Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

«Εξοστρακίστε την οργή σας επάνω τους, προφανώς δικαιολογείται» [αφίσα του Δεκέμβρη]

[από το αφιέρωμα του Red NoteBook - Χίλιες λέξεις για το Δεκέμβρη]
http://rnbnet.gr/details.php?id=1132

«[Π]ροσωπικά θεωρώ ότι ο Δεκέμβρης υπήρξε πολύ περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο μια αυθόρμητη έκφραση του αισθήματος δικαίου που επαναστάτησε απέναντι στην τρομερή αδικία μιας παράλογης δολοφονίας. Τα παιδιά που βγήκαν στο δρόμο, οι μαθητές και οι μαθήτριες, νομίζω ότι αυτό βίωσαν», γράφει ο Βασίλης Παπαστεργίου στο κείμενό του που δημοσιεύτηκε στο παρόν αφιέρωμα. Απομονωμένες από τα συμφραζόμενα του κειμένου, προφανώς απομειώνουν τον προβληματισμό του Βασίλη και ζητώ την κατανόησή του, αλλά είναι δυο φράσεις  που αποτυπώνουν πολύ καθαρά αυτό που ένοιωσα στις απαρχές των γεγονότων του Δεκέμβρη, όταν τυχαία βρέθηκα στους δρόμους της Αθήνας κι εκεί έμαθα τον λόγο που η πόλη είχε πάρει φωτιά, πραγματικά και συμβολικά∙ είναι ακριβώς οι σκέψεις που με ταλάνιζαν –αμετακίνητες- τις επόμενες ημέρες, τους επόμενους μήνες, όταν παρακολουθούσα με αμηχανία την προσπάθεια να ορίσουμε τη συνθήκη του Δεκέμβρη, τα αίτια, τους πρωταγωνιστές∙ μια αμηχανία που την κουβαλάω ακόμα -δυο χρόνια μετά!- και που με δυσκολεύει να συνενώσω πραγματικότητες και Λόγους, να βάλω σε τάξη μια  θραυσματική ακόμα εικόνα και να της δώσω ένα όνομα, οριστικό ή λιγότερο οριστικό. Και όπως γράφαμε μικροί σ’ εκείνες τις εκθέσεις/καρμπόν, «να λοιπόν που προσπαθώντας να βρω θέμα, έγραψα τελικά την έκθεση» -μεταφράζοντας προφανώς το παιδικό ιδίωμα και υπεκφεύγοντας ίσως τα άλλοθί του.
Επανερχόμενη, λοιπόν, στην αρχική μου εμπειρία, όταν σχεδόν ταυτόχρονα με τον πρώτο πυροβολισμό, ξεχείλισαν οι δρόμοι, νοιώθω ακόμα υπόλογη απέναντι στο Γεγονός και στους Πρωταγωνιστές του. Κυρίως απέναντι σ’ αυτούς, που για μέρες και μήνες βλέπανε τους εαυτούς τους να μεταμορφώνονται σε επαναστάτες, κοινωνικούς αγωνιστές, πράκτορες, πλιατσικολόγους και τσογλάνια, με μια ταχύτητα που φέρνει ίλιγγο. Νοιώθω υπόλογη απέναντι σ’ εκείνα τα παιδιά που για μέρες επινοούσαν μορφές έκφρασης του πένθους και της οργής, που πλούτισαν τη ζωή τους με την εμπειρία του Δεκέμβρη, με  ό, τι πήραν κι ό, τι δώσανε τις μέρες του Δεκέμβρη για να είναι είναι δικό τους, δικός τόπος ή ου-τόπος. Νοιώθω υπόλογη που κάμποσες φορές μίλησα κι εγώ «αντ’ αυτών», είτε για να τα υπερασπιστώ όταν οι ορισμοί της εμπειρίας τους παγώνανε στην εκδοχή της τυφλής, αδιέξοδης και προ-πολιτικής βίας είτε για να  μεγαλύνω την εμπειρία τους διαλέγοντας με προσοχή τους πιο γοητευτικούς ορισμούς της.  Νοιώθω υπόλογη γιατί δεν αντιστάθηκα κι εγώ στη γοητεία του κανονιστικού λόγου απέναντι σε μια συνθήκη που ήταν μάλλον η επιτομή της επίθεσης στην συμβατική κανονικότητα, τόσο ανακουφιστικό όμως να την ελέγχουμε μέσα απ’ τους ορισμούς και τις ερμηνείες μας∙ που τους καταχώρισα συλλήβδην ως εξεγερμένους ή επαναστάτες και δεν τους συμπόνεσα όταν παίζανε με τις φωτιές για να δω ότι όντως παίζανε, δεν είναι κακό, γιατί η οργή είναι τόσο εύφλεκτο υλικό που δίνει ίσες πιθανότητες στα υποκείμενά της να πυρπολήσουν ή να πυρποληθούν. Κι ακόμα, γιατί μεγάλωσαν δυο χρόνια εκείνα τα παιδιά που τον Δεκέμβρη του 2008 ξεχύθηκαν στους δρόμους για να γίνουν οι πρωταγωνιστές μιας συνθήκης που μας ταρακούνησε συθέμελα, που σχεδόν μας πέταξε στην άκρη και κάποια απ’ αυτά, που εκείνες τις μέρες μάθανε να φτιάχνουν οδοφράγματα, δεν ξαναβγήκαν πιθανόν στους δρόμους ενώ εγώ επιμένω να τα αναγνωρίζω σε κάθε διαδήλωση ως «γενιά του Δεκέμβρη», μαχητική κι ετοιμοπόλεμη αλλιώτικα να μην αξίζουν την προσοχή μου. 
Με λίγο περισσότερες από 600 λέξεις για τον Δεκέμβρη, αυτές τις σκέψεις έχω να καταθέσω. «Ο Αλέξανδρος έπεσε κάτω, αν δεν κάνω λάθος στον πρώτο ή στον δεύτερο πυροβολισμό, σίγουρα πάντως πριν από τον τρίτο... Μετά δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα. Ο κόσμος φώναζε και κάποιοι σήκωσαν την μπλούζα του Αλέξανδρου. Είδα ότι είχε μια τρύπα στη μέση του θώρακα και λίγο προς την καρδιά. Είχε βγάλει και αίμα...», είπε μια κοπελίτσα. «Εξοστρακίστε την οργή σας επάνω τους, προφανώς δικαιολογείται», έγραφε μια αφίσα που την πέτυχα στο διαδίκτυο  και που έδειχνε μ’ ένα βέλος την πόλη. Και νοιώθω υπόλογη που αβίαστα εξαιρώ τον εαυτό μου από το αντικείμενο εκείνης της οργής, σαν να μην με αφορά ως «αυτονόητα» καλοπροαίρετου ανθρώπου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου