Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

απ' τους κακούς, ο χειρότερος...

"Η «απαξίωση των πολιτικών» θα έλεγα ότι είναι μια ρητορική μάλλον παρά ένα φαινόμενο-σημείο των καιρών∙ είναι ένας όρος ο οποίος προσωποποιεί την δυστοκία να παραχθεί πολιτική ή/και να οικοδομηθούν συναινέσεις σ’ ένα κατεξοχήν συγκρουσιακό περιβάλλον και με θεσμούς ανάπηρους απέναντι στη βία των οικονομικών όρων και την έλλειψη προοπτικών για ένα καλύτερο αύριο. Είναι ένας όρος, με δυο λόγια, ο οποίος παραπέμπει σε περιστασιακά φαινόμενα, ενδεχομένως ιάσιμα με την αντικατάσταση των "απαξιωμένων" από «καλύτερους» πολιτικούς. Δεν παραπέμπει κατά συνέπεια στην μεγάλη εικόνα, αυτή της βαθιάς δομικής και θεσμικής κρίσης η οποία κυοφορεί επικίνδυνα φαινόμενα τόσο στο επίπεδο των δράσεων όσο και των ρητών ή υπόρρητων κοινωνικών αιτημάτων. Αν δούμε, για παράδειγμα, πόσο ετερόκλητα είναι τα υποκείμενα ή οι συλλογικότητες που συναντιούνται στην εκφορά απαξιωτικού λόγου για τους πολιτικούς, θα διαπιστώσουμε ενδεχομένως την απαξίωση της ίδιας της πολιτικής δράσης με όρους συλλογικών διεκδικήσεων: τι σημαίνει, λοιπόν, το σύνθημα «να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή»; Η ιστορική μνήμη ανακαλεί αβίαστα τους λαϊκισμούς δικτατορικών καθεστώτων και τις ρητορικές του χάους που προηγήθηκαν. Μιλώντας δε για εναλλακτικά μοντέλα πολιτικών, δεν αποφεύγω τον πειρασμό να αναφερθώ στις πρόσφατες συζητήσεις για το ενδεχόμενο να αναλάβει ο επιχειρηματίας κ. Βγενόπουλος μείζονα πολιτικό ρόλο για το νοικοκύρεμα της οικονομίας. Για ένα ελληνικό μοντέλο μπερλουσκονισμού με άλλα λόγια. Το τραγικό δε είναι ότι η ρητορική περί ανάξιων [πουλημένων, λαμόγιων…] πολιτικών συμπίπτει, ως τραγική ειρωνεία, με την χειρότερη από τις επικείμενες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο: την υποχώρηση του λόγου των εθνικών κυβερνήσεων και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που αποκτούν οι ανεξέλεγκτες αγορές" [http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=08/05/2010&id=159937]

Βιαστικά γραμμένο, στο τέλος μιας από τη σειρά ημερών εκούσιας αφωνίας, την οποία ανέστειλα πιθανότατα γιατί η Μαρία Δέδε με πέτυχε, για να μου ζητήσει τις 250 λέξεις μου, ενώ βρισκόμουν σε έναν από τους κατεξοχήν χώρους που πιστοποιούν τη θέση που κατέχει στο χρηματιστήριο αξιών η [συνταγματικά κατοχυρωμένη!] ανθρώπινη αξία. Εκεί όπου η ανασφάλεια, η άγνοια περί του τι σου συμβαίνει και του τι μέλλεται ακόμα να σου συμβεί, η αδυναμία να ορίσεις τον εαυτό σου μέσα σ’ ένα χώρο όπου οι θέσεις είναι ασταθείς, συγκροτεί μια εμβληματική συνθήκη των οικείων φόβων για την τρωτότητα της δικής μας ζωής.

Το θέμα του ρεπορτάζ στο οποίο κλήθηκα να συμμετάσχω [«Η απαξίωση των πολιτικών»] μάλλον με ξάφνιασε παρά με προκάλεσε. Περίπου όπως συμβαίνει όταν [ξυπνώντας από βαθύ ύπνο; βγαίνοντας από λήθαργο;] προσπαθείς να αναγνωρίσεις τον χώρο ή να αντιληφθείς τον χαρακτήρα ανοίκειων στοιχείων που έχουν εισβάλλει. Έντονη ενδεχομένως η περιγραφή, αλλά αναφέρομαι στην εξίσου έντονη [προσωπική;] εμπειρία της αδυναμίας απέναντι στον κατακερματισμό των οριστικών αφηγήσεων μιας εικόνας που ξεπερνάει τα ετοιμοπαράδοτα –δράσεις, στάσεις, συνθήματα. Μιας εικόνας που μόλις που αρχίζουμε να ψηλαφίζουμε γιατί πιστεύαμε ότι αφορά τους άλλους, τα -κατά Bauman- «απόβλητα της νεοτερικότητας».[1]

Όταν μας έλαχε, λοιπόν, να γίνουμε ο σάκος του μποξ σ’ ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου τους όρους ύπαρξής μας τους αποφασίζουν οι αγορές και οι κερδοσκόποι, να γίνουμε πειραματόζωα, κακό παράδειγμα ή ό, τι άλλο τροφοδοτεί προσχήματα «έντιμων συναλλαγών», όταν ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας ζύγιζε όσο τρεις μήνες ανακοινώσεων και ούτε μια μέρα προετοιμασίας για μια επίφαση έστω συναίνεσης, δεν είναι παράδοξο που στο κέντρο της εικόνας μπαίνει ένας άλλος σάκος του μποξ, οι 300 της Βουλής. Γιατί είναι εύπεπτη και χειροπιαστή η αφήγηση που βάζει τον φταίχτη να έχει πρόσωπο για να τον αναγνωρίσουμε, να έχει σώμα για να το πλήξουμε, να έχει ρόλο για να τον ακυρώσουμε. Μια προσωποποίηση του χάους, με δυο λόγια, για να το αντιμετωπίσουμε σώμα με σώμα σε μια μάχη, η φαντασίωση της οποίας μπορεί να κατευνάσει τους πιο σκοτεινούς φόβους μας απέναντι σε απρόσωπους και ανεξέλεγκτους μηχανισμούς των οποίων τη δύναμη ίσα που αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε. Κάποιος, λοιπόν, πρέπει να φταίει που διακυβεύονται οι ίδιοι οι υλικοί όροι ύπαρξης ακόμα κι εκείνων που τους θεωρούσαν δεδομένους, παγιωμένους κι αδιαπραγμάτευτους. Κάποιος πρέπει να φταίει που διακυβεύεται η ίδια η κοινωνική μας επιβίωση. Κάποιος πρέπει να φταίει για την επαπειλούμενη καταστολή της ίδιας της ύπαρξης μας.

Καμιά πρόθεση να εκπονήσω ένα προφίλ για τους 300.[2] Αυτό που με απασχολεί είναι το ενδεχόμενο συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί αυτή η αφήγηση: και ποια θα είναι η λύση δηλαδή αν όχι η αντικατάσταση αυτών των 300 με άλλους 300, 200 ή έστω 50, δεν χρειάζονται παραπάνω για να μην μας τρώνε και πολλά λεφτά!

Δύσκολο να επικαλεστώ επίσης το ηρωικό και πένθιμο αφήγημα των αγώνων για την κοινοβουλευτική δημοκρατία, όχι γιατί το απαξιώνω αλλά γιατί δεν ενώνει ούτε μισή ρωγμή της κατακερματισμένης εικόνας και της θέσης που επιφυλάσσει το μέλλον στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Αυτά τα καινούργια λεξιλόγια που πρέπει να βρούμε με απασχολούν, γιατί όσο τρώμε απ’ τα έτοιμα αυτό που απαξιώνεται είναι η πολιτική ως τρόπος σκέψης και δράσης και, με ανένδοτους αγώνες, κατακτάμε ένα μεγάλο βαθμό αναπηρίας να αντιπαραθέσουμε σ’ αυτά που έρχονται χωρίς να ρωτάνε ούτε εμάς ούτε τους 300.


[1] "Υπάρχει ένα είδος "εκλεκτικής συγγένειας" μεταξύ των μεταναστών (αυτών των ανθρώπινων απορριμάτων απομακρυσμένων περιοχών του κόσμου που αδειάζονται στην "αυλή" μας) και των πιο αβάσταχτων δικών μας οικείων φόβων. Όταν όλες οι θέσεις κι όλα τα μέρη μοιάζουν ασταθή και θεωρούνται αναξιόπιστα, η παρουσία των μεταναστών γυρίζει το μαχαίρι στην πληγή. Οι μετανάστες, ιδιαίτερα οι νεοαφιχθέντες, αποπνέουν την ελαφρά οσμή του κάδου των απορριμάτων, ο οποίος στοιχειώνει με πλήθος φαντάσματα τις νύχτες εκείνων που αποτελούν υποψήφιες απώλειες της αυξανόμενης τρωτότητας" [σελ. 94], αποτελώντας για τις κυβερνήσεις τον ιδανικό "αποκλίνοντα Άλλο", συνεχίζει ο Bauman, τον προσεκτικά επιλεγμένο στόχο εναντίον του οποίου "μπορούν να στρέφουν ρητορικές ομοβροντίες και να κάνουν παλληκαρισμούς, ενόσω οι ευγνωμονούντες υπήκοοι τους τις βλέπουν και τις ακουν" [ό.π. σελ. 95]

[2] Εξάλλου αυτό το φροντίζουν μόνοι τους, και πολύ αποτελεσματικά μάλιστα εκτιθέμενοι με την κατά κόρον συμμετοχή τους στο τσίρκο των τηλεοπτικών εκπομπών και ανεχόμενοι να τους αντιμετωπίζουν οι βαρώνοι των media ως σκουπίδια ή ως ικέτες του χρόνου που τους τάξανε. Επικίνδυνη σχέση; Κάθε άλλο θα έλεγα, καθότι δομικό στοιχείο της πολιτικής της ενημέρωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου