Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Γενική πληθυντικού: Των κρατουμένων

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μετάθεση του κέντρου βάρους στην άσκηση της τιμωρητικής εξουσίας από το υλικό σώμα στην άυλη ψυχή του καταδίκου κατά τον 18ο αιώνα -και λίγο αργότερα η γέννηση του νόθου παιδιού που πήρε το όνομα «σωφρονιστική μεταχείριση»-,  δεν σηματοδότησε το τέλος του πόνου, το υλικό σώμα δεν έπαψε να αποτελεί πεδίο πρόκλησης οδύνης σ’ όλη την ιστορία της φυλακής. Αν τα παραπάνω αφορούν τον κυρίαρχο τιμωρητικό θεσμό στο σύνολό του, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν επιχειρούμε να φωτίσουμε το σκοτεινό κομμάτι του, τους χώρους κράτησης γυναικών.  Πριν δύο χρόνια, οι γυναίκες κρατούμενες διεκδίκησαν ένα χώρο στο δημόσιο λόγο με αφορμή τις καταγγελίες τους για τους κολπικούς ελέγχους. Εμβληματική περίπτωση ο κολπικός έλεγχος, αποτελώντας την επιτομή του ελέγχου και της τιμωρίας του γυναικείου σώματος: σώμα γυμνό, ελέγξιμο, ταπεινωμένο, στόχος και συνάμα εργαλείο της τιμωρητικής εξουσίας. Εμβληματική περίπτωση και για τον επιπλέον λόγο ότι χρειάστηκε αυτό το τοπίο οδύνης για να μιλήσουμε για τις γυναικείες φυλακές. «Δεν είμαι η Κ.Γ. είμαι η Γκουλιώνη Κατερίνα, ΕΧΩ ΟΝΟΜΑ, ΑΥΤΗ ΕΙΜΑΙ κι έχω να πω πολλά», έγραφε η Κατερίνα Γκουλιώνη στο τελευταίο της γράμμα. Γυναίκες έγκλειστες. Έχουν όνομα, έχουν φωνή κι έχουν να πουν πολλά.

 
Γενική πληθυντικού: Των κρατουμένων

Συνήθως, μιλώντας για τον έγκλειστο πληθυσμό, χρησιμοποιούμε ασυνείδητα τον όρο «κρατούμενοι» αναπαράγοντας στο καθημερινό ιδίωμα την έμφυλη διάσταση των Λόγων περί φυλακής και κρατουμένων και την ανδροκεντρική δομή των ποινικών θεσμών. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Maureen Cain, τόσο ο επιστημονικός λόγος όσο και ο χώρος των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης θεμελιώνεται εξ ορισμού σε ανδροκεντρικά επιχειρήματα: γνώμονας παραμένει η ανδρική εγκληματικότητα και η θεσμική της διαχείριση και η γυναίκα ή το κορίτσι εγκληματίας αντιμετωπίζονται ως Άλλος, που υπάρχει μόνον στο βαθμό που διαφοροποιείται από τον άνδρα εγκληματία (Cain,  1990:2, “Towards Transgression: new directions in feminist criminology” στο International Journal of the Sociology of Law, τ. 18)
Αυτήν την εικόνα ενισχύει κυρίως το γεγονός της μικρής παρουσίας της γυναίκας στους τιμωρητικούς θεσμούς καθώς, με βάση τουλάχιστον τις επίσημες στατιστικές, προκύπτουν χαμηλά ποσοστά γυναικείας εγκληματικότητας, κατ’ επέκταση είναι επίσης χαμηλά τα ποσοστά συμμετοχής γυναικών στον ποινικό πληθυσμό.[1] Έτσι, η αντίληψη περί έμφυλης διάστασης της εγκληματικότητας και του ποινικού πληθυσμού αποκτά και θεσμική κατοχύρωση έτσι ώστε να αναπαράγει τον εαυτό της. Αντίστοιχα, η έμφυλη διάσταση της εγκληματικότητας και της ποινής προκύπτουν με κάθε σαφήνεια και στο πλαίσιο της εγκληματολογικής θεωρίας και έρευνας, η οποία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, από τις απαρχές της είναι εστιασμένη στην ανδρική εγκληματικότητα.
Αν, λοιπόν, θα πρέπει να αναζητήσουμε τον πυρήνα  της αντίληψης ότι το έγκλημα και η ποινή είναι ζητήματα συνυφασμένα κατεξοχήν με το ανδρικό γένος,  κατά έναν επιφανειακά παράδοξο τρόπο θα πρέπει να αναδείξουμε ένα χαρακτηριστικό των ποινικών πρακτικών το οποίο αφορά εξίσου άνδρες και γυναίκες εγκληματίες. Το γεγονός, δηλαδή, ότι τόσο η εγκληματικότητα –γυναικεία ή ανδρική-, όσο και οι αναπαραστάσεις της συναρτώνται άμεσα με τις ίδιες τις ποινικές πρακτικές και την επιλεκτικότητα που ιστορικά χαρακτηρίζει τους τιμωρητικούς θεσμούς. Στην προκείμενη περίπτωση μάλιστα εκπορεύεται από πατριαρχικές δομές που προϋποθέτουν ότι η διαπαιδαγώγηση των γυναικών εντός ενός εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου τις εντάσσει, ηθικά και συναισθηματικά, σε πιο «ήπιες» μορφές κοινωνικού ελέγχου, οικιακού τύπου:

«Η διαπαιδαγώγηση των γυναικών, με άλλα λόγια, δεν είναι τέτοια που να απαιτεί την άγρια τελική επεξεργασία τους στο πλαίσιο του δικαστηρίου και της φυλακής – εκτός βέβαια από αυτές τις (λίγες) γυναίκες που τοποθετούνται, ή τις τοποθετούν, καθαρά εκτός του εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου: πόρνες, τοξικομανείς, αυτές που ανήκουν σε αποκλεισμένες εθνικότητες, πολιτικά εξεγερμένες» [Melossi, 1998: xvii, "Introduction", στο Melossi D. (εισαγωγή- επιμέλεια), The Sociology of Punishment: Socio- Structural Perspectives, Aldershot: Ashgate]

Εάν, λοιπόν, στην ιστορία των τιμωρητικών θεσμών που προορίζονταν για τις γυναίκες μπορεί να δει να κυριαρχούν κατά περιόδους ιδρύματα τα οποία προσιδιάζουν σε αναμορφωτήρια, όπου η σωφρονιστική μεταχείριση συνίσταται στην εξοικείωση της γυναίκας με οικιακές εργασίες, προκειμένου να επιτευχθεί το maximum της αναμόρφωσης, ο συνήθης ποινικός πληθυσμός αποτελείται πλέον  στην μεγάλη πλειοψηφία του από εκείνες τις «άλλες» γυναίκες, των οποίων η ποινική μεταχείριση μόνον στο γράμμα του νόμου διαφοροποιείται από αυτή των ανδρών.
Αυτή είναι και η περίπτωση της Ελλάδας όπου, τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια, ενώ αυξάνει ο γυναικείος ποινικός πληθυσμός, η γυναίκα έγκλειστη παραμένει η «εξαιρετική περίπτωση» για την οποία δεν απαιτείται -στην πράξη- ιδιαίτερη ενασχόληση. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω την έλλειψη γυναικείων αγροτικών φυλακών, την ύπαρξη μιας και μοναδικής γυναικείας φυλακής στον Ελεώνα, στη μέση του πουθενά έξω από τη Θήβα[2] και γυναικεία τμήματα σε δύο ανδρικές φυλακές. Εξ ορισμού, λοιπόν, η γυναίκα κρατούμενη αποκόβεται από το οικογενειακό της περιβάλλον και ακυρώνονται οι επιδόσεις της στους διάφορους ρόλους που συγκροτούν την γυναικεία «κανονικότητα» με προεξάρχοντα αυτόν της μητέρας.  Παράλληλα, πλήθος καταγγελιών αναφέρονται σε πολλαπλές μορφές κακοποίησης του γυναικείου σώματος, από την έλλειψη εξειδικευμένης ιατρικής και υγειονομικής φροντίδας σε συνδυασμό με την καταχρηστική εφαρμογή μέτρων  που ταπεινώνουν τη γυναικεία υπόσταση, όπως ο κολπικός έλεγχος του οποίου η κατάργηση έχει εξαγγελθεί ως λόγος κενός περισσότερες από μια φορές.
Αν δούμε, λοιπόν, τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται κατά περιόδους το ζήτημα  των γυναικείων φυλακών στο δημόσιο λόγο, θα παρατηρήσουμε ότι αφορμή για αυτό δίνουν ακραίες  περιπτώσεις καταγγελιών ή συμβάντων όπως ο, κάτω από σκοτεινές συνθήκες, θάνατος της Κατερίνας Γκουλιώνη. Τότε, περιστασιακά, θυμάται η κοινωνία ότι ο έγκλειστος πληθυσμός συγκροτείται από άτομα και των δύο φύλων χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γυναίκα κρατούμενη παύει, ακόμα και τότε, να αποτελεί «παράρτημα»  του λόγου περί έγκλειστου πληθυσμού κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν όπου οι γυναικείες φυλακές αποτελούν παράρτημα ανδρικών και οι κρατούμενες παραμένουν τυχαία συστατικό μιας γενικής πληθυντικού, των κρατουμένων.

Από το αφιέρωμα
Γυναίκες κρατούμενες: Η έμφυλη χωροθέτηση και οργάνωση του σωφρονιστικού τοπίου [Η ΑΥΓΗ, Πέμπτη 17 Μαρτίου, Εντός Φύλου] http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=605386




[1] Με εξαίρεση τις περιόδους πολέμου, όταν τμήμα του ανδρικού πληθυσμού επιστρατεύεται και αλλάζουν οι αναλογίες με βάση το φύλο, η παρουσία της γυναίκας στον ποινικό πληθυσμό κυμαίνεται γύρω στο 5%. (Melossi, D, 2002: 207-208, Stato, Controllo Sociale, Devianza, Milano: Bruno Mondadori). Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, στοιχεία που προέρχονται από τις αστυνομικές στατιστικές (αφορούν υπόπτους και όχι δράστες εγκληματικών ενεργειών) δίνουν στις γυναίκες ένα μερίδιο 7% επί της συνολικής εγκληματικότητας το 1973 και 14% το 2003 [Κουράκης, Ν.  (επιμέλεια, προλεγόμενα), 2006: 15-16,
Έμφυλη Εγκληματικότητα. Ποινική και εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου, Αθήνα: Σάκκουλας]
 
[2] Οι φυλακές του Κορυδαλλού πέραν του ότι, θεωρητικά τουλάχιστον, είναι δικαστικές,  εδώ και χρόνια φέρονται υπό διάλυση

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Η «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΣΤΙΣ ΑΤΡΑΠΟΥΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΕΕΕ/ΔΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΙΣΠΕ ΣΕ ΔΡΟΜΟ ΟΛΙΣΘΗΡΟ


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ



Ενόψει του συνεδρίου «Κοινωνική Οικονομία, Απασχόληση, Κοινωνική Ενταξη», στις 9-11/3/2011, και καθώς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, τα «άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας», μένουν στην συντριπτική τους πλειονότητα «εκτός» (καθώς κάποιοι, οι συνήθεις «άλλοι», ενεργούν γι΄ αυτούς χωρίς αυτούς), μερικές παρατηρήσεις ως προς την μέχρι τώρα εμπειρία, τις διαδικασίες, καθώς και κάποιες διαφαινόμενες επιδιώξεις στο νέο «μνημονιακό» πλαίσιο εντός του οποίου και σε συνάρτηση με το οποίο όλα αυτά λαμβάνουν χώρα, έχουν σημασία, μεταξύ άλλων και ως ερεθίσματα για συζήτηση.
1. Υστερα από δέκα χρόνια από τότε που θεσμοθετήθηκαν  οι ΚΟΙΣΠΕ, ένας θεσμός πολλά υποσχόμενος (παρά τα εξαρχής γνωστά προβλήματα στην συγκρότηση και λειτουργία του) για την εργασιακή ένταξη των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας και με μεταρρυθμιστικό δυναμικό (καθώς η ίδρυση και λειτουργία τους είχε συνδεθεί με την υπέρβαση των ψυχιατρείων), το αποτέλεσμα ήταν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όχι απλώς κατώτερο των προσδοκιών, αλλά εν πολλοίς και σε αντίθετη κατεύθυνση από τις προσδοκίες.
Κατ΄ αρχήν, το ίδιο το νομοθέτημα που τους θεσμοθετούσε, αφαιρούσε εξ’ αρχής στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα από τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, δίνοντας εκ των προτέρων την διαχειριστική εξουσία στους καθ’ ύλην υγιείς.
Με ελάχιστη και περιστασιακή χρηματοδότηση, χωρίς σχεδιασμό και συνέχεια στις επιχειρηματικές τους δράσεις, με σχεδόν μηδαμινή δημιουργία θέσεων εργασίας για τους «άμεσα ενδιαφερόμενους» και ακόμα περισσότερο, εργασίας με κανονική αμοιβή, με έναν άκρως ετεροβαρή προσανατολισμό στην πρόσληψη (ή στην μετακίνηση) προσωπικού για την στελέχωση των διοικητικών/διαχειριστικών λειτουργιών τους, οι ΚΟΙΣΠΕ μετατράπηκαν σε όχημα προσωπικών φιλοδοξιών και «σχέσεων εξουσίας» εντός της εξουσίας και ουδόλως σε μέσο (εργαλείο) για τους «χρήστες» και από τους «χρήστες». Σε ένα απλό όνομα χωρίς υλικό αντίκρισμα. Αυτό είχε ως συνέπεια, ακόμα  και σε περιπτώσεις που υπήρχε μια παραδειγματική παράδοση στην εργασιακή ένταξη των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, η αποπνικτική γραφειοκρατική προσέγγιση των ομάδων και των εξουσιών που ελέγχουν τους ΚΟΙΣΠΕ να τείνει ν΄ ακυρώνει και αυτές τις παραδοσιακά πρωτοποριακές εμπειρίες.
Η ίδρυση και λειτουργία ΚΟΙΣΠΕ από τον λεγόμενο ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα δεν ξεπέρασε ποτέ το στόχο της απλής αναπαραγωγής της εκάστοτε ΜΚΟ ως παρουσίας στο χώρο της ψυχικής υγείας χωρίς, όπως και στον δημόσιο τομέα, να δημιουργεί όρους, προϋποθέσεις και πλαίσιο για νέες θέσεις εργασίας με κανονική αμοιβή - υπερβαίνοντας, δηλαδή, την αμειβόμενη εργοθεραπεία, στην οποία καταλήγουν να επανεγκλωβίζονται, τόσο στον δημόσιο, όσο και στο ιδιωτικό τομέα.
Επιπλέον, η μετατροπή τους σε νεόκοπους μηχανισμούς δημιουργίας και αναπαραγωγής θέσεων απασχόλησης για τους ποικίλους διαχειριστές των ΚΟΙΣΠΕ και των ΜΚΟ, εις βάρος των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, δημιουργεί ένα ζήτημα, πέρα από πολιτικής, και ηθικής τάξης.
Εν ολίγοις, η τύχη των ΚΟΙΣΠΕ ήταν όπως αυτή του «Ψυχαργώς» στο σύνολό του: ο νεο-ιδρυματισμός στο χώρο της (μη) εργασιακής ένταξης. Αντί για «κοινωνική οικονομία», νεο-ιδρυματική παρα-οικονομία και διαιωνιζόμενη ανεργία και κοινωνικός αποκλεισμός.
2. Και αντί να υπάρξει ένα σοβαρός προβληματισμός για το πώς πρακτικά θα μπορούσε ν΄ αντιστραφεί αυτή η κατάσταση, είμαστε μάρτυρες εδώ και ένα χρόνο μιας διαδικασίας πολυδάπανης (περί τις 200.000 ευρώ), υπό τον έλεγχο και την πρωτοκαθεδρία των εκπροσώπων των ΜΚΟ, προς ένα δευτεροβάθμιο όργανο, την Ομοσπονδία των ΚΟΙΣΠΕ. Οπως σχολίασαν κάποιοι (ουδόλως κακεντρεχείς), πόσο άραγε κοστίζει η σύνταξη ενός καταστατικού για μια Ομοσπονδία; Και πόσα από αυτά τα χρήματα πήγαν σε ενέργειες και δράσεις που θα δημιουργούσαν ένα δυναμικό ανάπτυξης, με ουσιαστικό και υλικό αντίκρισμα στους «άμεσα ενδιαφερόμενους», τα υπό εργασιακή, υποτίθεται, ένταξη άτομα με ψυχιατρική εμπειρία; ‘Η μήπως έχουμε ένα ακόμα παράδειγμα απορρόφησης από το ΕΣΠΑ στην εποχή του «μνημόνιου», όπου, καθώς κανένα έργο ουσιαστικής ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας (τη στιγμή που οι υπάρχουσες καταστρέφονται)  δεν είναι δυνατό, οι όποιες απορροφήσεις γίνονται για σκοπούς και με «τερματικούς σταθμούς» τελείως άσχετους με αυτούς, στο όνομα των οποίων εκταμιεύονται;
3. Περισσότερο, όμως, και από τα πλουσιοπάροχα ιδρυτικά κονδύλια της Ομοσπονδίας, αυτό που προβληματίζει είναι η σύνδεση και η προώθηση, διαμέσου του συνεδρίου, του νέου κατασκευάσματος της κυβέρνησης - εντολοδόχου του μνημονίου ΕΕ/ΔΝΤ για τις «Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις».
Το σχετικό νομοσχέδιο, που δεν έχει δοθεί ακόμα στη δημοσιότητα, προβλέπει αυτές τις ΚΟΙΝ.ΣΥΝ.ΕΠ. ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, στο όνομα της πολύπαθης «κοινωνικής οικονομίας», που πρακτικά και πέρα από τις όποιες προθέσεις, αποδείχτηκε ένα βολικό άλλοθι, με ιδεολογικές αποχρώσεις, για την υποκατάσταση του «δημόσιου» από ένα «ιδιωτικό» με ψευδοκοινωνικό μανδύα.
Όπως διαβάζουμε, ο ίδιος ο GAP έχει αναλάβει πρωτοβουλία γι΄ αυτό το νέο νομοθετικό κατασκεύασμα, που ως τέτοιο, στην εποχή της υποτελούς στους διεθνείς δανειστές διακυβέρνησης, που προβλέπει ότι καμιά νομοθετική πρωτοβουλία στην οικονομική σφαίρα (και όχι μόνο) δεν είναι δυνατή χωρίς να έχει επιβληθεί ή να έχει την έγκριση της τρόϊκας, θα είναι προφανώς ενταγμένο στους κατευθυντήριους άξονες αυτής της πολιτικής. Όπως ενδεικτικά αναφέρεται, «ο πρόεδρος θέλει ένα θεσμικό πλαίσιο ‘ανοικτό’ και όχι ‘καχεκτικό’»…που «να μην περιορίζεται μόνο σε ανέργους και ευπαθείς ομάδες».
Οι  ΚΟΙΣΠΕ, όμως, σε μιαν εποχή πολύ πριν από αυτή της οικονομικής κατάρρευσης, διόγκωσης της ανεργίας και πλήρους ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας, έγιναν ακριβώς για να διασφαλίσουν εργασία στα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία - ακριβώς αυτά που και σε εποχές οικονομικά καλλίτερες από αυτήν δεν έβρισκαν εργασία στην λεγόμενη «ελεύθερη αγορά». Παρόλο που πρόβλεπαν (και καλώς) την πρόσληψη και άλλων ατόμων, χωρίς ψυχιατρική εμπειρία, ωστόσο διασφάλιζαν την πρώτη ομάδα με συγκεκριμένο τρόπο. Ως πρόθεση, γιατί, όπως ξέρουμε, η πρόθεση αυτή έμεινε στα χαρτιά.
Τώρα, όμως, ανοίγει ο δρόμος για την (και) τυπική κατάργηση των ΚΟΙΣΠΕ, καθώς «οι υφιστάμενες ΜΚΟ, τα σωματεία, αλλά και οι ΚΟΙΣΠΕ μπορούν να μετασχηματιστούν σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση». Επομένως, μπαίνουν σε αμφισβήτηση και οι όποιες δικλείδες, από νομοθετική άποψη τουλάχιστον, που διασφάλιζαν την πρόσληψη ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία.
Είναι προφανές ότι, πέρα από την πιθανολογούμενη ως πιο αποτελεσματική απορρόφηση κάποιων διατιθέμενων κονδυλίων, ο σκοπός αυτών των ΚΟΙΝ.ΣΥΝ.ΕΠ. είναι η χρησιμοποίηση πάμφθηνης εργασίας (στα όρια του απλού χαρτζιλικιού) από ένα διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ανέργων και εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων. Ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κανείς για την λεγόμενη «κοινωνική οικονομία», ποιος πραγματικά πιστεύει ότι αυτή η «κοινωνική οικονομία», που ως παρωδία εισήλθε σ΄ αυτή τη χώρα την προηγούμενη περίοδο, θα ανθίσει, και μάλιστα με το τρόπο που σερβίρεται, στην εποχή του μνημονιακού ζόφου;
Για το ζήτημα των ΚΟΙΝ.ΣΥΝ.ΕΠ. θα χρειαστεί προφανώς να επανέλθουμε. Όπως επίσης και αν και όταν διαπιστωθεί (πράγμα που το απευχόμαστε) ότι, μέσω αυτών, η νέα Ομοσπονδία μετατρέπεται σε όχημα για την διάλυση των ΚΟΙΣΠΕ, αντί για την αναβάθμιση και ανάπτυξή τους υπό την διαχείριση και τον έλεγχο των «άμεσα ενδιαφερομένων», των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία.

8/3/2011