Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οι σχοινοβάτες [Δεύτερο μέρος Β]

[Το βιβλίο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2002 από τις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Το καλοκαίρι του 2013, ζήτησα να λυθεί η μεταξύ μας σύμβαση και να μού επιστραφούν τα δικαιώματα του βιβλίου. Υπ' αυτήν την έννοια, επιτρέπεται η αναδημοσίευση του με τον όρο να αναφέρεται η πηγή]



7. Μοναχικές διαδρομές

Δεν το αντέχαμε οικονομικά, αλλά είδα ότι δεν μπορούσα και να το αποφύγω. Με πίεζε κι ο Σάκης που είχε αρχίσει να ανησυχεί κι αυτός για την κατάσταση στο γραφείο. Και το αποφάσισα τελικά να πάρω ένα ακόμα συνεργάτη, κάποιον που είχε σπουδάσει λογιστικά και την ήξερε τη δουλειά. Ο Σάκης τα κανόνισε όλα, συμφώνησε και ο Άρης όταν του το είπα. Άρχισα, λοιπόν, πάλι να ζωγραφίζω μετά από τόσο καιρό που είχα κλειδώσει και το πλυσταριό, πρώτη φορά στη ζωή μου το κλείδωσα σαν να φοβόμουνα μην το λεηλατήσουνε κι αυτό.

Όταν μου τηλεφώνησε ο Σαλβατόρε για να μου πει ότι έρχεται, εγώ ένιωθα ήδη ότι είχα αρχίσει να ανασυγκροτώ την ισορροπία μου, πολλές φορές μάλιστα ένιωθα πάλι αισιόδοξη. Κι όπως τον άκουγα να μιλάει με την βαριά του προφορά κι έκανα προσπάθεια για να τον παρακολουθήσω, πώς μου ήρθε και του είπα για την Πέτρα.

«Ζωγραφίζω έναν πίνακα», του είπα. «Για εμάς. Εμάς τους σχοινοβάτες. Έκανα και την Πέτρα με την μηχανή της στην σκηνή. Να μας παρακολουθεί και να συμμετέχει συνάμα στο έργο που παίζουμε. Ανυπομονώ να τον δεις».



«Καλά, είσαι φοβερή!»

Άκουσα τη φωνή του Χριστόφορου και τινάχτηκα. Δεν τον είχα ακούσει που μπήκε στο πλυσταριό και με κοίταζε.

«Ξέρεις πώς ζωγράφιζες; Πρώτη φορά σε είδα έτσι. Σαν να μίλαγες με τις φιγούρες σου και να τσακωνόσαστε μάλιστα. Ξέρεις πώς έκανες; Έκανες γκριμάτσες, χειρονομίες. Τα βρήκατε, όμως, τελικά; Έτσι κατάλαβα από την έκφραση που πήρες».

Καιρό είχα να τον δω να γελάει έτσι ξέγνοιαστος. Μπήκαμε μαζί στην κουζίνα κι εκείνος έκανε έφοδο στο ψυγείο.

«Θα μου δώσεις άδεια με διανυκτέρευση γι' απόψε το βράδυ;» με ρώτησε μπουκωμένος, ούτε που πρόλαβα να δω τι έφαγε.

«Τι άδεια; Δεν έχεις φροντιστήριο;»

«Μετά το φροντιστήριο εννοώ, κι αν θυμάσαι σήμερα είναι Παρασκευή, άρα αύριο είναι Σάββατο και δεν έχω σχολείο». Ξαφνικά πετάχτηκε επάνω. «Έδωσες τ' αντιβιοτικό στη Ροζίνα; Αμάν βρε Στέλλα, δεν είναι να σου έχει κανείς εμπιστοσύνη αυτόν τον καιρό…»

Η Ροζίνα είχε εξαφανιστεί τη μέρα μετά τη σύλληψη του Άρη. Κι όταν πιστέψαμε πια ότι χάθηκε οριστικά, τη βρήκαμε ένα πρωί να νιαουρίζει μισοπεθαμένη έξω από την πόρτα της κουζίνας. Ήτανε μες στα αίματα και το ένα πόδι της σπασμένο. Ο Χριστόφορος έκανε σαν τρελός, «κάποιος την κτύπησε», έλεγε. «Αν τον βρω θα τον σκοτώσω». Ήταν τόσο ταραγμένος που δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, όσο κι αν μ' απασχολούσε το οικονομικό ζήτημα, του έδωσα τα χρήματα που χρειάστηκαν για την εγχείρηση της Ροζίνας. Και τώρα την είχαμε μέσα στο σπίτι, για ν' αναρρώσει αλλά και να μπορούμε να της δίνουμε τα φάρμακα της.

«Έλα, ηρέμησε πια με την Ροζίνα. Της το έδωσα το φάρμακο, γιατί να μην της το δώσω;»

Κρατούσε τη Ροζίνα στην αγκαλιά του και της χάιδευε το κεφάλι. Αυτές τις μέρες μόνον το Χριστόφορο ανέχεται, εμένα μου γδέρνει να χέρια κάθε φορά που πάω την αγγίξω, μαρτύριο είναι οι στιγμές που πρέπει να της δώσω το φάρμακο.

«Κάνει ο Σγούρδης ένα πάρτι στο σπίτι του στη Ραφήνα», μου είπε μετά. «Εμάς θα μας πάει ο πατέρας του με τ' αυτοκίνητο μετά το φροντιστήριο. Του άλλους θα τους φέρει η μάνα της Άννας. Θα μείνουμε εκεί το βράδυ».

Είχε σηκωθεί κι έπινε νερό με τις χούφτες απ' τη βρύση.

«Θα την κόψεις πια αυτή την ηλίθια συνήθεια; Λες και δεν έχουμε ποτήρια…» άρχισα να του λέω, αλλά αυτός μ' είχε ήδη σηκώσει με τα βρεγμένα χέρια του και μ' έφερε μια βόλτα στον αέρα, κοντέψαμε να πέσουμε κάτω, τρόμαξε κι η Ροζίνα και σύρθηκε κάτω απ' το τραπέζι.

«Θα μου πεις τι συμβαίνει;» τον ρώτησα μόλις ξαναβρήκαμε την ισορροπία μας, χαϊδεύοντας το πρόσωπο του.

«Θα πάνε όλα καλά, έτσι; Σε λίγους μήνες θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε, έτσι; Τη Δευτέρα θα 'ρθω κι εγώ στο μπαμπά. Τον πεθύμησα».

Τόσον καιρό δεν είχε θελήσει να έρθει μαζί μου στη φυλακή κι ο Άρης μου είχε πει να μην τον πιέσω, να του δώσω χρόνο να τ' αποφασίσει μόνος του.

«Ναι αγόρι μου, όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι», του είπα κι ένιωσα μια παράξενη γαλήνη. Δεν ήξερα τι ακριβώς είχε συμβεί, προς το παρόν μου αρκούσε όμως που ο Χριστόφορος έμοιαζε να 'χει αποφασίσει να βρει ένα τρόπο ν' αντιμετωπίσει το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν στη φυλακή. «Θα χαρεί ο Άρης να σε δει. Σ' έχει πεθυμήσει κι αυτός πολύ».

Και ξαφνικά θυμήθηκα όλα τα βράδια που κουβεντιάζανε οι δυο τους. Μέχρι αργά, εγώ έπεφτα για ύπνο και με νανουρίζανε οι φωνές τους. Όταν ο Χριστόφορος ήταν μικρός, ο Άρης έμοιαζε να τη φοβάται την παρουσία του, σαν να του ήτανε οδυνηρό να την συνηθίσει σκεφτόμουνα τότε.

«Εσύ την στήριξες τη σχέση μας», μου είπε κάποτε. «Εσύ στήριξες μια καλή εικόνα μου στο παιδί, ακόμα κι όταν εγώ φερόμουνα σαν να μην υπήρχε». Είχα γυρίσει από το θέατρο εκείνο το βράδυ και, μπαίνοντας στο σπίτι, άκουσα από την πόρτα τα γέλια τους.

«Τι όμορφοι που μου φανήκατε, έτσι σας είδα να γελάτε!» είπα μετά στον Άρη. «Μακάρι να μπορούσα να σας ζωγραφίσω».

***

«Θα πάρεις εσύ τις τσάντες;» ρώτησα το Χριστόφορο κατεβαίνοντας απ' τ' αυτοκίνητο, αλλά εκείνος δεν απάντησε, ούτε κουνήθηκε απ' τη θέση του. Είχα παρκάρει κοντά στην είσοδο των φυλακών και είδα ότι το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στην πύλη. Ήταν ταραγμένος, το ένιωθα. Περίμενα λοιπόν για λίγο, με ανοιχτή την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου, χωρίς ν' αποφασίζω και να κατεβάσω τις τσάντες με τα φαγητά.

«Έλα, πάμε;» του είπα πάλι μετά από λίγο. «Θα πρέπει να έχει αρχίσει το επισκεπτήριο».

Κατέβασε εκείνος το κεφάλι και κοίταζε το πακέτο που κρατούσε στα χέρια του. Ένα βιβλίο είχε πάρει για τον Άρη, «Ο Γατόπαρδος». Το βρήκε, λέει, σ' ένα πάγκο και θυμήθηκε ότι ο Άρης είχε ενθουσιαστεί με την κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου, του την είχε διηγηθεί πολλές φορές, σαν παραμύθι του την έλεγε. Κατέβασα τις τσάντες, έκλεισα την πόρτα κι έσκυψα προς το μέρος του.

«Τι κάνουμε;» του ξαναείπα χαμογελώντας κι εκείνος κατέβηκε επιτέλους.

«Μαμά… Μου κάνεις μια χάρη;»

Μετάνιωσε, δε θέλει πια να μπει, σκέφτηκα και κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου περιμένοντας να μου το πει.

«Θέλω να πάω μόνος μου να δω το μπαμπά… Γίνεται;»

Ξαφνιάστηκα, κάτι πήγα να πω για να τον αποτρέψω και, ξαφνικά, κατάλαβα ότι ο Χριστόφορος την είχε πάρει την απόφαση απ’ όταν μου ζήτησε να έρθει να δει τον πατέρα του. Μεγάλη απόφαση, γενναία. Γι’ αυτό ήταν έτσι χαρούμενος τότε, θα του φαινότανε κι εύκολο να το κάνει μιας και το δύσκολο ήταν η απόφαση που πήρε. Κι ένιωθα πια να μαντεύω τις σκέψεις που τον βασάνιζαν σ’ όλη τη διαδρομή που κάναμε αμίλητοι από το σπίτι μας μέχρι την είσοδο της φυλακής, το φόβο που ξαναγύριζε καθώς πλησίαζε πια η στιγμή να διαβεί την πύλη και να δει τον πατέρα του κρατούμενο.

«Φυσικά και γίνεται», του είπα. Πήγα μαζί του και περίμενα μέχρι να έρθει η σειρά του για το επισκεπτήριο. Τον είδα να κοντοστέκεται στην είσοδο, λίγα μόλις δευτερόλεπτα. Μετά δεν τον έβλεπα πια και τον φανταζόμουνα να μπαίνει στο χώρο του επισκεπτηρίου για να περιμένει τον Άρη, καρφώνοντας τα μάτια στην πόρτα απ’ όπου έβγαιναν οι κρατούμενοι, κάνοντας τα ίδια πράγματα που έκανα κι εγώ τρεις φορές τη βδομάδα, ενάμιση μήνα τώρα. Κι ένιωθα το ίδιο καρδιοκτύπι μ' αυτό που μάντευα πώς θα 'νιωθε κι εκείνος. «Αγόρι μου, βιάζεσαι να μεγαλώσεις», σκεφτόμουνα πηγαίνοντας στ’ αυτοκίνητο να τον περιμένω κι ένιωθα ακόμα πιο βαριά την απουσία του Άρη.

Προσπαθούσα να φανταστώ τι θα λένε, θα θυμηθεί άραγε να πει στον Άρη ότι σε λίγο ερχόταν ο Σαλβατόρε; Θα πηγαίναμε μετά στο αεροδρόμιο να τον πάρουμε. Χθες βράδυ ο Χριστόφορος με βοήθησε να φτιάξουμε το δωμάτιο που θα τον φιλοξενήσει. Βλέποντας την παλιά αφίσα του Τσε Γκεβάρα, που στολίζει ακόμα τον τοίχο πλάι στο παράθυρο, θυμηθήκαμε την πρώτη φορά που την πρόσεξε ο Χριστόφορος, ήταν πολύ μικρός τότε κι ενθουσιάστηκε.

«Ο Σαλβατόρε είναι αυτός;» μας είχε ρωτήσει. «Γιατί τον κάνανε αφίσα;»


Ο Σαλβατόρε κι η Πέτρα δεν έκαναν παιδιά.

«Αυτός θα έρθει να σπουδάσει στην Ιταλία σαν τους γονείς του», έλεγε ο Σαλβατόρε. «Του έχουμε έτοιμο από τώρα το δωμάτιο του».

«Σιγά μην έρθει!» απαντούσε η Πέτρα. «Ξεκολλάει αυτός απ' την μάνα του;»

Μου έκανε εντύπωση την πρώτη φορά που το είπε, δεν πίστευα ότι δίναμε αυτή την εντύπωση, ο Χριστόφορος ήτανε 9-10 χρονών τότε.

«Όχι τόσο το παιδί. Εσύ είσαι που δείχνεις εξαρτημένη», μου είχε πει κάποτε η Πέτρα. «Πρόσεξε γιατί θα βασανιστείτε πολύ αν δεν καταφέρεις να χειραφετηθείς».

Ήταν ένα βράδυ στην Αλόννησο, οι άλλοι είχαν πάει βαρκάδα κι εμείς τους περιμέναμε στην παραλία μπαινοβγαίνοντας στη θάλασσα, η Πέτρα τρελαινότανε για νυχτερινά μπάνια. Έτοιμη ήμουνα να της πω για τον Κώστα, για τους φόβους μου, γι' αυτό που έκρυβα τόσα χρόνια, είναι κι εκείνες οι ώρες οι καλοκαιριάτικες που νιώθεις να χαλαρώνεις, να δίνεσαι μέσα στη διαφάνεια σου. Δεν της το είπα τελικά, αλλά έτσι όπως καθόμαστε στην παραλία, ένιωσα ότι η Πέτρα το ήξερε από καιρό, δε χρειαζότανε να της το πω. Όπως ήξερε ότι και τότε, στη Ρώμη, ήμουνα ερωτευμένη με τον Κώστα κι ας μην το έλεγα εγώ ούτε στον εαυτό μου.

Είδα το Χριστόφορο να βγαίνει απ' την πύλη κι, αυθόρμητα, πήγα να κατεβώ απ' τ' αυτοκίνητο για να τον προϋπαντήσω. Έμεινα όμως μετέωρη στην πόρτα, η μισή μέσα κι η μισή έξω, κοιτάζοντας το πρόσωπο του.

«Φύγαμε;» μου είπε κι εγώ σκεφτόμουνα πως δε θα τον ρωτήσω τίποτα, θα τον αφήσω μόνο του ν' αποφασίσει αν θα μου μιλήσει και τι θα μου πει. Και μου φαινότανε βουνό αυτή η προσπάθεια που θα έκανα. Μείναμε, ωστόσο, σιωπηλοί κάμποση ώρα.

«Φρικτά είναι εκεί μέσα», μου είπε σε λίγο. «Ευτυχώς που όπου να 'ναι θα βγει ο Άρης».

Τινάχτηκα.

«Πώς θα βγει; Εννοείς ότι δε θα μείνει ακόμα πολύ…»

«Όχι. Εννοώ ότι θα βγει. Έκανε αίτηση αποφυλάκισης εκείνος ο Πετρίδης, σήμερα τον ειδοποίησε…»

«Βρε Χριστόφορε!» Δεν κατάφερα να κρύψω τον εκνευρισμό μου. «Έπρεπε να περάσει μια ώρα πριν μου το πεις αυτό;»

«Γιατί, τι θα έκανες αν στο έλεγα πιο νωρίς;»

Πάλι ήταν επιθετικός και σκέφτηκα πως δε με έχει συγχωρήσει. Ένιωθα πως κάτι υπήρχε που δε μου είχε συγχωρήσει, δεν ήξερα τι ήταν κι ευχόμουνα να ξέρει αυτός τουλάχιστον, να μην τον βασανίζει ένας θυμός απροσδιόριστος.

«Ας πούμε ότι θα χαιρόμουνα λίγα λεπτά νωρίτερα. Λίγο είναι αυτό;»

«Μα δε χάρηκες. Εκνευρίστηκες. Θύμωσες μαζί μου…»

«Εντάξει. Ας τ' αφήσουμε τώρα αυτό. Να ξέρεις, όμως, ότι η αίτηση μπορεί και ν' απορριφτεί. Συνήθως έτσι γίνεται την πρώτη φορά…» του είπα και ταυτόχρονα σκεφτόμουνα ότι θα πρέπει άμεσα να δω τον Πετρίδη, δε μου άρεσε που δε με είχε ενημερώσει κι εμένα.

«Πρόσεχε τι κάνεις! Στο αεροδρόμιο δεν πάμε;» μου είπε κι η φωνή του ακούστηκε πάλι θυμωμένη. Έτσι όπως ήμουνα αφηρημένη, είχα πάρει το δρόμο για το σπίτι και τώρα έπρεπε να κάνω ολόκληρο γύρο. Καλά που είχαμε ώρα στη διάθεση μας.

«Μην φωνάζεις!» του είπα. «Ξεχάστηκα. Δεν είναι και προς θάνατο…»

«Συγγνώμη… Δε μου φταις εσύ, αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο που είδα το μπαμπά εκεί μέσα. Έχει αλλάξει πολύ. Δεν ήξερα και τι να του πω. Εκείνος προσπαθούσε να δείχνει άνετος, αλλά το έβλεπα ότι ήταν πιεσμένος κι αυτός. Πολύ πιεσμένος. Με το ζόρι χαμογελούσε…»

«Χριστόφορε, αγόρι μου, κι εμένα με απασχολούσε αυτή η συνάντηση σας. Ήμουνα κι εγώ πολύ αναστατωμένη περιμένοντάς σε. Δεν είμαι βουνό κι εγώ. Λυπάμαι που στο λέω τόσο συχνά αυτόν τον καιρό, αλλά έτσι νιώθω. Δεν είμαι παντοδύναμη, αν και θα ήθελα να είμαι για να σε στηρίξω. Να σας στηρίξω και τους δυο…»

«Αν δεν ήσουνα κι εσύ... Έτσι όπως είσαι, εννοώ... Θέλω να πω, τα πράγματα θα ήταν πολύ ζόρικα… Αλήθεια στο λέω… Γενικά… Όλα τα πράγματα…»

«Ορίστε;…»

Ήταν το τελευταίο που περίμενα ν' ακούσω εκείνη τη στιγμή, και όπως τον κοίταξα, κατακόκκινο, με σκυμμένο το κεφάλι, σκέφτηκα ότι μπορεί και να βρίζει τώρα τον εαυτό του για την αδυναμία που έδειξε. Μου ήρθε να βάλω τα γέλια, ένιωθα πια ότι άρχιζε να χαλαρώνει εκείνη η ένταση που μου έσφιγγε το στομάχι κι ήθελα να του πω κάτι ευχάριστο, κάτι πολύ σημαντικό. Δεν πρόλαβα, όμως, ούτε να σκεφτώ τι θα 'ταν αυτό που θα του έλεγα.

«Κι ο μπαμπάς μου είπε ότι μπορεί ν' απορριφτεί η αίτηση… Έτσι ακριβώς όπως το είπες κι εσύ…»

«Στο τέλος, όμως, όλα θα πάνε καλά. Μη φοβάσαι αγόρι μου. Θα το δεις ότι θα τελειώσουν σύντομα όλα αυτά. Πιο σύντομα απ' όσο φανταζόμαστε… Τι άλλο σου είπε ο Άρης; Του άρεσε το βιβλίο σου;»



***



Καθόμουνα στην αυλή, μπροστά στο στρωμένο τραπέζι με το μισοτελειωμένο φαγητό κι ένιωθα πια απόλυτα ήρεμη. Ο Σαλβατόρε μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Κλεάνθη κι ο Χριστόφορος είχε φύγει με την μπουκιά στο στόμα, του είχε τηλεφωνήσει η Άννα ότι κάτι τον ήθελε. Είχε μαγειρέψει ο Σαλβατόρε, πάντα με διασκέδαζε να τον βλέπω να κάνει σαν τρελός αν δεν είμαστε όλοι έτοιμοι με το πιρούνι στο χέρι την ώρα που κατέβαζε τα μακαρόνια απ' την φωτιά, σαν ιεροτελεστία ήταν το μαγείρεμα των σιτσιλιάνικων συνταγών του.

«Μην σου τύχει γυναίκα διανοούμενη και φεμινίστρια! Το 'κλεισες το σπίτι σου! Δεν ξέρει ούτε πού πέφτει η κουζίνα», έλεγε τότε στη Ρώμη, κι η Πέτρα απαντούσε ότι είναι άλλα δωμάτια του σπιτιού αυτά που την ενδιαφέρουν.

Χαμογελούσα μόνη μου καθώς τους θυμόμουνα. Ήταν πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά, όταν τους γνώριζες, δε θα μπορούσες πια να τους φανταστείς τον ένα χωρίς τον άλλο. Ο Σαλβατόρε, όμως, έχει αλλάξει πολύ τον τελευταίο χρόνο μετά το θάνατο της Πέτρας. Τα μάτια του μόνον θυμίζουν εκείνη την αφίσα του Τσε Γκεβάρα που ξάφνιασε τότε το Χριστόφορο. Τον κοίταζα να βγαίνει βιαστικός στην αυλή. Τουλάχιστον αυτή την κίνηση που θυμίζει έφηβο, την διατηρεί ακόμα, μετά από τόσα χρόνια, το σώμα του.

«Τον ιερόσυλο!» είπε και ξανακάθισε στην καρέκλα του. «Μόνον σε περίπτωση σεισμού ή πυρκαγιάς αφήνεις την μακαρονάδα να σε περιμένει. Αλλά άντε πες τα αυτά στον Κλεάνθη! Για να δούμε, θα καταφέρει να μου πάρει την άδεια να δω τον Άρη. Έτσι μου υποσχέθηκε».

Άδειασε με μεγάλες μπουκιές το πιάτο του και μετά γύρισε και με κοίταξε.

«Μ' εσένα θα τα πούμε σε λίγο. Θα με κεράσεις τώρα κι απ' το κρασί που σου έφερα ή να πάω να σερβιριστώ μόνος μου;»

Είχε ήδη σηκωθεί και πήγαινε προς την κουζίνα. Άρχισα κι εγώ να μαζεύω τα πιάτα καθώς ο Σαλβατόρε ερχόταν με το μπουκάλι το κρασί και δυο ποτήρια. Πίναμε για λίγο σιωπηλοί το κόκκινο γλυκό κρασί, κι εμένα μου φάνηκε πάλι ότι γύρισε ο χρόνος κι είδα να κάθονται πλάι μας ο Άρης και η Πέτρα. Πάντα μαγείρευε μακαρονάδα ο Σαλβατόρε την πρώτη ημέρα που έρχονταν στην Ελλάδα, τρώγαμε στην αυλή κι έπειτα μέναμε μέχρι αργά να συζητάμε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα ότι το ίδιο θα σκέφτηκε κι ο Σαλβατόρε όταν τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. Τις άδειες καρέκλες πλάι μας. Κοιταχτήκαμε χαμογελώντας, εγώ δεν είχα αντέξει να ρωτήσω τίποτα για την Πέτρα, τίποτα παραπάνω απ' όσα ήξερα.

«Ξέρεις τι μου είπε η Πέτρα την τελευταία φορά που μπήκε στο νοσοκομείο; Λίγο πριν πεθάνει; Ότι θα 'ταν αλλιώτικη όλη η ζωή της αν δε με είχε γνωρίσει. Ότι ήμουνα το δώρο που της έκανε η ζωή. Ξέρεις πόσο ξαφνιάστηκα; Πάντα νόμιζα πως με υποτιμούσε. Κι εγώ δεν ένιωθα αντάξιος της, θεωρούσα ότι ήμουνα πολύ λίγος για έναν άνθρωπο όπως εκείνη. Χρειάστηκε να πεθάνει για να καταλάβω ότι δεν ήταν έτσι, ότι δε μ' έβλεπε έτσι…»

«Κανείς μας δε σε έβλεπε διαφορετικά», του είπα. «Καθένας με τον τρόπο του, σας έβλεπε τον ένα να συμπληρώνετε τον άλλο. Όταν άρχισα να ζωγραφίζω την Πέτρα, ξύπνησε πάλι αυτή η αίσθηση που μου έδινε η εικόνα της στο χώρο, η αίσθηση ότι ήταν αέρινη, ότι κυλούσε ανάμεσά μας υπακούοντας σε δικούς της νόμους. Δεν ξέρω πώς να στο περιγράψω, αλλά με ηρεμούσε η δική σου παρουσία δίπλα της. Σαν να ‘σουνα εσύ οι ρίζες της σ’ αυτή τη γη που, αν της έλειπαν, θα μπορούσε, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, να πετάξει και να μας αγναντεύει από ψηλά… Νομίζω ότι πιο πολύ κι απ’ τον ίδιο το θάνατο της, με είχε πονέσει η σκέψη ότι την υπόταξε η αρρώστια της, την καθήλωσε σ’ ένα κρεβάτι και την έφθειρε…»

«Δεν κράτησε πολύ ευτυχώς…»

«Γιατί δε μας ειδοποίησες; Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι τα πέρασες μόνος σου όλα αυτά».

«Στο είχα πει από τότε. Εκείνη δεν ήθελε να το μάθει κανείς. Κι εγώ την καταλάβαινα πολύ καλά την επιθυμία της. Όπως κι εγώ δεν ήθελα κανένα πλάι μου όταν πέθανε… Έλα, ας τα αφήσουμε τώρα αυτά», μου είπε ξαφνικά και σηκώθηκε. Πλησίασε τη βερικοκιά του κήπου. «Αρρώστησε αυτό το δέντρο. Απ’ την τελευταία φορά που το είδα δεν ήταν καλά…»

Μάντευα την προσπάθειά του να πειθαρχήσει τον πόνο του κι ήθελα να μπορούσα να εξαφανιστώ, να μην ακούγεται ούτε η αναπνοή μου. Εκείνος, όμως, ξαναγύρισε στο τραπέζι, έβαλε σ’ ένα πιάτο δυο βερίκοκα που είχε κόψει, έγειρε πίσω την καρέκλα του κι άναψε τσιγάρο.

«Το ήξερα για το βιβλίο που γράφανε», μου είπε απρόσμενα κι απόμεινα να τον κοιτάζω σαν χαζή.

«Μου το είχε πει ο Άρης ένα καλοκαίρι. Τότε που αρχίσανε να το γράφουν με τον Κώστα. Τον ρώτησα γιατί το κάνει. Και μου είπε ότι το κάνει για να κατανικήσει μια αίσθηση μοιρολατρίας. “Όλα έχουν ισοπεδωθεί”, μου είπε. “Ξέρεις τι δύσκολο είναι πια να βρούμε σημεία αναφοράς; Μια κοινωνία συναίνεσης απέναντι σ' ένα Πασοκικό σοσιαλισμό”. Ένιωθε να ασφυκτιά Κι αυτό φαίνεται πως το μοιράστηκε με τον Κώστα. Βρεθήκανε με τον Κώστα και, κάποια στιγμή, αρχίσανε να γράφουν και το βιβλίο. Σαν μια καταγραφή της ιστορίας σας ήτανε. Και της εποχής που ζήσατε. Κι αυτής που θα ‘θελαν να ζήσετε. Σαν ένα νοσταλγικό ημερολόγιο εφήβων έμοιαζε, έτσι κατάλαβα εγώ και του το είπα. Μου θύμωσε κι έκανε χρόνια να μου ξαναμιλήσει για το βιβλίο τους…»

«Εγώ πού ήμουνα όλα αυτά τα χρόνια; Εγώ γιατί έμεινα απέξω; Δεν πρέπει κάποτε να μάθω…»

Το είπα και την ίδια ώρα μετάνιωσα. Τι να μου απαντήσει ο Σαλβατόρε, τι μπορούσε να ξέρει εκείνος; Ετοιμαζόμουνα ν' αλλάξω κουβέντα, να πω κάτι για το παιδί, για τον τρόπο που αντιδρούσε σ' όλα αυτά, όταν εκείνος έφερε την καρέκλα του κοντά μου κι έκλεισε σφικτά τα χέρια μου στα δικά του.

«Εσύ είχες πάντα μια ευκολία να ξεφεύγεις, ν’ ανακαλύπτεις και τη θετική πλευρά από κάθε πράγμα. Πολλές φορές έδειχνες ανώριμη, σαν να μην είχες πλήρη επίγνωση των γεγονότων. Έκανα κι εγώ πολύ καιρό μέχρι να σε καταλάβω και να μην σε υποτιμώ, να καταλάβω ότι δεν ήσουνα απλώς ένα καλό παιδί. Σε θυμάμαι μ’ εκείνη την εκρηκτική ζωντάνια σου, τα χρωματιστά σου ρούχα που σπάζανε τη μουντάδα μας, μια σταλιά ήσουνα και γέμιζες το χώρο. Είχαμε άλλα μοντέλα τότε στο κεφάλι μας. Μίζεροι, γρουσούζηδες, φτιάχναμε πλάνα για να μπορούμε να νιώσουμε καλά, μέχρι κι η αισιοδοξία απαιτούσε ιδεολογική πλατφόρμα. Εσύ ήσουνα αλλιώς. Χαρούμενο, αισιόδοξο παιδί. Πώς μας άντεχες βρε Στέλλα;»

Γέλασε επιτέλους, και γέμισε η αυλή μ’ εκείνο το πλούσιο, γενναιόδωρο γέλιο του.

«Σου ‘χω πει ποτέ πόσο χαιρόμουνα κι εγώ την παρουσία σου, πόσο μ’ άρεσε να κουβεντιάζω μαζί σου κι ας τσακωνόμαστε συνέχεια; Δεν έλειψες μόνον στην Πέτρα, κι εμένα μου έλειψες…»

«Άλλο τότε, τότε ήμαστε όλοι διαφορετικοί…»

«Όχι δεν είναι έτσι», με διέκοψε κι ήτανε σοβαρό πια το βλέμμα του. «Νομίζω πως εγώ ξέρω πού ήσουνα. όλα αυτά τα χρόνια. Το σκέφτηκα πολύ σ' αυτό το διάστημα, απ' όταν πέθανε ο Κώστας. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να σου το πω, θα έρθει, όμως, η ώρα που θα το καταλάβεις και μόνη σου. Εδώ ήσουνα. Δίπλα στον Άρη. Γι' αυτό εκείνος δεν έπεσε, εσύ τον κράτησες στο σχοινί…»

«Παρηγοριά στον άρρωστο, Σαλβατόρε…»

«Όταν θα τελειώσουν όλα αυτά, θα δεις ότι δεν είχες ανάγκη από παρηγοριά. Μόνο που έχετε δρόμο πολύ ακόμα μέχρι να βρείτε τις απαντήσεις γι’ αυτά που βασανίζουν και τους δυο σας. Κι εγώ εμπιστεύομαι πιο πολύ εσένα παρά τον Άρη. Ελπίζω, πάντως, να καταλάβει έγκαιρα ότι πρέπει να μιλήσει. Πριν γίνει οριστική και αμετάκλητη αυτή η πορεία που δρομολογήθηκε με την σύλληψή του…»

Δεν πρόλαβα να απαντήσω, είχε εισβάλλει ο Χριστόφορος στην αυλή μαζί με την Άννα.

«Αυτός είναι ο Σαλβατόρε», της είπε. «Μου έφερε κάτι δίσκους με τη μουσική που ακούγανε όταν ήταν νέοι».

Μπήκαν κι οι τρεις στο δωμάτιό του, συνεννοήθηκαν με την αμίμητη παντομίμα τους, «μην ξενυχτήσετε, είναι κουρασμένος ο Σαλβατόρε κι εσείς έχετε σχολειό αύριο», τους είπα κι άρχισα να μαζεύω τα πιάτα απ’ το τραπέζι.



8. «…τότε που οι δρόμοι ήταν γεμάτοι…»


Ήταν το Νοέμβρη του '95, στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Δούλευα τότε στα Εξάρχεια, έκανα τη διακόσμηση ενός παλιού νεοκλασικού που το ετοιμάζανε για μπαρ. Δε θα πήγαινα στην πορεία, ήταν χρόνια τώρα που είχα σταματήσει να πηγαίνω. Βιαζόμουνα μάλιστα να προλάβω πριν κλείσουν οι δρόμοι. Δεν έβρισκα ταξί κι είπα να περάσω απ' το γραφείο του Άρη, να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι. Περπάταγα βιαστικά στην Σόλωνος όταν, φτάνοντας στο ύψος της Νομικής, είδα ότι δεν μπορούσα να περάσω, γινόταν συμπλοκές ανάμεσα σε αστυνομικούς που φρουρούσαν την είσοδο και μια ομάδα νεαρών που ήθελαν να μπουν μέσα. Στάθηκα στην γωνία με την Μασσαλίας και κοίταζα, δεν αποφάσιζα και να φύγω.

«Μην στέκεστε εδώ, θα σάς κτυπήσουν», μου είπε ένας αστυνομικός κι όπως τον κοίταξα έκπληκτη γιατί με ξάφνιασε η παρουσία του δίπλα μου, με έσπρωξε προς την Μασσαλίας.



«Φύγετε από 'δω δεσποινίς! Τι κάνετε;»

Ήμαστε έξω απ' το Πανεπιστήμιο και προσπαθούσαμε να σπάσουμε τον κλοιό των αστυνομικών και να μπούμε κι εμείς μέσα, είχε κάνει κατάληψη η Εργατική Αυτονομία στη Φιλοσοφική και την Βιβλιοθήκη κι οι συμπλοκές με την αστυνομία ήταν στην ημερήσια διάταξη. Εκείνη τη μέρα είχα καθυστερήσει στη Σχολή μου κι όταν έφτασα στο Πανεπιστήμιο όλες οι είσοδοι ήταν ήδη μπλοκαρισμένες. Ήταν κι άλλοι απ' έξω και προσπαθήσουμε να πηδήξουμε απ' την μάντρα. Εγώ ξέκοψα κάποια στιγμή και βρέθηκα μόνη μου να προσπαθώ να μπω απ' την «Κερκόπορτα» - έτσι έλεγε ο Άρης ένα σημείο της μάντρας απ' την πλευρά του Βοτανικού κήπου, το είχαμε χρησιμοποιήσει κι άλλες φορές. Τότε με φώναξε ο αστυνομικός, κι έτσι όπως ήμουνα σκαρφαλωμένη στην μάντρα, μ' άρπαξε απ' την μέση για να με κατεβάσει.

«Μην μ' αγγίζεις! Ακούς; Μην μ' αγγίζεις!» ξεφώνισα, κι έπειτα, όπως με κατέβαζε, το πρόσωπό μου βρέθηκε στο ύψος του δικού του. Μου φάνηκε πως ήταν στην ηλικία μου, χωρίς τη στολή θα ήταν σαν εμένα, σκεφτόμουνα όπως είχα απομείνει να τον κοιτάζω περιμένοντας τι άλλο θα γίνει. Δε μου μίλησε, κι εγώ απομακρύνθηκα προς την μεριά του φοιτητικού εστιατορίου τινάζοντας τα ρούχα μου. Βγαίνοντας στον κεντρικό δρόμο είδα μπροστά μου τον Κώστα, ξαφνικά, σαν να εμφανίστηκε από το πουθενά.

«Ο Άρης είναι μέσα. Στο χώρο της Βιβλιοθήκης τον άφησα λίγο πριν», μου είπε και πήραμε το δρόμο για το σπίτι, ενώ εγώ του διηγιόμουν μια δική μου εκδοχή, σχεδόν ηρωική, για την αποτυχημένη μου προσπάθεια να μπω στο Πανεπιστήμιο.



Έφυγα, λοιπόν, απ' την Μασσαλίας χωρίς ν' αντιδράσω, δεν είδα καν πώς ήταν ο αστυνομικός που μ' έδιωξε αυτή τη φορά. Μ’ έπνιξε, όμως, ξαφνικά η επιθυμία να δω τον Κώστα. Μετά από τόσα χρόνια. Εκεί κοντά ήταν ο εκδοτικός οίκος του και σκέφτηκα ότι μπορεί να τον εύρισκα, ήξερα από τον Άρη ότι έμενε πολλές ώρες και δούλευε. Άρχισα, λοιπόν, ν' ανηφορίζω προς την Σκουφά, δε βιαζόμουνα πια να περάσω απ' το γραφείο του Άρη.

Τον Κώστα τον είδα ξαφνικά μπροστά μου, στο απέναντι πεζοδρόμιο, και κρύφτηκα στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, η καρδιά μου χτυπούσε να σπάσει, ένιωθα τώρα πως με βάραιναν αβάσταχτα τα χρόνια που είχαμε ζήσει χώρια, τι να του πω πια; Έκανα, λοιπόν, μεταβολή και πήγα να πάρω το λεωφορείο για το σπίτι, ίσα που πρόλαβα, το τελευταίο πρέπει να ήταν, μετά έκλεισαν οι δρόμοι. Εκείνη τη μέρα, όμως, ένιωσα, για πρώτη φορά τόσο καθαρά, πόσο σημαντική υπήρξε η παρουσία του Κώστα στη ζωή μου. Σαν να ήταν ο όρος για τα νιάτα μου, χωρίς αυτήν να μην μπορούσα πια να είμαι νέα κι ετοιμοπόλεμη. Σαν να μεγάλωσα, να βάρυνα απ' την μια ώρα στην άλλη απ' όταν τον έχασα. Τι παράξενο! Γέννησα το παιδί μου, μεγάλωσα κι εγώ μαζί του κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσα ότι μόνον την ζωγραφική είχα κρατήσει από την παλιά ζωή, διαβαίνοντας με κόπο εκείνα τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα, τα χρόνια της ενηλικίωσης. Αμόλυντο τοπίο η ζωγραφική μου. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι. Αμόλυντο απ' την σχέση μου με τον Κώστα, ακόμα και τα χρόνια που κάναμε παρέα στη Ρώμη, ασφυκτική παρέα. Για όλα τ' άλλα, για όλα εκείνα που μας ένωσαν, σαν να 'ταν όρος απαράβατος η παρουσία του για να μπορέσω να τα ξαναζήσω.

Όταν γύρισε στο σπίτι κι ο Άρης, άρχισα να του διηγούμαι την σκηνή έξω απ' την Νομική. Αυτός εκείνη την ώρα κοιτούσε κάτι ντοσιέ που είχε φέρει απ' το γραφείο. Σήκωσε το κεφάλι του για λίγο και με κοίταξε και μου φάνηκε ότι δεν είχε ακούσει λέξη απ' ό,τι του είπα.

«Ξέρεις τι θυμήθηκα;» συνέχισα. «Τότε, στη Ρώμη, που είχατε κάνει κατάληψη στην Φιλοσοφική. Θυμάσαι;»

«Κατάληψη; Στη Φιλοσοφική;»

Με κοίταζε τώρα έκπληκτος, σαν να μην καταλάβαινε τι του λέω.

«Θυμάμαι ακόμα και την μυρωδιά των δρόμων, το χρώμα απ' τις φωτιές. Κράτησε μέρες. Εσύ ήσουνα όλες τις μέρες μέσα», είπα και γύρισα να φύγω.

«Μην θυμώνεις. Πρόσεχα τι μου έλεγες, μόνο που πρέπει να τελειώσω αυτό που κάνω», είπε εκείνος κι έσκυψε πάλι στα χαρτιά του.

Καθόμαστε, μετά, στην τηλεόραση και παρακολουθούσαμε σιωπηλοί τα γεγονότα. Ήταν τότε που, μετά την πορεία, έγινε κατάληψη στο Πολυτεχνείο κι η αστυνομία έκλεισε τους καταληψίες μέσα στα κτίρια σαν τα ποντίκια, τότε που κάψανε τις σημαίες,

«Πάμε να δούμε τι γίνεται;» μου είπε κάποια στιγμή, έτσι όπως βλέπαμε την Πατησίων να φλέγεται κι εγώ απάντησα ότι δεν μπορούσα ν' αφήσω μόνο το παιδί. Τηλεφώνησε λοιπόν στο Σάκη και πήγαν μαζί. Γυρίσανε μετά στο σπίτι μας, εγώ λαγοκοιμόμουνα και με ξύπνησε η φωνή του Σάκη, που, όταν προσπαθεί να μιλήσει σιγανά, η φωνή του σου πριονίζει τα νεύρα.

«Τι είναι ρε αυτό το πράγμα;» έλεγε ο Σάκης μετά, πίνοντας καφέ. «Κάποτε, όταν αποφάσιζα εγώ, που είμαι αργός και τεμπέλης, να κατεβώ στους δρόμους, οι δρόμοι ήταν ήδη γεμάτοι. Τώρα πήγαμε πρώτοι και κοντέψαμε να 'μαστε και οι μοναδικοί. Πώς αλλάξανε έτσι τα πράγματα; Εσύ γιατί δεν ήρθες; Πρώτη έτρεχες κάποτε», γύρισε μετά κι είπε σ' εμένα.

«Δεν μπορούσα ν' αφήσω μόνο του το παιδί».

Κι όπως τους άκουγα να συζητάνε, σκεφτόμουνα πάλι τους δρόμους, την μυρωδιά των δρόμων, πόσο μου είχε λείψει, πόσα πολλά μου είχαν λείψει όλα αυτά τα χρόνια.

«Μην βάλεις και τα κλάματα! Του χρόνου πάλι με το καλό», μου είπε ο Σάκης πειρακτικά, δεν τον είχα πάρει είδηση ότι με κοίταζε.

«Είσαι ηλίθιος πια;» του είπα και σηκώθηκα να φύγω. «Είναι δυνατόν να είσαι τόσο ηλίθιος; Να μην παίρνεις πια τίποτα στα σοβαρά;» κι ένιωθα να με πνίγει ο θυμός κι η απογοήτευση. Θυμάμαι, όμως, ακόμα την έκφραση του Άρη, τον κοίταξα βγαίνοντας απ' το δωμάτιο. Αμήχανη, σκεφτική. «Τι θέλω εγώ μ' αυτούς εδώ μέσα;» σαν να σκεφτότανε.

Το βράδυ που μου είπε ο Σαλβατόρε ότι εγώ τον στήριξα τον Άρη για να μην πέσει απ' το σχοινί, έμεινα ξάγρυπνη και σκεφτόμουνα. Ποιον στήριξα εγώ; Πού ήταν τόσα χρόνια ο Άρης για να τον βρω και να τον στηρίξω; Όλο το βράδυ, σαν κινηματογραφική ταινία περνούσαν σκηνές απ' το μυαλό μου, σκηνές απ' όλη τη ζωή μας. Είχε ξημερώσει πια όταν με πήρε ο ύπνος. Με ξύπνησε ο Σαλβατόρε μ' ένα φλιτζάνι εσπρέσο, είχε φέρει καφέ από την Ρώμη, δεν άντεχε ν’ αλλάζει μάρκες όσο κι αν φρόντιζα να έχω πάντα καφέ εσπρέσο όταν τον περίμενα.

«Ο Χριστόφορος έφυγε από ώρα κι εμένα θα περάσει σε λίγο ο Κλεάνθης να με πάρει. Θα φάμε μαζί το μεσημέρι», μου είπε. Κι έπειτα, σαν να το σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή, με ρώτησε αν υπάρχει κανένα πρόβλημα με τον Κλεάνθη, σαν μαγκωμένος του φάνηκε όταν του πρότεινε να πάρουν κι εμένα μαζί τους.

«Κι εσένα σε κανένα απόμακρο εστιατόριο θα σε πάει», του είπα. «Σαν παράνομο ζευγάρι θα φάτε. Δεν ξέρω τι έχει πάθει. Ούτε στο κινητό δε μ' αφήνει πια να τον παίρνω. Βοήθησε πολύ, δεν μπορώ να πω, αλλά μετά άρχισε να μ' αντιμετωπίζει σαν να 'χω χολέρα».

«Θες να πεις ότι φοβάται;» ρώτησε ο Σαλβατόρε κι είχε μια έκφραση αμφιβολίας το πρόσωπο του.

«Τίποτα δε θέλω να πω, εκτός απ' αυτό που βλέπω. Εγώ, δυστυχώς, τα πράγματα πρέπει να τα εικάζω, να τα μαντεύω ή να παρακαλάω να μου τα αποκαλύψουν. Είμαι ακόμα στο σκοτάδι, να δούμε μέχρι πότε…»

Ο καφές ήταν πολύ δυνατός κι ένιωσα μια ενόχληση στο στομάχι, είμαι κι ασυνήθιστη στους καφέδες. Έκανα μια γκριμάτσα πόνου κι ο Σαλβατόρε την παρεξήγησε.

«Κουβαλάς πολλά μέσα σου», μου είπε. «Κυρίως για σένα ήρθα. Αν ζούσε η Πέτρα θα είχε παρατήσει τα πάντα και θα είχε έρθει να σε βρει αμέσως μόλις μάθαινε ότι πέθανε ο Κώστας… Είναι βαρύ το φορτίο… Κι ας νομίζαμε πως όλα αυτά είναι ξεχασμένες ιστορίες…»

Τον άκουγα να μιλάει κι ένιωθα πάλι διάφανη. Άραγε να του είχε πει τίποτα η Πέτρα για εμένα και τον Κώστα, για τους φόβους μου; Τον κοίταζα περιμένοντας τι άλλο θα πει, εκείνος όμως πήρε το φλιτζάνι μου και βγήκε απ' το δωμάτιο. Σηκώθηκα κι εγώ και μπήκα στο μπάνιο. Δε μου άρεσε που θα έμενα πάλι μόνη, στο γραφείο είχα πει ότι δε θα πάω και σκεφτόμουνα τι να κάνω για να γεμίσω τη μέρα. Μπήκα στην κουζίνα την ώρα που ο Σαλβατόρε τακτοποιούσε τα σερβίτσια απ' το πρωινό στο ντουλάπι.

«Σαν λύκος τρώει αυτό το παιδί», μου είπε. «Πώς τα καταφέρνει κι είναι έτσι αδύνατος;»

«Γιατί έπλυνες τα πιάτα;» τον μάλωσα.

«Και στο σπίτι μου το ίδιο κάνω. Η Πέτρα ήταν πάντα ασχολημένη ή βρισκόταν στον κόσμο της που δεν περιλάμβανε κουζίνες και πιατικά, δε θυμάσαι;»

Έριξε μια επιδοκιμαστική ματιά γύρω του, τακτοποίησε μια καρέκλα στη θέση της και με κοίταξε χαμογελώντας.

«Άντε, φεύγω», μου είπε. «Αυτός ο τρελός είπε ότι θα με περιμένει στην πλατεία για να μην χωθεί στα στενά».

«Μην του πεις τίποτα απ' αυτά που σου είπα. Μπορεί και να 'ναι η ιδέα μου ότι με αποφεύγει…»

«Ξέρω εγώ τι θα του πω. Ο Κλεάνθης είναι τόσο αφελής, που βαριέσαι και να τον ψαρέψεις. Σήμερα, όμως, θα τον κάνω να τα πει όλα. Άντε, θα τα πούμε μετά, δε θ' αργήσω».

Ένιωσα σαν ν' άδειασε το σπίτι όταν άκουσα την πόρτα να κλείνει πίσω του. Σκεφτόμουνα να πάω να ζωγραφίσω, όταν κτύπησε το τηλέφωνο,

«Η κυρία Κομνηνού; Απ' την Γραμματεία των φυλακών Κορυδαλλού τηλεφωνώ. Ο σύζυγος σας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο κρατουμένων με κολικό του νεφρού».
***

Ο Άρης μεταφέρθηκε την ίδια μέρα. στο νοσοκομείο της Νίκαιας κι έκανε εγχείρηση. Κοιτούσα το πανιασμένο πρόσωπό του περιμένοντάς τον να συνέλθει απ' την νάρκωση. Κρατούσα συνέχεια το χέρι του, μαλακά μην τον πονέσω, κι ας ήξερα ότι αυτός δεν το αισθανόταν. «Πόσο σ' αγαπάω», του έλεγα σιωπηλά, κι έστρωνα τα ξανθά μαλλιά του στο μαξιλάρι, μου φαινόταν ότι ασπρίσανε κι άλλο σ' αυτό το τελευταίο διάστημα. Και μας θυμήθηκα πάλι, παιδιά, στην Ιταλία. Ο Άρης, με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια του, έμοιαζε πολύ πιο μικρός απ' την ηλικία του. Είχε, όμως, πάντα μια έκφραση σοβαρή και κάπως σαν πεισματωμένη, έτσι όπως πέταγε μπροστά το σαγόνι του κάθε φορά που αγόρευε. «Σαν το Μουσολίνι είσαι ρε όταν μιλάς», του έλεγε τότε ο Σάκης.

«Τι σκέφτεσαι; Σε ποιον χαμογελάς;»

Είχε ανοίξει τα μάτια του και με κοίταζε χαμογελώντας κουρασμένα.

«Άρη μου! Πώς είσαι; Πονάς;»

«Κρατάει ακόμα η νάρκωση, δεν πονάω ακόμα, μη στεναχωριέσαι»

Μου έσφιξε το χέρι, κι εγώ κοίταξα τρομαγμένη τον ορό, φοβήθηκα μην σπάσει καμιά φλέβα μ' αυτή του την κίνηση.

«Μην φοβάσαι, δεν παθαίνω τίποτα», μου είπε και μέχρι να του απαντήσω είχε γείρει πάλι το κεφάλι και κοιμότανε. Απ' όταν βγήκε απ' το χειρουργείο, καταλάγιασε εκείνος ο τυφλός φόβος, ο φόβος ότι είχε πεθάνει και δε μου το λέγανε, έπαψα πια να τρέμω ότι δε θα τον ξαναδώ. Παρόλα αυτά, ήταν οι μόνες ώρες στη ζωή μου που συνέχιζα να μην σκέφτομαι καθόλου το Χριστόφορο, σαν να 'πρεπε ο Άρης ν' απορροφά κάθε ίχνος της προσοχής μου, σαν να 'ταν μόνον έτσι που θα μπορούσα να τον προστατεύω. Ήταν στιγμές που ξέχναγα την παρουσία του φρουρού έξω από το δωμάτιο κι έλεγα απλώς ότι ο Άρης έκανε μια εγχείρηση κι εγώ είμαι εδώ για να τον φροντίζω.

«Όταν θα σταματήσω να ζαλίζομαι, θέλω να κουβεντιάσουμε. Για όλα αυτά που με ρώταγες τόσον καιρό… Είναι και κάτι που θέλω να σου ζητήσω».

Πάλι δεν πρόλαβα να του μιλήσω και είχε βυθιστεί στον ύπνο. Δεν το περίμενα αυτό που μου είπε κι ένιωσα έναν κόμπο να μου κλείνει το λαιμό, μια απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα κι ένα κύμα τρυφερότητας ταυτόχρονα. «Όχι, δε θέλω να μου πεις τίποτα τώρα, έχουμε όλον τον καιρό να μιλάμε», ήθελα να του πω και σκούπισα τα μάτια μου μην τύχει και ξυπνήσει πάλι και με δει να κλαίω. Μου φαινότανε αφάνταστα σημαντικό που δεν τον είχα χάσει κι ένιωθα να μην με νοιάζει τίποτα άλλο, όλα τα υπόλοιπα θα διορθώνονταν.

Εκείνο το βράδυ, όμως, έτσι όπως έφευγα απ' το νοσοκομείο, ένιωσα πάλι να με πνίγει η μοναξιά. Σαν να μην μου ανήκανε εκείνες οι στιγμές, σαν να τις είχα κλέψει. Ο Άρης κοιμόταν όταν μου ζήτησαν να φύγω, πάλι ο Κλεάνθης θα πρέπει να κανονίσει να μένω περισσότερες ώρες κοντά του, αν και τώρα τελευταία παριστάνει κι αυτός ότι έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες του.

Αυτές τις μέρες ο Χριστόφορος μιλάει πολύ με το Σαλβατόρε. Δεν ξέρω τι λένε, τους ακούω να παλεύουν με την γλώσσα, αλλά να δείχνουν ευχαριστημένοι που είναι μαζί και σκέφτομαι ότι είναι μεγάλη τύχη που ο Σαλβατόρε είναι κοντά στο παιδί τώρα που εγώ είμαι στους δρόμους όλη μέρα. Γυρνώντας, όμως, το βράδυ στο σπίτι απ' το νοσοκομείο, βάζοντας το κλειδί στην πόρτα, καθώς τους άκουσα από μέσα να μιλάνε σ’ εκείνη την εντελώς δική τους γλώσσα κι ενώ ένιωθα ότι θα μ' εγκατέλειπαν σε λίγο οι δυνάμεις μου, σκέφτηκα ότι θα πρέπει κάποτε να μιλήσω κι εγώ με το παιδί, να πάψω να το αποφεύγω.

Μπήκα μέσα, σωριάστηκα στον καναπέ της κουζίνας κι αυτοί σκοτώθηκαν ποιος απ' τους δυο θα με πρωτοεξυπηρετήσει. Ο Χριστόφορος άκουσε πολύ ήρεμος τα νέα για τον πατέρα του.

«Τον φουκαριάρη, θα πονάει τώρα», είπε μόνον

«Θα τα πούμε αγόρι μου. Να ξεκουραστώ μόνον λίγο και μετά θα τα πούμε».

«Καλά ρε Στέλλα, μην αγχώνεσαι», απάντησε και με κοίταξε με μια έκφραση περιέργειας στο πρόσωπο. «Έγινε τίποτα άλλο; Τι θέλεις να πούμε;»

Κι ένιωσα πάλι σαν ηλίθια, σαν να 'μαι εκτός τόπου και χρόνου, ή μάλλον σαν να 'ναι ο δικός μου ο χρόνος αυτός που καθορίζει και τις ανάγκες των άλλων.

«Όχι, δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο. Αν μιλάς για άγχος, ας πούμε ότι είναι το άγχος μου που δε μιλάμε σχεδόν καθόλου αυτές τις μέρες», απάντησα, νιώθοντας ότι κι ο Σαλβατόρε με κοίταζε έκπληκτος, κι ας μην καταλάβαινε λέξη απ' ό,τι λέγαμε. Ποιος ξέρει, όμως, τι έκφραση είχα πάρει. Πήγε, λοιπόν, στο δωμάτιό του ο Χριστόφορος και, στο μεταξύ, ο Σαλβατόρε μού ετοίμασε να φάω στο τραπεζάκι της αυλής. Απ' το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου του Χριστόφορου βγήκε σαν κύμα η μουσική που έβαλε ν' ακούσει, μετά όμως χαμήλωσε την ένταση.

«Τι σου είπε, λοιπόν, ο Κλεάνθης;» ρώτησα, τρώγοντας λαίμαργα. Τον Κλεάνθη δεν τον έπαιρνα έτσι κι αλλιώς στα σοβαρά για να με απασχολούν ιδιαίτερα αυτά που έλεγε.

«Απ' ό,τι κατάλαβα, δεν υπάρχει τίποτα σημαντικό σε βάρος του Άρη. Για εμπλοκή σε τρομοκρατικές ενέργειες εννοώ. Για τον Κώστα, όμως, φαίνεται ότι δεν είναι πολύ καθαρά τα πράγματα. Αλλά, για πες μου, μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη στον Κλεάνθη; Απ' όσο τον ξέρω εγώ, δεν είναι κανένα ιδιαίτερα σοβαρό άτομο…»

«Τι σου είπε;» τον διέκοψα.

«Εσύ το ήξερες ότι ο Κώστας είχε όπλο;»

«Με όπλο δεν αυτοκτόνησε;» τον ρώτησα, και τότε συνειδητοποίησα έκπληκτη ότι πραγματικά ο Κώστας είχε όπλο κι ότι αυτό το όπλο υπήρχε από πριν για να το βρει και να το χρησιμοποιήσει εκείνο το βράδυ.

«Εννοώ ότι οπλοφορούσε από παλιά. Κι από τότε, από την Ρώμη…» μου είπε ο Σαλβατόρε..

Τέτοια εποχή ήταν, προχωρημένη Άνοιξη, είκοσι χρόνια πριν. Ήτανε βράδυ, είχα πάει να τους πάρω απ' το Πανεπιστήμιο, τον Άρη και τον Κώστα, και κάναμε βόλτες στο Σαν Λορέντζο κουβεντιάζοντας. Κουβεντιάζαμε, θυμάμαι, για τον φουτουρισμό και τσακωνόμαστε. Εγώ καταχωρούσα συλλήβδην τους φουτουριστές ως φασίστες κι ο Άρης μού έλεγε ότι τον φουτουρισμό δεν το κρίνουμε απ' τις πολιτικές θέσεις των εκπροσώπων του κι ότι στην πραγματικότητα ήταν ένα ανατρεπτικό κίνημα στην τέχνη. Ο Κώστας δε συμμετείχε στη συζήτηση, αλλά ξαφνικά μου είπε: «περίμενε, θα σου δώσω κάτι». Και πήγε ν' ανοίξει εκείνη την τεράστια μαύρη τσάντα του.

«Τι λαγό θα βγάλεις πάλι από 'κει μέσα;» τον ρώτησα και, όπως πήγα να τον πλησιάσω, έχασα την ισορροπία μου κι αρπάχτηκα από πάνω του. Στη μέση του, κάτω από την ανοιχτή παλάμη μου, ένιωσα πεντακάθαρο το περίγραμμα του όπλου. Μου φάνηκε τόσο παράταιρο ένα όπλο επάνω του, εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ που περπατούσαμε στους δρόμους του Σαν Λορέντζο και μιλούσαμε για την τέχνη, που τράβηξα αμέσως το χέρι μου και έβγαλα τη σκηνή εντελώς απ' το μυαλό μου. Ποτέ δεν το συζήτησα μαζί του κι ούτε στον Άρη το είπα. Όπως και τώρα, το όπλο το έβλεπα να εμφανίζεται στην ιστορία και ν' αποκτά σημασία μόνον σε σχέση με το θάνατό του.

«Όχι, δεν το ήξερα», απάντησα στο Σαλβατόρε κι ένιωθα ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν ψέματα αυτό που έλεγα.

«Θα έπρεπε να ξέρεις πιο πολλά γι' αυτόν τον άνθρωπο…» άρχισε ο Σαλβατόρε κι εγώ τον διέκοψα πάλι, όπως πριν είκοσι χρόνια.

«Τι θα 'πρεπε να ξέρω; Και λοιπόν; Τι έγινε κι αν είχε όπλο; Ο πρώτος ή ο τελευταίος είναι…»

Κόπηκε η φράση μου στη μέση, είχαν περάσει τόσα χρόνια κι εμείς δεν είμαστε πια παιδιά.

«Ήταν σημαδεμένο το όπλο που αυτοκτόνησε; Ήταν απ' αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί σε κάποια επιχείρηση;»

«Όχι, ήταν καθαρό», είπε ο Σαλβατόρε. «Αλλά αν συνεχίσεις να φοβάσαι και να μην θες ν' ακούς, να μην παραπονιέσαι μετά ότι σ' αφήνουν στο σκοτάδι».

«Πες μου», του ξαναείπα και ένιωσα πως η φωνή μου μόλις που ακούστηκε.

«Ο Κώστας στην Ιταλία είχε σύνδεση με τους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες. Το ήξερες αυτό;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Σχεδόν είχα ξεχάσει και ποια ήταν αυτή η οργάνωση που είχε δημιουργηθεί από πολιτικούς κρατούμενους στις ιταλικές φυλακές. Είναι αλήθεια, όμως, ότι κάθε φορά που μιλούσαμε τότε για τις φυλακές και το σωφρονιστικό σύστημα ο Κώστας αναφερότανε στις θέσεις και τις διεκδικήσεις αυτής της οργάνωσης. Τόσο, που ήθελα καμιά φορά να του πω, γιατί δεν πάει στις φυλακές να σπουδάσει Εγκληματολογία μιας και τα μανιφέστα τους έμοιαζαν να είναι η αγαπημένη του βιβλιογραφία. Τον μείωνε λίγο στα μάτια μου αυτή η επιμονή του, δεν τα συνήθιζε γενικά τα τσιτάτα, αυτά ήταν δικό μας κουσούρι και προνόμιο συνάμα.

«Ο Κώστας με όπλα και σύνδεση με τους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες… Πώς τα ξέρουμε όλα αυτά; Ο Κλεάνθης τα λέει;»

«Άσε τι λέει ο Κλεάνθης. Φαίνεται, πάντως, ότι τα ξέρανε κι εδώ. Ο Κώστας ήτανε στη λίστα των υπόπτων, απλώς δεν έδινε αφορμή. Θα πρέπει να τον είχαν πάντως από κοντά. Γι' αυτό και βγήκε έτσι γρήγορα η ιστορία του θανάτου του ό,τι κι αν έκανε η οικογένεια του για να το κουκουλώσει. Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, λέει, έγινε στην αστυνομία. Τρέχα γύρευε τώρα τι έγινε στην πραγματικότητα… Στην Ιταλία, όμως, είναι περίεργο που δεν τον πιάσανε. Θυμάσαι τι σου είχα πει εκείνο το βράδυ στο Τραστέβερε κι εσύ κόντεψες να μου βγάλεις τα μάτια; Τότε είχα φοβηθεί στ' αλήθεια. Είχα κάτι πληροφορίες για τις κινήσεις του που δε μ' αρέσανε…»

«Τι πληροφορίες; Από ποιους τις είχες τις πληροφορίες;» τον ρώτησα και πάλι δε φρόντισα να κρύψω τον εκνευρισμό στη φωνή μου.

«Να σου θυμίσω ότι οι Πυρήνες ήταν δικά μας παιδιά; Διάσπαση της Λόττα Κοντίνουα; Είχα, λοιπόν, τον τρόπο μου να παίρνω πληροφορίες. Δεν είμαι Κλεάνθης εγώ, ηρέμησε επιτέλους για να μπορέσουμε να συζητήσουμε».

«Συγγνώμη», του είπα κι ένιωθα πραγματικά άσχημα που δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου. «Καταλαβαίνεις, όμως, πόσο δύσκολο είναι και για μένα να τα αφομοιώσω όλα αυτά… Γιατί, όμως, μου λες ότι τότε είχες φοβηθεί για μας;»

«Γιατί ο Κώστας ήταν απρόσεκτος. Ήταν φορές που έκανε ό, τι μπορούσε για να τραβήξει την προσοχή. Κι αυτή η επαφή με την Μικαλίτζι. Φερόταν σαν να μην είχε καταλάβει ότι η φίλη του ήταν καταζητούμενη».

«Είναι αλήθεια. Κι εμένα μου την σύστησε με τ' όνομά της. Το πραγματικό της όνομα. Κι η Στέλλα την ήξερε. Τι περίεργο…»

Κι έπειτα, ήρθε ξαφνικά στο μυαλό μου η εικόνα εκείνης της γυναίκας και σκέφτηκα πόσο κουρασμένη θα πρέπει να ήταν. Κουρασμένη να κρύβεται και να βλέπει την εποχή της ν' αλλάζει, τη ζωή της να καίγεται. Ήταν κι αυτό ένας θάνατος. Γιατί θα πρέπει να είναι ψέματα πως κι ο δικός της θάνατος στη φυλακή ήταν αυτοκτονία; Υπήρχαν χίλιοι τρόποι για να οδηγηθούν στο θάνατο αυτοί οι άνθρωποι, γιατί να πρέπει να 'ναι κάποιο άλλο άτομο αυτό που θα τραβήξει τελικά την σκανδάλη;

«Φοβόμουνα ότι θα μπλέξετε όλοι», άκουγα το Σαλβατόρε να λέει. «Δεν ήξερα τότε και τι καπνό φουμάριζε ο Κώστας. Ήταν κι οι συνθήκες που μας έκαναν καχύποπτους, δύσκολα εμπιστευόσουνα κάποιον που έβλεπες να συμπεριφέρεται περίεργα. Ήμαστε κι όλοι μας λίγο παρανοϊκοί τότε, στα όριά μας ήμαστε. Ήταν κι η εποχή, τα γεγονότα. Μας σημάδεψε εκείνη η εποχή. Εμάς τουλάχιστον που ήμαστε επάνω στο σχοινί. Μας όρισε την μοίρα μας. Έτσι νομίζω εγώ…»

Μια άλλη εικόνα, επίμονη, βασανιστική. Ο Κώστας με τον Άρη στους δρόμους της Ρώμης. Να τους βλέπω από μακριά, όμως, τώρα και να μην είμαι πια κρεμασμένη απ' το μπράτσο του Άρη, όπως έκανα τότε για να μην χάνω λέξη απ' όσα έλεγαν. Και σκέφτηκα ότι κι ο Άρης, κυρίως αυτός, θα νιώθει ανάπηρος μετά το θάνατο του Κώστα. Για πρώτη φορά σκέφτηκα πως για τον Άρη αυτός ο θάνατος, αυτή η απώλεια ήταν το πιο σημαντικό γεγονός, αυτό που επικάλυπτε όλα τα υπόλοιπα, ακόμα και την φυλάκισή του. Ενόσω εμείς οι άλλοι προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε την συμπεριφορά του, τη σιωπή του, αυτός θα πρέπει να ‘κανε οδυνηρές προσπάθειες για να επεξεργαστεί το πένθος του, για να συμμαζέψει τα κομμάτια που άφησε πίσω του αυτός ο θάνατος. Να ήταν, όμως, μόνον αυτό;

«Κι ο Άρης;» ρώτησα. «Πώς ξέρουμε ότι δεν είχε άλλα μπερδέματα; Εκτός από τότε, με τα σχεδιαγράμματα εννοώ…»

«Για εκείνη την ιστορία στα δικαστήρια δε λες; Περίεργη ιστορία. Κανείς μας δεν κατάλαβε τότε τι είχε γίνει… Όχι, ο Άρης δεν είχε άλλη εμπλοκή. Βρήκανε, όμως, στην έρευνα στο γραφείο του ένα πλήρη κατάλογο με όλες τις ένοπλες επιχειρήσεις εδώ στην Ελλάδα, θα στο είπε ο δικηγόρος σας. Κατά τον Κλεάνθη, βέβαια, ήταν συνθηματικά γραμμένος…»

Την μοναδική φορά που με κάλεσε ο Πετρίδης, μετά από εκείνη την πρώτη μας συνάντηση, μου μίλησε γι' αυτόν τον κατάλογο. Δεν του είχε δώσει, όμως, κι εκείνος ιδιαίτερη σημασία.

«Βλακείες του Κλεάνθη!» είπα στο Σαλβατόρε. «Τι θα ήταν; Υλικό για το βιβλίο τους ήταν. Και σιγά, δηλαδή, τ' απόρρητα έγγραφα! Όλες οι εφημερίδες τα δημοσιεύανε…»

«Αυτό σου λέω κι εγώ. Ότι για τον Άρη δεν υπάρχουν στοιχεία. Νομίζω ότι αν αποφασίσει να μιλήσει για τις συνθήκες θανάτου του Κώστα, θα λήξει η υπόθεση…»

«Μου είπε ότι θα μου μιλήσει. Θα μιλήσει σ' εμένα Για όλα αυτά που τον ρώταγα, έτσι μου είπε.. Μόνο που τώρα εγώ δε θέλω να τον πιέσω. Τον νιώθω ευάλωτο κι αδύναμο εκεί μέσα. Ακινητοποιημένο από ορούς και σωληνάκια. Και δε με νοιάζει τίποτα άλλο. Μόνον να γίνει καλά…»

«Α, ναι, ξέχασα να στο πω. Τηλεφώνησε ο Κλεάνθης λίγο πριν έρθεις και είπε ότι θα φροντίσει να τον κρατήσουν για πολύ στο νοσοκομείο που οι συνθήκες είναι καλύτερες. Και θα σου βγάλει κι εσένα άδεια να μένεις όσο θέλεις. Έτσι, θα μπορέσετε να μιλήσετε. Και δε θα τον πιέσεις, μη φοβάσαι. Είμαι σίγουρος πως τώρα είναι αυτός που θέλει πια να σου μιλήσει γιατί ήρθε η ώρα να το κάνει. Και μη βουρκώνεις πάλι, γιατί είσαι στ' αλήθεια η γυναίκα του και η συντρόφισσά του…» Έβαλε τα γέλια και μ' αγκάλιασε. «Κι ας κακογεράσατε κι οι δυο σας. Άντε! Επαναστάτες να σου πετύχουν!…»


Εκείνο το βράδυ το ξανάκουσα. Ετοιμαζόμαστε να πάμε για ύπνο και πήγα να κλείσω την τηλεόραση που την είχα αφήσει ανοιχτή να παίζει στην κουζίνα, παλιά συνήθεια, «μια φιλική παρουσία στο σπίτι», με κορόιδευε κάποτε ο Άρης, μετά δεν το πρόσεχε πια ούτε αυτός. Είχα χαμηλά τον ήχο και δεν ακουγόταν στην αυλή που καθόμαστε με το Σαλβατόρε. Έτσι, δεν μπόρεσα να καταλάβω αμέσως περί τίνος επρόκειτο. Ήταν μάλλον η υποβλητική μουσική που μ' έκανε να διστάσω για λίγο πριν ψάξω το τηλεκοντρόλ κι έτσι πρόλαβα ν' ακούσω την φράση που μ' έκανε να κοκαλώσω μπροστά στη συσκευή: «Ένας άλλος μυστηριώδης θάνατος, του οποίου συνεχίζεται ακόμη η δικαστική διερεύνηση, είναι ο θάνατος του εκδότη Κώστα Αχείμαστου». Κι αμέσως μετά, πάλι η φωτογραφία του Κώστα.

«Τι είναι αυτό; Δελτίο ειδήσεων;» με ρώτησε ο Σαλβατόρε που είχε μπει κι αυτός στο μεταξύ στην κουζίνα.

«Όχι, δε μοιάζει με δελτίο ειδήσεων, δεν είναι και η ώρα για ειδήσεις», του είπα και σωριάστηκα στον καναπέ.

«Μα τι είναι αυτά που δείχνουνε;» με ρώτησε έκπληκτος, καθώς κι εγώ προσπαθούσα ακόμα να συνδέσω τις εικόνες που βλέπαμε με το θάνατο του Κώστα.

«Ιταλία δεν είναι αυτό; Μα τι δείχνουν;» ρώτησε πάλι ο Σαλβατόρε, ενώ εγώ ένιωθα ακόμα ανίκανη να καταλάβω αυτά που άκουγα στην τηλεόραση.

«Ο Φελτρινέλλι είναι αυτός! Ο Τζιαν Τζάκομο Φελτρινέλλι! Πρέπει να μιλάνε για το θάνατο του …»

«Ποιος Φελτρινέλλι; Ποιο θάνατο;» τον ρώτησα, και ήμουνα ακόμα σε πλήρη σύγχυση.

«Έλα βρε Στέλλα! Πρόσεχε τι λένε να μου πεις κι εμένα», είπε νευρικά ο Σαλβατόρε. «Ο Φελτρινέλλι, ο εκδότης».

«Ο Φελτρινέλλι; Ο εκδότης;»

«Καλά, εντάξει! Μέχρι να πάρεις είδηση εσύ, θα έχει τελειώσει η εκπομπή», μου είπε ο Σαλβατόρε και προσηλώθηκε στην τηλεόραση σαν να 'πρεπε εκείνος πια να καταλάβει τι λέγανε. «Να δεις που πάνε να βρούνε αναλογίες ανάμεσα στις δυο ιστορίες. Ο Φελτρινέλλι ήταν μέλος, μάλλον ιδρυτής, μιας οργάνωσης της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Ανατινάχτηκε το '72 έξω απ' το Μιλάνο μεταφέροντας εκρηκτικά… Τι σενάριο πάνε να φτιάξουν τώρα απ' την υπόθεση του Κώστα;»

Ο θάνατος του Κώστα άρα είχε γίνει μέρος ενός δημοσιογραφικού θέματος. Τι να ήταν αυτό το θέμα, πώς λεγόταν η εκπομπή που παρακολουθούσαμε; Δεν προλάβαμε ν' ακούσουμε. Μου φαινόταν απίστευτο όμως. Έξω από κάθε λογική, όπως κι ένταση με την οποία παρακολουθούσε ο Σαλβατόρε το πρόγραμμα, σαν να μπορούσε να καταλάβει λέξη προς λέξη τα σχόλια που συνοδεύανε τις εικόνες. Έβλεπα, λοιπόν, άναυδη κι εγώ, να ξαναχτίζεται η ιστορία του Κώστα, αυθαίρετα, επιλεκτικά -αναδρομική ανατροπή της ταυτότητας, έτσι όπως μας το έλεγε τότε. Κατέβαλα κόπο για να παρακολουθήσω συνειρμούς που μου φαινόταν παράλογοι κι ενώ αναρωτιόμουνα, για παράδειγμα, τι σχέση είχε η δράση του Κώστα στην δικτατορία με το θάνατο του, άκουγα μετά να την συσχετίζουν με την δράση του Φελτρινέλλι στην ιταλική αντίσταση.

«Ανοίξανε τον ασκό του Αιόλου», με συνέφερε η φωνή του Σαλβατόρε. «Καλά κατάλαβα; Πάνε να τον βγάλουν τρομοκράτη με ρίζες στην περίοδο της χούντας; Απ' την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν ήταν αυτές οι εικόνες;»

«Όχι, απ' την κατάληψη της Νομικής είναι», τον διόρθωσα. «Τον προηγούμενο χειμώνα είχε γίνει», συμπλήρωσα, σαν να 'χε μεγάλη σημασία αυτή η ακρίβεια στις πληροφορίες για την ζωή του Κώστα.

«Τι λένε για τη ζωή του στη Ρώμη;» με ρώτησε ξαφνικά ο Σαλβατόρε και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχαν πληροφορίες γι' αυτή την περίοδο, σαν να την αγνοούσαν οι υπεύθυνοι της εκπομπής και να παρέκαμπταν το θέμα με γενικότητες.

«Τίποτα. Στην πραγματικότητα δεν είπαν τίποτα. Μόνον πως σπούδαζε εκεί την περίοδο της απαγωγής και της δολοφονίας του Μόρο κι ότι η πολιτική του δράση ήταν στο πλαίσιο ιταλικών οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, πολλά υπονοούμενα».

«Περίεργο», είπε ο Σαλβατόρε κι έμοιαζε σαν να 'θελε κάτι ακόμα να συμπληρώσει, όταν κτύπησε το τηλέφωνο και τιναχτήκαμε κι οι δυο. Ο Σαλβατόρε στεκόταν πλάι στη συσκευή και σήκωσε εκείνος τ’ ακουστικό. Την ίδια ώρα έπεσαν οι τίτλοι του τέλους της εκπομπής.

Ήταν ο Σάκης στο τηλέφωνο, «ξεκινάω αμέσως, σε δυο λεπτά θα είμαι εκεί» είπε, και πράγματι σε λίγα λεπτά ακούσαμε το κουδούνι της πόρτας.

«Προσέξατε ότι δεν ανέφεραν τίποτα για τον Άρη;» μας είπε μόλις του άνοιξα την πόρτα, εκεί στο χολ ήμαστε ακόμα.

Ο Σαλβατόρε με κοίταξε ερωτηματικά.

«Είπαν μόνον ότι ως δράστης φέρεται άτομο του φιλικού του περιβάλλοντος…» άρχισα να λέω, συνειδητοποιώντας κι εγώ ότι, πραγματικά, δεν είχε αναφερθεί το όνομα του Άρη

«Δεν είναι αυτό το σημαντικό», με διέκοψε ο Σάκης. «Το σημαντικό είναι ο τρόπος που δώσανε αυτήν την πληροφορία. Χωρίς να το πουν καθαρά, ήταν προφανές ότι υπονόμευαν την εγκυρότητά της. Το σενάριο που έστηναν ήταν διαφορετικό, πολύ πιο σκοτεινό …»

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε πάλι το τηλέφωνο και ταυτόχρονα άνοιξε η πόρτα του δωματίου του Χριστόφορου που βγήκε και κοίταζε αγουροξυπνημένος κι έκπληκτος την σύναξη στην είσοδο.

«Δεν κοιμάσαι καπετάνιε;» τον ρώτησε ο Σαλβατόρε και πήγε προς το μέρος του, ενώ εγώ απαντούσα στο τηλέφωνο.

«Ζητώ συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας», άκουσα τη φωνή του Πετρίδη. «Μόλις τώρα ενημερώθηκα απ' τον κύριο Κουρτέση, τον Κλεάνθη, για την εκπομπή στην τηλεόραση. Αύριο θα πάω να δω το σύζυγό σας, νομίζω ότι είναι καιρός ν' ανοίξει τα χαρτιά του πριν μας κάψει κανένας άλλος ηλίθιος κατασκευάζοντας άλλου είδους σενάρια για το θάνατο του Αχείμαστου. Δε μ' αρέσει που μας πιέσανε έτσι. Μπορεί, βέβαια, και να μην έχει καμιά σημασία αυτή η εκπομπή, θα το ψάξω έτσι κι αλλιώς. Καλύτερα, όμως, να μην το ρισκάρουμε καθυστερώντας, δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται. Θα πάω, λοιπόν, αύριο το πρωί να δω το σύζυγό σας. Θα ήθελα, όμως, να δω κι εσάς προηγουμένως. Θα μπορούσατε να περάσετε απ' το γραφείο μου κατά τις 9 και μετά να πάμε μαζί στην Νίκαια;»

Ο Σαλβατόρε είχε κλειστεί με το Χριστόφορο στο δωμάτιό του και για μια ακόμα φορά σκέφτηκα πόσο τυχερή είμαι που τον έχω εδώ αυτές τις μέρες.

«Ο Άρης θα μίλαγε έτσι κι αλλιώς», είπα σαν να συνέχιζα κάποια συζήτηση, κι ο Σάκης γύρισε και με κοίταξε έκπληκτος. Βγήκαμε, μετά, στην αυλή. Όλο το βράδυ το περάσαμε οι τρεις μας κουβεντιάζοντας.

«Μέχρι τελικής πτώσεως», είπε ο Σάκης όταν σηκώθηκε να φύγει, είχε χαράξει πια.

«Σαν να ξενυχτούσαμε νεκρό», θυμήθηκα που είχε πει η Στέλλα εκείνο το πρώτο βράδυ της σύλληψης του Άρη. «Έπρεπε, όμως, να τα ξαναπούμε, εμείς που τα έχουμε ζήσει, που είναι δικά μας. Να μην τα μπερδέψουμε κι εμείς», συνέχισα μπαίνοντας στην κουζίνα, μα δε με άκουγε πια κανείς, οι άλλοι δυο ήταν ήδη στην πόρτα.



9. «Αυτοί οι δυο. Απ' όλους μας…»

«Ξέρω πού είναι το βιβλίο».

Έτρεχα σ' όλο το δρόμο απ' την Νίκαια. Δεν έβλεπα την ώρα να φτάσω σπίτι, να συζητήσω με το Σαλβατόρε αυτά που μου είχε πει ο Άρης, να προλάβω πριν έρθει το παιδί απ' το φροντιστήριο.

«Είναι αρχείο στο δικό μου τον υπολογιστή». Μου φάνηκε ότι ο Σαλβατόρε προσπάθησε να κρατηθεί για να μην χαμογελάσει. «Δεν είναι αστείο», του είπα, λοιπόν. «Όχι, δεν είναι καθόλου αστείο. Κάθε άλλο. Σκέφτηκα, απλώς, τι θα γινόταν αν το έσβηνες ή το κατέστρεφες έτσι άσχετη που είσαι. Ή αν το άνοιγες να δεις τι είναι».

«Δε θα γινόταν τίποτα απ' αυτά. Είναι κρυφό αρχείο. Μου είπε ο Άρης πώς να το ανοίξω». Με πιάσανε κι εμένα τα γέλια. «Κι επειδή, όπως φαίνεται, ούτε αυτός με εμπιστεύεται, μου είπε να βάλω το Χριστόφορο να την κάνει αυτήν την δουλειά».

«Κι αν δει ο Χριστόφορος τι είναι;»

«Δε μου φάνηκε να τον απασχολεί αυτό. Υποθέτω ότι κάποια στιγμή θα δούμε όλοι τι είναι… Κι αυτό το ξέρει ο Άρης. Αυτό αποφάσισε να κάνει».

«Άρα θα μιλήσει;»

«Έτσι νομίζω. Αυτά λέγανε με τον Πετρίδη. Θέλει, όμως, να δώσω το αρχείο και σ' εκείνον να το διαβάσει πριν αποφασίσουν πώς θα το χειριστούν αυτό το θέμα».

«Γιατί; Τι φοβάται;»

«Μην εκθέτει κανέναν ή μην εκτίθεται κι ο ίδιος. Γιατί τα στοιχεία για το φόνο του Κώστα είναι ασήμαντα, είναι παιδαριώδης η κατηγορία, αποκλείεται να σταθεί στο ακροατήριο. Φοβάται, όμως, μην ανοίξουν άλλες ιστορίες… Ή μήπως χρησιμοποιήσουν την κατηγορία για φόνο για να τον κλείσουν μέσα για τα καλά. Αν, δηλαδή, υπάρξουν υπόνοιες για άλλα πράγματα χωρίς όμως να υπάρχουν και στοιχεία για να στηρίξουν νέα κατηγορία».

«Μα τι στα κομμάτια γράφανε εκεί μέσα; Ημερολόγιο κρατούσαν;»

«Κι αν ήταν έτσι;» ήθελα να του πω. Κι αν ήταν κάτι σαν εφηβικό ημερολόγιο, όπως το είχε πει τότε στον Άρη κι εκείνος του είχε θυμώσει; Σε τι θα άλλαζαν τα γεγονότα; Σε τι θα άλλαζε ο θάνατος του Κώστα κι ο χρόνος που έμεινε στη φυλακή ο Άρης ή και μια ενδεχόμενη καταδίκη του; Τι άλλαζε, κυρίως, γι' αυτούς τους δυο που ένιωθαν να σέρνουν πίσω τους το άψυχο σώμα της επανάστασης που επαγγέλονταν τα χρόνια που μας ένωσαν; Ποιος θα τους κρίνει γι’ αυτό; Ποιος θα τους κρίνει και που την τράβηξαν μέχρι τα άκρα αυτή τη δύσκολη ιστορία της σχέσης τους;

Κι όπως μιλούσα με το Σαλβατόρε για πράγματα που κανείς από τους δυο μας δεν έμοιαζε να ξέρει, ένιωθα να με πνίγει η απώλεια αυτών που δε μοιράστηκα με τον Άρη τόσα χρόνια, σχεδόν όσα τα χρόνια της ζωής του γιου μας. Κι έβλεπα ότι τώρα έπρεπε να υπερασπίσω εγώ εκείνο το βιβλίο. Εγώ, που δε γνώριζα, θα έπρεπε να βρω τις εξηγήσεις, να τους δικαιολογήσω που το πλήρωσαν κι οι δυο τους τόσο ακριβά. Και δε μου φαινόταν καθόλου παράλογο που δε με ενδιέφερε πια ν' ανοίξω το αρχείο, να δω τι ψάχνανε, τι λέγανε εκεί μέσα. Οι απαντήσεις είναι αλλού, σκεφτόμουνα κι ήξερα ήδη πόσο επώδυνη θα ήταν από 'δω και πέρα η αναζήτησή τους.

«Νομίζω πως, ό,τι και να 'ναι στην πραγματικότητα αυτό το βιβλίο, όπως και να το δούμε εμείς ή κάποιος άλλος απ' τους πολλούς που θα το δουν, γι' αυτούς ήταν μια πορεία. Μοναχική. Μια ανάγκη να κρατήσουν ζωντανό κάτι που όλος ο περίγυρος έδειχνε ότι είχε πεθάνει. Αυτοί οι δυο, απ' όλους μας… Γι' αυτό κι εμείς δυσκολευόμαστε να τους το συγχωρήσουμε. Όλοι μας. Ο καθένας με τον τρόπο του…»

Με κοίταζε ο Σαλβατόρε χωρίς να μιλάει κι ένιωθα ανακούφιση που καταλάβαινε τι του 'λεγα, που δε θα χρειαζόταν να του εξηγώ με χίλιες λέξεις ότι, εκτός απ' τους δικηγόρους και τα δικαστήρια, είμαστε κι εμείς που αναλαμβάναμε με προθυμία το ρόλο του κατήγορου ή αυτού που αναζητάει ερμηνείες για να μπορέσει να ταξινομήσει σε οικείες κατηγορίες την ιστορία τους.

«Πότε θ' ανοίξεις το αρχείο;» με ρώτησε.

«Δεν ξέρω… Αύριο φαντάζομαι. Τώρα δε θέλω… Σε πειράζει να περιμένουμε μέχρι αύριο;»

«Εμένα; Καθόλου. Εσύ θ' αποφασίσεις…Τι άλλο σου είπε ο Άρης;»

«Ξέρεις τι έγινε εκείνη τη νύχτα; Στο γραφείο του Κώστα;»

Έμεινε αμίλητος για λίγα λεπτά. «Νομίζω ότι ξέρω», είπε μετά. «Ότι μπορώ, δηλαδή, να μαντέψω. Είχαν τελειώσει το βιβλίο, έτσι δεν είναι; Εκείνες τις μέρες θα πρέπει να το είχαν τελειώσει».

«Ναι. Ο Άρης το είχε τελειώσει, αυτός έκανε τις τελευταίες διορθώσεις, αυτός το είχε πρώτος στα χέρια του στην τελική του μορφή. Εκείνο το βράδυ. Τηλεφώνησε στον Κώστα για να του το πάει. Δεν τον βρήκε στο τηλέφωνο, αλλά δεν ήθελε να περιμένει. Ξεκίνησε, λοιπόν, για τον εκδοτικό οίκο, σκεφτόταν ότι θα έφτανε στο μεταξύ κι ο Κώστας. Πάλι δεν τον βρήκε, περίμενε λίγο και μετά μπήκε με τα κλειδιά του στο γραφείο και τ' άφησε εκεί, στη θέση που καθόταν ο Κώστας. Μ' ένα σημείωμα. “Αυτό ήτανε. Κουράστηκα”. Το περίφημο σημείωμα του αυτόχειρα. Που βρέθηκε μετά πεταμένο κάτω απ' το γραφείο. Αυτό ήθελε να του πει ο Άρης. Γι' αυτό δεν άντεχε να περιμένει. Ότι κουράστηκε ήθελε να του πει. Ότι ήταν μάταιος ο κόπος, το άψυχο σώμα είχε βρωμίσει. Είχαν βουρκώσει τα μάτια του καθώς μου τα διηγιότανε κι εγώ του είπα, φτάνει, μην μιλάς άλλο. Γιατί δεν άντεχα να τον βλέπω έτσι. Παραιτημένο, νικημένο...»

«Μην βιάζεσαι», μου είπε ο Σαλβατόρε, καθώς σταμάτησα να μιλάω κι έψαχνα για μαντίλι να φυσήξω τη μύτη μου. «Μην βιάζεσαι να τον λυπηθείς, να τον χαρακτηρίσεις νικημένο. Μετά; Πες μου, τι έγινε μετά;»

«Κλείδωσε το γραφείο κι έφυγε. Του είχε δώσει ο Κώστας κλειδιά, πήγαινε συχνά εκεί και δούλευε για λόγους ασφαλείας. Σκόπευε να μην τον ξαναψάξει εκείνο το βράδυ. Ο Κώστας θα έβλεπε το σημείωμα και θα καταλάβαινε. Ήταν από μέρες που τα συζητούσανε, κι εκείνο το βράδυ ήθελε να κερδίσει λίγο χρόνο πριν αντιμετωπίσει πάλι την αντίδραση του Κώστα. Έφυγε, λοιπόν, αλλά δεν άντεξε. Σε καμιά ώρα γύρισε πάλι πίσω κι ο Κώστας ήταν πια εκεί. Είχαν μια τρομερή συζήτηση εκείνο το βράδυ, ο καυγάς που άκουσε ο φύλακας του κτιρίου. Ξεγυμνωθήκανε, κατασπαράχτηκαν, αυτές τις λέξεις χρησιμοποίησε ο Άρης και δε μου είπε τίποτα άλλο, δεν ήθελα κι εγώ να τον αφήσω να μιλήσει πιο πολύ για κείνη τη συζήτηση. Μετά, έφυγε πάλι. Έκανε βόλτες στους δρόμους, ήταν σαν το θηρίο στο κλουβί. Κι έπειτα σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να τελειώσει έτσι εκείνη η ιστορία. Και γύρισε πίσω. Ήταν κατάκλειστα κι άνοιξε πάλι με τα κλειδιά του. Τον βρήκε μες στα αίματα. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις».

«Ήμουνα σίγουρος πως κάπως έτσι θα 'χαν γίνει τα πράγματα», μου είπε ο Σαλβατόρε μετά από λίγο. Σκεφτόμουνα ακόμα πόσο παράλογο είναι να τα διηγούμαι όλα αυτά χωρίς να μπορώ ακόμα να τα συνδέσω με την δική μου την ζωή.

«Σαλβατόρε, δεν είναι περίεργο…» άρχισα να του λέω και τότε χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Κοίταξα το ρολόι μου, να ήταν ο Χριστόφορος τόσο νωρίς;

«Ποιος να 'ναι;» αναρωτήθηκα καθώς σηκώθηκα να πάω ν' ανοίξω.

«Να πάρει η οργή! Ξέχασα να στο πω, κανόνισα με την Στέλλα να περάσει σήμερα από εδώ», μου είπε ο Σαλβατόρε κοιτάζοντας με ένοχα. «Της τηλεφώνησα για να την ρωτήσω για την εκπομπή, αν ήξερε τίποτα. Έπεσε κι αυτή απ' τα σύννεφα, μου είπε. Ιδέα δεν είχε. Και τους δημοσιογράφους μόνον σαν ονόματα τους ξέρει, δεν τους γνωρίζει προσωπικά. Είπαμε, λοιπόν, να περάσει από εδώ να τα πούμε. Αν σ' ενοχλεί, όμως, θα την πάρω να πάμε έξω…»

«Όχι, καθόλου δε μ' ενοχλεί. Θέλω να την δω την Στέλλα. Όχι για την εκπομπή, ήμουνα σίγουρη ότι δεν είχε ιδέα. Και ούτε θέλω να μιλήσουμε με την Στέλλα για την εκπομπή, θα νοιώθει άσχημα, δε θέλω να στεναχωρηθεί …» είπα πηγαίνοντας προς την πόρτα.

«Γεια σου ομορφούλα!»

Έτσι έλεγε πάντα ο Σαλβατόρε τη Στέλλα, είχανε τόσα χρόνια να συναντηθούν και τώρα την κοιτούσε έκπληκτος που είχε αλλάξει τόσο. Ήταν κι εκείνη αμήχανη μαζί του, δεν ήξερε τι να του πει. Στράφηκε, λοιπόν, σ' εμένα.

«Πώς είναι ο Άρης;» με ρώτησε, κι εγώ έβαλα τα γέλια καθώς θυμήθηκα την απάντηση που έδινε ο Άρης όταν τον ρωτούσαν «πώς είσαι;» αντί για το συνηθισμένο «τι κάνεις;» «Ψηλός, ξανθός και γοητευτικός», απαντούσε, κι ο άλλος έμενε συνήθως άναυδος να τον κοιτάζει.

«Είναι πάντα ψηλός, ξανθός και γοητευτικός», απάντησα κι η Στέλλα με κοίταξε έκπληκτη, αλλά μετά έβαλε κι αυτή τα γέλια.

«Είδες; Το είχα ξεχάσει ότι ο Άρης θα με διόρθωνε. “Τι κάνεις, λέει ο κόσμος”, θα μου έλεγε. Τι κάνει, λοιπόν, ο Άρης;»

«Καλά είναι, έχει συνέλθει τελείως. Τον κρατάνε ακόμα στο νοσοκομείο επειδή εκεί είναι καλύτερες οι συνθήκες. Και για να ροκανίζουμε το χρόνο μέχρι να βγει η απόφαση για την αίτηση αποφυλάκισης».

«Μπορεί να βγει, λοιπόν, σύντομα … Θα τον προλάβω άραγε;»

«Γιατί να μην τον προλάβεις; Τι θα γίνει;» την ρώτησα και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι, έτσι όπως μιλούσαμε ελληνικά, ο Σαλβατόρε είχε μείνει έξω από την συζήτηση. «Να μιλάμε καλύτερα ιταλικά;» της είπα.

«Η Στέλλα θα φύγει απ' την Ελλάδα», πετάχτηκε ο Σαλβατόρε. «Μου το είπε στο τηλέφωνο. Γι' αυτό θέλησε να συναντηθούμε».

«Πότε θα φύγεις; Πώς έτσι ξαφνικά;» τη ρώτησα και πάλι ξέχασα να μιλήσω ιταλικά. Γύρισα, λοιπόν, και κοίταξα το Σαλβατόρε. «Συγγνώμη…» άρχισα να λέω.

«Μην ενοχλείστε. Μιλάτε όπως θέλετε. Εγώ πάω να ετοιμάσω κάτι να πιούμε», είπε εκείνος και μας άφησε μόνες στην αυλή.

«Πώς πάει ο πίνακάς σου;» με ρώτησε η Στέλλα. «Θέλω να τον ξαναδώ πριν φύγω…»

«Ναι, θα τον δεις. Εσένα είχα αρχίσει να ζωγραφίζω, αλλά σταμάτησα πάλι…»

Ο Σαλβατόρε γύρισε στην αυλή κρατώντας δυο ποτήρια με πολύχρωμο περιεχόμενο.

«Δυο αισιόδοξα κοκτέιλ δικής μου επινόησης. Εσένα με λίγο αλκοόλ», μου είπε και τα άφησε μπροστά μας. «Πάω πάλι μέσα, για να συμμαζέψω αυτά που λέρωσα», συνέχιζε, μπαίνοντας πάλι στην κουζίνα, και σκέφτηκα ότι το έκανε επίτηδες για να μας αφήσει να μιλήσουμε μόνες μας. Και τότε, ξαφνικά το αποφάσισα.

«Στέλλα, δεν ξέρω αν κάνω καλά, αλλά θέλω να στο πω. Μην με ρωτήσεις πώς, αλλά έμαθα ότι είχες κάποια προβλήματα υγείας…»

Την είδα να χαμογελάει και είχε τόση μελαγχολία το χαμόγελό της, που σταμάτησα να μιλάω, δεν ήξερα τι άλλο να πω.

«Είναι καιρός πια που δεν το κρύβω. Έχω την αίσθηση ότι το ξέρει όλος ο κόσμος. Και στο κανάλι και παντού. Δεν έχει νόημα να το κρύβω. Ναι, έχω νοσηλευτεί για ένα διάστημα. Μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας… Και φαίνεται ότι τώρα τελευταία είχα πάλι μια υποτροπή. Έτσι τουλάχιστον λέει ο γιατρός που με παρακολουθεί». Γέλασε σιγανά. «Θα πρέπει να τον αλλάξω πια αυτόν το γιατρό, έτσι; Από εκεί δεν ήταν η διαρροή; Απ' τον Κλεάνθη;»

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου, τι νόημα είχε να της πω και για το Σάκη; Θα την στεναχωρούσα περισσότερο.

«Και τι θα κάνεις τώρα; Γι' αυτό φεύγεις;» άρχισα να λέω και σταμάτησα πάλι. Πώς είναι δυνατόν να γίνομαι τόσο αδιάκριτη; Τι φαντάζομαι ότι μου δίνει αυτό το δικαίωμα; Ήθελα, όμως, να της το εξηγήσω, να καταλάβει ποια ήτανε τα κίνητρά μου.

«Στέλλα, σε νοιάζομαι. Δεν είναι από περιέργεια που σε ρωτάω, δεν είναι από αδιαφορία. Θυμάσαι τότε που ήμαστε μικρές; Εσύ μου το είχες πει ότι τότε σ' αντιμετώπιζα σαν μαμά ή σαν κακιά δασκάλα, ότι ήμουνα πολύ αυστηρή μαζί σου…Και τώρα νιώθω τρομερές ενοχές γι' αυτό. Εσύ με είχες εμπιστευτεί, κι εγώ… Τέλος πάντων. Αυτό, όμως, θέλω να σου πω. Ότι δεν ήθελα να είμαι αυστηρή μαζί σου, αλλά εσύ κάθε τόσο έδειχνες σαν χαμένη. Και νόμιζα ότι έπρεπε να σου πατήσω τη φωνή για να βρεις κάποιο όριο. Τώρα που τα ξανασκέφτομαι, νομίζω πως πολλές φορές μου το ζητούσες η ίδια να σε οριοθετήσω… Και τώρα… Πέρασαν τόσα χρόνια, χαθήκαμε, μπορεί να μην με εμπιστεύεσαι πια… Εγώ όμως νομίζω ότι με έχεις πάλι ανάγκη… Κι ότι μπορώ να σε φροντίσω… Και να μην κάνω τα ίδια λάθη…»

Μ' διέκοψε με μια κίνηση του χεριού. Στην αρχή νόμισα ότι ήθελε να μ' αγκαλιάσει κι έγειρα προς το μέρος της, εκείνη όμως κατέβασε το χέρι και το ακούμπησε στα γόνατά της.

«Δε θα μπορούσες πια, ακόμα κι αν σε άφηνα εγώ. Τότε, ναι. Κρεμόμουνα από πάνω σου τότε. Αν δε σε είχα μπορεί και να είχα φύγει απ' την Ιταλία. Να είχα παρατήσει τις σπουδές μου. Χαοτική προσωπικότητα ήμουνα, έτσι μου είπαν. Ούτε οι δικοί μου τα έβγαζαν πέρα μαζί μου, δεν ξέρω γιατί μ' έστειλαν στο εξωτερικό. Μην λες ότι έχεις ενοχές. Παρόλα αυτά, εγώ μαζί σου ήμουνα καλά. Μόνον μ' εσένα, κι ας με νευρίαζες πολλές φορές. Θυμάσαι την ομαδούλα μας; Τις γυναίκες; Σε κουτσομπολεύαμε με την Γεωργία, λέγαμε: “κοίτα την πώς κάνει την έξυπνη!”. Κυρίως τις φορές που ερχόταν κι η Πέτρα. “Ο κύριος επιθεωρητής”, έτσι την έλεγε η Γεωργία. Κι εσύ ήσουνα σαν την δασκάλα που καμάρωνε για τις επιδόσεις της τάξης της…»

«Χριστέ μου! Τόσο γελοία ήμουνα;»

Γελάγαμε κι οι δυο.

«Μακάρι να μπορούσαμε να τα θυμόμαστε μόνον έτσι τα χρόνια μας στη Ρώμη. Με τρυφερότητα, με νοσταλγία…» είπε μετά η Στέλλα, και σκοτεινιάσανε πάλι τα γκρίζα της μάτια.

«Τι έγινε μετά βρε Στέλλα; Πάντα ήθελα να σε ρωτήσω, αλλά εσύ μετά χάθηκες. Μαύρη πέτρα έριξες πίσω σου, ούτε να μας βλέπεις δεν ήθελες. Για τότε που γνώρισες το Γιώργο, λέω. Δεν είναι βέβαια ότι σου είχαμε φερθεί κι εμείς καλά….»

«Χάθηκα κι απ' το Σύλλογο, θυμάσαι; Μια φορά, μάλιστα, κοντέψανε να με διώξουν κι απ' το Ρήγα. Όχι κι ότι συμμετείχα δηλαδή. Το ξέρεις ότι δε θυμάμαι κι αν είχα γραφτεί ποτέ στο Ρήγα; Νομίζω ότι ήμουνα στο Δημοκρατικό Αγώνα μόνο. Με τα τσικό. Ολόκληρη γυναίκα!»

Βάλαμε πάλι τα γέλια.

«Τι λέτε εσείς εκεί έξω;» ρώτησε ο Σαλβατόρε απ' την κουζίνα. «Θα 'ρθω κι εγώ σε λίγο», αλλά το ξέραμε ότι δεν σκόπευε να βγει μέχρι να τον φωνάξουμε.

«Γιατί θα σε διώχνανε απ' το Ρήγα που δεν είχες γραφτεί κιόλας;» τη ρώτησα.

«Είχατε εκλογές…»

«Είχανε, θες να πεις. Εμείς για χαβαλέ πηγαίναμε…»

«Ε, να, γι' αυτό. Γι' αυτό δεν ήθελα να σας συναντήσω. Να πάω να ψηφίσω και να σας συναντήσω… Χαζοπούλια δεν ήμαστε; Λοιπόν, έχασε τότε μια έδρα ο Δημοκρατικός Αγώνας για μια ψήφο. Την είχε πάρει η ΑΑΣΠΕ. Θυμάσαι τι φασαρία είχε γίνει; Δέκα φορές τα μετρήσανε τα ψηφοδέλτια…»

«Τώρα θυμάμαι. Θυμάμαι ότι σε περίμενα. Έλεγα πως θα ερχόσουνα. Όλη τη μέρα είχα στηθεί απ' έξω και σε περίμενα. Με το μισό σύλλογο είχα τσακωθεί. Με βλέπανε εκεί στημένη και νομίζανε ότι κάτι μαγείρευα. Δεν ήρθες όμως. Αν δεν είχες αφήσει το σπίτι σου να πας να μείνεις με το Γιώργο, θα ερχόμουνα εγώ να σε βρω…»

«Καλά που δεν ήρθες. Ειδικά εσύ. Δεν ξέρω πώς θα το 'παιρνα τότε. Είχα βγάλει κι εγώ αγκάθια τότε. Σου είχα θυμώσει πολύ, δεν ήθελα καθόλου να σε δω. Μετά, κρεμάστηκα απ' το Γιώργο. Τότε νομίζω ότι πειθάρχησα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου. Μπήκα στο πρόγραμμα της δικής του ζωής και έτσι τελείωσε η εμπειρία μου στην Ιταλία. Όλα τ' άλλα τα έβαλα στην άκρη, σαν να 'ταν όνειρο, σαν να μην με είχε αγγίξει καθόλου αυτό που μοιραζόμουνα τότε μαζί σας. Έτσι ήθελα να πιστεύω, ήμουνα πολύ πληγωμένη. Να, τώρα λέω πως δε θα το συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου. Φοβισμένη και άσχετη τα έζησα εκείνα τα χρόνια μας. Τίποτα δεν κατάφερα να πάρω. Ούτε καν τις διαφωνίες μου. Ντρεπόμουνα και να τις συζητήσω τότε μαζί σας και ξεχαστήκανε κι αυτές σαν όλα τ' άλλα. Τέλος πάντων, τι να τα λέμε τώρα; Μακάρι να 'ταν αλλιώς, να τα 'χα ζήσει αλλιώς εκείνα τα χρόνια και να 'ξερα κι εγώ τώρα γιατί έφυγε ο Κώστας, γιατί παλεύει ο Άρης και δε μιλάει, γιατί φοβάμαι εγώ και βλέπω το παρελθόν μας σαν εφιάλτη να με κυνηγάει».

«Μην νομίζεις ότι έχω κι εγώ τις απαντήσεις. Για τα σημαντικά τουλάχιστον. Δε θυμάσαι τι λέγαμε την άλλη φορά; Συνέχεια απ' τα σύννεφα πέφτω κι εγώ…»

«Είσαι αλλιώς εσύ. Εσύ ήσουνα από τότε μέσα στο παιγνίδι. Γι' αυτό και δε μετάνιωσες ποτέ. Και δε φοβήθηκες, ούτε έμεινες ποτέ πραγματικά μόνη. Εγώ, δίπλα στο Γιώργο, έμαθα στα σοβαρά τι σημαίνει μοναξιά. Αδιέξοδη μοναξιά…»

Ήθελα να της πω ότι με έχει πάλι εξιδανικεύσει. Όπως και τότε. Αλλά άκουσα τη φωνή του Χριστόφορου που γύρισε απ' το φροντιστήριο, και σκέφτηκα πως τώρα θα βγαίνανε κι οι δυο έξω και θα 'μενε στη μέση η κουβέντα με τη Στέλλα. Ήθελα να τους προλάβω, αλλά δεν ήξερα και τι να κάνω.

«Στέλλα!» άκουσα τη φωνή του Σαλβατόρε. «Πάμε με το Χριστόφορο να πάρουμε τίποτα για φαγητό. Πού έχεις τα κλειδιά του αυτοκινήτου; Α, εντάξει τα βρήκα», κι άκουσα μετά την πόρτα να κλείνει πίσω τους. Η Στέλλα δεν είχε κουνηθεί απ' τη θέση της.

«Όταν έμαθα ότι είσαι έγκυος, δεν ξέρω γιατί, ήμουνα σίγουρη πως το παιδί ήταν του Κώστα…»

Τινάχτηκα απ' τη θέση μου.

«Πώς σου ήρθε τώρα αυτό;»

«Όταν γύρισα στην Ελλάδα ένιωθα ν' ασφυκτιώ. Μου φαινότανε αφόρητη η ζωή που έκανα, όλα οργανωμένα, ρυθμισμένα και με το Γιώργο να συνεχίζει να βάζει τους κανόνες. Τότε μου έγινε έμμονη ιδέα ο Κώστας. Νόμιζα πως μόνον αυτός θα μ' έβγαζε απ' αυτό το τέλμα, μόνον κοντά του θα δικαιωνότανε τα χρόνια μου που ένιωθα ότι τα είχα πετάξει στα σκουπίδια. Εσένα, ένιωθα να σε μισώ τότε. Να σε ζηλεύω και να σε μισώ. Ήταν αβάσταχτο… Εντάξει, ευτυχώς τη γλίτωσα. Μου περιγράψανε, όμως, μ' ένα κατεβατό ακατανόητες λέξεις το παθολογικό υπόστρωμα εκείνης της απόπειρας αυτοκτονίας. Μου είπαν, μάλιστα, ότι το σύμπτωμα θα μπορούσε να είχε εκδηλωθεί στην εφηβεία μου, με απρόβλεπτες μάλιστα συνέπειες. Δεν ξέρεις πώς μου φάνηκε όταν το άκουσα. Έλεγα, τι παραπάνω δηλαδή θα πάθαινα; Με το Γιώργο δεν ήμουνα καλά. Σχεδόν απ' την αρχή του γάμου μας…»

«Στέλλα, αφού ήσουνα τόσο δυστυχισμένη, γιατί δε χώριζες;»

«Δεν ξέρω… Φοβόμουνα… Μην με κοιτάς έτσι. Εγώ δεν έμαθα ποτέ να ζω μόνη μου. Ούτε να το διεκδικώ εξάλλου. Ο Γιώργος είχε κυριαρχήσει στη ζωή μου. Όλα απ' αυτόν ξεκινούσαν και σ' αυτόν έμοιαζε να τελειώνουν, κι αυτή η αίσθηση έγινε πιο έντονη τώρα τελευταία… Μετά το θάνατο του Κώστα, εννοώ... Δεν ξέρω δηλαδή αν θα μπορούσα πια να ζήσω χωρίς αυτόν. Νομίζω πως δε θα 'ξερα τι να την κάνω την ζωή μου…»

«Φοβάσαι ακόμα ότι σε παρακολουθεί; Αυτά που μου έλεγες για την έρευνά του…»

«Εγώ έτσι νομίζω. Αλλά αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ. Πάντως τώρα φεύγω. Φεύγω μαζί του. Θα πάει με εκπαιδευτική άδεια στην Γαλλία. Εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω εκεί. Θα δούμε. Μπορεί να ξαναγίνω είκοσι χρονών… Μπορεί να τη γλιτώσω ή να πέσω πιο βαθιά στην τρύπα. Δεν ξέρω…» Γέλασε πνιχτά. «Εκείνο που ξέρω πάντως, είναι ότι αυτήν την κηδεία δε θέλω να την ζήσω…»

«Ποια κηδεία;»

«Την δικιά μας. Το πώς θα ξεμπλέξει αυτή η ιστορία. Το τι θα βγάλει… Αυτό προκάλεσε την υποτροπή. Τουλάχιστον έτσι λέει ο γιατρός και ίσαμε να βρω γιατρό που να μου πει κάτι άλλο, θα συνεχίσω να φοβάμαι. Μόνον να φοβάμαι…»

«Τι φοβάσαι; Τι μπορεί να βγάλει πια αυτή η ιστορία;»

«Δε θέλω να την παρακολουθήσω σου λέω! Θα φύγω για να την ξεχάσω κι αυτήν…» Είχε σηκωθεί όρθια. «Φεύγω. Δε θέλω να δω το Σαλβατόρε. Ούτε τα μαύρα μάτια του γιου σου…»

«Στέλλα!»

«Όταν γυρίσω… Αν γυρίσω… Σε κανένα χρόνο, δηλαδή. Τότε θα τα πούμε πάλι».

Τα τελευταία λόγια τα έλεγε ενώ ήταν ήδη στην πόρτα. Κι εγώ δεν έκανα καμιά προσπάθεια να την κρατήσω, έφευγε πάλι κι εγώ δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω παρά να εύχομαι πως θα τα καταφέρει αυτή τη φορά. Χωρίς εμάς. Με τη δική μας ιστορία ήθελε πια να κλείσει, αυτό μου είπε, γι' αυτό έφευγε, γι' αυτό μ' αποχαιρέτησε.

Όταν γύρισε ο Σαλβατόρε και δεν τη βρήκε, μου είπε πάλι ότι καταλαβαίνει. Το ήξερε, μου είπε, ότι δε θα την εύρισκε γι' αυτό έφυγε, για να την αφήσει να φύγει κι εκείνη.

«Ήταν λάθος μου που την κάλεσα», είπε. «Αλλά νομίζω ότι τελικά εκείνη ήρθε για σένα. Εσένα ήθελε ν' αποχαιρετήσει κι εγώ απλώς την διευκόλυνα να βρει αφορμή».

«Είχα αρχίσει να την ζωγραφίζω. Μετά από την συζήτηση που κάναμε στο σπίτι της, άρχισα να την ζωγραφίζω. Δεν προχωράω, όμως. Μου ξεφεύγει. Επάνω που νομίζω ότι έχω την εικόνα, χάνεται, αλλοιώνεται. Σαλβατόρε, λες να τα καταφέρει ή φεύγει πάλι άδικα;»

Μίλαγα, όμως, μόνη μου πια, ο Σαλβατόρε με το Χριστόφορο ήταν στην κουζίνα κι έκαναν φασαρία σερβίροντας στα πιάτα τα φαγητά που είχαν αγοράσει. Έκλεισα τα μάτια κι έγειρα το κεφάλι πίσω, στην πλάτη της καρέκλας μου.

«Εμείς οι σχοινοβάτες», σκεφτόμουνα. «Στα τελευταία νούμερα πριν από το γκραν φινάλε».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου