Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

άγονα τοπία αποκλεισμών*

Δύσκολα δεν θα χαρακτήριζε κανείς ζοφερή την σημερινή κατάσταση στο χώρο της αντιμετώπισης των παραβατικών ανηλίκων. Επίσης δεν αποτελεί η ελληνική περίπτωση παγκόσμια πρωτοτυπία σε σχέση με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των ανηλίκων που διοχετεύονται στους τιμωρητικούς ή, κατ’ επίφαση, αναμορφωτικούς θεσμούς. Εννοώ, ανήλικους προερχόμενους από τις ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες ή αυτές που ήδη αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της κοινωνικής περιθωριοποίησης ή κοινωνικού ρατσισμού πριν καν την επαφή τους με τους τιμωρητικούς θεσμούς.

Το στοιχείο αυτό, όμως, δεν είναι απλώς πραγματολογικό. Οι πολλαπλές αναγνώσεις του αναδεικνύονται και αν το συναρτήσουμε με την επίσημη ρητορική περί νεανικής παραβατικότητας. Το χώρο, δηλαδή, όπου η νεανική παραβατικότητα ταυτίζεται σχεδόν με όρους κοινής λογικής με την προέλευση από τα πιο ανίσχυρα, υποβαθμισμένα και κοινωνικά στιγματισμένα τμήματα του πληθυσμού [φτωχοί, μετανάστες, τσιγγάνοι…] τα οποία ορίζονται ως κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία κατ’ εξοχήν παράγεται ή υποθάλπεται η εγκληματικότητα. Ρητορική η οποία αλληλεπιδρά και με την θεσμική αντιμετώπιση των ανήλικων παραβατών, δρομολογώντας έτσι μηχανισμούς αυτοεκπληρούμενης προφητείας: το ποινικό σύστημα δεν είναι μηχάνημα να ρίχνεις κέρμα και να βγάζει απόφαση. Λειτουργεί δια των υποκειμένων του, τα οποία παράγουν αποφάνσεις περί εγκληματιών και εγκληματικότητας. Αποφάνσεις που επιστρέφουν στην κοινωνία με την ισχύ μιας πραγματικής πραγματικότητας, η οποία επιβεβαιώνεται εσαεί με την ανακύκλωση των ίδιων πληθυσμών στους τιμωρητικούς θεσμούς ή/και την πρόκριση ιδρυματικών μορφών αντιμετώπισης παραβατικών ανηλίκων για τους οποίους εκτιμάται ότι το οικείο τους περιβάλλον, η οικεία τους κουλτούρα είναι εξ ορισμού εγκληματογόνα.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν απλώς θεωρητικά σχόλια, καθώς συναρτώνται άμεσα με τους μηχανισμούς οι οποίοι αντί να αποτρέψουν την παγίωση μιας εγκληματικής ταυτότητας, σε συγκεκριμένες τουλάχιστον περιπτώσεις μετατρέπουν σχεδόν νομοτελειακά τον ανήλικο παραβάτη σε ενήλικο εγκληματία. Για παράδειγμα, η δικαστική κρίση που θα οδηγήσει ή μη τον ανήλικο παραβάτη στην φυλακή δεν συναρτάται πάντα με τη βαρύτητα της πράξης αλλά με την αξιολόγηση αυτού που «είναι ή ενδεχόμενα θα γίνει» ο ανήλικος. Έτσι, ο εγκλεισμός συναρτάται με την προβολή νοημάτων σ’ αυτό το οποίο αποτελεί το οικείο περιβάλλον του ανήλικου, το περιβάλλον προέλευσης στο οποίο αναμένεται να επιστρέψει και το οποίο αξιολογείται ως εξ ορισμού και αναπόφευκτα εγκληματογόνο. Οπότε αναδύεται το εξής αδιέξοδο σχήμα κυκλικού αποκλεισμού: ο ανήλικος που έχει βιώσει συνθήκες κοινωνικής περιθωριοποίησης ή/και στιγματισμού πριν καν την επαφή του με το ποινικό σύστημα∙ μέσα από αυτήν την επαφή οδηγείται στην κορύφωση του κοινωνικού στιγματισμού∙ μετά τη λήξη της ποινής του, αφήνεται ουσιαστικά και πρακτικά αβοήθητος και με πολλαπλάσια κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα.

Το περίεργο, λοιπόν, θα ήταν να μην επιστρέψει στη φυλακή και να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνική ζωή.

Αυτό, λοιπόν, είναι για εμένα το μείζον πρόβλημα, αυτό το οποίο αποδομεί συνολικά το μοντέλο του κράτους/αρωγού στην περίπτωση του παραβατικού ανήλικου και όχι μόνον φυσικά.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο αλληλογρονθοκοπούνται οι διακηρύξεις με τις πρακτικές.

Αν επιμένουμε, με δυο λόγια, να χρησιμοποιούμε τα λεξιλόγια της αναμορφωτικής και επανακοινωνικοποιητικής πολιτικής για τους ανήλικους, θα πρέπει να δούμε τι προηγείται και, κυρίως, τι έπεται της επαφής τους με το ποινικό σύστημα. Ποιοι είναι και πώς λειτουργούν οι θεσμοί αρωγής του παραβατικού ανήλικου. Υπάρχει ένα συγκροτημένο θεσμικό πλαίσιο που να υποστηρίζει τον ανήλικο μετά τη λήξη του αναμορφωτικού ή σωφρονιστικού μέτρου; Νομίζω ότι και πάλι θα συμφωνήσουμε στο ότι δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από υποστελεχωμένους κρατικούς φορείς, ελλιπής χρηματοδότηση, μετακύλιση της κρατικής ευθύνης σε ΜΚΟ κλπ. Με δυο λόγια, τα στοιχεία που δείχνουν με σκληρά ποσοτικά δεδομένα πώς είναι οργανωμένο το σύστημα αντιμετώπισης της παραβατικότητας των ανηλίκων: για τον αποκλεισμό και όχι την ένταξη

Και αυτή είναι απλώς η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη η όψη αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι φορείς κοινωνικής προστασίας του ανηλίκου το έργο τους και, κατ’ επέκταση, η αξιοπιστία τους απέναντι στους πληθυσμούς στους οποίους απευθύνονται.

Με βάση τα στοιχεία μιας ενδημικής πλέον κρατικής απροθυμίας για την οργάνωση ενός βιώσιμου υποστηρικτικού πλαισίου, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η ζήτηση υπερκαλύπτει την προσφορά. Εγώ όμως αυτό το θέτω ως ερώτημα: πόσοι από το σύνολο των εν δυνάμει ενδιαφερόμενων απευθύνονται όντως στους υπάρχοντες φορείς; Η εκτίμησή μου είναι ότι πρόκειται για ένα απειροελάχιστο ποσοστό για λόγους που υπερβαίνουν τις τεχνικές / οικονομικές δυσκολίες κάλυψης περισσότερων περιπτώσεων.

Το ειδικότερο ερώτημα το οποίο θέτω, λοιπόν, είναι το εξής: Μήπως οι "παράπλευρες απώλειες" του συνολικού συστήματος οφείλονται και στον αριθμό και το είδος των εξαιρέσεων τις οποίες θεσμοποιούν ή παγιώνουν μέσα από τις πρακτικές τους οι ίδιοι οι φορείς;

Παραδείγματα:

  • ανήλικος με τσάτρα πάτρα διαγνωσμένη εντός του ιδρύματος ψυχική διαταραχή και, συνάμα, εξαρτημένος τι πιθανότητες έχει να γίνει δεκτός σε πρόγραμμα απεξάρτησης;
  • Υπάρχουν φορείς οι οποίοι να συνδράμουν ανήλικους με ψυχολογικά ή ψυχιατρικά προβλήματα είτε προϋφιστάμενα τα οποία επιδείνωσε ο εγκλεισμός είτε προκληθέντα από τον ίδιο τον εγκλεισμό. Και τι προϋποθέσεις πρέπει να πληροί ο ανήλικος προκειμένου να βοηθηθεί;
  • Υπάρχει κάποιος βαθμός αποσάθρωσης του κοινωνικού περιβάλλοντος προέλευσης, πέραν του οποίου η συνδρομή θεωρείται εξ ορισμού αδιέξοδη άρα ο φορέας δεμ "λερώνει" καν τα χέρια του;
  • Και, τέλος, όταν ο ανήλικος συνδυάζει όλα ή κάποια από τα παραπάνω, ποιος Καιάδας τον περιμένει ως εξ ορισμού «χαμένη περίπτωση»;

Τους τελευταίους μήνες είχα την πολύ δυσάρεστη εμπειρία, ασχολούμενη με μια συγκεκριμένη περίπτωση νεαρής ενήλικης πλέον κρατούμενης, στο μικρό διάλειμμα ανάμεσα σε δύο εγκλεισμούς να μάθω όλες τις εκδοχές αυτών των εξαιρέσεων. Και το ακόμα χειρότερο, να ακούσω τα ποικίλα αιτιολογικά με βάση τα οποία οι φορείς στους οποίους απευθύνθηκα εξηγούσαν την αδυναμία τους να επιληφθούν και τα οποία ορισμένες φορές έφταναν στα όρια του κυνισμού –μην ασχολείσαι, δυστυχώς είναι χαμένη περίπτωση.

Φυσικά και ο καθένας μας θα μπορούσε να καταλάβει κάποιες ασυμβατότητες με την βασική δομή προγραμμάτων θεραπευτικής ή κοινωνικής υποστήριξης ανηλίκων σε περιπτώσεις που ξεφεύγουν απ’ την θεσπισμένη κανονικότητα των περιστατικών που μπορούν να υποδεχθούν αυτοί οι φορείς.

Αυτή η κανονικότητα, όμως, όμως δεν νομιμοποιεί μια στάση ανοχής αν όχι και αποδοχής του ότι υπάρχουν χαμένες περιπτώσεις ως παράπλευρες απώλειες. Αντίθετα, πιστεύω ότι αναλογεί σε όλους μας ένας βαθμός ευθύνης για κάθε "χαμένη περίπτωση" που επιβεβαιώνει αυτόν τον χαρακτηρισμό μέσα από την ίδια την επώδυνη πορεία σε άνυδρα τοπία που βρίθουν αποκλεισμών στην οποία μοιραία ωθείται.

Χαμένες περιπτώσεις δεν υπάρχουν αν δεν τις ορίσουμε ως τέτοιες θεσπίζοντας ή επινοώντας de facto εξαιρέσεις. Αντίθετα, πιστεύω ότι είναι ακριβώς οι εξαιρέσεις, οι περιπτώσεις που δεν χωράνε στα βρισκούμενα, αυτές που πρέπει να διαμορφώνουν νέα αιτήματα γιατί, ενόσω δεν έχουμε το κουράγιο να αποδεχτούμε το αντίθετο, κανένα παιδί δεν μπορεί να είναι χαμένη περίπτωση. Διαφορετικά, ας έχουμε το θάρρος να διαγράψουμε τις λέξεις ενσωμάτωση ή επανακοινωνικοποίηση από το λεξιλόγιό μας και να αποδεχτούμε αμαχητί την κατάσταση: καθώς η βία των οικονομικών και κοινωνικών όρων θα παράγει συνεχώς νέες εξαιρέσεις, οι «χαμένες περιπτώσεις» θα παγιωθούν ως ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Στο βαθμό που ζητήθηκε να καταθέσουμε προτάσεις, ένα κλιμακούμενο πλαίσιο προτάσεων θα μπορούσαν να διαμορφώσουν τα παρακάτω παραθέματα.

Τα δύο πρώτα είναι από ερώτηση που κατέθεσε το καλοκαίρι στη Βουλή ο Περικλής Κοροβέσης και το τρίτο από συνέντευξη που έδωσε το 1991 ο δάσκαλος πολλών από εμάς, ιταλός καθηγητής Alessandro Baratta στο περιοδικό Dei delitti e delle pene

«Στη πρόσφατη έκθεση της «Ποινικό Μητρώο Ανηλίκων και Νεαρών Ενηλίκων» η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υπογραμμίζει ότι οι ανήλικοι συνιστούν μία ιδιαίτερη κατηγορία παραβατών με δεδομένο μάλιστα ότι η νεανική συμπεριφορά, που δεν συμμορφώνεται με το σύνολο των κοινωνικών κανόνων και αξιών, συνιστά συχνά μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης και έχει την τάση, στα περισσότερα άτομα, να εξαλείφεται ,χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση, με τη μετάβασή τους στην ενηλικότητα»

«Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 37, εδ. β’ της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού: «Κανένα παιδί να μη στερείται την ελευθερία του/της κατά τρόπο παράνομο ή αυθαίρετο. Η σύλληψη, κράτηση ή φυλάκιση ενός παιδιού πρέπει να είναι σύμφωνη με το νόμο, να μην αποτελεί παρά ένα έσχατο μέτρο και να είναι της μικρότερης δυνατής χρονικής διάρκειας».

«Η κοινωνική επανένταξη είναι ένας στόχος ο οποίος θα πρέπει να επιδιώκεται όχι διαμέσου της φυλακής, αλλά παρά την ύπαρξη της φυλακής […] Από την σκοπιά της κοινωνικής επανένταξης του κρατούμενου, αναμφίβολα η καλύτερη φυλακή είναι η φυλακή που δεν υπάρχει: καμιά φυλακή δεν είναι χρήσιμη ενόψει αυτού του στόχου, αλλά υπάρχουν φυλακές χειρότερες από άλλες»

*Εισήγηση στην ημερίδα που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατούμενων στο πλαίσιο της καμπάνιας Κανένα παιδί σε κελί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου