Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

γράμματα ανηλίκων...

Γράμματα από τις Φυλακές Ανηλίκων 
Τεύχος 13 - Φεβρουάριος 2010  
Για το σχολείο των φυλακών 
 Ήμουν ένας κακός πρεζάκιας, είχα φτάσει σε σημείο που για να πάρω τη δόση μου θα μπορούσα να σκοτώσω άνθρωπο. Ώσπου μια μέρα είπα «γιατί κατάντησα έτσι να ντρέπομαι για τον εαυτό μου;» και αποφάσισα να πάω στο σχολείο. Θα μου πείτε, τι σχολείο, ρε χαμένε, αφού βρίσκεσαι στη φυλακή; Ναι, εγώ στη φυλακή είμαι αλλά έχουμε ένα σχολείο εδώ μέσα! Και όχι ένα απλό σχολείο αλλά από τα καλύτερα στην Ελλάδα. Όχι επειδή ο χώρος είναι καλός, αλλά επειδή οι δάσκαλοι είναι διαφορετικοί. Είναι καταπληκτικοί μαζί μας. Δε μας φέρονται σα σκουπίδια αλλά σαν σε αληθινούς μαθητές και μας βοηθάνε για να φύγουμε απ’ αυτό το δρόμο. Όπως κάνανε και μαζί μου. Με κάνανε να νιώσω ευτυχισμένος και να βρω τη ζωή μου που την είχα χάσει πολλά χρόνια. 
Η απέλαση 
 Είμαι κρατούμενος στη Φυλακή Ανηλίκων εδώ και αρκετό καιρό, σε λίγο αποφυλακίζομαι και περιμένω να δω αν θα πάρω απέλαση. Τη δικιά μου τη ζωή την κατέστρεψαν με την απέλαση. Όταν εγώ ήρθα στην Ελλάδα σαν ξένος ήμουν 7χρονών και τώρα είμαι 20, με λίγα λόγια μεγάλωσα στην Ελλάδα, μιλάω Ελληνικά, πηγαίνω στο ελληνικό σχολείο και όλοι μου οι φίλοι είναι Έλληνες και είμαι περήφανος που έμαθα να μιλάω και μια δεύτερη γλώσσα και που έχω φίλους από μια άλλη χώρα και αυτοί με θεωρούν σαν δικό τους άνθρωπο, σαν Έλληνα. Έτσι λοιπόν, χρόνο με το χρόνο, εγώ και οι φίλοι μου μεγαλώσαμε μαζί από παιδιά και μια μέρα μας πέρασε μια ιδέα να κλέψουμε ένα μηχανάκι, όπως και έγινε. Κλέψαμε το μηχανάκι και την ώρα που κάναμε τη βόλτα μας έπιασε η αστυνομία. Στη συνέχεια μας πήραν κατάθεση για να μας πάνε αυτόφωρο και εκείνη τη στιγμή δε μετάνιωνα μόνο γιατί ήταν λάθος αυτό που έκανα, αλλά άρχισα να νιώθω και φόβο. Κατά την ανάκριση το μόνο που με στεναχώρησε ήταν αυτό που μου έλεγαν οι αστυνομικοί: «κακοποιός-Αλβανός εγκληματίας». Την άλλη μέρα μας πήγαν στον εισαγγελέα για να μας δικάσουν και μας ρώταγε για τα πάντα και στο τέλος αποφάσισαν να μας αφήσουν ελεύθερους, αλλά όχι εμένα, τους φίλους μου μόνο γιατί για μένα αποφάσισαν να με διώξουν με απέλαση. Όταν άκουσα τη λέξη απέλαση άρχισαν τα μάτια μου να δακρύζουν, στο λαιμό αισθανόμουν σφιγμένος και δεν μπορούσαν εκείνη τη στιγμή να μιλήσω και να σκεφτώ κάτι, τα είχα τελείως χαμένα. Έπειτα με πήραν και με πήγαν στο τμήμα, τότε άρχισα να σκέφτομαι τι θα συναντήσω μπροστά μου και αυτό που θα συναντούσα ήταν ότι θα πήγαινα στην Αλβανία, όπου λεφτά δεν είχα, σπίτι δεν είχα, ούτε δουλειά. Όπως ξέρετε όλοι, στην Αλβανία είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεις δουλειά και ιδιαίτερα όταν η οικογένεια ενός παιδιού είναι στην Ελλάδα. Σκεφτόμουν και πώς θα ζήσω και φοβόμουν πως θα αναγκαστώ να κλέψω ξανά για να ζήσω και δυστυχώς αυτά που λέω έγιναν όλα και το αποτέλεσμα ήταν να με ξαναπιάσει η αστυνομία πολύ γρήγορα και να με ξαναβάλουν στη φυλακή για πολύ καιρό αυτή τη φορά. Έχω λοιπόν μια απορία με το ελληνικό κράτος και η απορία μου είναι αυτή: Όλα αυτά έγιναν για μια απέλαση, όταν θα μπορούσε ο εισαγγελέας να με αφήσει στην Ελλάδα και δε θα έκλεβα ποτέ ξανά. 
 Πηγή: http://www.theartofcrime.gr/, όπου αναφέρεται: "Τα κείμενα δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στην εφημερίδα του Σχολείου του Ειδικού Καταστήματος Κράτησης Νέων Αυλώνα "Προσπαθώντας...για το αύριο". Ευχαριστούμε θερμά τον Διευθυντή του Σχολείου, κύριο Πέτρο Δαμιανό, για την ευγενική παραχώρηση της άδειας αναδημοσίευσης".

Εγώ έλαβα αυτό το υλικό σε μήνυμα που κοινοποιήθηκε στην λίστα Kelia, της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατούμενων και το αναφέρω ως εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα αναπαραγωγής της επίσημης ρητορικής περί φυλακής ή αυτού που ο Massimo Pavarini, στο άρθρο του Ο μύθος της "σωφρονιστικής λύτρωσης", αποκαλεί μεγάλη κοινωνική λογοκρισία της φυλακής (Pavarini, 1999: 311) 
 Όταν έγραφα το άρθρο «Κείμενα κρατουμένων και ο λόγος περί σωφρονιστικής μεταρρύθμισης», [για το συλλογικό Εικόνες Φυλακής, Αθήνα: Πατάκης] που αφορούσε τον λόγο του κρατούμενου περί ποινικής δικαιοσύνης, παρανομίας και κοινωνικής επανένταξης, πρόθεσή μου ήταν να ανιχνεύσω τους τρόπους με τους οποίους ορίζει ο κρατούμενος την κοινωνική του θέση και τη σχέση του με τους θεσμούς και αυτό αποτέλεσε το κριτήριο της επιλογής του συγκεκριμένου υλικού από τα κείμενα των κρατουμένων και την ειδικότερη επιλογή των κειμένων που αποτελέσανε το πραγματολογικό μου υλικό. 
Μια από τις παραμέτρους που έλαβα τότε υπόψη μου αναφέρεται στη δυσκολία να προσεγγίσει κανείς παρόμοια κείμενα και να είναι σίγουρος ότι δεν παραβιάζει τις προθέσεις του υποκειμένου το οποίο εκφέρει λόγο, αποδίδοντάς του προθέσεις οι οποίες, στην πραγματικότητα, ανήκουν στα περιβάλλοντα ή τις ομάδες που διαχειρίζονται τη δημοσιοποίησή του. Έτσι, οι βασικές πληροφορίες αναζητήθηκαν στα λανθάνοντα νοήματα της αφήγησης μιας οριακής εμπειρίας, όπως είναι αυτή του εγκλεισμού, η οποία αναπόδραστα καθορίζει («εγκλωβίζει») τον λόγο του υποκειμένου που την βιώνει και, ταυτόχρονα, την αφηγείται μέσα από αυτονόητες αποσιωπήσεις ή παραμορφώσεις.
Μια τελευταία παράμετρος, έγραφα, αφορά τη σχέση του ερευνητή με το αντικείμενό του, καθώς το συγκεκριμένο υλικό περιέχει μαρτυρίες που αφορούν οριακές συνθήκες και καταστάσεις, οι οποίες ενίοτε δυσκολεύουν τη συναισθηματική απόσταση και τη νηφάλια ματιά. Αυτή η τελευταία παράμετρος είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο αναδημοσιεύω τα δυο γράμματα των νεαρών κρατούμενων. Το συναίσθημα που προκαλεί αυτή η ανεστραμμένη μορφή της οδυνηρής εμπειρίας, όπου η επικοινωνία με τον έξω κόσμο, μέσω ενός γράμματος που δημοσιεύεται σε εφημερίδα του ιδρύματος με τίτλο "Προσπαθώντας...για το αύριο", δεν μπορεί παρά να υπακούει στους όρους της "επιτυχημένης προσπάθειας" ή της κατανοητής πικρίας για υπερβολές που ο καθένας μπορεί να αποδεχθεί ως τέτοιες χωρίς να χρειαστεί να αμφισβητήσει τους ίδιους τους θεσμούς. 
Και, με δυο λόγια, αυτό που περιγράφει ο Jean Genet, αποτυπώνει με μεγάλη ακρίβεια και την δική μου σχετική εμπειρία επισκέψεων και αφορά όσα παραμένουν ανεκλάλητα μεν αλλά εκρηκτικά παρόντα στα ιδρύματα ανηλίκων: "Ο διευθυντής μου έδειξε την ομάδα των προσκόπων που είχε δημιουργήσει για να επιβραβεύσει τα πιο ευάγωγα παιδιά. Είδα μια δωδεκαριά αγοράκια, μπαμπέσικα και βρωμιάρικα, που αφέθηκαν να πέσουν στην παγίδα των καλών προθέσεων. Ανακρούανε γελοία εμβατήρια που δεν είχαν σίγουρα τη δύναμη της έξαρσης που έχουν τα συναισθηματικά ή πρόστυχα απλά μοτίβα που τραγουδούσαν το βράδυ στο υπνωτήριο ή το κελί. Βλέποντας αυτούς τους δώδεκα πιτσιρικάδες, ήταν προφανές ότι κανείς απ’ αυτούς δεν είχε επιλεγεί για να συμμετάσχει σε μια ριψοκίνδυνη αποστολή, έστω και φανταστική: αλλά μέσα στο αναμορφωτήριο εγώ ξέρω ότι υπήρχαν, σε πείσμα των εκπαιδευτικών, ομάδες ή, καλύτερα, συμμορίες των οποίων οι δεσμοί, το συνεκτικό υλικό που τους κρατούσε ενωμένους, ήταν η φιλία, το θάρρος, η κατεργαριά, η θρασύτητα, η αγάπη για την τεμπελιά, μια σκοτεινή και ταυτόχρονα χαρούμενη έκφραση, η αγάπη για την περιπέτεια, ενάντια στους κανόνες του Καλού [Genet, 1994: 17,18, Il giovane criminale, Viterbo: Stampa Alternativa, όπως αναφέρεται στο Κουκουτσάκη, Α. (2006), «Κείμενα κρατουμένων και ο λόγος περί σωφρονιστικής μεταρρύθμισης», Εικόνες Φυλακής, Αθήνα: Πατάκης]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου