Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Οι σχοινοβάτες [Πρώτο μέρος]

[Το βιβλίο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2002 από τις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Το καλοκαίρι του 2013, ζήτησα να λυθεί η μεταξύ μας σύμβαση και να μού επιστραφούν τα δικαιώματα του βιβλίου. Υπ' αυτήν την έννοια, επιτρέπεται η αναδημοσίευση του με τον όρο να αναφέρεται η πηγή]



του Βασίλη και της Νεφέλης

Lottavano cosi come si gioca
I cuccioli del maggio ed era normale
Loro avevano tempo anche per la galera
Ad aspettarli fuori rimaneva
La stessa rabbia e la stessa primavera



[Fabrizio De Andre, Storia di un impiegato]


Περιεχόμενα

Πρώτο μέρος

1. Ο πρώτος σχοινοβάτης (σ. 5)
2. «Εμείς οι αυτόνομοι» (σ. 13)
3. Ταξίδια ενηλικίωσης (σ. 17)
4. Ένα μπουκέτο μιμόζες (σ. 22)
5. Μακρινό ταξίδι στη Ρώμη (σ.29)
6. Έξω απ' τις φυλακές της Ρετζίνα Τσέλι (σ. 38)


Δεύτερο μέρος

1.Ένα τζιν σακάκι στην κρεμάστρα (σ. 46)
2. Την ώρα που δυνάμωσε η βροχή (σ. 56)
3. «Άγνωστα ακόμα τα κίνητρα» (σ. 66)
4. Παλιές φωτογραφίες (σ. 74)
5. «Ποιος είναι αυτός ο Ρενάτο Κούρτσιο;» (σ. 79)
6. Εύθραυστο υλικό (σ. 89)
7. Μοναχικές διαδρομές (σ. 92)
8. «…τότε που οι δρόμοι ήταν γεμάτοι…» (σ. 99)
9. «Αυτοί οι δυο… Απ’ όλους μας» (σ. 109)

Τρίτο μέρος

1. Το μυστικό αρχείο (σ. 116)
2. Μιλώντας για τη ζωή και το θάνατο του νεκρού σχοινοβάτη (σ. 123)
3. Αποχαιρετισμός (σ. 130)

Επίλογος
Ζωγραφίζοντας τον τελευταίο σχοινοβάτη (σ. 138)


Πρώτο μέρος

1. Ο πρώτος σχοινοβάτης


Το διάβασα στην «Αυγή», πρωί-πρωί που βγήκα για ψώνια. Τον αγαπημένο μας φίλο και σύντροφο Κώστα Αχείμαστο, αιφνίδιος θάνατος έγραφε, είχε και μια φωτογραφία του από τότε που ήταν υποψήφιος βουλευτής του Συνασπισμού, από τότε είχα να μιλήσω μαζί του, όλα τ’ άλλα της σχέσης μας μια παρένθεση είχαν γίνει ανάμεσα στο τελευταίο μας τηλεφώνημα και την είδηση για το θάνατό του.

«Μην καταπίνεις αμάσητο ό,τι διαβάζεις στις εφημερίδες», μου έλεγε τότε στη Ρώμη, τότε που ήμαστε νέοι κι ετοιμοπόλεμοι. Μα αυτή η είδηση ήταν αδιαμφισβήτητη κι απόλυτα οριστικό το γεγονός που περιέγραφε σε δυο αράδες.

Θα πρέπει να το έμαθε κι ο Άρης, δεν κατάφερα ακόμα να μιλήσω μαζί του, το τηλέφωνο στο γραφείο του βουίζει συνέχεια κι αυτός ο ήχος της κατειλημμένης γραμμής είναι σαν να τροφοδοτεί την αίσθηση εξωπραγματικού που έχω απ’ όταν κεραυνοβολήθηκα, εκεί, μπροστά στο περίπτερο, όπως φυλλομετρούσα την εφημερίδα περιμένοντας τα ρέστα.

Αν ζούσε η μάνα μου, θα μου έλεγε ότι κι αυτό το χθεσινό ήταν κακό προαίσθημα, όνειρο σημαδιακό. Είχα ακούσει τον Άρη που γύρισε πολύ αργά στο σπίτι και ξανακοιμήθηκα με τη βεβαιότητα πως δε θα έμπαινε στο υπνοδωμάτιο, πως δε θα κοιμόταν και, συνάμα, με τη βεβαιότητα πως τα έβλεπα σε όνειρο όλα αυτά. Κι όταν ξύπνησα το πρωί και δεν τον είδα, μου φάνηκε πως συνεχιζόταν το όνειρο. Κι η είδηση για το θάνατο του Κώστα σαν να ήταν μέρος του ίδιου ονείρου, όπως και τα κλειδιά μου που δεν έβρισκα στην τσάντα γυρνώντας στο σπίτι απ’ τα ψώνια, με την ανοιχτή εφημερίδα και το κουτί το γάλα να μου δυσκολεύουν τις κινήσεις.


«Τι προσπαθείς να κάνεις μ’ αυτήν την κατσαρόλα;»

Με ξάφνιασε η φωνή του Χριστόφορου, του γιου μου, βραχνή απ’ τον ύπνο, δεν τον είχα ακούσει που μπήκε στην κουζίνα κι άνοιξε το ψυγείο. Κρατούσε ένα ποτήρι γάλα τώρα και κοίταζε την κατσαρόλα που έτριβα στο νεροχύτη, χαμένη στις σκέψεις μου.

«Ε; Τι προσπαθείς να κάνεις;»

Ξέπλυνα επιτέλους την κατσαρόλα και την έβαλα να στεγνώσει, αποφεύγοντας να τον κοιτάξω και προδοθώ που μ’ έπνιξε η τρυφερότητα και κάτι σαν πόνος, ανοχύρωτα μου μοιάζανε σήμερα τα 16 του χρόνια, σαν να ήταν να βάραινε και στη δική του ζωή ο θάνατος του Κώστα.

«Πέθανε ένας φίλος μας… Ένας από τα χρόνια της Ρώμης» του είπα κι ένιωσα για πρώτη φορά απ’ το πρωί τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρια. «Ο Κώστας», συμπλήρωσα και την ίδια στιγμή θυμήθηκα ότι ο Χριστόφορος δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ τον Κώστα.

«Αυτό το ψώνιο που μου είχε στείλει μια ασημένια κουδουνίστρα όταν γεννήθηκα ήταν ο Κώστας; Εντάξει ρε Στέλλα, πώς κάνεις έτσι;»

Καθόταν πάνω στο τραπέζι, όπως συνήθιζε, και με κοίταζε κουνώντας τα πόδια του πέρα, δώθε.

«Λίγο ψώνιο δε σου φαίνεται ο τύπος;» είχα ρωτήσει κι εγώ τον Άρη την πρώτη φορά που είδαμε τον Κώστα. Το χειμώνα του ’76 ήτανε, το δεύτερο χειμώνα μου στη Ρώμη κι είχαμε πάει σε μια ταβέρνα για να γιορτάσουμε τον ερχομό του, όλη η παρέα ήμαστε, εγώ καθόμουνα απέναντί του και δεν έπαιρνα τα μάτια μου από πάνω του.

«Κάτσε ρε παιδάκι μου να δούμε», έσκυψε ο Άρης και ψιθύρισε στ’ αυτί μου. «Εντάξει μου φαίνεται εμένα. Μόνο που είναι λίγο νούμερο έτσι όπως είναι ντυμένος». Τον Κώστα δεν τον είδαμε ποτέ με τζιν και αμπέχονο και τα παπούτσια του φαινόταν πανάκριβα.

«Έλα μου ντε!» είπα κι εγώ, ενθουσιασμένη με το επιχείρημα που μου πρόσφερε. «Κι αν χρειαστεί να κουβαλήσει καμιά μολότοφ, που θα τη βάλει; Στο τσεπάκι του δερμάτινου;»

Δεν του συγχωρούσα που δε με πρόσεξε εκείνο το βράδυ, το αστέρι της οργάνωσης ήμουνα τότε, Στέλλα, όνομα και πράγμα. Γιατί εμένα μ’ εντυπωσίασε απ’ την πρώτη στιγμή, όλους μας είχε εντυπωσιάσει. Η φήμη του, εξάλλου, είχε φτάσει στην παρέα πριν απ’ αυτόν. Αντιδικτατορική δράση, το ’73 ήταν στην κατάληψη της Νομικής, μετά στο Πολυτεχνείο κι έπειτα κρυβότανε για μήνες να μην τον ξαναπιάσουν, μετράγανε πολύ όλα αυτά για μας τους άκαπνους πιτσιρικάδες. Ήρθε, λοιπόν, στη Ρώμη το χειμώνα του ‘76 για μεταπτυχιακά, έπαιζε στα δάκτυλα και το Γκράμσι που εμείς τον είχαμε κιόλας απορρίψει χωρίς να έχουμε μπει στον κόπο να διαβάσουμε ούτε τους «Διανοούμενους» που λέει ο λόγος. Δε χρειαζότανε και πολύ, μας επιβλήθηκε με το που εμφανίστηκε στην παρέα, σαν να μας έκανε και χάρη το βλέπαμε μάλιστα κι ας μην το παραδεχόμαστε. Παλεύαμε τότε να γίνουμε οργάνωση, αλλά ήμαστε ακόμα στη φάση που τσακωνόμαστε για το όνομά της. Κρατούσαμε αυστηρές διαχωριστικές γραμμές απ’ όλες τις πολιτικές οργανώσεις και τις παρατάξεις του συλλόγου ελλήνων φοιτητών της Ρώμης, μόνο με το Ρήγα φλερτάραμε κατά καιρούς κι ας που τους βρίζαμε συνήθως ρεφορμιστές.

Για τον Κώστα στην αρχή ήταν σαν μην υπήρχα, κι εγώ πρώτη φορά ένιωθα να μ’ ενοχλεί το μικρό μου ανάστημα και τον κάρφωνα με τα μάτια μου τινάζοντας με πείσμα το κεφάλι που δεν το πρόσεχε, αλλά ούτε τα μακριά μαλλιά και τα εκθαμβωτικά ινδικά φουλάρια μου παγίδευαν το βλέμμα του. Μέχρι την ημέρα που έκανα μια εντυπωσιακή παρέμβαση σε μια συνέλευση του συλλόγου. Δε μας πολυήθελαν εκεί, όλο φασαρίες προκαλούσαμε, ο Κώστας, όμως, με κοίταξε για πρώτη φορά σαν να μην ήμουν αόρατη. Κι ολόκληρο εκείνο το βράδυ το περάσαμε στο δωμάτιο μου κουβεντιάζοντας κι ακούγοντας μουσική. Τον Άρη τον είχε πάρει ο ύπνος στην πολυθρόνα, μετά κάτι μουρμούρισε νυσταγμένος, έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα και τον σκέπασα με μια κουβέρτα.

Συνήθιζα τότε να λέω μια έκφραση κάθε φορά που μου ζητούσαν να κάνω κάτι. «Εντάξει», έλεγα. «Μόνο να προλάβω πριν μου πέσει κανένα κεραμίδι στο κεφάλι». Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, ο Κώστας μου έφτιαξε μια λίστα από βιβλία, λογοτεχνικά τα περισσότερα, που έπρεπε, λέει, να διαβάσω οπωσδήποτε. «Εντάξει», του είπα και συνέχισα με το κεραμίδι, θα 'ταν η δέκατη φορά που το έλεγα, ράκος είχα γίνει όλο το βράδυ απ' την προσπάθεια να φανώ αντάξια συνομιλήτρια του. Κι όσο ένιωθα πως δεν τα κατάφερνα, δώσ’ του το κεραμίδι.

«Γιατί το λες συνέχεια αυτό; Φοβάσαι το θάνατο και πας να τον ξορκίσεις;» με ρώτησε κάποια στιγμή.

Ήταν της μόδας τότε κι η ψυχανάλυση, όταν αφήναμε τα μαρξιστικά όλο εκεί τη φέρναμε τη συζήτηση, κάτι κοκορεύτηκα, λοιπόν, περί έρωτα και θανάτου. «Απλώς αστειεύτηκα», με προσγείωσε, όμως, εκείνος, τότε ήμαστε πολύ νέοι για να μην αστειευόμαστε με το θάνατο. Όπως και με τον έρωτα, εξάλλου.

Τώρα, λοιπόν, ο Κώστας δεν αστειευόταν, αιφνίδιος θάνατος έγραφε η εφημερίδα κι αν μου το λέγανε τότε θ’ απαντούσα πως δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, ο Κώστας μόνον αιφνιδιάζοντας μας μπορούσε να πεθάνει. Και δε θα το πίστευα.

«Είναι ο πρώτος μας που πεθαίνει … Γι’ αυτό…» άρχισα να λέω στο Χριστόφορο και σταμάτησα. Θα ‘θελα να φύγει απ’ την κουζίνα, αλλά αυτός συνέχιζε να με κοιτάζει ανάμεσα στις γουλιές απ’ το γάλα του.

«Είσαι σίγουρος πως υπολόγισες καλά τις απουσίες σου κι ότι σε παίρνει να μην πας πάλι σήμερα στο σχολείο;» του είπα, κι ακούστηκε τόσο απότομη η φωνή μου, που γύρισα να τον κοιτάξω, να δω τι αποτέλεσμα προκάλεσα. Χασμουριότανε, όμως, κι ούτε που έδειξε να ξαφνιάστηκε.

«Σίγουρος είμαι, σίγουρος. Μην ανησυχείς Στέλλα, στελλίνα…»

Πήγε να με πειράξει, το χέρι του κατευθυνόταν στα μαλλιά μου, αλλά είδε τη γάτα, τη Ροζίνα, στο παράθυρο πάνω απ’ το νεροχύτη και της άνοιξε για να μπει μέσα.

«Μην πηδάει η γάτα στο νεροχύτη βρε Χριστόφορε, γουρουναριό το ‘χουμε κάνει εδώ μέσα…», αλλά δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου, κοιτάζαμε κι οι δυο άναυδοι τα πόδια και την ουρά της, λερωμένα από μπογιές, μπλε και κόκκινο στο μαύρο, κατάμαυρο τρίχωμά της. Ο Χριστόφορος την πήρε αγκαλιά..

«Πάνε οι Σχοινοβάτες σου», μου είπε. «Τρέχα να δεις πως γίνανε, θα πρέπει να τους τσαλαπάτησε η Ροζίνα…»

Ένα παλιό πλυσταριό ήταν το ατελιέ μου, εκεί ζωγράφιζα, ήτανε λίγος καιρός που είχα ξαναρχίσει να ζωγραφίζω μετά από χρόνια που πίστευα ότι είχε νεκρωθεί εκείνη η λαχτάρα που σημάδεψε το ταξίδι της ενηλικίωσής μου. Μπήκα μια μέρα στο πλυσταριό να ψάξω κάτι, έμεινα μέχρι το βράδυ να το συγυρίζω και, όταν βγήκα, ήξερα πως θα ξανάρχιζα πια να ζωγραφίζω, την άλλη μέρα κιόλας έκανα το προσχέδιο για τους Σχοινοβάτες μου.

«Καταστροφή περίμενα», είπε ο Χριστόφορος που, μ’ ένα σάλτο, είχε φτάσει πριν από μένα και κοίταζε προσεκτικά το τελάρο. Ευτυχώς δεν είχε γίνει μεγάλη ζημιά, λίγο το φόντο είχε μουτζουρωθεί.

«Εντάξει είναι. Άντε τώρα να διαβάσεις».

Τον κοίταζα να φεύγει και σκεφτόμουνα πόσο αδύνατος ήταν, πόσο λεπτός και εύθραυστος φαινόταν ο λαιμός του τώρα που έκοψε κοντά τα μαλλιά του. Ο σχοινοβάτης που ζωγράφιζα έχει μακριά μαλλιά, γυρίζουν μπούκλες εκεί που ακουμπάνε στους ώμους, είναι ξανθά σαν του Χριστόφορου αλλά έχει γαλάζια μάτια και το σλάβικο άσπρο χρώμα που έχει το δέρμα του Άρη, αυτόν είχα για μοντέλο, τον Άρη όπως ήταν όταν τον γνώρισα, τρία χρόνια πιο μεγάλο απ’ το γιο μας. Αυτός, εξάλλου, μου το είπε μια μέρα. «Σαν σχοινοβάτες ήμαστε», μου είπε. «Κράτησε χρόνια αυτή η παράσταση κι ούτε μια ώρα δεν έβαλαν δίχτυ κάτω απ’ το σχοινί μας. Τι καταφέραμε κι εμείς που δεν πέσαμε;»

Ψάχνω για την ρόμπα που φοράω όταν ζωγραφίζω και τα μάτια μου είναι και πάλι γεμάτα δάκρια, θέλω να ξεσπάσω σε κλάματα, μα είναι ακόμα μια επιθυμία σχεδόν εγκεφαλική, σαν να είναι έτσι μόνον που θα συνειδητοποιήσω αυτόν το θάνατο, αυτό το οριστικό γεγονός του θανάτου του Κώστα. Στέκομαι και κοιτάζω τον πίνακα μου και ξαφνικά νιώθω να χάνω την εικόνα, να μην ξέρω ποιοι θα είναι οι άλλοι σχοινοβάτες και ποιοι θα είναι οι θεατές.

«Μην τα μπερδεύεις όλα στο κεφάλι σου», μου έλεγε ο Κώστας, τότε που φτιάχναμε σεντόνια ιδεολογικής πλατφόρμας που να καλύπτουν κάθε ώρα της ημέρας μας, κάθε έκφανση των δραστηριοτήτων μας. Ήταν το '78, ίσως και το 79. Κάπου τραγούδαγε ο Ντε Αντρέ, στο Παλάτσο ντέλλο Σπορτ νομίζω. Ήταν στ' αποκορύφωμα της δημοτικότητας του τότε, ο πιο διάσημος ιταλός τροβαδούρος, μα εμείς τον βρίζαμε ρεφορμιστή και πουλημένο. Ο Κώστας δεν είχε έρθει στη συναυλία κι εμείς οι υπόλοιποι καίγαμε τηλεφωνικούς καταλόγους και τους πετάγαμε στη σκηνή. Πολλούς τηλεφωνικούς καταλόγους, τους είχαν φέρει ιταλοί σύντροφοι. Κάποιοι από τους θεατές κοντέψανε να μας δείρουν, αλλά έτσι γινόταν τότε, εμείς ήμαστε λίγοι μα καταφέρναμε να δημιουργήσουμε χάος, οι άλλοι έμεναν συχνά αμήχανοι να μας κοιτάνε. Μόνον η άλλη η Στέλλα είχε διαμαρτυρηθεί, η Στέλλα η Αναγεννησιακή, εγώ ήμουνα η Στέλλα η Μπέλλε Άρτι γιατί σπούδαζα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Λίγο πριν φύγουμε, όμως, άρχισε κι εκείνη να πετάει αναμμένους καταλόγους.

«Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα;» έλεγα μετά στον Άρη κλαίγοντας, είχα πιει και λίγο παραπάνω εκείνο το βράδυ. «Εμένα ο Ντε Αντρέ μ' αρέσει, μ' αρέσει πολύ και τώρα ούτε ένα δίσκο του δε θα τολμάω ν' αγοράσω».

Ο Άρης είναι ένα χρόνο πιο μικρός από μένα, τότε έδειχνε κι ακόμα πιο μικρός, αυτό είναι που δε μου πάει στον πίνακα, ο σχοινοβάτης μου έχει ύφος λυπημένο, σαν να τα ξέρει ήδη όλα, όπως τα ξέρει ήδη όλα και το κοινό.

Τελικά συναντηθήκαμε στο νεκροταφείο. Λίγο πριν φύγω μου τηλεφώνησε ο Άρης για να μου πει πως θα πήγαινε εκεί κατ' ευθείαν, δε θα πέρναγε απ' το σπίτι. Και στο νεκροταφείο δε μιλήσαμε σχεδόν καθόλου, έδειχνε εντελώς συντετριμμένος και δεν έβγαζε λέξη απ’ το στόμα του, ούτε μετά που πήγαμε για καφέ, καθόμαστε βέβαια και σε χωριστά τραπέζια.

Καθώς γυρνούσαμε, λοιπόν, στο σπίτι με τ' αυτοκίνητο, τότε μιλήσαμε για πρώτη φορά μέσα στην μέρα. Έσπαγε η φωνή του όταν μου είπε ότι ο Κώστας αυτοκτόνησε. Ήτανε τόσο ξαφνικό που, αν οδηγούσα εγώ, θα είχε φύγει τ' αυτοκίνητο απ' το δρόμο.

«Τι μου λες; Τι είναι αυτά που λες;»

«Συγγνώμη... Νόμιζα ότι το ήξερες, ότι το είχες ακούσει», μου είπε και με κοίταζε ανήσυχος που έκλαιγα, όλα τα δάκρια που κράταγα απ' το πρωί είχανε ξεχειλίσει τώρα, κι εγώ δεν ξέρω που τα βρήκα τόσα δάκρια, για πόσους θανάτους έκλαιγα, πόσους αυτόχειρες.

Δεν ήταν, όμως, έτσι απλό το πράγμα. Ο Κώστας βρέθηκε νεκρός με μια σφαίρα στο κεφάλι κι ένα σημείωμα δίπλα του που έγραφε με μεγάλα, έντονα γράμματα, σαν να ‘θελε να το τονίσει το περιεχόμενό του: «Αυτό ήτανε. Κουράστηκα». Λυτούς και δεμένους βάλανε οι δικοί του για να μη βγει το θέμα στη δημοσιότητα. Λίγες μέρες μετά όμως, όχι απλώς δημοσιεύτηκε και το σημείωμα και φωτογραφίες του, αλλά άρχισε και έρευνες η αστυνομία, πολλά υπονοούμενα, καμιά σαφής πληροφορία, έγινε όμως εκταφή, βρήκε το μπελά του κι ο γιατρός που πιστοποίησε το θάνατο από ανακοπή.

***

Στην Ελλάδα είχαμε γυρίσει το '82, με λίγους μήνες διαφορά, χειμώνα ο Κώστας, καλοκαίρι εγώ. Τα πρώτα χρόνια βλεπόμαστε πολύ συχνά, ήμουνα κι εγώ τότε μόνη, ο Άρης είχε μείνει στη Ρώμη για μεταπτυχιακά. Είχα και προβλήματα τότε με τους δικούς μου, του κόσμου τις στερήσεις είχαν υποστεί για να σπουδάσω Ιατρική στην Ιταλία - ψιλικατζίδικο στην Άνω Κυψέλη είχε ο πατέρας μου και βοήθαγε και την αδελφή μου που είχε αρρωστήσει ο άντρας της και δεν μπορούσε να δουλεύει. Κι εγώ, αντί για γιατρίνα, τους γύρισα ζωγράφος, μ' ένα πτυχίο της Σχολής Καλών Τεχνών, τον πρώτο κιόλας χρόνο είχα κάνει τη μετεγγραφή χωρίς να τους το πω.

Είχα φύγει, λοιπόν, τότε απ' το σπίτι των γονιών μου μετά από έναν άγριο καυγά και με φιλοξένησε ο Κώστας για ένα διάστημα. Έτσι όπως τον ήξερα, το τελευταίο πράγμα που περίμενα ήταν η πρόταση του να με φιλοξενήσει και πιο πολύ από περιέργεια τη δέχτηκα. Δεν έμεινα πολύ καιρό στο σπίτι του, τη φοβόμουνα απ' την αρχή αυτή τη συμβίωση, έλεγα πως θα τη διέλυε τη σχέση μας. Τότε πέθανε κι η αδελφή της μάνας μου και μ' άφησε το σπίτι της, ένα δυάρι στην Κυψέλη, εκεί έμεινα μέχρι που παντρευτήκαμε με τον Άρη.

Ο Κώστας, μερικά χρόνια αργότερα, ανέλαβε τον εκδοτικό οίκο του πατέρα του και αραιώσανε οι συναντήσεις μας. Από τους άλλους είχε από καιρό αποσυρθεί, σαν να 'θελε να την ξορκίσει τη σχέση του μαζί τους, έτσι σκεφτόμουνα τότε. Ένιωσα, όμως, αφάνταστα προδομένη όταν απομακρύνθηκε κι από μένα. Στο μεταξύ, είχε αλλάξει ριζικά και η ζωή μου. Έμεινα έγκυος, παντρευτήκαμε με τον Άρη, κάπου εκεί χαθήκαμε, ο Κώστας δε γνώρισε ποτέ το Χριστόφορο, σαν να μην ήθελε να τον γνωρίσει. Μόνο με τον Άρη κράτησε επαφή, έτσι μάθαινα κατά καιρούς τα νέα του, με ξάφνιασε και το γεγονός ότι στις εκλογές του '96 ήταν υποψήφιος βουλευτής του Συνασπισμού. Αποχώρησε, όμως, τόσο σύντομα που σχεδόν το ξέχασα κι εγώ, εξάλλου δεν του ταίριαζε καθόλου αυτή η κίνηση.

Παράξενο μου φάνηκε, λοιπόν, που ήμαστε τόσοι πολλοί απ' την παρέα της Ρώμης στην κηδεία του. Όλοι σχεδόν, εκτός απ' τη Στέλλα την Αναγεννησιακή κι απ' αυτούς που ζούσανε στην επαρχία.

«Μεγαλουργήσανε τα συντρόφια μας», έλεγε ο Σάκης, μετά, όταν πήγαμε όλοι για καφέ. Με το Σάκη βλεπόμαστε ακόμα συχνά και πάντα απορούσα πως τα κατάφερνε να μαθαίνει νέα για όλους, ακόμα και γι' αυτούς που είχαμε να τους δούμε από τα χρόνια της Ρώμης.

«Θυμόσαστε ρε εκείνον τον κρητικό τον Γιώργο; Το πιο μεγάλο κατασκευαστικό γραφείο του Ηρακλείου έχει. Είχε μπλέξει πέρυσι και σ' ένα σκάνδαλο με παράνομες αναθέσεις, δεν το διαβάσατε στην εφημερίδα; Καθάρισε όμως».

«Αυτός ήτανε; Καλά το σκέφτηκα πως κάτι μου έλεγε τ' όνομα, αλλά εμείς ο Γιώργος ο φραπές τον λέγαμε τότε. Που να θυμάσαι το επίθετο μετά από τόσα χρόνια…»

Εγώ θυμόμουνα πολύ καλά το επίθετο του, ο Γιώργος ο φραπές μού είχε μεγάλη αδυναμία. Είχαμε γνωριστεί σε μια διαδήλωση έξω απ’ το Πανεπιστήμιο. Στεκόταν κάτω από ένα πανό της Λόττα Κοντίνουα και πέταγε πέτρες στους αστυνομικούς. Όταν διαλύσανε τη διαδήλωση, αυτός έδειχνε να τα ‘χασε, δεν ήξερε που να πάει, καθόταν, λοιπόν, σαν ηλίθιος κι έδινε στόχο από μακριά. Πήγα κι εγώ και τον πήρα αγκαζέ και κάναμε τους άσχετους που είχαν τρομάξει απ' τη φασαρία. Είχε τρομάξει πολύ τότε, αλλά τη Λόττα Κοντίνουα τη λάτρευε, «αυτοί είναι επαναστάτες!», έλεγε, μοίραζε και τα έντυπα τους στο φοιτητικό εστιατόριο. Εμείς οι άλλοι κρατούσαμε αποστάσεις κι απ’ αυτούς, διατηρούσαμε μια «απόλυτα ασαφή ιδεολογική καθαρότητα», όπως έλεγε πειραχτικά ο Κώστας όταν πρωτοήρθε στην παρέα. Σε όλες τις διαδηλώσεις, όμως, κάτω απ' τα πανό της Λόττα Κοντίνουα πηγαίναμε κι ήταν θανάσιμο αμάρτημα να βρεθεί κανείς μας κάτω από τα πανό άλλης πολιτικής οργάνωσης, ελληνικής κυρίως. Στη Στέλλα την Αναγεννησιακή κόψαμε και την καλημέρα όταν πήγε και γράφτηκε στο Ρήγα, «πολιτικοποίηση του πέους» έλεγε ο Σάκης, γιατί η Στέλλα τα είχε φτιάξει τότε μ' ένα Ρηγά. Κάθε φορά που τη βλέπω στην τηλεόραση να λέει τις ειδήσεις, θυμάμαι που την είχαμε καλέσει τότε σε απολογία κι εμείς της γυναικείας ομάδας. «Αι σιχτίρ κι εσείς», μας είχε πει κι είχε φύγει κλαίγοντας.

Η Στέλλα ήταν η πιο όμορφη της παρέας μας. Ο Κώστας την είχε βγάλει έτσι, έλεγε ότι έχει αναγεννησιακά μπρατσάκια, κι αμέσως μετά εγώ έγινα η Στέλλα η Μπέλλε Άρτι για να μη μας μπερδεύουν. Η Στέλλα δήλωνε τρελά ερωτευμένη με τον Κώστα, αλλά εκείνος δεν της έδινε σημασία. Όταν είχε πρωτοέρθει στη γυναικεία ομάδα που είχαμε φτιάξει, όλο για το «αίνιγμα Κώστας» ήθελε να συζητάμε, να θεωρητικοποιούμε την αδιαφορία του.

Υπήρχε, όμως, ένα μυστήριο γενικότερο γύρω απ’ τον Κώστα. Ακόμα κι εγώ, ο εισβολέας, που πέρναγα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου μαζί του, το ένιωθα πως ένα κομμάτι της ζωής του ήταν καλά φυλαγμένο και σε κανένα μας δε θα επέτρεπε να εισχωρήσει. Ώρες ή και μέρες χανότανε χωρίς να μας πει πού ήταν και στο σπίτι του δεν πηγαίναμε σχεδόν ποτέ. Αυτό ήταν το πιο περίεργο με δεδομένες τις συνθήκες κοινοβίου που ζούσαμε τότε, που μεταφερόμαστε όλοι μαζί από το ένα σπίτι στο άλλο. Ίσως, όμως, να 'ταν κι αυτό το μυστήριο ένα στοιχείο που ενίσχυε τη γοητεία που ασκούσε επάνω μας και το θεωρούσαμε αυτονόητ να μας κλείνει κάποιες φορές κατάμουτρα την πόρτα. Γι' αυτό και ριχτήκαμε στη Στέλλα εκείνη τη φορά που επιχείρησε να ερμηνεύσει το μυστήριο, υπονοώντας πως ο Κώστας είναι κρυπτο-ομοφυλόφιλος, πιο πολύ το «κρυπτό-» μας ενόχλησε, παρά το ομοφυλόφιλος, την κάναμε να ντρέπεται για την κατάντια της ν' αναπαράγει τα στερεότυπα γύρω από τα δυο φύλα και τις σχέσεις τους.

Η Στέλλα, πάντως, ήταν η πρώτη που χάθηκε. Παντρεύτηκε εκείνον το Ρηγά κι όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα ούτε το τηλέφωνο της δε βρίσκαμε, την ξαναείδαμε χρόνια μετά στην τηλεόραση και δεν είχε πια τίποτα το αναγεννησιακό η εμφάνιση της.

Τα πρώτα χρόνια, όταν αρχίσαμε ένας-ένας να γυρνάμε στην Ελλάδα, ήμαστε πάλι μαζί οι υπόλοιποι. Οι περισσότεροι τουλάχιστον, «ο ιστορικός πυρήνας», που έλεγε κι ο Άρης, ο μόνος που διατηρούσε το χιούμορ του εκείνα τα χρόνια, εκείνος όμως ήταν ακόμα με το ένα πόδι στην Ιταλία για τα μεταπτυχιακά του. Παλεύαμε με μια υφέρπουσα κατάθλιψη, το μόνο ίσως στοιχείο που μας συνέδεε ακόμα, όπως φάνηκε αργότερα. Βρήκαμε σύντομα, λοιπόν, και στην Αθήνα τα στέκια μας κι ήταν στιγμές που ένιωθα ότι κρατιόταν ο ένας απ' τον άλλο, για να μην μας πάρει από κάτω η αλλαγή της ζωής μας.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί τα πρώτα χρόνια της επιστροφής μου στην Ελλάδα τα έζησα έτσι μουδιασμένη. Και έλεγα συχνά πως ήταν ένα πολιτισμικό σοκ εκείνη η αλλαγή στη ζωή μου. Δε με χωρούσε ο τόπος, σαν καραγκιόζης ένιωθα και με τα φανταχτερά μου ρούχα κι ας είχε γίνει πια μόδα και στην Ελλάδα η στολή της δεκαετίας του ’70, τα αέρινα ινδικά φορέματα και τα φουλάρια. Έτσι, τα έχωσα κι αυτά σε μια ντουλάπα κι άρχισα πια να φοράω τζιν. «Αι στα κομμάτια! Δεν είχες, λοιπόν, στραβά πόδια; Έτσι νομίζαμε…» μου είπε ο Σάκης μια μέρα που συναντηθήκαμε στο Φεστιβάλ της Αυγής κι εγώ δε φόραγα τις μακριές μου φούστες.

Μου έλειπαν τα πάντα εκείνα τα πρώτα χρόνια. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα κυρίως. Η αίσθηση που είχαμε πως κάτι θα γινόταν, πως για κάτι έπρεπε να ήμαστε έτοιμοι και πως η επανάσταση ήταν προ των πυλών. Στην Ελλάδα τότε, για τους πολλούς, ήταν σαν να είχε περάσει ένα σφουγγάρι και να τον είχε σβήσει όλον εκείνον το μεταπολιτευτικό θυμό, σαν να ‘χε κερδισθεί με το ΠΑΣΟΚ η μάχη και να μην υπήρχε πια τίποτα άλλο να γίνει. Κι όσο περνούσε ο καιρός ένιωθα όλο και πιο περίεργα, σαν να ήμουνα μόνον εγώ απ’ όλους μας που τα έβλεπα έτσι τα πράγματα. Μέχρι κι ο Κώστας –ήδη εκείνη την περίοδο περισσότερο απών παρά παρών στη ζωή μου- μου έλεγε «μην τα ισοπεδώνεις όλα», κάθε φορά που προσπαθούσα να συνθέσω σε φράσεις το αδιέξοδο που ένιωθα, για να το συζητήσω μαζί του.

Μετά, σιγά-σιγά, πήρε ο καθένας κι από τους υπόλοιπους το δρόμο του κι αραίωσαν οι συναντήσεις μας. Δε με πολυένοιαζε όμως πια, γιατί στο τέλος δεν είχαμε και τα πολλά να πούμε, σαν συνταξιούχοι μόνον ν' αναπολούμε τα παλιά. Νομίζω ότι από τότε, χωρίς να το συνειδητοποιώ ακόμα απόλυτα, προέβλεπα κι εγώ ποια θα ήταν η πορεία του καθενός μας, μέσα από ποια μονοπάτια θα χανόμασταν. Ο πρώτος χώρος, πάντως, που απαγκιάσαμε –από ανάγκη περισσότερο, από στέρηση, παρά από πολιτική άποψη- κι εκεί χάθηκαν τα ίχνη μας, ήταν ο χώρος της ανανεωτικής αριστεράς. Ο χώρος που μας προκαλούσε τα πιο αμφιθυμικά αισθήματα από τότε που ήμαστε φοιτητές στη Ρώμη, τότε που αναζητούσαμε μια ταυτότητα παραπαίοντας ανάμεσα στα νέα ευρωαριστερά ρεύματα, που ερεθίζανε τον εγκέφαλο μας, και στις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, γιατί ήμαστε και κολλημένοι με το φετίχ της βίας ως πολιτικής πράξης.

Αυτή την αίσθηση της αφάνταστης στέρησης την ένιωσα πολλές φορές κι αργότερα. Όλα εκείνα που συνέβαιναν, όμως, στο περιθώριο της Πασοκικής συναίνεσης, το μάτι που μου έκλεινε ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος με τις κινητοποιήσεις του, ήτανε πια σαν ένα έργο που είχα χάσει το πρώτο μέρος του και δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τη συνέχεια. Δεν ξέρω. Μπορεί και μην είχα τα κουράγια ν’ αναζητήσω μόνη μου άλλους δρόμους, να πάω σ’ άλλους χώρους και ν’ απλώσω σαν τη νύφη τα προικιά μου.

Στις εκλογές του ‘96, δεν ξέρω πως το σκέφτηκα, τηλεφώνησα πάντως στον Κώστα για να του ευχηθώ καλή επιτυχία. Δεν τον βρήκα κι άφησα μήνυμα στο γραφείο του. Δεν περίμενα πως θα μου απαντήσει και με ξάφνιασε η φωνή του ένα πρωί στο τηλέφωνο. Δεν είχαμε, όμως, και πολλά να πούμε, ίσως δε θέλαμε και να προσπαθήσουμε, του ευχήθηκα καλή επιτυχία και κλείσαμε.

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που μιλήσαμε.

Εγώ άκουσα πρώτη την είδηση για την εκταφή και τις έρευνες που αρχίζανε. Δυο μέρες μετά την κηδεία ήταν, μεσημέρι, ήμουνα στην κουζίνα κι ετοίμαζα το φαγητό. Νομίζω πως τότε σοκαρίστηκα πιο πολύ κι απ’ ό,τι όταν διάβασα για το θάνατο του, σαν να ασέλγησαν στο πτώμα του μου φάνηκε, δάγκωνα τα χείλια μου να τα ματώσω καθώς είδα να εμφανίζεται στην οθόνη η φωτογραφία του, μια φωτογραφία από τότε που ήταν στο Συνασπισμό, κι από πάνω να γράφει: «Μυστηριώδης θάνατος εκδότη». Και τον θυμήθηκα πάλι, φοιτητή στη Ρώμη, πως το περιφρουρούσε εκείνο το ιδιωτικό κομμάτι του και το φοιτητικό του δωμάτιο με τους τοίχους γεμάτους βιβλία -τι μυστήρια και αηδίες; Ο Κώστας ποτέ δεν άντεχε να ζει στη μέση μιας πλατείας όμως εμείς οι υπόλοιποι.

«Που θα το πάνε το μυθιστόρημα;», σκεφτόμουνα. «Μαέστροι είναι στο να κάνουνε την τρίχα τριχιά». Όμως τότε ούτε που υποψιαζόμουνα πόσο μπλεγμένοι είμαστε κι όλοι εμείς σ’ αυτό το εκκολαπτόμενο μυστήριο γύρω από το θάνατο του εκδότη και πρώην υποψήφιου βουλευτή του Συνασπισμού.




2. «Εμείς οι αυτόνομοι»


Στέλλα, στελλίνα, στέλλα ντι μάρε», μ' έλεγε ο Άρης, το άκουσε μια φορά κι ο Χριστόφορος και από τότε έτσι με λέει όταν θέλει να με καλοπιάσει, Στέλλα, στελλίνα, στέλλα ντι μάρε.

Μέναμε σ' ένα λαϊκό προάστιο τότε που γνωριστήκαμε με τον Άρη, στο Τιμπουρτίνο. Νοικιάζαμε ένα παλιό μεγάλο σπίτι, που τα υδραυλικά του ήταν η χειρότερη εγκατάσταση όλης της Ρώμης και προαστίων. Όταν μάθαμε ότι το ξήλωμα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τότε, με την υπόθεση της απαγωγής και της δολοφονίας του Μόρο, είχε αρχίσει γιατί χαλάσανε τα υδραυλικά σε μια γιάφκα κι έτσι τους ανακάλυψε η αστυνομία, λέγαμε πως, μέχρι ν’ αποφασίσουμε να μετακομίσουμε, για ένοπλη ομάδα ούτε που να το σκεφτόμαστε.

Έμενε κι ο Σάκης μαζί μας και δυο αδέλφια απ' τη Ρόδο, ο Θοδωρής και η Γεωργία. Εμείς ήμαστε οι σταθεροί ένοικοι, γιατί στο σπίτι κυκλοφορούσαν μονίμως τουλάχιστον καμιά δεκαριά άτομα, ανένταχτοι κι αυτοί ή μετακινούμενοι από παράταξη σε παράταξη. Για μια περίοδο είχε εγκατασταθεί μόνιμα κι ο Γιώργος ο φραπές, αλλά μετά έφυγε, έκανε μετεγγραφή για Φλωρεντία που ήταν πιο εύκολη η Σχολή του.

Τα πουλιά ή τα μπουζούκια, έτσι μας λέγανε. Ο Θοδωρής έπαιζε μπουζούκι, ήταν πολύ καλός. Σ’ όλες τις πολιτικές εκδηλώσεις τον καλούσανε, πηγαίναμε κι εμείς μαζί, «έρχονται τα μπουζούκια λέγανε», και μας έμεινε. Στην αρχή δεν το έλεγαν για κακό, αλλά μετά μας κόλλησε μ’ έναν υποτιμητικό τρόπο. Μόνον ο Κλεάνθης και δυο τρεις άλλοι ξεχώριζαν. Αυτοί ήταν τα πουλιά. Ξετρελαμένοι μ’ ό,τι κατάλοιπο συναντούσαν απ’ τις παλιές οργανώσεις του Μάη του '68, ανεβήκανε κάποτε σ’ ένα δέντρο έξω απ’ την Αρχιτεκτονική και κάνανε τα πουλιά. Αυτό ήτανε, τους λέγανε πια πουλιά, άλλο που δε θέλανε απ’ το να μας κολλάνε παρατσούκλια κι οι αφορμές δε λείπανε εδώ που τα λέμε. Εμείς, έτσι κι αλλιώς, μόνο με κάτι παιδιά από το Ρήγα κάναμε παρέα τότε. Ερχόταν συχνά στο σπίτι μας, ακόμα θυμάμαι τις συζητήσεις μας, εμένα στο τέλος μ' έπαιρνε ο ύπνος, δεν άντεχα τις ολονυχτίες, κοιμόμουνα ακουμπώντας στα γόνατα του Άρη και με νανουρίζανε οι φωνές τους. Λέγαμε, μάλιστα, ότι είχαν βάλει στο μάτι τον Κώστα, πως αν έμπαινε στο Ρήγα Φεραίο, η πιο επιτυχημένη τους μετεγγραφή θα ήταν. Οι υπόλοιποι, από τις άλλες παρατάξεις του συλλόγου, μας έβλεπαν και κουμπωνόντουσαν, πηγαίναμε σχεδόν πάντα κι όλοι μαζί, σαν συμμορία ήμαστε.

«Εμείς οι αυτόνομοι», άρχιζε πάντα την κουβέντα του ο Κλεάνθης, ο μόνος που ήταν απ' την αρχή άστεγος, που δεν είχε περάσει από καμιά άλλη πολιτική οργάνωση, αν θεωρήσουμε ότι εμείς ήμαστε πολιτική οργάνωση. Έλεγε, λοιπόν, «εμείς οι αυτόνομοι» και το 'βλεπες πως ήτανε σαν να 'θελε να υπογραμμίσει μια ταυτότητα και την αντιπαράθεση μας μ' όλους τους άλλους. Εμείς οι υπόλοιποι, τέτοια κόμπλεξ δεν τα είχαμε. Στα μαθητικά μας χρόνια, στις φούριες της μεταπολίτευσης, κάπου είχε οργανωθεί ο καθένας μας, αλλά μετά τους μουντζώσαμε και φύγαμε. Νομίζω ότι αυτό ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μας προβλήματα, κι ας μην το καταλαβαίναμε τότε, ας το νομίζαμε πολιτική θέση. Αυτό το «αντί-», αντί σε όλα, η κριτική μας περίσσευε αλλά από θέσεις αλαλούμ, ο καθένας μας και μια άποψη. Λέγαμε κάποτε με τον Άρη, μεγάλοι πια, πως αν κάτι μας ένωνε τότε, δεν ήταν αυτό που είχαμε κοινό, αλλά ό,τι μας χώριζε απ' τους άλλους.

Απ' όταν ήρθε ο Κώστας, σαν να αμβλύνθηκαν κάπως οι διαφορές. Στο θεωρητικό επίπεδο τουλάχιστον τα βρίσκαμε, αν και όχι πάντα. «Γκεβαρικοί» δηλώναμε πάντως οι πέντε σταθεροί ένοικοι της οδού Τιμπουρτίνα και ο Κλεάνθης, με ό,τι σήμαινε για τον καθένα μας αυτός ο προσδιορισμός. Μας είχε στρώσει όμως στο διάβασμα ο Κώστας, δεν ξέρω αν έχει υπάρξει άλλη περίοδος στη ζωή μου που να διάβασα τόσα βιβλία, ήθελα να είμαι έτοιμη για τις ατέλειωτες θεωρητικές συζητήσεις μας, ήταν σαν να έδινα εξετάσεις μπροστά σ’ ένα πολύ αυστηρό κριτή, μόνο η γνώμη του Κώστα μέτραγε για εμένα εκείνη την εποχή.

Ο Κώστας έκανε μεταπτυχιακά σ' ένα Ινστιτούτο Ποινικού Δικαίου κι Εγκληματολογίας της Νομικής Σχολής, ο μόνος έλληνας ήταν. Η Νομική Σχολή κι η Φιλοσοφική, που πήγαινε ο Άρης, ήταν κοντά-κοντά, ένας εναέριος διάδρομος τις χώριζε. Κι αβυσσαλέο μίσος. Η μαύρη και η κόκκινη Σχολή, εκεί, δίπλα-δίπλα, ομηρικές μάχες γινόταν κάθε τόσο, οι αφορμές δεν έλειπαν.

«Οι δυο άντρες της ζωής σου θα αλληλοσφαχτούνε καμιά μέρα κατά λάθος», μου έλεγε ο Σάκης, και πράγματι, κάποτε έτυχα σε μια σκηνή που μ' έκανε να φοβηθώ κι εγώ πως κάποτε θα τους μαζέψουμε με ανοιχτά κεφάλια και τους δυο. Η δική μου η Σχολή ήταν αλλού, στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Όταν δεν είχα, λοιπόν, μάθημα κι ήξερα ότι αυτοί είναι στο Πανεπιστήμιο, πήγαινα να τους πάρω να πάμε μαζί για φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο. Εκείνη τη μέρα έφτασα πολύ νωρίς κι η μάχη ήταν σε εξέλιξη, βροχή από πέτρες και ξύλα προς κάθε κατεύθυνση. Δεν ξέρω πως είχαν συναντηθεί αυτοί οι δυο, αλλά τους είδα να τρέχουν προς την έξοδο, απ' τη μεριά του εστιατορίου. Ο Άρης να μην το αποφασίζει να εγκαταλείψει τη μάχη κι ο Κώστας, κάθε τόσο, να κοντοστέκεται για να τον περιμένει, προσπαθώντας ν’ αποφύγει και τις πέτρες.

«Αφού στο είπα, να μην πάμε τόσο νωρίς», έλεγε μετά στον Άρη, όταν πια ήτανε έξω απ' το χώρο του Πανεπιστημίου, μακριά απ' τη μάχη. «Τι ώρα είναι; Σε λίγο ανοίγει το εστιατόριο, θα πάνε για φαγητό και θα σταματήσουν τις μαλακίες, έτσι δε γίνεται κάθε φορά;»

Ακόμα θυμάμαι την αίσθηση της γελοιότητας που ένιωσα, καθώς εγώ ετοιμαζόμουνα να τους ρωτήσω τι είχε συμβεί εκείνη τη μέρα και είχε προκαλέσει την έκρηξη. Καθώς γέμιζε, πράγματι, μετά από λίγο το προαύλιο του εστιατορίου κι αρχίσαμε να στριμωχνόμαστε στα ταμεία, σκεφτόμουνα πως είχε μια μοναδική ικανότητα ο Κώστας να γελοιοποιεί τον τσαμπουκά μας, να μας οριοθετεί, να μας βάζει σε τάξη, όσο οξύμωρο κι αν ακουγότανε τότε αυτό. Πραγματικός ηγέτης, κι ας μην τον βλέπαμε τότε σαν τέτοιο - αλίμονο μας, δηλαδή, να είχαμε παραδεχτεί πως χρειαζόμαστε ηγέτη. Κι οι άλλοι, όμως, απ' το σύλλογο, κάθε φορά που ήταν καμιά κρίσιμη Συνέλευση και θέλανε να συζητήσουμε για συνεργασία, «πού είναι ο δικός σας;», ρώταγαν όποιον από μας έβλεπαν πρώτο, και εννοούσαν τον Κώστα.

«Εμείς οι αυτόνομοι δεν έχουμε αρχηγό ρε μαλάκες», έλεγε ο Κλεάνθης αν τύχαινε να τον ρωτήσουνε αυτόν πού είναι ο δικός μας. Αλλά και σε συναλλαγή δεν ήθελε να μπούμε. «Κουκιά είμαστε ρε να μας μετράνε;» Παράνοια είχε πάθει μη τυχόν και γίνει κουκί, άλλη δυνατότητα συνεργασίας δεν έβλεπε -κι εμείς οι υπόλοιποι κάπως έτσι το βλέπαμε δηλαδή. Είχε, όμως, και το γούστο της η διαπραγμάτευση των όρων της συνεργασίας, καμιά δεκαριά ψήφοι ήμαστε κι αν δεν σπάγαμε μπορούσαμε και να καθορίσουμε την έκβαση της συνέλευσης. Έγινε κι αυτό μερικές φορές. Συνήθως, όμως, τα διαλύαμε και φεύγαμε πριν από τις ψηφοφορίες. Μόνο ο Κώστας έμενε πάντα μέχρι το τέλος, καθόταν πίσω-πίσω, αμίλητος να παρακολουθεί και να καταγράφει. Μετά τα συζητούσαμε κι ήταν κι αυτός ένας τρόπος να νιώθουμε πως ήμαστε κι εμείς, με μια έννοια, δεμένοι στο σκοινάκι του συλλόγου ελλήνων φοιτητών της Ρώμης. Ο συνήθης χώρος, πάντως, των αντιπαραθέσεων ήτανε το προαύλιο του φοιτητικού εστιατορίου, εκεί γινόταν το ιδεολογικοπολιτικό μας ξεκαθάρισμα. Τότε το ένιωθα ακόμα πιο πολύ πως ο Κώστας ήτανε κάτι παραπάνω απ' όλους μας, κι ας μ' έπιανε η ψυχή μου με το σιδερωμένο του πουκάμισο και με τα καλογυαλισμένα του παπούτσια. Τον θυμάμαι να κάθεται στο πεζουλάκι και να διαβάζει εφημερίδα και γύρω του να σχηματίζεται αυλή ολόκληρη, κάθε προέλευσης οι συμμετέχοντες να περιμένουνε να ξεκινήσει κάποια συζήτηση, σαν να 'ταν αυτονόητο πως θα 'ταν ο Κώστας αυτός που θα την ξεκινούσε.

«Καλά όλα αυτά, αλλά τώρα τι λέμε. Τι κάνουμε;» Έτσι καταλάβαινε ο Σάκης ότι έπρεπε να συνοψίσει τις ατέλειωτες συζητήσεις μας -ο Σάκης προέρχονταν απ' την ΚΝΕ, απ' το μαθητικό της. Όταν γυρίσαμε, όμως, στην Ελλάδα πήγε στο ΠΑΣΟΚ και σε λίγα χρόνια έγινε στέλεχος.

Στη οδό Τιμπουρτίνα, λοιπόν, μείναμε όλα τα χρόνια των σπουδών μας. Δε μας άρεσε, ήταν κι απόμακρα, μας τρώγανε οι δρόμοι, αλλά το διαμέρισμα ήταν φτηνό κι είχαμε βολευτεί με κάποιο τρόπο. Κι έπειτα, τώρα που το σκέφτομαι, το σπίτι το δικό μας ήταν το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς που είχαμε εκείνα τα χρόνια, που όλα τα βιώναμε σαν να 'τανε ρευστά κι ετοιμαζόμαστε για κοσμογονικές αλλαγές. Νοικιάζανε σπίτια και οι άλλοι της παρέας, αλλά σαν τους περιπλανώμενους Ιουδαίους ήμαστε εκείνη την εποχή, όλοι μαζί και κάθε βράδυ καταλήγαμε όπου μας ήταν πιο βολικό. Κάθε φορά, όμως, που λέγαμε πως θα βρεθούμε στο σπίτι, εκείνο το δικό μας εννοούσαμε, δε χρειαζότανε να το διευκρινίσουμε.

Εκεί δίπλα, σ' ένα μικρό εσωτερικό διαμέρισμα, έμενε κι ο Σαλβατόρε. Από τη Σικελία ήταν η καταγωγή του και τότε δούλευε σ' ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Τον Σαλβατόρε τον γνώρισε πρώτος ο Άρης κι ήταν ένας σκύλος αιτία, που τον είχε κτυπήσει ένα αυτοκίνητο εκεί, στην οδό Τιμπουρτίνα, και τον παράτησε με σπασμένο πόδι. Τον πήραν και τον πήγαν μαζί στον κτηνίατρο, πλήρωσε ο Σαλβατόρε και μετά τον υιοθέτησε το σκύλο, τον πήρε σπίτι του και τον φρόντιζε. Ήταν ο πρώτος ιταλός φίλος μας, αυτός μας έφερε σ' επαφή και με κάτι παιδιά, φίλους του, της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς κι αυτοί, που σύχναζαν, μετά, στο σπίτι μας. Μια κοπελιά μάλιστα ήταν απ' τη Σχολή μου, την είχα δει εκεί πολλές φορές, αλλά δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Μετά, όμως, όταν γνωριστήκαμε, με βοήθησε να βγάζω ένα χαρτζιλίκι, μ' έπαιρνε μαζί της στην Πιάτσα Ναβόνα, όπου ζωγράφιζε πορτραίτα στους τουρίστες. Στην αρχή καθόμουνα και την έβλεπα, αλλά μετά, σιγά- σιγά, άρχισα να δοκιμάζω κι εγώ. Καλά τα κατάφερνα κι έβγαζα κάμποσα χρήματα Ξαφνικά, όμως, εκείνη εξαφανίστηκε, σαν ν' άνοιξε η γη να την κατάπιε. Απ' τον Σαλβατόρε δε βγάζαμε λέξη, ήταν και πονηροί οι καιροί, μου είπε κι ο Άρης, «άσ’ το, ξέχνα την, ποιος ξέρει τι απόγινε», κι αποφασίσαμε να σταματήσω να πηγαίνω κι εγώ στην Πιάτσα Ναβόνα. Μετά που τα ξαναθυμόμαστε, λέγαμε λάθος συναγερμός, αλλά δεν ήμαστε και σίγουροι ότι ήταν πράγματι έτσι.

Με τον Σαλβατόρε, λοιπόν, κάναμε πολλή παρέα. Ο Άρης ιδιαίτερα που, όταν μιλούσε, κρεμόταν απ' τα χείλια του. Ήξερε και πιο καλά ιταλικά γιατί είχε τελειώσει το ιταλικό γυμνάσιο στην Αθήνα, καταλάβαινε, λοιπόν, εύκολα τη βαριά σιτσιλιάνικη προφορά του. Χρυσό παιδί ήταν ο Σαλβατόρε, αλλά νομίζω ότι και για τους δυο μας αυτό που μέτραγε πιο πολύ ήταν η καταγωγή του, το φετίχ της εργατικής τάξης. Το δικό μου, πάντως, ίνδαλμα μου ήταν η φίλη του, η Πέτρα, όλη τη Ρώμη γυρνάγαμε με την μηχανή της, μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, τελευταίο δώρο του πατέρα της πριν διακόψει οριστικά τις σχέσεις με την αριστερίστρια κόρη του που ο τρόπος ζωή της πρόσβαλε και τις καθολικές του πεποιθήσεις.

Η Πέτρα ήταν χορεύτρια, μέλος μιας εναλλακτικής ομάδας χορού, με πήρε μαζί της και γυμναζόμουνα τσάμπα. Απ' όταν έφυγα απ' την Ελλάδα, αυτό μου έλειπε πιο πολύ, ο χορός, η μόνη πολυτέλεια που μου επέτρεπαν τότε τα στενεμένα οικονομικά της οικογένειας μου. Στις παραστάσεις τους, βέβαια, δεν έπαιρνα μέρος, τις παρακολουθούσα, όμως, ανελλιπώς, ήταν μια νότα μαγείας στη ζωή μου που δεν τη μοιραζόμουνα με κανένα απ' τα παιδιά της παρέας, ήταν κάτι σαν δεύτερη, μυστική ζωή. Η Πέτρα πέθανε από καρκίνο πέρυσι, τέτοια εποχή. Αυτό το καλοκαίρι θα 'ναι το πρώτο που ο Σαλβατόρε θα 'ρθει μόνος του για διακοπές στην Ελλάδα, στην Αλόννησο θα πάει πάλι, εκεί που άρεσε και σ' εκείνη.

Η γυναίκα που ζωγράφισα στον πίνακά μου λέω πως είναι χορεύτρια, οι Σχοινοβάτες κι η Χορεύτρια, και την έχω ζωγραφίσει σε μια σκηνή θεάτρου, να τρέχει με τη μηχανή της και ν’ ανεμίζουν τα μαλλιά κι η μαύρη κάπα της πάνω το φαρδύ φουστάνι του χορού. «Οι σχοινοβάτες κι η μηχανόβια», λέει ο Χριστόφορος.

«Γιατί κυρία Στέλλα λέτε πως είναι χορεύτρια;» με ρώτησε η Άννα, το κορίτσι του, όταν την έφερε μια μέρα στο πλυσταριό για να της δείξει τι ζωγραφίζει η μάνα του.

«Γιατί την είχα γνωρίσει και ήταν χορεύτρια», της απάντησα κι έβαλα τα γέλια με το βλέμμα της, γεμάτο δυσπιστία. «Έτσι τη θυμάμαι όταν την αποχαιρέτησα, τότε που έφυγα οριστικά απ’ τη Ρώμη. Είχαν παράσταση εκείνο το βράδυ», συμπλήρωσα, αλλά εκείνη πλησίασε ακόμα πιο κοντά στο τελάρο, σαν να ήτανε να βρει εκεί μια απάντηση πιο πειστική.


3. Ταξίδια ενηλικίωσης


«Ξέρεις τι γίνεται;» μου είπε ένα απόγευμα ο Χριστόφορος. Είχε γυρίσει απ’ το φροντιστήριο και ήρθε στο πλυσταριό να με βρει. «Νιώθω πως είμαι σαν κομπάρσος στη ζωή μου. Άλλοι τα κανονίζουν όλα, κι εγώ χρειάζεται απλώς να κάνω το πέρασμα μου απ' τη σκηνή».

Μόλις που είχα σταματήσει να ζωγραφίζω κι έπλενα να πινέλα μου.

«Δεν ξέρω πώς να το πω, αλλά θα 'θελα μια φορά στη ζωή μου να δω πώς είναι να προκαλείς εσύ τα γεγονότα, να είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής, να μη σε σέρνουνε σε τελειωμένα σενάρια».

Σαν να ήθελε ακόμα κάτι να μου πει, αλλά να μην το αποφάσιζε. Δεν επέμεινα κι εγώ. «Θα δούμε τι εννοεί, έχουμε καιρό», σκέφτηκα. Αργά το βράδυ, μόνη μου μπροστά στην τηλεόραση, θυμήθηκα με μια απίστευτη καθαρότητα πόσο έντονα είχαμε κι εμείς αυτή την αίσθηση. Έτσι ακριβώς. Να σπάσουμε ένα κλίμα μοιρολατρίας θέλαμε, όταν μας παίρνανε φαλάγγι κάποια γεγονότα. Να κάνουμε αντάρτικο σ' έναν αντίπαλο που άλλαζε πρόσωπα και διαθέσεις απέναντι μας. Και δε μας ένοιαζε αν αυτό που κάναμε κατέληγε μετά σε βάρος μας. Μας αρκούσε που είχαμε προκαλέσει εμείς τα γεγονότα, που δεν τα βρήκαμε στη γωνία να μας περιμένουν και να πάμε να πέσουμε σαν τα χαζοπούλια στην παγίδα. Ήταν κι η ξένη χώρα που μας φόβιζε και μας πλάνευε συνάμα, ήταν κι η εποχή που επαγγελότανε μεγάλα γεγονότα και τροφοδοτούσε αυταπάτες. Ένας περίγυρος, με άλλα λόγια, που μας βομβάρδιζε με ερεθίσματα και μας έκανε να βλέπουμε τα πράγματα με όρους σχεδόν πολεμικούς.

Ο Χριστόφορος, όμως; Μοιάζανε εντελώς ασυνάρτητα αυτά που μου είπε. Τον τελευταίο χρόνο ειδικά έδειχνε σίγουρος κι αποφασισμένος για τις επιλογές του. Τόσο που με μπέρδευε η στάση του. «Είναι δυνατόν», σκεφτόμουνα, «να είναι τόσο εύκολο αυτό το παιδί;». Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτό που με ξάφνιασε τ’ απόγευμα ήταν μια πρωτόγνωρη αίσθηση εγγύτητας με το γιο μου, τα ίδια θα μπορούσα να είχα πει κι εγώ στην ηλικία του αν είχα κάποιον να μ’ ακούσει. Θυμήθηκα την πρώτη φορά που έμεινα έγκυος, στα 22 ήμουνα τότε και διέκοψα την εγκυμοσύνη χωρίς να το έχω πει καν στον Άρη. Μόλις άνοιξα τα μάτια από τη νάρκωση άρχισα να κλαίω κι έπειτα έλεγα στην Πέτρα, τη μόνη που είχα πάρει μαζί μου, πως το πρώτο μου παιδί θέλω να 'ναι κορίτσι. Με μάγεψε, όμως, ο Χριστόφορος όταν γεννήθηκε. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα. Κι έχω την αίσθηση ότι από τότε δεν έπαψε να με μαγεύει. Ακόμα και τις στιγμές που σκέφτομαι πόσα πράγματα με ξαφνιάζουν σ' αυτόν, πόσο λίγο τον ξέρω τελικά το γιο μου, με το κατάξανθο κεφάλι και τα μαύρα μάτια κι είναι φορές που νιώθω ότι πάω να τον ξαναφτιάξω στα μέτρα μου, έτσι που να μπορέσω να τον δω καθησυχαστικά οικείο.

«Κάτι μαγειρεύει», σκεφτόμουνα και μετάνιωνα που δεν έδωσα συνέχεια στη συζήτηση. Κι έπιασα τον εαυτό μου να παρακολουθεί τι λέγανε αργότερα με τον Άρη, κλεισμένοι στο δωμάτιο του. Όταν βγήκε επιτέλους ο Άρης, άρχισα να του λέω για τη συζήτηση στο πλυσταριό.

«Τι σου είπε εσένα; Μήπως τα χάλασε με τη μικρή, την Άννα, και τα βλέπει όλα μαύρα;»

Δε μ’ άφησε να συνεχίσω, ξέσπασε σαν να περίμενε την αφορμή.

«Πάρε λίγο τα μάτια σου από πάνω του», μου είπε. «Άσ’ τον ν' ανασάνει, δεν το βλέπεις ότι πνίγεται; Δεν τον είχες συνηθίσει και σ' αυτήν την συμπεριφορά, τι σ' έχει πιάσει τώρα τελευταία; Γιατί τον υποτιμάς έτσι; Δεν έχει δικαίωμα αυτός να παλεύει με τον εαυτό του, ν’ αμφιβάλλει; Δική μας αποκλειστικότητα ήταν αυτό; Το πήραμε και φύγαμε;»

«Δεν είναι αυτό…» πήγα να πω, καθώς περνούσε πάλι απ’ το μυαλό μου μια σκέψη που έκανα συχνά. Ότι η γενιά του γιου μου είναι άτυχη. Ό,τι κι αν λέει ο Άρης, εγώ πιστεύω ότι πραγματικά εμείς τα πήραμε και φύγαμε τα χρόνια με τις μεγάλες προσδοκίες. «Άσε μας ρε Στέλλα κι εσύ με την ηρωική σας εποχή», με κόβει ο Χριστόφορος κάθε φορά που πάω να του μιλήσω για εκείνα τα χρόνια κι εγώ τον νιώθω σχεδόν ανάπηρο.

«Δε μου έχει ξανασυμβεί να νιώθω τέτοια ανασφάλεια σε σχέση με το παιδί. Συνολική ανασφάλεια. Σαν να μου είναι εντελώς άγνωστος…» άρχισα να λέω και την ίδια στιγμή θυμήθηκα πόσο με πλήγωνε, και με εξόργιζε συνάμα, η στάση και των δικών μου των γονιών. Που ένιωθα ότι με υποτιμούσαν, ότι περιφρονούσαν την ανάγκη μου να μην ανταποκρίνομαι στις δικές τους εικόνες.

«Ο Χριστόφορος είναι μπερδεμένος», με διέκοψε ο Άρης σαν να μη μ’ άκουσε καν. «Κι εσύ καλά θα κάνεις να μην επιβαρύνεις την κατάσταση. Ξέρεις τι μου είπε προ ημερών; Ότι δε θέλει να σπουδάσει… Δεν ξέρουμε τι θα κάνει τελικά, τι θα αποφασίσει. Εσύ τού δείχνεις, όμως, συνέχεια ότι σε απογοητεύει η στάση του, οι επιλογές του. Έχεις προσέξει πόσο συχνά σου ζητάει συγγνώμη; Σου φαίνεται φυσικό αυτό για ένα παιδί της ηλικίας του;»

Έμεινα να τον κοιτάζω άναυδη, αυτό ήταν λοιπόν.

«Βλέπεις που σου λέω;» συνέχισε ο Άρης. «Αν το έλεγε σ' εσένα, φαντάζεσαι πως θ' αντιδρούσες; Λες και δεν έχεις ξανακούσει κάτι τέτοιο, λες και δεν έκανες κι εσύ τα ίδια …»

«Άλλο εγώ», τον διέκοψα αναστατωμένη. «Τότε ήταν αλλιώς. Κι εγώ ήμουνα πιο μεγάλη. Και, στο τέλος-τέλος, εγώ σπούδασα αυτό που ήθελα…» «Τώρα κοροϊδευόμαστε, το καταλαβαίνεις, έτσι; Μεγαλώνει ο Χριστόφορος, μην τον πνίγεις…».

Μίλαγε ακόμα ο Άρης μα δεν τον άκουγα. Ένα χρόνο πιο μεγάλη ήμουνα απ’ το Χριστόφορο. Τελείωνα τότε το σχολείο και πήγαινα σ' ένα φροντιστήριο να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις στην Ιατρική. Στη Σόλωνος ήταν το φροντιστήριο κι έπειτα κατηφόριζα προς την Πανεπιστημίου, να πάρω το τρόλει για το σπίτι. Μια μέρα είδα τον πατέρα μου στη στάση. Πήγα να του μιλήσω, αλλά κάτι στην όλη συμπεριφορά του με συγκράτησε. Σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί μου φάνηκε. Μπήκα στο λεωφορείο κι έφυγα, αυτός ήταν ακόμα εκεί, μισοκρυμμένος πίσω απ' το περίπτερο. «Εδώ κάτι δεν πάει καλά», σκέφτηκα. Και την άλλη μέρα το επιβεβαίωσα, ερχότανε στο φροντιστήριο να δει αν πήγαινα και δεν έκανα κοπάνα κι έπειτα με ακολουθούσε μέχρι τη στάση για να βεβαιωθεί ότι θα γύριζα στο σπίτι. Ποιος ξέρει πόσο καιρό το έκανε αυτό και δεν τον είχα πάρει είδηση. Αλλά, βέβαια, τόσα χρόνια έζησε κομουνιστής στην παρανομία, ήξερε τρόπους να μένει απαρατήρητος. Τότε, λοιπόν, αποφάσισα να μην σπουδάσω Ιατρική. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δε μ' ενδιέφερε, αλλά δεν ένιωθα να έχω και λόγους να τσακωθώ μαζί τους αφού μου πλήρωναν το φροντιστήριο. Δεν είπα, λοιπόν, τίποτα για την παρακολούθηση, αλλά και τα διαβάσματα τα έκοψα. Δεν πέρασα φυσικά εκείνο το χρόνο και χρειάστηκε άλλος ένας χρόνος μέχρι να πείσω τον πατέρα μου να με στείλει στην Ιταλία. Το τι θα έκανα εκεί δεν το είχα ακόμα ξεκάθαρο στο κεφάλι μου, γράφτηκα στην Ιατρική γιατί δεν ήξερα πού αλλού να γραφτώ, αλλά τη μετεγγραφή τη δούλευα απ' την πρώτη μέρα στο μυαλό μου, με πάγωνε η ιδέα ότι θα σπούδαζα έξι χρόνια για να γίνω γιατρός. Τότε γνωρίστηκα και με τα παιδιά και άρχισα ν' απολαμβάνω αυτή την αίσθηση ελευθερίας που στην αρχή την έπνιγα γιατί είχα τύψεις που επιβάρυνα οικονομικά τους γονείς μου. Την ιδέα για τη Σχολή Καλών Τεχνών μου την έδωσε η Μύρνα, η καλύτερη φίλη μου εκείνον τον πρώτο χρόνο. Η μόνη ήμουνα απ' την παρέα που σπούδαζε σε άλλη Σχολή από αυτή που πιστεύανε οι γονείς της, ίσως κι αυτό να είχε συντελέσει στο κύρος μου, ποιος άλλος είχε κάνει κάτι τόσο τολμηρό; Όταν γέννησα το Χριστόφορο σκεφτόμουνα ότι αυτό θα είναι το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να μάθει για μένα και μετά δεν του το είπα ποτέ.

Ούτε ο Χριστόφορος είπε σ’ εμένα για τις αποφάσεις του. Κι εγώ, παρά τις καλές μου προθέσεις, από κείνο το βράδυ πραγματικά δεν τα παίρνω τα μάτια μου από πάνω του. Κι ούτε να ξεσκονίσω εκείνα τα παλιά τα φεμινιστικά μου μπορώ, περάσανε τόσα χρόνια από τότε, σαν όνειρο μου φαίνονται πια οι ατέλειωτες συζητήσεις που κάναμε για τη μητρότητα και τη σχέση μας με τα παιδιά.

Την εποχή που έμεινα έγκυος, ετοιμαζόμουνα για την πρώτη μας ομαδική έκθεση. Δυο από τη Σχολή της Ρώμης ήμαστε, ο Δημήτρης, τρία χρόνια πιο μεγάλος από μένα, κι εγώ. Ήταν, όμως, κι άλλα δυο παιδιά που είχαν σπουδάσει εδώ στην Αθήνα κι ένας Ιταλός απ’ το Λέτσε, ο Αλμπέρτο, που είχε παντρευτεί Ελληνίδα κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Είχαμε νοικιάσει ένα ατελιέ στο Μετς και περνάγαμε ώρες εκεί ζωγραφίζοντας, το είχαμε για χρόνια, μέχρι και το Χριστόφορο έπαιρνα μαζί μου όταν ήταν μικρός. Μετά εγκαταλείψαμε το ατελιέ και τα όνειρά μας να καταγραφούμε σαν ομάδα καλλιτεχνών, σκορπίσαμε, χαθήκαμε, μόνο ο Αλμπέρτο φαίνεται πως κάτι κατάφερε μόνος του στην Ιταλία που γύρισε όταν χώρισε με την γυναίκα του. Εγώ, απ’ όταν φύγαμε απ’ το σπίτι του Μετς, άρχισα να δουλεύω ερασιτεχνικά σαν διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων. Αργότερα άρχισα να παίρνω κι επαγγελματικά καμιά δουλειά, πληρωνόμουνα καλά και είπα να κάνω και μαθήματα, να ειδικευτώ σ’ αυτόν το χώρο. Τη διακόσμηση την εγκατέλειψα μόλις τελείωσα εκείνα τα μαθήματα. Ένιωθα ότι βολευόμουνα και ξεστράτιζα, έλεγα πως αν συνέχιζα έτσι δε θα γινόμουνα ποτέ ζωγράφος.

Έλειπαν μόλις δυο βδομάδες απ' τα εγκαίνια εκείνης της έκθεσης όταν έκανα τις εξετάσεις και βεβαιώθηκα ότι περίμενα παιδί. Το μικροβιολογικό εργαστήριο ήταν κοντά στο Πεδίο του Άρεως. Τελείωνε ο Σεπτέμβρης κι έκανε πολλή ζέστη ακόμα, αλλά δεν ήθελα να γυρίσω στο σπίτι, ούτε και να μιλήσω με κανέναν, εκείνες τις πρώτες ώρες δεν ήθελα να μιλήσω ούτε με τον Άρη. Σκεφτόμουνα πως θα τον φόβιζε η εγκυμοσύνη μου κι εγώ θα έπρεπε να την υπερασπίσω και δεν το άντεχα ακόμα.

Πήγα και κάθισα, λοιπόν, σ' ένα παγκάκι του πάρκου μέχρι αργά το μεσημέρι. Ούτε που θυμάμαι τι σκεφτόμουνα, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι η σκέψη της εγκυμοσύνης ερχόταν στο μυαλό μου με την κίνηση του κύματος: τη μια στιγμή με κατέκλυζε, με πλημμύριζε, την άλλη αποσυρόταν και μ' άφηνε να ξαποστάσω. Το ένιωθα ήδη από τότε ότι αυτή την εγκυμοσύνη δε θα την διέκοπτα, μου φαινόταν μάλιστα αφάνταστα σημαντικό που θα γεννούσα ένα παιδί, αλλά δεν ήθελα και να σκεφτώ εκείνη την ώρα τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο στη ζωή μου.

Κάποια στιγμή, αργά το μεσημέρι, πήγα και τηλεφώνησα στον Κώστα από ένα θάλαμο. Ήρθε στο Πεδίο του Άρεως και με βρήκε και πήγαμε για φαγητό σε μια ταβέρνα στην Κυψέλη. Τότε του το είπα κι ακόμα θυμάμαι πως ανακάτευα με το πιρούνι μου ένα πιάτο με γκιουβέτσι, που τελικά δεν το έφαγα.

Έτσι, ήταν ο Κώστας αυτός που έμαθε πρώτος για το Χριστόφορο. Πίναμε μετά καφέ στη Φωκίωνος Νέγρη κι είχε περάσει κάμποση ώρα που ήμαστε αμίλητοι όταν ο Κώστας κοίταξε το ρολόι του.

«Δε θα 'πρεπε πια να το πεις και στον Άρη;» με ρώτησε. Πήγαμε μαζί να τον πάρω τηλέφωνο κι ο Κώστας έφυγε όταν τον είδαμε να 'ρχεται από μακριά.

«Άντε, σε παραδίδω», μου είπε. Και μ' αποχαιρέτισε μ' ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο. Σ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μου δεν τον ξαναείδα, μιλούσαμε, όμως, στο τηλέφωνο, πάντα εγώ του τηλεφωνούσα. Γυρνώντας, έπειτα, στο σπίτι απ' το μαιευτήριο βρήκα το πακετάκι με το δώρο του, μια ασημένια κουδουνίστρα.

Την είδηση για τον ερχομό του Χριστόφορου ο Άρης τη δέχτηκε σιωπηλός. Λέξη δεν είπε, μ' αγκάλιασε απ' τους ώμους κι αρχίσαμε να περπατάμε άσκοπα. Περπατούσαμε, θυμάμαι, με τις ώρες, χωρίς να μιλάμε κι έπειτα πήγαμε βραδινή παράσταση στη Ριβιέρα που έπαιζε ένα έργο της Βερντμύλερ, το «Μια νύχτα γεμάτη βροχή». Πάτησα τα κλάματα σε μια σκηνή, ο Άρης τα έχασε εντελώς κι αφήσαμε το έργο στη μέση. Κι όπως πηγαίναμε προς το σπίτι μου, μου είπε τόσο σιγανά που χρειάστηκε να το επαναλάβει για να τ' ακούσω. «Θέλεις να παντρευτούμε; Σε παρακαλώ…»

Τα χάλια μας είχαμε τότε. Εγώ ίσα που έβγαζα τα έξοδα μου με κάποιες μεταφράσεις που έκανα κι ο Άρης θα 'φευγε σε λίγο για φαντάρος. Φτάσαμε σφιχταγκαλιασμένοι στο σπίτι μου κι εκείνο το βράδυ δεν ξαναμιλήσαμε ούτε για το μωρό, ούτε για το γάμο. Παντρευτήκαμε, όμως, στην πρώτη του άδεια απ' το στρατό, μόνοι οι δυο μας κι ένας παιδικός του φίλος για κουμπάρος, δεν τον ξαναείδαμε έκτοτε, έφυγε για σπουδές στην Αμερική κι έμεινε εκεί

Ο Άρης σκόπευε να κάνει διδακτορικό στη Φιλοσοφική, είχε έρθει σ' επαφή και μ' ένα καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης κι είχαν συζητήσει το θέμα, μόλις θα τελείωνε το στρατό θα έκανε την αίτηση. Ήμουνα με την κοιλιά στο στόμα και προσπαθούσα να τον πείσω να μην αλλάξει τα σχέδια του, αλλά το ξέραμε κι οι δυο πως η ζωή μας είχε πάρει άλλο δρόμο. Όμως, ποιος ξέρει;. Μπορεί και να φοβηθήκαμε ν' αναμετρηθούμε με τα όνειρα που κάναμε για τη ζωή μας τα ηρωικά χρόνια της Ρώμης.

«Αν δεν είχες βάλει τα κλάματα εκείνο το βράδυ στη Ριβιέρα… Πώς με τύλιξες έτσι το μαλάκα!» μου έλεγε καμιά φορά ο Άρης για να με πειράξει. Όταν, όμως, μετά από ατέλειωτες συζητήσεις είδαμε πως δε γινόταν αλλιώς, πως έπρεπε να δουλέψει και πήγε στο φοροτεχνικό γραφείο του πατέρα του, ούτε γι' αστείο δεν τόλμησε πια να το ξαναπεί. Τη μοναδική φορά που το ξανάπε, μάζεψα πράγματα και μωρό και πήγα να φύγω απ' το σπίτι, κι ας είχα μόνο δυο χιλιάρικα στην τσέπη μου.

Όταν γνωριστήκαμε με τον Άρη, εγώ ήμουνα κατηγορηματική. Έλεγα πως δε θα παντρευτώ ποτέ κι αν ήθελα να κάνω παιδί, θα το μεγάλωνα μόνη μου. Κι έπειτα, ξαφνικά, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε παντρεμένοι να μεγαλώνουμε αυτό το παιδί, όταν ακόμα εμείς παλεύαμε με μια παρατεταμένη εφηβεία και είχαμε όλα τα μέτωπα ανοιχτά μπροστά μας, με πρώτο το συναισθηματικό.



«Μπορείς να μου πεις τι έχεις αυτές τις μέρες και με κοιτάς σαν να μη μ' αναγνωρίζεις; Και κόψ’ το επιτέλους! Συνέχεια τρως! Ξέρεις πώς θα γίνεις;…»

Είχα αδειάσει όλο το μπολ με τα βερίκοκα. Έπαιζα με τα κουκούτσια καταπίνοντας την τελευταία μπουκιά και τινάχτηκα ακούγοντας ξαφνικά τη φωνή του Χριστόφορου.

«Κατάθλιψη νομίζω το λένε, αλλά ένας ειδικός θα μας έλεγε πιο σίγουρα», του είπα και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήμουνα έτοιμη να βάλω το παιδί σ' ένα κλίμα συνενοχής. «Δεν είναι τίποτα αγόρι μου», συνέχισα προσπαθώντας να μιλήσω φυσικά. «Μ' απασχολεί αυτή η ιστορία με τον Κώστα…. Εννοώ, που γίνονται όλες αυτές οι έρευνες». Και σηκώθηκα να πάω το άδειο μπολ στο νεροχύτη.

«Ο Κώστας ήταν ο πρώτος που έμαθε για την εγκυμοσύνη μου…» του είπα μετά, καθώς άνοιξα την βρύση. Κρατούσα το μπολ στα χέρια μου κι άφηνα το νερό να τρέχει. Δεν απάντησε ο Χριστόφορος, δεν τον απασχολούσε αυτό το θέμα. Γύρισα και τον κοίταξα, έσκυβε κάτω απ' το τραπέζι.

«Πού είναι αυτό το ζώο που είναι διασταύρωση γάτας με ελέφαντα; Εφτά κιλά ζυγίζει, το ξέρεις; Ροζίνα! Πού είσαι κουκλάρα μου;»

Κι όπως τον άκουγα να μιλάει στη γάτα, σκεφτόμουνα πως αυτός θα πρέπει με κάθε τρόπο να μείνει έξω από την ιστορία του θανάτου του Κώστα. Τουλάχιστον μέχρι να καταλάβουμε τι σήμαινε για όλους μας αυτός ο θάνατος. Γιατί μετά, κάποτε, θα του μιλήσω του Χριστόφορου για τον Κώστα, μου φαίνεται παράλογο πως δεν το έκανα μέχρι τώρα, ο Κώστας ήταν κομμάτι απ’ τη ζωή μου, κομμάτι απ’ τη ζωή όλων μας.


4. Ένα μπουκέτο μιμόζες


Ο Άρης μου λέει πως αν δεν είχα ζήσει όπως την έζησα τη δεκαετία του '70, θα είχα καταλήξει μέντιουμ ή αστρολόγος. Του μιλάω συνέχεια για τις συμπτώσεις που αναδύθηκαν απ' την ψηφιδωτή εικόνα που φτιάχνω μουλιάζοντας στις αναμνήσεις μου, τις συνδέω, μιλάω για το ρόλο του τυχαίου, έφτασα μάλιστα να πω πως και τους σχοινοβάτες μου μια υποσυνείδητη γνώση αυτού που επρόκειτο να συμβεί μ' έκανε να τους αρχίσω τώρα. Μετά από τόσα χρόνια δηλαδή που δε ζωγράφιζα.

Ήθελα να δω οπωσδήποτε και τη Στέλλα, την τότε Αναγεννησιακή. Μέχρι και στο κανάλι που δουλεύει σκέφτηκα να την αναζητήσω, αλλά την τελευταία στιγμή ντράπηκα, τι θα της έλεγα; Όταν με πήρε, λοιπόν, εκείνη στο τηλέφωνο σκέφτηκα: «μέντιουμ, ξε-μέντιουμ, εδώ κάτι συμβαίνει». Εκείνη βιαζόταν, ήθελε να συναντηθούμε το συντομότερο δυνατό, αλλά προφασίστηκα μια εκδρομή γιατί, έτσι ξαφνικά, τη φοβήθηκα αυτή τη συνάντηση, φοβήθηκα τους λόγους που έκαναν τη Στέλλα να με αναζητήσει εκείνη. Τι θα μου έλεγε, τι θα με ρωτούσε; Άφησα να περάσουν, λοιπόν, λίγες μέρες πριν της τηλεφωνήσω για να της πω πως γύρισα και να συναντηθούμε.

Στην Ιταλία είχα μια στάση προστατευτική απέναντι της κι ας είμαστε συνομήλικες. Τη μάλωνα, τη συμβούλευα, άνιση σχέση, μα φαίνεται πως δεν την ένιωσα ποτέ ισάξια μας, στο βάθος-βάθος του μυαλού μου λίγο χαζούλα την έλεγα. Κι όταν την είδα τώρα, μου φάνηκε σαν ξένη. Μου έκανε εντύπωση κι η αδυναμία της, η τηλεόραση τη δείχνει πιο γεμάτη.

«Τι τα 'κανες τα αναγεννησιακά μπρατσάκια σου;» της είπα και την αγκάλιασα.

Εκείνη τον είχε δει όμως τον Κώστα τα τελευταία χρόνια.

«Ο άντρας μου», μου είπε. «Είχε κάνει τότε ένα διδακτορικό για το φοιτητικό κίνημα στη Δυτική Ευρώπη. Μετά ήθελε να εξειδικεύσει το θέμα, τον ενδιέφερε η Ιταλία την εποχή τη δική μας. Έγινε Αναπληρωτής Καθηγητής ξέρεις. Πρόσφατα. Τέλος πάντων. Πήγε, λοιπόν, βρήκε τον Κώστα και του ζήτησε να συνεργαστούν. Τον ενδιέφεραν οι σχέσεις που είχαμε τότε με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά… Σαν αστυνομική έρευνα δεν ακούγεται αυτό;»

«Έλα μωρέ Στέλλα κι εσύ», της είπα κι έβαλα τα γέλια. «Άκου αστυνομική έρευνα! Πώς σου ήρθε πάλι αυτό; Έχεις ακόμα εκείνο το σύνδρομο παρανομίας που είχες και τότε;»

Γέλασε κι η Στέλλα, έδειχνε όμως αμήχανη και πέρασε λίγη ώρα πριν να μου πει ποιο ήταν το θέμα που την απασχολούσε.

«Άκουσα στο κανάλι ότι θ' αρχίσουν έρευνες για το θάνατο του, ίσως να μας καλέσει κι εμάς ο ανακριτής».

«Πόσες φορές, λοιπόν, θα χρειαστεί να πούμε την ιστορία μας…», άρχισα να λέω, αλλά δε συνέχισα, ήταν αργά πια για ξαναβρώ κώδικες επικοινωνίας με τη Στέλλα που είχα να τη δω από τότε μαλώσαμε, τότε που γνώρισε το Ρηγά της.

«Καλά, αν μας καλέσει θα δούμε τι θα κάνουμε», της είπα τελικά. Από την ώρα που συναντηθήκαμε η Στέλλα δεν είχε σταματήσει να καπνίζει.

«Λες να 'ναι έτσι απλό; Τι να μας θέλει όμως εμάς ο ανακριτής; Τι λες να υποψιάζονται;»

«Εμένα ρωτάς; Εσύ είσαι στην πηγή των πληροφοριών…»

Κοίταζε μακριά καπνίζοντας και σαν να μου φάνηκε πως ξαναείδα εκείνη τη γλυκιά, δειλή έκφραση που έπαιρνε κάτω από τις καστανές μπουκλίτσες της, όταν μας ρώταγε «και τώρα τι κάνουμε;» Και τώρα τι κάνουμε Στέλλα; Δεν είπα, όμως, τίποτα και περίμενα κοιτάζοντας την.

«Είδες κύκλους που κάνει η ζωή;» μου είπε όταν ετοιμαζόμουνα να σηκωθώ, να δώσω τέλος σ' αυτή την άχαρη σκηνή. «Ποιος θα μας το 'λεγε τότε πως, τόσα χρόνια μετά, θα καθόμαστε εδώ να συζητάμε για το θάνατο του Κώστα…»

Πήγα κι εγώ να πω κάτι εξίσου κοινότοπο, όταν η Στέλλα μάζεψε, ξαφνικά, τα πράγματα της και σηκώθηκε. Δεν είχα προλάβει να σηκωθώ κι εγώ, όταν την άκουσα να λέει:

«Ξέρεις, τα φτιάξαμε τελικά με τον Κώστα. Τότε που συνεργάστηκε με τον άντρα μου, που του 'δινε στοιχεία για την έρευνα του. Γι' αυτόν δε σήμαινε τίποτα. Για μένα όμως ήταν πάντα ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου. Λοιπόν, γεια, τα λέμε πάλι, θα τηλεφωνηθούμε…»

Την κοίταζα άναυδη ν' απομακρύνεται, λέξη δεν πρόλαβα να πω κι έτσι τελείωσε η συνάντηση με τη Στέλλα. Το βράδυ, όταν γύρισε ο Άρης στο σπίτι, με βρήκε να κρατάω ένα κουτί με παλιές φωτογραφίες και να μην αποφασίζω να το ανοίξω.

«Τι το κοιτάς έτσι; Γιατί δεν το ανοίγεις;» με ρώτησε κι ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

«Λες να δούμε καμιά μέρα τις φωτογραφίες μας στις εφημερίδες; Θυμάσαι τότε στην Έκθεση βιβλίου; Ανοίξαμε ένα βιβλίο, κατηγορία «Δοκίμια», ακόμα θυμάμαι την ταμπελίτσα, και είδαμε μια φωτογραφία με τα πανό μας, τότε που κυνηγήσαμε τον πρόεδρο της συνομοσπονδίας εργατών απ' το Πανεπιστήμιο. Θυμάσαι; Που του είχαμε αναποδογυρίσει το αυτοκίνητο;»

***

«Τι είναι αυτή η κλήση; Τι έκανες και σε καλεί ο ανακριτής;»

Πήγε να το γυρίσει στ' αστείο ο Χριστόφορος, ανεμίζοντας την κλήση στον αέρα, μα το έβλεπα πως είχε ανησυχήσει.

«Δώσε μου την. Δεν είναι τίποτα. Ήμουνα μάρτυρας σ' ένα τροχαίο», είπα ελπίζοντας να το καταπιεί χωρίς να κάνει άλλες ερωτήσεις. Με κοίταζε ακόμα ανήσυχος να της ρίχνω μια ματιά και να τη βάζω μέσα στην τσάντα μου μην του 'ρθει η ιδέα να τη διαβάσει πιο προσεκτικά. Δεν ξέρω γιατί δίστασα να του πω την αλήθεια, τι είχα να φοβηθώ; Του χαμογέλασα καθησυχαστικά και μπήκα στην κουζίνα. Τον άκουγα για λίγο ακόμα να φασαρεύει στο καθιστικό κι έπειτα άκουσα την εξώπορτα να κλείνει. Να πάρω τον Άρη να του το πω, σκέφτηκα και τότε κτύπησε το τηλέφωνο.

«Ο Σάκης είμαι. Τι είναι αυτή η ιστορία με τον ανακριτή; Όλους θα μας καλέσουν; Τι πάνε να βγάλουν;»

***

«Ήσαστε φίλοι με το μακαρίτη, έτσι δεν είναι κυρία Κομνηνού;»

«Ναι. Είμαστε φίλοι από παλιά…»

«Πότε τον είδατε για τελευταία φορά; Γνωρίζετε κάτι που θα μπορούσε να μας βοηθήσει στις έρευνες μας;»

«Είχα κάμποσα χρόνια να τον δω… Τα τελευταία χρόνια είχαμε χαθεί…»

«Τον γνωρίζατε, όμως, απ' τα φοιτητικά σας χρόνια, έτσι δεν είναι;»



Την πρώτη Πρωτοχρονιά που ήταν ο Κώστας στην Ιταλία μείναμε μόνοι μας στη Ρώμη, οι άλλοι είχαν φύγει για Ελλάδα. Όλο το βράδυ της παραμονής περπατάγαμε στους δρόμους, όλη την πόλη γυρίσαμε εκείνο το βράδυ. Γελούσαμε συνέχεια, μ' ό,τι κι αν βλέπαμε, ποτέ πια δεν τον ξαναείδα έτσι τον Κώστα. Κι έτσι όπως μιλούσαμε δυνατά και γελάγαμε προσέξαμε μια δυο φορές ότι μας σχολιάζανε οι περαστικοί.

«Να δεις πως θα μας περνάνε για Άραβες έτσι όπως είμαστε κι δυο μελαχρινοί», μου είπε ο Κώστας κι άρχισε να με αποκαλεί Φατμέ.

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε στη Βία Βένετο, είχαμε βγει απ' την ελληνική ταβέρνα που ήταν εκεί κοντά γιατί, λόγω της ημέρας, επιτρέψαμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να φάμε εκεί. Ο Κώστας μου έδειξε ένα ξενοδοχείο - ούτε θυμάμαι ποιο ήταν - και μου είπε, «εδώ μένει ο πατέρας μου όταν έρχεται στη Ρώμη, φέτος ήρθε δυο τρεις φορές», πρώτη φορά άκουγα ότι ερχόταν ο πατέρας του στη Ρώμη. Σταμάτησε ξαφνικά να μιλάει και είδα ότι κοίταζε επίμονα ένα καραμπινιέρο που στεκόταν λίγα μέτρα μακριά απ’ την είσοδο του ξενοδοχείου. Τον κοίταζε κι εκείνος και, έτσι όπως ήμουνα μισομεθυσμένη, είχα την παράλογη αίσθηση ότι δεν υπήρχε τίποτα άλλο σ’ ολόκληρη τη Βία Βένετο από αυτούς τους δυο άντρες που κοιταζόντουσαν ακίνητοι. Είχε κάτι επιβλητικό η εμφάνιση του Κώστα. Ήταν πολύ μελαχρινός με μαύρα μαλλιά, που αραιώνανε κάπως στους κροτάφους, και κατάμαυρα μάτια. Τον πρώτο καιρό που τον γνώρισα, θυμάμαι ότι ήθελα να συγκρατήσω την κάθε έκφραση του, την κάθε κίνηση, την πιο μικρή του λεπτομέρεια. Μόνο το ντύσιμο του μ’ ενοχλούσε τότε, που ήτανε πάντα άψογος σ' αντίθεση μ' όλους εμάς που ήμαστε ντυμένοι σαν να 'χαμε μόλις βγει από βαλίτσα. Αν το καλοσκεφτείς, όμως, χρειαζόταν κουράγιο για να εμφανίζεσαι έτσι εκείνα τα χρόνια στους χώρους που συχνάζαμε, σαν τη μύγα μεσ' το γάλα έμοιαζε, κι είναι περίεργο που κανείς ποτέ δε διανοήθηκε να τον δουλέψει ανοιχτά. Όχι από μας που τον γνωρίζαμε, αλλά από τους άλλους, μέχρι να τον γνωρίσουνε κι αυτοί, γιατί μετά δεν έμπαινε τέτοιο ζήτημα.

Έφυγε ξαφνικά ο Κώστας από δίπλα μου και, πριν προλάβω να καταλάβω τι σκόπευε να κάνει, πλησίασε τον καραμπινιέρο και του είπε με σπασμένα ιταλικά

«Συγγνώμη, μπορείτε να μου πείτε που είναι η Πρεσβεία του Ισραήλ;»

Προσγειώθηκα απότομα στην πραγματικότητα, με πάγωσε η αλλαγή στο βλέμμα του καραμπινιέρου, τίποτα το θεατρικό δεν είχε πια η σκηνή. Μ’ έπιασε απ’ το χέρι ο Κώστας και απομακρυνθήκαμε τρέχοντας, πήραμε ανάσα όταν πλησιάζαμε πια στο σταθμό των τραίνων, αλλά γελούσαμε ακόμα.

«Ξέρεις τι θυμάμαι;» μου είπε κάποτε, στην Ελλάδα πια. «Πόσο ξέγνοιαστοι κι ανυποψίαστοι ήμαστε εκείνο το βράδυ. Επαναστάτες του κώλου!»

Κι έβαλε πάλι τα γέλια.

***

«Ναι, γνωριζόμαστε από φοιτητές…» είπα στον ανακριτή.

« Μένατε στην οδό Τιμπουρτίνα, αν δεν κάνω λάθος».

«Ναι. Δηλαδή εμείς μέναμε, ο άντρας μου κι εγώ…Και κάτι άλλα παιδιά. Όχι ο Κώστας. Ο Κώστας έμενε αλλού. Μόνος του…» Και τότε δεν πέρασε απ’ το μυαλό μου η σκέψη, πώς ήξερε ο ανακριτής πού μέναμε εμείς.

Μετά τον ανακριτή πήγα πάλι στο νεκροταφείο. Ο Κώστας πέθανε 8 του Μάρτη. Έφαγα τον κόσμο να βρω ένα μπουκέτο μιμόζες να τις αφήσω στον τάφο του. Τον έσερνα πάντα μαζί μου στις 8 του Μάρτη, στην Πιάτσα ντι Σπάνια. Την τελευταία φορά, όταν φτάσαμε κι ήταν έτοιμος να φύγει, θυμήθηκε τις μιμόζες - έτσι πηγαίναμε τότε στη γιορτή της γυναίκας και καθόμαστε στα σκαλάκια της Τρινιτά ντει Μόντι κρατώντας μπουκέτα μιμόζες.

«Περίμενε», μου είπε και πήγε και μου 'φερε ένα ματσάκι, μικρό, απ’ αυτά που πουλάγανε οι πλανόδιοι ανθοπώλες στους γύρω δρόμους.

Όταν έφυγα απ’ το νεκροταφείο είχε αρχίσει πια να νυχτώνει. Ήταν μια ασυνήθιστα ζεστή βραδιά για τέτοια εποχή κι ένιωθα να με πνίγει μια αβάσταχτη νοσταλγία για τη ζωή μου με τον Κώστα. Χωρίς σχεδόν να το καταλάβω πήρα το δρόμο για την Κυψέλη, ήθελα να ξαναδώ το δυαράκι της θειας μου, εκεί που έζησα τα πρώτα χρόνια μετά τη Ρώμη. Κι έτσι όπως οδηγούσα, μου ήρθε στο νου ένα βράδυ, ποτέ μου δεν το ξέχασα εκείνο το βράδυ, όσα κι αν έζησα, όσα κι αν ζήσαμε από τότε. Έκανε ζέστη, καλοκαίρι ήταν, Ιούλιος μήνας, για χρόνια θυμόμουνα και την ημερομηνία. Ήτανε τη χρονιά που ο Άρης τελείωσε τα μεταπτυχιακά του και γύρισε οριστικά στην Ελλάδα, τη χρονιά που παντρευτήκαμε.

Ήτανε ήδη περασμένη η ώρα όταν συναντηθήκαμε με τον Κώστα. Τον είχα πάρει κλαίγοντας στο τηλέφωνο, όλη τη μέρα τρωγόμουνα με τα ρούχα μου, είχα τόσον καιρό στην Ελλάδα κι ήταν ακόμα όλη μου η ζωή στον αέρα, αν δε μου είχε αφήσει κι η θεια μου το σπίτι της δε θα μπορούσα ούτε νοίκι να πληρώσω, τον περισσότερο καιρό ήμουνα άφραγκη. Σε δυο μέρες θα ερχόταν κι ο Άρης. Ανυπομονούσα να τον δω, αλλά στην Αθήνα μου φαινόταν όλα αλλιώτικα, σαν να 'πρεπε να ξαναφτιάξουμε τη σχέση μας απ' την αρχή. Τηλεφώνησα, λοιπόν, στον Κώστα γιατί, κάποια στιγμή, ένιωσα να πνίγομαι στο σπίτι. Ήρθε και με πήρε και τριγυρίζαμε άσκοπα με τ' αυτοκίνητο του συζητώντας, δεν ήθελα να σταματήσουμε, μ' άρεσε να βλέπω να εναλλάσσονται οι εικόνες απ' τ' ανοιχτό παράθυρο. Κάποια στιγμή βγήκαμε στην Εθνική και βρεθήκαμε, αργά το βράδυ, στη Χαλκίδα. Η μάνα του Κώστα ήταν απ' τη Χαλκίδα, είχανε σπίτι εκεί. Σ' αυτό το σπίτι κάναμε έρωτα. Πρώτη και μοναδική φορά. Χαράματα φύγαμε, βλέπαμε την ανατολή βγαίνοντας απ' την πόλη.

«Πες μου, είμαι ακόμα εδώ;» τον ρώτησα κοιτάζοντας το προφίλ του, σαν χαραγμένο σε πέτρα έμοιαζε μ' εκείνο το φως. Χαμογέλασε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει.

«Γιατί; Πού νομίζεις ότι είσαι;»

«Δεν ξέρω… Νομίζω ότι εξαϋλώθηκα, ότι αναλήφθηκα στους ουρανούς ή ότι κύλησα σαν σταγόνα απ' τα χέρια σου…»

Για λίγο, για λίγα δευτερόλεπτα μόνο, πήρε τα μάτια του απ' το δρόμο, γύρισε και με κοίταξε.

«Εδώ είσαι Στέλλα. Εδώ, δίπλα μου. Δεν κύλησες σαν σταγόνα από τα χέρια μου».

Αυτό ήταν. Δεν ξαναμιλήσαμε σ' όλη τη διαδρομή μέχρι την Αθήνα. Βολεύτηκα μετά στο κάθισμα και κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, τ' αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο κοντά στο σπίτι μου κι ο Κώστας κάπνιζε, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο ένα φορτηγάκι που ξεφόρτωνε εμπορεύματα στην κοντινή ΕΒΓΑ, ο θόρυβος του με ξύπνησε.

«Πήγαινε με μέχρι το σπίτι», του είπα.

Δεν απάντησε, αλλά έβαλε μπροστά τη μηχανή. Τον κοίταξα για λίγο περιμένοντας αλλά αυτός συνέχισε να μη μιλάει. Άνοιξα, λοιπόν, την πόρτα να κατέβω και τότε ένιωσα τα μάτια του επάνω μου. Γύρισα κι έπεσα στην αγκαλιά του. Ένιωσα το μπράτσο του να σφίγγεται στους ώμους μου, με το ένα χέρι με αγκάλιασε, το άλλο όμως δεν το πήρε απ' το τιμόνι. Νόμισα ότι θα με φιλούσε και γύρισα το πρόσωπο μου, αλλά εκείνος χαλάρωσε το σφίξιμο και μ' έσπρωξε μαλακά μακριά του.

«Πήγαινε να κοιμηθείς», μου είπε. «Είσαι κουρασμένη».

Κατέβηκα αμίλητη απ' τ' αυτοκίνητο και, πριν ακόμα κάνω το πρώτο βήμα στο πεζοδρόμιο, τον είδα να φεύγει χωρίς να γυρίσει πίσω το κεφάλι του.

***

Ετοιμαζόμουνα ν’ αρχίσω να ζωγραφίζω. Ήταν πολύ νωρίς, ο Άρης κι ο Χριστόφορος δεν είχαν ακόμα ξυπνήσει. Δεν είχα προλάβει να βάλω τη ρόμπα της δουλειάς και με γύρισε πίσω το τηλέφωνο.

«Ο Σάκης είμαι», άρχισε να λέει λες και δε θα τον γνώριζα. Δεν πρόλαβα να απαντήσω. «Με πήρε η Στέλλα» συνέχισε. «Την είχε καλέσει ο ανακριτής. Σ' εσάς που είστε καταξιωμένη δημοσιογράφος θα μιλήσω αλλιώς, της είπε. Προσανατολίζομαι να ζητήσω στοιχεία απ' τις ιταλικές δικαστικές αρχές, έτσι της είπε. Θα πάρει χρόνο, αλλά είναι, λέει, αποφασισμένος να την ψάξει σε βάθος την υπόθεση γιατί τον έχει προβληματίσει πολύ. Τι λες για όλα αυτά; Η Στέλλα πάντως έχει τρομοκρατηθεί. Σαν να 'ταν τότε μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών και να μην το 'ξερε αισθάνεται».

Δεν ήθελα ν’ ακούσω τίποτα άλλο κι έδωσα το ακουστικό στον Άρη που είχε ξυπνήσει στο μεταξύ.

«Για πες μου βρε παιδάκι μου», τον ρωτούσα μετά, όταν είχε πια φύγει ο Χριστόφορος για το σχολειό. «Για τον Κώστα γίνονται όλα αυτά; Για μας; Μας ξαναγράφουν την ιστορία; Πες μου, γιατί εγώ έχω την αίσθηση ότι πρωταγωνιστούμε σε μια ταινία πολιτικής φαντασίας… Θυμάσαι τότε με τη Φιλίνη και τους υπόλοιπους που έκαναν έφοδο στο σπίτι τους νυχτιάτικα; Λες να μας κάνουνε κι εμάς τίποτα τέτοιο;»

«Έλα, άσε τ' αστεία. Το σενάριο, πάντως, πρέπει να είναι άψογο»

Έδειχνε σκεφτικός, είχε σκοτεινιάσει το πρόσωπό του, γι’ αυτό δεν του είπα πως δεν αστειευόμουνα όταν μιλούσα για τη νυχτερινή έφοδο.

«Θέλω να πω», συνέχισε μετά από λίγο «πως είτε αυτοκτόνησε ο Κώστας, όπως φαίνεται, είτε συνέβη κάτι άλλο, η ιστορία πρέπει να μην αφήνει κενά. Μονά, ζυγά δικά τους. Δεν ξέρω πού το πάνε, αλλά μάλλον χοντραίνει το παιγνίδι. Εκτός πάλι, που δεν το πολυπιστεύω όμως, αν είναι πράγματι κανένας κολλημένος ο ανακριτής και φαντάζεται ότι έπιασε λαβράκι. Θα δείξει. Σύντομα φαντάζομαι…»

«Εσύ τι πιστεύεις;»

«Θα δούμε, είναι νωρίς ακόμη. Ξέρεις, όμως, τι μου κάνει εντύπωση; Πώς και δεν το πιάσανε το θέμα τα κανάλια κι οι εφημερίδες. Περίεργο δεν είναι που αφήνουν έτσι ανεκμετάλλευτο το μυστήριο γύρω απ' το θάνατο του Κώστα; Μετά την πρώτη μέρα, έπεσε μια ύποπτη σιωπή. Ή δεν το αξιολογούν για κάτι σοβαρό; Δεν κολλάει όμως. Πώς το έλεγαν τότε, την πρώτη μέρα; Μυστηριώδης θάνατος εκδότη και πρώην υποψήφιου βουλευτή του Συνασπισμού…».

«Να την η απάντηση», πήγα ν’ αστειευτώ ακούγοντας το τηλέφωνο. «Αυτή τη φορά θα είναι ο ίδιος ο ανακριτής…». Και πήγα ν’ απαντήσω.

«Κλεάνθη! Πώς και μας θυμήθηκες;»

«Καλά ήσαστε; Έχετε κανονίσει τίποτα για το βράδυ; Θέλω να σας δω, να κουβεντιάσουμε».

«Συμβαίνει τίποτα;»

«Θα τα πούμε, θα τα πούμε. Θα περάσω εγώ από 'κει. Φίλησε μου το παιδί».

Μ' ανησύχησε ο τόνος του, δε μου 'δωσε και χρόνο να τον ρωτήσω κάτι παραπάνω έτσι όπως έκλεισε βιαστικός το τηλέφωνο. «Πάντα τέτοιος ήταν ο Κλεάνθης», είπα στον εαυτό μου, αλλά δε με καθησύχασε καθόλου αυτή η σκέψη. Έφυγε μετά κι ο Άρης κι εγώ δεν είχα πια όρεξη να καταπιαστώ με τους Σχοινοβάτες μου. Ο Σάκης, η Στέλλα, ο Κλεάνθης, ένιωθα ότι ήμαστε στη μέση ενός κλοιού που έσφιγγε επικίνδυνα γύρω μας και το χειρότερο ήταν ότι δεν είχα ακόμα ιδέα από τι κινδυνεύαμε. Μάζεψα ανόρεχτα τα σερβίτσια από το πρωινό και τα ακούμπησα στο νεροχύτη, τράβηξα μετά μια καρέκλα έξω, κάθισα κάτω απ’ το μεγάλο γιασεμί της αυλής και σκεφτόμουνα πως ώρα μου είναι την καθαρίσω κι αυτή, ανοίγει ο καιρός και μπορούμε να καθόμαστε καμιά φορά έξω, τα μεσημέρια τουλάχιστον. Και προσπαθούσα να φανταστώ ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα από πέρυσι τέτοια εποχή, που είχε γεμίσει ο τόπος λουλούδια και καθόμουνα ώρες ατέλειωτες στην αυλή να τα περιποιούμαι και μετά να τα καμαρώνω.

Τον Κώστα τον βλέπω συνέχεια στον ύπνο μου, παράξενα όνειρα, μιλάμε πολύ, μα όταν ξυπνάω δε θυμάμαι πια τι λέγαμε. Χθες έβλεπα πως πετούσαμε παλιά βιβλία στον Τίβερη. Πολλά βιβλία. Τα κοιτάζαμε, τους σκίζαμε το εξώφυλλο και τα πετάγαμε μετά στον Τίβερη απ’ τη γέφυρα του Καστέλ σαντ' Άντζελο.

Τότε στη Ρώμη, ο Θοδωρής δούλεψε κάποτε σαν βιβλιοπώλης. Είχε ένα πάγκο με βιβλία δηλαδή, που του τον είχε παραχωρήσει ένας φίλος του αναρχικός ο οποίος, έπειτα απ' το διάβασμα αμέτρητων βιβλίων, αποφάσισε να γίνει κι ο ίδιος συγγραφέας. Έστειλε, λοιπόν, το Θοδωρή στο πόστο του κι αυτός κλείστηκε σ' ένα δωμάτιο κι έγραφε με μια παλιά Ρέμινγκτον, μέχρι το δρόμο ακουγότανε ο θόρυβος των πλήκτρων, μας έλεγε ο Θοδωρής. Στη γέφυρα του Καστέλ σαντ' Άντζελο ήταν ο πάγκος και τον άπλωνε αργά το απόγευμα. Όταν δεν είχα δουλειά πήγαινα και του 'κανα παρέα Το λάτρευα εκείνο το μέρος, ειδικά το βράδυ με μάγευε να βλέπω μπροστά μου το κάστρο με το άγαλμα του αγγέλου.

Ένα βράδυ, εκεί που καθόμουνα και χάζευα την κίνηση, είδα ξαφνικά τον Κώστα να έρχεται απ' τη μεριά των δικαστηρίων. Έμοιαζε βιαστικός κι αφηρημένος κι έτρεξα να τον προλάβω.

«Κώστα!» του φώναξα και θυμάμαι πως τινάχτηκε και μετά με κοίταζε για κάμποσο σαν να μη με είχε γνωρίσει. «Πού πας;» τον ρώτησα. Κρατούσα στα χέρια μου ένα βιβλίο που είχα πάρει απ' τον πάγκο για να το κοιτάξω, μου είχε κάνει εντύπωση ο τίτλος: «Η Παλόμα». Μετά, όμως, αφαιρέθηκα και χάζευα το δρόμο, έτσι έτυχε και τον είδα.

«Τι είναι αυτό; Για να το δω», μου είπε εκείνος αντί γι' απάντηση και μου πήρε το βιβλίο απ' τα χέρια. «Είναι καλό. Να το διαβάσεις. Την ξέρεις την υπόθεση Πινέλλι; Του αναρχικού που δολοφονήσανε το '69 στο Μιλάνο, που τον εκπαραθυρώσανε απ' το αστυνομικό τμήμα; Τον είχαν συλλάβει σαν έναν από τους δράστες της σφαγής στην Πιάτσα Φοντάνα που μετά αποδείχτηκε ότι την είχαν κάνει οι φασίστες. Καλά. Δεν το ξέρεις. Διάβασε το όμως. Σ' αυτή την ιστορία βασίζεται, είναι πολύ καλό».

Έκανα μια κίνηση σαν να ήθελα να γυρίσω προς τον πάγκο κι αυτός με άρπαξε απ' το χέρι.

«Κάτσε, πού πας; Μην φωνάξεις το Θοδωρή, πρέπει να φύγω, βιάζομαι».

Κι έφυγε χωρίς άλλη λέξη. Εκείνο το βράδυ τη διάβασα μονορούφι την Παλόμα του Κάρλο Καστελλανέτα. Να 'ταν που ήμουνα επηρεασμένη απ' την εντύπωση που μου είχε κάνει η ξαφνική εμφάνιση του Κώστα στη γέφυρα του Καστέλ σαντ’ Αντζελο; Να 'ταν για άλλους λόγους που δεν κάθισα να ψάξω; Όμως, διαβάζοντας το, θυμάμαι πως μπέρδευα την εικόνα του Κώστα μ' εκείνη του αναρχικού Πιέτρο - του ήρωα του βιβλίου - ή του άγνωστού μου Τζιουζέππε Πινέλλι. Σαν να τον είχαν σκοτώσει εκείνον, άγνωστο ποιοι, άγνωστο πού και πώς, αφού εμείς τότε νιώθαμε αθάνατοι.


5. Μακρινό ταξίδι στη Ρώμη


«Ξέρετε ότι ο Κώστας είχε δεσμό τότε που ήμαστε στην Ιταλία; Παράνομο. Με μια παντρεμένη…»

Δεν προλάβαμε να καθίσουμε και ο Κλεάνθης πήγε να μας αιφνιδιάσει με τα νέα του. Έτσι τον θυμάμαι από μικρό, να μην αντέχει να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Ήταν κι ευφάνταστος και τον εντυπωσίαζε το παραμικρό, σ' όλα έδινε απίστευτες διαστάσεις. «Πες μας ρε Κλεάνθη κανένα σκάνδαλο», του λέγαμε μετά, εδώ στην Ελλάδα. Αυτός, όμως, είχε σοβαρέψει πια, τάφος ήτανε, κουβέντα δεν του έπαιρνες, είχανε αρχίσει οι δίκες του '89 κι αυτός μας έλεγε: «Αλήθεια; Ιδέα δεν έχω», ανέκδοτο έχει γίνει. Ο Κλεάνθης ήταν ο πρώτος μας που άλλαξε εμφάνιση και στυλ, πολύ πριν αρχίσει μάλιστα σταδιοδρομία ως πολιτικό πρόσωπο. Τον παρέλαβε ο πατέρας του μόλις πήρε το πτυχίο του - βουλευτής ήταν τότε ο πατέρας του - και τα ξέχασε ο Κλεάνθης αυτά που έλεγε στη Ρώμη, μπήκε στο κόμμα κι έκανε καριέρα. Χρόνια είχα, λοιπόν, να τον δω σ' αυτή την κατάσταση υπερδιέγερσης, από τότε που ήμαστε στη Ρώμη και μας αιφνιδίαζε με τα νέα που μας έφερνε κατά καιρούς.

«Ρε σεις, το ξέρετε ότι ο Κώστας έχει προκηρύξεις των Ερυθρών Ταξιαρχιών; Ρε μπας και…», μας είχε πει μια μέρα, κατακόκκινος απ' τη συγκίνηση.

«Άσε ρε ηλίθιε», τον είχε διακόψει έξαλλος ο Άρης. «Κι εγώ έχω. Μαζί τις βρήκαμε πάνω σ' ένα σκουπιδοτενεκέ, έξω από το Πανεπιστήμιο. Πήγαινε τώρα να το πεις και σ' όποιον δεν το έχει ακούσει ακόμα…»

«Πάντως αυτός έκλεισε γρήγορα την τσάντα του όταν κατάλαβε ότι τις είδα».

«Γιατί σε ξέρει τι μαλάκας είσαι, γι' αυτό τις έκρυψε».

Εγώ τις εξαφάνισα αυτές τις προκηρύξεις, όταν ήμαστε πια στην Ελλάδα. Θα πρέπει να ήταν το '83, Φλεβάρη του '83, τότε που φοβηθήκαμε ότι έγινε πραξικόπημα, όλη τη νύχτα την περάσαμε στα τηλέφωνα να ειδοποιούμε κόσμο. Τότε τις πέταξα, κι ο Άρης έκανε μέρες να μου μιλήσει.

«Τι παράνομο δεσμό είχε ο Κώστας στη Ρώμη;» τον ρώτησα φέρνοντας πάγο για το ούζο τους. «Τι παραμύθια είναι πάλι αυτά;»

Με κοίταξε αυστηρά ο Κλεάνθης, κάθε που με κοιτάει έτσι μου έρχεται να βάλω τα γέλια. Τώρα, όμως, διέκρινα και κάτι άλλο στα μάτια του, κάτι σαν φόβο.

«Άσε τις βλακείες Στέλλα, γιατί φοβάμαι ότι θα μπλέξουμε πολύ άσχημα μ' αυτή την ιστορία».

Κάθισα κι εγώ σε μια καρέκλα και περίμενα ν' ακούσω, ο Άρης δεν είχε ανοίξει το στόμα του.

«Μια γερμανίδα ήταν. Μεγάλη. Παντρεμένη μ' έναν Ιταλό».

«Η Νίλντε Μικαλίτζι! Μου την είχε γνωρίσει κι εμένα μια φορά που τους είδα να βγαίνουν μαζί απ' το σπίτι του. Συγγραφέας ήτανε, φίλη του πατέρα του. Αμάν βρε Κλεάνθη, δε λες ν' αλλάξεις…» του είπα κι έβαλα τα γέλια.

«Εγώ δε λέω ν' αλλάξω ή εσύ που τα κατάπινες αμάσητα όσα σου έλεγε; Κι έκανες και την έξυπνη…Ξέρεις, λοιπόν, τι τέλος είχε η συγγραφέας του; Κι όταν σου λέω ότι είχαν δεσμό, ξέρω τι λέω. Σε λίγο δε θα προλαβαίνεις να χωνεύεις αυτά που θα μαθαίνεις».

«Λέγε, λοιπόν, τι τέλος είχε;» τον διέκοψε ο Άρης κι εκείνος χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να συνέλθει από τα νεύρα του. Μ' αγριοκοίταζε ακόμα όταν μας είπε.

«Στη φυλακή πέθανε!» Περίμενε για λίγο τις αντιδράσεις μας, αλλά όπως δε μιλήσαμε συνέχισε. «Κατηγορούμενη για τρομοκρατικές ενέργειες. Τα τελευταία χρόνια ζούσε παράνομα στη Ρώμη, την πιάσανε το '82 στ' αεροδρόμιο, ετοιμαζότανε να ταξιδέψει στην Αθήνα με πλαστό διαβατήριο. Πέθανε ένα χρόνο μετά, δεν πρόλαβε να γίνει η δίκη. Αυτοκτονία ήταν η επίσημη εκδοχή, αλλά τρέχα γύρευε, μάλλον τη φάγανε στη φυλακή».

«Και ο δεσμός με τον Κώστα από πού προκύπτει;» ρώτησα, αλλά με διέκοψε ο Άρης.

«Κάτσε ρε Στέλλα μια στιγμή! Πού τα έμαθες εσύ όλα αυτά; Ποιος κάθεται να ψάχνει γεγονότα που έγιναν είκοσι χρόνια πριν; Τι πάνε να βγάλουνε;»

«Αμφισβητείς ότι έχω τρόπο να παίρνω πληροφορίες; Κι έπειτα, μ' έχει καλέσει κι εμένα ο ανακριτής. Γι' αυτό σας λέω, δεν είναι απλή αυτή η ιστορία… Αυτοί νομίζουν ότι έπιασαν λαβράκι, μιλάνε για πιθανές άκρες με τρομοκρατικές οργανώσεις».

Παγωνιά είχε πέσει στο δωμάτιο, κανείς μας δε μίλαγε, μόνο η Ροζίνα ακουγόταν να ρονρονίζει καθισμένη στα γόνατα μου. Της χάιδευα το μαλακό μαύρο τρίχωμα κι είχα μια αίσθηση εφιάλτη. Και ήταν σαν να 'βλεπα εικόνες απ' τη ζωή μας να στροβιλίζονται μ' ιλιγγιώδη ταχύτητα μπροστά στα μάτια μου. «Γινόμαστε όλοι μας διάφανοι», σκεφτόμουνα. «Ανακριτές κι ανακρινόμενοι ταυτόχρονα».

Και το παιδί; Τι θα μπορούσε να συμβεί και στο Χριστόφορο εάν γινόταν όλη η ζωή μας αντικείμενο έρευνας, εάν γινόταν μυθιστόρημα ό,τι κρατούσαμε για χρόνια επτασφράγιστο στα μύχια της ψυχής μας;

Δεν άντεχα σ' αυτή τη σκέψη, ένιωθα πως θα λιποθυμήσω.

«Στέλλα!» πρόλαβα ν' ακούσω τη φωνή του Άρη κι ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμόμουν πριν συνέλθω, ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, σκεπασμένη με δυο κουβέρτες γιατί είχα ρίγη. Τους είδα να με κοιτούν ανήσυχοι κι οι δυο, ο Άρης να μου βρέχει το μέτωπο με μια πετσέτα.

«Μη φοβάσαι», είπε ο Κλεάνθης. «Όπου να 'ναι φτάνει ο γιατρός».

«Τι να τον κάνω το γιατρό; Ταράχτηκα λίγο, αυτό είναι όλο».

Πήγα ν' ανασηκωθώ στα μαξιλάρια, αλλά ζαλίστηκα κι έγειρα πάλι πίσω.

«Να λοιπόν, που έμαθα πως είναι να λιποθυμάς! Πρώτη φορά στη ζωή μου συμβαίνει», πήγα να το ρίξω στ' αστείο, αλλά αυτό που επιθυμούσα εκείνη τη στιγμή ήταν να φύγουν όλοι και να μ' αφήσουν μόνη στο δωμάτιο.

Την ημέρα που μίλησα στον Κώστα για την εγκυμοσύνη μου, δεν πέρναγε καθόλου από το μυαλό μου η σκέψη ότι το παιδί μπορεί και να μην ήταν του Άρη. Μια φορά μόνο είχαμε κάνει έρωτα με τον Κώστα, σαν ελληνική ταινία θα 'μοιαζε αν είχα μείνει έγκυος εκείνη τη φορά. Γι' αυτό με ξάφνιασε η πρώτη του αντίδραση, σαν να μ’ απόδιωχνε ήταν.

«Δεν περιμένεις, βέβαια, να σου πω εγώ τι πρέπει να κάνεις με την εγκυμοσύνη σου…».

Τον είχα κοιτάξει έκπληκτη χωρίς να μπορώ ν’ αρθρώσω λέξη για λίγα λεπτά.

«Δεν ξέρω τι πρέπει, ξέρω όμως τι θέλω να κάνω», είπα μετά. «Όσο κι αν ήμουνα απροετοίμαστη, τώρα μου φαίνεται αφάνταστα σημαντικό που θα γεννήσω ένα παιδί…».

«Δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω μια σχέση ή να δεχτώ ένα παιδί», με διέκοψε αναστατωμένος και τότε κατάλαβα τι φοβότανε. Και ήθελα να τον καθησυχάσω, να του εξηγήσω ότι δεν ήταν δυνατόν να είναι δικό του το παιδί. Μόνο που δε μιλήσαμε ποτέ ανοιχτά γι' αυτό το θέμα. Ποτέ. Ίσαμε που χαθήκαμε οριστικά.

«Εμείς οι δυο είμαστε αλλιώς», του είπα μόνο, σαν να μην είχα καταλάβει τι εννοούσε. «Δεν μπορούμε να έχουμε άλλη σχέση, αν και για μένα η δική μας η σχέση ήταν ερωτική, ποτέ δεν ένιωσα έτσι για τον Άρη κι ούτε νομίζω ότι θα νιώσω για κανέναν άλλο».

Δεν ήξερα εκείνη τη στιγμή τι άλλο θα γινόταν. Αλλά έτσι όπως με κοίταζε, είχα την πολύ σαφή αίσθηση ότι τον έχανα κι ήθελα να προλάβω να του τα πω όλα.

«Το παιδί θα το κρατήσω. Δεν ξέρω τι θα πει ο Άρης, αλλά δε με νοιάζει. Μπορεί και να χωρίσουμε, δεν μπορώ να τον δεσμεύσω τώρα μ' ένα παιδί…».

«Μην το λες αυτό!», με διέκοψε πάλι. «Θα είναι τεράστιο λάθος να χωρίσετε με τον Άρη. Είσαι μπερδεμένη τώρα, αλλά τον Άρη τον αγαπάς όπως σ' αγαπάει κι εκείνος. Πες του για το παιδί κι αποφασίστε μαζί τι θα κάνετε».

Ένιωθα ότι ακόμα φοβόταν, δε σκεφτόταν εμένα αλλά τον εαυτό του, γι’ αυτό ήταν τα μάτια του γεμάτα έγνοια έτσι όπως με κοιτούσε. Κι ενώ - για πρώτη και μοναδική φορά – μ’ έπνιγε η επιθυμία να του πω ότι ήταν χρόνια που τον αγαπούσα, εκείνη την ίδια τη στιγμή ένιωθα να σπάει και ο κύκλος της μαγείας που με κρατούσε αιχμάλωτη όλα αυτά τα χρόνια. Κι ένιωσα πως και τότε, παλιά, όταν με ξάφνιαζε η αψεγάδιαστη εμφάνιση του, είχε μια υποψία οίκτου εκείνο το ξάφνιασμα, σαν ν’ ανακάλυπτα μια αναπηρία του που με πονούσε.

«Είμαστε πάντα φίλοι, έτσι;» του είπα κι ήταν σαν να το έλεγα σ' εμένα, σαν να ήθελα εγώ να πειστώ, να δικαιώσω τα χρόνια που είχαμε ζήσει μαζί, ασφυκτικά μαζί.

Λίγες ώρες μετά τηλεφωνήσαμε στον Άρη.

***

Ξύπνησα την άλλη μέρα κι ήταν αργά, ο Άρης κι ο Χριστόφορος είχαν φύγει. Ένιωθα ακόμα κουρασμένη, δεν ήθελα να σηκωθώ απ' το κρεβάτι. Στο κομοδίνο πλάι μου ήταν τα φάρμακα για την υπόταση κι ένα ποτήρι νερό. Θυμήθηκα το κομοδίνο της μάνας μου λίγο πριν πεθάνει, γεμάτο φάρμακα. «Γέρασες Στέλλα», σκέφτηκα, μα ήρθε ξαφνικά σαν κύμα που κτυπάει στα βράχια η ανάμνηση της χθεσινής βραδιάς. «Γιατί μας το κάνουν αυτό», ψιθύρισα πολλές φορές, «γιατί, γιατί;» Κι ένιωσα σαν να γκρεμιζότανε γύρω μου ο κόσμος, ολόκληρος ο κόσμος που χρόνια τώρα παλεύαμε να χτίσουμε σ' αυτή τη μονοκατοικία στη Νέα Σμύρνη.

Σηκώθηκα απ' το κρεβάτι, άνοιξα το παράθυρο και τότε είδα στο κομοδίνο του Άρη, πίσω από το φωτιστικό, το παραπεμπτικό που μου είχε γράψει ο γιατρός για εξετάσεις, μια σελίδα πυκνογραμμένη. Το έσκισα και το πέταξα στην αυλή απ' τ' ανοικτό παράθυρο. Πήρα, έπειτα, το κουτί που είχαμε τα λεφτά μας. Τα μέτρησα προσεκτικά, με λίγη οικονομία θα με φτάνανε να πάω στο κομμωτήριο και ν' αγοράσω κανένα καινούργιο ρούχο. Απ' όταν σταμάτησα να δουλεύω κι έκανα μόνον καμιά μετάφραση, τα οικονομικά μας ήταν στενεμένα, είχαμε και τα φροντιστήρια του Χριστόφορου. Σήμερα, όμως, και μόνον αυτή η σκέψη μου δημιουργούσε την επιθυμία να βγω και να ξοδέψω. Να ξοδέψω για μένα, να σπαταλήσω χρήματα κάνοντας πράγματα που δεν τα συνηθίζω, ούτε τα χρειάζομαι.

Βγήκα στον δρόμο και πήγα να πάρω το λεωφορείο, σήμερα τ' αυτοκίνητο το είχε ο Άρης. Καθώς ξεκίναγε το λεωφορείο, σκέφτηκα πως θα μ' αναζητούσε ο Άρης, θα μ' έπαιρνε τηλέφωνο και θ' ανησυχούσε που δε θ' απαντούσα. «Θα του τηλεφωνήσω μόλις κατέβω», σκέφτηκα κι ακούμπησα το μέτωπο στο τζάμι του παραθύρου, δεν ένιωθα ακόμα εντελώς καλά.

Να πάω στη Ρώμη. Έστω και για δυο μέρες. Έκανα αυτή τη σκέψη και ξαφνικά ηρέμησα, πώς δεν το σκέφτηκα τόσον καιρό;

Η τελευταία φορά που είχαμε πάει στη Ρώμη ήταν πριν τρία χρόνια. Εκείνη την περίοδο πέρναγε την πιο σοβαρή κρίση της η σχέση μας, για πρώτη φορά συζητήσαμε και το ενδεχόμενο διαζυγίου. Κι έμοιαζε φυσική κατάληξη, τα τελευταία χρόνια ζούσαμε σχεδόν σαν χωρισμένοι, ο καθένας τη ζωή του, να μη διασταυρώνονται οι δρόμοι μας, το μόνο μας κοινό στοιχείο ήταν πια η φροντίδα για το παιδί. Έλεγα, λοιπόν, πως είμαστε πολύ περήφανοι κι οι δυο για να συνεχίσουμε έτσι.

«Δεν μας ταιριάζει, βρε Άρη, αυτή η κατάντια», του είπα ένα βράδυ κι εκείνος δεν απάντησε. Είχε γυρίσει αργά εκείνο το βράδυ κι ήταν αμίλητος κι εγώ ήταν καιρός που δεν ένιωθα πια καμιά επιθυμία να τον ρωτήσω τι συμβαίνει, γιατί είναι έτσι, τι έχει αλλάξει επιτέλους.

«Αν νομίζεις πως δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, ας χωρίσουμε», μου είπε την άλλη μέρα το πρωί. Εκείνη την περίοδο έπαιρνα μαθήματα για διακόσμηση εσωτερικών χώρων κι έλειπα πολλές ώρες απ’ το σπίτι. Ετοιμαζόμουνα, λοιπόν, να φύγω όταν μου το είπε, έφευγα τότε πολύ πρωί. Δεν του απάντησα, μάζεψα τα σύνεργά μου κι έφυγα, ένιωθα σαν ν’ άνοιξε ένα βάραθρο μπροστά μου κι έπρεπε να το υπερπηδήσω για να μην γκρεμιστώ μέσα, αφάνταστα δύσκολο μου φαινόταν να το πάρω απόφαση κι ας πίστευα ακόμα ότι, πράγματι, δε μας άξιζε να γίνει διαφορετικά.

Όταν γύρισα το βράδυ, βρήκα το Χριστόφορο πολύ αναστατωμένο. Του είχε υποσχεθεί ο Άρης ένα ταξίδι στην Ιταλία, πλησίαζε Πάσχα κι είχαν ήδη τηλεφωνήσει και στην Πέτρα και τον Σαλβατόρε.

«Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να μείνεις μόνη. Δεν είναι εύκολη η απόφαση, καλύτερα να μη σ' επηρεάζει η παρουσία μου», μου είπε ο Άρης όταν ο Χριστόφορος πήγε επιτέλους για ύπνο.

«Αυτή τη βδομάδα τελειώνω με τα μαθήματα. Αν θέλεις, πάμε όλοι μαζί σ' αυτό το ταξίδι».

Δεν έγινε τίποτα ιδιαίτερο στην Ιταλία. Μια αίσθηση ήταν περισσότερο, ότι ο γάμος μας δεν είχε τελειώσει ακόμα, παρά συγκεκριμένα γεγονότα ή συζητήσεις. Άλλωστε δε μιλούσαμε πολύ, ο Άρης τριγυρνούσε όλη μέρα με το Χριστόφορο, σ' όλη τη Ρώμη γυρίζανε. Όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα, είχα ήδη πάρει την απόφαση να μην ασχοληθώ τελικά και με τις διακοσμήσεις, μόνο η ζωγραφική θα μ’ έβγαζε απ’ το τέλμα. Για το διαζύγιο δεν ξαναμιλήσαμε κι εγώ χρειάστηκε να περιμένω άλλα τρία χρόνια μέχρι να ξαναρχίσω να ζωγραφίζω.

Και τώρα ένιωσα να με πνίγει η νοσταλγία να ξαναγυρίσω στη Ρώμη, σαν να 'ταν έτσι να λυθούν όλα μου τα προβλήματα. Όμως, αυτή τη φορά ήθελα να πάω μόνη. «Μόλις γυρίσω σπίτι θα πάρω τηλέφωνο τον Σαλβατόρε», σκεφτόμουνα. Ο Άρης δε θα έχει αντίρρηση, θα του το πω αφού τα κανονίσω πρώτα με το Σαλβατόρε. Με καράβι θα πάω και μετά με τραίνο, τα πεθύμησα τα τραίνα στην Ιταλία, τότε κάναμε του κόσμου τις διαδρομές με τραίνο. Είχα φτάσει πια στη Φλωρεντία με το μυαλό μου, καθώς με χτένιζαν στο κομμωτήριο. Με κοίταζα και δε με γνώριζα, πώς το είχα αποφασίσει ξαφνικά να βάψω τα μαλλιά μου; Καστανοκόκκινα τα έβαψα.

«Θα μπορούσες να ζήσεις σ' αυτή την πόλη;» με είχε ρωτήσει ο Άρης την πρώτη φορά που βρεθήκαμε στη Φλωρεντία, φοιτητές ήμασταν ακόμα, στα πρώτα χρόνια των σπουδών μας.

«Φυσικά και θα μπορούσα! Αστειεύεσαι;»

«Εγώ νομίζω πως δε θα μπορούσα… Μου προκαλεί πόνο τόση ομορφιά».

Καθόμαστε στο Πόντε Βέκιο και κοίταζε μαγεμένος τα νερά του Άρνου.

«Μέχρι κι αυτά τα βρώμικα νερά έχουν μια γοητεία…» Γύρισε και με κοίταξε κι ήταν ακόμα στα μάτια του η μαγεία των νερών. Έτσι τον έβγαλα φωτογραφία, για χρόνια την είχα στο πορτοφόλι μου εκείνη τη φωτογραφία.

Δεν άντεξα να περιμένω και πήγα στο γραφείο του για να του πω πως θέλω να φύγω για τη Ρώμη. Άμεσα. Κι αύριο αν ήταν δυνατόν. Ο προθάλαμος ήταν άδειος και μπήκα κατ' ευθείαν στο γραφείο, κανείς δεν ήταν κι εκεί, έδινε μια εικόνα ερήμωσης ο χώρος. Ο Άρης στεκόταν στο παράθυρο και δεν τον είδα αμέσως.

«Τι γίνεται εδώ; Το κλείσατε το μαγαζί;»

Γύρισε έκπληκτος.

«Στέλλα! Τι κάνεις εδώ;»

«Σου έχω νέα…» άρχισα να λέω και ξαφνικά ένιωσα παράξενα μέσα σ' αυτήν την ησυχία. «Πού είναι οι άλλοι; Γιατί είσαι μόνος;»

«Σχολάσανε. Δεν είδες τι ώρα είναι; Τι κάνεις εσύ εδώ τέτοια ώρα;»

Τίναξα το κεφάλι μου, η αίσθηση ότι ζούσα σε λάθος χρόνο έγινε έντονη. Φυσικά και ήταν αργά, τόσες ώρες τριγύρναγα στην Αθήνα, άργησα και στο κομμωτήριο.

«Ωραία είναι τα μαλλιά σου. Πώς και τ' αποφάσισες; Εσύ έλεγες ότι δε θα τα βάψεις ποτέ».

Η φωνή του Άρη με συνέφερε, έκανα μερικά βήματα μηχανικά και τον πλησίασα κι ήτανε σαν να προσγειώθηκα απότομα σ' ένα πραγματικό χώρο και χρόνο, πόσο τρόμαξα μ' εκείνη την ερημιά όταν την πρωταντίκρυσα, σαν να φοβήθηκα πως τα 'χασα όλα, ότι είχε φύγει κι ο Άρης και θα γινόταν άλλο ένα μυστήριο αυτή η εξαφάνιση. Τον κοίταζα τώρα κι είδα μια κούραση αβάσταχτη στο πρόσωπο του. Πως είναι δυνατό να φύγω και να τους αφήσω; Κι ο Χριστόφορος θα γύρισε στο σπίτι και δε θα με βρήκε. Τι θα σκεφτότανε κι αυτός;

«Τι νέα είπες ότι έχεις;»

«Δεν είναι ακριβώς νέα». Πήρα βαθιά αναπνοή. «Σκεφτόμουνα αν θα μπορούσαμε να πάμε όλοι μαζί φέτος το καλοκαίρι στην Ιταλία. Νωρίς το καλοκαίρι και να γυρίσουμε μετά μαζί με τον Σαλβατόρε».

«Το καλοκαίρι…Να 'χουν τελειώσει όλα αυτά και βλέπουμε. Να πάμε, γιατί να μην πάμε;»

Πλησίασα κι άλλο και τον αγκάλιασα σφιχτά, έχωσα το πρόσωπο μου στο στήθος του. Ο Άρης ξαφνιάστηκε κι ακούμπησε αμήχανος τα χέρια του στους ώμους μου.

«Θα 'χουν τελειώσει μέχρι το καλοκαίρι; Υποσχέσου μου ότι θα έχουν τελειώσει…» του είπα και μόλις που ακούστηκε η φωνή μου. Κι ήτανε όπως ένιωσα την πρώτη φορά που έφυγα για τη Ρώμη. Είχαμε βρεθεί πολύ κοντά με τον πατέρα μου τότε, τις τελευταίες μέρες πριν φύγω. Μου είχε κάνει δώρο κι αεροπορικό εισιτήριο για να πάω γρήγορα και να μην ταλαιπωρηθώ. Τον χαιρέτησα στο αεροδρόμιο και, όπως προχωρούσα για τον έλεγχο επιβατών, γύρισα το κεφάλι να τον κοιτάξω άλλη μια φορά. Στεκόταν ακίνητος στη θέση που τον είχα αφήσει και, ξαφνικά, ένιωσα πως θα του λείψω. Γύρισα τρέχοντας κι έπεσα στην αγκαλιά του.

«Υποσχέσου μου ότι θα είσαι καλά όταν ξανάρθω. Ότι θα ήσαστε όλοι καλά…» και δεν κατάλαβα αν ήταν ιδρώτας ή δάκρια αυτό που μούσκεψε το πρόσωπο μου όπως τον φίλησα.

Έτσι ένιωθα και τώρα. Σαν κάτι να άφηνα, ν' αποχαιρέταγα, κάτι που μόνον τώρα να καταλάβαινα πόσο πολύτιμο ήταν.

Γυρίσαμε μαζί με τον Άρη στο σπίτι. Παράξενα αμίλητοι κι έπειτα ο Άρης κλείστηκε στο δωμάτιο μας με πονοκέφαλο, μετά το θάνατο του Κώστα λέει πως πυκνώσανε οι πονοκέφαλοί του, μοιάζουνε όμως περισσότερο με πρόφαση, σαν να αποζητάει την μοναξιά κι εγώ κάνω πάλι ότι δεν καταλαβαίνω. Κάθισα, λοιπόν, μόνη στην αυλή μέχρι που σκοτείνιασε. Ένιωθα αφάνταστα κουρασμένη κι είχα ξεχάσει κιόλας τα καινούργια μου ρούχα και τα καστανοκόκκινα μαλλιά μου. Όταν γύρισε ο Χριστόφορος απ' το μπάσκετ, του έβαλα αμίλητη το φαγητό του στο τραπέζι

«Κάτι έκανες εσύ. Τι έκανες;» με ρώτησε καθώς έτρωγε με βουλιμία, αμάσητες κατάπινε τις μπουκιές κι ήθελα να τού πω να τρώει πιο σιγά γιατί θα χαλάσει το στομάχι του, μα δεν τού μίλησα.

«Τα μαλλιά σου! Ωραία είναι, σου πάνε».

«Καλά είναι. Έλα τέλειωνε να μαζέψω το τραπέζι».

Σήκωσε το κεφάλι απ' το πιάτο του και με κοίταξε.

«Εντάξει είμαι», του είπα για να προλάβω την ερώτησή του. «Εντάξει είμαι», επανέλαβα. «Άντε να διαβάσεις και μην αρχίσεις πάλι τα τηλεφωνήματα με την Άννα». Πήγε να γελάσει ο Χριστόφορος αλλά το γέλιο του ήταν βεβιασμένο κι αμέσως μετά το βλέμμα του έγινε πάλι διερευνητικό

«Ν' αλλάξουμε αυτή τη λάμπα. Είναι καταθλιπτικά εδώ μέσα το βράδυ, θέλει πιο δυνατό φως…» άρχισα να λέω καθώς πήγαινα τα πιάτα στο νεροχύτη κι έπειτα βγήκα απ' την κουζίνα νιώθοντας ότι ο Χριστόφορος δεν έπαψε να με κοιτάζει.

Με πήρε ο ύπνος στο σαλόνι εκείνο το βράδυ. Διάβαζα, με πήρε ο ύπνος και κάποιος με σκέπασε με μια κουβέρτα. Ξύπνησα αργά το πρωί, με τη Ροζίνα ξαπλωμένη επάνω μου να μου πιέζει το στήθος, με μια αίσθηση ασφυξίας ξύπνησα. Δίπλωνα την κουβέρτα όταν άκουσα θόρυβο στο μπάνιο. Τον Άρη σκέφτηκα, μήπως ήταν αδιάθετος κι έμεινε σπίτι, μήπως δεν ήταν πρόφαση κι ο χθεσινός πονοκέφαλος. Ήταν ο Χριστόφορος όμως.

«Τι κάνεις εδώ; Πάλι δεν πήγες σχολείο;»

«Το είπα στο μπαμπά το πρωί. Χθες άργησα πολύ να κοιμηθώ, διάβαζα...»

Σαν να ‘φταιγε ο Χριστόφορος για όλα, που νιώθω πως τίποτα δεν ήταν πια όπως πριν, που με παραλύει μια αίσθηση συνολικής αταξίας. Μ’ έπνιξε ένα κύμα θυμού και δεν πρόλαβα να το ελέγξω.

«Θ’ αποφασίσεις ποτέ να σοβαρευτείς; Σε δυο χρόνια δίνεις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Μας περισσεύουν τα λεφτά για να τα δίνουμε στα φροντιστήρια;»

Είχαμε μπει στην κουζίνα κι άρχισα να ετοιμάζω το πρωινό του. Ο Χριστόφορος είχε μείνει ακίνητος και με κοίταζε κι εγώ έλεγα ας θυμώσει, ας αντιδράσει με τον συνηθισμένο τρόπο του, ήταν εντελώς άδικη η επίθεση που του έκανα και πλανιόταν ακόμα στον αέρα. Όταν ήμουνα εγώ στην ηλικία του, δεν το άντεχα αυτό, τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις όταν περίμενα άλλα, τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις την ώρα του φαγητού κυρίως, σαν να ‘πρεπε με κάποιο τρόπο να πληρώσω για κείνη την φροντίδα του ζεστού φαγητού στο τραπέζι.

Ο Χριστόφορος όμως δε μίλησε. Κάθισε επάνω στο τραπέζι και κατέβασε το κεφάλι. Κοιτούσα την καμπύλη του λαιμού του και τον ένιωσα πάλι αβάσταχτα ευάλωτο κι απροστάτευτο. Μείναμε κάμποση ώρα σιωπηλοί κι οι δυο, εγώ ακουμπισμένη στο νεροχύτη κι ο Χριστόφορος στο τραπέζι με σκυμμένο κεφάλι.

«Κάθισε κανονικά στην καρέκλα και φάε το πρωινό σου πριν κρυώσει», του είπα κάποια στιγμή. Πάλι περίμενα να μου απαντήσει κάτι αιχμηρό που του μίλησα σαν να ήταν μωρό, αλλά εκείνος συνέχισε να κοιτάζει αμίλητος το πάτωμα. Έπειτα, έτσι, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, χωρίς να με κοιτάζει, μου είπε ότι είχε αλλάξει γνώμη κι ότι δεν ήθελε πια να σπουδάσει.

«Μόλις τελειώσω το λύκειο θα μου βρει δουλειά ο νονός μου, έτσι μου είπε».

Ο Χριστόφορος είναι αβάφτιστος. Όταν ήταν, όμως, ακόμα πολύ μικρός για να του εξηγήσουμε τους λόγους που δεν τον βαφτίσαμε, ζητούσε να 'χει κι αυτός ένα νονό. Εκείνο τον καιρό κάναμε πολλή παρέα με τον Κλεάνθη, ερχόταν πολύ συχνά στο σπίτι. Μια μέρα, λοιπόν, που ο Χριστόφορος ξανάφερε την κουβέντα για το νονό του, ο Κλεάνθης αυτοπροτάθηκε και είπε πως αν αποφασίσει ποτέ το παιδί να βαφτιστεί, θα είναι αυτός ο νονός του. Κι έτσι απέκτησε κι ο Χριστόφορος νονό, έστω κι αν έμεινε τελικά αβάφτιστος. Μετά ο Κλεάνθης, απ' όταν έγινε Γραμματέας Υπουργείου, ξέκοψε από μας, αλλά με το Χριστόφορο διατηρεί μια περίεργα ζεστή σχέση. Μιλάνε στο τηλέφωνο, βγαίνουν και μαζί καμιά φορά, πέρυσι μάλιστα το καλοκαίρι πήγαν και λίγες μέρες κρουαζιέρα με κότερο, εμείς ήμαστε τότε στην Αλόννησο.

«Ποιος θα σου βρει δουλειά; Άκου να σου πω! Δε μ' αρέσουν καθόλου αυτά τα τελεσίγραφα…» άρχισα να του λέω. Ήτανε εντελώς λάθος το ύφος μου, με είχε αιφνιδιάσει και ξέχασα όλα όσα ετοίμαζα να του πω, μέρες τώρα, από εκείνο το βράδυ που μου μίλησε ο Άρης για την απόφασή του. Προσπάθησα να το αλλάξω. «Να κάτσουμε αγόρι μου να το συζητήσουμε ήρεμα…»

Δεν πρόλαβα να συνεχίσω, ήταν πολύ φτιαχτή η αλλαγή του τόνου μου και ξέσπασε ο Χριστόφορος.

«Να συζητήσουμε ήρεμα θες; Εγώ όμως θέλω να σε ρωτήσω πρώτα κάτι. Αν μου το απαντήσεις, να συζητήσουμε όσο ήρεμα θέλεις. Τι θα κερδίσω, λοιπόν, αν σπουδάσω, μου λες; Εσείς τι κερδίσατε;»

«Εμείς τι κερδίσαμε; Θες να σου πω τι κερδίσαμε;»

Κάτι παπαγαλίες από διαβάσματα ψυχολογίας αναμάσαγα τόσα χρόνια, παραδεχόμουνα ότι το παιδί θα πρέπει να μας αμφισβητήσει, ότι δε γίνεται διαφορετικά. Σ' αυτήν, όμως, την κατά μέτωπο επίθεση δε με βοήθησαν καθόλου τα διαβάσματα μου.

«Μιας και θα χρειαστεί, λοιπόν, έτσι κι αλλιώς, να τα ανακεφαλαιώσω για άλλους λόγους αυτά που ζήσαμε εκείνα τα χρόνια, να σου πω ευχαρίστως τι κερδίσαμε εμείς», συνέχισα μπαρουτιασμένη και δεν ξέρω τι άλλο ακόμα θα έλεγα αν εξακολουθούσε να με κοιτάζει κατάματα και να αισθάνομαι ότι με προκαλεί. Εκείνος, όμως, κατέβηκε απ’ το τραπέζι, κάθισε στην καρέκλα κι άρχισε ν’ ανακατεύει το γάλα του στο φλιτζάνι. Ποιόν πας να ξεσυνεριστείς ανόητη, σκέφτηκα και ξαφνικά ένιωσα αφάνταστα ανεπαρκής για την περίσταση. Κάθισα κι εγώ στην καρέκλα απέναντι του κι έπιασα να βουτυρώνω μια φρυγανιά.

«Εντάξει», του είπα προσπαθώντας να χαμογελάσω. «Μετά απ' αυτή την έκρηξη, ας δούμε αν μπορούμε να συζητήσουμε ήρεμα το θέμα». Ο Χριστόφορος, όμως, ήταν ακόμα θυμωμένος, το έβλεπα

«Αυτό που ήθελα να πω, είναι ότι εσύ τόσα χρόνια δε ζωγράφιζες. Κι ο μπαμπάς δε χρειαζόταν πτυχίο και μεταπτυχιακό στην Αρχαιολογία για να δουλεύει στο γραφείο του παππού. Μάλιστα έχασε και χρόνια, θα μπορούσε να είχε αρχίσει να δουλεύει από πιο νωρίς… Γιατί να τα χάσω κι εγώ αυτά τα χρόνια; … Τι με κοιτάς έτσι;»

Θυμόμουνα πόσο μας είχε στοιχίσει αυτή η απόφαση του Άρη, όλες εκείνες τις ώρες που τα συζητούσαμε, που έλεγα ότι βιαστήκαμε να παντρευτούμε κι αυτός μου απαντούσε πως το γραφείο του πατέρα του ήταν μια λύση προσωρινή. Τι να του πεις, όμως, του παιδιού; Έπειτα θυμήθηκα πάλι αυτό που είχε πει ο Άρης. Όταν αναρωτιότανε τι καταφέραμε κι εμείς που κρατηθήκαμε και δεν πέσαμε απ' το σκοινί. Κι ένιωσα πως κάτι, τέλος πάντων, έπρεπε να του πω του Χριστόφορου. Πως δεν μπορούσε να μιλάει έτσι ανέμελα για τα χρόνια μας, σαν να 'τανε σκουπίδια

«Πες με μελοδραματική, πες με ό,τι σου γουστάρει, αλλά τους Σχοινοβάτες μου δε θα τους έκανα ποτέ αν δεν τα είχα ζήσει εκείνα τα χρόνια που εσύ τα λες χαμένα. Και τα επόμενα χρόνια, που, όπως είχες την ευγένεια να μου υπενθυμίσεις, δεν μπορούσα να ζωγραφίζω. Όμως τώρα ξανάρχισα. Δεν ήταν χαμένα χρόνια λοιπόν. Υπήρχε μια συνέχεια, γι' αυτό και μπόρεσα να ξαναρχίσω να ζωγραφίζω. Έχεις ιδέα πόσο σημαντικοί είναι για μένα οι Σχοινοβάτες μου; Ακόμα κι αν είναι να μην καταφέρω να τους τελειώσω ποτέ».

Με κοίταζε έκπληκτος ο Χριστόφορος. Κι εγώ δεν μπορούσα τώρα να ελέγξω την οργή μου κι έτρεμε απ’ τη συγκίνηση η φωνή μου καθώς ένιωθα ότι ήταν πράγματι αφάνταστα σημαντικό για μένα το ότι είχα ξαναρχίσει να ζωγραφίζω. Κι ακόμα πιο σημαντικό το να καταφέρω να τελειώσω τον πίνακα μου. Έτσι όπως τον είχα πρωτοσκεφτεί όμως, έτσι όπως τον είχα αρχίσει, όταν δεν το ξέραμε ακόμα για το θάνατο του Κώστα.

«Δεν είναι, όμως, αυτό το θέμα μας…» μου είπε διστακτικά, μουδιασμένος απ’ το ξέσπασμά μου.

«Όχι, αυτό ακριβώς είναι το θέμα μας. Εμένα αυτά τα χρόνια με τρέφουν ακόμα, δώσανε νόημα στη ζωή μου, τη χρωματίσανε. Με τίποτα δε θα τ' άλλαζα κι ας μην βρήκα κι εγώ δουλειά απ' τις σπουδές μου. Δεν ξέρω τι λες εσύ, εγώ όμως δε νιώθω καθόλου αποτυχημένη. Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω, έτσι;»

Τον κοίταζα στα μάτια και δεν τον λυπόμουνα πια. Δεν τον ένιωθα μικρό κι ευάλωτο, εγώ ένιωθα ευάλωτη απέναντι στην σκληρότητά του. Αυτός ξέρει τι θέλει, εγώ δε λέω να το καταλάβω και τον λυπάμαι ακόμα, έλεγα μέσα μου. Κι ένιωθα ακόμα να με πνίγει ο θυμός.

«Να κάνουμε μια συμφωνία;» μου είπε εκείνος αφού άντεξε το βλέμμα μου για λίγο ακόμα. Έτσι μου λέει πάντα όταν δεν την αντέχει την ένταση ανάμεσα μας, με μια συμφωνία θέλει να στρογγυλέψουμε τις αιχμές.

«Να κάνουμε λοιπόν μια συμφωνία», του είπα. Το έβλεπα πια κι εγώ πως η συζήτηση είχε ξεστρατίσει, αν δεν το έλεγε αυτός για τη συμφωνία, μπορεί και να το πρότεινα εγώ, έτσι κάναμε απ' όταν ήταν μικρός, γιατί ούτε εγώ την άντεχα την ένταση ανάμεσά μας.

«Θα συνεχίσω να διαβάζω για ένα χρόνο σαν να μην άλλαξε τίποτα. Θα προετοιμάζομαι, δηλαδή, για τις πανελλήνιες. Αν, όμως, μετά από ένα χρόνο σας πω ότι δε θέλω να σπουδάσω, δε θα με πιέσετε. Σύμφωνοι;»

«Εντάξει. Σύμφωνοι», του είπα και κοίταξα μετά το ρολόι μου, δεν είχε καταλαγιάσει ακόμα μέσα μου η μπόρα. Ένδεκα η ώρα, κόντευε να μας πάρει το μεσημέρι, ο Χριστόφορος με κοίταζε ακόμα και τώρα ήμουνα εγώ που δεν άντεχα το βλέμμα του.

«Εντάξει, είπαμε. Τελείωσε!» Κι άνοιξα το παράθυρο πάνω απ' το νεροχύτη για να ποτίσω τα γλαστράκια με τους μενεξέδες, χρωματιστούς μενεξέδες, δική μου σύνθεση, πάντα μου άρεσε να έχω μικρά γλαστράκια στο περβάζι του παραθύρου. Πήγα μετά στο δωματιάκι που είχα για γραφείο κι άνοιξα το παράθυρο, κατασκότεινο ήταν, έβλεπε τον τοίχο της πλαϊνής πολυκατοικίας. Άνοιξα τον υπολογιστή κι έπιασα τη μετάφραση που δούλευα, ένα ψυχολογικό θρίλερ ήταν, δε μ' άρεσε καθόλου, αλλά το είχα ήδη καθυστερήσει πολύ.

Ώρες μετά, όπως ξαναείδα το ρολόι μου κι είχε καθυστερήσει ο Άρης, σκέφτηκα πως θα ένιωθα άραγε εγώ αν βρισκόμουνα ποτέ στην κατάσταση της ηρωίδας. Να έχει φύγει το πρωί ο άντρας της για τη δουλειά και να μην γυρίσει ποτέ πια, χωρίς κανείς να μπορεί να της πει που είναι. Άκουσα τα κλειδιά του στην πόρτα κι ανάσανα βαθιά, σαν να 'χα στ' αλήθεια φοβηθεί πως δε θα γύρναγε σήμερα ο Άρης και κανείς δε θα ήξερε να μου πει που ήταν. Όπως σηκώθηκα απ' την καρέκλα σκεφτόμουνα με πόσους τέτοιους ήχους - κλειδιά, βήματα, το θόρυβο του νερού που έτρεχε το πρωί στο μπάνιο - κτιζόταν καθημερινά μια αίσθηση ασφάλειας που μόνο μετά το θάνατο του Κώστα συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό κομμάτι της ζωής μου είναι. Δεν καταφέρνω πια να κοιμηθώ αν δεν τους νιώσω και τους δυο μέσα στο σπίτι, μόνον οι ήχοι της παρουσίας τους με καθησυχάζουν.

«Άργησες», του είπα και πάλι μου έκανε εντύπωση πόσο κουρασμένος έδειχνε.

«Πέρασε ο Σάκης απ' το γραφείο και πήγαμε για φαγητό. Συνεχίζονται οι ανακρίσεις. Μάλλον θα καλέσουν κι εμένα. Σύντομα μάλιστα».


7. Έξω απ' τις φυλακές της Ρετζίνα Τσέλι


Είχε γίνει ένα συνέδριο που το οργάνωσαν ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, πρέπει να ήταν το '77. Για τη δημόσια τάξη ήταν, το ποινικό σύστημα, κάτι τέτοιο. Καθόμαστε στο σπίτι, ένα από 'κεινα τα ατέλειωτα, πληκτικά μεσημέρια, όταν το ανέφερε τυχαία ο Κώστας και κανείς μας δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να το παρακολουθήσει. Τελευταία στιγμή αποφάσισε ο Σάκης να πάει μαζί του. Ο Σάκης, που συνήθως τεμπέλιαζε, έμπαινε κάθε τόσο, περιοδικά, «σε φάση αγωνιστικής επαγρύπνησης», όπως έλεγε ο γενικά πιο ψύχραιμος Άρης. Έτσι και τότε. Δεν έχανε συγκέντρωση, εκδήλωση, διαδήλωση, ρίζες είχε βγάλει στη φοιτητική λέσχη. Καταβρόχθιζε ένα σάντουιτς την ώρα που σηκώθηκε ο Κώστα για να φύγει.

«Κάτσε ρε μια στιγμή, περίμενε, θα 'ρθω κι εγώ», του είπε και πήγε να πλύνει τα χέρια του. Ο Κώστας στεκότανε στην πόρτα κι έπαιζε με την αλυσίδα απ' τα κλειδιά του. Τον κοίταζα και σκεφτόμουνα αν ήθελα να πάω κι εγώ μαζί τους.

«Εσύ τι θα κάνεις;» με ρώτησε, κι ενώ ήμουνα έτοιμη να του πω «έρχομαι», άλλαξα ξαφνικά γνώμη κι αποφάσισα να κάτσω να τελειώσω μια σύνθεση που δούλευα για τις εξετάσεις στη σχολή μου. Οι άλλοι θα πήγαιναν αργότερα στη λέσχη για φαγητό και μετά σινεμά - έτσι έλεγαν τουλάχιστον. Έμεινα, λοιπόν, στο σπίτι κι έτσι ήμουνα εγώ που απάντησα στο τηλέφωνο όταν με πήρε ο Κώστας απ' την Πολυκλινική.

«Τα φασισταριά, την είχαν στήσει ένα τετράγωνο πιο μακριά απ' την αίθουσα του συνεδρίου. Με το Σάκη χωρίσαμε βγαίνοντας, είχε βρει μια πιτσιρίκα και φεύγανε μαζί, ήταν και κάτι άλλα παιδιά. Δυο στείλανε στο νοσοκομείο. Καλά που καθυστέρησα κι εγώ και τους είδα όταν γύρισα να πάρω τ' αυτοκίνητο μου. Είχε έρθει ήδη το νοσοκομειακό όταν έφτασα. Ο άλλος είναι άσχημα, ο Σάκης ήταν τυχερός, λίγα πράγματα, το πρόσωπο του μόνο έχει τα χάλια του, δεν έχει κανένα σπάσιμο όμως. Τον κρατήσανε για να του πάρουν κατάθεση, δε θ' αργήσουμε ελπίζω, θα τον φέρω εγώ μετά. Πήρα για να μην ανησυχείτε. Πάω τώρα μην τα κάνει μούσκεμα. Είναι και τα ιταλικά του που είναι χειρότερα απ' τα μούτρα του…»

«Πού ακριβώς ήσαστε; Έρχομαι…»

«Κάτσε εκεί που είσαι. Δε χρειάζεται κανείς άλλος. Άντε σ' αφήνω, θα τα πούμε μετά».

Κι ευτυχώς δεν πρόλαβα να του πω αυτό που σκέφτηκα, ρεζίλι θα γινόμουνα αν τον ρώταγα τι έκανε και καθυστέρησε τόσο, ώστε να έχει πάει και το νοσοκομειακό όταν έφτασε εκείνος στο σημείο που τους την πέσανε οι φασίστες. Κι έπειτα, όταν είδα το Σάκη με μπανταρισμένο το κεφάλι, την ξέχασα εντελώς την καθυστέρηση του Κώστα, τι σημασία είχε εξάλλου;

Μας έδεσε όμως εκείνο το γεγονός. Σαν να 'τανε το τελετουργικό που βάφτισε την ομαδούλα μας σε οργάνωση κι ας τσακωνόμαστε ακόμα για τ' όνομα της. Ο Σάκης βέβαια, στην αρχή έλεγε, «εγώ λέω να πηγαίνω, βαράνε άσχημα αυτοί», αλλά μετά τα έφτιαξε με τη Γεωργία που τον φρόντισε εκείνο το πρώτο βράδυ. Δεν κράτησε πολύ το ειδύλλιο, στο μήνα επάνω δε μιλιόντουσαν κι ο Σάκης μετακόμισε για λίγες μέρες στο σπίτι του Κλεάνθη. Για καιρό μετά μας έλεγε ότι τη Γεωργία δεν μπορεί να την ξεπεράσει αλλά, στο τέλος, τα έφτιαξε με μια φίλη του Σαλβατόρε κι έμαθε και ιταλικά. Κι η Γεωργία παντρεύτηκε με Ιταλό, εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο και ασχολούνται με τουριστικές επιχειρήσεις, πάμπλουτοι έχουν γίνει, τα πρώτα χρόνια μας καλούσαν για διακοπές, αλλά δεν τ' αποφασίσαμε ποτέ με τον Άρη.

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά το ξυλοδαρμό του Σάκη. Γυρνούσα απ' τη Σχολή μου και βρήκα το Σαλβατόρε στη στάση του λεωφορείου. Τυχαία μου είπε ότι πέρναγε και με είδε, αλλά εγώ ήμουνα σίγουρη ότι με περίμενε. Ανέβηκα στη μηχανή του για να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι, αλλά ο Σαλβατόρε έκανε γύρους, σαν κάτι να περίμενε.

«Τι κάνουμε; Δεν πάμε σπίτι;» του είπα κι εκείνος μου πρότεινε να πάμε πρώτα να φάμε μια πίτσα.

«Έλα, κερνάω», μου είπε. «Θα πάμε στο Τραστέβερε, σ' ένα σύντροφο που κάνει την ωραιότερη πίτσα της Ρώμης».

Δεν ξέρω γιατί περίμενα πως θα μου έλεγε κάτι για την Πέτρα, ήταν μέρες που δεν τους έβλεπα μαζί κι αυτό με είχε βάλει σε σκέψεις. Έπεσα, λοιπόν, απ' τα σύννεφα όταν με ρώτησε τι ξέρουμε για τον Κώστα, αν τον γνώριζε κανείς μας από παλιά, αν ξέρουμε με ποιους άλλους κάνει παρέα εδώ στη Ρώμη και κάτι τέτοια. Κοντεύαμε να τελειώσουμε το φαγητό κι είχε έρθει να καθίσει μαζί μας κι ο φίλος του Σαλβατόρε, αυτός που είχε το μαγαζί. Αμίλητος καθόταν και μας κοίταζε, κάπνιζε και στριφογύριζε στα χέρια του ένα ποτήρι με κρασί, από το κόκκινο κρασί που είχε φέρει να μας κεράσει. Ένιωσα αφάνταστα άβολα, αν δεν ήξερα τόσο καλά τον Σαλβατόρε θα σηκωνόμουνα να φύγω. Άρχισα να σκουπίζω σχολαστικά τα χέρια μου σε μια χαρτοπετσέτα και προσπαθούσα να σκεφτώ τι ν' απαντήσω. Αν ήταν αλλιώς η ατμόσφαιρα κι ο τρόπος που μου έκανε τις ερωτήσεις, μπορεί και να γέλαγα ή να του έλεγα απλώς ότι, απ' όσο ξέρω, και παραπάνω δε θέλω να μάθω, ο Κώστας είναι μοναδικός. Είχε όμως κάτι το έντονα συνωμοτικό η σκηνή που μ' έκανε να κουμπωθώ.

«Σαν τι να ξέρω δηλαδή για τον Κώστα παραπάνω απ' ό,τι ξέρεις κι εσύ;» του είπα τελικά. «Και τι χρειάζεται να ξέρουμε παραπάνω;»

«Είναι δύσκολοι οι καιροί Στέλλα. Και η πολιτική δράση δεν είναι παιγνίδι. Μπορεί να βρεθείς άσχημα μπλεγμένος και να μην καταλάβεις ούτε το πώς, ούτε το γιατί…»

«Τι σχέση έχει ο Κώστας μ' όλα αυτά;» τον ρώτησα και κουνήθηκα ανήσυχη στην καρέκλα μου, μ' ενοχλούσε κι ο τρόπος που με κοίταζε ο φίλος του, ούτε τ' όνομα του δεν είχα συγκρατήσει.

«Προχθές τον είδαν να βγαίνει από ένα σπίτι. Μια γυναίκα μένει εκεί. Δε θέλω να σου πω τίποτα παραπάνω. Μπήκε για λίγο και βγήκε. Ήταν τη μέρα που χτυπήσανε το Σάκη…»

Ώστε γι' αυτό είχε αργήσει να φτάσει στο σημείο της συμπλοκής, σκέφτηκα και θυμάμαι ότι με ξάφνιασε ο πόνος που ένιωσα, σαν να με είχε ξεγελάσει ο Κώστας, σαν προδομένη ένιωσα. Και ξαφνικά θύμωσα πολύ με τον Σαλβατόρε.

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», του είπα και σηκώθηκα έτοιμη να φύγω.

«Καθίστε, εγώ θα φύγω, με θέλουν στην κουζίνα», είπε απρόσμενα ο φίλος του, σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε.

«Κι αυτός πάλι τι ρόλο παίζει;» είπα στο Σαλβατόρε «Γιατί έπρεπε να είναι παρών στην ανάκριση; Τι ιστορία είναι αυτή;»

Στεκόμουνα ακόμα όρθια, αναποφάσιστη αν θα 'πρεπε να φύγω και να τον αφήσω.

«Μην εκνευρίζεσαι. Έλα, φεύγουμε αν θες. Πάμε να περπατήσουμε λίγο», μου είπε εκείνος, σηκώθηκε και πήγε στο ταμείο να πληρώσει. «Θα τα πούμε, Φραντζέσκο», φώναξε προς τη μεριά της κουζίνας, Φραντζέσκο λοιπόν τον λέγανε τον σιωπηλό ανακριτή. Βγήκα απ' το μαγαζί και τον περίμενα έξω. Βγήκε μετά κι ο Σαλβατόρε, ασφάλισε τη μηχανή του και πήραμε να περπατάμε κατά μήκος του Τίβερη.

Περπατούσαμε αμίλητοι και ξαφνικά κοκάλωσα. Είδα στ' αριστερά μου, στο κάτω μέρος του δρόμου, τον απειλητικό όγκο ενός κτιρίου καταθλιπτικά φωτισμένου. Ήταν οι φυλακές της Ρετζίνα Τσέλι. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από 'κει. Μια κλούβα είχε σταματήσει και κάποιους κατέβαζε και λίγο πιο κει, στο φυλάκιο της εισόδου, έβλεπα κάποιους άλλους να μιλάνε με το φρουρό, συγγενείς των κρατουμένων που έφεραν θα ήταν. Σαν σκηνικό θεάτρου μου έμοιαζε εκείνη η εικόνα, λίγα μέτρα πιο 'κει, στο Λουνγκοτέβερε, περπάταγε κόσμος, περνούσαν αυτοκίνητα. Και ξαφνικά ένιωσα σαν παγιδευμένη, σαν να μου είχαν παίξει ένα άσχημο παιγνίδι κι όλα να ήταν προσχεδιασμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.

«Λοιπόν; Τι παιγνίδι είναι αυτό; Χρειάζεται και το κατάλληλο σκηνικό η συζήτηση;»

Ο Σαλβατόρε δεν είχε δει ότι σταμάτησα κι είχε προχωρήσει λίγα βήματα μόνος. Γύρισε, λοιπόν, και με κοίταξε έκπληκτος.

«Σκηνικό; Τι σκηνικό; Α, αυτό…» είπε, σαν μόλις εκείνη τη στιγμή να συνειδητοποίησε την παρουσία των φυλακών. Γύρισε πίσω, μ' αγκάλιασε απ' τους ώμους και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Κι εγώ δεν τραβήχτηκα, είχε ήδη περάσει η πρώτη εντύπωση και καταλάβαινα ότι ήταν εντελώς παρανοϊκή η αντίδραση μου. Έτσι, παρόλο που ήμουνα ακόμα επηρεασμένη, κατάφερα να του χαμογελάσω.

«Τι ιστορία είναι αυτή;» ρώτησα πάλι, αλλά με φωνή πιο ήρεμη.

«Δε θέλω να στεναχωριέσαι», μου είπε. «Απλώς ανησυχώ για σας. Τη ζείτε σαν περίπατο στην εξοχή αυτήν την περίοδο, δεν είναι σωστό αυτό, καλό είναι να ξέρετε πάντα με ποιον έχετε να κάνετε».

Αυτό ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μου πει. Ήταν ο τρόπος ζωής μας, ήταν οι μέχρι τότε εμπειρίες μου, δεν ξέρω τι απ' όλα ήταν, μα ένιωσα σαν να θέλανε πάλι να μας ευνουχίσουν.

«Και για σένα τι ξέρουμε;» του είπα ερεθισμένη και τραβήχτηκα απότομα απ’ την αγκαλιά του. Έτσι όπως τίναξα, μάλιστα, το χέρι μου τον κτύπησα άθελά μου. Έμεινε μια στιγμή άναυδος.

«Που το βρίσκεις τόσο νεύρο, μια σταλιά άνθρωπος;» μου είπε γελώντας.. «Τίποτα δεν ξέρετε, αυτό είναι αλήθεια», σοβάρεψε μετά. «Ξέρω, όμως, εγώ ότι η σχέση σας μαζί μου δε σας απειλεί. Αντίθετα».

«Δε χρειαζόμαστε προστάτες», του απάντησα. «Κι έπειτα οι προστάτες είναι κακόφημη κατηγορία, δεν το ήξερες;»

Είχαμε φτάσει πια στο μέρος που είχε αφήσει τη μηχανή του, ανεβήκαμε και σ' όλο το δρόμο ο Σαλβατόρε προσπαθούσε να με κάνει να γελάσω, να διασκεδάσει την εντύπωση της κουβέντας που είχαμε κάνει λίγο πριν. Τα είπαμε μετά και με τον Άρη - στους άλλους δε θέλησα να πω τίποτα - και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι όλη η παρέα του Σαλβατόρε παρουσίαζε συμπτώματα παράνοιας. Την άλλη μέρα ήταν που πήγα να πάρω τον Άρη με τον Κώστα απ' το Πανεπιστήμιο και βρέθηκα στην καρδιά της μάχης μεταξύ Φιλοσοφικής και Νομικής. Κοιτούσα, θυμάμαι, τον Κώστα και τον ένιωθα να αποπνέει μια αίσθηση σιγουριάς, «αυτός δε θα χαθεί ποτέ», σκεφτόμουνα κι ένιωθα πως θα ήθελα να 'μαι για πάντα δίπλα του. Πέρασε καιρός μέχρι να ξαναβρώ την οικειότητα και την άνεση που είχα στη σχέση μου με το Σαλβατόρε, με τα δόντια κρατιόμουνα να μην τα πω όλα στην Πέτρα.

Τη συζήτηση με το Σαλβατόρε την ξαναθυμήθηκα ένα χρόνο μετά. Είχα βγει από μια έκθεση ζωγραφικής και τριγυρνούσα άσκοπα στους δρόμους γύρω από την Πιάτσα Εσέντρα, όταν ξαφνικά μου φάνηκε ότι αναγνώρισα την περιοχή, εκεί κοντά ήταν το σπίτι του Κώστα, μια φορά μόνο είχα πάει αλλά σαν να το θυμόμουνα το μέρος. Κοίταζα, λοιπόν, μήπως και αναγνωρίσω το δρόμο, όταν τον είδα να βγαίνει από μια πολυκατοικία και τότε το θυμήθηκα, εκεί ήταν το σπίτι του.

Δεν ήταν μόνος, ήταν και μια γυναίκα μαζί του. Μια σαρανταριά χρονών, αφάνταστα γοητευτική και τόσο κομψή που μ' έκανε να νιώσω τα ρούχα μου σαν χρωματιστά κουρέλια. Έσφιξα γύρω μου την κάπα μου και δεν ήξερα τι να κάνω, να τους μιλήσω ή να παραστήσω ότι δεν τους είδα και να εξαφανιστώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Στεκόμουνα ακόμα έτσι αναποφάσιστη όταν με είδε ο Κώστας. Δεν ξέρω γιατί σκέφτηκα ότι θα τον δυσαρεστούσε η εμφάνιση μου εκεί, έξω απ' το σπίτι του, κι έμεινα άναυδη όπως τον είδα να με πλησιάζει χαμογελώντας.

«Να κι η Στέλλα! Πού βρέθηκες εδώ; Έλα να σου συστήσω μια φίλη. Φίλη του πατέρα μου είναι».

Έτσι γνώρισα την Νίλντε Μικαλίτζι, συγγραφέας ήταν μου είπε ο Κώστας, ο πατέρας του είχε εκδώσει δυο βιβλία της στα ελληνικά και τώρα ετοίμαζαν και μια τρίτη έκδοση. Εκείνη ήταν η μοναδική φορά που την είδα κι ούτε ξανασυζητήσαμε ποτέ με τον Κώστα γι' αυτήν. Θυμάμαι μόνον πως μου είχε κάνει εντύπωση η καλή διάθεση που είχε ο Κώστας εκείνο το βράδυ. Μου είπε να τον περιμένω, την συνόδευσε μέχρι τ' αυτοκίνητο της, χαιρετηθήκανε και μετά ήρθε πάλι προς το μέρος μου.

«Άντε πάμε μαζί στο σπίτι», μου είπε. «Κι εγώ εκεί ερχόμουνα», και μπήκαμε στ' αυτοκίνητο του. «Λοιπόν, τι δουλειά είχες έξω απ' το σπίτι μου;» με ρώτησε κι ήταν πειρακτικός ο τόνος του. Τον κοίταξα έκπληκτη, αυτή η αντίδραση ήταν εντελώς απρόσμενη από τον Κώστα που ήξερα. Μπερδεύτηκα και δεν ήθελα πια να του πω ότι πήγαινα να τον βρω, για ένα απροσδιόριστο λόγο ένιωθα ότι θα με εξέθετε μια τέτοια ομολογία.

«Σε μια έκθεση ζωγραφικής ήμουνα. Κοντά στο παλιό Πλανητάριο. Κι έπειτα, που θες να το θυμάμαι εγώ το σπίτι σου; Τυχαία βρέθηκα…»

«Α, έτσι λοιπόν. Τώρα πάντως ξέρεις που είναι. Αν ξαναβρεθείς, δηλαδή, τυχαία», μου είπε γελώντας κι ένιωσα, θυμάμαι, πολύ άσχημα, σαν σαχλή προσπάθεια να με φλερτάρει που τον ευτέλιζε μου φάνηκαν τα λόγια του. Με μπέρδευε και το κέφι του, δεν τον είχα συνηθίσει έτσι. Δεν έβγαλα λέξη λοιπόν, μέχρι που φτάσαμε στο σπίτι κι εκεί πήγα και κλείστηκα στο δωμάτιο μου. Όταν ήρθε ο Άρης έκανα ότι κοιμόμουνα.

***

Καθόμαστε με τον Άρη στην κουζίνα, είχε γυρίσει πάλι αργά και του είχα βάλει να φάει. Απ' όταν πέθανε ο Κώστας έτσι γίνεται. Ο Άρης έρχεται αργά, όταν εγώ με το Χριστόφορο έχουμε ήδη φάει, τρώει μόνος του και τότε λέμε και τα νέα της ημέρας. Τις άλλες ώρες σαν να μην έχουμε τι να πούμε. Έτσι κι αλλιώς, όμως, ο Άρης, τώρα τελευταία, λείπει πάλι συνέχεια απ' το σπίτι.

«Ξέρεις τι μου είπε ο Σάκης;» άρχισε να λέει. «Θυμάσαι εκείνη τη φορά που τον κτύπησαν και τον πήγε ο Κώστας στην Πολυκλινική; Μετά από εκείνο το συνέδριο των εξωκοινοβουλευτικών για το ποινικό σύστημα; Λοιπόν, με κάθε λεπτομέρεια τον ρώταγε ο ανακριτής για κείνη την ημέρα. Τρελάθηκε ο Σάκης. Πού τα ξέρανε όλα αυτά, όλες εκείνες τις λεπτομέρειες;»

«Μα δεν είχε δώσει κατάθεση τότε ο Σάκης;»

«Και λοιπόν; Στις ιταλικές αρχές είχε δώσει κατάθεση. Πριν είκοσι χρόνια…»

Μιλούσε κι είχε σκοτεινιάσει πάλι το βλέμμα του και το πιάτο μπροστά του ήταν άθικτο, μπουκιά δεν είχε φάει. Τον κοίταζα και σκεφτόμουνα πόσο τον έχει τσακίσει ο θάνατος του Κώστα, ώρες-ώρες, όταν βυθίζεται στις σκέψεις του, είναι αδύνατον να του πάρεις κουβέντα.

«Με κοιτάς ε; Τα χάλια μου έχω». Χαμογέλασε κουρασμένα, έσπρωξε το πιάτο του μακριά κι άναψε τσιγάρο. Σηκώθηκα να του βάλω καφέ, ένιωθα πάλι σαν να είχε κολλήσει ο χρόνος, μα έπειτα σαν να 'ταν να κάνει ένα μεγάλο άλμα και να μας πηγαίνει αλλού. «Ας ήταν μια μέρα, μόνο μια μέρα», σκέφτηκα, «που να 'ναι όλα ίδια, να μη μας παίζει τέτοια περίεργα παιγνίδια ο χρόνος».

«Δεν ξέρω τι να πω… Δε μ' αρέσει αυτή η ιστορία. Δε μ' αρέσει καθόλου. Πολύ άσχημη τροπή έχει πάρει. Να δεις που θα βρεθεί να έχει δίκιο ο Κλεάνθης…» είπε μετά από λίγο ο Άρης.

«Ο Κλεάνθης; Τι δίκιο να 'χει ο Κλεάνθης;»

«Έλα μωρέ Στέλλα! Που έλεγε ότι θα μπλέξουμε άσχημα. Που έλεγε ότι σε λίγο δε θα προλαβαίνουμε να χωνεύουμε αυτά που θα βγαίνουν στα φόρα».

«Τι λες να πάθουμε;» ρώτησα σιγανά κι ήταν σαν να το έλεγα στον εαυτό μου.

«Να πάθουμε; Δε νομίζω να πάθουμε τίποτα…».

Σαν να δίστασε λίγο, με ξάφνιασε ο τόνος του και γύρισα και τον κοίταξα. Με κοίταζε κι εκείνος, μου χαμογέλασε, αλλά τράβηξε αμέσως μετά τα μάτια του, γύρισε και κοίταζε προς το παράθυρο.

«Τι άλλο να πάθουμε, δηλαδή; Λίγο το 'χεις αυτό που ήδη πάθαμε; Και που θ' αρχίσουμε σε λίγο να βλέπουμε με μισό μάτι ο ένας τον άλλο; Είκοσι χρόνια μετά;»

Σαν αστραπή πέρασε η σκέψη απ' το μυαλό μου πως κάτι εννοεί, κάτι προσπαθεί να μου πει. Τον κοίταζα περιμένοντας, αλλά εκείνος δε μίλησε πια, συνέχισε να καπνίζει σιωπηλός το τσιγάρο του.

«Λέω να τηλεφωνήσω στη Στέλλα», του είπα λοιπόν, κυρίως για να σπάσω τη σιωπή. Ξαφνιάστηκε.

«Τη Στέλλα; Τι να την κάνεις τη Στέλλα;»

«Τίποτα. Να, θέλω να μιλήσουμε. Να μου πει τι έγινε και με τον Ανακριτή…»

Μείναμε πάλι αμίλητοι για λίγο. Μετά ο Άρης μου είπε.

«Την είδα εγώ τη Στέλλα. Πάνε κάμποσες μέρες τώρα».

«Είδες τη Στέλλα; Γιατί δε μου είπες τίποτα;»

«Δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο για να στο πω».

«Τι κάνει; Τι λέει εκείνη;»

Ο Άρης είχε σηκωθεί και πήγαινε προς την πόρτα.

«Τι να λέει; Τρομαγμένη είναι. Τρομαγμένη πολύ. Πάω να ξαπλώσω λίγο», είπε μετά, και βγήκε απ' την κουζίνα.

Τί ήταν πάλι αυτό, σκεφτόμουνα. Γιατί δε μου το είπε ότι είδε τη Στέλλα; Εδώ κι αυτά που συμβαίνουν να μη συνέβαιναν, πάλι θα μου το έλεγε, είδηση θα ήταν να δει τη Στέλλα μετά από τόσα χρόνια που δε βλεπόμαστε. Και ξαφνικά σκέφτηκα πόσο πιο απλό θα ήταν αν είχε άλλους λόγους να μου το κρύψει. Να ήταν άλλοι οι λόγοι που εξαφανίζεται ώρες απ' το σπίτι κι εγώ δεν τον ρωτάω που ήταν, περιμένοντας ν’ αποφασίσει μόνος του να μου μιλήσει. Νομίζω ότι η Στέλλα πάντα του άρεσε, μου το 'λεγε κι ο Σάκης τότε στη Ρώμη. «Πρόσεχε!», μου έλεγε και χαμογέλαγε με νόημα. «Αυτός, έτσι αφηρημένος που είναι, μπορεί και να μπερδέψει καμιά ώρα τις Στέλλες». Έτσι την είχα πατήσει κι εκείνη τη φορά. Όλα στη συμπεριφορά του έδειχναν ότι υπήρχε κάποια άλλη κι όταν τον στρίμωξα και το παραδέχτηκε το πρώτο πράγμα που μου είπε είναι ότι δεν πρόκειται για τη Στέλλα. Έξαλλη είχα γίνει και πέταγα τα πράγματα του απ' το δωμάτιο μου.

«Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου», του έλεγα. «Μπορείς να εξαφανιστείς να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου; Κι εσύ κι εκείνη;»

Ήταν αθώα, όμως, η Στέλλα. Εκείνη την περίοδο τη θυμάμαι να τριγυρνάει σαν αλλοπαρμένη, μόνο ερωτευμένη δεν έμοιαζε. Δεν έμαθα ποτέ ποια ήταν η άλλη, κράτησαν για ένα διάστημα οι μυστηριώδεις έξοδοι του Άρη, δε μιλιόμαστε, αλλά μετά καταλάβαμε ότι δεν αντέχαμε να χωρίσουμε και τα ξαναφτιάξαμε. Τώρα που τα θυμάμαι όλα αυτά, σκέφτομαι πως όλα εκείνα τα συναισθήματα ήτανε μέσα σ' αυτά που ξέραμε, που δε μας ήταν άγνωστα όπως αυτός ο τυφλός φόβος που με παραλύει ώρες-ώρες απ' όταν άρχισε η ιστορία με τις ανακρίσεις ή μάλλον μετά το θάνατο του Κώστα. Νιώθω πια όλο και πιο συχνά πως κάτι μου κρύβει ο Άρης, κάτι πιο σοβαρό απ' τη συνάντηση με τη Στέλλα ή από μια άλλη σχέση, όπως είχα σκεφτεί κι άλλες φορές μέχρι τώρα. Είναι καιρός που σκέφτομαι ότι με περιμένουν στη γωνία κι άλλες αποκαλύψεις και κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να πείσω τον εαυτό μου πως δε συμβαίνει τίποτα, πως είναι απλώς το κλίμα αυτών των ημερών που μ' επηρεάζει και με κάνει σχεδόν να παραλογίζομαι.

«Κάτι δεν πάει καλά με τους γονείς μου ή η ιδέα μου είναι; Ο ένας με ρωτάει που ήμουνα τέτοια ώρα, 6 το απόγευμα, η άλλη με κοιτάει και δε μου μιλάει σαν να μη με γνωρίζει. Θα τα καταφέρετε μόνοι σας ή να σας αναλάβω εγώ;»

Είχε πάει ήδη στο φούρνο και καταβρόχθιζε πατάτες που τις άρπαζε απ' το ταψί με το χέρι.

«Μην τρως με τα χέρια! Και φύγε από 'κει! Πατάτες θα φας γι' απογευματινό;»

Όμως ο Χριστόφορος είχε ήδη βγει απ' την κουζίνα.

«Δε θα φάω. Θα κάνω ένα μπάνιο και φεύγω για μπάσκετ. Μετά θα πάω στο φροντιστήριο…» φώναζε απ' το μπάνιο σαν να 'μουνα κουφή. «Μη φωνάζεις! Θα ξυπνήσεις τον πατέρα σου», πήγα να του πω, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχαν ήδη συναντηθεί κι ο Άρης τον είχε ρωτήσει που ήτανε. Κι όπως έβγαινα απ' την κουζίνα τον είδα κι αυτόν ντυμένο να κατευθύνεται προς την πόρτα.

«Λοιπόν, εγώ θα γυρίσω στο γραφείο, έχω ένα-δυο ραντεβού, δε θ' αργήσω. Γεια», είπε κι έκλεισε την πόρτα.

Σαν να φοβόταν μην τον ρωτήσω τίποτα άλλο, σκέφτηκα καθώς στεκόμουνα ακίνητη στο χωλ. Βγήκε σε λίγο κι ο Χριστόφορος με βρεγμένο κεφάλι και την τσάντα του μπάσκετ. «Θα τα πούμε το βράδυ», μου είπε κι αυτός κι έφυγε. Άνοιξα την ατζέντα μου και βρήκα το τηλέφωνο της Στέλλας, στο Σ το είχα γράψει όταν μου το έδωσε και χαμογέλασα έτσι όπως σκέφτηκα ότι, όπως ο Γιώργος ο φραπές, έτσι κι εμείς οι Στέλλες το είχαμε χάσει το επίθετο μας από τότε στη Ρώμη. Δεν απαντούσε το τηλέφωνο στο σπίτι της κι άφησα μήνυμα. Δεν είχα κέφι να ζωγραφίσω κι έπιασα πάλι τη μετάφραση. Είκοσι χρόνια περάσανε και ποτέ δε σκέφτηκα ν' αγοράσω τα βιβλία της Νίλντε Μικαλίτζι που είχε εκδώσει ο πατέρας του Κώστα. Τι να τα αγοράσω δηλαδή, που ούτε το θέμα τους δεν ήξερα, ποτέ μου δεν ενδιαφέρθηκα να το μάθω, σαν να 'πρεπε να την ξεχάσω εκείνη τη γυναίκα. Κι ο θάνατος της στη φυλακή. Σαν να μην αφορούσε τη γυναίκα που είδα τότε με τον Κώστα αυτός ο θάνατος, σαν να 'ταν ένα ακόμα από τα παραμύθια του Κλεάνθη. Ποια ήτανε η Νίλντε Μικαλίτζι; Ποτέ μου δεν είχα ξανακούσει τ' όνομα της. Σε ποιες τρομοκρατικές ενέργειες ήτανε μπλεγμένη; Από πότε; Στη Γερμανία ή στην Ιταλία; Ποια μυστηριώδη νήματα μας δένανε μ' αυτή τη γυναίκα;

Δεν προχωρούσε η μετάφραση, έκλεισα τον υπολογιστή και κάθισα στο σκοτάδι με τα μάτια κλειστά. Και ξαφνικά ένιωσα να με πιάνει πανικός. Έτσι, όπως είχα τα μάτια μου κλειστά, μου φάνηκε πως είδα το Χριστόφορο, πεσμένο στην άσφαλτο, γεμάτον αίματα, ήταν βράδυ, έρημος ο δρόμος κι εγώ σαν να ήξερα πως ο Χριστόφορος ήταν νεκρός. Δυσκόλεψε η αναπνοή μου, νόμιζα πως θα πεθάνω κι εγώ έτσι όπως πάλευα γεμάτη αγωνία να ξαναβρώ την αναπνοή μου. Δεν ξέρω πόσο κράτησε η κρίση, αλλά ένιωθα εντελώς εξαντλημένη όταν κατάφερα επιτέλους ν' αναπνεύσω. Σηκώθηκα με κόπο, ένιωθα ακόμα να τρέμω. Και τότε κτύπησε το τηλέφωνο.

«Η Στέλλα είμαι. Το ήξερα πως θα τηλεφωνούσες. Θέλω κι εγώ να σε δω».

«Θες να βρεθούμε τώρα;»

«Όχι. Σε παίρνω απ' το σταθμό, σε λίγο έχω δελτίο».

«Εμένα δε με πειράζει κι αν είναι αργά. Θέλεις να έρθω στο σταθμό να σε περιμένω μετά το δελτίο;»

Την ένιωσα να διστάζει. Έτσι όπως ακούστηκε η αναπνοή της κατάλαβα ότι κάτι σκεφτότανε, κάποια δικαιολογία έψαχνε.

«Εντάξει», μου είπε, όμως, τελικά. «Έλα γύρω στη μια. Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι πολύ αργά;»

«Όχι. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι δεν είναι πια πολύ αργά», της είπα κι όπως ετοιμαζόταν να μου απαντήσει συμπλήρωσα: «Έλα αστειεύομαι. Θα σε περιμένω στη μια στο μπαρ του σταθμού. Έχει κάποιο μπαρ φαντάζομαι ο σταθμός».

«Εντάξει, θα τα πούμε στη μια. Σ' αφήνω τώρα», είπε κι έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο.

Ένα λεπτό μετά το είχα μετανιώσει. Τι τρέλες είναι αυτές, έλεγα μόνη μου. Σαν να 'χε βγει από σενάριο, σαν σκηνή έργου μου φαινόταν η συνομιλία με τη Στέλλα, τόσο εξωπραγματική. Για μια στιγμή σκέφτηκα να της αφήσω μήνυμα στο σταθμό ότι αναβάλλεται η συνάντηση. Δεν το έκανα όμως. Ας την παίζαμε μέχρι το τέλος αυτή τη σκηνή, έτσι κι αλλιώς εξωπραγματικά ήταν κι αυτά που ζούσαμε.

Κοίταξα το ρολόι μου. Σε λίγο θα ερχόταν ο Χριστόφορος απ' το φροντιστήριο. Δεν ήθελα να τον συναντήσω και να του εξηγώ. Ο Άρης δεν είχε έρθει, δεν ξέρω γιατί αλλά το ήξερα ότι εκείνος δε θα με προλάβαινε, θ' αργούσε ακόμα πολύ να γυρίσει. Έγραψα ένα σημείωμα στο Χριστόφορο και το στερέωσα στον καθρέφτη της εισόδου, έβαλα τα καινούργια μου ρούχα και βγήκα. Το αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο μπροστά απ’ το σπίτι. Την ώρα που έμπαινα μέσα, άκουσα το τηλέφωνο να κτυπάει. Έκανα να γυρίσω πίσω, αλλά μετάνιωσα. Έβαλα μπροστά τη μηχανή κι απομακρύνθηκα ενώ είχα ακόμα στ' αυτιά μου τον ήχο του.












1 σχόλιο: