Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

από τη Μικρή Ανδρομάχη





Κείμενο οπισθόφυλλου


«…Έγινε, μετά, μάχη μεγάλη. Ήρθανε οι αντάρτες να πάρουν το πτώμα να το θάψουνε και τους είχαν στήσει ενέδρα οι άλλοι. Κι εκείνο το βράδυ έπιασε φωτιά το μοναστήρι, κανείς δεν ξέρει πώς έγινε, κανείς απ’ το χωριό δεν τόλμαγε να πλησιάσει πριν βραδιάσει να ψάξει για τους νεκρούς. Όλο το βράδυ καιγόταν το μοναστήρι κι έπειτα έσβησε μόνη της η φωτιά…»

Μια φωτιά που καίει το μοναστήρι, τους άθαφτους νεκρούς, ένα χωριό, μια χώρα ολόκληρη. Μες στα συντρίμμια ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι. Η Ανδρομάχη.
Κατοχή και εμφύλιος σ’ ένα χωριό της δυτικής Κρήτης. Πρόσωπα συναντιόνται, αγαπιούνται, χωρίζουνε, αναμετριόνται σε θανάσιμες συγκρούσεις και ιστορούν. Τη ζωή τους. Τους νικημένους. Την Ανδρομάχη.
Κι έπειτα τα πρόσωπα τα σκεπάζει η λήθη, καθώς οι μύθοι και οι ανείπωτες ιστορίες γίνονται φλόγα που πυρπολεί τις διαδρομές των απογόνων. Μέχρι που σβήνει κι αυτή και στη μνήμη ξαναγυρνάνε τα πρόσωπα. Με την τραγική ανθρώπινη μορφή τους.


 Πρώτο κεφάλαιο: Ανδρομάχη 

Να μπορούσε, λέει, να ‘χε κλειστά τα μάτια και να τ’ άνοιγε μόνον σαν διάβαινε το σύνορο του κόσμου της. Όμως και πάλι, όσο κρατούσε το ταξίδι, πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά τίποτα δεν γνώριζε, άλλα τα σπίτια, άλλοι οι κήποι, άλλοι οι άνθρωποι, καινούργιοι οι δρόμοι που άνοιξαν στους αγριότοπους των παιδικών της χρόνων, αν δεν υπήρχε το βουνό να σημαδεύει τη διαδρομή της θα είχε χάσει τον προσανατολισμό. Και η αιωνόβια ελιά, το σύνορο, είχε πέσει, ένα κουφάρι είχε απομείνει εκεί που ήταν κάποτε οι ρίζες της. Κανείς δεν ήξερε την ηλικία αυτής της ελιάς, ούτε αφέντη είχε ποτέ. Εκεί τη θυμόντουσαν από πάντα, να ορίζει το τέλος του χωριού – μετά, πολύ μετά, μπήκαν κι οι πινακίδες.

Σαν άφηνες πίσω σου την ελιά, το ανηφορικό μονοπάτι γινόταν απότομο και εκεί που έκανε τη στροφή, αετοφωλιά σκαρφαλωμένη στο βουνό το σπίτι. Όταν ήτανε μικρή της έλεγε παραμύθια η μάνα της για ξωτικά και στρατιώτες οπλισμένους, κρυμμένους πίσω απ’ τα βάτα – «μη φεύγεις! Αυτό είναι το σύνορο του κόσμου σου». Κι ανέβαινε τρέχοντας το μονοπάτι, έφτανε με κομμένη την ανάσα κι ακούμπαγε για λίγο στην ξερολιθιά πριν σπρώξει την ξύλινη πόρτα και μπει στην αυλή του σπιτιού.

Σαν να ήταν πάντα καλοκαίρι στα όνειρά της – τότε που άρχισε πάλι να βλέπει όνειρα. Ζέστη ξερή και σκόνη κι ο ήλιος να πυρπολεί τον τόπο, άσπρο φως, εκτυφλωτικό. Ο παππούς καθισμένος στην καρέκλα του κάτω απ’ την καρυδιά κι η μάνα να σκουπίζει την αυλή, με τη μαύρη μαντίλα να της σκεπάζει το πρόσωπο. Σύννεφο σηκωνόταν η σκόνη και της λέρωνε το ρούχο πριν ανεβεί να κατακάτσει στα φύλλα της καρυδιάς.

Ακούμπησε στην ξερολιθιά – απαράλλαχτη είχε μείνει αυτή – κι έκλεισε τα μάτια.

«Τίνος είσαι εσύ; Δεν σε γνωρίζω να ‘σαι απ’ τα μέρη μας».


Δεν την ξάφνιασε η φωνή. Μια μεσόκοπη γυναίκα ήταν, την είχε δει λίγο πριν να ανεβαίνει λαχανιασμένη την ανηφόρα, δεν ήταν μονοπάτι πια, ήταν δρόμος, περνούσαν κι αυτοκίνητα. Και την περίμενε να ‘ρθει να την ρωτήσει ποια είναι και τι ζητάει. Σκούπισε η γυναίκα το ιδρωμένο μέτωπό της κι ήρθε κι ακούμπησε κι αυτή στην ξερολιθιά, πλάι της.

«Ζέστη πολλή κάνει σήμερα. Απόκαμα. Κι εσύ από πού έρχεσαι; Τους ήξερες αυτούς που μένανε εδώ;»

Πήγε ν’ απαντήσει – τι θα ‘λεγε; - μα είχε στεγνώσει το στόμα της, σταγόνα σάλιο δεν είχε απομείνει, την είχε αναγνωρίσει πριν ακόμα ακούσει τη φωνή της. Έγνεψε όχι με το κεφάλι κι έπειτα έκρυψε τα μάτια της πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά, μην τα δει η γυναίκα και τα γνωρίσει - «σαν χαντρούλες γαλάζιες είναι τα μάτια σου».

«Μια φίλη μου έμενε κάποτε εδώ» την άκουσε να λέει. «Μα έπειτα χάθηκε η οικογένειά της. Όλοι. Χαθήκανε ή πεθάνανε. Άλλες εποχές τότε, άγριες, κοντεύουν τριάντα χρόνια από τότε που χάθηκε κι ο τελευταίος τους και ρήμαξε το σπίτι».

Ένιωθε το βλέμμα της γυναίκας να την εξετάζει κι απόστρεψε το πρόσωπο, γύρισε να κοιτάζει κατά το βουνό.

«Κι όμως δεν είσαι ξένη, κάπου σε ξέρω εγώ εσένα» είπε η γυναίκα κι έγειρε να την κοιτάξει καλύτερα.

Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγελικούλα μέλι, Αγγελικούλα κρύο νερό που πίνουν οι αγγέλοι, το κορίτσι που θα παντρευόταν ο αδελφός της ο μικρός, πριν γίνουν όσα έγιναν και ρημαχτεί η ζωή τους σαν τούτο εδώ το χάλαρο, που τώρα φοβόταν να διαβεί τις πέτρες που έκλειναν την είσοδό του. Στην παιδική της φίλη δεν μπορούσε να χαρίσει ούτε ένα χαμόγελο, ήταν σα να ‘χε στεγνώσει και το πρόσωπό της.

«Είμαι… Είμαι ηθοποιός. Από εκεί θα με ξέρεις» απάντησε με κόπο, μόλις που ακούστηκε η φωνή της.

«Όχι. Εγώ είμαι από ‘δω, δεν ξέρω από ηθοποιούς…» άρχισε να λέει η άλλη, κι άξαφνα κόπηκε η φωνή της και σφάλισε το στόμα με το χέρι της να πνίξει την κραυγή.

«Θέλω να δω αυτό το σπίτι. Τίποτα άλλο. Τίποτα άλλο δεν μπορώ να κάνω πια Αγγελικούλα» είπε σιγανά, χωρίς και πάλι να γυρίσει το κεφάλι να την κοιτάξει. Και μπήκε στην αυλή, ανασηκώνοντας το μαύρο μακρύ της φόρεμα για να μην σκαλώσει στις πέτρες και τα ξερόκλαδα και της κόψει το δρόμο.

Γυρόφερνε για ώρα το κτίσμα και δεν έλεγε να διαβεί την πόρτα, να σεργιανίσει τα χαλάσματα. Κατέβηκε μετά τα λίγα σκαλιά της αυλής που βγάζανε στο χωράφι με τις ελιές και κάθισε σε μια πέτρα κάτω απ’ τη χαρουπιά, την παιδική κρυψώνα, εκεί κρυβόταν στον παππού της κι έκανε εκείνος πως δεν την βλέπει και φώναζε στη μάνα της, «μα πού πήγε και χώθηκε πάλι αυτό το παιδί το ευλογημένο;». Ο Νικολής τη μαρτύραγε πάντα κι άνοιγε ο παππούς τη μεγάλη του αγκαλιά, να τους χωρέσει και τους δυο – τον άλλο, τον μεγάλο, ποτέ δεν τον θυμότανε να κάτσει να παίξει μαζί τους. Απ’ όταν τον θυμόταν δούλευε, νύχτα γύρναγε στο σπίτι.

«Ζεις ακόμα καλή μου» ψιθύρισε στο αγαπημένο δέντρο και έσκυψε να πιάσει ένα πεσμένο χαρούπι. Δεν απόσωσε την κίνηση. Σηκώθηκε, ανέβηκε πάλι τα σκαλάκια και πλησίασε τη ρημαγμένη πόρτα, από εδώ μπαίνανε στην κουζίνα κι έπειτα, στη σειρά, στ’ άλλα δωμάτια. Ήταν μισάνοιχτη η πόρτα κι ακουγόταν από μέσα φτεροκοπήματα πουλιών. Την έσπρωξε όσο να γίνει χώρος να περάσει. Μπήκε στο κατασκότεινο δωμάτιο και κόλλησε στον τοίχο, τρομαγμένη απ’ το ξαφνικό κρύο και την αντάρα που έκαναν τα πουλιά, ενοχλημένα κι αυτά απ’ την παρουσία της, πετώντας γύρω-γύρω και περνώντας πάνω απ’ το κεφάλι της μέχρι να βρουν την έξοδο.

Έδωσε μια με το χέρι της ν’ ανοίξει ολότελα την πόρτα, να μπει το φως, να βγούνε τα πουλιά τα τρομαγμένα. Έτριξε αυτή στους σκουριασμένους μεντεσέδες της και κρέμασε στη μια μεριά, μισή στον τοίχο, μισή στον αέρα. Διέσχισε μετά προσεκτικά την κουζίνα - δεν καλόβλεπε ακόμα – κι έπεσε μ’ όλη της τη δύναμη στην άλλη πόρτα, αυτή που έβγαζε στην πίσω αυλή με το πηγάδι. Ακόμη πιο σαπισμένη εκείνη, δεν χρειάστηκε τόση δύναμη για να πέσει, διαλύσανε τα κομμάτια της, σκορπίσανε στα αγριόχορτα της αυλής.

Στεκόταν τώρα στο πλατύσκαλο τυφλωμένη απ’ το ήλιο, και προσπαθούσε να ανακαλύψει τα παλιά μονοπάτια μέσα απ’ τις αγριάδες που είχανε πνίξει τον τόπο. Σήκωσε το φουστάνι της, το έδεσε ψηλά στις γάμπες κι άρχισε να βαδίζει προσεκτικά. Και ξαφνιαζόταν που ήταν τόσο εύκολο, σα να την πήγαιναν μόνα τους τα πόδια της – ξέρανε αυτά πώς να κρατούν τις μνήμες. Πήδηξε το γκρεμισμένο μπεντενάκι και μπήκε στο αλώνι, στάθηκε στη μέση του και γύρισε αργά το κεφάλι να δει πάλι το σπίτι. Της φάνηκε πως το ζώνανε οι φλόγες της δύσης, τέτοιες εικόνες ξύπνησαν μέσα της κι ας ήτανε ακόμα ο ήλιος μεσούρανα.

Το πηγάδι. Ήταν κλεισμένο με μια μεγάλη πλάκα, κάποιος ξένος θα σκέφτηκε να το σκεπάσει, μην πέσει κανείς μέσα και σκοτωθεί. Δεκάξι χρονών και δυο ημερών ήταν. Κι αφού δεν την σκότωσε ο πόνος, όπως νόμιζε, όπως έλπιζε, πήγε να πηδήξει στο πηγάδι να πνιγεί. Παλεύανε τρεις να την κρατήσουν, η μάνα της, ο αδελφός της ο Νικολής και η Αγγελικούλα η αρραβωνιαστικιά του. Και δεν την κάνανε καλά. Κι αναγκάστηκε ο Νικολής να της δώσει μια στο κεφάλι, να χάσει τις αισθήσεις της και έτσι να την πάρουνε μακριά απ’ το πηγάδι. Τότε κατάλαβε πως ήταν δύσκολο, ακατόρθωτο σχεδόν, να πεθάνει. Και έζησε. Κλεισμένη στο παράσπιτο, φυλακισμένη.

Τα πουλιά. Έξω από το παράσπιτο ήταν οι περιστερώνες του παππού και άκουγε τα περιστέρια να περνάνε. Κάθε αυγή τα άκουγε, που το καγκελόφραχτο παράθυρο σχημάτιζε ένα ρόδινο τετράγωνο στον απέναντι τοίχο και το χαράζανε οι σκιές απ’ τα κάγκελα. Τότε έβλεπε στον τοίχο να περνούν οι σκιές των περιστεριών και άκουγε το βιαστικό τους φτεροκόπημα.

«Περιστέρι μου, αϊτέ μου», κι έλεγε πως δεν θα ‘φευγε ποτέ το αίμα του από πάνω της, απ’ το πρόσωπο, απ’ τα χέρια, απ’ τα μαλλιά της.

Το παράσπιτο έβαλε ο παππούς της και το γκρέμισαν σαν έμαθε πως και οι τοίχοι του ήταν βαμμένοι απ’ το αίμα το δικό της και το άλλο αίμα, το ανείπωτο, και κρατούσανε ανεξίτηλο το κρίμα. Κι ήταν βαρύ για να τ’ αντέξουν.

«Κυρά κι αφέντρα του σπιτιού μου!» την έλεγε ο παππούς. Αυτός έμεινε μέχρι το τέλος να κλείνει τους τάφους, γέρος κι ανήμπορος, τίποτα δεν διαφέντευε πια. Άλλο από τους τάφους.

Και έπειτα πήγε στο μοναστήρι. Στο πέτρινο πεζούλι που τρώγανε οι προσκυνητές στα πανηγύρια, εκεί τον σκότωσαν τον αντάρτη της. Τινάχτηκε το αίμα του στο πρόσωπο της, στα μαλλιά, στα ρούχα της, μούσκεψε ολόκληρη στο αίμα του. Πόσες φορές δοκίμασε ξανά εκείνη την κραυγή του πληγωμένου ζώου που ξέσκισε τότε τα σωθικά της. Πόσες φορές στα χρόνια που ακολούθησαν. Καμιά δεν ήταν η σωστή.

Έκανε το γύρο και πήρε την άλλη πλευρά του βουνού για το δρόμο του γυρισμού. Έβλεπε τη θάλασσα τώρα, τον ήλιο να βουτάει κατακόκκινος στη θάλασσα – «αν περπατήσω στη θάλασσα, τα πόδια μου θα βαφτούν με αίμα» - και συνέχιζε να κατηφορίζει. Στη διασταύρωση με την εθνική οδό σταμάτησε για λίγο, ίσα για ν’ αποφύγει ένα αγροτικό αυτοκίνητο που βγήκε απρόσμενα από ένα μονοπάτι κρυμμένο απ’ τα βάτα που έπνιγαν τις άκρες του δρόμου. Το είδε ν’ ανοίγει ταχύτητα και να χάνεται στην επόμενη στροφή. Έτσι όπως έστριψε να πάρει το κρυμμένο μονοπάτι άκουγε ακόμα το θόρυβο της μηχανής του κι έπειτα, ξαφνικά, όλα τα σκέπασε ο ήχος της θάλασσας.

Άφησε τ’ αυτοκίνητο κάτω από ένα αρμυρίκι, έβγαλε τα παπούτσια της κι άρχισε να περπατάει ξυπόλητη πληγώνοντας τα πόδια της στα βράχια της μικρής παραλίας. Κοίταξε γύρω της, ήταν ολομόναχη και συνέχισε να κατηφορίζει προς τη θάλασσα που άφριζε μανιασμένη στο μελτέμι του Αυγούστου. Όλα τα χρόνια που έζησε στο νησί της η θάλασσα δεν ήταν φίλη της, ποτέ δεν την κανάκεψε στην αγκαλιά της, ποτέ δεν την νανούρισε με το τραγούδι της. Ο κόσμος ο δικός της ήταν μικρός, τον κλείνανε και τον όριζαν βουνά. Κι όταν ανοίξανε τα σύνορά του, ήτανε πάλι το απέραντο βουνό που την κάλεσε σαν τις Σειρήνες του Οδυσσέα, όχι η θάλασσα, αυτή την πήρε μακριά. Γι’ αυτό δεν την αγάπησε ποτέ, κι ας κύλησαν τόσα χρόνια από κείνη τη νύχτα που έφυγε με το καράβι, όλη τη νύχτα ένα κουβάρι στο κατάστρωμα κι ακούνητος στο πλάι της ο αδελφός της ο μεγάλος – μην του ξεφύγει; Να πάει πού;

Και τώρα ολομόναχη στην μικρή παραλία, με τους αφρούς απ’ τα κύματα να βρέχουν τα γυμνά της πόδια, δεν το κατάλαβε πως έγινε και την πήραν τα κλάματα – «μ’ αυτός που γνώρισε την ευτυχία και την έχασε, μ’ ορφανεμένη την ψυχή αποζητάει τ’ άπιαστα, χαρές που δεν ξαναγυρνάνε»* – για εκείνη τη μικρή, την ξεχασμένη Μάχη, που δεν ήξερε τι να τον κάνει τόσο πόνο, χρόνια ολόκληρα δεν ήξερε τι να την κάνει τόση οργή για τα συντρίμμια του κόσμου της.

***

Ήμουνα δέκα χρονών. Για την ακρίβεια, ήταν την ημέρα των γενεθλίων μου, εκείνη την ημέρα γνώρισα την Ανδρομάχη – η επιστροφή της Ανδρομάχης. Είχε αφήσει έξω από το χωριό το αυτοκίνητό της κι ήρθε μέχρι την πλατεία με τα πόδια. Για να περάσει απαρατήρητη. Ποια; Η Ανδρομάχη! Με το μακρύ, μαύρο φόρεμά της καλοκαιριάτικα και τα κάτασπρα χέρια της να προβάλουν μέσα από τα μανίκια. Μόνο καμπάνες που δεν κτυπήσανε, γυρίσαμε όλοι και την κοιτάζαμε. Στάθηκε εκείνη λίγες στιγμές ακίνητη με το κεφάλι στραμμένο κατά το βουνό κι έπειτα ήρθε στο καφενείο του πατέρα μου, κάθισε σ’ ένα απόμακρο τραπεζάκι και μας γύρισε την πλάτη σαν να μην υπήρχαμε.

Όταν πήγα να πάρω παραγγελία, με ρώτησε πώς με λένε και ποιος είναι ο πατέρας μου.

«Πολυξένη Δρακάκη με λένε» της είπα καμαρωτή. Μου άρεσε το ενδιαφέρον που της προκάλεσα. «Κι αυτός εκεί είναι ο πατέρας μου» συνέχισα και της τον έδειξα τεντώνοντας το χέρι.

Καθόταν στην πόρτα του καφενείου ο πατέρας μου, κάπνιζε κι έδειχνε να μην τον αφορά η άφιξη της ξένης. Όμως είμαι σίγουρη ότι είχαν γνωρίσει ο ένας τον άλλο απ’ την πρώτη στιγμή. Τι άνθρωποι! Μέσα από τη φωτιά είχαν περάσει και γλίτωσαν, ξαναβρεθήκανε μετά από τόσα χρόνια κι αντί να πέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, δεν άφησαν ούτε τα βλέμματά τους να διασταυρωθούν. Μόνο μετά, στο μοναστήρι, μου είπε ότι τον γνώριζε. Όταν της έφερα τον καφέ που είχε παραγγείλει, με ρώτησε αν ξέρω ένα μοναστήρι που ήταν εκεί, στα μέρη μας. Προσπάθησε, λέει, να το βρει όπως ερχότανε, αλλά δεν τα κατάφερε.

Το μοναστήρι ήταν σκαρφαλωμένο στο βουνό και κινήσαμε με τα πόδια. Πήγαινα μπροστά για να της δείχνω το δρόμο, αλλά μετά έχασα τον προσανατολισμό και της το είπα. Μου έδειξε αμίλητη ένα μονοπάτι και αλλάξανε οι ρόλοι. Πήγαινε πια εκείνη μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Κάναμε τρέχοντας σχεδόν τα τελευταία μέτρα, στο βάθος αχνοφαίνονταν τα ερείπια του μοναστηριού. Σαν φτάσαμε στην πόρτα του, στάθηκε ακίνητη κι έσφιξε με τα χέρια το στήθος της, έδειχνε να υποφέρει θανάσιμα, νόμισα πως θα σωριαστεί κάτω.

«Κυρία!» ξεφώνισα. Γύρισε και με κοίταξε. Αν με κοίταξε, δηλαδή, γιατί εγώ νόμιζα ότι ονειρευόταν.

«Ξέρετε την ιστορία;» της είπα και την τράβηξα απ’ το φουστάνι για να την ξαναφέρω κοντά μου.

«Ποια ιστορία;» με ρώτησε κι ένιωσα να μικραίνω κάτω απ’ το βλέμμα της, τόση ένταση είχε. Μετάνιωσα και δεν ήθελα πια να μιλήσω αλλά εκείνη επέμενε.

«Ποια ιστορία;».

«Το ’48 ήτανε. Εδώ, στο μοναστήρι, στήσανε ενέδρα σ’ ένα παλικάρι που κρυβόταν στα βουνά μας. Και το σκοτώσανε. Οι χωροφύλακες. Μια γυναίκα ήτανε, λέει, στη μέση. Αυτή τον έδωσε, δεν ξέρω γιατί. Έπειτα χάθηκε, κανείς δεν ξανάκουσε να μιλάνε γι’ αυτήν. Λένε πώς πέθανε».

«Όχι, δεν πέθανε…».

«Δεν πέθανε;… Πώς το ξέρετε;».

«Δεν το ξέρω. Έτσι το λέω… Έγινε μετά μάχη μεγάλη. Ήρθανε οι αντάρτες να πάρουν το πτώμα να το θάψουνε και τους είχαν στήσει ενέδρα οι άλλοι. Κι εκείνο το βράδυ έπιασε φωτιά το μοναστήρι, κανείς δεν ξέρει πώς έγινε, κανείς απ’ το χωριό δεν τόλμαγε να πλησιάσει πριν βραδιάσει να ψάξει για τους νεκρούς. Όλο το βράδυ καιγόταν το μοναστήρι κι έπειτα έσβησε μόνη της η φωτιά».

«Πώς το ξέρετε;».

«Δεν το ξέρω. Έτσι το λέω…».

Τότε μου ζήτησε να φύγω. Δεν μου το ζήτησε, με διέταξε.

«Φύγε τώρα!» μου είπε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει κι εγώ άρχισα να πισωπατάω, «πεθαμένη είναι, φάντασμα είναι» σκεφτόμουνα και κτύπαγαν τα δόντια μου απ’ τον τρόμο. Κι όπως πισωπατούσα την ξανάκουσα να λέει,

«Πες στον πατέρα σου ότι το αίμα πήρε εκδίκηση. Θα καταλάβει εκείνος».

«Ποια είσαι; Τι να του πω του πατέρα μου;».

Μα εκείνη είχε χαθεί πια.

Έκανα τρέχοντας το δρόμο από το μοναστήρι μέχρι το χωριό, κοβόταν η ανάσα μου αλλά δεν σταματούσα σαν να ‘ταν μόνον έτσι που θα κατάφερνα να ξεφύγω από μια παράδοξη αίσθηση συνενοχής με τη γυναίκα – φάντασμα.

Μπήκα από την πίσω μεριά της πλατείας και σωριάστηκα στον αυλότοιχο της εκκλησίας, πλάι στην πέτρινη βρύση και το Ηρώο που είχαν φτιάξει γι’ αυτούς που σκότωσαν οι Γερμανοί. Πρώτα-πρώτα ήταν τα ονόματα των παππούδων μου και καμάρωνα όταν μας πήγαιναν με το σχολείο να καταθέσουμε στεφάνι.

Έβλεπα από μακριά τον πατέρα μου, όρθιο πλάι σ’ ένα τραπέζι, να καπνίζει και να παρακολουθεί τρεις άντρες που έπαιζαν χαρτιά. Περίμενε. Δεν ήξερα τι περίμενε, μα είχα την βεβαιότητα πως κι εκείνος ανυπομονούσε να φύγει ο κόσμος για να μπορέσει να έρθει να μου μιλήσει.

Πέρασε έτσι ώρα πολλή. Είχε φύγει κι ο τελευταίος πελάτης κι ο πατέρας μου κάπνιζε ακόμα ακίνητος στην ίδια θέση. Μετά τον είδα να πλησιάζει την εκκλησία. Χάθηκε για λίγο στο σκοτάδι η φιγούρα του κι έφεγγε μόνο η καύτρα απ’ το τσιγάρο του μέχρι που μπήκε στο φωτεινό κύκλο που σχηματίζανε τα λαμπιόνια του Ηρώου κι ήρθε και κάθισε πλάι μου.

«Λοιπόν;» του είπα και έτρεμε η φωνή μου από τη λαχτάρα. «Αυτή ήτανε η Μάχη; Γιατί δεν της μίλησες;»

«Δεν ξέρω τι μου λες. Μια ξένη ήτανε. Η Μάχη είναι πεθαμένη» αποκρίθηκε αφού με άφησε ώρα να περιμένω, καπνίζοντας αργά το τσιγάρο του και βαριανασαίνοντας σαν να του πίεζαν τα πνευμόνια τα ανείπωτα λόγια. Σηκώθηκε μετά απ’ το τοιχάκι, πάτησε το τσιγάρο στο χώμα με το πόδι του, έκανε δυο αβέβαια βήματα κι έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό.

«Άντε πάμε να κοιμηθούμε τώρα που έχει δροσιά. Αύριο θα το πει πάλι η ζέστη, δεν είδες τον ουρανό πώς ήτανε;»

Και κίνησε για το μαγαζί, να σβήσει τα φώτα, να το κλειδώσει και να φύγουμε.

«Μου είπε να σου πω ότι το αίμα πήρε εκδίκηση. Πως θα καταλάβεις εσύ…» του φώναξα, χωρίς να σηκωθώ από τη θέση που καθόμουνα κι έβαλα τα κλάματα από την υπερένταση.

Σα να γέρασε ξαφνικά, σα να καμπούριασε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη το ψιλόλιγνο κορμί. Είχε φτάσει πια στο μαγαζί και στάθηκε ακίνητος μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Μετά έκανε μια κίνηση με το χέρι, σα να ‘θελε να διώξει μια σκέψη που τον βασάνιζε, έσβησε τα φώτα, κλείδωσε και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Έτρεξα να τον προλάβω κι εκείνος ακούμπησε το χέρι στον ώμο μου. Περπατούσαμε για λίγο σιωπηλοί. Κι έπειτα, χωρίς να επιβραδύνει το βήμα του, παρασύροντας και το δικό μου βήμα στο ρυθμό του δικού του έτσι όπως ήμουνα κολλημένη στην αγκαλιά του, είπε σαν να μου ανακοίνωνε ένα συμπέρασμα που έβγαλε μετά από πολλή σκέψη:

«Όπως τα ξέρω εγώ έγιναν τα πράγματα. Τίποτα άλλο δεν έγινε. Κι εκείνη χάθηκε όταν έπρεπε να είναι μαζί μας. Πάμε να κοιμηθούμε τώρα, αυτά είναι παλιές ιστορίες, χρόνια τις μηρυκάζαμε κι άκρη δεν βγάλαμε. Έφυγε πάλι, δεν έφυγε; Ε, άσε τη να πάει στην ευχή του Θεού, εμείς εδώ έχουμε τα δικά μας βάσανα, μας φτάνουν και μας περισσεύουν».

Δεν είπε άλλη λέξη, λούφαξα κι εγώ και δεν ρώταγα. Φτάσαμε στο σπίτι και το βρήκαμε ολοσκότεινο, η μάνα μου θα είχε κιόλας κοιμηθεί.

«Κοιμήσου εσύ, ένα τσιγάρο θα καπνίσω ακόμα και θα ‘ρθω» είπε ο πατέρας μου και τράβηξε μια καρέκλα κάτω απ’ την κληματαριά.

«Να μείνω να κουβεντιάσουμε; Δεν νυστάζω».

Πήγε για μια στιγμή να μου πει «ναι», αλλά μετάνιωσε και μου έγνεψε να φύγω. Τον κοίταξα για λίγο περιμένοντας μήπως αλλάξει γνώμη κι έπειτα άνοιξα την πόρτα του σπιτιού και πήγα κι άναψα το φως της αυλής.

«Κλείσε το μην το ξεχάσουμε αναμμένο» μου είπε ο πατέρας μου και όπως ξαναγύρισε το σκοτάδι στην αυλή, άρχισε απρόσμενα να μιλάει.

«Στην αγκαλιά της ξεψύχησε ο Νικηφόρος κι εγώ κύλησα λαβωμένος και χάθηκα στα χαλάσματα, αυτό με έσωσε και δεν με σκότωσαν κι εμένα. Θα τον σκοτώσω! Σ’ ορκίζομαι Μιχαλιό μου να τον σκοτώσω, την άκουσα να ουρλιάζει, όπως τον έσερνε ο αδελφός της απ’ τα μαλλιά. Εγώ όμως νόμιζα ότι είχα πεθάνει κιόλας. Δεν την ξαναείδα. Κανείς μας δεν την ξαναείδε και δεν την ψάξαμε, γιατί το είχαμε για σίγουρο πως εκείνη έφερε τον αδελφό της στο μοναστήρι να σκοτώσει τον Νικηφόρο…»

«Μια γυναίκα μου είχες πει ότι έφερε τους χωροφύλακες» τον διέκοψα έκπληκτη.

Δε γύρισε να με κοιτάξει.

«Τι θέλει από μένα και ξανάρχεται;» συνέχισε να μιλάει με τον εαυτό του. «Γιατί δεν με αφήνει να την ξεχάσω;»

Τον πλησίασα εξαγριωμένη και τον σκούντησα στον ώμο για να με προσέξει.

«Δεν ήταν εκείνη. Μια ξένη ήταν που έφερε τους χωροφύλακες. Γιατί μου λες ψέματα τώρα;» του φώναξα, νιώθοντας να με πνίγει η ανάγκη να υπερασπιστώ τη Μάχη, τη μικρή συντρόφισσα του πατέρα μου στο μακρύ ταξίδι της κατοχής και του εμφύλιου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου