Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Καταστήματα ασφαλείας...




"[Δ]ίκαιο είναι ένας κατάδικος να υποφέρει σωματικά περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους[...] Δύσκολα η ποινή διαχωρίζεται από ένα συμπλήρωμα σωματικού πόνου. Τι νόημα θα είχε μια τιμωρία εξω-σωματική;» Μισέλ Φουκώ, (1989: 26)

Στο πλαίσιο των παραδοσιακών μελετών περί ποινής μπορούμε να μιλήσουμε για δύο κυρίαρχες παραδόσεις: μια φιλοσοφική, η οποία απαντά στο ερώτημα «τι είναι ορθό;» με όρους νομιμότητας μάλλον παρά αποτελεσματικότητας της ποινής και μια ποινολογική, η οποία απαντά στο ερώτημα «τι λειτουργεί;». (Garland, 1991: 115 κε). Οι δύο αυτές παραδόσεις αντιστοιχούν, grosso modo, στις κλασικές και τις θετικιστικές αντιλήψεις περί ποινής αντίστοιχα. Γέννημα του Διαφωτισμού οι πρώτες, και ειδικότερα της σκέψης των Μοντεσκιέ, Μπεκκαρία, Χόουαρντ, Μπένθαμ,  θεμελιώνονται στην ιδέα ενός ανθρωπιστικού και ορθολογικού ποινικού συστήματος, το οποίο να επιτρέπει την δίκαιη τιμωρία του κρινόμενου ως ενόχου εγκληματικής ενέργειας, διαμέσου της αναλογίας βαρύτητας εγκλήματος και βαρύτητας ποινής. Το ευρύτερο φιλοσοφικό περιεχόμενο του Διαφωτισμού επηρέασε τόσο το ζήτημα των νομικών εγγυήσεων υπέρ του εγκληματία, όσο και το είδος και τους τρόπους έκτισης της ποινής. Οι θετικιστικές αντιλήψεις, αντίθετα, εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στον εγκληματία, αντιμετωπίζουν την ποινή ως μέσο για την αναμόρφωση του εγκληματία εκκινώντας από την υπόθεση ότι «οι εγκληματίες αντιπροσωπεύουν ένα ιδιαίτερο σύνολο σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος […] Εφόσον γίνουν γνωστές οι ιδιαίτερες σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος που χαρακτηρίζουν τους εγκληματίες, η εγκληματική συμπεριφορά είναι δυνατό να προβλεφθεί και να ελεγχθεί και οι εγκληματίες να βελτιωθούν» (Michalowski, 1977: 31). Σύμφωνα δε με τον κυρίαρχο λόγο περί ποινικών πρακτικών, η εξέλιξη των τιμωρητικών συστημάτων συναρτάται με τις μεταβολές των αντιλήψεων περί εγκλήματος και εγκληματία που παράγει η επιστημονική μελέτη του εγκλήματος.
Εάν επιχειρήσουμε να συναρτήσουμε τις λειτουργίες της φυλακής ως μείζονος ή μάλλον ηγεμονικού τιμωρητικού θεσμού, με τα παραπάνω μάλλον θα βρεθούμε απέναντι σε ένα αδιέξοδο ή στην ανάγκη να κατασκευάσουμε επιχειρήματα έχοντας επίγνωση ότι κι αυτά θα ηττηθούν κατά κράτος αντιπαρατιθέμενα στην πραγματικότητα της φυλακής.

Γέννημα του νομικού διαφωτισμού, η φυλακή εμφανίστηκε ως ο κατεξοχήν ανθρωπιστικός και ορθολογικός τρόπος τιμωρίας, καθώς επέτρεπε τον ακριβοδίκαιο υπολογισμό της ποινής ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος και δεν αχρήστευε την υλική υπόσταση του παραβάτη των κανόνων πλήττοντας το σώμα του: αντικείμενο του ποινικού μηχανισμού καθίσταται η ψυχή, το πνεύμα του εγκληματία. Σταθερό στοιχείο, ωστόσο, τόσο κατά τις περιόδους της ηγεμονίας της φυλακής όσο και κατά τις περιόδους που ο εγκλεισμός υποχωρούσε έναντι άλλων τιμωρητικών πρακτικών, είναι οι κριτικές οι οποίες εμφανίστηκαν ταυτόχρονα με τη γέννησή της και την συνοδεύουν σε όλη την ιστορία της. Λέει ο Φουκώ: «Η υιοθέτηση της ποινής του εγκλεισμού δεν είναι απλώς πρόσφατη, είναι και αινιγματική. Την ίδια στιγμή που σχεδιαζόταν η εφαρμογή της, αποτελούσε αντικείμενο της πιο βίαιης κριτικής. Μιας κριτικής που στηριζόταν σε θεμελιώδεις αρχές, γινόταν όμως επίσης με βάση τις δυσλειτουργίες που ήταν δυνατόν να επιφέρει ο εγκλεισμός στο ποινικό σύστημα και γενικότερα στην κοινωνία» (Φουκώ, 1989: 73). Παρόλα αυτά, και πέρα από τις προθέσεις των εμπνευστών της, που δεν εισηγήθηκαν τον εγκλεισμό ως γενικευμένη ή μείζονα ποινή, η φυλακή απέκτησε ηγεμονικό ρόλο στον χώρο των τιμωρητικών πρακτικών, όπως αναδεικνύει και το γεγονός ότι στο καθημερινό ιδίωμα οι όροι φυλακή και ποινή χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι. Έστω, λοιπόν, και με περιστασιακές κρίσεις νομιμοποίησης, η φυλακή επιδεικνύει μια εξαιρετική αντοχή στο χρόνο, επιβιώνοντας μέσα από επιδερμικές μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε κατά τις τελευταίες δεκαετίες να διανύουμε μια ακόμα περίοδο μεγάλου εγκλεισμού, καθώς καταγράφονται σε παγκόσμιο επίπεδο δραματικά ανοδικοί δείκτες φυλάκισης.  
Το αίνιγμα της φυλακής: Πώς είναι δυνατόν να διατηρείται και να ευημερεί ένας θεσμός, ο οποίος ουδέποτε κατάφερε να επιτελέσει τις λειτουργίες που διατείνεται η θεωρητική του θεμελίωση (έλεγχο του εγκλήματος, αναμόρφωση του εγκληματία), όπως, άλλωστε, παραδέχονται και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του; Ιστορικές και κοινωνιολογικές μελέτες των τιμωρητικών συστημάτων καταδεικνύουν ότι η επινόηση της φυλακής δεν είναι το αποτέλεσμα μιας ανθρωπιστικής ευαισθησίας, ούτε απλά ένα μέσο για τον έλεγχο του εγκλήματος που παρήγαγε η εξέλιξη των αντιλήψεων περί εγκληματία και ποινής. Αναλύοντας διάφορες οπτικές της σχέσης ανάμεσα στη φυλακή και την κοινωνική-πολιτισμική δομή, οι μελέτες αυτές αναφέρονται σε εμφανείς ή λανθάνουσες λειτουργίες του κυρίαρχου τιμωρητικού θεσμού, οι οποίες τείνουν να ερμηνεύσουν το, εκ πρώτης όψεως, παράδοξο γεγονός της μακροβιότητας της φυλακής και της μη επινόησης εναλλακτικών ποινικών μορφών με ανάλογη αντοχή στο χρόνο. Όμως, ο πλούτος αυτός και η πολυπλοκότητα των επιστημονικών στοχασμών και των φιλοσοφικών τους προϋποθέσεων απομειώνεται διαμέσου «αδιαμφισβήτητων» παραδοχών και οριοθετήσεων που παράγει ένας «εργαλειακός» επιστημονικός λόγος, ο οποίος συντελεί στο να αναπαριστάται ως δεδομένο και αυτονόητο ένα ολόκληρο πλέγμα αποφάνσεων περί παρανομίας και ποινής (Κουκουτσάκη, 2006:14).  Για παράδειγμα, η οικονομική κρίση των μέσων της 10ετίας του ’70, δεν αποτελεί απλώς παράγοντα για αύξηση της εγκληματικότητας και, κατ’ επέκταση, του ποινικού πληθυσμού όπως την εμφανίζει ένας κυρίαρχος λόγος αλλά, κυρίως, προκαλεί πολλαπλές αναταράξεις και επιβάλλει την ανάγκη να επανεγκαθιδρυθεί η ισορροπία και να αποκατασταθεί η εικόνα μιας ενοποιημένης, συναινετικής κοινωνίας. Ενόψει αυτής της ανάγκης, η εγκληματικότητα τόσο σε επίπεδο αναπαραστάσεων, όσο και σε επίπεδο διαχείρισης, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Έτσι, η οικονομική κρίση και τα αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας συνδυάζονται με ανοδικούς δείκτες φυλάκισης οι οποίοι εμφανίζουν πρωτοφανή αύξηση. Το έργο της νομιμοποίησης αυτών των πολιτικών το αναλαμβάνει και η ίδια η Εγκληματολογία με την αναβίωση των πιο συντηρητικών της τάσεων, οι οποίες βασίζονται για μια ακόμα φορά στην αντίληψη περί ιδιαιτερότητας του εγκληματία. Επανέρχονται, λοιπόν, στο προσκήνιο αντιλήψεις περί γενετικής κατωτερότητας του εγκληματία, η οποία  συχνά συνδυάζεται και με τη φυλετική του προέλευση. Παράλληλα, αναπτύσσεται και μια άλλη τάση, η οποία δεν εστιάζει πλέον στον ίδιο τον εγκληματία, θεωρώντας την  ύπαρξή του περίπου ως φυσικό φαινόμενο  αλλά στις διαδικασίες θυματοποίησης του πληθυσμού από την ύπαρξη του εγκλήματος (Melossi, 2009). Η ειδοποιός διαφορά είναι δε ότι αναβαθμίζεται ο ρόλος του θύματος, το οποίο αναπαριστάται πλέον όχι ως κάποιος ατυχής πολίτης που έπεσε θύμα εγκληματικής ενέργειας αλλά ως συλλογικό υποκείμενο, η θυματοποίηση αναπαριστάται ως η εν δυνάμει συνθήκη στην οποία μπορεί να βρεθεί ο καθένας  εάν δεν ληφθούν μέτρα κατά του εγκλήματος και εξουδετέρωσης όχι μόνον των εγκληματιών αλλά και των εν δυνάμει εγκληματικών [οι άξονες, δηλαδή, των τεχνολογιών της μηδενικής ανοχής]. 
Σε ένα παρόμοιο περιβάλλον, λοιπόν, μοιάζει σχεδόν αυτονόητο το γεγονός ότι η φυλακή καλείται να αναλάβει αυτόν τον ρόλο αχρήστευσης του ποινικού πληθυσμού [του καταγεγραμμένου ή εν δυνάμει εγκληματικού σύμπαντος] και εμφανίζεται ως εντελώς παράταιρος ή άσκοπος ο λόγος περί κοινωνικής επανένταξης σε δομές κοινωνικού αποκλεισμού, οι οποίες παράγουν και αναπαράγουν τον συνήθη ποινικό πληθυσμό. Με δυο λόγια, η νομιμοποίηση της φυλακής/αποθήκης με μείζον αίτημα αυτό του να πληροί τις προϋποθέσεις ασφάλειας, πέραν και ανεξάρτητα οποιασδήποτε άλλης λειτουργίας της. Κατ΄ επέκταση και η αναπαράσταση του ποινικού πληθυσμού είναι αντίστοιχη: Στη φυλακή είναι οι επικίνδυνοι εγκληματίες και όποιος είναι στη φυλακή είναι επικίνδυνος. Η ιδέα, λοιπόν, της κοινωνικής άμυνας θα πρέπει να υλοποιείται όχι διαμέσου της αναμόρφωσης και της κοινωνικής επανένταξης, αλλά διαμέσου της εξουδετέρωσης με κάθε μέσο του εγκληματικού σύμπαντος. Ο εγκληματίας δεν θεωρείται περιστασιακά κακός που μπορεί να αναμορφωθεί, αλλά κοινωνικά επικίνδυνος που πρέπει να εξουδετερωθεί. 
 Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ακόμα και ο λόγος περί δεινών συνθηκών διαβίωσης των κρατούμενων στις  υπερκορεσμένες φυλακές εκβάλλει σε προτάσεις για αύξηση του φυλακτικού προσωπικού και όχι του, λεγόμενου, προσωπικού μεταχείρισης. Υπάρχει δε ένα "σκληρό" ποσοτικό δεδομένο το οποίο καταδεικνύει την λειτουργική αποστολή της φυλακής με βάση την οργανωτική δομή της: η αναλογία μεταξύ προσωπικού φύλαξης και του εξειδικευμένου προσωπικού, του λεγόμενου και προσωπικό "μεταχείρισης", κατ' επέκταση και πόσοι κρατούμενοι αντιστοιχούν σε κάθε μονάδα από τις παραπάνω κατηγορίες. Η τεράστια αριθμητική υπεροχή του προσωπικού φύλαξης σε συνδυασμό με την ένδεια [αν όχι και ανυπαρξία] του προσωπικού μεταχείρισης υποδεικνύει με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο τον πραγματικό σκοπό τον οποίο υπηρετεί η οργανωτική δόμηση της φυλακής: οι αριθμοί είναι αδιάψευστος μάρτυρας του ρόλου της φυλακής, ο οποίος είναι ακριβώς να φυλάσσει τους κρατούμενους που η ποινή έχει απομακρύνει από την κοινωνία διαμέσου μιας οργανωτικής δομής καθαρά τιμωρητικού και πειθαρχικού χαρακτήρα. Από την άλλη μεριά, η συγκεκριμένη οργανωτική δομή προσδιορίζει και οριοθετεί το έργο του εξειδικευμένου προσωπικού σε κατά βάση διεκπεραιωτικούς ρόλους, καθιστώντας τους έτσι μέρος του πειθαρχικού μηχανισμού τον οποίον υπηρετούν δια δράσεων ή παραλείψεων απολύτως νομιμοποιημένων εντός αυτού που ορίζεται ως κανονικότητα της φυλακής.[1]

Ύψιστη ασφάλεια

Η αρχιτεκτονική ιδέα αυτών των τάσεων, είναι η φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπως κι αν ταξινομείται στο επίσημο γλωσσάρι των σωφρονιστικών καταστημάτων. Μια φυλακή ικανή να προλαβαίνει τις εξεγέρσεις ή τις αποδράσεις, με μια αρχιτεκτονική και οργανωτική δομή τέτοια που να της επιτρέπει να μετατρέπεται εύκολα σε χαράκωμα.  Αλλά η γλώσσα του χώρου, σε πολιτικούς όρους, σημαίνει άμεση καταστροφή, όχι αναγκαία βίαιη, κάθε αντίστασης από μέρους των κρατουμένων που μπορεί να θεωρηθούν «προβληματικοί». Έτσι το αρχιτεκτονικό σχέδιο γίνεται πολιτικό σχέδιο, στο βαθμό που υπηρετεί τις ανάγκες επίβλεψης και επιβολής της πειθαρχίας στον ποινικό πληθυσμό. Και στην υλοποίησή του συμβάλλει η τεχνολογική εξέλιξη των μεθόδων επιτήρησης: το πανοπτικό σύστημα εξασφαλίζεται όχι με τη διάταξη των χώρων σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό σχέδιο του Bentham, αλλά με τη χρήση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων (Pavarini M., 1978,  Reebs, W., 1988) ενώ και η ίδια η ιδέα του πανοπτισμού ως τεχνική επιτήρησης που δεν απαιτεί την φυσική παρουσία του φορέα της πειθαρχικής εξουσίας, όλο και πιο συχνά υποχωρεί μπροστά «στην ανάγκη» στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες όχι απλώς θα επιβάλλουν την τάξη αλλά, κυρίως, θα παράσχουν τον «φοβισμένο πληθυσμό» την φαντασμαγορική εικόνα της επιβολής της τάξης, με κάθε μέσο, σε βάρος κάθε δικαιώματος που ο ίδιος ο νόμος αναγνωρίζει στους κρατούμενους.

Ας είμαστε, λοιπόν, ειλικρινείς κι ας παραδεχτούμε ότι το παρόν και το μέλλον της φυλακής  είναι η οργανωτική δομή μιας φυλακής/αποθήκης και συνάμα χαρακώματος κι ας υπερασπίσει, όποιος το επιθυμεί, αυτή τη λειτουργία της ως μοναδική πραγματική λειτουργία του ηγεμονικού τιμωρητικού θεσμού. Ας την υπερασπιστεί με τόση πίστη που να μην έχει ανάγκη από συγκυριακούς λόγους [αποδράσεις κρατουμένων κλπ] για να νομιμοποιήσει μεταρρυθμίσεις απονομιμοποίησης της ιδέας του κρατούμενου/φορέα δικαιωμάτων τα οποία δεν ακυρώνει η στερητική της ελευθερίας ποινή.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Garland, D. (1991), “Sociological perspectives on punishment”, στο Crime and Justice, 14
Goffman, Ε. (1961/1994), Άσυλα, Αθήνα: Ευρύαλος, μετ. Ξ. Κομνηνός
Melossi, D. (1999), ‘Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία’, στο Α..Κουκουτσάκη (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον
Michalowski, R. (1997), “Perspective and Paradigm: Structuring Criminological Thought”, στο Meier, R. (επιμ.), Theory in Criminology: Contemporary Views, Beverly Hills: Sage
Pavarini Massimo (1978), “«Concentrazione» e «Diffusione» del penitenziario. La tesi di Rusche e Kirkheimer e la nuova strategia del controllo sociale in Italia” στο La Questione Criminale, 4,
Reebs, W. (1988) Φυλακές και Αρχιτεκτονική. Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης, Αθήνα: Εκδόσεις Αμηχανία
Κουκουτσάκη, Α. (2006) Εισαγωγή στο Εικόνες Φυλακής, Αθήνα: Πατάκης
 Φουκώ, Μ. (1976/1989), Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππας, μετ. Κ. Χατζηδήμου, Ι. Ράλλη




[1] Λέει ο Goffman στα Άσυλα [Ευρύαλος Αθήνα 1994: 86 κ.ε.], ότι η μοναδικότητα του ανθρώπου ως υλικού εργασίας εκπορεύεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος θεωρείται αυτοσκοπός και όχι μέσο για την επίτευξη κάποιου στόχου. Άρα θα πρέπει να γίνει σεβαστή αυτή η ανθρώπινη ιδιότητα του υλικού εργασίας διαμέσου ανθρωπιστικών προτύπων μεταχείρισης, ενώ η τήρηση των ανθρωπιστικών προτύπων αποτελεί μέρος της ευθύνης του ιδρύματος και, εξ υποθέσεως, είναι ένα από τα πράγματα τα οποία εγγυάται το ίδρυμα σε αντάλλαγμα της στέρησης της ελευθερίας. Η σύγκρουση μεταξύ ανθρωπιστικών προτύπων και ιδεατών στόχων του ολοπαγούς ιδρύματος [κυρίως εκεί όπου ο εγκλεισμός είναι ακούσιος] έγκειται και στο ότι η διασφάλιση κάποιων προτύπων, μπορεί να απαιτήσει τη θυσία κάποιων άλλων (απαγορεύσεις αυτονόητων για τους έξω παροχών, δέσιμο χεριών, καθήλωση…). Και σε άλλο σημείο [σ. 95]: «τα προνόμια και οι τιμωρίες που το προσωπικό απονέμει είναι συχνά διατυπωμένα σε μια γλώσσα που αντικατοπτρίζει τους νομιμοποιημένους, αντικειμενικούς στόχους του ιδρύματος». Ενώ: «το ερμηνευτικό σύστημα του ολοπαγούς ιδρύματος μπαίνει αυτόματα σε λειτουργία από τη στιγμή που εισέρχεται ο τρόφιμος, εφόσον το προσωπικό έχει την αντίληψη ότι η εισδοχή αποτελεί αυταπόδεικτη μαρτυρία ότι κάποιος ανήκει στην κατηγορία προσώπων που αποτελούν το λόγο ύπαρξης του ιδρύματος» (ό.π. σ. 94), στην προκείμενη περίπτωση εγκληματίες




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου