Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

υποθέσεις ελεύθερων συνειρμών...


Σακινέχ Μοχαμάντι-Αστιανί Κρίθηκα ένοχη μοιχείας και αθωώθηκα της κατηγορίας του φόνου, αλλά ο άνδρας που σκότωσε στην πραγματικότητα το σύζυγό μου αναγνωρίστηκε και φυλακίστηκε, χωρίς όμως να έχει καταδικαστεί σε θάνατο. Είναι επειδή είμαι γυναίκα, είναι επειδή νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν οτιδήποτε στις γυναίκες σε αυτήν τη χώρα».

 

 Κάτια  Κολιτσοπούλου

[απόσπασμα από το άρθρο μου, Η γυναίκα εγκληματίας στο δημόσιο χώρο: Αναπαραστάσεις της γυναικείας εγκληματικότητας, που περιέχεται στο συλλογικό έργο Ψύλλα, Μ. 2009, Δημόσιος χώρος και φύλο, Αθήνα: Τυπωθήτω]

 

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές αλλά και high profile στα ελληνικά ΜΜΕ περιπτώσεις είναι η υπόθεση της δολοφονίας του Χρήστου Κολιτσόπυυλου τον Νοέμβριο του 1982. Ο αστυνομικός Χρήστος Κολιτσόπουλος, επιστρέφοντας στο διαμέρισμά του με τον ηλικίας 3 χρόνων τότε γιο του, δέχτηκε θανατηφόρα επίθεση με μαχαίρι από τον Γιάννη Σγουρίδη. Ο δράστης ομολόγησε την πράξη του, υποστηρίζοντας ότι τη δολοφονία είχαν σχεδιάσει από κοινού με την ερωμένη του και σύζυγο του θύματος Κάτια Κολιτσοπούλου, κατηγορία την οποία η ίδια η Κολιτσοπούλου δεν αποδέχτηκε ποτέ.

Στη δίκη σε πρώτο βαθμό καταδικάστηκαν κατά πλειοψηφία και οι δυο σε ισόβια κάθειρξη, ως φυσικός και ηθικός αυτουργός αντίστοιχα. Η ίδια ποινή επιβλήθηκε (ομόφωνα αυτή τη φορά) και στη δίκη σε δεύτερο βαθμό. Η δίκη αυτή ξεκίνησε τον Μάρτη του 1986, αλλά δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί εξαιτίας των συνθηκών διεξαγωγής της (επεισόδια που προκάλεσαν συγγενείς και συνάδελφοι του θύματος, προπηλακισμοί και άσκηση φυσικής βίας κατά της κατηγορουμένης από αστυνομικούς κατά τη μεταγωγής της από τη φυλακή στο δικαστήριο κλπ), ως εκ τούτου διεκόπη και επαναλήφθηκε τον Νοέμβρη του 1986, σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των γυναικείων φυλακών και με έντονη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων για λόγους ασφαλείας

Στην ανασυγκρότηση της ιστορίας αυτού του εγκλήματος κεντρικό άξονα αποτέλεσε η γυναικεία παρουσία, στην οποία αποδόθηκε πρωταγωνιστικός ρόλος. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε ποτέ το όνομα του φυσικού αυτουργού του εγκλήματος στους υπέρτιτλους ή τις «σφραγίδες» των δημοσιευμάτων, την ταυτότητα των οποίων προσδιόριζε συνήθως το όνομα της ηθικής αυτουργού (π.χ. «δίκη Κολιτσοπούλου»).
Παράδειγμα αυτής της στάσης είναι η συχνή παράθεση αποσπασμάτων από καταθέσεις μαρτύρων, με βάση τα οποία ο φυσικός αυτουργός ουσιαστικά «θυματοποιείται»:[1]

[…] στο σημείο αυτό της κατάθεσής της η μάρτυρας [σημείωση: η μητέρα του θύματος] ξεσπά σε κατάρες και, αναφερόμενη στην κατηγορούμενη, φωνάζει, «Εις θάνατον!…»
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι λόγους έχετε να πιστεύεται ότι ευθύνεται η κατηγορούμενη;
ΜΑΡΤ: Αυτή του έδωσε τα κλειδιά. Ο Σγουρίδης ήταν ένα παιδί ήρεμο, που δεν είχε βγει στον κόσμο, που δεν είχε πατέρα και τον τύλιξε με τον έρωτά της.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιος σας το είπε εσάς αυτό;
ΜΑΡΤ: Το λέει ο ίδιος και μάρτυρες. Τον έκανε να χάσει το μυαλό του.

Έτσι το επιχείρημα της γυναικείας καταστροφικότητας συγκροτείται αβίαστα διαμέσου της ανατροπής της κοινωνικά προσδοκώμενης γυναικείας συμπεριφοράς. Ενδεικτικά, στην κατασκευή της εικόνας της Κάτιας Κολιτσοπούλου βασικό άξονα αποτέλεσε η ηθική της υπόσταση, καθώς περιγράφεται ως χαλαρής ηθικής άτομο, με ερωτικές περιπέτειες στη διάρκεια του γάμου της,[2] ψυχρή[3] και αδίστακτη.[4] Παράλληλα, η ποινική αντιμετώπιση της υπόθεσης (καταδίκη σε ισόβια και της ηθικής αυτουργού) και οι παρεπόμενες κυρώσεις, όπως η απαγόρευση να συναντά το παιδί της, έδωσαν μια θεσμική επιβεβαίωση στην εικόνα της γυναίκας η οποία διέπραξε «έγκλημα κατά του φύλου της».
Στο λόγο κυρίως των «λαϊκών» εφημερίδων, η αναπαράσταση μιας ακόμα ανατροπής του κοινωνικά προσδοκώμενου (μοιχεία), μετέφερε την σχέση ανάμεσα στους δυο κατηγορούμενους σε ένα «αφύσικο», σχεδόν μη-ανθρώπινο επίπεδο, όπως υποδηλώνει η σταθερή χρήση του χαρακτηρισμού «η τίγρης», ο οποίος εναλλασσότανε με τον όρο «σατανικό ζευγάρι» στους τίτλους και το λεξιλόγιο αυτών των εφημερίδων
Το λόγο αυτό τον διατήρησαν οι λαϊκές εφημερίδες και κατά την περίοδο της δίκης και αυτό υπήρξε ένα σημείο διαφοροποίησης με τις εφημερίδες «γνώμης», οι οποίες εκείνη την περίοδο άρχισαν σταδιακά να εστιάζουν στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης και στη βία η οποία, με υλικούς και ψυχολογικούς όρους, ασκήθηκε στην κατηγορούμενη. Χωρίς, λοιπόν, να υιοθετούν ανοικτά «σεξιστικό» λεξιλόγιο, συντηρούσαν και κλιμάκωναν το ενδιαφέρον της πρωταγωνιστικής γυναικείας παρουσίας μέσα από αφηγηματικές και αναπαραστατικές τεχνικές που αφορούσαν το θέμα των αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν απέναντι στην Κολιτσοπούλου.
Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν οι δύο κατηγορίες εφημερίδων το ζήτημα της κοινής γνώμης, ήταν πράγματι ένα από τα στοιχεία που οδήγησε στην αποσαφήνιση του πεδίου αντιπαράθεσης μεταξύ εφημερίδων γνώμης και λαϊκών. Ειδικότερα, οι λαϊκές εφημερίδες χωρίς να υιοθετούν ανοιχτά την υπέρβαση των ορίων που εκφραζόταν με προπηλακισμούς και άλλες βίαιες εκδηλώσεις από το κοινό που παρακολουθούσε τη δίκη, εμφανίζονται ωστόσο να «κατανοούν» την αγανάκτηση του κόσμου. Οι δε εφημερίδες «γνώμης», με αφετηρία την καταδίκη της άσκησης κάθε μορφής άτυπης βίας εναντίον των κατηγορουμένων, υιοθετούν εντέλει ένα ηθικό λόγο υπεράσπισης των δικαιωμάτων του κρατούμενου και γενικότερα των αρχών του κράτους δικαίου.
Στην πιο καθαρή μορφή της αυτή η αντιπαράθεση εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο κάλυψαν τα γεγονότα οι εφημερίδες Ελευθεροτυπία και Έθνος. Η Ελευθεροτυπία, τόσο σε επίπεδο ρεπορτάζ, όσο και σε επίπεδο σχολίων πρόβαλε ιδιαίτερα το θέμα της συμπαράστασης στην Κολιτσοπούλου από πολιτικές ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και, κυρίως, από γυναικείες οργανώσεις, οι παρεμβάσεις των οποίων ήταν από τα θέματα που κυριαρχούσαν. Στο Έθνος, αντίθετα, το ζήτημα της συμπαράστασης στην Κολιτσοπούλου, αναμετριόταν διαρκώς με την «ισχύ της κοινής γνώμης» και συνδιαλεγόταν με τις μαρτυρίες του κοινού που κατέκλυζε την αίθουσα του δικαστηρίου «για να δει από κοντά τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα σ’ ένα άντρα».
Από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της αντιπαράθεσης είναι τα δημοσιεύματα της 14/3/86 στις δυο αυτές εφημερίδες. Στην «κοινή γνώμη» δίνεται ο λόγος στο δισέλιδο δημοσίευμα του Έθνους με τίτλο: «Αυτοί που τρίζουν τα … δόντια στην τίγρη», υπέρτιτλο: «Μιλούν οι άνθρωποι που δεν χάνουν ούτε λεπτό από τη συγκλονιστική δίκη των διαβολικών εραστών» και υπότιτλους: «Έρχομαι στο δικαστήριο πέντε ημέρες τώρα και μόλις τη βλέπω φωνάζω “φόνισσα”», «Ν’ απαλλάξουν τον Σγουρίδη. Είναι το θύμα της». Στο δημοσίευμα υπάρχουν τέσσερις φωτογραφίες, οι οποίες καλύπτουν το 50% της έκτασής του, αποτελώντας το κυρίαρχο στοιχείο, αυτό το οποίο υπαγορεύει και τον τρόπο ανάγνωσης του κειμένου.
Η πρώτη φωτογραφία δείχνει τον κατηγορούμενο με σκυμμένο κεφάλι να δέχεται τις φροντίδες της μητέρας του και η λεζάντα γράφει: «Δυο ακόμα τραγικές φιγούρες. Ο Σγουρίδης με τη μητέρα του». Η δεύτερη, απεικονίζει μια αντίστοιχη σκηνή της κατηγορούμενης (με πρόσωπο παραμορφωμένο από το κλάμα) και της μητέρας της και η λεζάντα γράφει: «Η τραγική μάνα της Κολιτσοπούλου σκύβει στοργικά και δίνει ένα ποτήρι νερό στην κόρη της». Έτσι, η κατηγορούμενη εξαιρείται από τα «τραγικά πρόσωπα» της ιστορίας στα οποία εντάσσεται, ωστόσο, ο φυσικός αυτουργός. Καθώς, δε, υπογραμμίζονται οι συνέπειες των πράξεών της στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, η αντιπαράθεση της εικόνας της με αυτήν των άλλων «τραγικών μανάδων» παραπέμπει στην ακύρωση του δικού της μητρικού ρόλου.[5]
Η τρίτη φωτογραφία, η μεγαλύτερη, δείχνει ένα πλάνο του κοινού που βρίσκεται στην αίθουσα του δικαστηρίου, υπογραμμίζοντας με ιδιαίτερα έντονο τρόπο την παρουσία της κοινωνίας σ’ αυτή τη δίκη. Η τέταρτη επιβεβαιώνει την παρουσία των θεσμικών οργάνων, των επιφορτισμένων με την τήρηση της τάξης, δείχνοντας πάλι το κοινό κι έναν αστυνομικό ενώ η λεζάντα γράφει: «Αστυφύλακας προσπαθεί να ηρεμήσει μια γυναίκα που χειρονομεί».
Στο lead του δημοσιεύματος παρατίθενται πέντε δηλώσεις «του κοινού, του απλού λαού που παρακολουθεί από κοντά τη δίκη με τις ώρες». Οι τέσσερις αναφέρονται με έντονα απαξιωτικό τρόπο στην κατηγορούμενη και μόνον στην πέμπτη σχολιάζεται η στάση του κοινού απέναντί της και τίθεται το ερώτημα: «Αν μια στο εκατομμύριο είναι αθώα;». Η ίδια περίπου αναλογία μεταξύ αρνητικών κρίσεων για την κατηγορούμενη και καταδίκης της βίας την οποία υφίσταται υπάρχει και στο κυρίως σώμα του δημοσιεύματος, του οποίου το πολύ μεγάλο μέρος καλύπτεται από δηλώσεις του κοινού που παρακολουθεί τη δίκη. Τα στοιχεία του ρεπορτάζ από την ίδια την ακροαματική διαδικασία είναι ελάχιστα, η πορεία της εκδίκασης της υπόθεσης συνιστά δευτερεύουσα πληροφορία ενταγμένη στα συνολικά συμφραζόμενα του δημοσιεύματος, η δε παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που ζητά από τους δικαστές την εφαρμογή των νόμων και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων (η είδηση της ημέρας, με άλλα λόγια), δημοσιεύεται σε 12 γραμμές στο τέλος της τελευταίας στήλης του δημοσιεύματος, διαχωρισμένη απ’ αυτό με μια έντονη μαύρη γραμμή και bold γράμματα, ενώ η σελιδοποίηση του δημοσιεύματος την φέρνει κάτω ακριβώς από τη φωτογραφία η οποία αναπαριστά την προσπάθεια τήρησης της τάξης από τα επιφορτισμένα όργανα.
Το δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας την ίδια ημέρα, με τίτλο «Επέμβαση Μαγκάκη», καλύπτει τα 2/3 μιας εσωτερικής σελίδας και έχει ως κεντρικό θέμα την παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και την καταγγελία γυναικείας οργάνωσης για τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης. Γενικότερα δε οι παρεμβάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης ήσαν από τα θέματα τα οποία αναδείκνυαν οι εφημερίδες γνώμης, συντελώντας στην αναπαράσταση ενός κρατικού μηχανισμού ευαίσθητου και ικανού να παρέμβει προκειμένου να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Η φωτογραφία που συνοδεύει το ρεπορτάζ δείχνει την Κάτια Κολιτσοπούλου να γέρνει το κεφάλι εξαντλημένη από το κλάμα και η λεζάντα που τη συνοδεύει είναι: «κλαίει και οδύρεται η Κάτια Κολιτσοπούλου».
Βασικό άξονα, λοιπόν, της αναπαράστασης των γεγονότων από τις λαϊκές εφημερίδες, αποτέλεσε η γυναικεία συμμετοχή και ειδικότερα η μεταστροφή στερεοτυπικά αποδιδόμενων γυναικείων χαρακτηριστικών σε πηγή δύναμης και καταστροφικότητα. Με δυο λόγια, η μοιραία γυναίκα η οποία γοητεύει και εξαπατά το αρσενικό.[6] Υποστηρίζω, ωστόσο, ότι η μετατόπιση της συζήτησης στην «ανάγκη υπεράσπισης των δικαιωμάτων του κρατούμενου» - θέμα το οποίο κυριαρχεί στις εφημερίδες γνώμης – δεν συντελεί στη συγκρότηση ενός διαφορετικού ιδεολογικού λόγου, καθώς η συζήτηση συνεχίζει να επικεντρώνεται στην γυναικεία ιδιότητα της δράστιδας και την θέση υποταγής την οποία έχει στο πλαίσιο μιας πατριαρχικής δομής. Με άλλα λόγια, μέσα από εμφανείς ή λανθάνοντες κώδικες, καθίσταται σαφές ότι η Κολιτσοπούλου δεν είναι οποιοσδήποτε εγκληματίας. Είναι γυναίκα, τουτέστιν ένα αδύναμο πλάσμα το οποίο υφίσταται, αντιδρώντας με «τυπικά γυναικείες» αντιδράσεις, τη βία η οποία ασκείται εναντίον της.[7]
Σ’ αυτό το πλαίσιο, και η δημοσιογραφική διαχείριση της γυναικείας συμπαράστασης συγκροτεί μάλλον ένα αυτοαναφερόμενο που τείνει να αυτονομηθεί από την συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία εντάσσεται. Έστω, λοιπόν, κι αν η παρέμβαση των γυναικείων οργανώσεων κυριαρχούσε σε πολλά δημοσιεύματα, το ιδεολογικό αποτέλεσμα της περιορίζονταν στη σημειολογία των τίτλων και του λεξιλογίου. Έτσι, ο αντισεξιστικός λόγος των γυναικείων οργανώσεων (εξευτελισμός της γυναικείας υπόστασης, ανισότητα στη μεταχείριση των δυο φύλλων, υποβόσκων σεξισμός και μισογυνισμός της ελληνικής κοινωνίας κ.ο.κ.), αν και επέστρεφε συνεχώς στη συζήτηση, παρέμενε εντούτοις στο επίπεδο της παράθεσης των γεγονότων. Ο αντισεξιστικός λόγος δεν αποτέλεσε, κατά συνέπεια, αυτόνομο άξονα αλλά μέρος της επιχειρηματολογίας για την ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων του κρατουμένου και ορθής λειτουργίας του κράτους δικαίου.[8] Μ’ αυτήν την έννοια, η επιφαινόμενη διαφοροποίηση μέσα από την εκδοχή της «θυματοποίησης» της Κολιτσοπούλου καταλήγει να λειτουργεί ως η άλλη όψη στερεοτυπικά αποδιδόμενων γυναικείων χαρακτηριστικών. Δηλαδή, η γυναικεία αδυναμία και υποτέλεια είναι, τρόπον τινά, η άλλη όψη του νομίσματος που απεικονίζει την καταστροφικότητα της «κακής» γυναίκας.





[1] Η «μοιραία γυναίκα» ως φορέας του πονηρού που πλανεύει, ξελογιάζει και καταστρέφει τον άνδρα   είναι μια πολύ οικεία εικόνα στην λαϊκή κουλτούρα. Βλέπε ενδεικτικά Κοταρίδης (2006: 410) για την παρουσία της στα ρεμπέτικα τραγούδια της φυλακής.
[2] «Πρόεδρος Δικαστηρίου [στη μητέρα του Σγουρίδη]: Ήθελε η κατηγορουμένη να παντρευτεί το γιο σας; Μάρτυρας: Αν ήθελε να τον παντρευτεί θα τον πρόσεχε. Δεν θα τον έστελνε στην καταστροφή. Είμαι σίγουρη ότι κάποιος άλλος την περίμενε. Ο γιος μου ήταν το θύμα» (στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/3/1986).
[3] «Δεν έδειξε να στεναχωρήθηκε καθόλου για τον άντρα της. [Το βράδυ της δολοφονίας] Στην αρχή κλείστηκε στο δωμάτιό της. Μετά, όλο πήγαινε στον καθρέφτη και βαφόταν. Έλεγε πως δεν ήθελε να έρθει στην κηδεία. Τελικά ήρθε, αλλά δεν έκλαψε ούτε κάθισε να χαιρετήσει» (από την κατάθεση του αδελφού του θύματος, στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 8/3/1986). Από τα στοιχεία δε των καταθέσεων που ανέδειξαν ιδιαίτερα οι «λαϊκές» εφημερίδες, ήταν η μαρτυρία των συγγενών του θύματος ότι η κατηγορούμενη ήταν πολύ διαχυτική στη συμπεριφορά της απέναντι στο σύζυγό της την ημέρα του φόνου
[4]Στις καταθέσεις περιγράφονται περιστατικά όπου η Κολιτσοπούλου σκηνοθετούσε, παρουσία του παιδιού της, σκηνές ξυλοδαρμού από τον σύζυγό της, προκειμένου να τον καταγγείλει στην Αστυνομία και να μπορέσει να φύγει από το σπίτι εγκαταλείποντάς τον.
[5] Κάτω ακριβώς από αυτή τη φωτογραφία συμβαίνει να βρίσκεται ένα τμήμα του δημοσιεύματος με τον υπότιτλο: «Σαν τρελή», στο οποίο παρατίθεται απόσπασμα από δήλωση που έκανε στο δημοσιογράφο πρώην συγκρατούμενή της, η οποία καταθέτει ότι η Κολιτσοπούλου «τυραννιέται πολύ που της έχει απαγορευθεί να βλέπει το παιδί της στη φυλακή».
[6] Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του ευρέως διαδεδομένου στερεοτύπου της μοιραίας / καταστροφικής γυναίκας, βλέπε Emily Martin, 2006: 326
[7] Από τα πιο ενδεικτικά στοιχεία του υλικού αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, φωτογραφίες της Κολιτσοπούλου να κλαίει ή να δείχνει ένα κλαμένο πρόσωπο. Συγκριτικά θα μπορούσε να δει κανείς τις φωτογραφίες ανδρών δραστών οι οποίοι βρέθηκαν σε παρόμοιες συνθήκες. Για παράδειγμα, τις φωτογραφίες του Μανόλη Δουρή από την μεταγωγή του στις φυλακές μετά τη δίκη του: γεμάτος μώλωπες μετά την επίθεση που δέχτηκε από τους συγκρατούμενούς του, δείχνει στον φακό ένα πρόσωπο ψυχρό, αδάκρυτο (για την υπόθεση Δουρή, βλ. Βαρβαρέσσου, 2000, Koukoutsaki, 2004).
[8] Από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα είναι το δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας της 19/3/86, το οποίο αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά (κατά τα 4/5) στο θέμα της γυναικείας συμπαράστασης. Ωστόσο οι αφηγηματικές τεχνικές και η οργάνωση του κειμένου οδηγούν στο να συγχέεται κάποιες στιγμές η πληροφορία με τον σχολιασμό της, ο οποίος, ούτως ή άλλως, δεν αποκτά ποτέ τέτοια αυτονομία ώστε να γίνει διακριτός (Koukoutsaki, 2004: 215-216).

1 σχόλιο:

  1. http://www.alfavita.gr/artro.php?id=7345 συνειρμικά... εκκενώσεις κτιρίων, βιασμοί αλλοδαπών ανηλίκων (ποιος θυμάται την αμάρυνθο), σταυροί, εκκλησία, άστεγοι, πρόσφυγες, πόλεμος, πείνα, ανεργία, εκτελέσεις, ακόμα και το δεκαπεντάυγουστο στα ελληνικά νησιά θέλω η βαρβαρότητα να με συγκλονίζει να μη μου γίνει συνήθεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή