Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

με απόλυτη μυστικότητα...

Ψάχνουν τρεις και τον "Καλόγερο"

Στοιχεία που αναμένεται να οδηγήσουν σε συλλήψεις τουλάχιστον τεσσάρων ατόμων ακόμη για συμμετοχή στον «Επαναστατικό Αγώνα» έχει αποστείλει με απόλυτη μυστικότητα τα τελευταία 24ωρα η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία στην Εισαγγελία Αθηνών! [...] Πρόκειται για άτομο, με εμφάνιση που παραπέμπει σε αυτό το παρωνύμιο, το οποίο θα προσέφερε καταφύγιο στα μέλη της οργάνωσης μετά τη σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της αστυνομικής δύναμης στην οδό Πανόρμου, κοντά στο κτίριο της ΓΑΔΑ. Ακόμη, στο έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. περιέχονται τα ονόματα τριών αντιεξουσιαστών που είχαν απασχολήσει και στο παρελθόν τις αστυνομικές αρχές. Ενας εξ αυτών είχε θεωρηθεί ύποπτος για αρπαγή οπλισμού, ο δεύτερος για σχέσεις με έναν από τους ήδη συλληφθέντες και ο τρίτος για ενδεχόμενη συμμετοχή σε άλλες ένοπλες οργανώσεις. Στο στόχαστρο της ΕΛ.ΑΣ. αυτή την περίοδο είναι και ο ρόλος μιας γυναίκας, καθώς και στενού συγγενούς ενός από τους ήδη κατηγορουμένους".

Διαβάστε περισσότερα:

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=326948&ct=32&dt=21/04/2010#ixzz0linKe7oe

Πόσοι αντιεξουσιαστές είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τις αστυνομικές αρχές; 10, 100, 1000; Ας ετοιμάζουν καλού-κακού τα μπογαλάκια τους, με απόλυτη μυστικότητα, ανάλογη με αυτή που δημοσιεύεται η πληροφορία σε μια από τις μεγαλύτερης κυκλοφορίας εφημερίδες!

Υπάρχει μια τάση στις κριτικές προσεγγίσεις του ποινικού συστήματος, η οποία ονομάζεται εγγυητική. Μια τάση υποστηρικτική εντέλει των ποινικών θεσμών μέσα από τις κριτική της λειτουργίας τους και την πρόταση να λειτουργούν με άξονα τα ανθρώπινα δικαιώματα. "Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να καθορίζουν όχι μόνον το περιεχόμενο αλλά και τα όρια της ποινικής παρέμβασης", έγραφε πριν χρόνια ο Alessandro Baratta σ' ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε και στα ελληνικά [Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, 1989, τ. 3-4)

Η εγγυητική τάση, εκκινώντας από την αρχή της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης, εμφανίζεται στην Ιταλία ως απάντηση στη γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν με αφορμή την πάταξη της τρομοκρατίας, θεσπίστηκε μια έκτακτη νομοθεσία η οποία έτεινε στην υποβάθμιση της ποινικής νομιμότητας, στον περιορισμό των δικαιωμάτων των υποδίκων και αναπτύχθηκε ένα προληπτικό ποινικό δίκαιο διοικητικού τύπου βασιζόμενου στην υποψία:

«

"'Διευρύνθηκαν έτσι οι περιπτώσεις όπου μπορούσαν να εφαρμοσθούν τα προληπτικά μέτρα, διογκώθηκαν οι εξουσίες της Αστυνομίας μέχρι που να αγγίξουν το μέγεθος εκείνων της δικαστικής αρχής, αυξήθηκε η αποδεικτική αξία των υποψιών [….] εισήχθησαν στον κώδικα εγκλήματα καθαρά βασιζόμενα σε υποψίες, όπως η συνένωση ατόμων «με σκοπό» την τρομοκρατία ή την ανατρεπτική δράση [….] και σαν επακόλουθο έγινε αποδεκτό το ποινικό δίκαιο των προθέσεων ή της βούλησης» (Ferrajoli, L., Zolo D., 1985: 58)

Έτσι, η εγγυητική τάση εμφανίστηκε στην Ιταλία ως ένας πολιτικο-θεσμικός προσανατολισμός, ο οποίος γεννήθηκε ως απάντηση στην κατάσταση που διαμόρφωσαν αυτές οι διαδικασίες (πολιτική βία, θεσμική και πολιτική απάντηση στο φαινόμενο, εμπλοκή της ιταλικής κοινωνίας και των πολιτικών φορέων της σ’ αυτές τις διαδικασίες):

“[η εγγυητική τάση] ξεπέρασε την παραδοσιακή υποτίμηση (ως «αστικών») των εγγυήσεων ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ατόμου και του συνόλου. Συγχρόνως πειστήκαμε ότι οποιοδήποτε Κράτος ή πολιτικό σύστημα, ακόμα κι ένα εργατικό ή μεταβατικό, πρέπει να πειθαρχεί αυστηρά σε νομικούς κανόνες – σε ένα «Κράτος δικαίου» - έτσι ώστε να περιορισθεί στο ελάχιστο η κατασταλτική εξουσία και η έμφυτη τάση του προς τον ολοκληρωτισμό [….] Το δίκαιο δεν είναι μόνον μορφή της εξουσίας, αλλά και όριο, έλεγχος, περιορισμός των απολυταρχικών της τάσεων” (Ferrajoli, L., Zolo D, 1985: 63).

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την τάση, το ποινικό σύστημα περιλαμβάνει εγγυήσεις για τη διαφύλαξη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, έστω κι αν η ποινική καταστολή συνεπάγεται περιορισμούς της ελευθερίας. Η ποινική καταστολή, ωστόσο, παρεμβαίνει ex post, μετά, δηλαδή, τη διάπραξη συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης ενώ η αστυνομική πρόληψη παρεμβαίνει ex antea, ενόψει, δηλαδή, του κινδύνου μελλοντικής διάπραξης εγκλημάτων, κινδύνου ο οποίος αξιολογείται με βάση κριτήρια αόριστα ή μη προσδιορισμένα νομοθετικά (Ferrajoli, L. 1985: 515-516)

Ας μην πάμε, λοιπόν, σε λόγους... αναρχοαυτόνομους, αρκούν οι θεσπισμένες από το αστικό κράτος εγγυήσεις για την νομιμότητα στην άσκηση της θεσμικής βίας για να αντιληφθεί κανείς ότι όλο αυτό το γαϊτανάκι δημοσιοποίησης της μυστικότητας παραβιάζει θεμελιακές αρχές, όπως την αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξίας η οποία, μεταξύ άλλων, υπαγορεύει ότι το άτομο δεν μπορεί να γίνεται μέσο άσκησης μιας πολιτικής. Πολλώ δε μάλλον οι ομάδες που στοχοποιούνται προκειμένου να κοινοποιηθούν μηνύματα στους "συνήθεις υπόπτους" [με απόλυτη μυστικότητα, πάντα!], χώρο που οι αστυνομικές και δικαστικές πρακτικές των τελευταίων χρόνων έχουν διευρύνει εξαιρετικά -ας σκεφτούμε μόνον τις μαζικές προσαγωγές και τον αριθμό των, νεαρών κατά κύριο λόγο, ατόμων που αφήνουν το επισκεπτήριό τους στις Αρχές για να μπορούν να είναι προσβάσιμοι στο μέλλον. Και, κάπου εκεί, ένας αλλόκοτος ενδεχομένως συνειρμός φέρνει στο μυαλό μου πλάι-πλάι τα μακριά μαλλιά του Καλόγερου με τα μαλλιά ράστα του Μάριου Ζέρβα: τα μαλλιά ως στοιχείο που καθιστά αναγνωρίσιμο τον καταζητούμενο ύποπτο, τα μαλλιά ως στοιχείο που καθιστά κάποιον τυχαίο διαδηλωτή ύποπτο.

Κάποτε σκεφτόμουνα ότι είναι άκρως ταπεινωτικό για όλους εμάς αυτό το αλισβερίσι πηγών και ΜΜΕ σε περιόδους που η ένοπλη βία προβάλλεται ως μείζον πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός ο κλεφτοπόλεμος στον οποίο γινόμαστε, εκόντες άκοντες, συμμέτοχοι. Τώρα θα έλεγα ότι είναι ταπεινωτικό για τους ίδιους τους θεσμούς γιατί τους καθιστά διάτρητους, αναδεικνύοντας τα όρια τους ενόψει των ιδεατών λειτουργιών οι οποίες τους αποδίδονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου