοίξει το καφενείο. Κι έτσι ξαναγύρισα στο χωριό κι έμεινα μήνες, για να κάνω τα μνημόσυνα κατά πως έπρεπε, να κανονίσω τα κληρονομικά και να αποφασίσω τι θα κάνω με τη ζωή μου, που ένιωθα πάλι πως είχε αλλάξει τροχιά.

Στην Ανδρομάχη δεν είχα κάνει ούτε ένα τηλεφώνημα όλο αυτό το διάστημα. Έρχονταν στιγμές που, μέσα στη σύγχυσή μου, τη θεωρούσα υπαίτια για το θάνατο της μάνας μου, το ξωτικό Ανδρομάχη που όριζε το παρελθόν μου και το μέλλον μου και με ήθελε χωρίς κανένα, ολομόναχη στο έλεός της. Κι όμως, όταν την είδα ένα πρωί να κάθεται στο καφενείο, μόνη, με τα μαύρα γυαλιά να κρύβουν πάλι τα μάτια της, δεν ξαφνιάστηκα. Πήγα και κάθισα αμίλητη πλάι της, αποφεύγοντας να την κοιτάξω.

«Ήρθα να σε δω» μου είπε απλά και δεν κουνήθηκε κι αυτή απ’ τη θέση της να μ’ αγκαλιάσει.

«Τώρα, λοιπόν, ήρθες για μένα» απάντησα αιχμηρά και εκείνη χαμογέλασε πίσω από τα μαύρα γυαλιά. Το κεφάλι της ήταν και πάλι στραμμένο κατά το βουνό και ήταν σαν να ξαναγύρισε ο χρόνος πίσω, τότε, την ημέρα των γενεθλίων μου, που η παρουσία της με είχε κάνει να κλαίω από την υπερένταση και τον τρόμο.

Ήταν τη μέρα των εξετάσεων στη Σχολή. Μετά, όταν με πήρε και περπατούσαμε ώρες στα δρομάκια της Πλάκας – εκεί είχε μεταφερθεί στο μεταξύ η Σχολή του Καρυτινού. Τότε τη ρώτησα για την επιστροφή της εκείνο το καλοκαίρι του ’76 και ένας Θεός ξέρει τι περίμενα ν’ ακούσω, έτοιμη να βουτηχτώ μέχρι το λαιμό σε μια σπαρακτική αναδρομή. Όμως η Ανδρομάχη δεν είχε ακόμα λόγους για να ενδώσει.

«Έτσι γινόταν τότε» μου είπε απλά. «Μετά την μεταπολίτευση γυρνάγαμε όλη την Ελλάδα για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ερχόταν πολύς κόσμος κι απ’ το εξωτερικό. Αυτό ήταν όλο, τίποτα παραπάνω».

«Ψέματα μου λες. Κάποιο λόγο θα είχες. Πώς αποφάσισες να επιστρέψεις εκεί, μετά από τόσα χρόνια;»

«Μου το ζήτησε ο Καρυτινός. Όταν επέστρεψε απ’ τη Γαλλία, αρχίσαμε τις περιοδείες. Ένιωθε παντοδύναμος που είχε τελειώσει η αυτοεξορία του».

«Εκείνος. Εσύ, όμως;»

«Εγώ; Τι εγώ; Εγώ στα χρόνια της δικτατορίας ήμουνα πλάνης. Γύριζα από την μια πόλη στην άλλη…»

«Μην με κοροϊδεύεις. Εσύ γιατί δέχτηκες; Τόσα χρόνια δεν γύριζες στον τόπο σου κι ας ήσουνα πλάνης, όπως λες. Πώς δέχτηκες τότε;»

«Πρώτη φορά ετοιμάζαμε πάλι κάτι μαζί μετά από τόσα χρόνια που είχαμε ζήσει χωρισμένοι…».

«Δεν είναι αλήθεια. Σ’ έβαλε ν’ αναμετρηθείς με τους φόβους σου κι ας ήξερε πόσο επικίνδυνο ήταν. Κι εσύ δεν του το αρνήθηκες. Κάποιο λόγο θα είχες…».

«Κανένα λόγο δεν είχα. Απλώς δεν μπόρεσα να του το αρνηθώ» είπε κι έκοψε τη συζήτηση, παρασύροντάς με σ’ ένα βεστιάριο που ήταν, έτσι κι αλλιώς, ο τελικός προορισμός μας.

«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε χωρίς να πάψει να κοιτάζει το βουνό. Σήκωσα τους ώμους και δεν μίλησα, θέριευαν να με πνίξουν οι μνήμες και οι ανείπωτες διηγήσεις.

«Δεν το συνηθίζω πια» με ξανάβγαλε απ’ τις σκέψεις μου και την κοίταξα έκπληκτη για την ακατανόητη δήλωση.

«Λέω. Δεν συνηθίζω πια να πηγαίνω στα μνήματα. Αλλά, αν δεν σε πειράζει, πήγαινέ με στο μνήμα των γονιών σου. Τώρα. Που είναι πρωί και θα είμαστε μόνες μας. Μετά, αν θέλεις, θα μου πεις τι σκοπεύεις να κάνεις…»

Σηκώθηκα πειθήνια και, χωρίς να το πολυσκεφτώ, της έδωσα το χέρι να τη βοηθήσω να σηκωθεί κι εκείνη. Το κράτησε στην παλάμη της.

«Η κόρη του Μιχαλιού…» ψιθύρισε και έφερε αργά το χέρι μου στα χείλη της. Έπειτα το άφησε, γύρισε απότομα και πήρε το δρόμο για την έξοδο του χωριού. Την ακολούθησα. Φτάσαμε αμίλητες στο νεκροταφείο και την οδήγησα στο μνήμα των γονιών μου. Δεν ξέρω τι περίμενα να κάνει, αλλά εκείνη ανασήκωσε τα μανίκια της, να μην βουτηχτούν στο λάδι, κι άναψε επιτήδεια το καντηλάκι. Έπειτα πήρε το θυμιατό και θύμιασε τρεις φορές σταυρωτά το μνήμα.

«Χρόνια μάθαινα να τα κάνω αυτά» μου είπε και κάθισε στο μνήμα, πλάι στο θυμιατό που κάπνιζε ακόμα και την τύλιγε με τον καπνό του. Δεν είχε παρά ν’ απλώσει το χέρι της για να πιάσει τη φωτογραφία των γονιών μου. Μια φωτογραφία από το γάμο τους, τη μόνη που βρήκα. Δεν έκανε καμιά κίνηση, αλλά μου είπε απρόσμενα.

«Ανάμεσα σε χίλιους θα αναγνώριζα τον Μιχάλη. Δεν μπερδεύονται τα μάτια του. Και το χαμόγελό του…»

«Δεν είχε εύκολο το χαμόγελο. Ούτε τα λόγια. Έτσι τον γνώρισα εγώ…»

«Σκουντουφλούσαν οι λέξεις στο στόμα του» συνέχισε σαν να μην με άκουσε. «Μίλαγε γρήγορα, να τα προλάβει όλα. Και θύμωνε που δεν τον καταλάβαινα, μίλα πιο αργά, του έλεγα κι εκείνος θύμωνε. Τραύλιζε και λίγο όταν θύμωνε…»

«Γιατί δεν του μίλησες; Τότε που σε πήγα στο μοναστήρι. Που ξαναβρεθήκατε».

Πήρε επιτέλους τη φωτογραφία και την κράτησε στα χέρια της, χωρίς να την κοιτάζει.

«Το Μιχαλιό είχε πεθάνει στο μοναστήρι» είπε σφίγγοντας τώρα τη φωτογραφία στο στήθος της. «Κι η Μάχη το ίδιο. Θέλαμε χρόνο να ξαναζωντανέψουμε, να ξαναβρεθούμε. Και φαίνεται πως δεν τον είχαμε πια. Με ρώταγες κάποτε… Νόμιζα ότι θα έσπαγε η καρδιά μου εκείνη τη μέρα…»

Σηκώθηκε κι ακούμπησε προσεκτικά τη φωτογραφία στο ντουλαπάκι του μνήματος.

«Δεν θα πολυφαίνονται έτσι κρυμμένοι, αλλά εδώ να τη βάζεις τη φωτογραφία τους για να μην την πετάξει ο αέρας και τη σπάσει. Και το θυμιατήρι. Να το σβήνεις πριν φύγεις. Μην βάλεις καμιά φωτιά».

«Κι η μάνα μου με μάλωνε για το θυμιατήρι» είπα και προσπαθούσα να ελέγξω τη φωνή μου που έτρεμε απ’ τα κρατημένα δάκρια. «Ερχόμουνα πάντα μόνη μου στο νεκροταφείο και το ‘βαζα στα πόδια όταν έβλεπα καμιά χωριανή να πηγαίνει στο μνήμα των δικών της. Τι θυμιατήρι να θυμηθώ;!… Στα πόδια το ‘βαζα… Της το λέγανε οι άλλες, ότι γέμιζα τον τόπο λάδια κι άφηνα το θυμιατήρι πλάι στα ξερόχορτα. Ήταν καλοκαίρι… Οι άλλες το σβήνανε. Κι έπειτα δεν ξανάρθα στο χωριό. Ούτε τα καλοκαίρια… Έκλαιγε η μάνα μου. Άκαρδο παιδί, μ’ έλεγε…»

Είχαμε αλλάξει θέσεις. Καθόμουνα εγώ στο μνήμα κι η Ανδρομάχη όρθια, παράμερα, με κοίταζε.

«Ανάμεσα σε χίλιους θα σε γνώριζα κι εσένα. Τα μάτια του. Το χαμόγελό του. Κι η φωνή του… Ο Καρυτινός είναι σε απόγνωση με την άρθρωσή σου!». Έκανε να γελάσει κι αντί γι’ αυτό άνοιξε άξαφνα την αγκαλιά της, έτρεξα και χάθηκα μέσα και σπάραξα στο κλάμα.

«Δεν θέλω να σε χάσω κι εσένα» μου έλεγε και χάιδευε τα μαλλιά μου. «Θα τα καταφέρουμε, θα δεις» με παρηγορούσε.

Όταν γυρίσαμε στο χωριό μάζεψα τα πράγματά μου και φύγαμε μαζί την ίδια μέρα για την Αθήνα. Φτάσαμε νωρίς στο καράβι και ανεβήκαμε στο κατάστρωμα. Δεν είχε ζεστάνει ο καιρός και οι πλαστικές πολυθρόνες που είχαν για τους επιβάτες ήταν ακόμα στοιβαγμένες στα καλυμμένα σημεία του καταστρώματος.

«Δεν θα μας μαλώσουν» είπε η Ανδρομάχη και τράβηξε τις δυο πολυθρόνες που ήταν πάνω - πάνω στο σωρό.

Τις πήγαμε κοντά στην κουπαστή και καθίσαμε κοιτώντας τη θάλασσα.

«Όταν το καράβι πήρε τη στροφή, χάθηκαν τα βουνά μου κι έβλεπα πια μόνο θάλασσα, ορκίστηκα πως θα πεθάνω εκεί που με πηγαίνανε».

Έδενα τα μαλλιά μου μ’ ένα μαντήλι εκείνη την ώρα, δεν πρόλαβα να το στερεώσω και μου το πήρε ο αέρας. Σηκωνόμουνα να το μαζέψω, όταν με σταμάτησε η φωνή της Ανδρομάχης. Δεν ήταν αυτά που έλεγε, ήταν ο τόνος της φωνής της που με καθήλωσε, για μια στιγμή σκέφτηκα ότι ήταν κομμάτι κάποιου ρόλου κι έψαχνα στο μυαλό μου να θυμηθώ αν το είχα ξανακούσει, η θεατρική μου παιδεία ήταν ακόμα στα σπάργανα.

Ήμουνα μετέωρη, μισή καθισμένη, μισή όρθια ενόσω ο αέρας έσερνε το μαντήλι μου στο βρώμικο κατάστρωμα, όταν η Ανδρομάχη έστρεψε το βλέμμα της επάνω μου και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που την ένιωσα τόσο παραδομένη, τόσο ευάλωτη, το ξωτικό Ανδρομάχη είχε πάρει ανθρώπινη μορφή και είχε ραγίσει σε μυριάδες μικρές ρωγμές που την έκαναν σχεδόν τρομακτική, δεν άντεχα να την κοιτάζω. Σωριάστηκα στην πλαστική πολυθρόνα κι αυτή έτριξε επικίνδυνα. Άπλωσα τα χέρια κι αρπάχτηκα απ’ την κουπαστή. Η Ανδρομάχη παρεξήγησε την κίνησή μου.

«Μην με φοβάσαι» μου είπε. «Εσύ μου το ζητούσες… Για τον πατέρα σου… Για εσένα… Για να καταλάβεις…».

Η φωνή της είχε ξαναβρεί την ανεπανάληπτη χροιά της, υποβλητική σαν φλάουτο που φέρνει τον ήχο του από μακριά ο αέρας.

«Στην ηλικία σου ήμουνα όταν μου είπαν ότι ο πατέρας σου πέθανε στη Μακρόνησο. Εγώ τον νόμιζα νεκρό στο μοναστήρι…»

Σταμάτησε να μιλάει και τυλίχτηκε στη ζακέτα της, σαν να ένιωσε μόλις εκείνη τη στιγμή το κρύο που μας περόνιαζε από ώρα.

«Σημάδεψες τη ζωή του. Τη ζωή όλων μας σημάδεψες» ήθελα να της πω και την ίδια στιγμή ένιωσα να με πνίγει ένα παράξενο συναίσθημα. Συμπόνια. Συμπονούσα αυτή τη μεσόκοπη γυναίκα που τυλιγόταν στη ζακέτα της για να προστατευθεί απ’ το κρύο. Και κοιτώντας τη θάλασσα, το νησί που αφήναμε πάλι πίσω μας, ένιωθα πως δεν είχα δίπλα μου την Ανδρομάχη αλλά εκείνο το μικρό κοριτσάκι που ξεριζώσανε κάποτε από τα βουνά του, εκείνη τη μικρή νυφούλα με τα μαύρα που δεν την θυμόταν πια κανείς, κανείς δεν υπήρχε πια να διηγηθεί την ιστορία της.

«Κι ο πατέρας μου σε είχε για νεκρή. Έτσι μου έλεγε…» της είπα κι ένιωθα πως, με κάποιο τρόπο, δεν ήταν ψέματα αυτό που πίστευε ο πατέρας μου.

«Τον ξαναείδα κάποτε…» με διέκοψε.

«Τον ξαναείδες; Πότε; Γιατί δεν μου το είπε;…»

«Βγαίναμε με τον Καρυτινό απ’ τη Σχολή» με διέκοψε πάλι. «Καθόμουνα παράμερα και τον περίμενα να κλειδώσει. Εσύ δεν τα ξέρεις ακόμα αυτά» γέλασε σιγανά. «Ο Καρυτινός κλειδώνει κι έπειτα ξανανοίγει και γυρνάει πίσω να βεβαιωθεί ότι όλα είναι εντάξει. Δεν το έκανε πάντα αυτό. Στην καινούργια Σχολή το άρχισε, μετά την επιστροφή του από το Παρίσι. Άλλοι χάσανε τη ζωή τους, εγώ έχασα τα μυαλά μου στη δικτατορία, έλεγε... Άργησε πολύ να με συγχωρήσει που δεν πήγα μαζί του στη Γαλλία τότε. Νόμιζε ότι ήθελα να χωρίσουμε. Δεν καταλάβαινε ότι εγώ την εξορία μου την είχα ζήσει και δεν φοβόμουνα πια τίποτα, τι άλλο μπορούσα να πάθω;…»

Σταμάτησε να μιλάει και κοίταζε τη θάλασσα ενόσω εγώ περίμενα παγωμένη να συνεχίσει τη αφήγηση για τη συνάντηση με τον πατέρα μου.

«Ξέρεις πόσες δουλειές έκανα τότε;» συνέχισε αδιάφορη για την ένταση που μου προκαλούσε πηγαίνοντας από το ένα θέμα στο άλλο.

«Μέχρι και στα χωράφια δούλεψα. Μάζευα ελιές. Να μ’ έβλεπε από πουθενά η μακαρίτισσα η μάνα μου! Μου έτριβε τα χέρια με λεμόνι για να μην χάσουν την ασπράδα τους» κι απόμεινε τα κοιτάζει αφηρημένη τα περιποιημένα χέρια της με τα λεπτά, μακριά δάκτυλα. Μετά πήρε βαθιά ανάσα.

«Πολλές δουλειές άλλαξα τότε» συνέχισε. «Και δεν ήταν ότι έπαιζα ρόλους, αλήθεια σου λέω. Άδεια ήμουνα. Είχα ξεχάσει πώς είναι ν’ ανεβαίνεις στη σκηνή. Φαίνεται πως για μένα αυτό ήταν η δικτατορία. Να ξεχάσω πώς είναι ν’ ανεβαίνεις στη σκηνή…»

«Ανδρομάχη!» δεν άντεξα και σχεδόν ξεφώνισα το όνομά της.

«Βγαίναμε, λοιπόν, απ’ τη Σχολή κι εγώ περίμενα παράμερα να τελειώσει η ιεροτελεστία του κλειδώματος. Πρέπει να ήταν η μητέρα σου η γυναίκα που τον συνόδευε. Τους κοίταζα γιατί με ξάφνιασε ο τρόπος που περπάταγαν. Σαν να προσπαθούσε να την περιορίσει στην άκρη του πεζοδρομίου, από τη μέσα μεριά, και εκείνη ν’ ασφυκτιούσε, να ήθελε να τρέξει. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να στο πω…»

«Η μάνα μου ήταν σαν άτακτο παιδί. Χειμαρρώδης, εκρηκτική, ακόμα κι όταν περπατούσε ήταν σαν να οδηγούσαν πολεμικά εμβατήρια τα βήματά της, τον έφερνε συχνά σε δύσκολη θέση με τα καμώματά της…» άρχισα να λέω, ξεχνώντας τους όρκους μου να μην μιλήσω ποτέ στην Ανδρομάχη για τη μάνα μου. «Με κούραζε κι εμένα η ορμή της, ήταν στιγμές που ένιωθα ότι ήμουν εγώ η ενήλικη στη σχέση μας. Πάντα νόμιζα ότι ο πατέρας μου την παντρεύτηκε από υποχρέωση…».

Δαγκώθηκα γι’ αυτό που ξεστόμισα.

«Γιατί να την παντρευτεί από υποχρέωση;» με ρώτησε μαλακά η Ανδρομάχη. «Πώς γνωρίστηκαν;»

«Δεν είναι αλήθεια αυτό που σου είπα» την έκοψα θυμωμένη με τον εαυτό μου, που άνοιξα πόρτες στην Ανδρομάχη, να την αφήσω να εισβάλει και στα δικά μου μυστικά.

«Το ξέρω ότι δεν είναι αλήθεια» συνέχισε με τον ίδιο τόνο. «Δεν είναι ο Μιχάλης αυτό που μου περιγράφεις, να δεσμεύσει μια γυναίκα μαζί του από υποχρέωση…»

«Δούναι και λαβείν, λοιπόν, Ανδρομάχη. Δεν θα μιλήσεις τσάμπα. Άρα πρέπει να σου πω πώς γνωρίστηκαν…» την πρόσβαλα, ξεχνώντας ότι ένα λεπτό πριν ήμουνα έτοιμη να πέσω στα γόνατα να την παρακαλέσω να μου μιλήσει για τον πατέρα μου. Σηκώθηκε εκείνη και μάζεψε τα πράγματά της.

«Μήπως πρέπει να πάμε στην καμπίνα; Θα παγώσουμε εδώ έξω» μου είπε τρυφερά και, όπως την κοίταζα στο μισοσκόταδο, μου ήρθε πάλι η εικόνα της μικρούλας Μάχης, κουβαριασμένης στο κατάστρωμα, νύχτα, με φύλακα πλάι της τον αδελφό της τον Μανόλη.

«Ήταν συγχωριανοί με τη μάνα μου. Αλλά εκείνη ήταν πολύ πιο μικρή. Μωρό παιδί την πήραν οι δικοί της, όσοι απόμειναν δηλαδή, και την πήγαν στον Πειραιά, όταν κάψανε οι Γερμανοί το χωριό. Εκεί την γνώρισε ο πατέρας μου, στο σπίτι τους πήγε να κρυφτεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Σχεδόν αμέσως τον πιάσανε και τον στείλανε στη Μακρόνησο. Μετά χάθηκε για χρόνια. Ποτέ δεν μίλησε γι’ αυτά τα χρόνια…»

Η Ανδρομάχη είχε ξανακαθίσει στο μεταξύ στη θέση της.

«Δύσκολα μιλάει κανείς γι’ αυτά τα χρόνια…» μου είπε σιγανά κι εγώ ένιωσα το αίμα ν’ ανεβαίνει φωτιά στο πρόσωπό μου.

«Τι ξέρεις εσύ γι’ αυτά τα χρόνια; Τι μπορεί να ξέρεις; Τι σου είπανε;» φώναξα και τραβήχτηκα απότομα μακριά της.

«Τον πατέρα σου τον έκλαψα δυο φορές πεθαμένο» άρχισε να λέει, χωρίς να κάνει καμιά κίνηση να με πλησιάσει. «Τότε που τον άφησα στο μοναστήρι και, μετά, όταν μάθαμε ότι είχε σωθεί σ’ εκείνη τη μάχη και πέθανε στη Μακρόνησο. Νομίζω πως εκείνος ο θάνατος ήταν που μ’ έβγαλε απ’ τη νάρκη μου, που με ξαναγύρισε στη ζωή. Ζωντάνεψε η καρδιά μου κι αιμορραγούσε πάλι. Και δεν ήταν πια για μένα εκείνος ο πόνος. Ήταν για τον πατέρα σου. Που ήθελα να έχει πεθάνει στο μοναστήρι. Όρθιος…»

«Γιατί να μην έχει πεθάνει όρθιος; Τι σου είπανε;» ρώτησα πάλι κι ακούστηκε στριγκή η φωνή μου.

«Τίποτα δεν μου είπαν Πολυξένη».

Είχαμε βγει πια στο ανοιχτό πέλαγος κι ο αέρας είχε δυναμώσει, να μας σηκώσει. Έβλεπα την προσπάθεια που έκανε να προστατευτεί, είχαν λυθεί τα μαλλιά της και της σκέπαζαν το πρόσωπο, φώναζε για ν’ ακουστεί κι ας είμαστε ένα μέτρο απόσταση η μια απ’ την άλλη.

«Τίποτα δεν ήξερα» συνέχισε, προσπαθώντας μάταια να κρατήσει τα μαλλιά της μακριά απ’ το πρόσωπό της. Κι έπειτα παραιτήθηκε. Ακούμπησε τα μπράτσα της στην πολυθρόνα και με ανάγκασε να σκύψω κοντά της για ν’ ακούσω τη συνέχεια.

«Ο Μιχάλης μου που θύμωνε κι έχανε τα λόγια του... Το δεντράκι μου το ψηλόλιγνο... Μόνο τα βουνά τού ταιριάζανε αυτουνού. Όχι το ξύλο και οι ταπεινώσεις. Κανείς δεν τον είχε αγγίξει τον Μιχάλη μου. Κανείς…»

«Τότε δεν ήξερες. Πότε έμαθες; Τι σου είπανε;» τη διέκοψα ασυγκίνητη.

Γύρισε και με κοίταξε και προσπαθούσα στο μισοσκόταδο να ξεχωρίσω την έκφραση των ματιών της - έκλαιγε επιτέλους;

«Τι φοβάσαι Πολυξένη; Γιατί φοβάσαι;» με ρώτησε, όμως, ήρεμα και τότε κατέρρευσα εγώ.

«Όλα τα βιβλία τα διάβασα. Τότε, στο Πανεπιστήμιο. Και μετά. Πουθενά δεν είδα το όνομά του. Σαν να μην είχε υπάρξει…»

«Δεν ήταν ο μόνος που δεν γράφουν τα βιβλία. Ένας ολόκληρος λαός ήταν…»

«Σταμάτα!» ούρλιαξα. «Μην φτηναίνεις την κουβέντα! Ένας ολόκληρος λαός! Λες και μιλάς στα μπαλκόνια! Ο Μιχάλης ήταν ο πατέρας μου. Γιατί δεν μίλαγε κανείς για τον Μιχάλη τον Δρακάκη; Γιατί δεν μίλαγε ο πατέρας μου γι’ αυτά τα χρόνια;».

Έκλαιγα πια σπαρακτικά καθώς θυμόμουν τα χρόνια της σιωπής του, τα ανείπωτα λόγια για τα χρόνια που έγλειφε τις πληγές του κρυμμένος απ’ όλους εκείνους που τον είχαν καταδικάσει αδίκαστο. Η Ανδρομάχη δεν έπαψε να με κοιτάζει, ένιωθα το βλέμμα της και δεν μ’ ένοιαζε πια να ξεχωρίσω την έκφραση των ματιών της.

«Όταν ξαναγύρισε κάποτε στην Αθήνα, πήγε και βρήκε τη μητέρα μου» άρχισα να λέω σκουπίζοντας τα μάτια μου. «Τότε παντρεύτηκαν. Τους βοήθησαν οι δικοί της κι άνοιξαν ένα καθαριστήριο στο Κουκάκι, εκεί γεννήθηκα κι εγώ. Η δεύτερη εξορία ήταν πιο σύντομη, έπεσε στο μεταξύ η χούντα. Τότε πούλησαν το καθαριστήριο και γύρισαν στο χωριό. Εκεί μας βρήκες…»

Άπλωσε το μπράτσο της και με ζέστανε στην αγκαλιά της.

«Όταν τους είδα, τότε στην Πλάκα, δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτήν την εντύπωση μου έδωσαν. Ότι ήταν για ταξίδι. Για ένα ταξίδι επιστροφής. Για ένα δευτερόλεπτο διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας. Να μην με γνώρισε; Για εκείνον είχα πεθάνει κι εγώ στο μοναστήρι. Ποιος να του μιλήσει και για μένα; Τους είχα προδώσει, νόμιζε, κι είχα πεθάνει. Τέτοιος θάνατος. Πώς θα μπορούσα, λοιπόν, να βρεθώ ζωντανή στην Πλάκα και να μην τρέχει σταγόνα αίμα απ’ τα μάτια μου; Τότε αποφάσισα να ξαναγυρίσω στο νησί. Ετοιμάζαμε το Ματωμένο Γάμο του Λόρκα για το καλοκαίρι και ζήτησα απ’ τον Καρυτινό να έρθουμε τον Αύγουστο να το παρουσιάσουμε στο νησί. Έτσι, λοιπόν, εκείνον τον Αύγουστο γύρισα στο νησί κι έπαιξα τη νύφη στο Ματωμένο Γάμο. Κι ας ήμουνα μεγάλη για το ρόλο της νύφης».

Γέλασε σιγανά κι εγώ τραβήχτηκα απ’ την αγκαλιά της, νόμιζα ότι ήθελε πάλι να ξεφύγει.

«Και μετά; Ήρθες στο χωριό. Γιατί ήρθες στο χωριό;»

Χαμογέλασε το πικρό της χαμόγελο, που με οδηγούσε πάντα σε άτακτη υποχώρηση όλα τα χρόνια που ζήσαμε μαζί.

«Αχ, Πολυξένη» μου είπε και αναστέναξε. «Δεν το φοβάσαι το μαχαίρι. Ξέρεις καλά να το χειρίζεσαι. Μα φυσικά για τον πατέρα σου ήρθα. Μ’ αυτόν ήθελα να πάμε στο μοναστήρι. Ναι, γι’ αυτόν ήρθα και πάλι δεν μιλήσαμε. Πώς νόμιζα ότι μπορούσαν να είναι όλα τόσα απλά; Να αναζητήσουμε μαζί τους υπαίτιους για τα χρόνια που μας έκλεψαν, για τα λόγια που δεν προλάβαμε να πούμε, τις εξηγήσεις που δεν δώσαμε; Όταν τον είδα να στέκεται ακίνητος δυο βήματα μακριά μου, ένιωσα πως δεν άντεχα να του μιλήσω. Κι έπειτα όλα και στη δική του στάση μου έδειχναν ότι έπρεπε να φύγω…Δεν πειράζει. Αρκεί που ζήσαμε κι οι δυο και καταφέραμε να γυρίσουμε στα βουνά μας…»

«Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά» τη διέκοψα πεισμωμένη. «Αφού ήρθες για εκείνον, όπως λες, γιατί δεν προσπάθησες; Γιατί έφυγες έτσι, σαν ξένη;»

«Δεν είμαι από σίδερο Πολυξένη. Κανείς μας δεν ήταν από σίδερο».

«Κι εγώ; Εγώ τι σου έφταιξα; Γιατί με πήρες μαζί σου τότε, στο μοναστήρι; Γιατί με ήθελες συνένοχη; Μικρό παιδί ήμουνα, εκείνη τη μέρα είχα τα γενέθλιά μου…»

Τινάχτηκε κι έκανε να με αγκαλιάσει.

«Όχι!» της είπα και τραβήχτηκα απότομα μακριά της. «Δεν στο είπα για να με συμπονέσεις. Μου χρωστάς Ανδρομάχη. Κι οι δυο σας μου χρωστάτε. Εμένα ποιος με σκέφτηκε, που έζησα τη ζωή μου με τόσα μυστικά να τη σημαδεύουν; Γι’ αυτό ήρθα να σε βρω. Κι εσύ τίποτα δεν κατάλαβες και βάλθηκες να μου παίξεις άσχημο παιγνίδι. Θυμάσαι πώς μ’ έλεγες; Το ταξίδι μου. Έτσι με έλεγες, έτσι με παρουσίασες στον Καρυτινό. Αλλά δεν θα σ’ αφήσω πια να με παρασύρεις, εγώ είμαι από σάρκα και αίμα φτιαγμένη, δεν είμαι το ταξίδι που ονειρευόσουνα και ξέχναγες τ’ όνομά μου…»

«Σώπα. Σώπαινε πια. Ποτέ δεν ξέχασα τ’ όνομά σου, πώς ήταν δυνατόν; Και τώρα άκουσέ με» μου είπε και την κοίταξα έκπληκτη, είχε αλλάξει ο τόνος της και με ξάφνιασε η αναπάντεχη αυστηρότητα της φωνής της.

«Η νύχτα είναι κακός σύμβουλος» συνέχισε η Ανδρομάχη. «Ξυπνάει μνήμες, μας κάνει να λέμε πράγματα που δεν θέλουμε. Κι όσο για το ταξίδι μου, ένα να ξέρεις. Ότι εσύ αποφασίζεις για τη ζωή σου. Κι αν μέσα στις αποφάσεις σου είμαι κι εγώ, εγώ θα σε περιμένω. Τώρα πάω να ξαπλώσω. Δεν αντέχω άλλο το κρύο».

Δεν της απάντησα, δεν κούνησα απ’ τη θέση μου μέχρι που την άκουσα να φεύγει. Με είχε βρει απροετοίμαστη ο τρόπος που έκοψε την κουβέντα και πάλευαν μέσα μου η ντροπή για την αδυναμία που είχα δείξει και ο θυμός μου για την Ανδρομάχη που δεν με κανάκεψε πάλι, όπως με είχε συνηθίσει μέχρι τότε. Έμεινα ώρες στο κατάστρωμα να κοιτάζω πεισμωμένη τη θάλασσα, τα κύματα που έσπαγαν στα πλευρά του καραβιού και μούσκευαν το πρόσωπό μου με σταγόνες νερού. Κι όταν έφτασε το πλοίο στον Πειραιά, έφυγα μόνη για το σπίτι μου.

Ούτε μια μέρα δεν κράτησα την απόφασή μου να απομακρυνθώ οριστικά από την Ανδρομάχη. Το ίδιο βράδυ πήγα στη Σχολή και κάθισα παράμερα από τους άλλους μαθητές, περιμένοντας την να με καλέσει. Μόνο όταν τέλειωσε το μάθημα της ήρθε κοντά μου. Με κράτησε από τους ώμους και με κοίταξε εξεταστικά, σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. Μετά τραβήχτηκε λίγο και συνέχισε να με κοιτάζει μ’ αυτό το παράδοξο βλέμμα. Ήμουνα έτοιμη να εκραγώ.

«Αυτό είναι. Καλά το σκεφτόμουνα» με πρόλαβε. «Θα κάνεις το Διόνυσο στις Βάκχες. Αυτό το ρόλο θα δουλέψουμε» μου είπε και με άφησε άφωνη, με όλα μου τα όπλα στομωμένα.

Λένε πως οι ηθοποιοί είμαστε ιδιαίτερο ανθρωπολογικό είδος. Απ’ όταν πέθανε η Ανδρομάχη, κάθε φορά που ταξιδεύω σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, φυσάει και βρέχουν σταγόνες νερού το πρόσωπό μου, νιώθω πως πάντα ήταν αδιάψευστες οι αποδείξεις, εγώ ήμουνα το ταξίδι της.

Πολυαγαπημένη Ανδρομάχη.



Η αναμέτρηση


Όταν τέλειωσα τη Σχολή, η Ανδρομάχη θεωρούσε αυτονόητο ότι θα έμενα στο θεατρικό σχήμα του Καρυτινού, όσο κι αν δεν είχα δείξει ποτέ το ταλέντο που πίστευε ότι έκρυβα μέσα μου. Η Λαίδη Μάκβεθ στις εξετάσεις του Καρυτινού, είναι από τα πράγματα που θα έπρεπε να σβήσω από τη μνήμη μου, αν δεν χρέωνα συνολικά σ’ αυτόν την ευθύνη που με έβαλε να δοκιμαστώ σε έναν τόσο δύσκολο ρόλο. Την κατάσταση φαίνεται πως την έσωσε ο ρόλος της Ηλέκτρας στις εξετάσεις της Ανδρομάχης. Όταν τέλειωσα, σηκώθηκε και με αγκάλιασε δακρυσμένη. Κάτι ψιθύρισε στ’ αυτί μου που δεν τ’ άκουσα, ήθελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Την απώθησα και πήγα τρέχοντας κοντά στους υπόλοιπους σπουδαστές.

«Αυτό που της λείπει ακόμα είναι η αυτοπειθαρχία» συνόψισε ο Καρυτινός την αξιολόγησή μου. Και την ίδια στιγμή, σηκώθηκα από τη θέση μου και τους ανακοίνωσα την απόφασή μου να φύγω απ’ το σχήμα. Μίλησα αφύσικα δυνατά, σαν να συνέχιζα το ρόλο μου και η φωνή μου ακούστηκε εντελώς παράταιρη στο υποβλητικό κλίμα που ήξερε να διαμορφώνει ο Καρυτινός τη μέρα της αξιολόγησης. Δεν μ’ αξίωσε ούτε μ’ ένα βλέμμα και η Ανδρομάχη μου έγνεψε να την περιμένω έξω. Καθώς έβγαινα απ’ την αίθουσα, είχα την αίσθηση ότι οι συμφοιτητές μου θα με γιουχάριζαν κι ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, σκοντάφτοντας στο μακρύ μαύρο φόρεμα της Ηλέκτρας.

Άφριζα από τα νεύρα μου που η απόφασή μου είχε ακουστεί σαν παιδικό παράπονο, ποιος θα με έπαιρνε πια στα σοβαρά; Κι όμως δεν είχα πει ψέματα. Καιρό το σκεφτόμαστε με δυο άλλα παιδιά απ’ τη Σχολή να φτιάξουμε δική μας ομάδα. Διαπραγματευόμαστε μάλιστα μια μικρή υπόγεια σκηνή στην Κυψέλη, που δούλευε ήδη περιστασιακά, όταν βρισκόταν κάποιος να πληρώνει τα έξοδα.

Περίμενα καθισμένη κατάχαμα στα σκαλάκια της εξόδου και κόντευα να σκίσω το φόρεμά μου, έτσι όπως το έστριβα με λύσσα ανάμεσα στα δάκτυλά μου. Εκεί με βρήκε η Ανδρομάχη όταν βγήκε από την αίθουσα των εξετάσεων και μου έγνεψε να την ακολουθήσω στο γραφείο της. Πίσω της βγήκαν μελίσσι οι μαθητές, έπρεπε να περάσω ανάμεσά τους για φτάσω στα γραφεία. Η παρόρμησή μου ήταν να το βάλω στα πόδια, να κρύψω στα τρίσβαθα της γης την τσαλακωμένη μου αξιοπρέπεια. Όπως τους έβλεπα να βγαίνουν νόμιζα ότι δεν είχαν άλλη έγνοια από μένα, τη χαϊδεμένη της Ανδρομάχης, που πήγε να κάνει την επανάστασή της κι αντί γι’ αυτό έμεινε έκθετη κάνοντας, με απόλυτη επιτυχία, μια τρύπα στο νερό.

Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να καταλάβω ότι κανείς τους τότε δεν είχε λόγο ν’ ασχοληθεί με την περίπτωσή μου, εκτός ίσως από τους άλλους δυο συμμέτοχους στο σχέδιο της θεατρικής μας ομάδας. Εκείνη τη στιγμή, όμως, νόμιζα ότι ήμουνα το κέντρο της γης. Κατέβασα, λοιπόν, το μπόι μου όσο που να χωρέσει σε μια κόχη, πίσω από το ταμείο του θεάτρου, και περίμενα ν’ αδειάσει ο χώρος για να μπω μετά φουριόζα στο γραφείο της Ανδρομάχης. Απόμεινα όρθια να την κοιτάζω, ακουμπώντας με την πλάτη στην πόρτα που είχα κλείσει πίσω μου. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω την έκφρασή της στο μισόφωτο και το βλέμμα μου παγιδεύτηκε στα κάτασπρα χέρια της, όπως τα είχε απλωμένα και ακίνητα στη μαύρη επιφάνεια του γραφείου. Μείναμε αμίλητες για λίγο κι έπειτα πήγα και κάθισα στην καρέκλα απέναντί της, αποφεύγοντας επιμελώς το αναπαυτικό καναπεδάκι που είχε για τους επισκέπτες. Κάποτε της είχα χαρίσει ένα κοχύλι μισοσπασμένο που είχα μαζέψει από μια έρημη παραλία, το είχε ακόμα πάνω στο γραφείο της. Άπλωσα το χέρι, το πήρα και το έσφιξα στη χούφτα μου. Όταν την άνοιξα, το κοχύλι είχε κομματιαστεί εντελώς και είχε ματώσει τη χούφτα μου.

«Πήγαινε να περιποιηθείς το χέρι σου» μου είπε ήσυχα η Ανδρομάχη κι εγώ το έκρυψα πίσω από την πλάτη μου. Περίμενα να επιμείνει, αλλά εκείνη με κοίταξε για λίγο κι έπειτα μου είπε σαν μην την απασχολούσε πια ο τραυματισμός μου.

«Δεν έπαιζες την Ηλέκτρα, ήσουνα η Ηλέκτρα στις εξετάσεις. Και τώρα που σε είδα έξω να με περιμένεις, ήσουνα ακόμα η Ηλέκτρα. Όταν μ’ ακούσεις μάνα θα με παιδέψεις;** Σε ποιον μιλούσες Πολυξένη; Ποιον ρωτούσες;»

«Στην Κλυταιμνήστρα μίλαγα, την Κλυταιμνήστρα ρωτούσα. Δεν είσαι καλή δασκάλα Ανδρομάχη; Λάθος μου έμαθες το ρόλο;...»

Αγνόησε το σαρκασμό μου.

«Δεν θέλω να κάνεις λάθη και να φταίω εγώ…» αποκρίθηκε λυπημένα.

«Ποιος σου είπε ότι φταις εσύ για τα λάθη μου και τα σωστά μου;» ξέσπασα. «Με κοροϊδεύεις Ανδρομάχη; Ό, τι μπορούσες έκανες για να με μπερδέψεις και να μην ξέρω ποια είμαι και τι θέλω. Στο ξαναείπα, δεν με λυπήθηκες. Ποια είσαι εσύ, λοιπόν, που θα συνεχίσεις να ερμηνεύεις τα κίνητρά μου; Ποια είσαι εσύ που θα μου δείχνεις δρόμους;»

Σταμάτησα λαχανιασμένη κι έψαχνα στο μυαλό μου φράσεις, να τις βάλω σε τάξη για να της πω πως δεν θα με ξαναβρεί μπόσικη. Κι όσο πάλευα, τόσο μπερδευόμουνα χειρότερα, χαμένη στο λυπημένο βλέμμα της.

«Περίμενε» της είπα και πετάχτηκα έξω από το γραφείο, πήγα στ’ αποδυτήρια, πήρα την τσάντα μου και ξαναγύρισα φουριόζα. Έβγαλα ένα πάκο χαρτιά και τα ακούμπησα στο γραφείο. Όταν συζητούσαμε με τους άλλους για τη θεατρική μας σκηνή, δεν βρίσκαμε τίποτα αρκετά καλό για το ντεμπούτο μας. Έτσι στρώθηκα να γράψω εγώ ένα θεατρικό έργο, κάτι με ένα ηφαίστειο και μια πόλη σκεπασμένη με λάβα.

«Διάβασε» της είπα, όσο την έβλεπα να κοιτάζει σκεφτική το χειρόγραφό μου.

Άναψε το παλιομοδίτικο πορτατίφ που ήταν στο κέντρο του γραφείου, έβαλε με αργές κινήσεις τα γυαλιά της και συγκεντρώθηκε στο διάβασμα. Το ύφος της έδειχνε ότι είχε ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Περνούσε η ώρα κι όπως την κοίταζα να το διαβάζει, ήξερα ήδη ότι το είχα χάσει πάλι το παιγνίδι.

«Δεν είναι θεατρικό κείμενο αυτό» συνόψισε τον επικήδειο του εγχειρήματος, σαν να ήταν αυτό μόνον το ζήτημα, σαν να της είχα ζητήσει απλώς τη γνώμη της για το κείμενό μου. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κλάψει, όσο κι αν έκαιγαν τα μάτια μου από τη λύσσα και τα κρατημένα δάκρια, καθώς έσκιζα, όσο πιο τελετουργικά μπορούσα, τις δέκα σελίδες του πονήματος. Έτσι κι αλλιώς, δεν καταφέραμε ποτέ να μαζέψουμε χρήματα για να νοικιάσουμε τον υπόγειο χώρο στην Κυψέλη.

Εκείνο το καλοκαίρι εξαφανίστηκα πάλι. Στο μεταξύ είχα ξοδέψει μέχρι δεκάρα τα χρήματα από την κληρονομιά των γονιών μου κι αντιμετώπιζα επιτακτικό πρόβλημα επιβίωσης. Έφυγα, λοιπόν, για τη Σαντορίνη με έναν από τους επίδοξους συνθιασάρχες της ομάδας που ετοιμάζαμε και δουλέψαμε σαν σκυλιά σε ένα μπαρ στην Οία, αρνιόμαστε να παραιτηθούμε απ’ την ιδέα της θεατρικής σκηνής μας. Ζήσαμε κι έναν παθιασμένο έρωτα, με ημερομηνία λήξης το τέλος του καλοκαιριού. Γυρίσαμε στην Αθήνα στα μέσα Οκτώβρη, χωρίσαμε στο λιμάνι και κανείς απ’ τους δυο μας δεν μπήκε στον κόπο να αναζητήσει τον άλλο. Τον ξαναβρήκα χρόνια μετά, πάλι στην Οία, στο ίδιο μπαρ στο οποίο είχε γίνει στο μεταξύ συνιδιοκτήτης, και του είπα ψέματα ότι είχα εγκαταλείψει κι εγώ το θέατρο.

Πριν τελειώσει ο Οκτώβρης, πήγα και βρήκα τον Καρυτινό.

«Με θέλεις στο θέατρο;» τον ρώτησα χωρίς περιστροφές. «Αλλά μην πεις στην Ανδρομάχη ότι ήρθα να σε βρω…» συνέχισα για να σταματήσω μουδιασμένη, καθώς με διέκοψε σηκώνοντας το χέρι του, μια κίνηση που είχε σημαδέψει τα χρόνια των σπουδών μου μαζί του.

«Δεν θέλεις να μιλήσουμε για την Ανδρομάχη, έτσι δεν είναι;» μου είπε. «Άλλο κατάλαβα εγώ και μόνο σ’ αυτό που κατάλαβα μπορώ να σου απαντήσω».

«Εντάξει, συγγνώμη, έχεις δίκιο» απάντησα καθηλωμένη από το σοβαρό του βλέμμα.

«Τότε καλά, ας δούμε πώς έχουν τα πράγματα» είπε εκείνος και σταμάτησε σαν να ήθελε να σκεφτεί τι θα έλεγε παρακάτω, ήταν κι αυτός ένας από τους τρόπους του για να επιβάλλεται στο συνομιλητή του. Σταύρωσα λοιπόν τα χέρια σαν μαθητριούλα και περίμενα.

«Όταν πρωτοήρθες στη Σχολή» ξανάρχισε να μιλάει, «ο λόγος που σε κράτησα ήταν η Ανδρομάχη. Αυτό οφείλω να το παραδεχτώ κι ας είναι εντελώς έξω από τις αρχές μου. Σ’ όλα τα χρόνια των σπουδών σου σ’ ένιωθα να αντιστέκεσαι, δεν χρειάζεται να στο πω, το ξέρεις καλά. Αν, λοιπόν, μου έκανες αυτήν την ερώτηση πριν ένα χρόνο, η απάντησή μου θα ήταν κατηγορηματικά αρνητική. Στο τελευταίο έτος, ωστόσο, άρχισα να διακρίνω κάτι σ’ εσένα που μου ξύπνησε το ενδιαφέρον. Σου έδωσα τη Λαίδη Μάκβεθ στις εξετάσεις για να σε δοκιμάσω. Για να σε ρίξω στα βαθιά. Και ήσουνα απαράδεκτη. Βλέποντάς σε, πίστεψα πραγματικά ότι γελάστηκα, ότι δεν θα έπαυες ποτέ να αντιστέκεσαι. Μετά ήταν η Ηλέκτρα της Ανδρομάχης. Είχα ήδη παραιτηθεί από σένα και σε παρακολουθούσα απλώς γιατί δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Τι συνέβη; Δεν ξέρω τι σκεφτόσουνα. Δεν έπαιζες καλά, το ξέρεις ότι δεν παίζεται έτσι η τραγωδία. Σε έβλεπα όμως να φλέγεσαι. Ήταν απίστευτα έντονο το συναίσθημα που μου προκαλούσες καθώς σε κοίταζα και αναρωτιόμουνα αν είσαι σε θέση να την ελέγξεις αυτή τη φλόγα. Να την αφήσεις να σε φωτίζει, χωρίς να σε πυρπολήσει. Αυτό είναι το ζήτημα. Άρα το ερώτημα στρέφεται σ’ εσένα. Ξέρω τι κουβαλάς, ξέρω τι σε δένει, ή τι νομίζεις ότι σε δένει, με την Ανδρομάχη. Μπορείς να το παλέψεις; Να το μετουσιώσεις σε τέχνη κι όχι σε αυτοκαταστροφή; Αυτό μόνο σε ρωτάω εγώ και η απόφαση είναι δική σου».

Τράβηξε το βλέμμα του από πάνω μου κι άρχισε να σκαλίζει κάτι χαρτιά που ήταν σκόρπια στο γραφείο του. Τα τακτοποιούσε και πάλι τ’ ανακάτευε, στην ένταση που είχαν οι κινήσεις του ήταν φανερό πως κάτι τον απασχολούσε.

«Όταν αποφασίσεις, ξέρεις πού θα με βρεις» μου είπε, ωστόσο, αδιάφορα και συνέχισε να σκαλίζει τα χαρτιά του.

«Εντάξει, κατάλαβα» απάντησα κοφτά και δεν μπήκα στον κόπο να κρύψω την οργή μου που ο Καρυτινός μου έδειχνε την παγίδα κι έμοιαζε σίγουρος ότι θα πάω σαν το κουτάβι να πέσω μέσα.

Ήμουνα έτοιμη να φύγω και αποφασισμένη να μην ξαναγυρίσω.

«Είναι και κάτι άλλο» με σταμάτησε η φωνή του. «Τώρα νομίζω ότι μπορώ να στο πω. Εννοώ, ότι μπορώ να εμπιστευθώ τη κρίση σου».

Δεν είχε αλλάξει έκφραση, αλλά άκουγα πια καθαρά τα παράσιτα της βαριάς του ανάσας να θολώνουν τη διαύγεια της φωνής του.

«Την Ανδρομάχη δεν την ρώτησα πριν σαράντα χρόνια» συνέχισε. «Αποφάσισα εγώ για εκείνη. Νομίζω ότι έκανα καλά, αλλά ποτέ δεν θα είμαι απόλυτα σίγουρος. Μ’ εσένα όμως, ούτε θέλω, ούτε μπορώ να ξαναπαίξω αυτόν τον ρόλο. Με εσένα είναι αλλιώς. Αυτό ήθελα να σου πω…».

Είχα μείνει άφωνη να τον κοιτάζω με το χέρι στο πόμολο της πόρτας. Τι παιγνίδι ήταν πάλι αυτό; Τον κοίταζα και είχα την παράλογη αίσθηση ότι τον έβλεπα να γερνάει, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε τον ένιωθα πιο γέρο κι ανίσχυρο, ο μεγάλος Θεόφιλος Καρυτινός ήταν ένα λυπημένο γεροντάκι που με εκλιπαρούσε να μην φύγω, που χρησιμοποιούσε την Ανδρομάχη σαν άλλοθι και σαν πρόσχημα.

Γύρισα και ξανακάθισα στην καρέκλα μου, ξέροντας πια ότι τα πιο ισχυρά μου όπλα ήταν άχρηστα, όπως ήταν άχρηστα και τα δικά του.

«Εντάξει» του είπα. «Ανακωχή, λοιπόν» κι ούτε κατάλαβα πώς έγινε κι έπεσα στην αγκαλιά του. Για την ακρίβεια, γονάτισα μπροστά στην καρέκλα του και τον τύλιξα με τα μπράτσα μου, κρύβοντας το κεφάλι μου στο στήθος του. Έμεινε για μια στιγμή ακίνητος κι έπειτα μου χάιδεψε τα μαλλιά.

«Αν το αποφασίσεις, σ’ ένα μήνα αρχίζεις πρόβες με το Ρούσσο» μου είπε σπρώχνοντάς με μαλακά απ’ την αγκαλιά του.

«Ελπίζω να μην το μετανιώσουμε» απάντησα και σηκώθηκα στρώνοντας τα τσαλακωμένα ρούχα μου. Τον κοίταξα για μια στιγμή πριν κλείσω πίσω μου την πόρτα.

Χαμογελούσε.

Έτσι με παρέλαβε ο Ρούσσος. Το μακρόστενο, ευλύγιστο κορμί μου και το εφηβικό μου παρουσιαστικό ήταν ιδανικά για το ρόλο του Πουκ, στο Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας που ετοίμαζε η πειραματική σκηνή, με ηθοποιούς κυρίως απόφοιτους της Σχολής και σκηνοθέτη το Ρούσσο.

Εκείνα τα χρόνια το θέατρο του Καρυτινού άρχισε να καταχωρείται ανάμεσα στις πιο σημαντικές θεατρικές σκηνές. Και ήταν στο απόγειο του όταν αρρώστησε ο δημιουργός του. Η κεντρική σκηνή ετοίμαζε την Έντα Γκάμπλερ που όμως δεν πρόλαβε να κάνει την επίσημη πρεμιέρα, γιατί στη δεύτερη παράσταση έπαθε ο Καρυτινός το εγκεφαλικό που τον καθήλωσε στο κρεβάτι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Και με την ευκολία που αλλάζουν τα πράγματα στο θεατρικό χώρο, τα μέχρι τότε εγκώμια ακολούθησαν οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις ενώ και η Σχολή άρχισε να φυλλορροεί κι εκείνο το χρόνο είχαμε ελάχιστους καινούργιους σπουδαστές.

Η μεγάλη έκπληξη ήταν η Ανδρομάχη, η οποία αποσύρθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από τα του κόσμου τούτου και κούρνιασε κάτω από τις φτερούγες του Καρυτινού, έστω κι αν οι φτερούγες του ήταν αμετάκλητα ακινητοποιημένες από ορούς και σωληνάκια. Πέρασε σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος μέχρι να ξαναθυμηθεί τη σκηνή. Αλλά και τότε έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά, σαν να έκανε βουτιά με το κεφάλι από ψηλά, δούλευε μ’ έναν τρόπο ψυχαναγκαστικό που δεν μας βοηθούσε, αντίθετα μας παρέλυε η προσπάθεια ν’ ακολουθήσουμε τους ρυθμούς της.

Έτσι, αν δεν υπήρχε τότε ο Ρούσσος, οι δυσοίωνες προβλέψεις για το θέατρο του Καρυτινού μάλλον θα είχαν επαληθευθεί.

Το Ρούσσο δεν τον είχα πάρει ποτέ στα σοβαρά, τον θεωρούσα δεύτερο βιολί και χωρίς φιλοδοξίες να βγει ποτέ απ’ τη σκιά του δασκάλου του. Όταν αρρώστησε, λοιπόν, ο Καρυτινός, τον παρακολουθούσα μαγεμένη να παίρνει στα χέρια του την τραυματισμένη σκηνή και να τη ζωντανεύει. Λειτούργησαν και οι δυο σκηνές και οι παραστάσεις μας, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε, θεωρήθηκαν από τις καλύτερες εκείνης της χρονιάς. Μάζευα τότε ακόμα αποκόμματα από τις εφημερίδες. Ποτέ δεν ένιωσα απόλυτα ταυτισμένη με τη μοίρα του θεάτρου, αλλά με γοήτευε να βλέπω τ’ όνομά μου και να διαβάζω κριτικές που έμοιαζε να μην αφορούν εμένα, αλλά κάποια κανονική ηθοποιό. Εγώ, μετά την αρρώστια του Καρυτινού, είχα αναλάβει με εξαιρετική προθυμία το ρόλο του βοηθού γενικών καθηκόντων, γιατί δεν έβλεπα το λόγο να συγχρωτίζομαι με το καλλιτεχνικό σινάφι και να διαπραγματεύομαι την όποια φιλοδοξία μου να διακριθώ στο θεατρικό στερέωμα. Για την ακρίβεια, οι κραδασμοί στο θέατρο είχαν ανανεώσει μέσα μου την ιδέα της Φιλοσοφικής, και μπορεί να το είχα επιχειρήσει αν δεν με τρόμαζε ο μόχθος αυτής της επιστροφής, όταν δεν υπήρχε πια το εφηβικό όνειρο που θα μπορούσε να τον απαλύνει.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, κτίστηκε και η σχέση μου με το Ρούσσο που με ευγνωμονούσε για τη βοήθεια που του πρόσφερα, καθώς η Ανδρομάχη, φύλακας άγγελος του Καρυτινού, είχε σηκώσει τείχη γύρω τους και μας είχε κλείσει και τους δύο έξω. Αν όμως εμένα αυτή η κατάσταση με ισορροπούσε, ο Ρούσσος δύσκολα έκρυβε την πίκρα του κι έτσι, παρά τη διαφορά της ηλικίας μας, ανέλαβα πρόθυμα και το ρόλο του κυματοθραύστη στις κρίσεις άγχους που του προκαλούσε η αποπομπή του απ’ τον παράδεισο.

Εκείνη την περίοδο ξενοίκιασα και το δυαράκι μου λόγω έλλειψης χρημάτων και, παρά τις πιέσεις της Ανδρομάχης να πάω να μείνω μαζί τους, μετακόμισα στο σπίτι του Ρούσσου που ενθουσιάστηκε στην ιδέα ότι δεν θα με αποχωριζόταν όλο το 24ωρο.

Ο Ρούσσος έμενε στο Βοτανικό. Ποτέ δεν άλλαξε γειτονιά από τότε που, πιτσιρικάς ακόμα, ήρθε στην Αθήνα γιατί πνιγότανε, λέει, στον τόπο του. Καταγότανε από ένα χωριό της ορεινής Κορινθίας και αυτό ήταν το μόνο που δεν διέψευδε ποτέ στις διηγήσεις του. Τον πατέρα του, όμως, άλλοτε το έβαζε να σκοτωθεί ηρωικά στην Αλβανία και άλλοτε τον έκανε μετανάστη στην Αμερική που έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Τη δε μάνα του, απ’ ό,τι μου είχε πει η Ανδρομάχη, την είχε κλάψει άπειρες φορές νεκρή στην αγκαλιά της, και άλλες τόσες της έλεγε ότι σχεδίαζε ταξίδια στο χωριό του για να τη φέρει στην Αθήνα, να ζουν μαζί γιατί του έλειπε.

Εκεί στον Βοτανικό γνώρισε και την Ανδρομάχη. Από εκείνον άκουσα πρώτη φορά την αφήγηση της σκηνής της γνωριμίας τους, όταν η Ανδρομάχη έφτασε ένα βράδυ από τη Λαμία στην αυλή του Βοτανικού, με δυο θανάτους - του άντρα και του αδελφού της που αλληλοσκοτώθηκαν κατά την επίσημη εκδοχή - και μια θάλασσα από ανείπωτες ιστορίες να χτίζουν το μύθο της. Μακριά νυχτωμένος τότε κι ο Ρούσσος, δεμένος στα πρώτα μάγια της υποκριτικής τέχνης, την είδε ξαφνικά να στέκεται ακίνητη στη μέση της μισοσκότεινης αυλής με τα μάτια ορθάνοιχτα κι ανέκφραστα σαν του τυφλού και έπεσε στα γόνατα μπροστά της.

«Γερο-παραμυθά! Να σ’ ακούει κανείς, θα νομίζει ότι η Ανδρομάχη δεν υπήρξε ποτέ, ότι ήταν κι αυτή γέννημα της φαντασίας σου» τον πείραζα, αλλά δεν αμφέβαλα ότι κάπως έτσι είχε ζήσει τη γνωριμία τους. Το είχε η μοίρα της Ανδρομάχης να εμφανίζεται σαν ξωτικό στους ανθρώπους που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή τους.

Όταν βάρυνε η κατάσταση του Καρυτινού, κατάλαβα πόσο εύθραυστη ήταν η ισορροπία που νόμιζα ότι είχα κατακτήσει, κρυμμένη πίσω από την πίκρα του Ρούσσου, μια πίκρα που αίφνης ξεχείλισε να μας πνίξει και τους δυο. Μιλούσαμε ώρες ατέλειωτες για το παρελθόν, μπερδεύαμε τους χρόνους, έμοιαζε να πεθαίνει ο Ρούσσος της μονοκατοικίας στην Κωλέττη και να τον θρηνεί η δεκαεξάχρονη Ανδρομάχη του εμφύλιου.

Φεύγαμε από το θέατρο και τριγυρνούσαμε, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, στα παλιά τους στέκια αναζητώντας «κάποιο χνάρι από το πέρασμά τους» όπως έλεγε ο Ρούσσος παραδομένος σ’ ένα θρήνο που με άφηνε άφωνη. Έτσι έμαθα κι εγώ τις γραμμές του τραίνου, ώρες περνούσαμε εκεί.

«Εδώ ακριβώς που βρισκόμαστε τώρα μου μίλησε για πρώτη φορά, θα ήταν πάνω από μήνας που συγκατοικούσαμε και κουβέντα δεν της είχα πάρει» μου είπε ένα βράδυ. Πονούσαν τα πόδια μου απ’ την ορθοστασία κι ήθελα να πάμε πια να ξεκουραστούμε.

«Κρυώνω» του είπα και πέρασα το χέρι μου κάτω απ’ το μπράτσο του. Τραβήχτηκε και συνέχισε το μονόλογό του, σαν να μην το αφορούσε πια η παρουσία μου κοντά του.

«Είχε τα γενέθλιά του εκείνη τη μέρα ο εγγονός της κυρά Μαρίκας και ξεχαστήκαμε με το φαγοπότι, όλοι οι ένοικοι της αυλής εκτός απ’ την Ανδρομάχη που έλειπε από το πρωί. “Α, την τρισκατάρατη γυναίκα να ξεχάσω το κορίτσι!”, άρχισε να κτυπιέται ξαφνικά η κυρά Μαρίκα. “Τόσες ώρες λείπει. Κι αν έπαθε τίποτα; Θα ρίξει φωτιά ο Θεός να με κάψει”. Πώς την είχαμε ξεχάσει αλήθεια; Έτρεξα στο σταθμό και τη βρήκα, ένα κουβάρι, πλάι στις γραμμές του τραίνου. Τι είχε δει, τι είχε ακούσει, κανείς μας δεν έμαθε ποτέ. Μόλις με είδε όμως, έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά μου, “πάρε με από εδώ” έλεγε κι έτρεμε σαν το ψάρι. Φοβήθηκα έτσι όπως την είδα, αλλά δεν την ρώτησα τίποτα. Πού να φαντασθώ τι είχε συμβεί την ώρα που εμείς τρωγοπίναμε; Το μάθαμε την άλλη μέρα, όταν βούιξε πια η γειτονιά. Ο φούρναρης, που είχε το μαγαζί του κοντά στις γραμμές του τραίνου, το έκλεισε το βράδυ, έδιωξε τον παραγιό του, έβαλε μπροστά τη μηχανή που ζύμωνε το ψωμί κι έπεσε μέσα. Άπλωσε τα μαύρα πανιά ο άντρας της κυρά Μαρίκας. Ήταν φίλοι με τον μακαρίτη και ήξερε τα πάθη του. Ο γιος του ο μονάκριβος ήταν στη Μακρόνησο κι εκείνον δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί μέχρι που σπάσανε πια τα νεύρα του και τους το έσκασε μια και καλή…».

«Έλεος! Μην αρχίσεις τις ιστορίες του εμφύλιου, μόνον αυτές μας λείπουν τώρα!» τον διέκοψα. Ήμουνα κουρασμένη και κρύωνα. Είχα χάσει την υπομονή μου, εκείνο το βράδυ ήταν αφόρητη η πίεση που μου ασκούσε.

«Όταν τη γνώρισα, η Ανδρομάχη ήταν μια ιστορία του εμφύλιου…» αποκρίθηκε και στο πληγωμένο βλέμμα του είδα καθαρά ότι εγώ δεν υπήρχα παρά μόνο σαν αναλώσιμο αντικείμενο, χωρίς δική μου ιστορία, χωρίς παρελθόν.

«Η Ανδρομάχη ήταν μια ιστορία του εμφύλιου όταν την γνώρισα κι εγώ» τον διέκοψα άγρια, χωρίς να μπορώ να ελέγξω το τρέμουλο της φωνής μου. «Κι ο πατέρας μου το ίδιο. Μια ιστορία του εμφύλιου κι αυτός. Κι εγώ στη μέση. Αφήστε με επιτέλους ήσυχη! Αν συνεχίσεις έτσι, θα φύγω και δεν θα με ξαναδείς» και, όπως έκανα να φύγω τυφλωμένη απ’ τα δάκρια, σκόνταψα κι έπεσα.

«Μην φεύγεις» μου είπε ο Ρούσσος χωρίς να κάνει καμιά κίνηση να με βοηθήσει να σηκωθώ, στεκόταν ακίνητος στην ίδια θέση. Κοιτούσα το σκισμένο παντελόνι μου, στο γόνατο, όταν ξανάρχισε να μιλάει

«Ο πατέρας σου… Τον λάτρευε η Ανδρομάχη τον πατέρα σου. Στην αγκαλιά μου τον έκλαψε τότε που νόμιζε…»

«Μην μιλάς για τον πατέρα μου» ξεφώνισα. «Μην ξαναμιλήσεις ποτέ για τον πατέρα μου».

Με είχε πλησιάσει πια και τον άφησα να με στηρίξει στο δρόμο του γυρισμού.

«Συγγνώμη. Έχω γεράσει φαίνεται και δεν καταλαβαίνω τι λέω…» μου είπε απολογητικά μετά από ώρα, είχαμε φτάσει πια στο σπίτι του.

«Εντάξει» απάντησα κοφτά. Δεν άντεχα άλλη ένταση, ήθελα να μείνω μόνη. Ακουμπούσα στον τοίχο με το πληγωμένο πόδι τεντωμένο μπροστά και τον κοίταζα να ψάχνει τα κλειδιά του.

«Εντάξει» ξαναείπα πιο μαλακά, καθώς έβλεπα τα χέρια του να τρέμουν παλεύοντας με την κλειδαριά.

«Να δούμε τώρα τι θα κάνω μ’ αυτό το πόδι» συνέχισα και τον άφησα να μ’ αγκαλιάσει σφικτά μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Και δεν θα μπορούσα να φανταστώ εκείνο το βράδυ ότι, χρόνια μετά, θα ήταν ο Ρούσσος που θα στηριζόταν επάνω μου, καθώς θα σεργιανούσαμε οι δυο μας τα βουνά του πατέρα μου και της Ανδρομάχης αναζητώντας κάποιο χνάρι απ’ το πέρασμά τους.

Το επόμενο βράδυ, η Ανδρομάχη μας δήλωσε ότι δεν θα άφηνε πια κανένα να πλησιάσει τον Καρυτινό. Μόνο τη νοσοκόμα που τον φρόντιζε. Την κοίταζα κι έβλεπα τον πόνο να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του κορμιού της. Τραβήχτηκα παράμερα γιατί δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκριά μου. Ο Ρούσσος όμως, αρνιόταν να δεχτεί το τέλος και της επιτέθηκε

«Γιατί είσαι έτσι σκληρή; Γιατί τον καταδικάζεις να μην βλέπει τους φίλους του;»

Εκείνη δεν απάντησε κι ο Ρούσσος έφυγε θυμωμένος, λέγοντας πως δεν έχει νόημα να παλεύει κανείς μαζί της, ποτέ δεν είχε. Όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του, πλησίασε στο παράθυρο και τον κοιτούσε ν’ απομακρύνεται. Πλησίασα κι εγώ. Φυσούσε δυνατός αέρας εκείνο το βράδυ. Τον έβλεπα να περπατάει και ν’ ανεμίζουν τα μαλλιά του απ’ τον αέρα κι ήθελα να βγω κι εγώ να τον φωνάξω, να γυρίσει πίσω, να μην αφήσουμε την Ανδρομάχη μόνη. Και ήθελα ακόμα να του πω πως έχει δίκιο να κλαίει, πεθαίνει ο Καρυτινός.

Όπως άνοιξα την πόρτα για να βγω, έγινε ρεύμα και άκουσα ένα παράθυρο να κλείνει κάπου στο σπίτι. Ήταν τόσο δυνατός ο θόρυβος, που περίμενα ν’ ακούσω και τα τζάμια να πέφτουν σπασμένα στο πάτωμα. Τίποτα. Ησυχία. Τόση ησυχία που ακουγόταν ο θόρυβος από το αναπνευστικό μηχάνημα του Καρυτινού. Έκλεισα την πόρτα και γύρισα προς την Ανδρομάχη. Στεκόταν ακόμα στο παράθυρο, μόνο που είχε σκύψει το κεφάλι και ακουμπούσε το μέτωπό της στο τζάμι.

«Ανδρομάχη» είπα σιγανά κι εκείνη γύρισε ένα αφάνταστα καταπονημένο πρόσωπο προς το μέρος μου.

«Φεύγει Πολυξένη. Φεύγει. Είναι θέμα ημερών πια. Δεν μπορώ, λοιπόν, να τον ταπεινώνω κάνοντας θέαμα το θάνατό του…» μου είπε κι ακούμπησε πάλι το μέτωπο στο τζάμι του παραθύρου.

Με δυσκολία κράτησα τον λυγμό που μου έκλεινε τον λαιμό. Πήγα να την αγκαλιάσω, αλλά δεν μ’ άφησε. Τραβήχτηκε από το παράθυρο και μου έγνεψε να μείνω μακριά της.

«Πώς αντέχεις να παίρνεις τέτοιες αποφάσεις; Πώς αντέχεις να τον αποχαιρετάς μόνη σου;…».

Και τότε μπήκε η νοσοκόμα.

«Κυρία Καρυτινού, νομίζω ότι πρέπει να έρθετε μέσα» της είπε κι εκείνη την ακολούθησε αμίλητη, χωρίς να βιάσει το βήμα της.

Κόντευε να ξημερώσει όταν βγήκε από το δωμάτιο του Καρυτινού. Το πρόσωπό της ήταν σαν μάσκα, αλλά η φωνή της ήταν σταθερή στο τηλέφωνο που έδινε τις αναγκαίες οδηγίες.

Λίγες μέρες μετά την κηδεία του Καρυτινού, η Ανδρομάχη μου ζήτησε να τη συνοδεύσω στο γραφείο κάποιου συμβολαιογράφου. Εκεί μου ανακοίνωσε ότι μου είχε γράψει το σπίτι στο Χαλάνδρι, έπρεπε απλώς να υπογράψω τη δωρεά. Έτρεμε τόσο πολύ το χέρι μου, που ο συμβολαιογράφος αναρωτιόταν αν θα ‘πρεπε να μου επιτρέψει να υπογράψω.

«Μόνον εσύ θα μπορέσεις να ζήσεις κάποτε εδώ. Κανείς άλλος» μου είπε όταν βγήκαμε στο δρόμο.

Δεν απάντησα.

«Ούτε μετά το θάνατό σου δεν θα μ’ αφήσεις ήσυχη. Θα πεις να σε βαλσαμώσουν για να μην σου ξεφύγω ποτέ» σκεφτόμουνα όπως την άκουγα. Στεκόμαστε σ’ ένα φανάρι και περιμέναμε να διασχίσουμε την Ακαδημίας. Με κοίταζε. Πάλι δεν μίλησα. Όταν άναψε το φανάρι, πέρασε το χέρι της κάτω από το μπράτσο μου και με παρέσυρε στο οδόστρωμα. Έσφιξα τις γροθιές στην τσέπη του παλτού μου και την ακολούθησα αμίλητη μέχρι το θέατρο.

Είχαμε καθυστερήσει και βιάσαμε το βήμα μας.



Ο έρωτας…


Ο θάνατος του Καρυτινού, πέρα από κάθε πρόβλεψη, δρομολόγησε την καθοδική πορεία της Ανδρομάχης. Στην αρχή οι αλλαγές ήταν αδιόρατες και μόνο η ανησυχία του Ρούσσου θα μπορούσε να με κάνει να τις προσέξω, αν δεν την απέδιδα κι αυτήν στον ταραγμένο ψυχισμό του, που έμοιαζε να έχει αποδιοργανωθεί εντελώς μετά το θάνατο του Καρυτινού. Όμως, όταν ξαναθυμάμαι εκείνη την περίοδο, σκέφτομαι ότι πράγματι οι ενδείξεις ήταν πολλές κι αδιάψευστες. Η Ανδρομάχη ήταν σαν να είχε τελειώσει τον κύκλο της σ’ αυτή τη ζωή και να διεκπεραίωνε απλώς τις τελευταίες υποχρεώσεις.

Το κύκνειο άσμα της ήταν οι Ευτυχισμένες μέρες του Μπέκετ, που εκτίναξαν τη φήμη της στην κορυφή: μια από τις σημαντικότερες ελληνίδες ηθοποιούς. Στην τελευταία παράσταση, σε μια απ’ τις ελάχιστες συνεντεύξεις που δέχτηκε να παραχωρήσει, δήλωσε ότι από τον επόμενο χρόνο θα ασχοληθεί αποκλειστικά με τη σκηνοθεσία και τη Σχολή.

«Υπάρχουν πραγματικά ταλέντα ανάμεσα στους μαθητές μας. Παλιούς και καινούργιους. Σ’ αυτούς θα αφήσουμε πια τη θεατρική σκηνή».

Με κοίταζε, ήμουνα παρούσα στη συνέντευξη. Και στο τρυφερό της χαμόγελο απάντησα με μια βίαιη έξοδο από το καμαρίνι, παρασύροντας ό,τι βρισκόταν στο δρόμο μου.

«Η κυρία Πολυξένη Δρακάκη είναι μία απ’ αυτούς» άκουσα τη φωνή της να λέει πριν κλείσω πίσω μου την πόρτα. Μούσκεψα στον ιδρώτα κάτω απ’ το έκπληκτο βλέμμα όσων στριμωχνόντουσαν στο μικρό διάδρομο έξω από το καμαρίνι της Ανδρομάχης.

«Κυρία Δρακάκη», κάποιος με φώναξε και βιάστηκα ν’ απομακρυνθώ. Διέσχισα με κόπο τον κόσμο και έτρεξα να κρυφτώ στη σκηνή.

«Όχι» είπα φωναχτά, βάζοντας όλη μου την τέχνη, και αντιλάλησε στην άδεια αίθουσα η φωνή μου.

Εκείνο το «όχι» ήταν το κύκνειο άσμα και της δικής μου αντίστασης. Για λίγο ακόμα αρνιόμουνα πεισματικά οποιαδήποτε χρηματική βοήθεια απ’ την Ανδρομάχη, ζητούσα να πληρωθώ ακριβοδίκαια μόνον για τις υπηρεσίες μου στο θέατρο και δούλευα άλλες τόσες ώρες σαν διορθώτρια σ’ έναν εκδοτικό οίκο.

Εκείνη την περίοδο άρχισα ν’ αναζητάω με πάθος τον έρωτα, σαν να ήταν σ’ αυτόν που θα ‘βρισκα τη σωτηρία μου. Αναλωνόμουνα σε μια σειρά από ασήμαντες ερωτικές ιστορίες, ξέροντας πως το τέλος τους κάθε φορά θα μ’ άφηνε άδεια κι απελπισμένη.

«Αυτό είναι το σημάδι μου. Αυτή είναι η μοίρα μου» θρηνούσα κουβαριασμένη στην αγκαλιά του Ρούσσου.

Μακριά νυχτωμένος πάλι εκείνος.

«Πόσο όμορφη έχεις γίνει! Σαν να σε άγγιξε μια μάγισσα με το ραβδί της…»

Η μάγισσα μου έμοιαζε να εξαϋλώνεται μέρα με τη μέρα. Κι έτσι σταμάτησα πια να ονειρεύομαι την απόδραση κι άρχισα να φοβάμαι μην την χάσω. Η Ανδρομάχη με προωθούσε στο θεατρικό στερέωμα με τόσο πάθος, σαν να ήταν αυτό το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να κάνει σ’ αυτή τη ζωή. Είχα αφεθεί πια στα χέρια της κι ήταν σαν να μετάγγιζε σ’ εμένα τη δύναμη που έχανε.

Άλλαζα κι εγώ μέρα με τη μέρα.

«Έχουν αποκτήσει μια απίστευτη στιβαρότητα οι ερμηνείες σου, ποτέ δεν θα το πίστευα για σένα» μου είπε ο Ρούσσος μια μέρα που διαβάζαμε μαζί τις κριτικές για το Γυάλινο κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς. «Κοίτα εδώ τι λέει: “Μια νέα Ανδρομάχη Καρυτινού γεννιέται”» μου είπε κοιτάζοντας έκπληκτος μια την εφημερίδα, μια εμένα.

«Τα κατάφερε λοιπόν η Ανδρομάχη! Με έκανε κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Δεν μου άξιζε εμένα τέτοια τύχη…» άρχισα να του λέω εριστικά και άφησα ατέλειωτη τη φράση κάτω απ’ το οργισμένο βλέμμα του.

«Μην της το πεις ποτέ αυτό γιατί θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Η Ανδρομάχη δεν αντέχει πια τις επιθέσεις σου, η Ανδρομάχη είναι…».

Ένας λυγμός έκοψε τη φωνή του.

«Τι είναι η Ανδρομάχη;» τον ρώτησα έκπληκτη. Κι όπως συνέχιζε να θρηνεί, τον άρπαξα απ’ τους ώμους και τον τράνταξα.

«Τι έχει;» ούρλιαξα.

Το ίδιο βράδυ το έμαθα. Μαζί την μεταφέραμε στο νοσοκομείο. Καθόμαστε όλη νύχτα ανήμποροι έξω από την εντατική μονάδα και μετρούσαμε τις ώρες.

«Η ραγισμένη της καρδιά θα σταματήσει να κτυπάει» είπε ο Ρούσσος κοιτώντας με βλέμμα απλανές το κύπελλο με τον καφέ που μόλις του είχα φέρει. Κόντεψα να τον χαστουκίσω, ένιωσα να με πνίγει η αηδία.

«Πού βρίσκεις την όρεξη για τέτοιες μεγαλοστομίες; Η ραγισμένη της καρδιά! Γελοίε! Κι έλεγες πως την αγαπούσες…»

Βγήκα σκουντουφλώντας στο προαύλιο του νοσοκομείου και κουβαριάστηκα σ’ ένα παγκάκι. Ξυπνούσαν μέσα μου οι μνήμες απ’ τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας μου κι ένιωθα τον ίδιο πόνο, είχα την ίδια αίσθηση ορφάνιας. Ξημέρωνε πια όταν ξαναγύρισα και βρήκα το Ρούσσο στην ίδια θέση, να κοιτάζει ακόμα το γεμάτο κύπελλο του καφέ που είχε πια κρυώσει. Το πήρα απ’ τα χέρια του και το πέταξα. Δεν αντέδρασε.

«Γιατί δεν μου το είχατε πει;»

Συνέχιζε να κοιτάζει τα χέρια του αμίλητος.

«Γιατί δεν μου το είχατε πει; Εσύ, γιατί δεν μου το είχες πει;» φώναξα και ήρθε μια νοσοκόμα να με επαναφέρει στην τάξη.

Σωριάστηκα πλάι του στον πάγκο.

«Γιατί;…» ξαναρώτησα χαμηλόφωνα, χωρίς να περιμένω πια απάντηση.



***

Η Ανδρομάχη ανάρρωνε απελπιστικά αργά κι εγώ είχα σχεδόν εγκατασταθεί στο σπίτι της. Με μια γεμάτη τσάντα έτρεχα απ’ το θέατρο στο Χαλάνδρι κι από ‘κει στο σπίτι μου στο Παγκράτι, ίσα για να ποτίσω τα λουλούδια μου και ν’ αλλάξω ρούχα. Ήταν αφόρητα ζεστό εκείνο το φθινόπωρο, είχαμε μπει ήδη στον Οκτώβρη κι έλεγες πως το καλοκαίρι δεν ήθελε να τελειώσει.

«Το ξέρεις πως ο πατέρας σου ήταν ο μόνος φίλος του αδελφού μου, του Νικολή;» μου είπε απρόσμενα ένα απόβραδο.

Ήμουνα ξαπλωμένη πλάι της στο μεγάλο κρεβάτι και της διάβαζα το Crave της Sarah Kane που σκεφτόμουνα να το προτείνω για την πειραματική σκηνή. Ακούγοντας όμως την ήσυχη ανάσα της, πίστευα ότι είχε πια αποκοιμηθεί κι ετοιμαζόμουνα να κλείσω το βιβλίο και να σηκωθώ.

«Τι είπες;» τη ρώτησα νομίζοντας ότι είχα παρακούσει.

«Όταν θύμωνα με τον πατέρα σου, έτσι μου έλεγε. Μην του θυμώνεις, μου έλεγε. Είναι ο μόνος φίλος που έχω. Μετά έφυγε και δεν τον αποχαιρέτησε, κρυβόταν τότε ο πατέρας σου…».

«Πού τα θυμήθηκες τώρα αυτά:» της είπα, ανήσυχη για την ένταση που έκρυβε η φωνή της. «Νόμιζα πως κοιμόσουνα».

«Κοιμήθηκα λίγο και τον ονειρεύτηκα. Ο Νικολής… Ο πιο μικρός κι ο πιο αθώος… Χάθηκε κι αυτός…»

«Ανδρομάχη, σε παρακαλώ…»

«Σε μια βδομάδα έρχεται ο γιος του απ’ την Αυστραλία. Εγώ του ζήτησα να έρθει».

Με κοίταξε και τα γαλάζια μάτια της ήταν γεμάτα δάκρια.

«Ο Στέφανος» ξανάπε.

«Ο Στέφανος;…»

«Ναι. Στην αρχή για λίγο. Για ένα χρόνο. Με εκπαιδευτική άδεια. Μετά θα δούμε. Μπορεί να παρατείνει την άδειά του μέχρι να εκλεγεί εδώ, στο Πανεπιστήμιο. Θα τον πάρουν, είναι σίγουρο. Και μετά θα μείνει για πάντα στην Ελλάδα…»

Το βλέμμα της είχε γίνει στοχαστικό. Σαν να ονειρευόταν μάλλον, παρά να περίμενε πραγματικά αυτόν τον άγνωστο Στέφανο.

«Ανδρομάχη είσαι σίγουρη; Δεν θα σε ταράξει μια τέτοια συνάντηση;» τη ρώτησα και ένιωθα να σηκώνεται η τρίχα μου στη σκέψη της άφιξης του γιου του Νικολή, του μόνου ζωντανού δεσμού της Ανδρομάχης με το παρελθόν της.

«Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς» αποκρίθηκε σιγανά. «Δεν μπορεί να μην γνωρίσω ποτέ το παιδί...».

Ένας άγριος βήχας την ανάγκασε να σταματήσει κι έτρεξα να της δώσω νερό και να την ανασηκώσω στα μαξιλάρια.

Κι έτσι ήρθε ο Στέφανος, απρόβλεπτος στην απόφασή του ν’ αφήσει μια επιτυχημένη πανεπιστημιακή καριέρα στον τόπο που γεννήθηκε για ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Ανδρομάχης. Στο αεροδρόμιο τον υποδέχτηκα εγώ και μέχρι την τελευταία στιγμή αναρωτιόμουνα αν θα ερχόταν πράγματι ο ταξιδιώτης απ’ το Σίδνεϊ. Αναμασούσα μέσα μου τα λόγια της υποδοχής που με είχε δασκαλέψει η Ανδρομάχη κι ένιωθα πως ήταν ένας ακόμα ρόλος, που θα τέλειωνε και μετά θα τον σχολιάζαμε – «Δεν ήσουνα πειστική Πολυξένη. Γιατί δεν ήσουνα πειστική;».

Όταν τον είδα να βγαίνει απ’ την έξοδο των επιβατών, με άφησε άφωνη η ομοιότητά του με την Ανδρομάχη. Του έδωσα το χέρι ανίκανη να του μιλήσω.

«Γιατί με κοιτάτε έτσι;» ήταν οι πρώτες λέξεις που μου απηύθυνε κρατώντας αμήχανος το χέρι μου.

«Ο Νικολής… Πάντα νόμιζα ότι ήταν μελαχρινός και μικροκαμωμένος» ψιθύρισα και ξερόβηξα εκνευρισμένη για την ανοησία που ξεστόμισα έτσι όπως πάλευα να επανέλθω στην πραγματικότητα.

«Με συγχωρείτε. Μοιάζετε πολύ με την Ανδρομάχη και ξαφνιάστηκα» συνέχισα έχοντας πια ανακτήσει τον έλεγχό μου.

Μιλήσαμε πολύ λίγο στη διαδρομή. Κυρίως εγώ μιλούσα, παριστάνοντας τον ξεναγό για να κατανικήσω την αμηχανία μου. Εκείνος απαντούσε ευγενικά, αλλά φαινόταν απόμακρος, χαμένος στις δικές του σκέψεις που δεν περιλαμβάνανε, προφανώς, εμένα.

«Θα τον ερωτευτώ» δήλωσα στον εαυτό μου κρυφοκοιτάζοντας μαγεμένη το προφίλ του, καδραρισμένο στο παράθυρο του ταξί.

«Θα τον ερωτευτώ παράφορα» και δεν με ξάφνιασε ο παραλογισμός αυτής της δήλωσης.

Όταν φτάσαμε στο Χαλάνδρι του ζήτησα να με συγχωρήσει που θα τον άφηνα. Είχα δουλειά στο θέατρο, του είπα. Κατέβηκα κι εγώ απ’ το ταξί ίσαμε να βγάλει τα πράγματά του και να τα αφήσει στην πόρτα κι εκεί χαιρετηθήκαμε. Έδωσα τη διεύθυνσή μου στο Παγκράτι στον οδηγό που του κακοφάνηκε η αλλαγή της κούρσας, ξάπλωσα αναπαυτικά στο κάθισμα κι άρχισα να σκηνοθετώ τη σκηνή της συνάντησής τους. Ποτέ δεν έμαθα ποια απ’ όλες τις εκδοχές της ήταν η πραγματική. Το πιθανότερο καμία. Εκείνη η σκηνή δεν ήταν δική μου, γι’ αυτό έφυγα κι ας με περίμενε η Ανδρομάχη για να την παρακολουθήσω απ’ τα παρασκήνια.

«Καλή μου, θα πρέπει να τα βγάλεις πέρα μόνη σου» σκεφτόμουνα και τότε δεν μπορούσα να φανταστώ πόσες ακόμα ιστορίες δρομολογούσε η άφιξη του Στέφανου, που εισέβαλε στη ζωή όλων μας για να διαλύσει τις εύθραυστες ισορροπίες.

«Είσαι η τιμωρία και η σωτηρία μας» του είπα τρυφερά στο πρώτο ερωτικό ραντεβού μας, στρώνοντας με τα δάκτυλα μου τα αναστατωμένα μαλλιά του. Με κοίταξε έκπληκτος, αλλά αρκέστηκε στη ανυπόκριτη λαχτάρα που είχε το βλέμμα μου και δεν με ρώτησε τι εννοώ.

Ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο ευτυχισμένη κι ας ήταν πάλι τα σημάδια αδιάψευστα. Θεωρούσα τότε τη σχέση μου με το Στέφανο ό,τι πιο όμορφο είχε συμβεί στη ζωή μου κι έλεγα πως θα έκανα οτιδήποτε για να μην τον χάσω. Είχα ορκιστεί να μην αφήσω το παρελθόν να μας επηρεάσει, κανέναν δεν θ’ άφηνα να μπει ανάμεσά μας, ζωντανό ή πεθαμένο.

Λες κι εξαρτιόταν μόνο απ’ τη δική μου επιθυμία.

Ένα χρόνο μετά την άφιξή του Στέφανου, η Ανδρομάχη είχε αναλάβει πλήρη καθήκοντα στη Σχολή κι εγώ ήμουνα δυο μηνών έγκυος.

Φεύγοντας απ’ τον γυναικολόγο, πήγα κατευθείαν στο Ρούσσο. Τον βρήκα μόνο του στο θέατρο, ήταν και περασμένη η ώρα. Σε μια γωνιά, στο πίσω μέρος του φουαγιέ είχε βάλει από καιρό ένα παλαιολιθικό τραπέζι και από πίσω την αναπόφευκτη βιβλιοθήκη, με ένα βουνό από σημειώσεις και κάτι άπαντα θεατρικών συγγραφέων που κανείς δεν διάβαζε. Αυτόν τον ανεκδιήγητο χώρο αποκαλούσε «το γραφείο μου», εκεί δεχόταν και τους φίλους του, ποτέ δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει το γραφείο του Καρυτινού που έμεινε άδειο απ’ όταν το άφησε ο κάτοχός του.

«Γιατί άργησες;» με ρώτησε εκνευρισμένος κι έπειτα απόμεινε να με κοιτάζει έκπληκτος να περπατάω πάνω-κάτω, κάνοντας συμμετρικούς κύκλους στα λίγα τετραγωνικά μέτρα του χώρου.

«Τι έχεις; Τι έγινε;» ξαναρώτησε ανήσυχος.

«Είμαι έγκυος και δεν το ξέρει κανείς!» του δήλωσα και τον άφησα να με κοιτάζει άναυδος.

«Τι θα πει δεν το ξέρει κανείς;» με ρώτησε όταν ξαναβρήκε τη φωνή του. «Πολυξένη! Δεν φαντάζομαι να κάνεις καμιά βλακεία; Στην ηλικία σου δεν έχεις πολλές ευκαιρίες…»

«Άσε ήσυχη την ηλικία μου γεροξεκούτη» του είπα γελώντας και στρώθηκα στα γόνατά του.

«Τρόμαξα» απάντησε ησυχασμένος και μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του, τρύπωναν στη μύτη μου τούφες από τα ακούρευτα άσπρα μαλλιά του και με χαλάρωνε η μυρωδιά από τσιγάρο που ανάδιναν.

«Το μωρό μου θα γεννηθεί σε επτά μήνες και θα έχει γαλάζια μάτια» ψιθύρισα στ’ αυτί του.

Τραβήχτηκε και με κοίταξε τρυφερά.

«Τα δικά σου είναι κατάμαυρα, αλλά έχει πολλές πιθανότητες να πάρει τα μάτια του πατέρα του και της γιαγιάς του…»

Πήγαινα να σηκωθώ απ’ τα γόνατά του και τινάχτηκα σαν να με πυροβολήσανε κατάστηθα. Πάγωσα στη μέση της κίνησης. Οι τελευταίες λέξεις του συνέχιζαν να ηχούν παράφωνα στο χώρο κι εμείς κοιταζόμαστε σαν δυο πέτρινες μορφές σ’ ένα περίεργο σύμπλεγμα.

«Τι είπες Ρούσσο;» κι ένιωσα να μου λείπει ο αέρας.

Δεν άντεξε το έξαλλο βλέμμα μου κι έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες του.

«Πες μου» τον ξαναρώτησα, προσπαθώντας να ελέγξω τον πανικό μου αλλά η φωνή μου σπάραζε. Πήγε ν’ απαντήσει. Του έγνεψα να μην μιλήσει. Δεν άντεχα τη θλιβερή φωνή του να ξυπνάει μέσα μου εφιάλτες. Όρμησα στην πόρτα και προσπαθούσα να την ανοίξω. Είχε κολλήσει, το πάθαινε συχνά και αμελούσαμε να την διορθώσουμε. Έπεσα ολόκληρη επάνω και την τραβούσα με λύσσα, νόμιζα ότι θα πεθάνω.

«Πολυξένη!» άκουσα πίσω μου τη φωνή του, γύρισα και τον είδα αναμαλλιασμένο να ακουμπάει στο τοίχο, κοκαλωμένος απ’ το φόβο. Ξεθόλωσαν τα μάτια μου, έκανα μια οδυνηρή προσπάθεια κι ένιωσα τον αέρα να εισβάλει ορμητικός στα πνευμόνια μου.

«Όχι! Δεν είναι έτσι» ξεφώνισα και άνοιξε επιτέλους η πόρτα.

Τριγυρνούσα ώρες στους δρόμους οδηγώντας σαν τρελή το παλιό αυτοκίνητο της Ανδρομάχης.

«Πώς είναι δυνατόν; Πώς μπορεί να είναι ο Στέφανος το μωρό της Ανδρομάχης;» αναρωτιόμουνα φωναχτά και προσπαθούσα να συνδέσω τα σπαράγματα της ιστορίας για να βγάλω συμπέρασμα.

«Όχι, δεν μπορεί, δεν ταιριάζουν οι χρόνοι» κατέληγα για να ξαναρχίσω πάλι απ’ την αρχή, τρέχοντας με τ’ αυτοκίνητο στους νυχτωμένους δρόμους της πόλης.

Κόντευε να ξημερώσει όταν έφτασα στο Χαλάνδρι και άνοιξα την πόρτα με τα κλειδιά μου. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στη σιωπή, αλλά ήταν ανοιχτά τα πατζούρια της μπαλκονόπορτας και έμπαινε στο δωμάτιο το φως από τη λάμπα του δήμου. Πήγα μηχανικά να τα κλείσω. Έξω λυσσομανούσε ο αέρας. Το μπαλκόνι ήταν ρημαγμένο, οι γλάστρες αναποδογυρισμένες στα κρεμ πλακάκια.

«Πρέπει να σηκώσω τις γλάστρες πριν ξυπνήσει η Ανδομάχη και τις δει» σκέφτηκα αναζητώντας απελπισμένη καταφύγιο στην ηρεμία του σπιτιού, στην τάξη που βασίλευε στο χώρο. Ήταν παράταιρο το τοπίο της καταστροφής στο μπαλκόνι, όταν ξυπνούσε η Ανδρομάχη δεν έπρεπε να το δει. Ετοιμαζόμουνα ν’ ανοίξω την μπαλκονόπορτα όταν κατάλαβα ότι εκείνη ήταν ήδη στο δωμάτιο και με κοιτούσε.

«Είσαι καλά;» με ρώτησε ήσυχα. «Μου τηλεφώνησε ο Ρούσσος».

«Τι σου είπε;» κρεμάστηκα εξουθενωμένη απ’ τα χείλια της.

«Τίποτα. Μόνο ότι έφυγες ταραγμένη απ’ το θέατρο».

Τότε πρόσεξα ότι ήταν ακόμα ντυμένη. Δεν είχε κοιμηθεί όλη τη νύχτα για να με περιμένει κι ας ήταν επικίνδυνη για την υγεία της αυτή η αγρύπνια. Σκέφτηκα πως αν κάτι μου συνέβαινε, η λύπη θα μπορούσε να τη σκοτώσει.

Έπεσα με αναφιλητά στην αγκαλιά της.

«Μην μ’ αφήνεις Ανδρομάχη. Μην μ’ αφήνεις τώρα».

«Δεν θα σ’ αφήσω. Ό, τι κι αν είναι δεν θα σ’ αφήσω».

«Πάμε να ξαπλώσεις. Δεν κάνει να ξαγρυπνάς» της είπα σκουπίζοντας τα δάκριά μου.

«Μην ανησυχείς. Δεν χρειάζεται να ξαπλώσω. Εξάλλου, πρέπει να φύγουμε σε λίγο».

«Να φύγουμε;…»

«Σήμερα αρχίζουμε να διαβάζουμε έργα, το ξέχασες;»

Μιλούσαμε και ήταν σαν ο διάλογός μας να ήταν διάλογος από την πρώτη πρόβα. Ούτε τα βλέμματα, ούτε τα συναισθήματα, ούτε ο τόνος της φωνής αντιστοιχούσαν σ’ αυτά που λέγαμε, έπρεπε να τα δουλέψουμε πολύ ακόμα.

«Πόσων μηνών είσαι;» με ρώτησε απρόσμενα.

Έγειρα στην αγκαλιά της, την κοίταζα κι ένιωθα ακόμα μια φορά να χάνομαι στο βλέμμα της.

«Πώς το ξέρεις; Στο είπε ο Ρούσσος;»

Χαμογελούσε.

«Κανείς δεν μου το είπε. Το ήξερα όπως το ήξερες κι εσύ πριν πας στον γιατρό. Είναι αδιάψευστα τα σημάδια Πολυξένη. Φοβόμουνα να το πιστέψω μέχρι που είδα την κάρτα του γυναικολόγου. Την ξέχασες στο γραφείο μου, πλάι στο τηλέφωνο».

«Δεν είμαι το ταξίδι σου Ανδρομάχη. Μην μου το κάνεις αυτό» εκλιπαρούσα σιωπηλά με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατά της. Εκείνη μου χάιδευε ήσυχα τα μαλλιά.

«Το ξέρω, θέλεις να μιλήσουμε. Θα μιλήσουμε. Όχι τώρα όμως. Ήμουνα πολύ μικρή τότε… Ούτε δεκαεφτά χρονών… Μην μου ζητήσεις λοιπόν να σου μιλήσω αν δεν είμαι έτοιμη να το κάνω».

Ένιωθα να με ναρκώνει η φωνή της.

«Πώς να κρατήσω αυτό το παιδί αν δεν ξέρω;» ψέλλισα με κόπο.

Συνέχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.

«Ο Αστυάνακτας δεν πήγε ποτέ στη Φθία» ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα, πριν γείρω λιπόθυμη στο πάτωμα. Νόμιζα όμως ότι ονειρευόμουνα.


***


Κανείς μας δεν μίλαγε πια. Ο Ρούσσος με απέφευγε κι εγώ ήμουνα πολύ θυμωμένη μαζί του για να επιδιώξω να τον πλησιάσω. Με την Ανδρομάχη περνούσαμε όλη τη μέρα μαζί, δουλεύαμε σαν να κρεμόταν η ζωή μας από την προετοιμασία του επόμενου έργου, αλλά δεν τολμούσα να της μιλήσω, με καθήλωνε το σκεφτικό και λυπημένο βλέμμα της.

Περιφερόμουνα σαν φάντασμα εκείνη την εποχή. Έχανα με εκπληκτική ταχύτητα βάρος, έμοιαζα άρρωστη κι ο Στέφανος με πίεζε να πάω στο νοσοκομείο να κάνω εξετάσεις.

«Μην ανησυχείς. Με κουράζουν οι πρόβες» του έλεγα αντιμετωπίζοντας με κόπο το δύσπιστο βλέμμα του. Έτρεμα τη στιγμή που θα καταλάβαινε την εγκυμοσύνη μου και θα έπρεπε να πάρω αποφάσεις.

Δεν ήταν εύκολη πια η σχέση μας. Το ένιωθα πως τον έπνιγα, πως δεν τον άφηνα ν’ ανασάνει. Την μια κρεμιόμουνα επάνω του σαν πνιγμένη και την άλλη τον απωθούσα, ανίκανη να διαχειριστώ το φόβο μου. Χίλια αιτήματα κραύγαζαν απαιτώντας ικανοποίηση σε κάθε φράση μου, σε κάθε βλέμμα μου, στον παθιασμένο τρόπο που διεκδικούσα τον έρωτα.

«Ποιος είσαι;» εκλιπαρούσα σιωπηλά κι εκείνος απέφευγε το βλέμμα μου, απρόθυμος κι ανήμπορος ν’ αντέξει τόση ένταση. Οι συναντήσεις μας είχαν αραιώσει, το έβλεπα ότι έφευγε και ήμουνα ανίκανη να αντιδράσω.

«Δεν μπορείς, έστω και για μια στιγμή, να με κοιτάξεις και να ξέρω ότι βλέπεις εμένα; Να μου δείξεις ότι υπάρχω κι ότι δεν είμαι γέννημα της φαντασίας σου;» μου είπε μια μέρα και ήταν πολύ λυπημένο το βλέμμα του. Βλέμμα αποχαιρετισμού.

Πανικοβλήθηκα.

«Τι συμβαίνει; Τι θέλεις να πεις;»

«Τίποτα Πολυξένη. Τίποτα» έκλεισε τη συζήτηση και η συνέχεια γράφτηκε στο κρεβάτι μου, σ’ ένα εξοντωτικό σμίξιμο που διέκοψε, ώρες μετά, ο ήχος μιας υπόμνησης από το κινητό του.

«Πρέπει να φύγω» είπε μαζεύοντας τα σκόρπια ρούχα του. Τον κοιτούσα να ντύνεται και βούρκωσαν τα μάτια μου.

«Θα φύγει και δεν θα ξανάρθει» σκεφτόμουνα.

Με χαιρέτησε μ’ ένα βιαστικό φιλί στα μαλλιά. Τον κράτησα, κρεμάστηκα επάνω του.

«Θέλω να μιλήσουμε» του είπα έτοιμη να αποκαλύψω την εγκυμοσύνη μου, με κάθε κόστος, αρκεί να μην τον χάσω.

«Πρέπει να φύγω» επανέλαβε κι έλυσε μαλακά τα χέρια μου απ’ το λαιμό του. Έκλεισε πίσω του την πόρτα χωρίς να με κοιτάξει.

Σηκώθηκα και μπήκα στο μπάνιο, ξάπλωσα στην μπανιέρα, ακούμπησα το χέρι στην κοιλιά μου κι έγειρα πίσω βουλιάζοντας το κεφάλι μου στο χλιαρό νερό. Ο ήχος του τηλεφώνου έφτασε στ’ αυτιά μου από πολύ μακριά. Κι αν γλίστραγα βγαίνοντας απ’ την μπανιέρα; Τυλιγόμουνα με το μπουρνούζι και με φανταζόμουνα αιμόφυρτη στο πάτωμα.

«Ήμουνα έγκυος αγάπη μου, αλλά έχασα το παιδί. Ήταν ατύχημα. Τώρα δεν είναι πια τίποτα να μας χωρίσει».

Όταν έφτασα στο τηλέφωνο είχε σταματήσει πια να καλεί. Περίμενα για λίγο κι έπειτα άρχισα τα συμμαζεύω μηχανικά το δωμάτιο. Όταν ξανακτύπησε το τηλέφωνο, κρατούσα στα χέρια μου τον αναπτήρα του Στέφανου που είχα μαζέψει απ’ το πάτωμα. Τον κοίταξα αμήχανη για μια στιγμή, έπειτα τον ακούμπησα στο τραπεζάκι του τηλεφώνου και σήκωσα τ’ ακουστικό.

«Στο είπε;» άκουσα τη φωνή του Ρούσου να με ρωτάει πριν καν με χαιρετήσει.

«Ποιος να μου πει και τι;» απάντησα βαριεστημένη.

«Ο Στέφανος ασφαλώς. Σου είπε ότι δεν εκλέχτηκε στο Πανεπιστήμιο; Για μια ψήφο! Εγώ του είπα να κάνει προσφυγή, να προσβάλλει τη διαδικασία…»

Ακούμπησα αμίλητη το ακουστικό στη θέση του. Η εκλογή του Στέφανου. Ο λόγος που θα τον έκανε να αποφασίσει να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα. Και το είχα ξεχάσει. Άρχισα να ντύνομαι αργά-αργά, έπρεπε να πάω στην Ανδρομάχη, εκείνη θα ήξερε να μου πει.

Περνούσε όμως η ώρα κι εγώ συνέχιζα να κάνω άσκοπες κινήσεις στριφογυρνώντας στο σπίτι. Κι άξαφνα μάζεψα τα μαλλιά μου, μισόστεγνα, σ’ έναν κότσο και άνοιξα την πόρτα να φύγω.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας στεκόταν ο Ρούσσος, έτοιμος να κτυπήσει το κουδούνι.

«Εσύ! Πάντα εσύ! Τι ήξερα εγώ για το παιδί της Ανδρομάχης; Εσύ μου τα είπες όλα. Και ότι πέθανε μου είπες. Και τώρα πας να με σκοτώσεις εμένα» του πέταξα κατάμουτρα, με λύσσα, κι εκείνος οπισθοχώρησε τρομαγμένος. Τον άφησα κι έφυγα.

«Είσαι τρελή Πολυξένη. Είσαι τρελή» τον άκουσα να φωνάζει κι έβαλα εμπρός το αυτοκίνητο.

Μπήκα στο σπίτι με τα κλειδιά μου και βρήκα την Ανδρομάχη να διαβάζει ήσυχη στο γραφείο της. Έβγαλε τα γυαλιά της και μου χαμογέλασε.

«Είδες το Στέφανο;» τη ρώτησα λαχανιασμένη.

«Ναι. Το μεσημέρι φάγαμε μαζί».

«Σου το είπε;»

«Φυσικά και μου το είπε».

«Και δεν φοβάσαι;»

«Τι να φοβηθώ;»

«Θα φύγει Ανδρομάχη. Θα φύγει και δεν το αντέχω».

Σωριάστηκα στον καναπέ και την κοιτούσα ικετευτικά μέσα απ’ τα δάκρια που άρχισαν να τρέχουν ασυγκράτητα απ’ τα μάτια μου.

«Γιατί να φύγει;» με ρώτησε με την ίδια γαλήνια φωνή, χωρίς να κινηθεί να με πλησιάσει. Σταμάτησα να κλαίω και την κοίταξα έκπληκτη. Με κορόιδευε ή δεν καταλάβαινε πραγματικά τι της έλεγα;

«Έτσι δεν μου είχες πει; Ότι αν δεν εκλεγεί στο Πανεπιστήμιο θα φύγει;» τη ρώτησα τονίζοντας μια-μια τις λέξεις, σαν να μιλούσα σε παιδί ή σε άρρωστο.

«Έτσι σου είχα πει. Αλλά τώρα μπορεί και να μείνει. Για σένα. Γιατί να φύγει αφού έχει εσένα;» συνέχισε εκείνη με την ίδια γαλήνια φωνή.

«Επειδή δεν μου μιλάς. Γι’ αυτό θα φύγει» ξέσπασα. «Επειδή δεν με βοηθάς να τον κρατήσω. Επειδή έχεις κάνει εφιάλτη αυτό που ονειρευόμουνα από την πρώτη στιγμή που γνώρισα το Στέφανο…».

Σταμάτησα να φωνάζω βλέποντας το πρόσωπό της να μεταμορφώνεται σε μια μάσκα αφάνταστης οδύνης. Τρόμαξα.

«Ανδρομάχη» της είπα σιγανά και σηκώθηκα να την αγκαλιάσω. Ένα κομμάτι πέτρα το κορμί της. «Συγγνώμη, συγχώρησέ με» ψιθύριζα χαϊδεύοντας το πρόσωπο, τα μαλλιά, τα παγωμένα χέρια της.

Μ’ έσπρωξε και σηκώθηκε μονοκόμματη απ’ την καρέκλα της. Νόμιζα πως θα σωριαστεί άψυχη στο πάτωμα.

«Συγγνώμη» ψέλλισα πάλι, πεσμένη στα γόνατα με τα χέρια απλωμένα ικετευτικά προς το μέρος της.

Μου γύρισε την πλάτη, έκανε λίγα βήματα προς την μπαλκονόπορτα και σταμάτησε σαν να υψώθηκε ξαφνικά ένας τοίχος μπροστά της.

«Τι θέλεις να μάθεις;» με ρώτησε κι άκουσα τη φωνή της να ραγίζει σε χίλια κομμάτια.

«Αν είναι γιος σου ο Στέφανος» ξεστόμισα κι ένιωσα τη σιωπή που ακολούθησε να με πληγώνει σαν μαχαίρι. Θα μάθαινα επιτέλους; Για να την κάνω τι αυτή τη γνώση; Την κοίταζα κι ονειρευόμουνα να σταματούσε ο χρόνος κι έπειτα να ξανάρχιζε μια άλλη μέρα, σε ένα άλλο τόπο κι εμείς να είμαστε ευτυχισμένες.

Γύρισε αργά-αργά προς το μέρος μου. Δεν ήταν η Ανδρομάχη αυτό το πλάσμα που με κοίταζε πίσω από την ομίχλη των ματιών μου. Ήταν μια απειλητική θεότητα που στα χέρια της κρατούσε το χρησμό της ζωής μου.

«Ο Στέφανος γιος μου! Πώς είναι δυνατόν!».

Με ξύπνησε η παλλόμενη φωνή της. Μάζεψα όλες τις δυνάμεις μου να βγω απ’ τον εφιάλτη. Η Ανδρομάχη στεκόταν απέναντί μου κι έδειχνε κεραυνοβολημένη απ’ την έκπληξη. Έκρυψα απελπισμένη το πρόσωπο στις παλάμες μου.

«Αυτό ήταν, λοιπόν» την άκουσα να λέει σαν να μιλούσε στον εαυτό της. «Γι’ αυτό με ρωτούσε. Κι εγώ που νόμιζα… Πως με συμπόνεσε νόμιζα…»

«Βοήθησέ με» ψιθύρισα χωρίς ν’ αποτολμήσω να την κοιτάξω.

«Ο Στέφανος είναι γιος του αδελφού μου Νικολή που πήγε στην Αυστραλία και πέθανε εκεί χωρίς ποτέ να του ξαναμιλήσω» την άκουσα να λέει και με πάγωσε η σκληρότητα της φωνής της.

«Δεν ήθελα να σε πονέσω Ανδρομάχη. Φοβάμαι. Δεν θέλω να σε χάσω. Μην μ’ αφήνεις».

Βγαίνανε κοφτές οι φράσεις ανάμεσα στους λυγμούς μου και μου απάντησε ο θόρυβος της πόρτας που έκλεινε πίσω της. Έτρεξα να την προλάβω, αλλά είχε εξαφανιστεί στο σκοτάδι του δρόμου. Έμεινα σπίτι της όλο το βράδυ να την περιμένω. Χαράματα, δεν άντεξα την ένταση και τηλεφώνησα στο Στέφανο. Κτύπησε πολλές φορές το τηλέφωνο, μέχρι ν’ ακούσω τη νυσταγμένη φωνή του να μου απαντάει.

«Η Ανδρομάχη…» άρχισα να λέω.

«Είναι καλά. Είναι εδώ, μαζί μου».

Σιωπή.

«Καληνύχτα. Κοιμήσου, είναι καλά».

Μια βδομάδα αργότερα ο Στέφανος έφυγε για το Σίδνεϊ κι εμείς αρχίσαμε να δουλεύουμε ξανά για το έργο της κεντρικής σκηνής. Ο Ρούσσος πολυάσχολος με ένα ακόμα έργο του Σαίξπηρ για τους μαθητές της πειραματικής σκηνής, συνέχιζε να με αποφεύγει και το μωρό μου ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί

«Αλλάζουμε έργο» μου είπε κάποτε η Ανδρομάχη. Έμπαινα πια στον πέμπτο μήνα κι αντί να παίρνω βάρος έχανα, είχα αποσκελετωθεί. «Οι Ευτυχισμένες μέρες είναι η μόνη μας επιλογή αφού θα έχει μεγαλώσει η κοιλιά σου όταν θα ανεβεί το έργο. Δεν σε φοβάμαι, το ξέρεις το έργο. Σ’ έβλεπα πώς με παρακολουθούσες όταν το έπαιζα εγώ. Ήταν σαν να σε είχα μαζί μου στη σκηνή».

Την άκουγα αμίλητη, ανίκανη ν’ αποκρυπτογραφήσω οποιοδήποτε συναίσθημα μπορούσε να υπάρχει πίσω απ’ τα λόγια της. Απ’ όταν έφυγε ο Στέφανος είχα βουλιάξει στην απάθεια, λειτουργούσα σαν αυτόματο και περίμενα τον από μηχανής θεό να με σώσει απ’ τα μελλούμενα. Όταν θυμάμαι εκείνη την εποχή, δεν είμαι σίγουρη πόσο συχνά κατάφερνα να βρω το σύνορο ανάμεσα στις βασανιστικές φαντασιώσεις μου και την πραγματικότητα.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι» μου είπε μια μέρα η Ανδρομάχη. «Μας έμεινε ένας μήνας μόνο για τις πρόβες».

Την κοίταξα σαν δαρμένο σκυλί. Και είδα επιτέλους πως με χάιδευε το βλέμμα της. Σαν να με αγαπούσε πάλι.

«Θα φύγουμε» μου είπε. «Θα σε πάρω σε λίγες μέρες να φύγουμε. Θα απομονωθούμε κάπου, θα δούμε. Κι όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι».

Ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο της.

«Είναι ένα όνειρο» ψιθύρισα. «Το βλέπω κάθε βράδυ. Είμαι κλεισμένη σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό μ’ ένα μικρό καγκελόφραχτο παράθυρο. Ακούω τα περιστέρια να περνάνε απ’ έξω. Και περιμένω να τα δω κάθε αυγή, τότε που το παράθυρο σχηματίζει ένα ρόδινο τετράγωνο στον απέναντι τοίχο και το χαράζουνε οι σκιές απ’ τα κάγκελα. Τότε βλέπω στον τοίχο να περνούν οι σκιές των περιστεριών και ακούω το βιαστικό τους φτεροκόπημα».

Την κοίταξα και είδα ένα κοριτσάκι με μαύρες πλεξούδες κι απελπισμένα γαλάζια μάτια.

«Με τραβάει με ακατανίκητη έλξη εκείνο το σκοτάδι. Δεν αντιστέκομαι πια. Αν πρέπει να γίνει έτσι, ας γίνει. Να τελειώνουμε μόνο».

Το κοριτσάκι μου άπλωνε τα χέρια του.

«Να τελειώνουμε» ξανάπα και μου φάνηκε ότι αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά της Ανδρομάχης.


…και πάλι ο θάνατος



Η Ανδρομάχη πέθανε χαράματα, ολομόναχη, βγαίνοντας από το σπίτι της για να σωριαστεί άψυχη στις σκάλες. Εγώ την βρήκα, εμένα περίμενε. Δεν μου είχε πει τον προορισμό μας, μόνο να βρίσκομαι με τ’ αυτοκίνητο μπροστά απ’ το σπίτι της στις 6 το πρωί. Άργησα. Δεν την είδα στην αυλόπορτα όπως περίμενα και κόντεψα να περάσω πάνω απ’ το σώμα της ανεβαίνοντας τρέχοντας τις σκάλες

«Τι θέλατε αχάραγα στους δρόμους;» με ρώταγε αργότερα, στο νοσοκομείο, ο Ρούσσος. Κοιτούσα τα δάκρια να χαρακώνουν το πρόσωπό του και δεν μιλούσα. Κι εκείνος πάλι:

«Τι θέλατε αχάραγα στους δρόμους;»

Όταν εμφανίστηκε απ’ τη γωνιά του διαδρόμου ο γιατρός, για να μας επιβεβαιώσει ότι η Ανδρομάχη ήταν ήδη νεκρή όταν την πήρε το νοσοκομειακό, σηκώθηκα από τον πάγκο που καθόμουνα, έκανα μια μεγαλοπρεπή στροφή για να μπορώ να τους βλέπω καλά και τους δύο και δήλωσα.

«Στη Λαμία θα πηγαίναμε. Εκεί θα με πήγαινε και άργησα».

Τους άφησα να με κοιτάνε άφωνοι και έφυγα.


***


Το θέατρο έκλεισε λόγω πένθους και κανείς μας δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα αν θα ξανάνοιγε ποτέ. Πολλοί συνεργάτες μας, πάντως, σκορπίσανε σε άλλα σχήματα με την κληρονομιά του πένθους για τη μεγάλη ηθοποιό στις αποσκευές τους.

Πήγαινα κάθε μέρα στην Πλάκα να βρω το στοιχειό του θεάτρου, το Ρούσσο, να με περιμένει σιωπηλός στο ανεκδιήγητο γραφείο του. Μέρες μαζεύαμε τα πράγματά του, τα βάζαμε σε μεγάλες μαύρες πλαστικές σακούλες που τις σέρναμε προς την έξοδο και τις αφήναμε εκεί, είχε μπουκώσει ο τόπος.

«Πρόσεξε μην την μπερδέψεις με τα σκουπίδια» μου είπε κάποια στιγμή που άφησα τη σακούλα που έσερνα και σταμάτησα στη μέση της διαδρομής για να τεντώσω τη μέση μου.

«Μόνο αυτό έχεις να μου πεις;» τον ρώτησα κοιτώντας την κοιλιά μου που είχε πάρει επιτέλους το σχήμα της εγκυμοσύνης.

Παράτησε τα χαρτιά του, πήγε στο μπαρ κι έβαλε σ’ ένα νεροπότηρο ένα δάκτυλο κονιάκ.

«Θέλεις;» μου έγνεψε με το κεφάλι, αρνήθηκα και γύρισε να καθίσει στη θέση του. Κάθισα κι εγώ πλάι του.

«Πέρασε πολύς καιρός Πολυξένη».

«Μόνο ένας μήνας πέρασε. Πριν ένα μήνα τη θάψαμε».

«Πέρασε πολύς καιρός από εκείνη τη συζήτηση που αφήσαμε στη μέση…»

«Καμιά συζήτηση δεν αφήσαμε στη μέση…»

«Δεν μου είπε ποτέ η Ανδρομάχη ότι πέθανε το μωρό της. Δύσκολα μιλούσε γι’ αυτό το θέμα…»

«Δεν θέλω ν’ ακούω τις ιστορίες σου».

«Τότε που νόμιζε ότι πέθανε ο πατέρας σου στη Μακρόνησο…»

«Πάψε».

Έγινα ένα κουβάρι κι έκλεισα με τις παλάμες μου τ’ αυτιά μου.

«Καθόμαστε πάλι στις γραμμές του τραίνου. Της μιλούσα συνέχεια, ούτε θυμάμαι τι της έλεγα. Φοβόμουνα ότι χανόταν πάλι στους εφιάλτες της και πάλευα να την κρατήσω κοντά μου. Τότε της είπα μια ιστορία. Σαν παραμύθι. Ότι το μωρό της το πήρε ο αδελφός της Νικολής και το έκανε δικό του. Πως έτσι ζούσε το μωρό της, αυτό της είπα. Με κοίταξε. Δεν θα ξεχάσω όσο ζω εκείνο το βλέμμα… Την είπαμε πολλές φορές εκείνη την ιστορία. Τόσες πολλές, που έμοιαζε να είναι αλήθεια».

Γύρισα ένα αφανισμένο πρόσωπο προς το μέρος του.

«Ήταν αλήθεια;» τον ρώτησα και ίσα που ακούστηκε η φωνή μου.

«Δεν ξέρω Πολυξένη. Δεν ξέρω».

Κρατούσε ένα μικροσκοπικό χαρτάκι και το έστριβε στα χέρια του. Άπλωσε το χέρι και μου το έδωσε. Ήταν σχεδόν κουρελιασμένο. Το κοιτούσα έκπληκτη, έμοιαζε σαν σημείωση της Ανδρομάχης.

«Δικό της είναι;» τον ρώτησα κοιτάζοντας τα πλαγιαστά, μισοσβησμένα γράμματα.

«Δεν μπερδεύονται τα γράμματα της Ανδρομάχης» απάντησε γνέφοντας μου να το διαβάσω

Το ίσιωσα όσο μπορούσα. Λίγες λέξεις ήταν: Το γιο εκείνης της Ανδρομάχης τον λέγανε Αστυάνακτα. Τον γκρέμισαν οι νικητές απ’ τα τείχη της Τροίας.

Το κοίταζα έκπληκτη κι άξαφνα κατάλαβα. Η ταύτιση. Η σπαρακτική ταύτιση του κοριτσιού με το μύθο.

«Ανδρομάχη μου, μικρή μου» μουρμούριζα κρατώντας σφικτά το χαρτί στα χέρια μου, τυφλωμένη απ’ τα δάκρια που γέμιζαν τα μάτια μου.

«Γύρισέ το κι απ’ την άλλη πλευρά» μου είπε ο Ρούσσος και ταυτόχρονα μου έγνεψε την κίνηση που έπρεπε να κάνω για να γυρίσω το χαρτάκι από την άλλη πλευρά. Κι έπειτα με ξέχασε. «Χρόνια το έχω» ξανάρχισε να λέει. «Μου το έδωσε μια μέρα που βλέπαμε μαζί τις πρόβες του Καρυτινού για μια παράσταση των Τρωάδων. Μια σκηνή με την Εκάβη και την Ανδρομάχη να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατο του Αστυάνακτα. Δεν πήγαινε καλά η πρόβα και παίζανε για ώρες τη σκηνή. Εκείνη καθόταν ακίνητη, σαν να την βλέπω, είχε μια έκφραση μικρού παιδιού. Έκπληκτου. Κι έπειτα γύρισε και πήρε τα χαρτιά με το ρόλο μου, που τα είχα ακουμπισμένα στα πόδια μου. Έσκισε ένα κομμάτι. Δεν την πρόλαβα. Πήρε κι ένα μολύβι κι έγραψε. Άφησε το χαρτί στη θέση που καθότανε κι έφυγε τρέχοντας…»

«Και…»

«Διάβασε και απ’ την άλλη πλευρά».

Γύρισα το χαρτί και το ίσιωσα πάλι. Τα μάτια μου ήταν ακόμα θολωμένα απ’ τα δάκρια.

«Δεν έγινε ποτέ εκείνη η παράσταση. Οι Τρωάδες ήταν απαγορευμένο έργο για τον Καρυτινό…» άκουγα τη φωνή του Ρούσσου να έρχεται από πολύ μακριά καθώς σκούπιζα τα μάτια μου κι άρχισα να διαβάζω: Ο γιος αυτής της Ανδρομάχης, ο γιος ο δικός μου, είναι μωρό. Τον λένε Νικηφόρο. Και Στέφανο.

«Στέφανο…» ψέλλισα με κομμένη την ανάσα, νόμισα ότι με κτύπησε κεραυνός.

«Στέφανο λέγανε τον πατέρα τους» είπε ο Ρούσσος και την άλλη στιγμή βρέθηκε να κρατάει σφιχτά τα χέρια μου για να τα απομακρύνει απ’ το πρόσωπό του.

«Γιατί μιλάς; Γιατί μου μιλάς; Γιατί δεν μ’ αφήνεις να ξεχάσω;» ούρλιαζα παλεύοντας να ελευθερωθώ, ήθελα να τον κτυπήσω, να τον πονέσω.

«Για να ησυχάσεις. Για να ησυχάσεις επιτέλους» φώναζε κι εκείνος, συνεχίζοντας να σφίγγει έντρομος τα χέρια μου.

Την άλλη μέρα έφυγα με την πρώτη πτήση για το νησί. Έδωσα ολόκληρη μάχη για να μου επιτρέψουν να ταξιδέψω με το αεροπλάνο στην κατάστασή μου κι εκείνη η μάχη είναι το μόνο που θυμάμαι απ’ το ταξίδι.

Μπήκα στο χωριό και δεν χρειάστηκε να ρωτήσω κανέναν. Το σπίτι της Ανδρομάχης μού το είχε δείξει άπειρες φορές ο πατέρας μου, κι άλλες τόσες το είχα φανταστεί σαν παιδική κρυψώνα. Ακούμπησα στην ξερολιθιά κι έκλεισα τα μάτια Ποιος μου είχε μιλήσει κάποτε για την παράδοξη ισορροπία των ερειπίων; Στο πανεπιστήμιο ίσως, είχαν περάσει αιώνες από τότε.

Όταν ξανάνοιξα τα μάτια, είδα ότι δεν ήμουνα μόνη. Μια μαυροφορεμένη καθόταν δίπλα μου και με κοίταζε.

«Ποιανού είσαι εσύ; Απ’ τα μέρη μας είσαι;»

Κούνησα αμφίβολα το κεφάλι μου.

«Τους ήξερες αυτούς που μένανε εδώ;» με ξαναρώτησε δείχνοντας με μια μεγάλη κίνηση το ερείπιο. Δεν περίμενε απάντηση.

«Χαθήκανε» συνέχισε. «Όλοι. Χαθήκανε ή πεθάνανε».

Δεν απάντησα. Την ένιωθα να με κοιτάζει..

«Μήπως ήρθες να αγοράσεις το σπίτι; Αν θες να τ’ αγοράσεις, κάποιος θα ξέρει να σου πει…».

«Εδώ κοντά μένετε; Μήπως μπορείτε να μου δώσετε λίγο νερό;» τη ρώτησα γιατί ένιωθα κατάστεγνο το στόμα μου και κομμένα τα πόδια μου.

«Ώφου και δεν το σκέφτηκα! Έλα καλή μου, εδώ δίπλα μένω. Έλα να ξεκουραστείς και δεν κάνει στην κατάστασή σου».

Με παρέσυρε στο σπίτι της, με έβαλε με το ζόρι να κάτσω με μαξιλάρια στην πλάτη μου και μου έφερε κρύο νερό και γλυκό του κουταλιού, κίτρο.

«Είμαι η κόρη του Μιχάλη του Δρακάκη» της είπα αφήνοντας το άδειο ποτήρι στο δισκάκι μπροστά μου.

Έφερε την παλάμη και σφάλισε το στόμα της. Τα μάτια της είχαν γίνει άλλα τόσα από την έκπληξη.

«Η Πολυξένη! Καλά μου φάνηκες εμένα... Και τι είχες γίνει τόσα χρόνια; Πόσα χρόνια είναι που πεθάνανε οι δικοί σου;»

Με κοιτούσε σαν να έβλεπε φάντασμα.

«Πολλά» της είπα και της χαμογέλασα με κόπο. Κοίταξα γύρω μου για να αποφύγω το εξεταστικό της βλέμμα. Απ’ το παράθυρο φαινότανε το ερείπιο της Ανδρομάχης.

«Αγγελική. Αγγελικούλα» είπα μαλακά. «Για εσένα ήρθα. Εσένα ήθελα να βρω. Κανείς άλλος δεν έχει μείνει».

«Κανείς. Αλήθεια είναι» είπε κι αυτή κουνώντας το κεφάλι. Κι έπειτα, σαν να κατάλαβε μόνο εκείνη τη στιγμή τι της είπα, γύρισε και με κοίταξε έκπληκτη.

«Και γιατί ήρθες να με βρεις εμένα;»

Όσο δεν απαντούσα, ψάχνοντας τρόπο να την πλησιάσω, εκείνη απομακρύνθηκε κοιτώντας με καχύποπτα.

«Και γιατί είπες ότι ήρθες να με βρεις;» ξαναρώτησε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της σε στάση αμυντική.

«Θα σου πω. Είναι ολόκληρη ιστορία».

«Δεν ξέρω εγώ από ιστορίες. Εμένα δουλειά μου είναι να κοιτάω το σπίτι μου».

Δεν είχε αλλάξει στάση. Ήταν φανερό ότι ήθελε να με ξεφορτωθεί. Αναστέναξα βαθιά και σηκώθηκα.

«Σ’ ευχαριστώ για το νερό» της είπα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα.

«Στάσου. Πού πας; Πού θα πας σ’ αυτήν την κατάσταση;» με γνοιάστηκε ξαφνικά.

«Λέω να πάω στο χωριό μου. Στο σπίτι μας».

«Αύριο να πας στο σπίτι σας. Να προλάβω να πάω κι εγώ να στο συμμαζέψω. Χάλια θα είναι τόσα χρόνια κλειστό».

Την κοίταξα ερωτηματικά. Μια αδιόρατη θλίψη είχε μαλακώσει τα χαρακτηριστικά της.

«Τότε;» είπα, σαν να περίμενα πράγματι να μου βρει τη λύση.

«Ο γιος μου νοικιάζει δωμάτια στους τουρίστες. Εδώ πιο πάνω. Τώρα θα πάμε να σου ετοιμάσω ένα. Δεν χρειάζεται να πληρώσεις. Να πας να ξεκουραστείς μόνο. Όσες μέρες θέλεις».

«Σ’ ευχαριστώ Αγγελική» της είπα και την αγκάλιασα. Η μυρωδιά απ’ το κορμί και τα ταλαιπωρημένα της ρούχα μου έφερε δάκρια στα μάτια. Τα μαλλιά της μύριζαν σαν της μάνας μου. Πράσινο σαπούνι και λιοπύρι.

«Κανείς τους δεν έμεινε;» με ρώτησε στο δρόμο.

«Η Ανδρομάχη πέθανε πριν ένα μήνα. Ο Νικολής είχε πεθάνει από χρόνια. Μόνο ο γιος του ζει».

Έβγαλε ένα μαντηλάκι απ’ την τσέπη της και σκούπισε τα μάτια της.

«Ο Θεός να τα συγχωρέσει τα άτυχα, τα βασανισμένα».

Κοντοστάθηκε.

«Είπες πως ζει ο γιος του Νικολή;»

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Από την ώρα που κατέβηκα απ’ το αεροπλάνο είχα την αίσθηση της παρουσίας του Στέφανου δίπλα μου. Περίμενα πως θα τον δω να ξεπροβάλλει από μια μεριά και να με πάρει στην αγκαλιά του.

«Τι έπαθες;» με ρώτησε η Αγγελική.

«Τίποτα. Είμαι κουρασμένη».

«Θα σου βγάλω μια καρέκλα να κάτσεις στο μπαλκονάκι που έχει δροσιά τώρα. Μια στιγμή θα κάνω να φτιάξω το δωμάτιο».

Απ’ το μπαλκόνι έβλεπα τον ελαιώνα ν’ απλώνεται ασημόχρωμος μέχρι τα σύνορα των κοντινών χωριών. Αν έσκυβα λίγο, θα έβλεπα και το δικό μου χωριό.

«Και πού είναι τώρα ο γιος του Νικολή;» άκουσα τη φωνή της Αγγελικής απ’ το δωμάτιο κι γύρισε πάλι να με πνίξει η αίσθηση της απώλειας.

«Στην Αυστραλία. Στο Σίδνεϊ» της φώναξα για να μ’ ακούσει, αλλά εκείνη είχε βγει έξω και στεκόταν πλάι μου.

«Καλό παιδί έγινε; Προκομμένο;» με ρώτησε και ράγισε η φωνή της.

«Καλό σαν τον γιο σου Αγγελικούλα» της είπα και της έσφιξα το χέρι που κρεμόταν στο πλάι, σαν ένοχο για την αδράνειά του. Ήταν βρεγμένο, άκουγα και μια βρύση να τρέχει κάπου στο σπίτι.

«Πόσα χρόνια πέρασαν…».

Μόλις που ακούστηκε η φωνή της.

«Πολλά. Τόσα που μοιάζει απίστευτο το ότι πονάμε ακόμα».

«Ένα σφουγγάρισμα να κάνω και τελείωσα» είπε μ’ αφύσικα δυνατή φωνή και τράβηξε απότομα το χέρι της απ’ το δικό μου.

«Έλα, έτοιμο είναι» μου είπε σε λίγο. «Έχει ψυγείο και ηλεκτρική κουζίνα. Όταν γυρίσει ο εγγονός μου θα στον στείλω να του δώσεις να σου ψωνίσει ό,τι χρειάζεσαι. Θα σου στείλω και φαΐ. Μπάμιες μαγειρεύω».

Κι αντί να φύγει, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε πλάι μου.

«Από εδώ βλέπαμε το μοναστήρι να καίγεται. Ήταν το πατρικό της μάνας μου εδώ που είμαστε. Είχε μαζευτεί όλο το χωριό και κοίταζε. Τότε νομίζαμε ότι πέθανε κι ο πατέρας σου… Είχα έρθει στην κηδεία του, δεν με θυμάσαι. Και στης μάνας σου την κηδεία είχα έρθει».

«Η Αθηνά;»

«Κακορίζικη κι αυτή! Δεν στα ‘πε ο πατέρας σου; Χάθηκε σαν ν’ άνοιξε η γης και την κατάπιε. Έφυγε, είπανε, για την Αθήνα και δεν ξαναγύρισε. Κανείς μας δεν έμαθε τι απόγινε».

«Την έψαχνε χρόνια ο πατέρας μου. Κανείς δεν ήξερε να του πει. Κι η Ανδρομάχη την έψαχνε…»

«Ποια είναι αυτή;»

«Η Μάχη».

«Η Μάχη…»

«Πριν ένα μήνα πέθανε…»

«Μου το ‘πες…»

Σηκώθηκε απότομα.

«Πρέπει να φύγω. Θα σου στείλω φαΐ με το παιδί».

Ξάπλωσα με τα ρούχα στο κρεβάτι. Με ξύπνησαν ώρες μετά παιδικές φωνές και γέλια απ’ το δρόμο. Σηκώθηκα ζαλισμένη και άνοιξα την πόρτα. Κανείς δεν ήταν έξω. Ένα ποδήλατο μόνο έφραζε την αυλόπορτα. Έβαλα το χέρι μου σκιάδι για τον ήλιο και τότε τους είδα κρυμμένους πίσω από τη μπουκαμβίλια. Δυο αγοράκια κι ένα κοριτσάκι πιο μικρό, αυτό τους πρόδωσε γιατί δεν βολευόταν στην κρυψώνα τους.

Μιχαλιό, Νικολή, Μάχη.

«Εσύ είσαι η κυρία που λέει η γιαγιά μου;» μου είπε το πιο μεγάλο αγόρι, δεν θα ‘ταν πάνω από δέκα χρονών.

«Εγώ είμαι. Ελάτε μέσα».

Τα δυο άλλα παιδιά έφυγαν τρέχοντας και στάθηκαν λίγο πιο κει να με κοιτάνε κρυφογελώντας. Ο εγγονός της Αγγελικής έκανε ν’ ανέβει τις σκάλες κι έπειτα γύρισε στο ποδήλατο, ξεκρέμασε μια πλαστική τσάντα και μου την έφερε. Το φαγητό είχε χυθεί κι η τσάντα ήταν γεμάτη λάδια.

«Η γιαγιά μου είπε πως θα μου δώσεις να σου ψωνίσω» είπε κοιτώντας αδιάφορος τη ζημιά.

«Έλα μέσα» του ξαναείπα κι άνοιξα εντελώς την πόρτα.

«Όχι. Βιάζομαι» απάντησε.

«Πώς σε λένε;» προσπάθησα να τον πλησιάσω.

«Όπως με βαφτίσανε» απάντησε κοφτά και κοίταξε ανυπόμονα προς τη μεριά των φίλων του.

Έγραψα βιαστικά σ’ ένα χαρτί δυο-τρία πράγματα και του το έδωσα μαζί με μερικά χαρτονομίσματα.

«Με τα ρέστα, αγοράστε ό,τι θέλετε».

«Είναι πολλά» είπε κοιτάζοντας με προσοχή τα χρήματα. «Τα ρέστα θα στα φέρω. Έτσι είπε η γιαγιά μου».

Τα βόλεψε στην τσέπη του κι ανέβηκε στο ποδήλατο.

«Σ’ ευχαριστώ Όπωςμεβαφτίσανε» του φώναξα απ’ την πόρτα. Γέλασε.

«Γιώργη. Γιώργη με λένε» και χάθηκε σ’ ένα σύννεφο σκόνης που σήκωσε το ποδήλατο και τα ποδοβολητά των άλλων που πετάχτηκαν απ’ την κρυψώνα τους και του έκλειναν το δρόμο τρέχοντας μπροστά του.

Τα κοίταξα για λίγο κι έπειτα μπήκα στο σπίτι κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Αντηχούσαν ακόμα στ’ αυτιά μου οι φωνές τους. Έβαλα την τσάντα στο νεροχύτη, ακούμπησα το κεφάλι μου στο ντουλάπι κι άρχισα να παίρνω βαθιές αναπνοές. Ένιωθα πάλι την αίσθηση ασφυξίας να με βασανίζει.

«Θα πεθάνω. Ανδρομάχη. Μάχη. Θα πεθάνω» έλεγα ανάμεσα στους σπασμούς που κάνανε τα πνευμόνια μου και είχα κρεμαστεί απ’ το νεροχύτη για να μην σωριαστώ κατάχαμα.

Όταν κατάφερα να ξαναβρώ την ανάσα μου, μάζεψα τα πράγματά μου και πήγα προς την πόρτα. Δεν θα έμενα ούτε ώρα σ’ αυτόν τον τόπο που σκοτώνει.

Έξω από την πόρτα βρήκα την Αγγελική. Κρατούσε δυο τσάντες κι ετοιμαζόταν να μου κτυπήσει.

«Εδώ έξω τις άφησε το άχρηστο για να πάει πάλι να παίξει» μου είπε δείχνοντας τις τσάντες. «Τις είδα απ’ το παράθυρο και ήρθα να στις δώσω μην τις κτυπήσει ο ήλιος και σου χαλάσουν τα πράγματα».

Σωριάστηκα στην αγκαλιά της και πέσανε οι τσάντες απ’ τα χέρια της.

«Έλα να ξαπλώσεις. Μετά, όταν πέσει ο ήλιος, θα σε πάω εγώ» μου είπε κι εγώ την ακολούθησα πειθήνια.


***


Έδυε ο ήλιος. Το σπίτι το ζώνανε οι φλόγες της δύσης. Ό, τι είχε απομείνει απ’ το σπίτι, ντουβάρια έκθετα, απροστάτευτα. Καθόμαστε στο γκρεμισμένο μπεντενάκι, εκεί που ήταν κάποτε το αλώνι. Λίγα μέτρα μακριά μας έχασκε ο γκρεμός. Ξεκίναγε μαλακά, πνιγμένος στα πουρνάρια, κι έπειτα κατέβαινε απότομα σαν μαχαιριά, χανόταν το τέλος του, εκεί που ήταν κάποτε η κοίτη του ποταμού. Ξεράθηκε κι αυτός, εγώ δεν τον είχα προλάβει. Ο πατέρας μου μίλαγε για κείνο τον ποταμό. Ανεβοκατεβαίνανε σαν τα κατσίκια για να λουστούνε στα νερά του.

Καθόμαστε αμίλητες, σαν να μας είχε γητέψει η φύση, τα μακρινά βελάσματα και ο ήχος απ’ τα λέρια των προβάτων, το γαύγισμα κάποιου σκύλου.

«Έχεις ξαναδεί τόσο κόκκινο ουρανό; Να δεις που θα ‘ναι σημάδι» είπε άξαφνα η Αγγελική και σταυροκοπήθηκε.

Κοιτούσαμε τον ουρανό, τον ήλιο να χάνεται πίσω απ’ τις μαδάρες.

«Εδώ ερχόμαστε με τη Μάχη και λέγαμε τα μυστικά μας. Ερχόταν και τ’ αγόρια αλλά τα διώχναμε. Πηγαίνανε κι εκείνα παράμερα και μας πετούσαν πέτρες. Το αγαπάς το Μιχαλιό; τη ρώταγα γιατί τον έβλεπα τον πατέρα σου… Δεν κρύβονται αυτά. Το αγαπώ αλλά δεν θα το παντρευτώ, μου έλεγε η Μάχη. Γιατί μωρή; Καλό παιδί είναι και σ’ αγαπά, δεν το βλέπεις; της έλεγα κι εκείνη δεν απαντούσε. Λες και το ‘ξερε…»

Γύρισε και με κοίταξε.

«Ε, μην κλαις τώρα. Δεν στα ‘πα για να κλαις».

«Ο πατέρας μου την είχε για πεθαμένη…».

«Όλοι μας την είχαμε για πεθαμένη. Χάθηκε απ’ το χωριό και λέγανε ότι πέθανε εκεί που την έστειλε ο αδελφός της να παντρευτεί».

Σταμάτησε να μιλάει. Μισόκλεισε τα μάτια και μάζεψε τα φρύδια σαν κάτι να προσπαθούσε να θυμηθεί.

«Είναι πολλά χρόνια από τότε» είπε χωρίς ν’ αλλάξει έκφραση. «Μια μαυροφορεμένη. Τη βρήκα να στέκεται εκεί που στεκόσουνα κι εσύ το πρωί. Κοίταζε κι εκείνη το χάλαρο. Αν δεν νόμιζα πως ήταν από χρόνια πεθαμένη, θα ‘λεγα πως ήταν η Μάχη... Πήγα να της μιλήσω μάλιστα, αλλά σκιάχτηκα όταν γύρισε το πρόσωπο και με κοίταξε. Φάντασμα ήταν. Πήγα σπίτι μου κι άναψα το καντήλι. Κι αργότερα ήρθα εδώ και θυμιάτισα τα ερείπια…».

«Το καλοκαίρι του ’76 ήταν…»

«Δεν θυμούμαι πότε ήταν…»

«Τότε ήταν. Τότε είχε έρθει η Μάχη».

«Έτσι λέγανε. Μου δείξανε και μια φωτογραφία στην εφημερίδα. Δεν ήταν όμως η Μάχη εκείνη. Είχε και άλλο όνομα…»

«Ανδρομάχη Καρυτινού».

«Δεν θυμούμαι. Για να το λες εσύ, έτσι θα ‘ναι. Εσύ την ήξερες. Ή δεν την ήξερες;» γύρισε και με κοίταξε υποψιασμένη.

«Την ήξερα Αγγελική. Μαζί της έζησα απ’ όταν έφυγα απ’ το χωριό μου. Τότε που πέθανε ο πατέρας μου…»

«Εγώ έμαθα ότι τότε πήγες στο πανεπιστήμιο να σπουδάσεις για να γίνεις καθηγήτρια. Έτσι μου είπε η μάνα σου σε μια κηδεία που βρεθήκαμε. Ψέματα μου ‘λεγε; Ήξερε η μάνα σου;».

Δεν έκρυβε την περιέργειά της. Ζωντάνεψε κι η φωνή της μπροστά σ’ αυτές τις νέες αποκαλύψεις.

«Κανείς δεν το ήξερε. Τυχαία τη βρήκα…»

«Το ‘ξερε η μάνα σου;» επέμεινε.

Έσκυψα το κεφάλι.

«Όχι. Δεν το ‘ξερε».

«Πάλι καλά» αναστέναξε η Αγγελική κι εγώ ένιωσα το πρόσωπό μου να γίνεται κατακόκκινο, φωτιά. Δεν υπήρχε κανείς, λοιπόν, που να μην ξέρει πως ο πατέρας μου δεν ξέχασε ποτέ τον πρώτο του έρωτα; Πώς τους αντιμετώπιζε όλους αυτούς η μάνα μου; Πώς προσπαθούσε να τους πείσει;

«Και πώς έγινε και έζησες μαζί της; Τη μάνα σου γιατί δεν την πήρες στην Αθήνα και πήγες κι έζησες με τη Μάχη;»

Είχε γυρίσει και με κοίταζε απ’ την κορφή ως τα νύχια. Το βλέμμα της δεν ήταν πια περίεργο, ήταν επικριτικό, περίμενε να απολογηθώ για να συνεχίσει να μου μιλάει.

«Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε εύκολα απ’ το παρελθόν μας Αγγελική» της είπα, ελπίζοντας να καταλάβει. «Δεν μπορούσα να μην πάω να βρω την Ανδρομάχη. Κι έπειτα τα άλλα ήρθαν μόνα τους… Τώρα δεν έχει μείνει πια κανείς να του ζητήσω συγγνώμη…»

Την ένιωθα να με κοιτάζει ακόμα και δεν ήξερα τι άλλο έπρεπε να πω.

«Τη ρημάξανε τη ζωή τους οι Γιούνηδες» με πρόλαβε εκείνη.

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.

«Σαν να ήτανε όλοι καταραμένοι…» ψιθύρισα.

«Και μαζί μ’ αυτούς ρημάχτηκε και η δική μας» συνέχισε η Αγγελική. «Για μένα, το μεγαλύτερο θύμα ήταν το κακορίζικο ο Νικολής. Που έφυγε σαν τον κυνηγημένο. Ήτανε ν’ αρραβωνιαστούμε, το ήξερες;»

Είχε γυρίσει πάλι και με κοίταζε. Της χάιδεψα το χέρι, όπως το είχε ακουμπισμένο στο μπεντενάκι.

«Το ήξερες» συμπέρανε. «Αρραβώνες, λοιπόν, περίμενα και αυτός ήρθε να μου πει πως θα φύγει. Πως δεν αντέχει τόσο αίμα… Κι ας μην είχε βάψει στο αίμα τα δικά του χέρια…»

Ρίγος τη διαπέρασε κι έσφιξε γύρω της τη μαντίλα που είχε κυλήσει στους ώμους της. Κρατούσα την ανάσα μου για να μην τη διακόψω.

«Εδώ δίπλα είναι το σπίτι μου» γύρισε και μου το ‘δειξε σαν να μην το ήξερα.

«Βράδυ ήταν. Μέχρι μέσα στο σπίτι μου ακουγόταν οι φωνές της. Έβαλα αλαφιασμένη ένα ρούχο κι έτρεξα. Ο Μανόλης στεκόταν στην πόρτα και δεν μ’ άφησε να περάσω. Ο Νικολής δεν φαινόταν πουθενά, τον είχε διώξει ο μεγάλος, πού να ‘ξερε κι αυτό το κακορίζικο τι επρόκειτο να γίνει; Γι’ αυτό έφυγε μετά και ξενιτεύτηκε. Για να ξεχάσει. Για να γλιτώσει».

Πήρε βαθιά ανάσα και ίσιωσε το κορμί της, σαν για να πάρει δύναμη να συνεχίσει.

«Η κακομοίρα η Πολύμνια μόνο έκλαιγε και κτύπαγε τα ντουβάρια να της ανοίξουν. Σκάσε, της πνιχτοφώναζε ο Μανόλης. Σκάσε να μην σ’ ακούσει ο γέρος. Ο Θεός τον τύφλωσε κι αυτόν; Να μην πάρει είδηση τι γινόταν και να σηκωθεί να σώσει το κορίτσι; Μιλιά δεν ακουγόταν απ’ το δικό του δωμάτιο. Σαν να ‘ταν ναρκωμένος. Ήταν κι άρρωστος βαριά βέβαια τότε. Ήταν κι απόμακρα το δωμάτιό του. Έφυγα και πήγα από το πίσω μέρος του σπιτιού. Πήδηξα από το μπεντένι και πήγα στο παράσπιτο. Τη βρήκα να σφαδάζει μες στα αίματα. Εγώ την ξεγέννησα. Με τούτα εδώ τα χέρια. Χωρίς μια σταγόνα νερό να την πλύνω, ένα κομμάτι καθαρό πανί να την σκουπίσω. Όταν έπιασα το μωρό στα χέρια μου, ορθάνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Μανόλης. Τα πόδια μου κόπηκαν σαν τον είδα. Μου πήρε το παιδί απ’ τα χέρια. Προσπάθησε το κακορίζικο η Μάχη να του το πάρει πίσω, αλλά δεν τα κατάφερε. Της έδωσε μια και την έριξε στα ματωμένα σεντόνια. Αυτό μόνο είδα. Έπειτα μ’ άρπαξε απ’ τα μαλλιά ο Μανόλης και με πέταξε έξω. Όπως έτρεχα να φύγω αλαφιασμένη τον είδα να βγαίνει απ’ το παράσπιτο. Πήδηξα πάλι στο μπεντένι και…»

Σκέπασε το πρόσωπο με τη μαντίλα κι έτρεμαν οι ώμοι της. Την αγκάλιασα.

«Και;…» τη ρώτησα. Η καρδιά μου κτυπούσε να πεταχτεί απ’ το στήθος μου.

«Τον είδα να στέκεται εδώ που είμαστε τώρα» συνέχισε σκουπίζοντας τα δάκριά της. «Λίγο πιο μπροστά. Το πέταξε στα σκυλιά. Στον γκρεμό το πέταξε. Δεν θυμούμαι και αν το άκουσα να κλαίει. Μπορεί και να γεννήθηκε πεθαμένο. Αλλά και πάλι… Θα ‘κλαψε, δεν μπορεί. Πώς το άκουσε ο Μανόλης κι έτρεξε; Δεν ξέρω, σκοτείνιασε πάλι ο νους μου. Ό, τι και να σου πω…».

Μιλούσε κι εγώ είχα αρπαχτεί απ’ τους ώμους της. Την τράνταζα κι έπειτα την έσφιγγα στην αγκαλιά μου να την πνίξω, εκλιπαρούσα, «όνειρο βλέπω, πες μου πως είναι όνειρο, πες μου πως είναι ψέματα όλα αυτά», τρέχανε τα μάτια μου, κοβότανε η ανάσα μου, έβηχα και πνιγόμουνα στα σάλια μου.

«Αλήθεια είναι» φώναζε η Αγγελική παλεύοντας να ελευθερωθεί, με έσπρωχνε και με τα δυο της χέρια. «Αλήθεια είναι σου λέω. Τον είδα που το πέταξε. Τρέξε, φώναξα στην Πολύμνια. Τρέξε και πεθαίνει η Μάχη. Την είδα να βγαίνει απ’ την πόρτα που είχε αφήσει ανοιχτή ο Μανόλης και να τρέχει σκουντουφλώντας στο σκοτάδι. Κι έπειτα έφυγα. Σε κανέναν δεν τα είπα όλα αυτά. Μέσα μου τα κρατούσα τόσα χρόνια…»

Ξεσκάλωσαν τα χέρια μου απ’ τους ώμους της, κατέβηκαν χαμηλά κι αγκάλιασαν την κοιλιά μου, τη ζωή που σπαρταρούσε μέσα της.

«Μικρή μου Ανδρομάχη… Κοριτσάκι μου…».

Κόμπους έσταζε η οδύνη απ’ το βλέμμα της Αγγελικής.

«Γι’ αυτό είπα πως πέθανε η Μάχη εκεί που την έστειλε ο αδελφός της… Πώς γίνηκε να ζήσει; Πώς γίνηκε να ξεχάσει;»



Intermezzo


Ώρες τους άκουγε να μιλάνε κλεισμένοι στη σάλα, ένα βουητό φτάνανε οι φωνές τους στην κρεβατοκάμαρα που καθόταν άπραγη και περίμενε τι θα γίνει, τι θα συμφωνήσουνε για την τύχη της. Όταν έπεσε ο πρώτος πυροβολισμός δεν ξαφνιάστηκε, σχεδόν τον περίμενε. Άκουσε ένα πνιχτό βογκητό κι αμέσως μετά θόρυβο τρομερό, σα να γκρεμιζότανε το σπίτι, έσπαγαν γυαλικά, σερνότανε έπιπλα. Έπεσε με την πλάτη στην κλειστή πόρτα και σφάλισε με τις παλάμες τ’ αυτιά της. Στο δεύτερο πυροβολισμό σπαρτάρισε. Έπειτα σιωπή. Άνοιξε τότε την πόρτα και είδε.

Ο άντρας της κειτότανε μες στα αίματα, πλάι στ’ αναποδογυρισμένο τραπέζι, ανακατευόταν το χυμένο κρασί με το αίμα του. Ένας κοφτός ήχος και έπεσε το όπλο απ’ την ανοιχτή του παλάμη, ένας τελευταίος σπασμός κι έμεινε ακίνητος. Τον πλησίασε, γονάτισε, του σήκωσε το κεφάλι, το κράτησε για λίγο στις παλάμες της και το κοιτούσε σα να το έβλεπε για πρώτη φορά. Του έκλεισε μετά τα μάτια και τον άφησε μαλακά να κυλήσει πάλι στο πάτωμα - κανένας ήχος δεν ακούστηκε, σα να μην είχε βάρος το άψυχο κορμί. Έπειτα, αργά-αργά όπως γίνεται στα όνειρα, που ο χρόνος έχει τους δικούς του κανόνες, ανασηκώθηκε, έστρεψε το βλέμμα και είδε τον Μανόλη. Έσφιγγε την κοιλιά του με τις παλάμες, ποτάμι έτρεχε το αίμα ανάμεσα απ’ τα δάκτυλά του, σχεδόν την ένιωθε η Μάχη και τη σφαίρα να του αφανίζει τα σωθικά. Τον κοίταζε και σκεφτόταν ότι θα πονούσε πολύ, τα μάτια του ήταν αγριεμένα κι έπειτα βασίλεψαν, θα λιποθυμούσε αν δεν πήγαινε εκείνη να τον πιάσει, να τον στηρίξει όρθιο. Την αγκάλιασε ο Μανόλης, κρεμάστηκε επάνω της και η Μάχη σκέφτηκε πως για πρώτη φορά, πρώτη φορά σ’ ολόκληρη τη ζωή τους, εκείνο το μεγάλο, το αδάμαστο κορμί ήταν ανήμπορο. Στο έλεός της.

Άρχισε τότε να τον σπρώχνει μαλακά προς τον πέτρινο σοφά, εκεί που καθόταν πριν λίγο μουσαφίρης, και ούτε για μια στιγμή δεν τράβηξε το βλέμμα της απ’ το πρόσωπό του. Έβλεπε τις συσπάσεις του πόνου, την προσπάθεια που έκανε να πνίξει τα βογκητά, την έβλεπε στις τεντωμένες φλέβες του λαιμού του και στ’ ανοιχτό του στόμα που πάλευε να ρουφήξει μια σταλιά αέρα κι έβγαζε μετά ένα συριχτό ήχο. Είχε κρεμαστεί από πάνω της, την πίεζε με τα χέρια του στους ώμους, στις πλάτες, σαν τρελαμένα έψαχναν τα χέρια του ν’ ανοίξουν την αγκαλιά της. Ήθελε να μιλήσει, κάτι προσπαθούσε να της πει - «να σε σώσω, να σωθώ» - κι αντί για λόγια βγαίνανε άναρθροι φθόγγοι απ’ το στόμα του, μαζί με κύματα από αίμα. «Έλα. Σώπαινε. Μην μιλάς. Δεν μπορείς» τον ησύχαζε η Μάχη και συνέχισε να τον σπρώχνει. Χαμογελούσε, γυαλίζανε υγρά τα γαλάζια μάτια της. Κι αυτός την ακολουθούσε πειθήνια, σα να τον έσερνε στο χορό – άγρια μουσική οι φωνές απ’ το δρόμο, «ανοίξτε!», η πόρτα του σπιτιού κόντευε να σπάσει απ’ τους κτύπους.

Μείνανε ακίνητοι. Σήκωσε απαλά η Μάχη το κεφάλι του αδελφού της που έγερνε πια απ’ την εξάντληση και τον πόνο. Γύρεψε το βλέμμα του, τον φίλησε στο ματωμένο στόμα και τον έσπρωξε με δύναμη. Άκουσε τα κόκαλα του σβέρκου του να τσακίζονται στην κόχη του σοφά και είδε την ψυχή του να βγαίνει απ’ τ’ αγριεμένα του μάτια.

Άνοιξε τότε το παράθυρο.

«Βοήθεια!»


Ανδρομάχη



Όταν γεννήθηκε το παιδί μου αποφάσισα να εγκατασταθώ πια στο σπίτι της Ανδρομάχης. Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε. Μια φορά μόνο με ρώτησε ο Ρούσσος αν θα μιλήσω στο Στέφανο για το παιδί. Ήταν την μέρα που έφευγα απ’ το μαιευτήριο και με βοηθούσε να μαζέψω τα πράγματά μου. Πήρα τον γιο μου, τον βόλεψα στην αγκαλιά μου, του έστρωσα μια ατίθαση μπούκλα, την μοναδική στο φαλακρό του κεφαλάκι κι απάντησα πηγαίνοντας προς την πόρτα:

«Υπήρξε άραγε ποτέ ο Στέφανος; Νόμιζα ότι τον είχα ονειρευτεί».

«Αφού δεν το κατάπιες τελικά αυτό το μωρό, ευχαριστημένος να είμαι» προσπάθησε να γελάσει ο Ρούσσος αλλά η φωνή του έτρεμε. Δεν ξαναρώτησε ποτέ αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν έπαψε να το σκέφτεται. Μόνο που εγώ δεν ξέρω ακόμα αν πράγματι υπήρξε ο Στέφανος ή αν δεν ήταν κι αυτός γέννημα της ταραγμένης φαντασίας μου.

Το δώρο της Ανδρομάχης για το μωρό, το βρήκα τακτοποιώντας τα πράγματά της. Ήταν στο βάθος του πρώτου συρταριού του γραφείου της. Ένας μεγάλος κίτρινος φάκελος με ένα συμβόλαιο, ένα βιβλιάριο καταθέσεων κι ένα σημείωμα.



Το σπίτι στην Κρήτη είναι για τον εγγονό μου. Κάνε ό,τι νομίζεις μ’ αυτά τα χρήματα. Πάντα σ’ αγαπούσα πιο πολύ απ’ ό,τι μπορούσες να φανταστείς. Τόσο πολύ, που ήσουνα πράγματι το ταξίδι μου. Ευχήσου μου να είναι απάνεμο το λιμάνι που βλέπω στο βάθος του ορίζοντα τώρα που πρέπει να σ’ αφήσω.



Χαιρετώ σε αγαπημένη μου



Σωριάστηκα στην καρέκλα της περιμένοντας μια καινούργια κρίση πανικού. Πέρασε ώρα και η ανάσα μου δεν έχασε το φυσιολογικό ρυθμό της, συγχρονισμένη με την ανάσα του μωρού μου που κοιμόταν ήσυχο στην κούνια με τα ροδάκια που έσερνα σ’ όλο το σπίτι για να μην το χάνω στιγμή απ’ το βλέμμα μου.

Τότε αποφάσισα να ανεβάσουμε τις Τρωάδες, σαν τελευταία παράσταση πριν πουλήσουμε το θέατρο. Για μένα το κεφάλαιο θέατρο είχε κλείσει οριστικά μετά το θάνατο της Ανδρομάχης και ο Ρούσσος ήταν μεγάλος πια για να το αναστήσει πάλι μόνος του.

Σ’ εκείνη την παράσταση, εγώ έπαιξα την Ανδρομάχη και ο γιος μου έπαιξε τον Αστυάνακτα, παρά τις αντιρρήσεις όλου του κόσμου και κυρίως του Ρούσσου.


«Αγόρι μου, μονάκριβό μου σπλάχνο, θησαυρέ μου,

θέλουν οι εχθροί μας το χαμό σου,

και την μάνα σου θ’ αφήσεις δίχως αποκούμπι.

Παραήταν ο πατέρας σου γενναίος. Γι’ αυτό και σε σκοτώνουν.

Η τόση αντρειοσύνη του, που τόσους γλίτωσε απ’ το χάρο,

τίποτα για σένα δεν μπορεί».***


Με κοίταζε ο Μιχάλης μου γελώντας γάργαρα και τραβούσε με μανία το πέπλο μου την ώρα της υπόκλισης.

Άκουγα με κλειστά μάτια τα χειροκροτήματα. Την ένιωθα τη φλόγα που με φώτιζε. Την ένιωθα και δεν με απειλούσε πια καθώς παλλόμουνα στη σκηνή - ιδανική Ανδρομάχη – αποχαιρετώντας το θέατρο.

«Στο παραδίδω» είπα στην Εκάβη, όπως στεκόμουν πλάι της. Στα δικά της χέρια θα πήγαινε το θέατρο. Ο Ρούσσος κατέβηκε δακρυσμένος απ’ τη σκηνή κι εκείνη δεν κατάλαβε τι της είπα, νόμιζε ότι της μιλούσα για το παιδί. Το πήρε απ’ την αγκαλιά μου, το σήκωσε ψηλά κι έπειτα το έσφιξε στο στήθος της κάνοντας την τελευταία υπόκλιση μέσα σε μια θύελλα από χειροκροτήματα.


***

Περίμενα το Ρούσσο έξω απ’ το σπίτι του, στο Βοτανικό. Κοιτούσα κάθε τόσο το ρολόι μου. Είχαμε κουβαλήσει τα πράγματά του στ’ αυτοκίνητο και τον περίμενα να κλείσει τα παράθυρα και να κλειδώσει το σπίτι.

«Το καράβι θα φτάσει μεσοπέλαγα κι εσύ ακόμα θα σφαλίζεις το σπίτι σου» του φώναζα ανυπόμονα κι εκείνος έκανε ότι δεν άκουγε. Ο Μιχάλης είχε ήδη βαρεθεί στ’ αυτοκίνητο, στριμωγμένος ανάμεσα σε ένα σωρό τσάντες και πακέτα, και ήθελε να κατεβεί να πάει να παίξει.

«Τελείωνε» ξαναφώναξα και ήμουνα έτοιμη να μπω στο σπίτι και να τον φέρω έξω με το ζόρι, όταν τον είδα να προβάλλει στην πόρτα με μια μικρή τσάντα και μια ζακέτα ριγμένη στο μπράτσο του.

«Έτοιμος» είπε και κοίταξε το σπίτι σαν να το αποχαιρετούσε.

«Δεν σε απαγάγω. Διακοπές πάμε» του είπα και τον βοήθησα να βολευτεί στο κάθισμα.

Το σπίτι στο χωριό είχα βάλει και το γκρέμισαν συθέμελα. Στη θέση του υψωνόταν ένα καινούργιο που είχε κρατήσει απ’ το παλιό μόνο ό,τι ήταν αναγκαίο, γιατί στο μεταξύ ο οικισμός είχε χαρακτηρισθεί διατηρητέος. Την καρυδιά είπα να μην την αγγίξουν και, όσο κρατούσε το ξεθεμέλιωμα, σκοτωνόμουνα με τους εργάτες που δυσφορούσαν για τον παραπανίσιο κόπο.

Ανέτειλε ο ήλιος όταν μπήκαμε στο χωριό. Πήρα τη στροφή και φάνηκε το σπίτι σκαρφαλωμένο στη βουνοπλαγιά, εκεί στην άκρη του χωριού. Ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπα έτοιμο, κτισμένο. Μου φάνηκε ότι έλαμπε στο ρόδινο φως της αυγής.

Σαν ένα καράβι που έχει εξοκείλει στο βουνό, έτσι έλεγε ο πατέρας μου. Δεν έμοιαζε πια με καράβι. Πρόβαλε πίσω από το φύλλωμα της καρυδιάς ολοκαίνουργιο, με φωτεινά χρώματα βαμμένο.

Άφησα το παιδί με το Ρούσσο να ξεκουραστούν και βγήκα να ελέγξω τα έργα. Τα πόδια μου με πήγαν μόνα τους στο παλιό αλώνι, το είχα ξανακτίσει κι αυτό. Ένας ψηλός συρμάτινος φράκτης προστάτευε το χωράφι απ’ τον γκρεμό. Τον πλησίασα και στηρίχτηκα επάνω του προσπαθώντας να διακρίνω την ξεραμένη κοίτη του ποταμού.

«Πρόσεχε! Μπορεί να υποχωρήσει ο φράκτης και να πέσεις!» άκουσα τη φωνή του Ρούσσου.

«Πρόσεχε!» μιμήθηκε τη φωνή του κι ο Μιχάλης τρέχοντας προς το μέρος μου.

Άπλωσα τα χέρια μου και τον δέχτηκα στην αγκαλιά μου.

«Αγόρι μου, μονάκριβό μου σπλάχνο, θησαυρέ μου…» ψιθύρισα στ’ αυτάκι του, κρύβοντας το πρόσωπο στον ώμο του για να μη φανούν τα δάκρια που πλημμύριζαν τα μάτια μου.







Αφροδίτη Κουκουτσάκη



Αθήνα, Ιούνιος 2006













* Ευριπίδη, Τρωάδες, Εκ. Καστανιώτη, Αθήνα 1995, μετάφραση Μιχάλης Κακογιάννης, σ. 41

** Ευριπίδη, Ηλέκτρα, Εκ. ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας 2003, μετάφραση Κ.Χ. Μύρης, σ. 152

*** Ευριπίδη, Τρωάδες, Εκ. Καστανιώτη, Αθήνα 1995, μετάφραση Μιχάλης Κακογιάννης, σ. 46










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου