Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

εκπαιδευτικές εκδρομές...



Γνωστή η ευκολία της μετάφρασης σε οικείο ιδίωμα συνθηκών οι οποίες βρίσκονται έξω από την εμπειρία μας προκειμένου τα γεγονότα να αποκτήσουν νόημα. Αυτή η, σχεδόν αδιαπραγμάτευτη, δομή της σχέσης μεταξύ του Εμείς και του Άλλου, όπου ο λόγος του Άλλου ακυρώνεται προκειμένου να γίνει κατανοητός. Η άρνηση, με δυο λόγια, του ενδεχόμενου το Εμείς να είναι ο Άλλος, να είναι το Εμείς αλλότριο ακροατήριο.
Κάθε χρόνο στεναχωρώ τους φοιτητές που παρακολουθούν το μάθημα της κοινωνιολογίας της ποινής γιατί αρνούμαι κατηγορηματικά τις "εκπαιδευτικές εκδρομές" σε καταστήματα κράτησης, στο βαθμό, βέβαια, που θα γινόταν δεκτή από το Υπουργείο η αίτηση για κάτι τέτοιο.
Προ ημερών επανήλθε το θέμα με αφορμή μια παλιότερη εκπομπή των Πρωταγωνιστών από τις αγροτικές φυλακές της Αγιάς στην οποία αναφέρθηκε μια φοιτήτρια. Αναζήτησα την εκπομπή και είδα ένα μέρος της,[1] εμβληματικό παράδειγμα «εισβολής» στην κοινωνία των εγκλείστων και της αναπαράστασης τους ως «ανθρώπων» που κάποτε στράβωσε η ζωή τους, ακριβώς γιατί αυτό είναι το θεμιτό διακύβευμα: είναι άνθρωποι σαν εμάς; πόσο μας μοιάζουν; Τυχαίο προφανώς το γεγονός, πάντως στην παγωμένη εικόνα που εμφανίζεται πριν αρχίσει η προβολή, βλέπει κανείς έναν κρατούμενο και τον υπεύθυνο της εκπομπής καθισμένους στο προαύλιο να τα λένε και στην οθόνη έχει παγώσει η φράση: «Τι έκανες εσύ;»: φιλικό, γεμάτο κατανόηση το βλέμμα του ερωτώντος, απόλυτα συντονισμένο και με τη γλώσσα του σώματος, όπως μπορεί να δει κανείς παρακολουθώντας όλες τις συνεντεύξεις στο video.
Καλών προθέσεων -στο πλαίσιο του "κανονικού"- οι φοιτητές που κακοκαρδίζω κάθε χρόνο, άσε που αμφιβάλλω αν έχω καταφέρει ποτέ να επικοινωνήσω τους λόγους της άρνησής μου σε «οικείο ιδίωμα» ή αν δεν καταχωρίζονται κι αυτοί στα «ανοίκεια» που δεν χωρέσανε στις διαλέξεις του εξαμήνου.
Στο κείμενο το οποίο εμφανίζεται στις πληροφορίες του video των Πρωταγωνιστών και υποθέτω ότι πρόκειται για το δελτίο Τύπου της εκπομπής, αναφέρεται:
«Στις φυλακές Αγιάς. Φόνοι, ναρκωτικά, σωματεμπορίες, ληστείες - ιστορίες σκληρές! Άμα πλησιάσεις όμως, θα βρεις ανθρώπους με ένα μόνο όνειρο. Να ζήσουν κάποτε ελεύθεροι». Τα λόγια ανήκουν στον Σταύρο Θεοδωράκη, που βρέθηκε για τέσσερις ημέρες στα κελιά των βαρυποινιτών στις φυλακές Αγιάς, έξω απ' τα Χανιά. Πρόκειται για το πιο δύσκολο ρεπορτάζ, που ο ίδιος το κυνηγούσε εδώ κι ένα χρόνο. Τελικά κατάφερε να πάρει ειδική άδεια του υπουργείου Δικαιοσύνης και μπήκε μαζί με τον οπερατέρ Φάνη Καραγιώργο στις Αγροτικές Φυλακές των Χανίων. Στους αυριανούς «Πρωταγωνιστές» του ΜΕΓΚΑ (24.00) οι τηλεθεατές θα παρακολουθήσουν ό, τι κατέγραψε η κάμερα της εκπομπής στους χώρους της φυλακής: στα κελιά, στα εστιατόρια, στο προαύλιο, στο επισκεπτήριο, στις κτηνοτροφικές και αγροτικές μονάδες που διατηρεί η φυλακή. Οι αγροτικές φυλακές θεωρούνται τα κολέγια του σωφρονιστικού μας συστήματος. Είναι λίγες και περιζήτητες. Η Τίρυνθα, η Κασσάνδρα, η Κασσαβέτεια με τους ανήλικους και η Αγιά. Εδώ, φτάνουν οι κρατούμενοι μετά τις δικαστικές και τις κλειστές φυλακές. Είναι το τελευταίο σκαλί πριν από την αποφυλάκιση. Είναι η πρώτη φορά που οι βαρυποινίτες μιλάνε μέσα από τα κελιά τους κι αυτό κάνει την ευθύνη του Σταύρου Θεοδωράκη ακόμη μεγαλύτερη».
Ιδιαίτερα εύγλωττη η σύνοψη στο βαθμό που αναπαράγει ένα προς ένα τα στοιχεία της εικόνας που «θα ήθελε να δει ο καθένας» και να τη μεταφράσει με όρους πραγματικότητας, ακριβώς γιατί οι κώδικες της τηλεοπτικής εικόνας είναι βαθειά οικείοι, είναι σχεδόν ταυτόσημοι με τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Παρακάμπτοντας, προς το παρόν, το ζήτημα ότι είναι μάλλον απίθανο να δοθεί στην ομάδα των φοιτητών η ελευθερία που δόθηκε στους συντελεστές της εκπομπής να κινηθούν στους χώρους της φυλακής και να συνομιλήσουν με τους κρατούμενους, θα σταθώ στο ζήτημα της αναπαράστασης που οικειοποιείται την πραγματικότητα, εκκινώντας από ένα ερώτημα το οποίο λογικά προηγείται: «τι είναι στην πραγματικότητα ο εγκληματίας;». Ερώτημα στο οποίο παρέχει αφειδώς απαντήσεις πάνω από ένα αιώνα τώρα ο επιστημονικός λόγος, [2] διαμορφώνοντας τις εκδοχές της βασικής παραδοχής περί διαφορετικότητας και ιδιαιτερότητας του εγκληματία τις οποίες εν συνεχεία επικυρώνει και παγιώνει ο θεσμικός λόγος των ποινικών πρακτικών.
Μέσα από ατέλειωτες συζητήσεις, λοιπόν, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό στο οποίο συνοψίζεται το αίτημα για επίσκεψη στις φυλακές είναι η θέα του εγκληματία, στη βάση της ταύτισης με όρους αυτονόητου των κατηγοριών έγκλειστος και εγκληματίας. Άρα ξαναγυρνάμε στην αφετηρία: «τι είναι στην πραγματικότητα ο εγκληματίας», όπου η απτή εμπειρία της θέασης των κρατουμένων εμπλουτίζει το πλέγμα των απαντήσεων και η ανάκληση στερεοτυπικών χαρακτηριστικών συμπληρώνει αυτό που ενδεχομένως λείπει από την «απτή» εικόνα.
Επανέρχομαι έτσι στην μετάφραση της αλλότριας εμπειρίας σε οικείο ιδίωμα, μέσα από τα αναμενόμενα ή, έστω επιθυμητό να τεθούν, ερωτήματα: «τι έκανες εσύ;», «μετάνιωσες;», «πώς περνάς εδώ;», «τι θα κάνεις όταν βγεις απ’ τη φυλακή;»… Ρητά ή υπόρρητα, και χωρίς την άνεση του έμπειρου δημοσιογράφου που κάνει ρεπορτάζ για το κοινό του, η εμπειρία του δικαστηρίου ή, ακόμα χειρότερα, της επαφής με την κοινωνία που θα σε δεχτεί αν δώσεις τις σωστές απαντήσεις στα ερωτήματα που μεταφράζουν εμπειρίες ζωής με όρους εξατομίκευσης και διαφοροποίησης.
Και για να καταλήξω, οι «εκπαιδευτικές εκδρομές» ολίγων ωρών στις φυλακές δεν είναι δυνατόν να έχουν στο κέντρο της εικόνας την εμπειρία του εγκλεισμού γιατί ορίζονται από κυρίαρχους ορισμούς και ερμηνείες που μεταφέρουν την εστίαση στο άτομο, στον κρατούμενο ως προσωποποίηση αυτού που «ο καθένας γνωρίζει για τους εγκληματίες».
Από την άλλη μεριά, το αίτημα του ανοίγματος των φυλακών στον κοινωνικό έλεγχο παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ. Αλλά εάν ορίσουμε την κατάσταση με ρεαλιστικούς όρους, μοιάζει πιο πιθανό να διευκολυνθούν οι «εκπαιδευτικές εκδρομές» ή τα κοινωνικού περιεχομένου ρεπορτάζ που αναπαράγουν τρέχοντα στερεότυπα, παρά να θεσπιστεί ένα πλέγμα ρυθμίσεων που να εκθέτει στον κοινωνικό έλεγχο την ανάρμοστη εικόνα του εγκλεισμού, εκεί όπου η συνθήκη θα επιβάλλει τους όρους της και την ανάγκη να ληφθούν υπόψη.
[1] http://www.youtube.com/watch?v=OZu9trtCU2o&feature=related
[2] Λέει ο Garland αναφερόμενος στην γέννηση της εγκληματολογίας: «Έχω ήδη αναφερθεί στην εγκληματολογία ως ένα πεδίο μελέτης και γνώσης το οποίο προέρχεται από το ερώτημα «τι είναι στην πραγματικότητα ο εγκληματίας;». Αυτό το ερώτημα, το οποίο διαμορφώνει τη βάση της εγκληματολογίας, προϋποθέτει ήδη μια σειρά χειρισμών οι οποίοι θα επιτρέψουν σ’ αυτό το πρόβλημα να τεθεί με ένα τρόπο που να παράγει νόημα. Ως εκ τούτου, αποδέχεται δύο θέσεις, αυτήν της εξατομίκευσης, η οποία προσδιορίζει το άτομο ως κατάλληλο αντικείμενο και μονάδα ανάλυσης, και αυτήν της διαφοροποίησης, η οποία υποστηρίζει την υπόθεση περί της ύπαρξης μιας ποιοτικής και τεκμηριωμένης διαφοράς μεταξύ του εγκληματία και του νομοταγούς» (Garland, 1985: 122, “The criminal and his science. A critical account of the formation of criminology at the end of the nineteenth century”, στο The British Journal of Criminology, vol.25, 2)
Υστερόγραφο: Συμπτωματικά σήμερα ο φίλος και συνάδελφος Λεωνίδας Χελιώτης μού επισήμανε ότι στο τελευταίο τεύχος του The British Journal of Criminology υπάρχει ένα σχετικό άρθρο. Τα μέτρα λιτότητας που μήνες τώρα έχουν αποκλείσει την πρόσβασή μας σε ηλεκτρονικές πηγές δεν μου επέτρεψαν να κατεβάσω το πλήρες κείμενο του άρθρου, παραθέτω ωστόσο το abstract στο οποίο έχουμε -ακόμα!- πρόσβαση:

Problematizing Carceral Tours

Justin Piché* and Kevin Walby * Department of Sociology and Anthropology, Carleton University, 7th Floor—Loeb Building, 1125 Colonel By Drive, Ottawa, Ontario, K1S 5B6, Canada;
Tours of operational prisons and jails have been advocated by some academics as one way of conducting observational research inside carceral institutions and have also been employed as a university-level pedagogical tool for teaching students about the realities of imprisonment. Though the merits of carceral tours as a knowledge-producing practice have been discussed in criminology and related social scientific disciplines, accounts of their limitations supported by empirical evidence remain sparse. Based on previously unpublished Correctional Service of Canada (CSC) penitentiary tour materials obtained through Access to Information requests, this article argues that carceral tours can be highly scripted and regulated in ways that obscure many of the central aspects of incarceration and, in particular, the experiences of prisoners. On the basis of our findings, we argue that, as presently organized, such tours afford little insight into the nature of imprisonment.
Key Words: imprisonment • carceral tours • research methods • pedagogy

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

με απόλυτη μυστικότητα...

Ψάχνουν τρεις και τον "Καλόγερο"

Στοιχεία που αναμένεται να οδηγήσουν σε συλλήψεις τουλάχιστον τεσσάρων ατόμων ακόμη για συμμετοχή στον «Επαναστατικό Αγώνα» έχει αποστείλει με απόλυτη μυστικότητα τα τελευταία 24ωρα η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία στην Εισαγγελία Αθηνών! [...] Πρόκειται για άτομο, με εμφάνιση που παραπέμπει σε αυτό το παρωνύμιο, το οποίο θα προσέφερε καταφύγιο στα μέλη της οργάνωσης μετά τη σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της αστυνομικής δύναμης στην οδό Πανόρμου, κοντά στο κτίριο της ΓΑΔΑ. Ακόμη, στο έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. περιέχονται τα ονόματα τριών αντιεξουσιαστών που είχαν απασχολήσει και στο παρελθόν τις αστυνομικές αρχές. Ενας εξ αυτών είχε θεωρηθεί ύποπτος για αρπαγή οπλισμού, ο δεύτερος για σχέσεις με έναν από τους ήδη συλληφθέντες και ο τρίτος για ενδεχόμενη συμμετοχή σε άλλες ένοπλες οργανώσεις. Στο στόχαστρο της ΕΛ.ΑΣ. αυτή την περίοδο είναι και ο ρόλος μιας γυναίκας, καθώς και στενού συγγενούς ενός από τους ήδη κατηγορουμένους".

Διαβάστε περισσότερα:

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=326948&ct=32&dt=21/04/2010#ixzz0linKe7oe

Πόσοι αντιεξουσιαστές είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τις αστυνομικές αρχές; 10, 100, 1000; Ας ετοιμάζουν καλού-κακού τα μπογαλάκια τους, με απόλυτη μυστικότητα, ανάλογη με αυτή που δημοσιεύεται η πληροφορία σε μια από τις μεγαλύτερης κυκλοφορίας εφημερίδες!

Υπάρχει μια τάση στις κριτικές προσεγγίσεις του ποινικού συστήματος, η οποία ονομάζεται εγγυητική. Μια τάση υποστηρικτική εντέλει των ποινικών θεσμών μέσα από τις κριτική της λειτουργίας τους και την πρόταση να λειτουργούν με άξονα τα ανθρώπινα δικαιώματα. "Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να καθορίζουν όχι μόνον το περιεχόμενο αλλά και τα όρια της ποινικής παρέμβασης", έγραφε πριν χρόνια ο Alessandro Baratta σ' ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε και στα ελληνικά [Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, 1989, τ. 3-4)

Η εγγυητική τάση, εκκινώντας από την αρχή της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης, εμφανίζεται στην Ιταλία ως απάντηση στη γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν με αφορμή την πάταξη της τρομοκρατίας, θεσπίστηκε μια έκτακτη νομοθεσία η οποία έτεινε στην υποβάθμιση της ποινικής νομιμότητας, στον περιορισμό των δικαιωμάτων των υποδίκων και αναπτύχθηκε ένα προληπτικό ποινικό δίκαιο διοικητικού τύπου βασιζόμενου στην υποψία:

«

"'Διευρύνθηκαν έτσι οι περιπτώσεις όπου μπορούσαν να εφαρμοσθούν τα προληπτικά μέτρα, διογκώθηκαν οι εξουσίες της Αστυνομίας μέχρι που να αγγίξουν το μέγεθος εκείνων της δικαστικής αρχής, αυξήθηκε η αποδεικτική αξία των υποψιών [….] εισήχθησαν στον κώδικα εγκλήματα καθαρά βασιζόμενα σε υποψίες, όπως η συνένωση ατόμων «με σκοπό» την τρομοκρατία ή την ανατρεπτική δράση [….] και σαν επακόλουθο έγινε αποδεκτό το ποινικό δίκαιο των προθέσεων ή της βούλησης» (Ferrajoli, L., Zolo D., 1985: 58)

Έτσι, η εγγυητική τάση εμφανίστηκε στην Ιταλία ως ένας πολιτικο-θεσμικός προσανατολισμός, ο οποίος γεννήθηκε ως απάντηση στην κατάσταση που διαμόρφωσαν αυτές οι διαδικασίες (πολιτική βία, θεσμική και πολιτική απάντηση στο φαινόμενο, εμπλοκή της ιταλικής κοινωνίας και των πολιτικών φορέων της σ’ αυτές τις διαδικασίες):

“[η εγγυητική τάση] ξεπέρασε την παραδοσιακή υποτίμηση (ως «αστικών») των εγγυήσεων ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ατόμου και του συνόλου. Συγχρόνως πειστήκαμε ότι οποιοδήποτε Κράτος ή πολιτικό σύστημα, ακόμα κι ένα εργατικό ή μεταβατικό, πρέπει να πειθαρχεί αυστηρά σε νομικούς κανόνες – σε ένα «Κράτος δικαίου» - έτσι ώστε να περιορισθεί στο ελάχιστο η κατασταλτική εξουσία και η έμφυτη τάση του προς τον ολοκληρωτισμό [….] Το δίκαιο δεν είναι μόνον μορφή της εξουσίας, αλλά και όριο, έλεγχος, περιορισμός των απολυταρχικών της τάσεων” (Ferrajoli, L., Zolo D, 1985: 63).

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την τάση, το ποινικό σύστημα περιλαμβάνει εγγυήσεις για τη διαφύλαξη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, έστω κι αν η ποινική καταστολή συνεπάγεται περιορισμούς της ελευθερίας. Η ποινική καταστολή, ωστόσο, παρεμβαίνει ex post, μετά, δηλαδή, τη διάπραξη συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης ενώ η αστυνομική πρόληψη παρεμβαίνει ex antea, ενόψει, δηλαδή, του κινδύνου μελλοντικής διάπραξης εγκλημάτων, κινδύνου ο οποίος αξιολογείται με βάση κριτήρια αόριστα ή μη προσδιορισμένα νομοθετικά (Ferrajoli, L. 1985: 515-516)

Ας μην πάμε, λοιπόν, σε λόγους... αναρχοαυτόνομους, αρκούν οι θεσπισμένες από το αστικό κράτος εγγυήσεις για την νομιμότητα στην άσκηση της θεσμικής βίας για να αντιληφθεί κανείς ότι όλο αυτό το γαϊτανάκι δημοσιοποίησης της μυστικότητας παραβιάζει θεμελιακές αρχές, όπως την αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξίας η οποία, μεταξύ άλλων, υπαγορεύει ότι το άτομο δεν μπορεί να γίνεται μέσο άσκησης μιας πολιτικής. Πολλώ δε μάλλον οι ομάδες που στοχοποιούνται προκειμένου να κοινοποιηθούν μηνύματα στους "συνήθεις υπόπτους" [με απόλυτη μυστικότητα, πάντα!], χώρο που οι αστυνομικές και δικαστικές πρακτικές των τελευταίων χρόνων έχουν διευρύνει εξαιρετικά -ας σκεφτούμε μόνον τις μαζικές προσαγωγές και τον αριθμό των, νεαρών κατά κύριο λόγο, ατόμων που αφήνουν το επισκεπτήριό τους στις Αρχές για να μπορούν να είναι προσβάσιμοι στο μέλλον. Και, κάπου εκεί, ένας αλλόκοτος ενδεχομένως συνειρμός φέρνει στο μυαλό μου πλάι-πλάι τα μακριά μαλλιά του Καλόγερου με τα μαλλιά ράστα του Μάριου Ζέρβα: τα μαλλιά ως στοιχείο που καθιστά αναγνωρίσιμο τον καταζητούμενο ύποπτο, τα μαλλιά ως στοιχείο που καθιστά κάποιον τυχαίο διαδηλωτή ύποπτο.

Κάποτε σκεφτόμουνα ότι είναι άκρως ταπεινωτικό για όλους εμάς αυτό το αλισβερίσι πηγών και ΜΜΕ σε περιόδους που η ένοπλη βία προβάλλεται ως μείζον πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός ο κλεφτοπόλεμος στον οποίο γινόμαστε, εκόντες άκοντες, συμμέτοχοι. Τώρα θα έλεγα ότι είναι ταπεινωτικό για τους ίδιους τους θεσμούς γιατί τους καθιστά διάτρητους, αναδεικνύοντας τα όρια τους ενόψει των ιδεατών λειτουργιών οι οποίες τους αποδίδονται.