Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

για την ταινία της Κωνσταντίνας Βούλγαρη, "Συγχαρητήρια στους αισιόδοξους;"



[η συμμετοχή μου στην παρουσίαση της ταινίας, σήμερα στις 8 στην Αναξαγόρα 3-5]
Δεν θα επιχειρήσω μια συνολική ανάλυση της ταινίας αλλά θα σταθώ κυρίως σε δύο σημεία τα οποία θα ονομάσω συμβατικά: Το ανέφικτο της δίκαιης δίκης και Ο επισκέπτης απ’ την επίφοβη κοινωνία.
Ωστόσο δεν μπορώ να μην καταθέσω προηγουμένως, πολύ σύντομα, δυο σκέψεις γι’ αυτήν ταινία και κυρίως το γεγονός ότι, πέρα από τις πρώτες εξαιρετικά θετικές εντυπώσεις, κατάλαβα στη συνέχεια ότι δούλευε μέσα μου, έτσι ώστε να με καθοδηγήσει,  σχεδόν χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, στα δύο σημεία στα οποία θα σταθώ ειδικότερα.
Με δυο λόγια, αυτό το λιτό φιλμικό κείμενο αποκαλύπτεται σιγά-σιγά, σχεδόν σαν αναβράζον δισκίο που, όταν το ρίχνεις στο ποτήρι με το υλικό της πραγματικότητας την οποία αναπαριστά, το βλέπεις ν’ αναδύεται και ν’ απλώνεται η δύναμή του.  
Και νομίζω ότι εκεί κτυπά η καρδιά αυτής της ταινίας.
Εκεί που δεν εκβιάζει συναισθήματα αλλά προκαλεί συνειρμούς. Δεν σε εγκλωβίζει σε ετοιμοπαράδοτα σχήματα αλλά σε πάει παρακάτω. Ένα μικρό παράδειγμα από τη δική μου ανάγνωση του φιλμικού κειμένου της ΚΒ, είναι οι επιφανειακά ατελέσφορες κι ατέλειωτες διαδρομές της Ηλέκτρας, σε χώρους,  συνθήκες, ανθρώπους, σχέσεις. Διαδρομές που, σε δεύτερο χρόνο, θα τις συναρθρώσεις με Λόγους περί χώρων, συνθηκών, ανθρώπων, σχέσεων και θ’ αποκτήσουν έτσι και νόημα και στόχο. Το βασικό; Θ’ αποκτήσουν νόημα και στόχο μέσα από το δικό σου φίλτρο και όχι μ’ ένα διδακτικό τρόπο που να εισηγείται αδιαμφισβήτητα πλέγματα νοημάτων, μ’ έναν τρόπο που θα σε στριμώξει σε μια διαδρομή ως εάν αυτή να ήταν η  μοναδική ως αυτονόητα έγκυρη.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να μην προδώσω αυτό το ύφος της ταινίας, θα ξεκινήσω από το  σημείο τη παρέμβασής μου που ονόμασα Το ανέφικτο της δίκαιης δίκης.

Λέει ο ολλανδός νομικός Louk Hulsman, περιγράφοντας παραστατικά αυτή τη συνθήκη στο έργο του  Άστοχες ποινές: «Όπως ακριβώς ένας χάρτης δεν είναι το έδαφος, έτσι και μια προβληματική κατάσταση είναι πάντοτε κατασκευασμένη – και αναγκαστικά αποδυναμωμένη – όταν αντιμετωπίζεται από κάποιο θεσμό, ένα οργανισμό ή ένα πρόσωπο. Έπεται ότι η εγκυρότητα της εν λόγω κατασκευής μπορεί να αμφισβητηθεί κάθε στιγμή».
Με δυο λόγια, όταν μια κατάσταση ή ένα γεγονός μεταφέρεται από τον πραγματικό του χώρο στο χώρο της θεσμικής του διαχείρισης, η πραγματικότητά του ανακατασκευάζεται, ενδύεται καινούργια νοήματα, υφίσταται συνεχείς συμβολικές ανασυντάξεις.
Έτσι και η ποινική διαδικασία, ως παράδειγμα, δεν είναι μια ποινική αριθμητική η οποία θα συνδυάσει τα δεδομένα με βάση ένα ορθολογικό μοντέλο και θα τα διασταυρώσει μηχανικά με τους ποινικούς κανόνες και τις αρχές του δικαίου, ώστε να προκύψει  μια ποινή η οποία, στο πλαίσιο του ισχύοντος δικαιακού  συστήματος, να θεωρείται δίκαιη.
Η ποινική διαδικασία προϋποθέτει υποκείμενα τα οποία θα εκφέρουν κρίσεις, τουτέστιν θα ερμηνεύσουν τόσο τον νόμο όσο και το συγκεκριμένο περιστατικό που εκδικάζεται, στριμώχνοντάς το στους προσδιορισμούς της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος, του βαθμού υπαιτιότητας ή/και επικινδυνότητας του δράστη, ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις κοκ. 
Η ερμηνεία, λοιπόν, αποτελεί συστατικό στοιχείο της νομικής διαδικασίας και ως τέτοιο συνιστά πολύ περισσότερο έκφραση των ηθικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτισμικών προδιαθέσεων των φορέων της παρά προϊόν ενός ουδέτερου χώρου που αντανακλά καθαρούς κανόνες δικαίου.
Κατά συνέπεια, μια επίσης σημαντική συνιστώσα της ποινικής διαδικασίας είναι η διαμόρφωση των φορέων της, των υποκειμένων διαμέσου των οποίων απονέμεται δικαιοσύνη, στο πλαίσιο του ευρύτερου πολιτισμικού περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσονται, στις επιδράσεις του οποίου κάθε άλλο παρά ανοσία αναπτύσσουν.
Αν δεχτούμε ότι αυτό ισχύει σε όλες τις δίκες, πόσο μάλλον σε μια δίκη σαν αυτή στην οποία αναφέρεται το έργο, όπου τα κίνητρα είναι πολιτικά, δηλαδή κάτι που σχεδόν δεν εμπεριέχεται καν στον νοηματικό χώρο της ποινικής διαδικασίας.
Με δυο λόγια, η δικαστική διαδικασία δεν είναι μηχάνημα στο οποίο ρίχνεις κέρμα και βγαίνει απόφαση.
Μ’ αυτή την εισαγωγή θέλω να πω ότι μία δίκη σαν αυτή στην οποία αναφέρεται η ταινία, ήταν μια εμβληματική περίπτωση των παραπάνω καθώς, αναπόδραστα, η διαδικασία προχωράει σε δυο παράλληλες διαδρομές, οι λόγοι κατήγορων και κατηγορούμενου δεν μπορούν να διασταυρωθούν κι αυτό είναι η απολύτως φυσική συνέπεια του ρήγματος που τους χώριζε: η πολιτική αιτιολόγηση της πράξης  διαρρηγνύει εξ ορισμού τις κατασκευές «πρότερος έντιμος βίας», «χαρακτήρας κινήτρων», «προσωπικότητα δράστη», όλες τις κατασκευές κατευνασμού του φόβου απέναντι στην εικαζόμενη επικινδυνότητα του κατηγορούμενου, η οποία δεν αφορά μόνον αυτό που έκανε [την πράξη] αλλά, κυρίως, αυτό το οποίο «είναι», η κατηγορία επικινδυνότητας στην οποία θα ταξινομηθεί, στην προκείμενη περίπτωση τρομοκράτης.
Ταυτόχρονα, η «δήλωση μεταμέλειας», ως εξ ορισμού ανέφικτο να αποσπασθεί, αναδεικνύει σ’ όλο του το μέγεθος τον τεχνικό /τυπικό χαρακτήρα της διαδικασίας, την αδυναμία να επιτευχθεί η αιτούμενη συναίνεση, το ανυπόστατο με δυο λόγια της δίκαιης ποινής.
Το πολύ ενδιαφέρον λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο στην ταινία της ΚΒ είναι ότι δεν επιχείρησε να «απο-νομιμοποιήσει» την διαδικασία μέσα από έναν ρητό, εμφανή και κραυγαλέο  καταγγελτικό λόγο. 
Δεν επιχείρησε καν να αντιπαραθέσει αυτές τις δυο «εκδοχές της αλήθειας», αναπαριστώντας τη δομή της δίκης και  όλο αυτό που συντελέστηκε στη δικαστική αίθουσα και το οποίο είναι δομικά προορισμένο να συρρικνώνεται και να υποκύπτει στην ισχύ των πραγματικών και συμβολικών αποτελεσμάτων που παράγει στο κοινωνικό πεδίο η επιβληθείσα ποινή
Δεν ξέρουμε καν για πόσες μέρες συμβάδισαν παράλληλα οι λόγοι κατήγορων και κατηγορούμενου.
Μάθαμε κάποια στιγμή την ποινή, δηλαδή αυτό που παρήχθη ως η θεσμική αλήθεια της συγκεκριμένης υπόθεσης, την επικύρωση της μοναδικής «αλήθειας» με την οποία έκλεισε η ποινική διαδικασία. Δεν μας ξάφνιασε, αυτή θα ήταν η ποινή, αυτή είναι η ποινή και η λιτή αναφορά στην διαδικασία κατά τη γνώμη μου υπονομεύει τον μύθο της δίκαιης ποινής με πολύ πιο ισχυρό τρόπο από ό, τι ώρες καταγγελτικού λόγου.  


Ο επισκέπτης απ’ την επίφοβη κοινωνία

Την απομόνωση του παραβάτη των νόμων σε περίκλειστους χώρους συνήθως την διαβάζουμε ως απομάκρυνση από την κοινωνία ενός επίφοβου άλλου προκειμένου να αποκατασταθεί η αίσθηση ασφάλειας του κοινωνικού σώματος.
Το σημείο του επισκεπτηρίου της Ηλέκτρας όμως στη φυλακή επικοινωνεί ένα άλλο κρίσιμο σημείο της πραγματικότητας του εγκλεισμού, το οποίο μας διαφεύγει συνήθως: το σημείο δηλαδή όπου επίφοβος δεν είναι πλέον ο παραβάτης αλλά ο επισκέπτης που έρχεται από την ελεύθερη κοινωνία με κίνδυνο να διαταράξει την κανονικότητα της απομόνωσης του εγκλείστου. 
Κάτι δηλαδή που είναι από τα κορυφαία στοιχεία της επιχειρηματολογίας η οποία  καταρρίπτει τον μύθο της κοινωνικής επανένταξης στην οποία υποτίθεται ότι τείνει η ποινή του εγκλεισμού και τις αναμορφωτικές φλυαρίες.
Παράλληλα, αναπαριστά την συνθήκη στερήσεων που δεν θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί ότι θα υφίστατο αλλά για τις οποίες υπάρχουν ανελαστικά αιτιολογικά. Η Ηλέκτρα, για παράδειγμα, ετοιμάζει την τούρτα για τα γενέθλια του συντρόφου της και δείχνει να θεωρεί αυτονόητο ότι θα φτάσει στα χέρια του. Του προσφέρει ένα βιβλίο και όταν έρχεται αντιμέτωπη με την αντίδραση του φύλακα, λέει «ένα βιβλίο είναι» γιατί αυτό της φαίνεται αυτονόητα αρκετό ως απάντηση σ’ αυτή την αντίδραση.  Ο σύντροφός της όμως, όχι ως υποτακτικός αλλά ως εξοικειωμένος με τη ρουτίνα και τα αιτιολογικά των στερήσεων, της απαντά, «άστον, τη δουλειά του κάνει».
Έχουν προηγηθεί οι σκηνές που αναπαριστούν την ρουτίνα επίσης της "υποδοχής" του επισκέπτη, της εισόδου από τον επίφοβο έξω κόσμο στον ελεγχόμενο, άρα προστατευμένο, του ιδρύματος και αυτό το αντιλαμβάνεται ο επισκέπτης από τη στιγμή που μπαίνει στην ουρά για περάσει από τους προβλεπόμενους ελέγχους. 
Παρακολουθώντας λοιπόν  αυτές τις σκηνές, ανακάλεσα δικές μου εμπειρίες που είχα καταγράψει κάποτε και τις μεταφέρω συνοπτικά.
Η εμπειρία είναι από συγκεκριμένη γυναικεία φυλακή, την οποία δεν έχει νόημα να κατονομάσω γιατί δεν αποτελεί εξαίρεση της ρουτίνας των επισκεπτηρίων, κατά συνέπεια δεν αναδεικνύει κάτι ιδιαίτερο ή πρωτόγνωρο.
Μια πρόχειρη κατηγοριοποίηση των επισκεπτών θα μπορούσε να είναι στους παλιούς και τους καινούργιους.
Όσο "παλιώνει" ο επισκέπτης, το προσωπικό που διαχειρίζεται την ρουτίνα της εισόδου ενίοτε μπορεί και να απευθυνθεί σ' αυτόν με το μικρό του όνομα ή και, διαρκούντος του ελέγχου, να εκτυλιχτεί μια ολιγόλεπτη συνομιλία που να αφορά προσωπικά ζητήματα. Ο έλεγχος όμως δεν χαλαρώνει ποτέ, δεν παρακάμπτεται κανένα από τα στάδιά του, αυτό που αξιώνεται ο παλιός είναι να μην σπάσει τα μούτρα του στο τζάμι μιας κι έχει ήδη εκπαιδευτεί, μέσα από πολλαπλές ασκήσεις υπακοής, να μην αγνοεί τα όρια και τους φραγμούς, να υπακούει σχεδόν μηχανικά. Κάποιες φορές μάλιστα, οι παλιοί καθοδηγούν, διευκολύνουν χαμηλόφωνα ή με νεύματα τον "καινούργιο" να περνάει από τη μια θέση τους συνεχούς της ελεγχόμενης εισόδου στην επόμενη.
Οι μισές εντολές: Ο "καινούργιος", ο νεοσύλλεκτους στις ασκήσεις υπακοής, αγνοεί την ρουτίνα, τις άτυπες ή θεσπισμένες απαγορεύσεις και οι μισές εντολές τον αφήνουν, από την πρώτη στιγμή, έκθετο στο ενδεχόμενη επίπληξης  ή και προσβλητικού σχολίου.
"Κλείστε το κινητό σας".
Το κλείνει και συνεχίζει να το κρατάει στα χέρια ή, ακόμα χειρότερα, το ρίχνει στην τσέπη ή την τσάντα του.
"Πού πάτε; Αφήστε εδώ το κινητό σας!".
"Προχωρείστε!" -πού;-
"Αφήστε τα πράγματά σας στο μηχάνημα" -αφήνει τα πράγματα που κρατάει και πάει να απομακρυνθεί-,
"Το πράγματά σας όλα. Και το πανωφόρι σας"-επιστρέφει κι αφήνει και το πανωφόρι ...
Επαναλαμβάνω ότι αναφέρομαι στην ρουτίνα και όχι σε απρέπειες [προσβλητική οικειότητα, επιπλήξεις χωρίς αντικείμενο, λεκτική βία] που θα μπορούσε να αποδώσει κανείς στον "κακό χαρακτήρα" συγκεκριμένων προσώπων.
Απαγορεύσεις. Ο "καινούργιος", φεύγοντας, θα βρει και θα παραλάβει εκείνα από τα πράγματα που έφερε στον κρατούμενο, τα οποία κρίθηκαν επικίνδυνα ή εντάσσονται στην [συνήθως ασαφή και πάντως άγνωστη στον καινούργιο] κατηγορία των απαγορευμένων.
Απαγορεύσεις που μοιάζουν ολότελα παράλογες στον ανεκπαίδευτο επισκέπτη και τις οποίες ο παλιός έχει ήδη φυσικοποιήσει -παπλώματα, κουβέρτες με ρέλι, φρούτα, γλυκά, καρικευμένα [δηλαδή, εύγευστα] φαγητά...
Η επίσημη αιτιολογία είναι η πρόληψη μεταφοράς ναρκωτικών στη φυλακή, ακατανόητη ακόμα στον καινούργιο ο οποίος έχει ήδη περάσει, μαζί με τις σακούλες του, από μηχάνημα ανίχνευσης ναρκωτικών.
Μετά θα αρχίσει κι αυτός να μην φέρνει από τα απαγορευμένα, να αποκαλεί τον ανιχνευτή "αέρα" και να δέχεται την ριπή ως μέρος της κανονικότητας του επισκετηρίου, ανεξάρτητα αιτιολογικών, πειθήνιος επισκέπτης που πέρασε επιτυχώς τις δοκιμασίες υπακοής και έχει μάθει να μετακινεί αυτόματα τον εαυτό του από την μια θέση στην άλλη του συνεχούς των ελέγχων. 
Για την ακρίβεια, έχει μάθει να μην βλέπει καν την πειθαρχική μηχανή, να μετράει απλώς τον χρόνο που τον χωρίζει απ' το επισκεπτήριο. 
Ούτως ή άλλως, αυτή η ρουτίνα είναι κάτι που αποδιοργανώνει τη σχέση του κρατούμενου με τον έξω κόσμο: Ο έξω κόσμος συνεχίζει να είναι επίφοβος για την ομαλή λειτουργία της φυλακής και ο εκπρόσωπός του μόνον ως υποτακτικός μπορεί να αξιωθεί την είσοδο στον περίκλειστο χώρο, έκθετος ανά πάσα στιγμή σε κάποια λάθος κίνηση και την επαπειλούμενη αντίδραση που θα υπογραμμίσει την υποδεέστερη θέση του και την απόσταση που πρέπει να κρατάει από τον έγκλειστο.
Στην ταινία αναπαριστάται ένα, λεγόμενο, ανοικτό επισκεπτήριο, δηλαδή χωρίς  το τζάμι που αποκλείει και με μηχανικό τρόπο την σωματική επικοινωνία.
Ωστόσο, η σχετική σκηνή αναπαριστά μ’ ένα εκπληκτικό, κατά τη γνώμη μου, τρόπο  αυτές τις απαγορεύσεις, με αποκορύφωμα την απαγορευμένη σωματική επαφή ως εσωτερικευμένη ήδη απαγόρευση:  βλέμματα που κραυγάζουν την επιθυμία της επαφής ενόσω τα σώματα είναι μακριά, μια θάλασσα λέξεων πίσω από τις αμήχανες σιωπές, έντονα συναισθήματα που καταστέλλει ο φόβος της έκθεσης σε ένα ανοίκειο, εχθρικό περιβάλλον και το αγκάλιασμα του αποχαιρετισμού, αυτό το «τόσο μόνο» για να ξεγελάσεις την αχόρταγη πείνα.
Κι αμέσως μετά η Ηλέκτρα, καθισμένη σ’ ένα παγκάκι έξω από τη φυλακή, λειώνει στα δάκτυλά της την τούρτα γενεθλίων, σαν την ψευδαίσθηση της γλύκας  μιας συνάντησης που έλειωσε η ρουτίνα του επισκεπτηρίου. 
Χωρίς ένα δάκρυ γιατί τα δάκρυα είναι γι’ αυτούς που δεν ξέρουν ή και δεν θέλουν να ξέρουν. Η Ηλέκτρα όμως ξέρει
Και η ζωή συνεχίζεται εκτός των τειχών.
Πώς;
Η κοινωνική κουζίνα των τελευταίων σκηνών  και ο ξέφρενος χορός της Ηλέκτρας εισηγείται αλλά δεν επιβάλλει απαντήσεις σ’ αυτό το πώς.
Ή, τουλάχιστον, έτσι το διάβασα εγώ, που με τρομάζει πάντα ο εγκλωβισμός στις βεβαιότητες  για την αυτονόητη εγκυρότητα των απαντήσεων που επιβάλλονται και στην εκτός των τειχών ελεύθερη κοινωνία





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου