Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Οικονομική κρίση. Ρητορικές περί ανασφάλειας. Χρήσεις της κοινωνίας του φόβου




[εισήγηση στην εκδήλωση που έγινε στον ΕΥΜΑΡΟ στις 12 Γενάρη με θέμα την οικονομική κρίση]


Τα θέματα τα οποία θα θέσω προς συζήτηση δεν αφορούν την πραγματικότητα και τις πραγματικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης αλλά τη συμβολική αναπαράσταση της, τουτέστιν τους κυρίαρχους Λόγους περί κρίσης, τους ορισμούς, τις ερμηνείες και τις πρακτικές που παράγονται στο δημόσιο χώρο και, σε πραγματικές συνθήκες αυξανόμενης ανασφάλειας του πληθυσμού, τείνουν στην ανασήμανση του κράτους ως κράτους φύλακα και όχι χωροφύλακα. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει, κατά συνέπεια, στην επιχειρηματολογία που κατατείνει στην κατασκευή συναίνεσης απέναντι σε αυταρχικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης, με μείζον χαρακτηριστικό την δραματική υποχώρηση του κοινωνικού κράτους.
Για να ξεκινήσω μ’ ένα παράδειγμα: Οι μεταπολεμικές κοινωνίες είχαν πληγεί από αντίστοιχα φαινόμενα οικονομικής ύφεσης. Αλλά τότε ένας κυρίαρχος λόγος με άξονα το σύνθημα «σφίξτε λίγο ακόμα το ζωνάρι και θα έρθουν καλύτερες μέρες» κατάφερνε να αποσπά  συναινέσεις από μεγάλα ακροατήρια αν και κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί κάτι τέτοιο με πραγματικούς όρους.  Σήμερα αυτό ακούγεται επιεικώς ως προσβολή και, εν πάση περιπτώσει, όχι απλώς δεν κατευνάζει τους φόβους αλλά αντίθετα ανατροφοδοτεί την ανασφάλεια του κόσμου απέναντι σ’ ένα κράτος που δείχνει ανίκανο  να διαχειριστεί την κρίση. Ανατροφοδοτεί κυρίως το ίδιο το περιβάλλον της σύγκρουσης, την οποία οι κατέχοντες την πολιτική και οικονομική εξουσία θα πρέπει να ισορροπήσουν πριν απειλήσει την ύπαρξή τους∙ θα πρέπει να κατευνάσουν την αγωνία του κόσμου, να ανασημάνουν την κρίση ως κάτι διαχειρίσιμο αρκεί να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων, η κοινωνική ειρήνη.
Η διαχείριση αυτής της κρίσης, λοιπόν, δεν μπορεί να επιχειρηθεί μέσω μιας ωμής αλλά και ατελέσφορης καταστολής. Μ’ αυτή την έννοια μιλάμε για τη συνεχή διαπάλη, τη συνεχή διαπραγμάτευση  των ορισμών και ερμηνειών της κρίσης, καθώς στο παιγνίδι υπάρχει τόσο ο στόχος της υπονόμευσης, όσο και ο στόχος της διατήρησης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Ας πάρουμε το παράδειγμα των εργατικών κινητοποιήσεων. Στην περίπτωση αυτή έχουμε σε διαπραγμάτευση ισχυρούς λόγους οι οποίοι απευθύνονται σε μεγάλα ακροατήρια που διαφωνούν με την επίσημη οικονομική πολιτική.  Η κάθε κυβέρνηση όμως, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συναίνεσης στην οικονομική  της πολιτική, δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί πάντα μετωπικά με τους απεργούς, έστω κι αν έχει θεσμικά τη δυνατότητα να το κάνει (κήρυξη της απεργίας ως παράνομης και καταχρηστικής) γιατί κάτι τέτοιο την απονομιμοποιεί ακόμα περισσότερο. Πριν, λοιπόν, ή και παράλληλα με τους κατασταλτικούς θα πρέπει να χρησιμοποιήσει κατά κύριο λόγο τους ιδεολογικούς μηχανισμούς αναδιατύπωσης και επανερμηνείας του γεγονότος (ενάντια στο εθνικό συμφέρον), απονομιμοποίηση των αιτημάτων (η ικανοποίησή τους θα σημαίνει ανατροπή της εισοδηματικής πολιτικής με αποτέλεσμα να αδικηθούν άλλες κοινωνικές ομάδες κ.ο.κ.). Κατά συνέπεια, αυτό που λέμε κυρίαρχος Λόγος, θα πρέπει να κατασκευάζει, να συγκροτεί και να ανασυγκροτεί τον εαυτό του έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει και να ενσωματώνει –στον όποιο βαθμό- ακόμα κι ό, τι αντιτίθεται σ’ αυτό.[1] 
Αυτή είναι η βασική αφετηρία της παρέμβασής μου και το θέμα της εγκληματικότητας θα το θέσω προς συζήτηση με όρους αιτιακούς [πώς επηρεάζει η κρίση την εγκληματικότητα] αλλά ως μια από τις εκδοχές αυτής της διαπραγμάτευσης. Δηλαδή της ρητορικής και των πρακτικών που τείνουν στη μετάθεση του αντικειμένου της ανασφάλειας σε εξω-κρατικούς και κυρίως σε εξω-οικονομικούς παράγοντες και την κατασκευή συλλογικών υποκειμένων που θα αναλάβουν το ρόλο του «εσωτερικού εχθρού». Και εδώ ιστορικά η εγκληματικότητα έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο.

Ο ρόλος της εγκληματικότητας στο δημόσιο λόγο περί κρίσης

Υπάρχει ένα πολύ σημαντικό δεδομένο το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα της διαφοροποίησης μεταξύ πραγματικών διακυμάνσεων της εγκληματικότητας σε μια περίοδο και των Λόγων περί εγκληματικότητας. Το δεδομένο αυτό αφορά τη σχέση μεταξύ δεικτών εγκληματικότητας και αυξομειώσεων του ποινικού πληθυσμού.  Τυπική είναι η περίπτωση των ΗΠΑ, όπου από τη δεκαετία του ’90 και μετά έχει επταπλασιαστεί ο ποινικός πληθυσμός ενώ, την περίοδο, η εγκληματικότητα δεν παρουσίασε παρόμοιες αυξητικές τάσεις, ενίοτε δε παρουσίαζε σταθερότητα και σε κάποιες περιόδους ακόμα και κάμψη. Το επιφανειακά παράδοξο αυτό φαινόμενο είναι προϊόν των περίφημων πολιτικών μηδενικής ανοχής, επίσης γέννημα αλλά και εξαγώγιμο προϊόν αμερικάνικων  ερευνητικών κέντρων και κατασταλτικών μηχανισμών.[2]
Οι πολιτικές μηδενικής ανοχής πραγματώνουν σε ποινικό επίπεδο την υποχώρηση θεμελιακών αρχών του νομικού διαφωτισμού, όπως την αρχή της αναλογικότητας [οι επιβαλλόμενες ποινές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τη βαρύτητα των αδικημάτων], η ποινικοποίηση του δράστη αντί της πράξης [στρατιές υπόπτων με βάση τα ατομικά ή/και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους –φτωχούς, άνεργους, μετανάστες, φυλετικές μειονότητες- ή και την πραγματική ή και εικαζόμενη πολιτική τοποθέτηση] κοκ.[3] Η υποχώρηση αυτών των αρχών αντικατοπτρίζεται σε μακροχρόνιες ποινές που γεμίζουν τις φυλακές, σε κατά κόρον εφαρμογή του μέτρου της προσωρινής κράτησης, στην ποινική διαχείριση φαινομένων όπως η επαιτεία, η αλητεία που διοχετεύουν πελατεία στον ποινικό μηχανισμό κλπ.  Έτσι, ενώ είθισται να λέμε ότι ο υπερκορεσμός των φυλακών δείχνει αντίστοιχη αύξηση της εγκληματικότητας, στην πραγματικότητα δεν δείχνει τίποτα άλλο παρά την παραγωγικότητα του κατασταλτικού μηχανισμού η οποία αυξάνεται σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ωστόσο ο λόγος περί αύξησης της εγκληματικότητας ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας του κόσμου και νομιμοποιεί τις ενίοτε πραγματικά πολεμικές επιχειρήσεις με πρόταγμα την επιβολή του νόμου και της τάξης και την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών.[4]  Ανάμεσα στις ιδεολογικού χαρακτήρα κοινωνικές πρακτικές εδραίωσης και αναπαραγωγής του κυρίαρχου λόγου για τις κατηγορίες έγκλημα και ποινή είναι και ο επιστημονικός λόγος που παράγεται γύρω από αυτά τα φαινόμενα [οι τεχνολογίες της μηδενικής ανοχής, για παράδειγμα, έτυχαν πρώτα επιστημονικής επεξεργασίας στα επιστημονικά ινστιτούτα και επακολούθησε η εφαρμογή τους]. Ο επιστημονικός λόγος, λοιπόν. επιστρατεύεται για να εκλογικεύσει τις αλλαγές των ποινικών πρακτικών προς αυταρχικότερη κατεύθυνση, για τη νομιμοποίηση των οποίων ανακαλείται ευθέως η απειλή της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης. Δηλαδή ακριβώς αυτό το οποίο απειλείται όχι από την βία της εγκληματικότητας αλλά από την βία των κοινωνικών και οικονομικών όρων σε περιόδους κρίσεων. Όπως λέει ο Dario Melossi (Melossi, 1999), η εγκληματολογική θεώρηση, ο λόγος περί εγκλήματος και ποινής, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κοινωνικά κατασκευασμένη στάση, η οποία έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες κοινωνικές ή πολιτισμικές συνθήκες και διαφοροποιείται σε συνάρτηση με αυτές. Παράλληλα, μέσα στα ιστορικά μεταβαλλόμενα πλαίσια αξιών, η εγκληματολογική θεώρηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σφαίρα της ποινής, τις ποσοτικές και ποιοτικές εκφράσεις της. Πρόκειται, δηλαδή, για την ίδια κοινωνική διαδικασία, όπου οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις που παράγει η κοινωνία - και οι εγκληματολόγοι για την κοινωνία - σχετικά με τον εγκληματία, προσανατολίζουν την κοινωνική δράση του τιμωρητικού συστήματος επηρεάζοντας τα ποσοστά εγκλεισμού, τα οποία, με τη σειρά τους, επηρεάζουν την ποιότητα της αναπαράστασης… (Melossi, 1999: 27, 28).
Ένα πρόχειρο παράδειγμα είναι η εγκληματοποίηση συλλήβδην των μεταναστών. Η αύξηση των μεταναστευτικών πληθυσμών συναρθρώνεται με πολλαπλούς φόβους που παίρνουν είτε τη μορφή του φόβου του εγκλήματος είτε την, λιγότερο εμφανή, μορφή της κατάληψης ζωτικού [και μειούμενου] χώρου [ο πλανήτης εξαντλεί τα αποθέματά του] και, ως τέτοιοι, τροφοδοτούν την λεγόμενη κουλτούρα του ελέγχου. Καθώς δε ο έλεγχος των μεταναστευτικών πληθυσμών δεν μπορεί να περιορισθεί σε τοπικό επίπεδο γιατί αφορά κατά κύριο λόγο το ζήτημα της μετακίνησής τους, η Ευρώπη καλείται να παίξει τον ρόλο του υπερτοπικού χωροφύλακα με πρόταγμα την ασφάλεια. Απ' την άλλη μεριά, καθώς αυτές οι διαδικασίες μετακίνησης είναι απροσχεδίαστες, δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε η εξέλιξη, ούτε η έκτασή τους. Αυτονόητο, λοιπόν, είναι ότι και οι μετακινήσεις τους δεν μπορεί να είναι ούτε νόμιμες ούτε ελεγχόμενος, κατά συνέπεια όταν μιλάμε για έλεγχο μιλάμε εκ των πραγμάτων για καταστολή. Η τρωτότητα δε και η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την ατομική και κοινωνική ταυτότητα των μεταναστευτικών πληθυσμών τους καθιστά ιδανικούς να αναλάβουν το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου ή του εσωτερικού εχθρού. Έτσι, ο λόγος περί μεταναστών και ειδικότερα περί η ταύτιση μετανάστη/εγκληματία, ρητά ή υπόρρητα, συναρθρώνεται με τους λόγους για μια Ευρώπη/ φρούριο με πανεποπτικούς μηχανισμούς ελέγχου, που τείνουν αποκαταστήσουν μια αίσθηση ασφάλειας ή, σωστότερα, να επιδιορθώσουν την διαρρηγμένη αίσθηση ασφάλειας καθώς όλο και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες βλέπουν τις τύχες τους στην κόψη του ξυραφιού, έρμαιο μιας οικονομικής διαδικασίας η οποία δεν τους εξασφαλίζει άλλο από την ανασφάλεια. Η Ευρώπη-φρούριο, λοιπόν, απέναντι στην Ευρώπη-απειλή για του ΔΝΤ.[5]  Αυτή είναι μια εκδοχή των χρήσεων της «κοινωνίας του φόβου» που μετατοπίζει τα αίτια της κοινωνικής ανασφάλειας σ’ αυτό που βρίσκεται έξω από την αυλή μας και καλά θα κάνει να μείνει εκεί
Ένα δεύτερο, λοιπόν, στοιχείο που συναρθρώνεται με την αύξηση του ποινικού πληθυσμού είναι ο συσχετισμός δεικτών εγκλεισμού με τους δείκτες ανεργίας. Και εδώ θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς κι ένα δεύτερο παράδειγμα, ιδιαίτερα οικείο σ’ εμάς, την πρόσφατη ρητορική περί τρομοκρατίας και την αναπαράσταση του Δεκέμβρη του 2008 ως δεξαμενής της νέας γενιάς τρομοκρατών: εγκληματοποίηση της νέας γενιάς ανέργων, υποαπασχολούμενων, της γενιάς των 700 ευρώ και η προβαλλόμενη με συνεχώς μεγαλύτερη έμφαση συσχέτιση μεταξύ νεανικής ηλικίας και παραβατικής συμπεριφοράς.

Οι ποινικές πρακτικές και η διαχείριση του φόβου σε συνθήκες οικονομικής κρίσης

Ένα ζήτημα, λοιπόν, που ίσως ενδιαφέρει τη συζήτηση είναι κατά πόσον μπορούμε να μιλάμε για αντανάκλαση των κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών στις ποινικές πρακτικές ή κατά πόσον οι ποινικές πρακτικές δεν είναι αυτές καθαυτές μορφή διαχείρισης των κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών.[6]  Το ζήτημα αυτό μπορούμε να το εξετάσουμε υπό διάφορες οπτικές:
  • οι κοινωνικο-οικονομικές μεταβολές αντανακλώνται σε αύξηση της εγκληματικότητας κατ’ επέκταση και στην γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού
  • η γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού τείνει στο να αποσύρει, να εξουδετερώσει ένας μέρος των κοινωνικά περιθωριοποιημένων στρωμάτων ως μορφή εξισορρόπησης της διαταραγμένης αγοράς εργασίας –ένα είδος, δηλαδή, πολιτικής οικονομίας των ποινικών πρακτικών [υπόθεση η οποία διερευνήθηκε στο πρωτοποριακό Ποινή και κοινωνική δομή των Rusche και Kirchheimer (1939) και πλήθος άλλων που ακολούθησαν]
  • ή υπό μια διττή έννοια, που συναρθρώνει την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους και τη συνακόλουθη ενίσχυση του ποινικού  με τις συμβολικές λειτουργίες της ποινής ως λόγου που απευθύνεται κυρίως στον μη εγκληματικό πληθυσμό, σε όλους εμάς.

Όπως λέει και πάλι ο Μελόσι: «Της ποινής, δηλαδή, ως εργαλείου κοινωνικής αναπαράστασης, που τείνει να ενισχύσει τη συνοχή, την αλληλεγγύη και την ηθική εκείνου του τμήματος της κοινωνίας το οποίο δεν αποτελεί μεν άμεσο αντικείμενο των ποινικών θεσμών, αλλά είναι μάρτυρας και θεατής του ξεδιπλώματος της εξουσίας τους. Δηλαδή, είτε με την έννοια της άμεσης διαχείρισης ευρύτατων φασμάτων περιθωριοποιημένων πληθυσμών, είτε ως έμμεση διαχείριση της κοινωνίας των τιμίων μέσα από το θέαμα της διαχείρισης των πρώτων [Melossi, D. (2006: 81, 82, «Ποινικές πρακτικές και “διακυβέρνηση” των πληθυσμών στους Marx και Foucault», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή, επιμέλεια), Εικόνες Φυλακής, Πατάκης]  

Σ’ αυτή τη τελευταία εκδοχή του ζητήματος μπορεί να δει κανείς μια προσπάθεια εκπειθάρχησης του κοινωνικού σώματος στη λογική του μπαστουνιού και του καρότου. Όπου μπαστούνι είναι η μαζική φυλάκιση η οποία, όμως, από μόνη της δεν παράγει αποτελέσματα γιατί κάποτε θα γεμίσουν οι φυλακές, όλη η κοινωνία θα γίνει μια μεγάλη φυλακή. Έτσι απαιτείται και το καρότο που είναι η προσφορά εργασιών μερικής απασχόλησης, μη συνδικαλισμένων φτωχών σε περιεχόμενο, ελάχιστα παραγωγικών και, κυρίως, ελάχιστα αμειβόμενων οι οποίες είναι η κύρια εάν όχι και η μοναδική επιλογή για τα πιο περιθωριοποιημένα ή εν δυνάμει περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα. Όταν δηλαδή το αλήστου μνήμης Κράτος Πρόνοιας γίνεται workfare state με την έννοια της προσφοράς οποιασδήποτε μορφής εργασίας για να ζήσεις στο βαθμό που δεν σου παρέχονται άλλες λύσεις ενώ το μπαστούνι είναι πάντα μπροστά σου ως προοπτική σε περίπτωση μη συμμόρφωσης [Melossi, ό.π., σ. 84]
Μ’ αυτήν έννοια,  τοποθετούνται και οι σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εκμεταλλευόμενων και υπερ-εκμεταλλευόμενων στρωμάτων του πληθυσμού τα οποία αναπαριστώνται ως νομοτελειακά προορισμένα για τη φυλακή: η σύγχρονη εποποιία της επικινδυνότητας των μεταναστών απέναντι στους οποίους τις πιο τιμωρητικές στάσεις αναπτύσσουν οι κοινωνικά ασθενέστερες ομάδες του πληθυσμού ως εάν να πρόκειται να εξορκίσουν έτσι το φάντασμα ενός μέλλοντος που δεν μοιάζει πολύ μακρινό.  Με άλλα λόγια, ο φόβος μπορεί να συμβάλλει στη διαχείριση -διαμέσου των ποινικών πρακτικών- των συνεχώς αυξανόμενων στρωμάτων που περιθωριοποιούνται από την αγορά εργασίας διαμέσου του ποινικού συστήματος. Ένα φαινόμενο, δηλαδή, το οποίο αντικατοπτρίζει δύο παράλληλες διαδικασίες, την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους και την ανάδυση του λεγόμενου ποινικού κράτους και  συναρθρώνεται με την ανάγκη εκπειθάρχησης των πληθυσμών που βλέπουν  καθημερινά να απειλούνται οι οικονομικές και κοινωνικές τους βάσεις.



[1] Hall, S et al. (1988), “The social production of news: mugging in the media”, in Cohen, S & J.Young (επιμ.),  The manufacture of news. Social problems, deviance and the mass media, London: Constable, Χωλ. Στ., κ.α., (1989)  «Η αστυνόμευση της κρίσηςΗ εξισορρόπηση των εκδοχών: η εκμετάλευση του Χάντσγουόρθ», στο  Μ. Κομνηνού, Χ. Λυριτζής (επιμ.) Κοινωνία, εξουσία και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, Αθήνα: Παπαζήσης
[2] Βλέπε σχετικά, Wacquant, L. (2001), Οι φυλακές της μιζέριας, Αθήνα: Πατάκης
[3] Melossi, D. (1999), ‘Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία’, στο Α..Κουκουτσάκη (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον, Παρασκευόπουλος, Ν. (2003), Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο. Τρομοκρατία και κράτος δικαίου, Αθήνα: Πατάκης, Παρασκευόπουλος, Ν.  (2006) «Η συγκρουσιακή ποινή (εικόνες, θεωρίες, πράγματα)», στο Κουκουτσάκη, Α 2006, (εισαγωγή, επιμέλεια), Εικόνες Φυλακής, Αθήνα: Πατάκης
[4] Ας σκεφτούμε το παράδειγμα του πολεμικού κλίματος το οποίο καλλιεργείται ενόψει διαδηλώσεων, κινητοποιήσεων κλπ, το οποίο θέτουν σε δεύτερη μοίρα τους λόγους των κινητοποιήσεων, όπου η πραγματική συνθήκη [συλλαλητήρια, συνήθεις κινηματικές διαδικασίες κ.ο.κ.] αποσπάται από τα συνήθη σημασιολογικά πλαίσια και ενδύεται αρνητικές σημασίες ως εν δυνάμει συνθήκη κοινωνικής αταξίας ή ανομίας.. 

[5] Λέει σχετικά ο Μπάουμαν [Bauman, Z. 2005: 70, Σπαταλημένες ζωές. Οι απόβλητοι της νεοτερικότητας, Κατάρτι:: «Τα αίτια του αποκλεισμού [των μεταναστευτικών πληθυσμών] μπορεί να διαφέρουν αλλά, για όλους όσοι τον εισπράττουν, τα αποτελέσματα είναι ακριβώς τα ίδια. Αντιμέτωποι με τον τιτάνιο άθλο να εξασφαλίσουν τους πόρους για την βιολογική τους επιβίωση (τη στιγμή που τους έχει αφαιρεθεί η αυτοπεποίθηση και ο αυτοσεβασμός που απαιτείται για να επιβιώσουν κοινωνικά) δεν έχουν κανένα λόγο να αναλογιστούν και να εκτιμήσουν τη λεπτή διάκριση ανάμεσα στα δεινά που υποφέρει κανείς εκ προθέσεως και την αθλιότητα κατά παράλειψη». Και παρακάτω περιγράφει το αδιέξοδο της κατωτερότητας η οποία επιβάλλεται στους «υπεράριθμους» μέχρι που καταλήγουν να την βιώσουν ως πραγματική: "Οι υπεράριθμοι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιέξοδο. Αν επιχειρήσουν να συμμορφωθούν με τον ευνοούμενο σήμερα τρόπο ζωής, κατηγορούνται αμέσως για ανήθικη έπαρση, ψευδή προσχήματα και θράσος, επειδή διεκδικούν επιδόματα που δεν κέρδισαν οι ίδιοι -αν δεν κατηγορηθούν και για εγκληματικές προθέσεις. Σε περίπτωση που διακηρύξουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους και αρνηθούν να τιμήσουν αυτόν τον τρόπο ζωής, ο οποίος μπορεί να ευχαριστεί τους έχοντες αλλά δηλητηριάζει τους μη έχοντες, κάτι τέτοιο θεωρείται αμέσως απόδειξη των όσων «έλεγε ευθύς εξαρχής» η «κοινή γνώμη» (ή, ακριβέστερα, οι εκλεγμένοι ή αυτόκλητοι εκπρόσωποί της), ότι οι υπεράριθμοι δεν αποτελούν απλώς ξένο σώμα, αλλά καρκίνωμα που τρέφεται από τους υγιείς ιστούς της κοινωνίας, ορκισμένους εχθρούς του «τρόπου ζωής» και των «όσων μας αντιπροσωπεύουν»"
[6] Ζήτημα το οποίο πραγματεύεται  ο Melossi,  στο Melossi, D. (2006), «Ποινικές πρακτικές και “διακυβέρνηση” των πληθυσμών στους Marx και Foucault», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή, επιμέλεια), Εικόνες Φυλακής, Πατάκης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου