Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οι σχοινοβάτες [Τρίτο μέρος]

[Το βιβλίο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2002 από τις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Το καλοκαίρι του 2013, ζήτησα να λυθεί η μεταξύ μας σύμβαση και να μού επιστραφούν τα δικαιώματα του βιβλίου. Υπ' αυτήν την έννοια, επιτρέπεται η αναδημοσίευση του με τον όρο να αναφέρεται η πηγή]






Μέρος τρίτο

1. Το μυστικό αρχείο

Το αρχείο, όμως, δεν το άνοιξα ούτε την άλλη μέρα. Σαν να μην ήμουν έτοιμη να αποκαλύψω εγώ αυτό που κρύβανε απ’ όλους μας τόσα χρόνια, να πάρω τέτοια ευθύνη. Ο Σαλβατόρε με κοίταζε να μπαινοβγαίνω στο δωμάτιο με τον υπολογιστή, το δωμάτιο που δούλευα τις μεταφράσεις μου. Δε μου έκανε ούτε μια ερώτηση και τον ευγνωμονούσα που ήταν έτσι διακριτικός κι ας έβλεπα πόσο απασχολούσε κι αυτόν το θέμα του βιβλίου που, τόσες ώρες μετά, συνέχιζε να είναι ένα μυστικό αρχείο.

«Μου λείπει ο χρόνος», του είπα μόνη μου κάποια στιγμή. «Χρειάζομαι πολύ χρόνο για κάτι τέτοιο και δεν τον έχω. Σε λίγο θα πρέπει να φύγω για το νοσοκομείο».

«Μην δικαιολογείσαι. Δική σου απόφαση είναι αυτή, κανείς δεν πρόκειται να σε πιέσει. Ούτε ο Άρης. Εκείνος έκανε το πρώτο βήμα μιλώντας για το βιβλίο. Τώρα το ξέρει πως πρέπει να περιμένει μέχρι ν’ αντιδράσουμε κι εμείς οι υπόλοιποι».

Δεν τον πίστεψα, νόμιζα ότι ήθελε να με καθησυχάσει, το έβλεπε πόσο με βασάνιζε η προσπάθεια να πάρω μια απόφαση. Στο δρόμο για το νοσοκομείο, σκεφτόμουνα πως, κανονικά, σήμερα δε θα μας αρκούσε ολόκληρη η μέρα με τόσα που θα έπρεπε να πούμε αν είχα ανοίξει το αρχείο. Ένιωθα άσχημα, λίγο πριν μπω στο θάλαμο σκέφτηκα να κάνω μεταβολή και να γυρίσω πίσω, να πάω σπίτι και να δοκιμάσω να το ανοίξω, με αναστάτωνε η σκέψη ότι ο Άρης θα πίστευε ότι το είχα ήδη κάνει κι εγώ θα έπρεπε να δικαιολογούμαι για τη στάση μου. Ο Άρης, όμως, δεν είπε λέξη για το αρχείο όταν με είδε, κούνησε μονάχα το κεφάλι του όταν του είπα εγώ ότι δεν πρόλαβα να το ανοίξω. Χαμογελούσε και φαινόταν πολύ ήρεμος.

Περνούσε έπειτα η ώρα κι εγώ αναρωτιόμουνα αν θ’ αποφάσιζε να μιλήσει ξανά για το βιβλίο, για όλα αυτά τα ερωτήματα που είχανε σωρευτεί μέσα από τις ατελείωτες ημέρες της σιωπής του. Εκείνος με ρώτησε, όμως, για το Σαλβατόρε -τον είχε δει ήδη μια φορά, ένα ακόμα από τα θαύματα του Κλεάνθη, να δεχτεί ο Άρης αλλοδαπό επισκέπτη που δεν ήταν καν συγγενής του- με ρώτησε για τη Στέλλα, για τον καινούργιο συνεργάτη στο γραφείο, θέματα ανώδυνα, μεγάλες σιωπές ανάμεσά τους, σαν να ‘πρεπε με κάθε τρόπο να μείνει κι άλλο στο σκοτάδι η ιστορία του βιβλίου.

«Πώς αρχίσατε; Για το βιβλίο που γράφατε με τον Κώστα, εννοώ. Η Στέλλα μου είχε πει ότι αρχίσατε μετά που γύρισες απ' το στρατό».

Είχε μόλις τελειώσει η επίσκεψη των γιατρών κι είχα ξαναγυρίσει στο δωμάτιο, όταν αποφάσισα να τον ρωτήσω εγώ. Καθόμουνα στην άκρη του κρεβατιού, στα πόδια του, και προσπαθούσα να πιάνω όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο.

«Έτσι σου είπε η Στέλλα;» με ρώτησε εκείνος και γέλασε σιγανά. «Η Στέλλα είχε πάντα μια τάση να αγνοεί τους χρόνους που διαδραματίζονται τα γεγονότα. Δε θυμάσαι και στην Ιταλία τι μπερδέματα έκανε; Θυμάσαι εκείνη τη φορά που αναρωτιότανε πώς είναι δυνατόν να μην γνωρίζει η αστυνομία τους απαγωγείς του Μόρο, αφού οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πηγαίνανε νόμιμα στα εργοστάσια και μίλαγαν στους εργάτες κάτω από τα πανό τους; Είχε μπερδέψει τα γεγονότα μιας σχεδόν 10ετίας, από τότε που οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν νόμιμη οργάνωση. Δεν το πιστεύαμε που την ακούγαμε, θυμάσαι;»

Μου φάνηκε ότι προσπαθούσε ν' αποφύγει τη συζήτηση και δεν ήθελα να επιμείνω. Απέφευγα και να κοιτάζω για να μην δείξω την αδημονία μου. Σκεφτόμουνα να πιάσω να καθαρίσω το κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι του, όταν τον άκουσα πάλι να μιλάει.


«Όταν γύρισα απ' το στρατό συναντήθηκα μια ημέρα τυχαία με τον Κώστα. Στο είχα πει τότε, ο Χριστόφορος ήταν ακόμα μικρός…».

Την θυμόμουνα εκείνη την συνάντηση, τότε επικοινωνούσα κι εγώ με τον Κώστα, αλλά είχαμε ήδη αρχίσει ν' απομακρυνόμαστε κι εγώ το είχα πάρει πια απόφαση ότι έτσι θα γινόταν, ότι η ιστορία μου με τον Κώστα είχε τελειώσει κι απλώς κρατούσε λίγο παραπάνω η τελευταία πράξη.

«Μετά, μια μέρα τηλεφώνησε στο γραφείο», συνέχισε ο Άρης. «Mου είπε ότι ήθελε να συναντηθούμε. Πέρασε το απόγευμα και με πήρε, μείναμε πολλές ώρες μαζί και κουβεντιάζαμε, κόντευε να ξημερώσει πια όταν χωρίσαμε. Ήταν η πρώτη φορά που σου είπα ψέματα για την καθυστέρησή μου, ούτε ξέρω γιατί το έκανα… Θυμάμαι, όταν γύρισα, σας βρήκα να κοιμόσαστε και οι δυο στο δωμάτιο του Χριστόφορου και δε σου μίλησα…»

«Ο Χριστόφορος είχε πάθει λαρυγγίτιδα εκείνο το βράδυ. Δεν ήξερα πού να σε βρω… Είχαμε περάσει το βράδυ στο μπάνιο, στους ατμούς. Την άλλη μέρα πήγα και του πήρα υγραντήρα για το δωμάτιο του… Ακόμα τον έχουμε, τον είδα προ ημερών στο πλυσταριό…» άρχισα να λέω και θα του έλεγα ακόμη ότι εκείνο το ξεχασμένο αντικείμενο είχε φέρει ολοζώντανη στη μνήμη μου την πρώτη νύχτα που είχε περάσει εκείνος έξω απ' το σπίτι χωρίς να μ' έχει ειδοποιήσει κι εγώ δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Έμοιαζε, όμως, να μην μ' ακούει, χαμένος στις δικές του αναμνήσεις.

«Μετά από εκείνο το βράδυ, αρχίσαμε να συναντιόμαστε συχνά. Πάντα μόνοι μας, ο Κώστας έδειχνε να θέλει να ξεκόψει από τους πάντες. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μου φαίνεται σχεδόν αστείο. Τόσα χρόνια κι ούτε μια φορά δεν πήγαμε, για παράδειγμα, σ' ένα σινεμά, σ' ένα θέατρο. Και σε δημόσιους χώρους συναντιόμαστε μόνον όταν, για κάποιο λόγο, οι ιδιωτικοί μας χώροι ήταν μπλοκαρισμένοι…»

Σταμάτησε να μιλάει κι εμένα ήρθαν σαν κύμα πάλι να με πνίξουν οι αναμνήσεις. Από τα χρόνια που ήμαστε όλοι μαζί, τότε που τη ζωή μας την περνάγαμε στις πλατείες. Ποιοι ιδιωτικοί χώροι εκείνα τα χρόνια; Μόνο ο Κώστας είχε ιδιωτικό χώρο.

«Νομίζω πως μόνον αν είχες συμμεριστεί αυτό που ζήσαμε θα μπορούσες να το καταλάβεις», έλεγε τώρα ο Άρης. «Δεν ήταν, πάντως, κάτι συνειδητό, προαποφασισμένο. Γινόταν από μόνο του, απρογραμμάτιστα, κάπως σαν να τύχαινε να γίνει έτσι. Συνεχίσαμε να συναντιόμαστε, να συζητάμε και, κάποια στιγμή, ο Κώστας μου πρότεινε να μην μάθει κανείς για τις συναντήσεις μας. Κι εγώ ξαφνιάστηκα στην αρχή, αλλά δεν είχα και σοβαρούς λόγους να διαφωνήσω. Έτσι κι αλλιώς οι συζητήσεις μας είχαν πάψει πια να είναι κοινωνικού χαρακτήρα, είχαμε ήδη αρχίσει να σκεφτόμαστε το ενδεχόμενο ν’ αναλάβουμε κάποια μορφή δράσης κι ήταν λογικό να μιλάμε μόνο μεταξύ μας και να μην το ξέρουν οι άλλοι. Ούτε κι εσύ. Ακούγεται περίεργο, αλλά ήταν μια ολόκληρη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ μας και μας υπαγόρευε αυτή τη στάση. Μιλούσαμε όμως πολύ συχνά για σένα. Τότε είχες μια παράξενη συμπεριφορά. Δεν ξέρω αν το καταλάβαινες. Έμοιαζε να ζεις μόνον για το παιδί. Μετά ήταν η ζωγραφική. Θυμάσαι το ατελιέ σας στο Μετς; Είχες πέσει με τα μούτρα, φερόσουνα σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο για σένα …»


Τόσον καιρό είχα την αίσθηση αυτού του κατακερματισμένου χρόνου, χωρίς συνέχεια, με χάσματα ανάμεσα στην μια εποχή της ζωής μας και την άλλη. Και τώρα καταλάβαινα πόσο αφάνταστα δύσκολο θα ήταν να προσπαθούμε να ορίσουμε περιόδους, πότε ήταν το «τότε» ή το «αργότερα» και τι είχε μεσολαβήσει ανάμεσά τους. Και πόσο οδυνηρό να κάνουμε τους απολογισμούς μας, πληγώνανε οι εικόνες, οι ξεχασμένοι φόβοι, τα απωθημένα συναισθήματα.

«Δεν είναι αλήθεια», είπα τελικά. «Τότε ειδικά όλα μ' απασχολούσαν, όλα τα μέτωπα ήταν ακόμα ανοιχτά και για μένα… Ακόμα κι ο Κώστας. Που δε μπορούσα να καταλάβω γιατί απομακρύνθηκε έτσι από μένα…»

Χθες βράδυ –είχαμε καληνυχτιστεί πια με το Σαλβατόρε κι ο Χριστόφορος είχε κλειστεί από ώρα στο δωμάτιό του- ήρθε ξαφνικά στο νου μου, με μια απίστευτη καθαρότητα, η εικόνα του Κώστα στη γέφυρα του Καστέλ σαντ’ Άντζελο, τώρα που μπορούσα πια να ερμηνεύσω την παράξενη συμπεριφορά του εκείνο το βράδυ. Και θυμήθηκα ότι μετά, διαβάζοντας την «Παλόμα» του Κάρλο Καστελλανέτα, ένα απροσδιόριστο πένθος έφερνε δάκρια στα μάτια μου, καθώς μπερδευόταν η εικόνα του ήρωα του βιβλίου με την εικόνα του δικού μου ήρωα.

«Νομίζω πως ξέρω πότε ακριβώς την αποχαιρετήσαμε εκείνη την εποχή που ζήσαμε οι τρεις μας. Ένα βράδυ ήτανε, εγώ ήμουνα στο Καστέλ σαντ’ Άντζελο».

«Στέλλα τι λες; Τρελάθηκες;»

«Για πες μου. Ήταν από τότε που κάνατε το σχεδιάγραμμα των δικαστηρίων; Από τότε άρχισε αυτή η σχέση σας τον Κώστα; Που αφήσατε έξω όλους τους υπόλοιπους;»

Με κοίταζε ακόμα έκπληκτος ο Άρης, έκανε προσπάθεια να καταλάβει τι του έλεγα.

«Δεν το 'χα σκεφτεί ποτέ έτσι», είπε τελικά. «Ίσως να είναι και έτσι, τι σημασία έχει πια; Πάντως εγώ νομίζω ότι εδώ στην Ελλάδα δημιουργήθηκε αυτό το κλίμα που προσπαθώ να σου μεταφέρω. Θυμάσαι από παλιά τι έλεγε ο Κώστας για τα παιδιά; Για τους περισσότερους, δηλαδή. Ότι είναι θέμα χρόνου να ξεχάσουν τις νεανικές αμαρτίες και να μπούνε στο σύστημα. Εγώ τους έβλεπα ακόμα, δηλαδή εμείς οι δυο εννοώ συνεχίζαμε να τους βλέπουμε, αλλά ο Κώστας δεν ήθελε ν' ακούσει κουβέντα. Ήταν απόλυτος και σ' αυτό. “Πουλημένα τομάρια”, έλεγε. “Δεν μπόρεσαν ούτε μια ώρα ν' αντισταθούν στη σαγήνη μιας βολεμένης ζωής ή σε πόστα εξουσίας”, του είχε γίνει σχεδόν εμμονή. “Είδες που το είχα προβλέψει;” μου έλεγε κάθε φορά που ερχόταν η συζήτηση σε κάποιον από εμάς. Σαν να 'νιωθε ικανοποίηση που επιβεβαιώθηκε. Μετά, εκείνος κατέληξε ν' απομονωθεί πλήρως. Τέλος πάντων, αυτό που προσπαθώ να σου πω, είναι ότι κάποια στιγμή καταλήξαμε να συνομιλούμε μόνο μεταξύ μας. “Άντε ρε Γκεβαρικέ”, μου έλεγε. “Μόνο εσύ μου απόμεινες”. Κι αυτό του φαινόταν πια κάτι φυσικό, σαν να μην υπήρχε πράγματι άλλη δυνατότητα».

Ήταν τις μέρες της κατάληψης του Χημείου. Περπατούσα στη Σόλωνος και μου φάνηκε πως είδα τον Κώστα, όρθιο, μπροστά απ’ το τραπεζάκι ενός καφενείου, να μιλάει με κάποιον. Τάχυνα το βήμα μου να τον προλάβω, αλλά όταν έφτασα δεν ήταν κανείς, το τραπεζάκι ήταν άδειο. Σκέφτηκα τότε ότι το φαντάστηκα, είχα καιρό να τον δω και παράβλεψα μπερδεύοντας την επιθυμία μου με την πραγματικότητα. Τώρα θυμάμαι, όμως, τι ήταν αυτό που με είχε ξαφνιάσει. Φαντασία ή πραγματικότητα, η αίσθηση που μου δημιούργησε η εικόνα του ήταν μια αίσθηση αφάνταστης, σκοτεινής μοναξιάς.

«Τι σκέφτεσαι; Γιατί δε μιλάς;» με ρώτησε ο Άρης.

«Τίποτα ιδιαίτερο», του είπα. «Πώς άρχισε η ιστορία του βιβλίου;», ξαναρώτησα τελικά, προσπαθώντας να διώξω τις σκέψεις που με κατακλύζανε.

«Η ιδέα του βιβλίου γεννήθηκε πολλά χρόνια πριν. Εκεί, γύρω στις αρχές του ’90. Αρχικά ο Κώστας σκεφτόταν να δρομολογήσει κάποιες εναλλακτικές εκδόσεις, να δημιουργήσει, δηλαδή, μια σειρά που θα έβγαζε βιβλία για την ένοπλη δράση του αριστερού κινήματος. Από μαρτυρίες μέχρι αναλύσεις. Να κάνει τις εκδόσεις του ένα φόρουμ προβληματισμού. Την εγκατέλειψε, όμως, σύντομα. “Δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος”, έλεγε. “Θα μας απορροφήσουν μέχρι να το πάρουμε είδηση, αυτό θα είναι το αποτέλεσμα. Άσε που μπορεί να κάνουμε το θέμα της ανατροπής μπεστ σέλερ, δε μας φοβούνται πια, δεν έχουμε κοινωνικό ακροατήριο για να μας φοβούνται”. Έτσι κάποια στιγμή, η ιδέα του βιβλίου ήρθε σαν σανίδα σωτηρίας. Ο Κώστας τότε δούλευε ακόμα το βιβλίο που είχε ξεκινήσει στη Ρώμη, αυτό που γράφανε με την Νίλντε Μικαλίτσι. Το ένιωθε, όμως, σαν χρέος που έπρεπε να εκπληρώσει και τέρμα. Σαν κάτι που αφορούσε μόνον το παρελθόν του. Ήθελε, λοιπόν, να ξαναπιάσουμε τα γεγονότα και να τα δουλέψουμε μαζί σε μια νέα προοπτική, όχι πια σαν απλή καταγραφή της ιστορίας του ένοπλου. “Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή”, έλεγε. “Τώρα που θα ξαναμοιραστούν τα χαρτιά και οι πουλημένοι επαναστάτες θα είναι οι πιο επικίνδυνοι”

»Κάπως έτσι ξεκινήσαμε και καταλήξαμε να γραπωθούμε και οι δυο απ' αυτό το βιβλίο. Σαν να 'ταν η δικαίωσή μας κι η συνέχειά μας, τότε δε βλέπαμε άλλη δυνατότητα. Κάποια περίοδο ο Κώστας έμοιαζε να ενδιαφέρεται για τις καταλήψεις στο Πολυτεχνείο, σχεδόν τις περίμενε κάθε χρόνο μετά την πορεία της 17 Νοέμβρη. Κάθε φορά, όμως, γύρναγε ακόμα πιο σκοτεινός. “Δεν υπάρχουν πια επαναστατικές πρωτοπορίες”, έλεγε. Ο Κώστας πίστευε πως ό,τι πήγαινε να δημιουργηθεί μέσα στη δικτατορία και στα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, εκτονώθηκε, αφομοιώθηκε, αποπροσανατολίστηκε ή εξελίχτηκε σε ατομικές εκδοχές της πολιτικής βίας. Θυμάμαι και πώς αντιδρούσε μετά από κάθε ένοπλη επιχείρηση εδώ στην Ελλάδα. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τις προκηρύξεις τους. “Χωρίς ουσία”, έλεγε. “Χωρίς δυναμική, ασύνδετες απ' τα προβλήματα του κόσμου, ό,τι θυμούνται χαίρονται”. Τότε, στις αρχές, μου έλεγε ότι συναντούσε καμιά φορά κάτι παλιούς του συντρόφους, απ' την εποχή του αντιδικτατορικού. Αλλά κι αυτούς, άγονο έδαφος τους χαρακτήριζε, μέχρι που ξέκοψε εντελώς».

Τον άκουγα να μιλάει και σκεφτόμουνα ακόμα πώς θα 'ταν άραγε η ζωή μας αν δεν είχαμε γνωρίσει τον Κώστα ή αν είχαμε συνεχίσει να ζούμε κι οι τρεις μαζί. Θυμόμουνα και το Χριστόφορο στις μαθητικές καταλήψεις, τότε, με τον νόμο του Αρσένη, στο Γυμνάσιο πήγαινε αυτός τότε. Θα τον διέγραφε, όμως, τον Κώστα με μονοκονδυλιά αν μάθαινε τα σχόλιά του για τις κινητοποιήσεις των μεγάλων που εκείνος τις παρακολουθούσε έκθαμβος, μια γιορτή ήταν για το Χριστόφορο οι καταλήψεις των δρόμων, «άντε ρε, το νούμερο!» θα έλεγε. Κι ο Κώστας, που δε θέλησε ποτέ να τον γνωρίσει, δε θα τον μάγευε κι αυτόν όπως είχε μαγέψει τους γονείς του είκοσι χρόνια πριν – «μην τα μπερδεύεις όλα στο κεφάλι σου Χριστόφορε», να του λέει.

«Εγώ γιατί έμεινα έξω απ’ όλα αυτά;» είπα και το είχα ήδη μετανιώσει πριν τελειώσω τη φράση, δε θα μπορούσα να κάνω πιο άκαιρη ερώτηση. «Ας το αφήσουμε καλύτερα αυτό το θέμα», άρχισα να λέω αλλά δεν πρόλαβα να συνεχίσω, σαν να την περίμενε την ερώτηση ο Άρης.

«Ναι. Θα πρέπει να το κουβεντιάσουμε κι αυτό» με διέκοψε. «Δε θα 'θελα να γίνει τώρα, μα δεν μπορούμε και να τ' αποφύγουμε. Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι φτιαγμένη από χώρους στεγανούς αυτή η ιστορία. Δεν μπορείς να μιλάς για το ένα πράγμα, αφήνοντας εντελώς στο σκοτάδι το άλλο. Ναι, το σκεφτόμουνα κι εγώ αν και δεν ξέρω ακόμα αν μπορώ να στο εξηγήσω. Τώρα, καθώς κοιτάζω πίσω, νομίζω πως πραγματικά δε θα μπορούσαν να είχαν γίνει αλλιώς τα πράγματα. Να ήσουνα κι εσύ, δηλαδή, ή κάποιος άλλος μαζί μας. Υπήρχαν φορές που μου έλειπες, μου έλειπες πολύ. Ήταν, όμως, ένα περίεργο συναίσθημα, δεν ξέρω κι αν μπορώ να στο περιγράψω. Δεν το 'νιωθα απ' την αρχή, μα όσο περνούσαν τα χρόνια κι εσύ είχες μείνει οριστικά έξω απ' όλα αυτά. Σαν κάπου να ήξερα ότι εμείς οι τρεις είχαμε κλείσει ένα κύκλο, μια εποχή, και ό,τι άλλο ήταν να γίνει, θα έπρεπε να γίνει πια χωρίς εσένα. Εσύ και το παιδί, ήσαστε το ένα κομμάτι της ζωής μου, ο Κώστας ήταν ο όρος για να μπορεί να υπάρχει και τ’ άλλο. Σαν να 'ταν δυο κόσμοι διαφορετικοί, που δεν μπορούσα να τους συνενώσω. Δεν ήταν τίποτα σχεδιασμένο, συνειδητά αποφασισμένο. Και ήταν αφάνταστα δύσκολο κάποιες στιγμές. Όπως τότε που σκεφτόμαστε να χωρίσουμε. Είχε παγιωθεί, όμως, πια αυτή η αίσθηση των δυο παράλληλων κόσμων ανάμεσα στους οποίους έπρεπε να κινούμαι. Σαν να μην μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν ήμουνα ευτυχισμένος, αλλά ένιωθα πια ότι είχα κάνει πολύ δρόμο μόνος μου για να γυρίσω να σε βρω».

«Τι παράξενο που είναι…» ψιθύρισα και δε συνέχισα. Ο Κώστας ήταν πράγματι η αναγκαία συναρμογή, αυτό μου έλεγε τώρα κι ο Άρης. Χωρίς αυτόν, έκλεινε ο κύκλος, ολοκληρωνόταν μια ιστορία, μετά έπρεπε να ξαναπιάσουμε απ' την αρχή το νήμα. Και κάπου εκεί, εμείς κοντέψαμε να χαθούμε μέσα από ατέλειωτες ώρες σιωπής και μοναξιάς, μέσα από αναρίθμητα μυστικά μονοπάτια.

«Υπήρχαν και στιγμές που σου θύμωνα», συνέχισε ο Άρης, σαν να μην είχε προσέξει πως κάτι άρχισα να λέω. «Ένιωθα ότι ήσουνα εσύ που είχες κρατήσει αποστάσεις, ότι εσύ είχες πάρει άλλο δρόμο κι ότι ήσουνα ικανοποιημένη, πως δε ζητούσες τίποτα άλλο. Σαν να σου αρκούσε το παιδί, η ζωγραφική, μετά η δουλειά σου. Έπειτα, ήταν περίοδοι που έλειπες κι εσύ πολύ απ' το σπίτι, θυμάσαι; Δε σ' ένοιαζε αν χρειαζόταν να δουλεύεις όλη τη μέρα έξω απ’ το σπίτι. Σαν να το έκανες επίτηδες, σκεφτόμουνα καμιά φορά. Ήταν φορές, μάλιστα, που πίστευα ότι ήξερες. Απίθανο μου φαινόταν κι εμένα να ζούμε μαζί και να μην έχεις καταλάβει τίποτα. Έλεγα, όμως, ότι δε σ' αφορούσαν πια αυτά τα θέματα. Ότι εσύ είχες βρει μια άκρη με τη ζωή σου και είχες βολευτεί… Πώς να στο πω, ένιωθα ότι με κοίταζες κι αναρωτιόσουνα αν θα 'βρισκα κι εγώ κάποτε το δρόμο μου…»

«Εγώ σε κοιτούσα έτσι; Ήξερα για την ζωή σου και σε κοιτούσα έτσι;»

Ανέβασα τον τόνο της φωνής μου χωρίς να το καταλάβω κι είδα τον Άρη να κοιτάζει ανήσυχος γύρω μας.

«Σε παρακαλώ...»

«Όχι Άρη, αυτό είναι άδικο!»

Προσπαθούσα να μιλάω χαμηλόφωνα, αλλά είχα τώρα να παλέψω μ’ αυτό που τόση ώρα ν' απωθούσα, μια απειλητική εικόνα που έβλεπα ωστόσο να υπολανθάνει σ' όλα όσα μου έλεγε ο Άρης. Για τη στάση του όλα αυτά τα χρόνια, για εμένα την ίδια. Και τώρα ένιωθα ότι έπρεπε να υπερασπίσω πια τον εαυτό μου. Και τη δική μου εκδοχή γι' αυτά τα χρόνια.

«Κατά βάθος, το ξέρεις κι εσύ ότι δεν είναι έτσι», συνέχισα και δε με ένοιαζε πια που ήμουνα θυμωμένη. «Νομίζεις ότι υποψιαζόμουνα πού ήσουνα εσύ τόσα χρόνια και τι έκανες; Νομίζεις ότι γι' αυτό σε αμφισβητούσα; Ότι έλεγα, πού θα πάει, θα μεγαλώσει κι αυτός σαν κι εμένα; Άρα, εσύ ήσουνα που με αμφισβητούσες, που αγνοούσες ότι πάλευα κι εγώ αυτά τα χρόνια. Με τον τρόπο μου πάλευα. Αν υπάρχει κάτι για να μου καταλογίσεις, είναι που αποδέχτηκα να σε βλέπω να φεύγεις, ν' απομακρύνεσαι. Που νόμιζα ότι δεν είχα δικαίωμα να αντιδράσω. Ναι, αυτό ήταν λάθος μου, αυτό ήταν παραίτηση. Γιατί κι εγώ σε είχα ανάγκη, ένιωθα κι εγώ να μου λείπεις. Και στη σχέση μου με το Χριστόφορο μου έλειπε η δική σου ματιά. Ξέρεις τι καταλαβαίνω τώρα; Ότι εσένα προσπαθούσα να ξαναβρώ μέσα απ' το Χριστόφορο. Κι αυτό ήταν λάθος μου και το πλήρωνε το παιδί. Που το αμφισβητούσα συνεχώς, που προσπαθούσα να του επιβάλλω τις δικές μου εικόνες. Ξέρεις τι φοβόμουνα, όμως, πιο πολύ; Δεν ήθελα να μ' απογοητεύσει κι αυτός…»

«Εγώ, δηλαδή, σε είχα απογοητεύσει;» με διέκοψε ο Άρης.

Μου είχε κοπεί η ανάσα, μιλούσα σιγανά για να μην ακουγόμαστε κι αυτό με κούραζε, δε μ' άφηνε να ελέγχω αυτά που λέω. Ήθελα όμως να τα πω όλα όσα καταπίεζα τόση ώρα, έστω κι αν ήταν σκόρπια κι αντιφατικά αυτά που έλεγα, το καταλάβαινα όπως άκουγα τον εαυτό μου να μιλάει, αλλά δεν είχα την ψυχραιμία να τα πω αλλιώς, ένιωθα πάλι να μας λείπει ο χρόνος.

«Ναι, έτσι ένιωθα. Ότι με διέψευσες. Για μένα, ανάμεσα στους δυο μας, εσύ ήσουνα ο διανοούμενος, ο οραματιστής. Βαριά κουβέντα, μα έτσι σε έβλεπα τόσα χρόνια», του είπα, αποφεύγοντας να τον κοιτάξω, για να μην αλλάξω πάλι γνώμη. «Κι έπειτα με απογοήτευσες. Ήδη απ' όταν πήγες στο γραφείο του πατέρα σου. Αυτό ήταν η πρώτη απογοήτευση. Που δεν το πάλεψες. Δεν ήθελα να παραιτηθείς τόσο εύκολα απ' τα όνειρά σου. Τι ήξερα για σένα τόσα χρόνια; Γιατί να μην πιστεύω κι εγώ ότι τα είχες βρει με τον εαυτό σου, ότι είχες βολευτεί; Πώς μπορούσα να ξέρω, να υποψιαστώ έστω αυτά μου έμαθα τον τελευταίο καιρό; Εντάξει, εγώ πατούσα πάντα λίγο πιο σταθερά από εσένα στη γη. Από τότε, στη Ρώμη, που ήθελα να συνοψίζω τα πράγματα κι ας μην τα καταλάβαινα πάντα. Για να μας μένει χρόνος για τα μικρά και τ’ ασήμαντα. Μετά, όμως, ήταν σαν να αντιστράφηκε η εικόνα. Δεν ξέρω πώς να το πω. Σαν να ζούσες εσύ πια, αλλά με τρόπο υπερβολικό, την καθημερινότητα και να μην σ’ ένοιαζε που απειλούσε να μας καταπιεί, σαν να είχες παραιτηθεί απ’ οποιαδήποτε άλλη προσδοκία.

»Πώς ήθελες να το μαντέψω εγώ ότι δεν ήταν έτσι; Εγώ αυτό που έβλεπα, αυτό που ζούσα ήταν ο κίνδυνος μιας μίζερης ζωής και δεν την άντεχα ποτέ μου τη μιζέρια. Ήταν και το παιδί, η σχέση μας μαζί του, η δική σας σχέση κυρίως. Ώρες-ώρες φοβόμουνα να πιστέψω αυτό που έβλεπα, ότι είχατε δηλαδή μια τόσο καλή σχέση. Κι έλεγα πως θα ανατραπεί κι αυτή, από τη μια στιγμή στην άλλη, όταν εσύ θα είχες εξαντλήσει τ’ αποθέματα και ο Χριστόφορος θα ζητούσε όλο και παραπάνω για να μην σ’ αμφισβητήσει συνολικά

»Και τώρα πρέπει να ξαναπιάσω απ’ την αρχή την ιστορία, ν’ αναζητήσω άλλα κίνητρα, άλλες ερμηνείες γι’ αυτά που θεωρούσα τόσα χρόνια δεδομένα. Ξέρεις τι μου ζητάς; Να ξαναζήσω τη ζωή μας μέσα από τα δικά σου μάτια… »

Ένιωθα να πνίγομαι, το έβλεπα τώρα πως δε θα άντεχε κανένας απ' τους δυο μας αν συνεχίζαμε ν' απλώνουμε έτσι άτσαλα σεντόνι τη ζωή μας, μέσα σ' αυτόν το θάλαμο νοσοκομείου.

