Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Η βία των μεγάλων ταξιδιών στη χώρα του πουθενά



[συμπλήρωμα υπό μια έννοια του: Ο φόβος πάνω απ' την πόλη, http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2011/05/blog-post.html, δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ της 22/5/2011, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=617983]

Προκειμένου να μιλήσουμε για τη βία δεν μπορούμε να την απομονώσουμε από τα συμφραζόμενα στα οποία εκδηλώνεται, διότι είναι άκρως απλουστευτικό να προσεγγίζουμε τη βία, την εγκληματικότητα και τις μορφές ελέγχου τους ως υπερβατικές κατηγορίες υπερ-ιστορικού τύπου στις οποίες αλλάζει απλώς η μορφολογία ή οι στόχοι. Εάν λοιπόν και το μεταναστευτικό ζήτημα είναι για μια ακόμα φορά εκρηκτικά παρόν στο δημόσιο λόγο για τη βία, είναι επίσης απλουστευτική τόσο η εξίσωση μετανάστευση = αύξηση εγκληματικότητας στις χώρες υποδοχής όσο, από την άλλη μεριά, και η επίκληση παραδειγμάτων όπως αυτό που εμφανίζεται όλο και πιο συχνά και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης των ελλήνων μεταναστών στις χώρες υποδοχής σε προγενέστερες περιόδους μεταναστευτικών κυμάτων. Με δυο λόγια, η σύγχρονη «εποποιία επικινδυνότητας» που βάζει τους μετανάστες στην πρώτη γραμμή συσκοτίζει ένα μείζον χαρακτηριστικό των μεγάλων ταξιδιών της εποχής μας, το οποίο καθορίζει –σωστότερα, περιορίζει- το είδος και τη δυναμική των απαντήσεων στα προβλήματα που δημιουργούνται: τον άναρχο κι απρογραμμάτιστο χαρακτήρα τους, τον οφειλόμενο σε φτώχεια, πολέμους ή άλλες κρίσεις στις χώρες προέλευσης και όχι σε ανάγκες για εργατικό δυναμικό και αντίστοιχους σχεδιασμούς στις χώρες υποδοχής. Κι απ’ τη στιγμή που οι συνεχείς εισροές και μετακινήσεις δεν απαντάνε σε κάποιο υποτυπώδη έστω οικονομικό ή κοινωνικό σχεδιασμό, η αύξηση των μεταναστευτικών πληθυσμών συναρθρώνεται με πολλαπλούς φόβους που παίρνουν είτε τη μορφή του φόβου του εγκλήματος είτε την, λιγότερο εμφανή, μορφή της κατάληψης ζωτικού [και μειούμενου] κοινωνικού χώρου - με αυτό δεν θέλω να αμφισβητήσω ότι το φόβος του εγκλήματος έχει μια πραγματική βάση αλλά να σημειώσω ότι πρόκειται αν όχι μόνον για την κορυφή πάντως για μέρος μόνον του παγόβουνου. Οι έλεγχοι, από την άλλη μεριά, πριν και πέρα από οτιδήποτε άλλο τείνουν να αποκαταστήσουν μια αίσθηση ασφάλειας ή, σωστότερα, να επιδιορθώσουν την διαρρηγμένη αίσθηση ασφάλειας καθώς όλο και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες βλέπουν τις τύχες τους στην κόψη του ξυραφιού, έρμαιο μιας οικονομικής διαδικασίας η οποία δεν τους εξασφαλίζει άλλο από την ανασφάλεια.  Καθώς δε ο έλεγχος των μεταναστευτικών πληθυσμών δεν μπορεί να περιορισθεί σε τοπικό επίπεδο γιατί αφορά κατά κύριο λόγο το ζήτημα της μετακίνησής τους, η Ευρώπη καλείται να παίξει τον ρόλο του υπερτοπικού χωροφύλακα με πρόταγμα την ασφάλεια. Απ' την άλλη μεριά, καθώς αυτές οι διαδικασίες μετακίνησης είναι απροσχεδίαστες, δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε η εξέλιξη, ούτε η έκτασή τους. Αυτονόητο, λοιπόν, είναι ότι και οι μετακινήσεις τους δεν μπορεί να είναι ούτε νόμιμες ούτε ελεγχόμενος, κατά συνέπεια όταν μιλάμε για έλεγχο μιλάμε εκ των πραγμάτων για καταστολή. Η τρωτότητα δε και η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την ατομική και κοινωνική ταυτότητα των μεταναστευτικών πληθυσμών τους καθιστά ιδανικούς να αντιμετωπίσουν μεταχείριση εν δυνάμει εγκληματία. Δεν είναι να απορεί, λοιπόν, κανείς αν τα περίφημα "κέντρα υποδοχής" μεταναστών μοιάζουν με ποικιλοτρόπως με φυλακές, περίφρακτοι αποθηκευτικοί χώροι αθρόας και ακούσιας διαβίωσης του ανθρώπινου "υλικού" που καταλήγει εκεί, χωρίς ούτε καν την "πολυτέλεια" της έκτισης μιας ποινής με προσδιορισμένο χρόνο λήξης.
Απρόσκλητοι κι ανεπιθύμητοι πληθυσμοί, στοιβαγμένοι σε περίκλειστους χώρους, όπου η χωροθεσία και η δομή τους συγκροτεί την υλική εκδοχή της κοινωνικής καραντίνας και παγιώνει την αντίληψη ότι η μετανάστευση δεν αφορά πρόσωπα, πολύ λιγότερο δεν αφορά πολίτες, αλλά μια επιδημία που εξαπλώνεται απ' την μια χώρα στην άλλη.  Να αναρωτηθούμε πού πήγαν οι συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές που επιτάσσουν ο άνθρωπος να είναι αυτοσκοπός και να μην αποτελεί μέσο για την άσκηση πολιτικών;  Μα εάν τούτοι οι ταξιδιώτες δεν αρχίσουν να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι, με όλο το φορτίο των δικαιωμάτων που τους αντιστοιχεί, μονότονα θα σχολιάζουμε πάλι τα αποτελέσματα της μάχης ακόμα και όταν η μάχη θα έχει πια κριθεί.






το δέρμα μου τον μάιο /people are strange


Ένα κείμενο του Τάκη Χαλδαίου από το ιστολόγιό του paperback writer

http://takischaldaios.wordpress.com/2011/05/22/142/

Το τραγούδι των Doors περιλαμβάνεται στην ανάρτηση

μια κυριακή σε συναυλία. στην επικαιρότητα ο στρος καν. ένας τύπος, γενιά πολυτεχνείου, αναλύει την παγκόσμια συνομωσία των εβραίων φτύνοντας ούζο και χτυπώντας το χέρι δυνατά στο ξύλο. αηδιάζω. μου έρχεται εμετός. ο στρος καν. οι εβραίοι. οι μετανάστες. η εγκληματικότητα. οι σύντροφοι οι παλιοί που έρχονται απ’ τα ξερονήσια και τα προτείνουν σε άλλους τραγουδώντας, οι βάρδοι, τα σύμβολα της επανάστασης. αλλαγή φρουράς. οι σύντροφοι που παλιά τρώγαμε ξύλο μαζί για το ρούσσο, και καλά κάναμε, στην ηρώδου αττικού. τώρα “καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται”, δεν έχει άλλο να πούμε. τα βιβλία που διαβάζαμε κωλόχαρτα για προσάναμα τώρα που ακρίβηνε το πετρέλαιο. ποιος μαρξ και πουλαντζάς και γκεβάρα και πράσινα άλογα… τώρα πράσινη ανάπτυξη και “λογική” και οικονομία. οικονομία εγώ δεν ξέρω. λίγο κέυνς διάβασα μ’ ένα φίλο αλλά κι ο τζον προσάναμα τώρα. κι όλα στο δίκτυο. χιλιάδες αναρτήσεις. θυμός. τα τσογλάνια οι αναρχοαυτόνομοι, ο σύριζα που κρύβεται από πίσω τους, αυτοί είναι οι υπεύθυνοι για την κατάντια. φασίστες; όχι μωρέ. στο κέντρο της αθήνας ο κόσμος που προσεγγίζει την χρυσή αυγή έχει τα δίκια του ε; μη χέσω. οι σύντροφοι. σύντροφοι σε τι; η ιστορία; κωλόχαρτα κι εκείνα τα βιβλία. πως κι έγιναν ναζί οι γερμανοί; γεννήθηκαν; όχι, είχαν κι εκείνοι τα δίκια τους μήπως; ο πάγκαλος. οι μπάτσοι που αναμασάνε ιστορίες της χούντας σαράντα χρόνια μετά, εκεί η ιστορία μεταδίδεται. το μνημόνιο. η μόνη λύση. είμαι ηλίθιος μάλλον αλλά ποια λύση ρωτάω; λύθηκε κάτι; δεν έχει μείνει τίποτα. υπερβολικός ο όργουελ; τι; υπάρχει κάτι; ξέρει κανείς πια πως συντελέστηκε οποιαδήποτε αλλαγή για καλό σ’ αυτόν τον πλανήτη; πως έγιναν άραγε οι επαναστάσεις; έχετε δει φέις κοντρόλ και έλεγχο στοιχείων από απόσπασμα “πολιτών” στην δεριγνύ; μην ανησυχείτε. όλα καλά. υπάρχει κράτος παληκάρια της πένας. υπάρχει προστασία. δεν θα μας την πάρουν την αθήνα. θα την κρατήσουμε δικιά μας για να την κάνουμε σαν τα μούτρα μας. θα βολευτούμε ξανά. θα γλείψουμε ξανά κώλους και θα εξαργυρώσουμε τα επαναστατικά μας νιάτα. είχαμε καλούς δασκάλους άλλωστε, πολλούς απ’ τη γενιά του 60. πως το έλεγε ο σύμβουλος για την επίλυση του μεταναστευτικού, “εμείς του 60 οι εκδρομείς”, κάπως έτσι, εκδρομείς. θα χωθούμε στα τακτοποιημένα μας σπιτάκια ξανά, θα κάνουμε σεξ μια δυο φορές την βδομάδα μετά τον πρετεντέρη ειδικά που λειτουργεί και σαν τζάμπα βιάγκρα και θα πεθάνουμε έχοντας φτύσει ότι ψυχή είχαμε ποτέ. έτσι, ντάουνλοντ το ντάουν ρε μάγκες. εκχωρήστε δικαιώματα. και τι έγινε δηλαδή να λέει κανείς πως γουστάρει να είναι ναζί, να ξυλοκοπάει εβραίους, μαύρους και πακιστανούς, να τους κάψει με βενζίνη, μια χαρά, ελευθερία του λόγου δεν έχουμε; όχι βία αδέλφια, κυρίως αυτό. μην χτυπήσει κανένας. υπάρχει αστυνομία, έννομη τάξη. τι πάει να πει είναι φασίστες κι αυτοί; άνθρωποι είναι, ότι θέλουν πιστεύουν, άλλο τι πιστεύω άλλο η δουλειά. α και το άλλο. μην ξεχνάμε. για όλα φταίει η παγκοσμιοποίηση. παλιά υπήρχαν σχέσεις, χωριά. κρεμάγανε τα κομμένα κεφάλια ανταρτών για παραδειγματισμό των συγγενών, βέβαια και υπήρχαν σχέσεις. είχανε τον τρελό του χωριού να παίζουν τα παιδάκια. όλα τα χωριά. τέλεια ρε γαμώτο αλλά ήρθε η πουτάνα η παγκοσμιοποίηση και τα χάλασε όλα αυτά. άκου να μην μπορώ να κακοποιώ όποιον θέλω μες στο σπίτι μου, άκου να μην μπορώ να φτύνω τον κωφάλαλο στο δρόμο, να μην μπορώ να τον βαφτίζω “αούα” αλλά να πρέπει, λέει, να τον λέω κωφό. να μου χαλάνε το χωριό μου το κωσταλέξι, αίσχος. ναι μωρέ, στα φίφτις όλα τέλεια ήταν. υπήρχαν οικογενειακοί δεσμοί, σχέσεις. κι είχαμε πολλά νησιά. πάντα στην ελλάδα. για όλα τα γούστα. για τουρίστες ακριβούς, για τουρίστες φτηνούς, για δικούς μας που δεν καταλάβαιναν το μεγαλείο της πατρίδας. όλα καλά ήταν. και εμφύλιο και χούντα. ε ρε γλέντια. ανθρώπινα δικαιώματα; παγκόσμια αναγνωρισμένα; αυτά είναι μαλακίες. να μην μπορούμε να φοράμε μαντήλες στις γυναίκες μας; να μην μπορούμε να κόβουμε κλειτορίδες; να διαρρήξουμε εντελώς τις ανθρώπινες σχέσεις; τι θέλετε; να αγαπάμε τους τούρκους που μας είχαν σκλάβους τετρακόσια χρόνια; να μην διατηρήσουμε την πολιτισμική μας ταυτότητα; να μην κάνουμε πόλεμο κάθε χρόνο με τις ρουκέτες μας το πάσχα; ίσα ρε τσιράκια της παγκοσμιοποίησης. ν’ ακούμε την εβραία την άρεντ να λέει ότι κάθε άνθρωπος έχει τα ανθρώπινα δικαιώματα αξιωματικά; όχι κυρία μου, τεκμηρίωσέ μας το, εδώ υπάρχουν επιστήμες όχι μαλακίες.
η ζωή είναι ωραία. η ζωή μυρίζει κιόλας. οι άνθρωποι είναι ωραίοι, οι άνθρωποι μυρίζουν κιόλας. άλλοτε όμορφα άλλοτε άσχημα. αξίζει να παλεύει κανείς για τη ζωή, για τον άνθρωπο; προσωπικά απαντάει ότι θέλει ο καθένας. αξίζει να παλεύω για το δικαίωμα του πακιστανού να ερωτευτεί την κόρη σου (μου, αν είχα); προσωπικά πάλι απαντάει κανείς. ότι και ν’ απαντήσει ίσως έρθει η στιγμή που θα χρειαστεί να το υπερασπιστεί. αξίζει να σε γαμάει κάθε μέρα το όποιο αφεντικό; απάντησε προσωπικά πάλι. αξίζει να κολυμπάς στον μικρόκοσμό σου; αξίζει να ξεχάσεις τις ανάγκες σου σαν άνθρωπος στα -άντα; αξίζεις το θάνατο της τηλεόρασης; αξίζει να τρως για να ξεχάσεις; αξίζει να βαφτίζεις θλιβερές συνευρέσεις όπου μιλάς για λεφτά σπίτια και βολέματα “καλές παρέες”; αξίζει; ποιος λέει τι αξίζει; ο καθένας για τον εαυτό του. αλλά το υποστηρίζει;
για το μαλακισμένο υποκείμενο που γράφει δεν αξίζει ούτε να με κοροϊδεύουν στα μούτρα καθημερινά ούτε να φορτώνομαι ενοχές για τις αξίες της οικογένειας και των “ανθρώπινων σχέσεων” που μου φόρεσαν καπέλο οι στρεβλοί πρόγονοι ούτε να χέζομαι στο δρόμο μη με βαρέσει κανας φασίστας ούτε να κάνω δημόσιες σχέσεις ούτε να ακολουθώ λογικές που λένε “το μη χείρον βέλτιστον”. στο κάτω κάτω παίζει να μην πεθάνω ποτέ; δεν παίζει, όλοι κουφάλες θα πεθάνουμε. άρα τι σκατά φοβόμαστε; τι κρυβόμαστε; ελπίζουμε; απλά; χωρίς δράση; χωρίς ενέργεια καμιά;
τι αξίζει; αξίζει αυτό που λέει η πίνα. “χορέψτε γιατί αλλιώς χανόμαστε”. αξίζει ο δρόμος. αξίζει ο έρωτας. αξίζει να παλεύεις για το κάθε μικρό ανθρώπινο δικαίωμα μέχρι τελικής πτώσης. αξίζει το σινεμά. αξίζουν οι φίλοι που τα λένε ξεκάθαρα και βαθιά. αξίζει η ψυχραιμία αλλά και η δράση όταν χρειάζεται. αξίζει η επικοινωνία. κι άλλα κι άλλα.
αξίζει να μη μας αλέσει μια μηχανή του κιμά… ναι, αυτό θα ήθελα να μπορεί να πει ο γιος μου για μένα. ότι δεν είμαι κιμάς. δεν είμαι κιμάς. ή είμαι; μπερδεύεσαι κι εύκολα. βοηθάνε όλα.
στη νύχτα είμαστε και κυλιόμαστε. έγραφε ο ζαραμάγκου στο “περί τυφλότητας” για όλα αυτά. η κακή ανθρώπινη πλευρά θα την βρει την τρύπα για να εμφανιστεί ακόμα κι όταν είναι όλοι τυφλοί. πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα σκεφτεί την εκμετάλλευση μες στην κατάσταση και πάντα κάποιος που θα σκεφτεί τη ζωή και τον δίπλα του. οι υπόλοιποι παίρνουν θέση ή παθητικά ακολουθώντας ή υποστηρίζοντας με πράξη τις επιλογές τους. δεν τα λέω εγώ. τα λένε άλλοι, στα βιβλία που θα κάνουμε προσάναμα που γράφω παραπάνω.
decision is all there is





Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Ο φόβος πάνω απ’ την πόλη…

http://www.aixmi.gr/index.php/fovos-panw-apothn-polh/

Στο σημείωμα αυτό θα επιχειρήσω να αντιστρέψω κάποια από τα ζητήματα της ρητορικής του φόβου που κυριαρχεί στο δημόσιο χώρο και συνοψίζει με όρους αστυνομικής ιστορίας μια βίαιη πραγματικότητα η οποία, όμως, υπερβαίνει κατά πολύ την εγκληματικότητα, τους δράστες και τα θύματά της. 
Μακριά από μένα η πρόθεση συμψηφισμών αλλά, αν θα πρέπει να σταθώ σ’ αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου, θα ξεκινήσω σημειώνοντας  ότι η βία, όπως κι άλλα θέματα του δημόσιου βίου, δεν έχει ένα δικό της, αυτονόητο, νόημα το οποίο να αποκλείει εξ ορισμού άλλες νοηματοδοτήσεις.  Για παράδειγμα, η βία των οικονομικών όρων η οποία παίρνει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις και επηρεάζει ποικιλοτρόπως τον δημόσιο βία -κυρίως γιατί τούτη η κρίση μοιάζει να μην έχει τέλος-, δεν είναι δυνατόν να εξοβελιστεί από μια συζήτηση περί φόβου και συνολικής ανασφάλειας, έστω κι αν δεν εντάσσεται στις δεσπόζουσες εικόνες περί βίας που προϋποθέτουν δράση φυσικών προσώπων κι αναγνωρίσιμες τις φιγούρες δράστη και θύματος: ο φόβος εμπεριέχει αναπόδραστα και την προοπτική δραματικής επιδείνωσης των υλικών όρων ύπαρξης όλο και ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού. 
Στην μεταμνημονική ελληνική κοινωνία βλέπουμε πλέον απτά τα αποτελέσματα αλλά και τη δυναμική μιας διαδικασίας ο οποία εκτυλίσσεται δεκαετίες τώρα σε διεθνές επίπεδο, τουτέστιν της αποδυνάμωσης του κοινωνικού κράτους και της παράλληλης ενίσχυσης του λεγόμενου ποινικού κράτους: οι ομάδες οι οποίες αποτελούσαν ή έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο κοινωνικής πρόνοιας διοχετεύονται στους ποινικούς θεσμούς, οι οποίοι έτσι αφ’ ενός μεν αποτελούν το σιδερένιο χέρι στη διαχείριση της κρίσης και αφ’ ετέρου –σ’ ένα συμβολικό επίπεδο- υποδεικνύουν ποιο είναι το κόστος της μη συμμόρφωσης, τι πρέπει να δεχθείς ή να ανεχθείς  αν δεν θες να βρεθείς στην κατηγορία του παρία.  
Η διεθνής εμπειρία, παράλληλα, δείχνει τον ρόλο που έχει διαδραματίσει το μεταναστευτικό ζήτημα σε περιόδους κρίσης με τους μετανάστες να λειτουργούν ως «φοβο-συσσωρευτής». Καμιά πρωτοτυπία, λοιπόν, και στο γεγονός ότι και στην Ελλάδα, εδώ και χρόνια, το μεταναστευτικό ζήτημα έχει αναχθεί σε κυρίαρχο θέμα του δημόσιου λόγου περί βίας. Η ειδοποιός διαφορά, κατά τη γνώμη μου, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια είναι ότι πλέον Εμείς και οι Άλλοι μοιάζει να συναντιόμαστε ακριβώς στο σημείο στο οποίο ατσαλώνονται οι διαχωριστικές γραμμές: ασφυκτική συρρίκνωση του ζωτικού χώρου, για τους μεν ως βίωμα για τους δε ως προοπτική.  Έτσι από τη μια μεριά έχουμε τους μετανάστες, σε μεγάλα ποσοστά  απογυμνωμένους από την ίδια την ιδιότητα του πολίτη να βιώνουν συνθήκες απόλυτης ένδειας και κοινωνικής απαξίωσης και από την άλλη τους ντόπιους οι οποίοι βλέπουν στους εξαθλιωμένους μετανάστες το φάντασμα του δικού τους μέλλοντος. Από απ’ τη στιγμή δε που οι συνεχείς εισροές και μετακινήσεις πληθυσμών, σε αντίθεση με προγενέστερες και σχεδιασμένες μορφές μετανάστευσης, δεν απαντάνε σε κάποιο υποτυπώδη έστω οικονομικό ή κοινωνικό σχεδιασμό, οι μετανάστες πολύ εύκολα ορίζονται και αντιμετωπίζονται ως απόβλητα που κάποιοι αδειάσανε στην ήδη υποβαθμισμένη αυλή μας.  Κι έτσι η συνήθης χωροταξική κατανομή των νεοεισερχόμενων σε περιοχές με χαμηλό κόστος διαβίωσης –κάτι που συμβαίνει κάθε εποχή, σε κάθε χώρα-, δίνει την υλική εκδοχή της χωροταξίας του φόβου και ταξινομεί τους κατοίκους αυτών των περιοχών σε εν δυνάμει δράστες και θύματα.
Θα ήταν εντελώς εξωπραγματικό να υποστηρίξω ότι δεν υπάρχει εγκληματικότητα στους κόλπους των μεταναστών. Και, με τον κίνδυνο απλουστεύσεων, να την συναρτήσω με τον τιτάνιο άθλο να εξασφαλίσουν την βιολογική αλλά κοινωνική τους επιβίωση. Όμως λόγω της περιορισμένης έκτασης αυτού του σημειώματος, προκρίνω να αναφερθώ κυρίως στο σκοτεινό κομμάτι της εικόνας, στο ζήτημα της καταστολής που επικαλύπτει -ρητά πλέον και χωρίς ανάγκη άλλης νομιμοποίησης πλην της επίκλησης του  φόβου-, κάθε έννοια κοινωνικής πολιτικής, κάθε έννοια πολιτικής που θα στόχευε στις συνθήκες κοινωνικής αποδιοργάνωσης των τόπων όπου διαβιούν αυτοί οι «υπεράριθμοι», οι παρείσακτοι∙ στο φαντασμαγορικό θέαμα της βίας λοιπόν, που εκτυλίσσεται σχεδόν καθημερινά στη σκηνή των πόλεων στις οποίες εισρέουν μετανάστες, ως καταστολή αλλά και ως «πρόληψη» καθώς όσο μεγαλώνει το κύμα της εισροής τόσο αλλάζουν και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της καταστολής του: οι βίαιες πρακτικές δεν αποσιωπώνται, η ανάρμοστη εικόνα του «κυνηγημένου ζώου» δεν κρύβεται σαν να είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να λειτουργήσει, να κυκλοφορήσει η θέα του βασανισμένου σώματος, να πάει μακριά, να πάει να συναντήσει τους άλλους που ετοιμάζονται για το μεγάλο ταξίδι, να τους φοβίσει, να τους αποτρέψει από το να διαβούν αυτά τα σύνορα.
Ενόσω, λοιπόν,  διακυβεύεται αυτό που εμείς κατέχουμε [προς το παρόν τουλάχιστον] και που εκείνοι διεκδικούν, ο φόβος είναι μοιρασμένος. Ας σκεφτούμε όμως πόσες φορές επαληθεύεται το περίφημο θεώρημα του Thomas, ότι όταν ορίζεις μια κατάσταση σαν πραγματική, γίνεται πραγματική ως προς τα αποτελέσματά της