«Είχες δίκιο, όμως», του είπα και στάθηκα επιτέλους να πάρω ανάσα. «Δεν έχει νόημα, δεν έπρεπε γίνει τώρα αυτή η συζήτηση. Θέλουμε χρόνο κι οι δυο. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να σκεφτώ κι εγώ και θέλω χρόνο για να μπορώ να τ' αφομοιώνω. Κάποτε, όμως, θα τελειώσει αυτός ο εφιάλτης. Και τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε, να δούμε τι θα κάνουμε, να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Προς το παρόν είναι άλλα αυτά που πρέπει να παλέψουμε…»

Σηκώθηκα κι έκανα δυο βήματα να ξεμουδιάσω, ένιωθα το κορμί μου σφιγμένο, σαν να ‘χε απορροφήσει όλη την ένταση που προσπαθούσα τόση ώρα να ελέγξω στη φωνή μου. Ο Άρης δε μιλούσε, περνούσε η ώρα κι εγώ περίμενα, δεν άντεχα την εκκρεμότητα της σιωπής του, ήταν σαν να είχε περάσει ανεμοστρόβιλος κι εμείς δεν ξέραμε ακόμα αν είχε αφήσει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του.

«Ξέρεις τι καταλαβαίνω τώρα;» τον άκουσα ξαφνικά να λέει, κι ένιωσα να σταματάει η αναπνοή μου, απέφυγα και να τον κοιτάξω. «Ότι χωρίς να το ξέρεις, χωρίς να το υποψιάζεσαι καν, για μένα ήτανε πράγματι η παρουσία σου το αναγκαίο υπόστρωμα για να μπορούν να υπάρξουν κι όλα τ' άλλα. Με μια έννοια, δεν έπαψες ποτέ να επηρεάζεις τη ζωή μου δίνοντάς της συνέχεια, χρειάστηκε να ζήσω οριακές καταστάσεις για το καταλάβω κι αυτό. Δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου, δεν ξέρω τι θα είχα κάνει αν δε σε είχα….»

Έμεινα ασάλευτη, δεν ήξερα τι να πω, ήταν σαν, γι’ ακόμα μια φορά, να είχαμε πηδήξει τα ενδιάμεσα κεφάλαια και να είχαμε πάει κατευθείαν στα συμπεράσματα. Έφερα το χέρι μου στο κεφάλι του και χάιδεψα τα μαλλιά του, πάλευα να βρω κάτι να του απαντήσω, αλλά φοβόμουνα πως ό,τι και να έλεγα θα ακουγόταν υπερβολικό και ψεύτικο. «Λίγο χρόνο ακόμα», παρακαλούσα μέσα μου αλλά, στο μεταξύ, είδαμε να φέρνουν τους δίσκους με το φαγητό. Περιμένοντας να τελειώσει η διανομή άρχισα να του τακτοποιώ τα μαξιλάρια.

«Προς το παρόν, αυτό που θα έπρεπε να κάνεις αν δε μ' είχες, θα ήταν να φας μόνος σου τις αηδίες που σας ταΐζουνε εδώ μέσα», του είπα παίρνοντας το δίσκο για να τον βοηθήσω να φάει. Αμήχανη, μάταιη προσπάθεια να καλύψω το κενό. Ο Άρης μου είπε απρόσμενα ότι ήθελε να κοιμηθεί, γύρισε το κεφάλι κι έκλεισε τα μάτια. Δεν τον πίστεψα, βγήκα όμως απ’ το θάλαμο και τον άφησα μόνο.


2. Μιλώντας για τη ζωή και το θάνατο του νεκρού σχοινοβάτη

Όταν μπήκα πάλι στο θάλαμο, βρήκα τον Άρη να έχει το βλέμμα στυλωμένο στο παράθυρο. Με κατάλαβε, αλλά δε γύρισε να με κοιτάξει. Κάθισα δίπλα του κι άπλωσα μηχανικά το χέρι να τραβήξω το σκέπασμα του που είχε γλιστρήσει. Το φαγητό του ήταν άθικτο και πήρα το δίσκο να τον αφήσω στο διάδρομο, σ’ ένα τραπεζάκι, έτσι έκανα πάντα Δε βιαζόμουνα πια να συνεχίσουμε τη συζήτηση, είχαμε οδηγηθεί σε δύσβατα μονοπάτια, λίγες ώρες πριν ούτε που φανταζόμουνα πόσο δύσκολη θα ήταν αυτή η προσπάθεια ν’ αφηγηθούμε όσα δε ζήσαμε μαζί, νόμιζα πως το πιο σημαντικό ήτανε η ιστορία του βιβλίου, πως για όλα τ’ άλλα είχαμε καιρό.

«Θυμάσαι τι μου έλεγες κάποτε;» του είπα όπως κάθισα πάλι δίπλα του. «Ότι έχω μια εκπληκτική ικανότητα να επικεντρώνομαι στα περιφερειακά, να χάνω αυτό που είναι το κεντρικό ζήτημα».

«Γιατί το λες αυτό;»

«Γιατί νόμιζα πως θα μπορούσαμε να μιλάμε για όλα τ’ άλλα εκτός απ’ τις σχέσεις μας, εμάς τους ίδιους. Εκεί δε βρίσκονται όμως οι απαντήσεις; »

«Δεν ξέρω. Μπορεί και να είναι έτσι. Έχουμε δρόμο πολύ μέχρι να βρούμε τις απαντήσεις για όλα αυτά».

«Σε πίεσα να μιλήσεις. Δεν έπρεπε. Κανείς μας δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο».

«Όχι, εγώ ήθελα να σου μιλήσω. Το καταλάβαινα κι εγώ πως δεν μπορούσαμε να μεταθέτουμε άλλο αυτή τη συζήτηση. Όλο αυτόν τον καιρό εδώ μέσα σκεφτόμουνα τι θα σου πω. Κι είναι καλύτερα που δεν έχεις ανοίξει ακόμα το αρχείο, γιατί θα ξαφνιαζόσουνα. Θα επικεντρωνόταν εκεί η συζήτηση και θα μεγάλωνε το χάσμα. Άλλα ήθελα να σου πω πριν μιλήσουμε για το αρχείο, το αρχείο είναι το τέλος μιας ολόκληρης πορείας. Είναι πράγματα που τώρα, εκ των υστέρων, προσπαθώ κι εγώ να τα βάλω σε μια τάξη. Τότε τα ζούσα σαν φυσικά, σαν αυτονόητα Τώρα που αναγκάζομαι ν’ ανασυνθέσω αυτή την πορεία, δυσκολεύομαι κι εγώ να ξαναβρώ την αφετηρία. Με ρώταγες πριν για την ιστορία των δικαστηρίων. Ήταν παλιά υπόθεση αλλά δεν είχε ξεχαστεί, όπως φαίνεται. Κι έπειτα δεν ήταν μόνο αυτό, τον Κώστα τον βάραιναν κι άλλες αμαρτίες, είχε συνεχώς τραβήγματα με την Ασφάλεια. Για κάμποσο καιρό τον καλούσαν κάθε τόσο και τον ρώταγαν τα πιο απίθανα πράγματα. Ειδικά μετά από κάθε ένοπλη επιχείρηση που συνέβαινε, σαν τελετουργικό επαναλαμβανόταν αυτές οι προσκλήσεις, ήξερε πια πότε να τις περιμένει. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι η πίεση απ' την Ασφάλεια λειτούργησε περίεργα για τον Κώστα. Σαν να τον ξύπναγαν και να του υπενθύμιζαν ένα χρέος.

»Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, ήταν την επομένη μιας τέτοιας επίσκεψης στην Ασφάλεια. Κι ο Κώστας τότε πίστευε ότι ήταν θέμα ημερών να τον συλλάβουν με μια κατηγορία κατασκευασμένη. Έτσι ξεκίνησε αυτό που σου λέω. Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε κι ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια ώρα από τότε που ήμαστε στη Ρώμη. Και καταλήξαμε, σιγά-σιγά, να πιστεύουμε πως μόνον εμείς θα μπορούσαμε να δώσουμε μια συνέχεια, ένα περιεχόμενο αν θες, σ' αυτό που είχαμε ξεκινήσει τότε. Δεν είχαμε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μας, όπως σου είπα. Αλλά ήμαστε σίγουροι πως θα το βρίσκαμε στο δρόμο. Αρκεί να μην παραιτηθούμε, αυτό λέγαμε. Στο μεταξύ αλλάζανε όλα γύρω μας κι εμείς χαμπάρι δεν παίρναμε. Ξέρεις τι θυμάμαι; Τότε που γιορτάζαμε την μη ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα. Τότε που τους πήρε η Ατλάντα. Δέκα κούκοι στα Προπύλαια κι εμείς νομίζαμε ότι είχαν φέρει την Άνοιξη. Αστείο δεν είναι; Άντε να μιλήσεις σήμερα για σύγκρουση, γι' ανατροπή σε μια κοινωνία που ζει στο ρυθμό της επόμενης Ολυμπιάδας που θα γίνει στην Αθήνα… Ο Χριστόφορος, πάντως, θα γέλαγε μαζί μας…»

«Αυτό είναι σίγουρο! Ο Χριστόφορος κι αν ζει στο ρυθμό της Ολυμπιάδας!»

«Μην τον κοροϊδεύεις. Είναι υπέροχος ο Χριστόφορος. Δεν ξέρεις πόσο μου λείπει…»

«Δε μ' αρέσει, όμως, που θαυμάζει έτσι τον Κλεάνθη», είπα ξαφνικά κι ο Άρης έβαλε επιτέλους τα γέλια, με παρέσυρε κι εμένα

«Εντάξει βρε Στέλλα», μου είπε γελώντας ακόμα. «Κι εμείς τον αγαπάμε τον Κλεάνθη, μας δένουν όλα αυτά που ζήσαμε μαζί. Δεν είπαμε και ποτέ στο παιδί τίποτα άσχημο γι' αυτόν. Τι να του πούμε δηλαδή κιόλας; Κι έπειτα, λογικό είναι να του αρέσει ο Κλεάνθης. Είναι πολύ… Πώς να το πω; Είναι πολύ φανταχτερός. Του προκαλεί περιέργεια του Χριστόφορου και κολακεύεται κιόλας που ένας επώνυμος, ένας επιτυχημένος, τον αντιμετωπίζει σαν ισότιμο και βγαίνουν παρέα να διασκεδάσουν. Το περίεργο είναι ο Κλεάνθης γιατί κόλλησε έτσι με το παιδί; Μπορείς να το καταλάβεις εσύ αυτό;»

«Λες να βλέπει στο παιδί κάτι που δε βλέπουμε εμείς; Να βλέπει μια εκδοχή του εαυτού του, ότι ο Χριστόφορος του μοιάζει, δεν είναι σαν εμάς; Έλα, αστειεύομαι», του είπα καθώς τον είδα να με κοιτάζει έκπληκτος.

«Η Στέλλα τι κάνει;» με ξαναρώτησε ξαφνικά.

«Φεύγει απ' την Ελλάδα, όπως σου είπα. Πάει στην Γαλλία με τον άντρα της. Έχω πολλά να σου πω …»

«Η Στέλλα πάντα φεύγει», με διέκοψε. «Απ' όταν ήρθε στην Ελλάδα, ήτανε πάντα δυστυχισμένη κι ανεπαρκής να φέρει βόλτα τα προβλήματα της. Μιλούσαμε και για την Στέλλα με τον Κώστα, προσπάθησε να τη στηρίξει κάποτε αλλά αυτή ήταν σαν αγρίμι. Ο άντρας της, πάντως, ήταν αυτός που τον έπεισε να μπει υποψήφιος του Συνασπισμού στις εκλογές. Σαν ανεξάρτητος βέβαια, καμιά σχέση μ' αυτά που λέγανε μετά περί στελέχους του Συνασπισμού. Εξ ου και δεν έμεινε παρά ελάχιστα. Δε χώραγε ο Κώστας σε τέτοια σχήματα, ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς το αποφάσισε τότε».

«Ξέρεις τι κάθεται και λέει ο Κλεάνθης; Ότι εκείνη τη φορά ο Κώστας ήτανε μπλεγμένος άσχημα κι ήθελε μια κάλυψη, μια βιτρίνα από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα».

«Πότε τα είπε αυτά;» ρώτησε ο Άρης γελώντας πάλι. «Ανεκδιήγητος είναι αυτός ο Κλεάνθης! Μετά, πάντως, βγάζει τις ενοχές του βοηθώντας εμένα. Πάλι καλά…»

«Τι τύπος ήταν ο άντρας της Στέλλας;»

«Καλό παιδί. Εντάξει, όχι τίποτα σπουδαίο, αλλά μπορούσες να κουβεντιάσεις μαζί του. Τον Κώστα τον θαύμαζε από τότε στη Ρώμη. Συνεργαστήκανε και για μια έρευνα που έκανε…»

«Ναι, μου το είπε η Στέλλα. Ξέρεις τι απόγινε εκείνη η έρευνα;»

Με κοίταξε απορημένος ο Άρης.

«Όχι, δεν ξέρω. Γιατί ρωτάς;»

«Τίποτα. Κάτι σκέφτηκα, δεν έχει σημασία. Πες μου λοιπόν, τι τύπος ήταν; Πώς κατάφερε να πείσει τον Κώστα να μπει στο κοινοβουλευτικό παιγνίδι;»

Με κοίταζε ακόμα με περιέργεια, αλλά εκείνη τη στιγμή δε ρώτησε τίποτα παραπάνω.

«Απογοητευμένος ήτανε. Βαθιά απογοητευμένος. Εγώ του είπα ότι είχε πάθει διχασμό προσωπικότητας εκείνη την εποχή. Μιλούσε γενικά για το Συνασπισμό. Έλεγε ότι έπρεπε να ξαναμπεί στην Βουλή, ότι ήταν ένα κόμμα που είχε κάτι να πει, κάτι τέτοια. Αλλά ξέρεις, ήταν σαν να μην τον αφορούσε το θέμα, σαν να τα έλεγε ακαδημαϊκά όλα αυτά. Δε θυμάσαι τη στάση του απέναντι στην κοινοβουλευτική αριστερά; “Έτσι κι αλλιώς, μεσ’ το πολιτικό παιγνίδι είναι”, έλεγε. “Σέβονται, δεν αντιτίθενται στο σύστημα”.

»Τότε, όμως, είχαν αρχίσει να συνεργάζονται με το Μαριδάκη για την έρευνά του. Και ξαφνικά, αποφάσισε να μπει υποψήφιος στις εκλογές. Κι εγώ το έμαθα εκ των υστέρων, δεν το είχε συζητήσει καν μαζί μου, έπεσα κι εγώ απ' τα σύννεφα. Εντελώς παρορμητική κίνηση ήταν, ο ίδιος βέβαια δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι λειτούργησε παρορμητικά, αλλά δεν πρόλαβαν να τελειώσουν οι εκλογές και είχε αποχωρήσει κι απ' το Συνασπισμό κι απ' το κοινοβουλευτικό παιγνίδι…»

Σταμάτησε να μιλάει κι έκλεισε τα μάτια του.

«Έχεις τίποτα; Πονάς;» τον ρώτησα ανήσυχη.

«Όχι, μην ανησυχείς. Απλώς κουράστηκα πάλι να μιλάω. Να φάμε τώρα εκείνο το φαγητό που έφεραν;» μου είπε και κοίταξε το δίσκο στο κομοδίνο με μια έκφραση αηδίας -είχε γίνει στο μεταξύ η διανομή και του βραδινού φαγητού κι αυτή τη φορά σχεδόν δεν το πήραμε είδηση.

«Μόλις μου επιτρέψουν, θα σου φέρνω εγώ φαγητό», του είπα. Κι όπως γύρισα να πάρω τον δίσκο για να του τον δώσω, με ρώτησε ξαφνικά:

«Τι θες να μάθεις για το Μαριδάκη; Γιατί ρωτάς συνέχεια τι τύπος είναι;»

Δεν ήθελα ν' αποκαλύψω τους φόβους της Στέλλας, ένιωθα πως θα την εκθέσω. Εξάλλου, ούτε εγώ η ίδια δεν ήξερα τι είχα καταλάβει από εκείνη την υπόθεση για να το μεταφέρω και στον Άρη.

«Τίποτα», του είπα λοιπόν. «Απλώς έμεινα με την εντύπωση ότι η Στέλλα δεν είναι καθόλου ευτυχισμένη μαζί του. Γι' αυτό σε ρωτάω, γιατί εγώ δεν τον θυμόμουνα καθόλου».

«Όχι, δεν ήταν ευτυχισμένη μαζί του, το ήξερα κι εγώ. Αλλά δεν έφταιγε ο Μαριδάκης γι' αυτό. Η Στέλλα είχε άλλα προβλήματα. Κι ένα απ’ αυτά ήταν ο Κώστας. Ποτέ δεν το πήρε απόφαση ότι ο Κώστας ήταν χαμένος για κείνη. Και μετά το θάνατό του θα έπρεπε να κάνει πια τους λογαριασμούς μ’ ολόκληρη τη ζωή της. Και δεν τα κατάφερνε. Έτσι δεν είναι;»

«Νομίζω. Δεν ξέρω, δηλαδή, αλλά… Ξέρεις τι μου είπε όταν χωρίσαμε; Ότι αυτή την κηδεία δε θέλει να την ζήσει».

«Τι θα πει αυτό;» με ρώτησε προσπαθώντας ταυτόχρονα να βολευτεί καθιστός στο κρεβάτι και να ισορροπήσει τον δίσκο στα πόδια του.

«Ναι, τότε δεν το κατάλαβα ούτε εγώ», του είπα, ενώ τον βοηθούσα να κόψει το κοτόπουλο χωρίς να του χυθεί η σούπα. «Αλλά τώρα νομίζω ότι η Στέλλα ήταν η πρώτη από εμάς τους απέξω που συνειδητοποίησε αυτό το θάνατο και ό,τι σήμαινε για όλους μας. Τον Κώστα ούτε καν εγώ δεν τον έχω πενθήσει ακόμα. Δεν έχω πάρει απόφαση ότι πέθανε. Κι όλα αυτά που λέμε, είναι σαν να μπορούμε να τ' αναιρέσουμε αύριο. Που θα έχουμε άλλες πληροφορίες, νέα στοιχεία».

«Πάρ’ το αυτό. Δεν τρώγεται». Έσπρωξε εκνευρισμένος το δίσκο. «Για όλους εσάς αυτός ο θάνατος μπορεί να σημαίνει ό,τι θέλετε. Μπορείτε ακόμα και να τον ξεχνάτε. Εγώ, αντίθετα, αυτήν την πολυτέλεια δεν την έχω».

Είχε γείρει πάλι στα μαξιλάρια κι είχε κλείσει τα μάτια. Ένιωθα σαν να μου είχε κλείσει μια πόρτα κατάμουτρα, αλλά δε μίλησα, σηκώθηκα και πήγα κοντά στο παράθυρο.

«Εκείνη η σκηνή στο γραφείο του, θα με κυνηγάει μέχρι να πεθάνω», τον άκουσα ξαφνικά να λέει, με είχε ξαναβάλει στο ταξίδι και δε μου άφηνε χώρο για άλλα συναισθήματα.

«Εντάξει, δεν παραλογίζομαι να λέω ότι τον σκότωσα εγώ. Δεν μπόρεσα, όμως, και να τον κρατήσω. Κι ας έβλεπα το αδιέξοδο στο οποίο είχε εγκλωβιστεί, εκείνο το βιβλίο του είχε γίνει έμμονη ιδέα, το έβλεπα το πρόβλημα, το ζούσα. Εγώ, όμως, ήμουνα ήδη αλλού. Είχα από καιρό την αίσθηση ότι ζούσαμε αυτιστικά την εποχή μας, ότι είμαστε ξεχασμένοι από την ιστορία κι ανίκανοι να επεξεργαστούμε αυτά που υπήρχαν στον περίγυρο, να έχουμε συνολική εικόνα. Κι άρχισε να με βασανίζει η σκέψη ότι αναλωθήκαμε στην συγγραφή μιας ιστορίας αντί να παίξουμε ένα ρόλο πιο ενεργό σ' αυτά που διαδραματίζονταν γύρω μας. Αλλά ο Κώστας δε συμφωνούσε. “Άλλαξαν οι εποχές”, μου έλεγε. “Ψάχνουμε γι' άλλους δρόμους κι εμείς. Πώς θα τους βρούμε αν δεν την μελετήσουμε την εμπειρία μας, την εμπειρία του ένοπλου που ήταν για χρόνια το σημείο αναφοράς μας;” Εγώ, όμως, είχα την αίσθηση ότι σχολιάζαμε τα γεγονότα χωρίς να έχουμε καμιά επαφή με ό,τι συνέβαινε γύρω μας. Ξέρεις, σαν να τα βλέπαμε απέξω, σαν να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα. Όμως αυτά που ψάχναμε, αυτά που θέλαμε να κάνουμε δε γίνονται έτσι, δεν είναι ασκήσεις επί χάρτου.

»Αυτό προσπάθησα κάποια στιγμή να του πω. “Σε ποιον απευθυνόμαστε;” τον ρώτησα. “Δεν μπορεί να το γράφουμε μόνον για μας αυτό το βιβλίο. Ξέρουμε σε ποιον απευθύνουμε τους προβληματισμούς μας ή εν ονόματι τίνος μιλάμε; Μάς ενδιαφέρει να το μάθουμε;” Αλλά δεν ήθελε να με ακούσει, παρεξηγούσε αυτά που του έλεγα, θύμωνε, μου έλεγε ότι έπαθα κρίση κακοήθους ακτιβισμού.

»Ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα; Αν θα μπορούσε και να γίνει διαφορετικά. Αν θα μπορούσε, δηλαδή, ο Κώστας να καταλάβει την κοινωνία ζώντας την διαφορετικά. Πώς να το πω; Ζώντας μέσα σ' αυτήν. Ο Κώστας ήταν ένας αφάνταστα μοναχικός άνθρωπος. Αυτές τις μέρες σκέφτομαι και τη ζωή του στην Ιταλία, τις σχέσεις του μαζί μας. Ποτέ δεν ήταν σαν εμάς τους υπόλοιπους, ποτέ δεν τον νιώσαμε κομμάτι της παρέας. Πάντα ήταν κάπου πιο πάνω από εμάς, άρα, ταυτόχρονα, και κάπου απόμακρα. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό του. Στο τέλος, νομίζω ότι ακόμα και μ’ εμένα τα πιο πολλά κανάλια επικοινωνίας ήταν κλειστά …»

Όπως κι αν τον θυμόμουνα τον Κώστα, ακόμα και στις στιγμές που ήμαστε πραγματικά κοντά, την ένιωθα τη μοναξιά του, αυτό είναι που με κάνει τώρα να πονάω ακόμα πιο πολύ. Εμείς τσαλαβουτούσαμε τότε σαν τα κουτάβια, να το γευτούμε ό,τι είχε να μας δώσει η ιταλική κοινωνία. Και τα καλά και τα κακά της. Κανείς μας δεν την γνώριζε όπως ο Κώστας, που είχε απάντηση για όλα και μας θάμπωνε με τις γνώσεις του. Όμως εμάς κυλάει ακόμα μέσα στο αίμα μας, ο Κώστας δεν το κέρδισε ποτέ αυτό το δώρο.

«Άρη, πες μου, ήταν αλήθεια εκείνη η ιστορία με την Νίλντε Μικαλίτζι;» ρώτησα ξαφνικά.

«Ναι, πρέπει να ήταν. Η Νίλντε ήταν ο εφηβικός του έρωτας. Την είχε γνωρίσει στην Γερμανία, ήταν φίλη του πατέρα του. Τον είχε επηρεάσει πάρα πολύ. Νομίζω ότι και στην Ιταλία αποφάσισε να πάει για να μπορέσει να την ξαναβρεί. Αυτή είχε παντρευτεί έναν Ιταλό, αλλά ήταν σε διάσταση. Στην Ιταλία κρυβότανε, ζούσε μόνη της. Δεν ξέρω τι σχέσεις είχε με τον πατέρα του Κώστα και πώς μάθανε ότι ήταν στην Ιταλία. Πάντως, ξέρεις τι σκέφτομαι μερικές φορές; Ότι έχουμε στο κεφάλι μας μια εντελώς πλασματική εικόνα για τους διωκτικούς μηχανισμούς. Είναι πολύ πιο ανεπαρκείς απ' ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Εμένα μου φαινόταν παιδαριωδώς εύκολο να εντοπίσουν την Μικαλίτζι στη Ρώμη. Έζησε, όμως, τόσα χρόνια ανενόχλητη».

«Κι εμένα ο Κώστας μου την σύστησε με το πραγματικό της όνομα…»

«Όχι, αυτά ήταν βλακείες του Κώστα. Πολλές φορές έδειχνε μια απίστευτη, σχεδόν παρεξηγήσιμη επιπολαιότητα. Τέλος πάντων… Θυμάσαι τα νέα που μας έφερε εκείνο το βράδυ ο Κλεάνθης; Ενθουσιασμένος ήταν! Νόμιζε ότι ανακάλυψε την Αμερική. Εγώ τα ήξερα απ’ τον Κώστα όλα αυτά. Η σύλληψη κι ο θάνατος της Μικαλίτζι τον είχαν σοκάρει αφάνταστα, έκανε χρόνια να το ξεπεράσει. Το καταλόγιζε και στον εαυτό του με μια τυφλή, ανορθολογική αίσθηση ενοχής. Ερχόταν στην Ελλάδα, όταν την πιάσανε. Είχε αντιληφθεί ότι έσφιγγε ο κλοιός και θέλησε να φύγει απ' την Ιταλία. Ο Κώστας, λοιπόν, έλεγε ότι αν δεν είχε αποφασίσει να έρθει στην Ελλάδα, μπορεί και να μην την είχανε πιάσει».

«Κι εκείνη η ιστορία με το σχεδιάγραμμα των δικαστηρίων που βρέθηκε στο σπίτι της, τι ήταν;» τον ρώτησα. «Περίεργη ιστορία. Ήταν φορές που σκεφτόμουνα ότι εκεί υπήρχαν όλες οι απαντήσεις. Γι' αυτά που έγιναν μετά, εννοώ. Και για την σύλληψή της».

«Όχι, δεν ήταν τόσο σημαντικό αυτό το γεγονός. Το σχεδιάγραμμα, όταν βρέθηκε στο σπίτι της Μικαλίτζι, ήταν απολύτως άνευ σημασίας. Για την ακρίβεια αυτό που βρέθηκε ήταν αντίγραφο του πραγματικού. Δεν είχε λόγο, βέβαια, να το κρατάει, ούτε κι εγώ κατάλαβα ποτέ γιατί το έκανε. Στα χέρια της αστυνομίας, όμως, έφτασε το αυθεντικό σχεδιάγραμμα, αυτό που φτιάξαμε εμείς, όχι το αντίγραφο. Μ' έναν περίεργο τρόπο μαθεύτηκε η ύπαρξή του. Από κάποιον απ' τους ίδιους που μας ζήτησαν να το φτιάξουμε».

«Ποιους ίδιους; Ποιοι ήταν αυτοί;»

«Στέλλα, μην είσαι αφελής! Ήταν ποτέ δυνατόν να τους ξέραμε; Να μας τους είχαν συστήσει; Το σχεδιάγραμμα βρέθηκε σε μια τσάντα, μαζί με ρούχα και κάτι άλλα πράγματα. Σ' ένα βαγόνι τραίνου βρέθηκε, πάνω σ' ένα κάθισμα, σαν κάποιος να το είχε ξεχάσει. Ή κάποιος να χρειάστηκε να το εγκαταλείψει ξαφνικά και να φύγει. Ή να έγινε κι επίτηδες, εκείνες τις εποχές όλα ήταν πιθανά. Πάντως η επιχείρηση της Ρώμης κάηκε κι έγινε μόνο η επίθεση στη Νάπολη, που ήταν ήδη προετοιμασμένη. Θυμάσαι; Τον σχολιάζαμε τότε αυτόν το στόχο των πολλαπλών ταυτόχρονων επιχειρήσεων. Σαν τέτοια ξεκίνησε κι εκείνη».

«Εσείς το ξέρατε; Ξέρατε γιατί σας είχαν ζητήσει το σχεδιάγραμμα;»

«Όχι βέβαια. Το μάθαμε πολύ αργότερα».

«Μπήκατε σε κίνδυνο, όμως. Η Στέλλα έλεγε ότι σας πρόδωσε η Μικαλίτζι, σας έβαλε σε κίνδυνο σαν τα πρόβατα…»

«Αυτά είναι βλακείες της Στέλλας. Γιατί μας πρόδωσε; Εμείς αναλάβαμε την ευθύνη να κάνουμε το σχεδιάγραμμα. Τα υπόλοιπα τα υποθέταμε, δε χρειαζόταν να τα ξέρουμε με λεπτομέρειες… Θα ήταν κι επικίνδυνο για όλους κάτι τέτοιο».

«Άρη», τον διέκοψα. «Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό; Αν σ' έπιαναν;»

«Ξέρεις τι με ρωτάς τώρα; Πώς μπόρεσα να είμαι αυτό που είμαι, ή μάλλον αυτό που ήμουνα τότε. Αν σε ρωτήσω κι εγώ, πώς μπόρεσες εσύ τότε να είσαι τόσο μακριά;»

«Εγώ; Μακριά εγώ; Μα τότε δεν είχα ιδέα…»

«Περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Δεν είχες ιδέα. Κι όμως, όλα μπροστά σου ήταν και τότε.…»

«Άρη, είναι δυνατόν να μου καταλογίζεις κάτι τέτοιο;»

«Συγγνώμη. Έχεις δίκιο». Μου έριξε μια ματιά κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα στο παράθυρο. «Δεν ξέρω τι να πω», συνέχισε αποφεύγοντας πάντα να με κοιτάξει. «Αν είναι κάτι που μου φαίνεται και τώρα ακόμα απίστευτο, είναι το πώς σ' αφήσαμε έξω από εκείνη την ιστορία. Μην κοιτάς τι σου λέω τώρα. Τότε κι εγώ είχα φοβηθεί. Είχα φοβηθεί πολύ. Για μένα, ήταν σχεδόν σαν πέρασμα στην παρανομία και δεν ήμουνα καθόλου έτοιμος για κάτι τέτοιο. Και μην θαρρείς πως δε φοβόμαστε και για την Στέλλα. Δεν της είχαμε πει τίποτα, θεωρούσαμε αυτονόητο ότι είχε καταλάβει τι ήταν εκείνη η ιστορία. Πολύ αργότερα κατάλαβα πόσο ανυποψίαστη ήταν κι ένιωθα την ανάγκη ν’ απολογηθώ, αλλά φοβόμουνα ότι θα το έπαιρνε άσχημα, ότι θα την μείωνα. Πίστευα κι ότι είχε περάσει πια ο κίνδυνος. Δεν ξέρω πως θα ένιωθα αν ήσουνα κι εσύ μαζί μας. Αν ήξερες και το είχες αποφασίσει να είσαι μαζί μας. Δεν έγινε, όμως, έτσι κι ούτε μπορούμε να ξαναζωντανέψουμε εκείνη την εποχή για να γυρέψουμε τις απαντήσεις. Είναι πολλά αυτά που δεν μπορούμε να ξαναζωντανέψουμε…»

Κάτι πήγα να πω, αλλά με διέκοψε πιάνοντας το χέρι μου.

Απομείναμε πάλι αμίλητοι. Σε λίγο θα έπρεπε να φύγω, να πάω στον Πετρίδη, έτσι είχαμε συνεννοηθεί. Ο Άρης είχε γυρίσει πάλι το πρόσωπό του προς το παράθυρο κι είχαν παγώσει σε μια έκφραση αφόρητης κούρασης τα χαρακτηριστικά του, δεν άντεχα να φύγω και να τον αφήσω έτσι.

«Άρη, μπορώ και να μην πάω στον Πετρίδη… Να τον πάρω στο τηλέφωνο. Να μείνω λίγο ακόμα μαζί σου;»

«Γιατί; Τι θα κερδίσουμε;» μου είπε χωρίς ν’ αλλάξει έκφραση.

«Δε θέλω να σ' αφήσω μόνο σου. Με τόσα πολλά … Με όλα αυτά που ξέθαψες από μέσα σου …»

«Ήταν πιο δύσκολο όταν τα ζούσα μόνος μου. Δεν έχει νόημα να μείνεις κι άλλο. Αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να φύγεις. Καλύτερα, λοιπόν, να φύγεις τώρα …»

Άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου κι έσκυψα ύστερα να τον φιλήσω. Αυτός τραβήχτηκε, αλλά μετά, σαν να μετάνιωσε, γύρισε και μ' αγκάλιασε σφικτά.

«Όλα αυτά θα τα συζητήσουμε κάποτε. Μη φοβάσαι. Κάτω από άλλες συνθήκες, όμως. Τώρα δεν την έχουμε αυτή την πολυτέλεια», μου είπε και μ' έσπρωξε μαλακά για να με απομακρύνει απ' την αγκαλιά του.

Ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ τι σημαίνει αυτή η στέρηση της σωματικής επαφής, έστω το σύντομο αγκάλιασμα, το φευγαλέο χάδι που αποκαθιστά σ' ένα λεπτό ατέλειωτες ώρες μοναξιάς. Τότε, στην Ρώμη, όταν μας έλεγε ο Κώστας ότι η φυλακή σε βγάζει οριστικά από την κοινωνία, δε σε προετοιμάζει για να ξαναμπείς, άκουγα έκπληκτη για όλους αυτούς, τους αδιόρατους σχεδόν μηχανισμούς που αποκόβουν τον κρατούμενο από το παρελθόν του, από το περιβάλλον του, απ' τους δικούς του ανθρώπους. Μα ήταν σαν να διάβαζα ένα, πολύ ενδιαφέρον βέβαια, βιβλίο, που έπειτα όμως το έβαζα στο ράφι μέχρι να τύχει να θελήσω να το ξαναδώ.

«Αύριο, λοιπόν», μου είπε ο Άρης καθώς στεκόμουνα αναποφάσιστη με τα πράγματα μου στο χέρι. «Πήγαινε τώρα, γιατί δε θα προλάβεις». Κι όπως έκανα να φύγω, με κράτησε απ' το χέρι. «Θα το ανοίξεις το αρχείο;» με ρώτησε.

«Θα το ανοίξω απόψε. Απλώς φοβάμαι ακόμα λίγο…»

«Εντάξει, λοιπόν. Και μην φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά. Και το αρχείο. Πρόσεχε! Αυτά που υπάρχουν μέσα πρέπει να προστατευθούν. Σ' εσένα μόνον το εμπιστεύομαι».

Έκανα να γυρίσω προς το μέρος του, αντί να με καθησυχάσει αυτό που είπε, με γέμισε αγωνία. Εκείνος, όμως, με απέτρεψε με μια κίνηση του χεριού του.

«Φύγε, δε θα προλάβεις», μου είπε πάλι. «Αύριο θα σε δω. Να μου πεις και τα νέα απ' τον Πετρίδη».


3. Αποχαιρετισμός

«Να μου το δώσετε το βιβλίο, αφού το ζήτησε ο σύζυγος σας. Αλλά εγώ νομίζω ότι αυτό που έχει σημασία είναι που αποφάσισε να μιλήσει για τις συνθήκες θανάτου του Αχείμαστου και για τους λόγους που βρέθηκε εκείνος εκεί λίγο μετά το συμβάν. Κι όσο το σκέφτομαι, νομίζω ότι είναι καλύτερα να μην τα συναρτήσουμε όλα αυτά προς το περιεχόμενο του βιβλίου, μπορεί να γίνει επικίνδυνο και θα ήταν κρίμα. Αφήστε, όμως. Θέλω να το σκεφτώ λίγο ακόμα. Να δω και το αρχείο. Σε σχέση, τώρα, με την περίφημη εκπομπή, δεν κατάφερα να μάθω σπουδαία πράγματα. Το πιθανότερο είναι ότι, σε ότι αφορά στο σύζυγό σας, δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να μας ανησυχεί πίσω απ' αυτήν την ιστορία. Αλλού το πήγαινε ο δημοσιογράφος, το δούλευε από καιρό το θέμα, του άρεσε η ιδέα του συσχετισμού της ιστορίας των δυο εκδοτών κι εκεί επικεντρώθηκε. Γι' αυτό κι έδειχνε να αμφισβητεί την εκδοχή ότι ο Αχείμαστος δολοφονήθηκε από ένα φίλο του, δηλαδή από κάποιον άσχετο προς όλα αυτά. Γι' αυτό σας λέω. Απ' ότι φαίνεται, ο σύζυγός σας είναι μάλλον καθαρός και για τους αστυνομικο-δικαστικούς και για τους δημοσιογραφικούς κύκλους». Γέλασε συγκρατημένα ανάβοντας την πίπα του. «Καλό είναι αυτό», συνέχισε, «αλλά ακόμα καλύτερο θα είναι, ίσως, να μην ρισκάρουμε ανοίγοντας καινούργια κεφάλαια στην υπόθεση. Τέλος πάντων, θα δούμε. Αύριο θα πάω πάλι να δω το σύζυγο σας. Έχω μια πολύ ευχάριστη είδηση να του μεταφέρω. Εμφανίστηκε αυτοβούλως η αδελφή του Αχείμαστου κι έδωσε κατάθεση. Ούτε δασκαλεμένη να την είχαμε. Υποστήριξε κι αυτή την υπόθεση της αυτοκτονίας του αδελφού της και μίλησε πολύ θερμά για το σύζυγό σας …»

«Η αδελφή του Κώστα;»

Απίστευτο ακούστηκε. Μου ήταν ήδη δύσκολο να εντάξω στην ιστορία την ύπαρξη αυτής της αδελφής, για την οποία δεν είχα ιδέα πριν το θάνατο του Κώστα, και τώρα, αυτό το σχεδόν φανταστικό πρόσωπο, γινόταν κάτι σαν από μηχανής Θεός.

«Άρα πάμε πολύ καλά», συνέχισα κι ένιωσα την επιθυμία να του σφίξω το χέρι. Να μπαίναμε άραγε στην τελική ευθεία; Να τέλειωνε ο εφιάλτης;

«Ναι, νομίζω κι εγώ ότι πάμε καλά. Μάρτυρας υπεράσπισης δε θα μιλούσε τόσο καλά για το σύζυγό σας. Δεν ήξερα ότι γνωριζόσαστε με την αδελφή του Αχείμαστου …»

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να πω ότι δε γνωριζόμαστε, αλλά μετά συγκρατήθηκα. Δεν είμαι σε θέση να διαψεύδω ή να επιβεβαιώνω οτιδήποτε, σκέφτηκα και χαμογέλασα αμήχανα.

Τον Πετρίδη τον είδα για πολύ λίγο, πριν από μια συνέντευξη που θα του έπαιρναν στο γραφείο του. Φεύγοντας μάλιστα, στριμώχτηκα ανάμεσα στους ανθρώπους του τηλεοπτικού συνεργείου, που είχαν έρθει ήδη και περίμεναν να τελειώσουμε. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, πήρα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης καθώς σκεφτόμουνα ότι εμείς είχαμε γλιτώσει τη δημοσιότητα, δεν είχαν έρθει για εμάς, δε θα έβλεπα στην τηλεόραση τον Πετρίδη να μιλάει για την υπόθεση Αχείμαστου και σ’ ένα απ’ τα παράθυρα να εμφανίζεται η αδελφή του Κώστα και να υποστηρίζει τον Άρη. Τι να είπε άραγε στην κατάθεση της; Δεν πρόλαβα να ρωτήσω τον Πετρίδη, το είχα αποδεχτεί από την πρώτη στιγμή ότι μ' αυτόν τον άνθρωπο πρέπει να αρκείσαι στα λίγα και θεωρούσα ήδη πολύ σημαντικό το ότι συναντηθήκαμε.

Δεν ήθελα να γυρίσω αμέσως στο σπίτι κι άρχισα να περπατάω άσκοπα στους δρόμους. Περπατούσα, κι ένιωθα να πονάει όλο μου το κορμί μου απ' την κούραση. Και ξαφνικά το αποφάσισα. Ήξερα κιόλας ότι ήταν μια εντελώς παρορμητική απόφαση, γι' αυτό δεν ήθελα να δώσω χρόνο στον εαυτό μου ν' αλλάξει γνώμη. Ο εκδοτικός οίκος του Κώστα ήταν εκεί κοντά, έφτασα σχεδόν τρέχοντας και μπήκα μέσα.

«Στέλλα Κομνηνού λέγομαι», είπα στην κοπέλα της γραμματείας που με κοίταζε έκπληκτη έτσι όπως είχα σχεδόν εισβάλλει στο γραφείο της. «Θέλω να δω την κυρία Αχείμαστου. Είναι εδώ;» ρώτησα και ταυτόχρονα σκεφτόμουνα αν ήταν αυτό το όνομά της, δεν ήξερα καν αν ήταν παντρεμένη η αδελφή του Κώστα.

«Περιμένετε μισό λεπτό», μου είπε εκείνη, και χάθηκε σ' ένα διάδρομο, εκεί από πίσω ήταν το γραφείο του Κώστα, τον θυμόμουνα αυτόν το χώρο σαν να 'ταν πριν από μια ώρα η τελευταία φορά που είχα έρθει. Δεν ξέρω αν είχε περάσει πραγματικά περισσότερο από μισό λεπτό, όταν την είδα να επιστρέφει.

«Περάστε από 'δω», μου είπε. «Η κυρία Αχείμαστου σας περιμένει».

Με περίμενε όρθια πλάι στο γραφείο αλλά εγώ είχα κοκαλώσει στην είσοδο, με το χέρι ακόμα στο πόμολο της πόρτας. Δεν μπορούσα να δω τη σκηνή, δεν μπορούσα ούτε καν να τη φανταστώ: τον Κώστα να πέφτει νεκρός πάνω σ' αυτό το γραφείο, ίσως εκεί ακριβώς που ακουμπούσε το χέρι της η αδελφή του. Και ήταν σαν να επέβαλα στον εαυτό μου να δει αυτήν την εικόνα, να πειστεί πως έτσι ήταν, πως έτσι έγινε. Όμως, το μόνο που κατάφερνα ήταν να ξαναδώ τον Κώστας έτσι όπως το θυμόμουνα, σκυμμένο στα χαρτιά του, ν' ανασηκώνεται για να με προϋπαντήσει, να μην ολοκληρώνει όμως ποτέ την κίνηση του και να κάθεται πάλι στην καρέκλα του καθώς εγώ έμπαινα πια στο δωμάτιο.

«Ελάτε κυρία Κομνηνού», με συνέφερε η φωνή της. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι κανείς δε θα το πίστευε πως είναι αδέλφια με τον Κώστα, δεν του έμοιαζε καθόλου, σε τίποτα δεν τον θύμιζε.

«Ξαφνιαστήκατε, ε;» μου είπε σαν να διάβασε τη σκέψη μου. «Δε μοιάζω καθόλου με τον Κώστα. Είμαστε ετεροθαλή αδέλφια, εγώ είμαι από το δεύτερο γάμο του πατέρα μας. Ελάτε, καθίστε».

«Ήρθα να σας ευχαριστήσω. Μόλις τώρα έμαθα για την κατάθεσή σας. Θα βοηθήσει πολύ τον άντρα μου, έτσι μου είπε ο δικηγόρος….» της είπα και σταμάτησα να μιλάω, ξαφνικά μου φάνηκε εντελώς γελοία και καλοκοσμική η κίνησή μου να πάω να την δω, να την ευχαριστήσω.

«Καταλαβαίνω», μου είπε εκείνη. Με κοίταζε και δεν έδειχνε καθόλου αμήχανη, σαν να την περίμενε την επίσκεψή μου και να είχε προετοιμάσει αυτά που θα μου έλεγε. «Κανονικά θα έπρεπε να το κάνω πολύ πιο πριν» συνέχισε. «Αλλά, βλέπετε, είχαμε κι εμείς περιπέτειες. Δεν ήταν απλό πράγμα αυτό που κάναμε, που αποκρύψαμε δηλαδή τις συνθήκες θανάτου του Κώστα. Μέχρι τώρα τραβιόμαστε αλλά, όπως φαίνεται, αμέσως μετά το Θεό είναι οι δικηγόροι. Δεν έχετε λόγο να μ' ευχαριστείτε. Και την δική μου θέση διευκόλυνα καταθέτοντας ότι ο Κώστας αυτοκτόνησε. Καταλαβαίνετε, γνωστή οικογένεια, φάνηκε φυσικό να θέλουμε αρχικά ν' αποφύγουμε τη δημοσιότητα και το σκάνδαλο…»

Και τότε, ακούγοντάς την, ένιωσα πάλι εκείνο τον πνιχτό πόνο που μου προκαλεί κάθε φορά η σκέψη ότι ο Κώστας έζησε και πέθανε αφάνταστα μόνος. «Μην βιάζεσαι να βγάζεις συμπεράσματα», είπα μετά στον εαυτό μου, αλλά μου ήταν αδύνατον να διώξω εκείνο το συναίσθημα.

«Μιλήσατε πολύ θερμά για το σύζυγό μου στην κατάθεσή σας», της είπα κάνοντας προσπάθεια ν' ακουστεί φυσική η φωνή μου. «Δεν ήξερα ότι γνωριζόσαστε …»

«Όχι, δεν τον γνώριζα το σύζυγό σας. Ούτε τον είχα δει καν πριν απ' το βράδυ που μου τηλεφώνησε για το θάνατο του Κώστα. Τότε τον είδα για πρώτη και τελευταία φορά. Για λίγο. Σε συνθήκες που δε μας επέτρεπαν να γνωριστούμε όπως το εννοείτε εσείς...»

«Τότε;» τη ρώτησα και σκέφτηκα πως θα μου πει πάλι ότι διευκόλυνε και τη δική της θέση να μιλήσει έτσι για τον Άρη στην κατάθεση της. Δεν απάντησε, όμως, κι εγώ ετοιμαζόμουνα να φύγω, ένιωθα ότι δεν είχαμε τίποτα άλλο να πούμε και, από την άλλη, δεν άντεχα πια να βρίσκομαι εκεί μέσα.

«Κυρία Κομνηνού, αν δεν ερχόσαστε εσείς θα σας έψαχνα εγώ», μου είπε, όμως εκείνη, καθώς ετοιμαζόμουνα να τη χαιρετήσω. «Την ημέρα που πέθανε ο Κώστας, η πρώτη μου δουλειά, όπως καταλαβαίνετε, ήταν να μαζέψω τα χαρτιά του. Έναν απίστευτο όγκο από χαρτιά. Τα πήρα και τα έκρυψα στο σπίτι της μητέρας του στην Χαλκίδα, μέχρι να βρω καιρό να πάω να τα ξεκαθαρίσω. Ήταν μια τρομερή έκπληξη για μένα αυτά που διάβασα, καλά που δεν τα βρήκε η αστυνομία. Και κάναμε, μετά, υπεράνθρωπες προσπάθειες για να τους πείσουμε πως δεν υπήρχε τίποτα. Δεν το πίστεψαν φυσικά, γι' αυτό κι εγώ βιάστηκα να τα καταστρέψω. Μην με ρωτήσετε τι λέγανε, δεν είμαι σε θέση να σας απαντήσω, δεν μπόρεσα να συγκροτήσω ολοκληρωμένη άποψη, βιαζόμουνα να τα ξεφορτωθώ. Κάτι σαν χρονικό της τρομοκρατίας μου φάνηκε. Η ιστορία των διάφορων τρομοκρατικών οργανώσεων, με σχόλια, αναλύσεις, κριτικές… Κι αναφορές στην Ελλάδα. Σχολιασμένα τρομοκρατικές επιχειρήσεις μιας δεκαετίας, άλλες πραγματικές κι άλλες φανταστικές, έτσι κατάλαβα τουλάχιστον»

Άρχισα να δυσφορώ και θα πρέπει να το κατάλαβε.

«Δεν ξέρω, υποθέτω ότι θα ήταν κάτι άλλο. Ότι το αδικεί η περιγραφή μου. Όμως, αυτά μπόρεσα να καταλάβω εγώ…»

«Έγραφαν για την ιστορία των ένοπλων κινημάτων της αριστεράς. Τις συνθήκες που τα γέννησαν, την πορεία τους, το τέλος τους …», ένιωσα την ανάγκη να πω, σαν να έπρεπε να τους υπερασπίσω. Με κοίταζε έντονα εκείνη και σταμάτησα, τι νόημα είχαν όλα αυτά που της έλεγα;

«Δεν ξέρω τι έκαναν, τι ήθελαν να πουν ο Κώστας με το σύζυγό σας. Δεν ξέρω κι ούτε μ' ενδιαφέρει να μάθω. Αυτό που ξέρω», συνέχισε χωρίς να με κοιτάζει πια, «είναι ότι κάπου εκεί ο Κώστας το έχασε το παιγνίδι. Και ότι θα μπορούσε να είχε γίνει το ίδιο και με το σύζυγό σας. Όσο μπορώ, λοιπόν, να βοηθήσω, θα το κάνω …»

Δεν ήξερα τι να πω, με είχε εκνευρίσει πάλι ο τρόπος που μιλούσε για τον Κώστα και τον Άρη, ένιωθα πως δεν τους σεβόταν κι αυτό δεν το άντεχα. Στεκόμουνα ακόμα όρθια και πάλευα με μια αίσθηση εξωπραγματικού. Ένιωθα ότι μέσα στο δικό μου κεφάλι –εμένα, που δεν το είχα δει ποτέ αυτό το βιβλίο- είχαν αρχίσει να συνοψίζονται οι αντιδράσεις που θα προκαλούσε αν έβγαινε ποτέ στην επιφάνεια. Εφηβικό ημερολόγιο ήταν για το Σαλβατόρε, βόμβα στα συρτάρια της ζωής της ήταν για την αδελφή του Κώστα, σχοινί για να κρεμάσουνε τον Άρη μπορεί να ήταν στα χέρια της αντιτρομοκρατικής. Και για το δικηγόρο μας ήταν περίπου κάτι ανυπόστατο που, αν παρουσιαζόταν, αν αποκτούσε οντότητα, μπορεί και να γινόταν επικίνδυνο ή να τον ανάγκαζε να αλλάξει υπερασπιστική γραμμή για να μπορέσει να αποσυνδέσει την κατηγορία για το θάνατο του Κώστα από την υπόθεση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα –μπελάς, με άλλα λόγια.

Και με τον Κώστα δε θα 'χα πια την ευκαιρία να μιλήσω για όλα αυτά που έγιναν. Και για τις εκδοχές τους, γι' αυτά που άρχισαν ήδη να λένε οι άλλοι. Τι παράξενο που είναι! Ο Κώστας ήταν αυτός που μάς μίλαγε για τις ποικίλες εκδοχές, τις πολλαπλές κατασκευές της πραγματικότητας. Κι αυτός ήταν ο μόνος απ' όλους μας που αντιστάθηκε μέχρι το θάνατό του και διατήρησε πεισματικά άθικτη μια ταυτότητα. Αιθεροβάμων, επαναστάτης, τρομοκράτης ή αθεράπευτα έφηβος για τους άλλους, ήταν πια αργά για να μπορέσει να υπερασπίσει ο ίδιος την ταυτότητα του, τα κίνητρά του, τη δική του εκδοχή για τη ζωή και το θάνατό του. Κι ο Άρης; Τι ακριβώς μου έχει ζητήσει ο Άρης να κάνω; Ποιον μου ζήτησε να προστατεύσω;

«Πρέπει να φύγω τώρα», είπα στην αδελφή του Κώστα σαν να 'πρεπε να δικαιολογηθώ γι' αυτό. «Ευχαριστώ και πάλι …»

«Κυρία Κομνηνού, μισό λεπτό», με σταμάτησε η φωνή της την ώρα που άνοιγα την πόρτα. «Νομίζω ότι αυτό είναι για σας. Γι' αυτό σας είπα ότι αν δεν ερχόσαστε εσείς, θα έψαχνα εγώ να σας βρω».

Με πλησίασε και μου έδωσε ένα φάκελο. Ήταν ανοιχτός, αλλά είχε απέξω γραμμένο το όνομα μου. Κι ήταν τα γράμματα του Κώστα. Σαν να 'ταν για να το ταξινομήσει ανάμεσα σ' άλλα χαρτιά και φακέλους. Ή για να το πετάξει.

«Δεν το διάβασα. Αν θέλετε το πιστεύετε», μου είπε. «Θα σας έψαχνα να σας το δώσω. Δε θα το έστελνα με το ταχυδρομείο».

Έριξα το γράμμα στην τσάντα μου και κατέβηκα σαν τρελή τις σκάλες. Όταν βγήκα στο δρόμο, ανάσανα λαίμαργα το νυχτερινό αέρα, ένιωθα πως θα πάθαινα ασφυξία ένα λεπτό ακόμα αν καθυστερούσα να βγω απ' το κτίριο.

***

Έφτασα στο σπίτι και το βρήκα σκοτεινό, ούτε το φως της εισόδου δεν ήταν αναμμένο. Έβαλα το κλειδί στην πόρτα κι έλεγα πως κάπου θα έχουν πάει, αποκλείεται να σημαίνει κάτι κακό αυτό το σκοτάδι. Όταν άκουσα την φωνή του Σαλβατόρε απ' την αυλή, κόντεψα να βάλω τα κλάματα απ' την ανακούφιση.

«Γιατί κάθεσαι στο σκοτάδι;» του φώναξα βγαίνοντας, κι άναβα όλα τα φώτα στο πέρασμα μου.

«Καθόμουνα και σκεφτόμουνα. Είναι πολύ όμορφη η αυλή σας τέτοια ώρα. Λίγο πριν γύρισα κι εγώ, είχα βγει με το Σάκη», μου είπε.

«Αλήθεια; Τι λέει αυτός, γιατί χάθηκε τόσες μέρες;» τον ρώτησα και κάθισα απέναντί του μ' ένα μπουκάλι νερό στο χέρι, είχα ξεχάσει να πάρω ποτήρι.

«Για την ακρίβεια, από προχθές έχει να φανεί. Εσύ δεν έλεγες ότι τον βαριέσαι να τηλεφωνάει κάθε τόσο; Κάθισε, θα σου φέρω εγώ ποτήρι», μου είπε και πήγε προς την κουζίνα.

«Ξέρεις τι θα μου λείψει πιο πολύ τώρα που θα φύγεις;» του είπα όταν ήρθε πάλι στην αυλή. «Αυτή η αίσθηση της θαλπωρής που μου προσφέρεις. Αυτό το απλό που μου λες. Αυτό το άσ’ το επάνω μου, θα φροντίσω εγώ. Δεν ξέρεις πόσο μου έχει λείψει αυτόν τον καιρό…»

«Να 'ναι επειδή το έλεγες εσύ πάντα στους άλλους; Από τότε που ήσαστε στην Ιταλία;»

Με κοίταζε χαμογελώντας τρυφερά.

«Όχι, δεν έχω παράπονο», του είπα. «Είχα κι εγώ τον τρόπο μου να κτίζω μια αίσθηση ασφάλειας γύρω μου φροντίζοντας τους άλλους. Δεν ένιωσα ποτέ ότι το έκανα σε βάρος των δικών μου αναγκών. Απ' την αστεία μεταμεσονύχτια μακαρονάδα, θυμάσαι; Δυο η ώρα το πρωί κι εγώ να κάνω μακαρονάδες. Μετά, όμως, ήταν όλα εντάξει, ρυθμισμένα, μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την επανάσταση χορτάτοι, που έλεγε κι ο Κώστας, που εκνευριζόταν να με βλέπει να χάνομαι στην κουζίνα κι ειρωνευόταν τις φροντίδες μου. Δυστυχισμένο, αφρόντιστο παιδί! Έπρεπε να πεθάνει για καταλάβω πόσο μοναχικά διάβηκε τη ζωή του… Δεν είναι αυτό λοιπόν που μου λείπει. Είναι που ένιωσα ξαφνικά ότι γκρεμίζεται ο κόσμος μου, όλα τα σταθερά σημεία αναφοράς μου. Αλλάζουν όλα, δεν έχω από πουθενά να πιαστώ, καμιά σιγουριά για ό,τι συμβαίνει γύρω μου. Ούτε για την δική μου στάση, γι' αυτό που νόμιζα ότι ήμουνα εγώ τόσα χρόνια. Μπερδεύεται και η δική μου η εικόνα. Ξέρεις πόσο δύσκολο πράγμα είναι αυτό; Αυτή η συνολική ανασφάλεια; Κάποτε ξύπναγα και κοίταγα αισιόδοξα την καινούργια μέρα. Ό,τι και να μας φέρει, έλεγα, μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε, μπορούμε και να το χαρούμε. Τώρα ξυπνάω και δε θέλω ν' ανοίξω τα μάτια μου. Αν με βγάλεις απ' την ρουτίνα μου παραλύω. Νιώθω εντελώς ανεπαρκής. Κι έπειτα, πώς να στο πω, νιώθω ότι δεν προλαβαίνω, ότι μου λείπει ο χρόνος να προσαρμόζομαι στα νέα δεδομένα που αλλάζουν συνεχώς. Πάνω που κάτι αρχίζει να μοιάζει σταθερό, ανατρέπεται κι αυτό κι άντε πάλι απ' την αρχή. Σαν να ζω σ' έναν ανεμοστρόβιλο νιώθω… Καλά που έχω το παιδί. Να το φροντίζω για να μη χάνω και την συνήθεια...», κατέληξα, προσπαθώντας μάταια να γελάσω.

«Ο Ύμνος της Μακαρονάδας! Έτσι θα το πούμε το έργο που θα γράψουμε απόψε μαζί. Θυμάσαι κι εσύ πόσες μακαρονάδες έκανα κι εγώ στη ζωή μου; Μέχρι κι εσένα πήγα να φροντίσω, αλλά δε μ' άφησες, τα μάτια πήγες να μου βγάλεις».

«Μην με συγκρίνεις μ' εσένα, εσύ είσαι αλλιώς. Εσένα είχε μια συνέπεια ολόκληρη η ζωή σου. Εσύ είσαι ακόμα επαναστάτης. Έτσι όπως σε γνώρισα. Κι ας διαφωνώ πολλές φορές μαζί σου, αυτή σου την συνέπεια ποτέ μου δεν την αμφισβήτησα… Γι' αυτό σ' εκτιμώ και σε θαυμάζω… Από τίποτα δεν παραιτήθηκες εσύ…»

«Δόξα τω Θεώ που δε με βρίζεις πάλι που πήγα κι έγινα γραμματέας τοπικής οργάνωσης κομουνιστικού κόμματος, έστω κι αν πρόκειται για τη Ριφοντατσιόνε!» είπε ο Σαλβατόρε και ξέσπασε σε γέλια.

«Έλα, μην με πειράζεις», του είπα. «Εσύ τότε άκουγες κομουνιστικό κόμμα κι έβγαζες σπυριά…»

«Είδες; Γι' αυτό κι αυτοί διασπάστηκαν. Για να αφήσουν σε κάτι σαν κι εμένα μια κομουνιστική τρύπα να πάμε ν' απαγκιάσουμε, χωρίς τον καημό μην τύχει και μπούμε καμιά μέρα στην Κυβέρνηση. Στην Βουλή πάντως μπαίνουμε κι εμείς, είδες που έβαλα νερό στο κρασί μου; Τότε την Βουλή την έβλεπα μόνον σαν πιθανό στόχο για καμιά μολότοφ». Γελούσε ακόμα. «Σ' ευχαριστώ πάντως που νομίζεις πως δεν παραιτήθηκα, πως είχε μια συνέπεια η ζωή μου», μου είπε μετά σοβαρεύοντας. «Είχα την αίσθηση πως σ' είχα εκνευρίσει μ' αυτά που έλεγα για τα παιδιά, για το βιβλίο τους… Είδες; Ακόμα παιδιά τους λέω, μην νευριάσεις πάλι…»

«Μακάρι να μην έφευγες. Δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω τώρα που θα φύγεις…»

«Οι άνθρωποι σαν εμάς είναι προπονημένοι για τα δύσκολα. Μην φοβάσαι, δε θα χαθείς εσύ, όλα σωστά θα τα κάνεις…»

«Οι άνθρωποι σαν εμάς;»

«Συ είπας! Οι επαναστάτες…»

«Μην με δουλεύεις Σαλβατόρε! Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή…»

«Λοιπόν να σου πω τον ορισμό του επαναστάτη, όπως τον δίνει ένας απλοϊκός σικελός τεχνίτης; Επαναστάτης είναι αυτός που καταφάσκει τη ζωή. Που της δίνει νόημα και πέφτει με τα μούτρα να την παλέψει, να την ζήσει αισιόδοξα. Κι εσύ απ' αυτό δεν παραιτήθηκες ποτέ. Δε θα 'ταν έτσι ο Άρης αν δεν είχε εσένα κοντά του. Να τον τροφοδοτείς, να του καλύπτεις τα νώτα, πώς να στο πω; Ο άτυχος ήταν ο Κώστας…»

«Γιατί το λες αυτό; Τι σχέση έχει ο Κώστας;»

«Λοιπόν, θα σου το πω κι ας μη μου ξαναμιλήσεις ποτέ. Ο Κώστας για μένα ήταν λιποτάκτης. Ποτέ δε θέλησε ν' αναμετρηθεί με τίποτα απ' τα δύσκολα, με τη ζωή την ίδια, με τις ανθρώπινες σχέσεις. Διάβηκε τη ζωή του ντυμένος το μύθο του ήρωα, του εξαιρετικού ανθρώπου, χωρίς πολλές-πολλές τριβές με την καθημερινότητα, αλώβητος απ' τα μικρά και τα ασήμαντα που κάνουν τη ζωή μας μια καθημερινή περιπέτεια…»

«Όχι, σε παρακαλώ, μην μιλάς άλλο έτσι για τον Κώστα…», του έλεγα και έκλαιγα πια σπαρακτικά. «Δεν το αντέχω που ήταν έτσι μόνος. Δεν το αντέχω που πέθανε και δε θα τον ξαναδώ, να του μιλήσω…»

«Δεν το αντέχεις που πέθανε χωρίς να τολμήσει να σ' αντιμετωπίσει. Που το 'βαλε στα πόδια πανικόβλητος. Αυτό να λες…»

«Όχι, δεν είναι έτσι. Σταμάτα. Σε παρακαλώ …»

***
Ήμουνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και κοιτούσα απ' τ' ανοικτό παράθυρο ένα μικρό κομμάτι ουρανού. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στην σιωπή, οι άλλοι κοιμόταν και η Ροζίνα είχε στριμωχτεί στην άκρη των ποδιών μου, σαν να φοβόταν μην με ενοχλήσει και την διώξω, αυτά τα τελευταία βράδια έρχεται και κοιμάται μαζί μου.

Κρατούσα στα χέρια μου το γράμμα του Κώστα, ήταν πολλές σελίδες και δεν κατάφερνα να τις διαβάσω όλες.



Όταν θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές…

Έτσι δεν αρχίζουν όλα τα γράμματα αυτού του είδους; Κάποτε θα γελούσαμε και μόνον στην ιδέα ενός παρόμοιου γράμματος.

Εν πάση περιπτώσει, όταν θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές, εγώ θα είμαι μακριά, φεύγω απ’ την Ελλάδα, φεύγω απ’ όλους κι από όλα. Δεν έχει νόημα να σου πω τον προορισμό μου. Μονάχα αν σε περίμενα να φύγουμε μαζί, μονάχα τότε θα το έκανα, θα σου έλεγα πού πάω. Δε θα σε περιμένω, όμως. Εγώ σε άφησα τότε, πριν 16 χρόνια, μπροστά σ' ένα περίπτερο της Φωκίωνος Νέγρη, τότε που σε παρέδωσα στον Άρη. Εκείνο το στοίχημα το έχασα τότε και μέχρι σήμερα δε θέλησα να το ξανασκεφτώ. Αν θα μπορούσα, δηλαδή, να το είχα κερδίσει. Να είχα κερδίσει εσένα. Και το παιδί. Και έναν άλλο τρόπο ζωής. Μου αρκούσε να διώχνω τόσα χρόνια αυτήν την σκέψη απ' το μυαλό μου. Βλέπεις; Ούτε και τώρα θα σου δώσω την ευκαιρία να μου απαντήσεις. Αν, βέβαια, μπορείς κι εσύ να μου απαντήσεις ή αν θέλεις να το κάνεις.

Θα παίξω, λοιπόν, ένα παιγνίδι με τον εαυτό μου. Θα πω ότι ο Χριστόφορος είναι δικός μου γιος. Και θα σε βάλω εσένα στο ρόλο του θεατή αυτού του παιγνιδιού.

Έχω, λοιπόν, ένα γιο 16 χρονών. Και πρέπει να του μιλήσω. Να του πω για την ζωή μου. Για την ζωή μου με την μητέρα του. Και να του πω ακόμα γι' αυτά που πίστευα, γι' αυτά που ονειρευόμουνα, γι' αυτά που νόμιζα ότι πάλευα. Κυρίως, όμως, γι' αυτά που έχασα εντέλει υποτιμώντας τα βαθιά. Αυτός ο γιος, που ποτέ δε θέλησα να μάθω αν υπάρχει στ' αλήθεια, είναι ο τελευταίος άνθρωπος που έχω πια για να μιλήσω….



Όλο το βράδυ προσπαθώ να το διαβάσω αυτό το γράμμα. Και πάντα εδώ, σ' αυτό το σημείο, που ο Κώστας με βάζει θεατή σε μια φανταστική συνομιλία του με το γιο μου, με πιάνουνε τα κλάματα και σταματάω. Και ξαναρχίζω πάλι. Λίγο πριν, μπήκα στο δωμάτιο του Χριστόφορου. Κοιμόταν μπρούμυτα, ξεσκέπαστος, το μπράτσο του κρεμασμένο έξω απ' το κρεβάτι. Είχε αφήσει ανοιχτό το παράθυρο, πάντα το ξεχνάει ανοιχτό με το που μπαίνει το καλοκαίρι και ανεμίζει η άσπρη του κουρτίνα στο νυχτερινό αεράκι. Το έκλεισα προσεκτικά μην τον ξυπνήσω, κι ακούμπησα τα χείλια μου στην άκρη του μετώπου του. Μαλακά, ίσα για να νιώσω την ζεστασιά του. Μουρμούρισε εκείνος κάτι στον ύπνο του κι άλλαξε θέση. Βγήκα κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, άμα ξυπνούσε και μ' έβλεπε μπροστά του, θα γινότανε θηρίο.

Στο γράμμα του ο Κώστας μιλούσε συνέχεια για την ζωή μας στην Ιταλία. Σαν να είχε σταματήσει γι' αυτόν εκεί ο χρόνος. Διάβαζα κι εγώ μια φράση και τα υπόλοιπα τα συμπλήρωνε η μνήμη και η φαντασία μου, έτσι προχώραγα το γράμμα. Κι εκεί, σ' αυτές τις αναμνήσεις, σταματούσε αυτό που μου είχε γράψει. Ένα μισοτελειωμένο γράμμα ήτανε και κάτι άλλες σελίδες με σημειώσεις πρόχειρες, αυτά που θα ήθελε να γράψει ακόμα και δεν τα πρόλαβε, γι 'αυτό είχε αφήσει το γράμμα ανοιχτό. Ήταν κακογραμμένες αυτές οι σημειώσεις, τα πιο πολλά σημεία ήταν αδύνατον να τα διαβάσω, σαν μυστικό αρχείο ήτανε κι αυτές.

Μιλούσε για τον Άρη και το βιβλίο τους σ' αυτές τις σημειώσεις. Νομίζω ότι είχε καταλάβει κι αυτός ότι η ιστορία του βιβλίου είχε τελειώσει. Πριν του το πει ο Άρης, πριν το μοιραίο βράδυ που κίνησε για το άλλο ταξίδι, εκείνο που κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα το διάλεγε ο Κώστας σαν επίλογο της ιστορίας του. Κι αναρωτιέμαι τώρα, άραγε γράφοντάς μου πίστευε πως θα κινούσα γη και ουρανό για να τον βρω, πως θα τον γύρευα για να του απαντήσω σ' ό,τι με ρώταγε;

Δε θα το μάθαινα ποτέ. Κι όπως είδα κάποια στιγμή απ' το παράθυρο να μπαίνει το γκρίζο φως της μέρας που ξημέρωνε, σκέφτηκα πάλι πως ήθελε κόπο πολύ για να τα μάθω αυτά που έκρυβαν απ' όλους μας τόσα χρόνια. Και τον θυμήθηκα τον Κώστα, πώς προσπαθούσε να διαφυλάξει τον προσωπικό του χώρο από εμάς τους βάνδαλους που δεν καταλαβαίναμε από τέτοια. Αν ζούσε, θα το τελείωνε ποτέ αυτό το γράμμα; Θα 'θελε πράγματι να φτάσει κάποτε στα χέρια μου; Κι έπειτα, ήρθε πάλι στο μυαλό μου η αδελφή του. «Καλά που δεν τα βρήκε η αστυνομία», να λέει. Κι ο Άρης, που από την ώρα που έφυγα και τον άφησα, είχα την αίσθηση πως κάτι προσπαθούσε να μου πει. «Προστάτευσέ μας!», αυτό ήθελε να μου πει. Μην τους αφήσω να γίνουνε βορά στα θηρία, τώρα που όλα είχαν τελειώσει και ξαναρχίζαμε απ' την αρχή.

«Ευχήσου μου να μην το μετανιώσω», είπα, χωρίς να ξέρω από ποιον το ζητούσα, και πήγα πρώτα στην κουζίνα. Έκοψα σε κομματάκια μια-μια τις σελίδες απ' το γράμμα, τα έριξα στο νεροχύτη κι έβαλα φωτιά. Άνοιξα μετά τη βρύση και κοίταζα τ' αποκαΐδια να χάνονται στο σιφόνι, αφού πρώτα στροβιλίζονταν για λίγο, έτσι όπως τα παρέσυρε το νερό.

Μπήκα μετά στο δωμάτιο μου κι άνοιξα τον υπολογιστή. Ακολούθησα προσεκτικά τις οδηγίες που μου είχε δώσει ο Άρης και άνοιξα το αρχείο. Κι έπειτα το διέγραψα χωρίς σχεδόν να το κοιτάξω. Με έναν τρόπο που μου είχε μάθει ο Χριστόφορος. «Πρόσεξε καλά», μου είχε πει. «Αν σβήσεις ένα αρχείο έτσι, το έχασες οριστικά. Δε θα το ξαναβρείς. Σβήνεται, χάνεται για πάντα».

Κόντευε πια να ξημερώσει, να βγει ο ήλιος. Τα μάτια μου με καίγανε απ' την αϋπνία, σε λίγο έπρεπε να ξυπνήσω και το Σαλβατόρε, έφευγε σήμερα και θα πηγαίναμε μαζί στο αεροδρόμιο. Ντύθηκα και βγήκα στην αυλή. Γλυκό, καλοκαιριάτικο ξημέρωμα. Την άλλη βδομάδα άρχιζε εξετάσεις στο σχολείο του ο Χριστόφορος και πριν τελειώσει ο μήνας θα είχαμε κι απάντηση στην αίτηση του Άρη για αποφυλάκιση, έτσι τουλάχιστον έλεγε ο Πετρίδης.

«Τι κάνεις εδώ;» άκουσα τη φωνή του Σαλβατόρε απ' την πόρτα της κουζίνας, ήταν ντυμένος κιόλας για το ταξίδι.

«Είναι ώρα να φύγουμε; Νωρίς δεν είναι ακόμα;» άρχισα να λέω κι έπειτα έτρεξα κι έπεσα στην αγκαλιά του.

«Μην το σκέφτεσαι, καλά έκανες», μου είπε, κτυπώντας μου χαϊδευτικά τις πλάτες με την μεγάλη του παλάμη. Πάντα μας εντυπωσίαζε το μέγεθος των χεριών του Σαλβατόρε, είναι γιατί θέλει να κλείσει όλον τον κόσμο εκεί μέσα, έλεγε η Πέτρα.



Επίλογος

Ζωγραφίζοντας τον τελευταίο σχοινοβάτη


«Τι γκρινιάζετε για τις ζέστες; Καλοκαίρι είναι, δε θα κάνει ζέστη;» έλεγε η μάνα μου, εγώ είχα πάντα, από μικρή, δυσανεξία στη ζέστη. Ο πατέρας μου πέθανε στον καύσωνα του '87, τότε πίστευα ότι θα πεθάνω κι εγώ με τον ίδιο τρόπο. Μετά, όμως, τον ξεπέρασα αυτόν το φόβο, «καλοκαίρι είναι, δε θα κάνει ζέστη;» έλεγα κι εγώ κάθε φορά που τα κανάλια εξαγγέλλανε καύσωνα, μ' εκείνους τους τόνους που προετοιμάζουν για βιβλικές καταστροφές. Κι έπαιρνα τους δρόμους χωρίς να το σκέφτομαι πια. Κι αυτός ο Ιούνιος είναι αφόρητα ζεστός, είναι πρωί κι η ζέστη είναι κιόλας αποπνικτική. Το ξέρω ότι ήρθα υπερβολικά νωρίς, ο Άρης αποκλείεται να βγει πριν απ' το μεσημέρι. Δεν άντεχα όμως να περιμένω. Ο Πετρίδης σχεδόν μας είχε πείσει ότι μετά από την κατάθεση της αδελφής του Κώστα, όχι απλώς η αποφυλάκιση θα γινότανε δεκτή, αλλά ήταν πιθανότατο να βγει και απαλλακτικό βούλευμα. Τελικά, όχι απαλλακτικό βούλευμα δε βγήκε, αλλά κι η αποφυλάκιση αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία.

«Δεν πειράζει», είπε ο Πετρίδης όταν μου τηλεφώνησε για να με ενημερώσει ότι βγήκε η απόφαση. «Είναι ήδη πολύ σημαντικό που έγινε δεκτή η πρώτη αίτηση αποφυλάκισης. Αυτό δε συμβαίνει σχεδόν ποτέ σε υπόθεση με τόσο σοβαρές κατηγορίες. Θα πάμε, λοιπόν, στην δίκη και θα την κερδίσουμε. Λίγη υπομονή ακόμα και θα τελειώσει οριστικά αυτή η δυσάρεστη ιστορία».

Περιμένω, λοιπόν, τον Άρη έξω από τις φυλακές Κορυδαλλού και κόβω βόλτες γύρω-γύρω απ' το περίπτερο που είναι απέναντι. Κάθε τόσο παίρνω στο τηλέφωνο το Χριστόφορο.

«Δε βγήκε ακόμα», του λέω. «Τώρα σε λίγο, δε θα αργήσει πια πολύ φαντάζομαι. Θα σου τηλεφωνήσω πάλι».

«Γιατί βρε Στέλλα μου τηλεφωνάς κάθε πέντε λεπτά; Άμα βγει ο μπαμπάς, εδώ δε θα 'ρθετε; Ε, θα σας δω και θα το καταλάβω ότι βγήκε. Άσε με πια να κοιμηθώ και είμαι πτώμα!»

Χθες είχαμε βγει όλοι μαζί, ο Σάκης, η καινούργια του φίλη κι εμείς οι δυο. Πήγαμε να γιορτάσουμε το νέο της αποφυλάκισης κι αργήσαμε πολύ να επιστρέψουμε. Ήταν να έρθει κι ο Κλεάνθης.

«Εσύ το πιστεύεις ότι θα έρθει;» είχα ρωτήσει το Σάκη όταν μου το είπε.

«Ε, αφού δική του ιδέα ήτανε να βγούμε. Να 'ναι τόσο μαλάκας;»

Την ώρα ακριβώς που φτάναμε με το Χριστόφορο στον τόπο του ραντεβού και χαιρετούσαμε από μακριά το Σάκη, τον είδαμε ν' απαντάει στο κινητό του.

«Είναι μαλάκας τελικά. Δεν το φανταζόμουνα ότι είναι τόσο πολύ μαλάκας, αλλά έτσι είναι», μας είπε μόλις πλησιάσαμε. «Κάτι του 'τυχε, λέει, που δεν μπορούσε να το αναβάλλει».

«Εντάξει μωρέ Σάκη. Μπορεί και να 'ναι αλήθεια…»

«Θα σου 'λεγα τώρα τι είναι, αλλά είναι μπροστά και γυναικόπαιδα», μου απάντησε εξαιρώντας με έμμεσα απ' την ευαίσθητη κατηγορία των γυναικόπαιδων.

«Τέλος πάντων, βοήθησε πολύ, δεν μπορούμε να πούμε», κατέληξε κλείνοντας έτσι το κεφάλαιο Κλεάνθης.

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι εγώ δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Ξάπλωνα για λίγο στο κρεβάτι και πεταγόμουνα μετά επάνω να διορθώσω κάποια ατέλεια στις προετοιμασίες της υποδοχής του Άρη, να συμπληρώσω κάτι, να φανταστώ κάτι άλλο. Στο τέλος, βαρέθηκα πια και σηκώθηκα οριστικά, πήγα στο πλυσταριό, έβαλα πάνω απ' το νυχτικό μου την ρόμπα της δουλειάς κι έπιασα πάλι τους Σχοινοβάτες μου. Ήθελα να ζωγραφίζω μέχρι την ώρα που θα έφευγα για τον Κορυδαλλό. Ήταν κάμποσες μέρες τώρα που μόνον ζωγραφίζοντας μπορούσα να διώχνω τα παράσιτα απ' την σκέψη μου και ν' ανασυγκροτώ, στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια, αυτά που ήθελα να ξαναζήσω. Κι απ’ την άλλη, μόνον έτσι μπορούσα να δίνω ζωή στους σχοινοβάτες μου, ακροβατώντας κι εγώ ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μας.

«Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;» μου είχε πει ο Άρης όταν άκουσε ότι κατάστρεψα τ' αρχείο.

Χαιρετώντας εκείνη την ημέρα το Σαλβατόρε στο αεροδρόμιο είχα νιώσει τρόμο στην σκέψη του αμετάκλητου, μένοντας μόνη είδα να καταρρέει άξαφνα όλο το οικοδόμημα από τις βεβαιότητες της περασμένης νύχτας. «Πώς μπόρεσα;» αναρωτιόμουνα κι εγώ, παίρνοντας το δρόμο για την Νίκαια, πηγαίνοντας να δω τον Άρη, να του το πω.

«Πίστεψα ότι αυτό θέλατε. Ότι αυτό μου είχατε ζητήσει κι οι δυο. Να σας προστατεύσω, δε σκέφτηκα τίποτα άλλο εκείνη την ώρα…» του είπα και δεν άντεχα να τον κοιτάξω, το ταλαιπωρημένο πρόσωπό του με τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά, τα μάτια του καρφωμένα στο πρόσωπό μου που εγώ το είχα σκυμμένο, σαν να 'ταν να κρυφτώ στις πτυχές της φούστας μου έτσι όπως τις έστριβα νευρικά μες τα δάκτυλά μου.

«Τι μπορώ να κάνω;»

Περίμενα τι θα μου πει κι είχε δυσκολέψει η αναπνοή μου από την ένταση. Έμεινε σιωπηλός εκείνος για ώρα.

«Δεν ξέρω…» είπε μετά. «Δεν μπορώ να καταλάβω, να το πιστέψω…»

Κάθισα, λοιπόν, και του τα είπα όλα. Και για το γράμμα του Κώστα, και για τον Χριστόφορο που κοιμόταν μπρούμυτα με το χέρι κρεμασμένο έξω απ' το κρεβάτι.

«Θέλει πολύ κόπο για να τα καταλάβω όλα αυτά», είπε εκείνος όταν σταμάτησα να μιλάω. «Όχι για τον Χριστόφορο. Αυτό που βασάνιζε τον Κώστα το ήξερα, το είχα υποψιαστεί από το πείσμα του να μην θέλει να γνωρίσει το παιδί. Μόνο που νόμιζα ότι ήτανε φόβος κι ενοχές. Δε φαντάστηκα ποτέ ότι ήταν τόσο σημαντική γι’ αυτόν η ύπαρξη του παιδιού μας, η ιδέα ότι θα μπορούσε να είναι δικό του… Αυτά που σου έγραψε… Δεν μπορούσα να τα φανταστώ…».

Είχε σκοτεινιάσει ακόμα πιο πολύ το βλέμμα του καθώς πάλευε να εντάξει κι αυτό το μισοτελειωμένο γράμμα στην ιστορία με το νεκρό του σύντροφο. Κι εμένα με πάγωνε η αίσθηση ότι ζούσαμε ακόμα σε δυο παράλληλους κόσμους, σκεφτόμουνα και το Χριστόφορο, να μεγαλώνει ανυποψίαστος, μετέωρος ανάμεσά τους. Και μ’ έπνιγε πάλι η τρυφερότητα για το παιδί μου, που σημαδέψαμε τη ζωή του φορτώνοντας στις πλάτες του το βάρος μιας τέτοιας σχέσης, την υποχρέωση να είναι συνεκτικό υλικό και συνέχειά της, αυτός που δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον Κώστα, «αυτό το ψώνιο ήταν ο Κώστας;… Γιατί δεν πήγε πουθενά αλλού να πεθάνει; Μου λες; Ο ηλίθιος!».

«Γιατί άραγε δε μιλήσαμε ποτέ ανοιχτά γι’ αυτό το θέμα;» ρώτησε απρόσμενα ο Άρης.

«Δε θα μπορούσαμε να το κάνουμε», ψιθύρισα, ίσα που ακούστηκε η φωνή μου. «Κρατούσαμε όλοι μας πολύ λεπτές ισορροπίες, ποιος θ’ αποφάσιζε να ρισκάρει παραπάνω;…»

«Κι έτσι αφήσαμε το χρόνο να δώσει τις απαντήσεις… Σ’ εμάς τουλάχιστον. Γιατί ο Κώστας, μέχρι το τέλος, δε θέλησε να μάθει», είπε ο Άρης και ξαναγύρισε καυτός ο πόνος που ένιωθα το προηγούμενο βράδυ, διαβάζοντας το γράμμα του Κώστα και ξέροντας πια ότι κανείς μας δε θα μπορούσε να είχε μπει εμπόδιο στη σκοτεινή του μοίρα. Όσο κι αν το παλέψαμε. «Εσύ, όμως, ζεις», ήθελα να του πω. «Ό,τι κι αν γίνει, όπως κι αν τελειώσει αυτή η ιστορία, εσύ ζεις, είσαι εδώ, μαζί μας».

«Ξέρεις τι με παρηγορεί όταν κοιτάζω πίσω;» τον άκουσα, όμως, να λέει και βιάστηκα να σκουπίσω τα δάκρια που κύλαγαν πια ασυγκράτητα στα μάγουλά μου. «Ότι δε μας σταμάτησε κανείς, η αστυνομία ή κάποιος άλλος. Ότι το τέλος το δώσαμε μόνοι μας. Όσο ακριβά κι αν το πληρώσαμε...Και το βιβλίο…»

«Ήθελα μόνο να σας προστατεύσω. Να μην γίνεται βορά σ’ όλους αυτούς…» άρχισα πάλι να λέω και δεν ήξερα πώς να συνεχίσω.

«Δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω πώς το έκανες, πώς αποφάσισες να το κάνεις. Αλλά, ίσως, πράγματι να μην μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, τι νόημα είχε πια;…» Κι είχε μια αβάσταχτη πίκρα η φωνή του.

«Τώρα μου φαίνονται σαν όνειρο αυτά που έγιναν χθες βράδυ. Νομίζω ότι θα ξυπνήσω και θα υπάρχει το βιβλίο σας, δε θα το έχω καταστρέψει εγώ…» πήγα πάλι ν’ απολογηθώ.

«Δεν είναι αυτό, δε χάθηκε το βιβλίο», με διέκοψε ο Άρης κι απόμεινα να τον κοιτάζω άναυδη. «Όχι δε χάθηκε. Δεν το καταλαβαίνεις; Πώς θα μπορούσε να είναι απλώς ένα κρυμμένο αρχείο και τίποτ' άλλο; Άλλα χαθήκανε. Πολύ πιο σημαντικά… Ο Κώστας, τα χρόνια μας, η επιθυμία μου να ξαναμπώ στο παιγνίδι, να μην παραιτηθώ… Θα υπάρχουν, όμως, κι άλλοι δρόμοι, αλίμονο μας αν πιστέψουμε ότι ξοφλήσαμε… Μόνο που τώρα νιώθω σαν γέρος. Και, ταυτόχρονα, σαν μικρό παιδί. Σαν να πρέπει να ξαναμάθω να περπατάω».

Με κοίταξε περιμένοντας να του απαντήσω. Δε μίλησα. Για τους δικούς μου φόβους, γι’ αυτά που είχαν χαθεί και για μένα ήθελα να του πω, μα ένιωθα ανίκανη ν’ αρθρώσω λέξη.

Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι' αυτά τα θέματα. Από τότε, ήρθαν στιγμές που νόμιζα ότι είχα καταλάβει, ότι ήταν όλα στο μυαλό μου καθαρά, όπως εκείνο το βράδυ που κατάστρεψα το αρχείο. Κι άλλες φορές πάλι –τις πιο πολλές- μετέθετα τις απαντήσεις στα ερωτήματα στις μέρες που θα 'ρθουν. Σήμερα ο Άρης θα 'βγαινε απ' τη φυλακή. «Είναι η τελευταία φορά που κάνω αυτήν την διαδρομή», σκεφτόμουνα οδηγώντας, καθώς ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό μου, έμπαινε στα μάτια μου και με τύφλωνε. «Σε λίγες ώρες θα είμαστε όλοι μαζί στο σπίτι», έλεγα και δεν ήθελα να σκέφτομαι τίποτα άλλο.

***

Θα πρέπει να τελείωνα το τρίτο μπουκαλάκι με νερό, όταν είδα τον Άρη να βγαίνει. Άργησα λίγο να το καταλάβω, με τύφλωνε ο ήλιος κι είχα εξαντληθεί από την κούραση και τη ζέστη. Τον είδα να σταματάει διστακτικός στην πύλη, να κοιτάζει γύρω-γύρω, κι έτρεξα απέναντι. Ούτε το δρόμο δεν έλεγξα και κόντεψε να με κτυπήσει ένα αυτοκίνητο.

«Πρόσεξε!» φώναξε. «Τι πας να κάνεις; Να σκοτωθείς;» κι εγώ δε μίλαγα σφιγμένη στην αγκαλιά του.

«Άσε με να οδηγήσω εγώ», μου είπε όταν φτάσαμε στ' αυτοκίνητο. «Φοβάμαι ότι ξέχασα πώς είναι να είσαι ελεύθερος…»

Τότε πρόσεξα ότι δεν κρατούσε τίποτα στα χέρια του.

«Δεν έχεις πράγματα;» τον ρώτησα. «Στα κρατήσανε;»

«Όχι. Όλα μου τα δώσανε», μου είπε καθώς καθότανε στη θέση του οδηγού. «Αυτά δεν είχαν λόγο να τα κρατήσουν. Άλλα αφήνεις στη φυλακή, κι όσο πιο πολλά είναι αυτά που αφήνεις, τόσο πιο λίγο το συνειδητοποιείς». Γύρισε και μου χαμογέλασε βάζοντας μπροστά το αυτοκίνητο. «Τα άφησα στους άλλους τα πράγματά μου. Δεν τα ήθελα πίσω».

Αυτό είναι λοιπόν η αποφυλάκιση του Άρη, σκεφτόμουνα κοιτώντας τον σιωπηλή να οδηγεί. Χίλιες φορές τις είχα φανταστεί αυτές τις στιγμές, και νόμιζα πως είχα εξαντλήσει όλες τις εκδοχές τους. Καμιά, όμως, δεν ήταν έτσι. Εμείς οι δυο να μην μιλάμε και να κοιτάμε απ' το αυτοκίνητο την άσφαλτο να πυρπολείται κάτω απ' το μεσημεριάτικο ήλιο, δεν το είχα φανταστεί ποτέ πως θα 'ταν έτσι οι πρώτες στιγμές της επιστροφής του Άρη. Τον κοίταζα, λοιπόν, να είναι εκεί, προσηλωμένος στην οδήγηση, και σκέφτηκα ξαφνικά πως ήταν όλα μια μαγική εικόνα, πως μέχρι ν' ανοιγοκλείσω τα μάτια μου ο Άρης θα έχει εξαφανιστεί, κι εγώ θα είμαι πάλι μόνη να επιστρέφω σπίτι μετά το τέλος του επισκεπτηρίου στον Κορυδαλλό.

«Άρη, είναι πολλά αυτά που πρέπει να πούμε. Κι είναι πολύ σημαντικά …» άρχισα να του λέω.

«Να τ' αφήσουμε γι' αργότερα τα σημαντικά;» με διέκοψε αυτός κι έφερε τ' αυτοκίνητο δεξιά, μπροστά σ' ένα περίπτερο, είχαμε μπει πια στην Χαμοστέρνας. Τον κοίταξα έκπληκτη, αλλά αυτός κατέβηκε κι αγόρασε τσιγάρα. «Άφησα και τα τσιγάρα μου εκεί…» μου είπε όταν γύρισε στ' αυτοκίνητο.

Είχε ανάψει ένα τσιγάρο, το κάπνιζε κι έμοιαζε να 'χει ξεχάσει πως ήταν σταματημένος παράνομα σε κεντρικό δρόμο, δημιουργώντας πρόβλημα στην κυκλοφορία. Είδα από τον καθρέφτη ένα λεωφορείο να μας αναβοσβήνει τα φώτα πλησιάζοντας, εκεί μπροστά ήταν η στάση.

«Άρη, πρέπει να φύγουμε. Ενοχλούμε», του είπα.

«Φύγαμε», απάντησε και, όταν ξαναβγήκαμε στο δρόμο, πέταξε το τσιγάρο του απ' το ανοιχτό παράθυρο και μου είπε: «Ξέρεις πόσο ήθελα να το κάνω αυτό;»

«Ποιο αυτό;»

«Το πολύ απλό, να είμαι για λίγα λεπτά σε λάθος σημείο και ν' αδιαφορώ γι' αυτό. Το είχες σκεφτεί ποτέ;» Με κοίταξε χαμογελώντας. «Εντάξει, τελείωσε, μου πέρασε. Τι είναι αυτό το σοβαρό που ήθελες να μου πεις;»

«Δεν είναι ένα, είναι πολλά. Έχουμε, όμως, καιρό να μιλήσουμε για τα σοβαρά», του είπα και ξαφνικά λαχτάρισα να είναι δειλινό, να καθόμαστε στην αυλή, οι τρεις μας και η Ροζίνα να ρονρονίζει καθισμένη σε μια αγκαλιά, κοιτώντας μας με μισόκλειστα τα καταπράσινα μάτια της.

«Είδες; Είναι ακόμα καλοκαίρι κι εσύ βγήκες απ' την φυλακή… Τώρα μπορούμε να κανονίσουμε να πάμε και διακοπές…»

Χαμογελούσε ο Άρης και ξαφνικά σοβάρεψε.

«Δε σου είπε ο Πετρίδης για τους περιοριστικούς όρους; Μέχρι την δίκη θα πρέπει να εμφανίζομαι κάθε βδομάδα στο αστυνομικό τμήμα…»

«Ναι, μου τους είπε. Απλώς δεν το σκέφτηκα… Δηλαδή, δε σκέφτηκα τι ακριβώς σημαίνουν… Άρα θα μείνουμε εδώ το καλοκαίρι…»

«Όχι βέβαια! Διακοπές θα πάμε. Όπου θέλουμε. Απλώς εγώ θα επιστρέφω μια φορά τη βδομάδα για να παρουσιάζομαι».

Τον κοίταξα και είχε μια έκφραση παράξενη, δεν καταλάβαινα αν μιλούσε σοβαρά.

«Τι με κοιτάς; Δίκιο δεν έχω; Προς το παρόν είμαι σε κατάσταση ομηρίας. Τι νόημα θα είχε να παίζω πετροπόλεμο μέχρι τη δίκη και να τους προκαλώ; Αυτή τη φορά δε θα μας πιάσουν στον ύπνο. Αν είναι να γίνω παράνομος, θα γίνω επαγγελματίας παράνομος…»

«Άρη, δεν το εννοείς …»

«Εγώ; Όχι, καθόλου!» είπε κι έβαλε απρόσμενα τα γέλια.

Γελούσε ακόμα, αλλά εγώ ένιωσα μια παγωνιά να με τυλίγει. Έχουμε, όμως, καιρό, είπα μετά στον εαυτό μου. Δεν ήθελα να σκέφτομαι τη δίκη, την απόφαση που θα έβγαινε, τι θα σήμαινε για τη ζωή όλων μας. Μέχρι τη δίκη έχουμε καιρό.

«Βλέπεις; Μαζεύονται σύννεφα», είπα κοιτώντας έκπληκτη τον ουρανό.

«Δεν πειράζει. Μ' αρέσει που θα βρέχει την πρώτη μέρα που γυρίζω σπίτι», είπε ο Άρης, μπαίνοντας στο δρόμο για την Νέα Σμύρνη.

Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, τα μαύρα σύννεφα είχαν σκεπάσει εντελώς τον ουρανό κι όλα προμήνυαν την μπόρα που θα ξέσπαγε. Όταν άρχισε η βροχή, ο Άρης κι ο Χριστόφορος κοιμότανε. Τους είχε πάρει ο ύπνος στο μεγάλο κρεβάτι. Εκεί που κουβέντιαζαν έμειναν σαν κεραυνοβολημένοι. Τους άκουγα απ' την κουζίνα να μιλάνε, μπήκα να τους φωνάξω για φαγητό και τους βρήκα να κοιμούνται. Τους κοίταξα για λίγο κι έπειτα έφυγα απ’ το δωμάτιο, προσεκτικά για να μην τους ξυπνήσω. Άνοιξα την πόρτα της κουζίνας και κοίταζα τη βροχή, η αυλή είχε γεμίσει λιμνούλες. Βγήκα μετά και πήγα στο πλυσταριό. Όταν άρχισα πάλι να ζωγραφίζω τους Σχοινοβάτες μου, κρατούσα ακόμα την εικόνα τους στα μάτια μου, έτσι όπως τους είδα να κοιμούνται στο μεγάλο κρεβάτι.

Δούλευα πυρετωδώς την τελευταία φιγούρα, με είχε βασανίσει πολύ. Τώρα κόντευε να τελειώσει και λαχταρούσα να δω έτοιμο τον πίνακα. Δεν άκουσα τον Άρη όταν ήρθε να με βρει. Πλησίασε το τελάρο και κοίταξε προσεκτικά τη μορφή που φαινόταν πια καθαρά.

«Ποιος είναι αυτός;» με ρώτησε κι εγώ τραβήχτηκα για να του κάνω χώρο για να τον δει καλύτερα. «Παράξενος είναι. Θα έλεγα ότι μοιάζει με το Χριστόφορο. Αλλά και πάλι… Σαν να μην είναι μόνον ο Χριστόφορος. Σαν να 'μαστε όλοι μας με κάποιον τρόπο σ' αυτόν τον τελευταίο σχοινοβάτη σου…» Και συνέχισε να κοιτάζει τον πίνακα.

«Έλα, σε περιμένουμε μέσα. Ο Χριστόφορος έστρωσε το τραπέζι», μου είπε μετά και έκανε να φύγει. Κοντοστάθηκε, όμως, στην πόρτα, γύρισε και μ' αγκάλιασε. «Καλώς σας βρήκα», είπε κρατώντας με σφιχτά στο στήθος του. Έπειτα έφυγε κι εγώ απόμεινα να τον κοιτάζω να διασχίζει τρέχοντας την αυλή, με ανασηκωμένους τους ώμους για να προστατευτεί απ' τη βροχή.

«Μισό λεπτό κι έρχομαι κι εγώ», είπα και μ' απάντησε μόνον ο θόρυβος της βροχής που δυνάμωνε πάλι. Άφησα τα πινέλα και σκούπιζα τα χέρια μου κοιτάζοντας τον πίνακα, μου άρεσε πολύ η στάση που είχε αυτός ο έφηβος επάνω στο σχοινί. Κι η έκφρασή του.

«Με κούρασες», του είπα. «Αλλά θέλω να δω τα χρόνια μας να ξαναζούν μέσα στα μαύρα μάτια σου».

Στην κουζίνα είχαν ανάψει το φως, έβλεπα τις φιγούρες τους να πηγαινοέρχονται μπροστά απ' το παράθυρο. Ν' αλλάξουμε επιτέλους αυτή τη λάμπα, είναι καταθλιπτικά εκεί μέσα όταν σκοτεινιάζει, θέλει πιο δυνατό φως, σκέφτηκα και κοντοστάθηκα στην πόρτα να ξαναδώ τον τελευταίο σχοινοβάτη μου.

«Έρχομαι κι εγώ», είπα μετά και διέσχισα τρέχοντας την αυλή.





Αθήνα, Δεκέμβρης 2001

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου